Κώστας Κουτσουρέλης

Γλωσσικές νότες λ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο κατήφορος που έχει πάρει η ελληνική γλώσσα τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται απ’ τα χρώματα. Η «μπλε» θάλασσα και ο «μπλε» ουρανός δίνουν και παίρνουν. Τα γαλάζιος, γαλανός, θαλασσής, ουρανής, κυανός και οι αποχρώσεις τους τείνουν να εκλείψουν. «Μπλε» το χρώμα της εθνικής ομάδας, «μπλε» και της Νέας Δημοκρατίας. «Όλη η Ελλάδα, είναι μπλε, είναι μπλε», όπως φώναζαν το 2004 οι οπαδοί της τελευταίας…

Magenta, indigo, raf, όλες οι ονομασίες των νέων χρωμάτων που τυποποιεί η βιομηχανία και το εμπόριο μάς έρχονται απ’ έξω ανεκτελώνιστες, δεν καταβάλλεται η παραμικρή προσπάθεια να εξελληνιστούν, συχνά μένουν και λατινόγραπτες.

Κι όμως το ελληνικό λεκτικό χρωματολόγιο, χάρις στο ιστορικό του βάθος και την ευχέρεια παραγωγής συνθέτων έχει εκπληκτικό πλούτο: μελίχλωρο (η λέξη στον Παλαμά), ωχρόχρυσο, νυχτοπράσινο, φαιορόδινο, κυανέρυθρο, ανοιχτοκάστανο, ηλεκτροκόκκινο, καταγάλαζο, πάλλευκο, ολομέλανο, πυρρόξανθο, σταχτοκίτρινο, σκοτεινόμαυρο, βαθυπόρφυρο κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Χάρη στις υπηρεσίες της μόδας, η ακλισία έχει γενικευθεί. «Γκρί» και όχι γκρίζος, «μοβ» (sic) και όχι βιολετής, μελιτζανής, ιώδης. «Καφέ» όχι καστανός, μελής, κανελλής και καφετής. Ροζ και όχι ρόδινος, ροδόχρωμος, ροδοκόκκινος κ.ο.κ. Μάλιστα επιβάλλεται και σε λέξεις καθαρά ελληνικές: τα επίθετα πορτοκαλής, –ιά, –ί, ασημής, τριανταφυλλής, βυσσινής κ.ο.κ. πλέον είναι ντεμοντέ. «Οι πράσινες, οι κόκκινες, οι… θαλασσί σου οι χάντρες» λοιπόν, οι «πορτοκαλί επαναστάσεις» και δεν συμμαζεύεται.

Με τις λέξεις συμβαίνει ό,τι με τους μετανάστες. Όταν η πλειονότητα είναι ξένες, αυτές απορροφούν τις γηγενείς και όχι το αντίστροφο. Ας είναι καλά ο συμπλεγματικός πίθηκος που κρύβουμε μέσα μας και οι διαφημιστές μας βέβαια. Εδώ κατάφεραν το παλτό, λέξη λαϊκή και πλήρως προσαρμοσμένη στην κλίση της γλώσσας μας, με παράγωγα όπως παλτουδιά, παλτουδάκι χιλιοτραγουδισμένα, ώς και το παλτό λοιπόν να το ξε-κλίνουν, όπως ξέρει όποιος ξεφυλλίζει τα γυναικεία βλακοπεριοδικά. Το παλτό, του παλτό, τα παλτό λοιπόν. Λίαν προσεχώς και… paletot.

(Γνωρίζω φυσικά την τοποθέτηση της πλειοψηφικής ίσως μερίδας της τωρινής γλωσσολογίας μας: «Η γλώσσα εξελίσσεται», «η γλώσσα δεν κινδυνεύει», διότι «οι γλώσσες γενικώς δεν  κινδυνεύουν» παρά μόνο «αν χάσουν παντελώς τους ομιλητές τους» κ.τ.τ. Ωστόσο η εμμονή σε μια ακρισία, και η Ακαδημία Αθηνών, και το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας να την υποστηρίζει, δεν την κάνει ολιγότερο άκριτη. Ασφαλώς και «εξελίσσεται» η γλώσσα. Και η πορεία προς την εξάλειψη, εξέλιξη είναι…)

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

 

Γλωσσικές νότες κ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πόσο διαφέρουν μεταξύ τους η γλώσσα της καθημερινότητας κι εκείνη της λογοτεχνίας; Μια έρευνα που έγινε πρόσφατα στη Γερμανία αποφάνθηκε: πολύ. Από τις είκοσι πλέον συχνόχρηστες λέξεις στη μια και την άλλη κατηγορία, μόνον επτά είναι κοινές και στις δύο: οι λέξεις χρόνος/έτος (Jahr), χρόνος/καιρός/εποχή (Zeit), ημέρα, άνθρωπος, παιδί, γυναίκα και άνδρας.

Πέρα απ’ αυτές, στη γλώσσα την καθημερινή ψηλά είναι οι λέξεις: ευρώ, ώρα/ρολόι (Uhr), ποσοστό, Γερμανία, χώρα, εκατομμύριο, εταιρεία, πόλη, τέλος, Βερολίνο, εβδομάδα, (περί)πτωση (Fall) και πλευρά/σελίδα (Seite).

Αντίθετα, στη γλώσσα τη λογοτεχνική πρωταγωνιστούν οι λέξεις: χέρι, μάτι, κεφάλι, πρόσωπο, μητέρα, πατέρας, σπίτι, βλέμμα, ζωή, πόρτα, λέξη, φωνή και κύριος/Κύριος (Herr).

Κατάλογοι που βάζουν σε σκέψεις.

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

Γλωσσικές νότες ι

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Στὶς δέκα λέξεις μας οἱ πέντε εἶναι ξένες. Ὁλοταχῶς βαδίζουμε πρὸς μιὰν ἐσπεράντο παρὰ πέντε. Κανένας Ἡρώδης δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ διατάξει τέτοια γενοκτονία, ὅπως αὐτὴ τοῦ τελικοῦ -ν· ἐκτὸς κι ἂν τοῦ ᾿λειπε ἡ ὀπτικὴ τοῦ ἤχου.

Μιὰ Φύση εὐκτική, ἀνώτερη καὶ τῆς Ἀττικῆς, ἐξαποστέλλει ρυακισμοὺς καὶ θροΐσματα στὸ Θριάσιο πεδίο τῶν ἀποξηραμένων μεταρρυθμιστῶν, ποὺ χάρη στὸν εὐφωνικὸ στραβισμό τους ἐκλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ προοδευτικό. Ἀλλὰ στοὺς φθόγγους, ὅπως καὶ στὰ χρώματα, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς προόδου

(περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης: Η μοίρα του Αδράστου

prosfyges

Πρόσφυγας, διωγμένος από τη Φρυγία, ο Άδραστος (μας διηγείται ο Ηρόδοτος) προσέφυγε ικέτης και βρήκε άσυλο στην Αυλή του Κροίσου, του Λυδού βασιλιά. Για να ξεπληρώσει στον μονάρχη τη χάρη, πρόθυμα δέχτηκε να αναλάβει χρέη σωματοφύλακα του γιου του, Άτη, που στ’ όνειρό του ο Κροίσος είχε δει πως κινδύνευε. Αλλά ο οιωνός βγήκε αληθινός και ο Άτης γρήγορα έπεσε νεκρός από σιδερένιο όπλο – χτυπημένος κατά λάθος απ’ τον ίδιο τον Άδραστο.

«Άδραστος», ήδη στον Όμηρο, είναι αυτός που δεν μπορεί να αποδράσει, να γλιτώσει από τη μοίρα του. Και η μοίρα του πρόσφυγα, η διπλή τραγωδία του, αναρίθμητες φορές στην παγκόσμια ιστορία υπήρξε η ίδια: θύμα ο ίδιος, να κάνει εντέλει άθελά του κακό σ’ αυτόν που τον ευεργέτησε. Πρόσφυγες, διωγμένοι από τους Ούννους, οι Γότθοι θα καταλύσουν τη Ρώμη και το αιωνόβιο κράτος της που τους πρόσφερε άσυλο. Πρόσφυγες, κυνηγημένοι απ’ τον Χίτλερ και τον βαθύρριζο αντισημιτισμό της Ευρώπης, οι Εβραίοι θα εκτοπίσουν τους Άραβες της Παλαιστίνης από την πατρική τους γη. Πρόσφυγες στην ουσία, οικονομικούς μετανάστες θα τους λέγαμε σήμερα, άνθρωποι πάμπτωχοι και ταλαιπωρημένοι στην πλειοψηφία τους, οι λευκοί έποικοι της αμερικανικής και αυστραλιανής ηπείρου εξολόθρευσαν τους γηγενείς πληθυσμούς. Οι προθέσεις, οι καλές προαιρέσεις, οι όρκοι εδώ δεν μετρούν – η ιστορία τραβάει τον δρόμο της.

Όσοι εξακολουθούν να μιλούν για «ανοιχτά σύνορα» (εξαιρώ εδώ τους πολιτικάντηδες) μια μόνο δικαιολογία έχουν, έξω από την καλή τους καρδιά: την απόλυτη άγνοια. Το κύμα των προσφύγων από τις αραβικές χώρες που κατακλύζει αυτή τη στιγμή την Ευρώπη δεν είναι μια «κρίση», μια έκτακτη κατάσταση, το φρικτό προϊόν μιας φρικτής συγκυρίας. Είναι μόνο η αρχή. Δανείζομαι τα στοιχεία σχεδόν αυτολεξεί από άρθρο του Γκούνναρ Χάινζον, κορυφαίου ερευνητή δημογράφου: Από το 1950 έως το 2015 ο πληθυσμός της υποσαχάριας Αφρικής αυξήθηκε από τα 180 στα 980 εκατομμύρια. Το 2050 θα ξεπεράσει τα 2 δισ. Πάνω από 600 εκατομμύρια από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν καν ηλεκτρικό ρεύμα, 390 εκατομμύρια ζουν σήμερα με λιγότερο από δύο (2) δολλάρια τη μέρα, 110 εκατομμύρια περισσότεροι απ’ ό,τι το 1990. Ήδη το 2009, το Ινστιτούτο Gallup εκτιμούσε ότι το 38% του πληθυσμού επιθυμεί να μεταναστεύσει. Αυτό μας κάνει σήμερα 390 εκατομμύρια ανθρώπους, που το 2050 θα έχουν αυξηθεί σε 840 εκατομμύρια.

Είναι αυτά τα νούμερα αρκετά; Αν όχι, εύκολα μπορούν να βρεθούν και άλλα. Στην Ευρώπη σήμερα, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσσίας, ζουν 140 εκατομμύρια άτομα κάτω των 18 ετών. Το 2050 προβλέπεται μάλιστα να μειωθούν στα 130 εκατομμύρια. Αντίθετα, στην Αφρική, συμπεριλαμβανομένου του αραβικού βορρά, ο αριθμός αυτός φτάνει σήμερα τα 540 εκατομμύρια και το 2050 θα φτάσει το 1 δισ.

Ο πληθυσμός των αραβικών κρατών αυξήθηκε από τα 70 στα 389 εκατομμύρια μεταξύ 1950-2025. Το 2050 θα φτάσει τα 650 εκατομμύρια. Κατά την ίδια έρευνα του Gallup, του 2009, το 23% αυτών των ανθρώπων ήθελε να μεταναστεύσει. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το ποσοστό αυτό έχει αυξηθεί στο 35%, φτάνοντας στα 133 εκατομμύρια. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όχι απλώς η φτώχεια και η εξαθλίωση, αλλά και οι πόλεμοι και οι γενοκτονίες είναι λογικά επακόλουθα. Κι αυτό ανεξαρτήτως του τι κάνει ή δεν κάνει η επάρατος Δύση. Μόνο στην υποσαχάριο Αφρική, 18 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μετά το 1960, μετά το πέρας δηλαδή της αποικιοκρατίας και την εκδίωξη των Ευρωπαίων. Ανατριχιάζει κανείς σκεπτόμενος τι θα συμβεί αν οι παρούσες δημογραφικές τάσεις επιμείνουν και ο πληθυσμός της μαύρης ηπείρου τετραπλασιαστεί φτάνοντας τα 4 δισ. ώς το τέλος του αιώνα μας, όπως ο ΟΗΕ προβλέπει.

Τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη εμπρός σ’ όλα αυτά; Για τον μεμονωμένο Σύρο ή Αφγανό που χτυπάει την πόρτα της ακόμη πολλά, ίσως και τα πάντα. Για τις μυριάδες που τον ακολουθούν, ας μη γελιόμαστε, πολύ λίγα. Κι επειδή ο μεμονωμένος είναι που σέρνει πίσω του όλες αυτές τις μυριάδες, όπως ο μαγνήτης έλκει ακατανίκητα τα ρινίσματα του μετάλλου ή η ελπίδα το παράτολμο διάβημα, γρήγορα, πολύ γρήγορα και εκείνος θα δει κατ’ ανάγκην να εγείρονται εμπρός του φραγμοί ανυπέρβλητοι. Ήδη το βλέπει. Τέτοιους γιγάντιους και σφριγηλούς δημογραφικά πληθυσμούς, η γηραλέα μας ήπειρος δεν μπορεί να τους αφομοιώσει, πόσω μάλλον να τους καταστήσει κοινωνούς του δικού της τρόπου ζωής. Είναι θέμα χρόνου, απόφαση μιας μόνο στιγμής, ο δρόμος προς τον ικετήριο βωμό να κλείσει. Τη στιγμή αυτή ζούμε. Ακόμη και όσοι σήμερα συμπάσχουν, και συμπάσχουν ειλικρινά, με τον δύσμοιρο Άδραστο, αύριο θα αναγκαστούν να ομολογήσουν πως όχι, την άφευκτη μοίρα του δεν θέλουν να τη συμμερισθούν.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Πρώτη δημοσίευση  

Γλωσσικές νότες θ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Ξύλινη γλώσσα» αποκαλούσαμε έναν καιρό το άκαμπτο, συχνά και ακαταλαβίστικο ιδίωμα της αριστεράς, ένα ιδίωμα γεμάτο κλισέ και περισσή σπουδαιοφάνεια που πάσχιζε να κρύψει την ένδειά του σε ουσία και περιεχόμενο.

Ο όρος μού φαίνεται πια εντελώς ξεπερασμένος. Όχι επειδή τα αριστερά κόμματα έπαψαν να μιλούν ξύλινα, αλλά επειδή στο προσκήνιο έχει έρθει μια άλλη γλώσσα, τρισχειρότερη, που έτσι όπως καμώνεται την εκσυγχρονισμένη και την τεχνοκρατική θα την ονόμαζα γλώσσα λαμαρινένια, γλώσσα τσίγκινη. Και πράγματι ηχεί τόσο κούφια, όσο κάτω απ’ τις στάλες της βροχής οι τσίγκινες σκεπές σε κάτι παράγκες και χαμόσπιτα. (περισσότερα…)

Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, «O τόπος ερήμωσε, έγινε τοξικός»

Ιωανν

 

«Η επιστήμη και η τέχνη συνήθως δεν επικοινωνούν, είναι κάπως σαν φυλές πρωτόγονων που, αποκομμένες και ακοινώνητες, κατοικούν το ίδιο νησί. Η αδιαφορία αυτή δεν είναι ένα ήπιο laissez faire αμοιβαίας αποδοχής, αλλά άγνοια ή και άρνηση της ύπαρξης του άλλου, γιατί τις χωρίζει μια αδιάβατη ζούγκλα. Για παράδειγμα, τα μέτρα που προτείνανε κάποιοι επιστήμονες στη διάρκεια της πανδημίας έδειξαν ότι δεν τους καίγεται καρφί αν η τέχνη (και η ζωή μαζί της) εξαλειφθεί πλήρως.»

Πρόσωπο των ημερών με πλατιά διεθνή απήχηση, σημείο αναφοράς αλλά και αντιδικίας, πλάι στο ιατρικό ερευνητικό του έργο ο ΙΩΑΝΝΗΣ Π. Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ έχει δημοσιεύσει από το 1989 έως σήμερα οχτώ λογοτεχνικά βιβλία. Με αφορμή το τελευταίο απ’ αυτά, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής και της δράσης του: την ποίηση και την επιστήμη, την ανάπηρη ελευθερία του λόγου και την πάγια ανελευθερία της πολιτικής, τις κακοδαιμονίες του τόπου και την μεγάλη περιπέτεια της πανδημίας.

 

(περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ζ

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν στα 1864 ο Johann Ludwig Fuchs ίδρυσε το πρώτο εργοστάσιό του στο Κολωνάκι, το πώς και σε ποια γλώσσα και με ποιο αλφάβητο θα επέγραφε το προϊόν του ήταν προφανές. Και ίδιος είχε άλλωστε εξελληνίσει τ’ όνομά του: Ιωάννης Φιξ. Ζύθος Φιξ, λοιπόν. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Α΄: Κασσιανή (3/3)

 

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτίσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
(περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ε

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Υπάρχει δεσμός αιτιώδης ανάμεσα στον ήχο και το νόημα μιας λέξης; Από τον καιρό του Σωσσύρ, το αργότερο, η γλωσσολογία απαντά εμφαντικά «όχι». Αυτό είναι μάλιστα το θεμέλιο δόγμα της. Το γλωσσικό σημείο είναι αυθαίρετο, οι λέξεις μας δεν αντανακλούν τον φυσικό κόσμο, είναι «κατασκευές». Με τα λόγια του Σαίξπηρ, το ρόδο, όπως να τ’ αποκαλέσεις, θα ευωδιάζει. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες δ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ξαναδιαβάζοντας συνηγορίες διάφορες υπέρ της αποδόσεως των έργων του Παπαδιαμάντη και των άλλων μας συγγραφέων της καθαρεύουσας στην καθομιλουμένη («ενδογλωσσικές μεταφράσεις» τις λένε τις απόπειρες αυτές οι ειδήμονες), επανέρχομαι στην παλιά μου διαπίστωση.

Σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη εποχή, μια άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τέτοιες συζητήσεις περί απλουστεύσεως ίσως να ήταν χρήσιμες. Σε μας εδώ, διαιωνίζουν απλώς την απέθαντη λογική της ήσσονος προσπάθειας, τον λαϊκισμό της λούφας που αναπαράγει μαζικά η μεταπολιτευτική μας εκπαίδευση. Ανέκαθεν στα γλωσσικά, τα σκόντα που κάνουμε τα βρίσκουμε μπροστά μας μπαστούνια.

Ανεξαρτήτως προελεύσεως και προαιρέσεως λοιπόν, η διάγνωση ότι «οι νέοι δεν καταλαβαίνουν» δρα ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: καταπνίγει εν τη γενέσει της την επιθυμία τους να προσπαθήσουν και νομιμοποιεί προκαταβολικά την οκνηρία. Και φυσικά μόνο τη λογοτεχνία δεν προάγει.

Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Όποιος ισχυρίζεται ότι η ξενότητα της γλώσσας του Παπαδιαμάντη τού είναι πρόβλημα αξεπέραστο, όχι Παπαδιαμάντη, κανέναν απαιτητικό συγγραφέα δεν μπορεί να διαβάσει. Το «Στο Χριστό στο Κάστρο» λ.χ. είναι κείμενο πολύ βατότερο νοηματικά από το «Άξιον Εστί» λ.χ., ή τον «Δωδεκάλογο», ή τον «Πεθαμένο και την Ανάσταση». Να τα μεταφράσουμε κι αυτά;

Όποιος θεωρεί ότι αυτά τα κείμενα δεν αξίζουν τον (ολίγο) κόπο που του ζητείται να καταβάλει, και λιανά να του τα κάνουν πάλι δεν θα τα συλλάβει. Δεν τον αφορούν. Ας τα αφήσει λοιπόν στην ησυχία τους.

Και ας μην ανησυχεί διόλου ούτε για τον Παπαδιαμάντη ούτε για το μέλλον του. Τα έργα του, ως έχουν, τυπώνονται και ξανατυπώνονται, ανεβαίνουν στη σκηνή και γεμίζουν θέατρα, μοιράζονται από εφημερίδες. Οι «ενδογλωσσικές μεταφράσεις» του, αντίθετα, διαχρονικά, πάνε άπατες. Και δε θέλει ρώτημα το γιατί…

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.