Κώστας Κουτσουρέλης

Χρήστος Μαρκίδης

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τη ζωγραφική του Μαρκίδη την είπαν ανθρωποκεντρική. Ο χαρακτηρισμός είναι σωστός, θέλει όμως διευκρίνιση. Τι λογής κέντρο είναι αυτό που διεκδικεί στην τέχνη του ο άνθρωπος και με ποιον τρόπο; Στο κάτω της γραφής, ώς χθες ακόμη, σε κάθε ερώτημά μας, το ξέρουμε από τους καιρούς του Οιδίποδα, η απάντηση ήταν: ο άνθρωπος. Όμως, ποιος είναι ο άνθρωπος της εποχής μας γενικά, και ειδικά του Μαρκίδη;

Ανθρωποκεντρική, ανθρωπιστική, ουμανιστική, πείτε την όπως θέλετε, είναι κατ’ εξοχήν η τέχνη της αρχαιότητας. Εδώ ο Άνθρωπος είναι αυτονόητος, απτός, ορατός. Είναι κομμάτι οργανικό του σύμπαντος κόσμου, της πανωραίας δηλαδή αρμονίας του παντός: κόσμος θα πει στολίδι. Στα έργα του Φειδία και του Πραξιτέλη συναντούμε τον ιδεώδη του τύπο, με άλλα λόγια συναντούμε το ιδεώδες του ανθρώπου. Ναι, αυτός ο ιδεώδης άνθρωπος είναι θνητός, είναι τρωτός, είναι άθυρμα στα χέρια των θεών και της τραγικής Μοίρας. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ο αγαπημένος των Μουσών, ο εραστής της Μνημοσύνης, είναι ο απομνημειωμένος και ο μνημονευόμενος, είναι περατός και όμως εις τους αιώνας αξεπέραστος. Ακόμη και η φρίκη του είναι στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ευμορφίας. Απόδειξη: οι αθάνατοι, με όλα τα κουσούρια τους, τού μοιάζουν.

Με την έλευση του Χριστού έχουμε το πρώτο ρήγμα. Ο άνθρωπος παραμερίζεται, εξορίζεται στον προθάλαμο του ιδεώδους. Η αθανασία παύει να είναι μνημοτεχνία, θύμηση των προγεγενημένων, αλλά γίνεται μελλοντικό πρόγραμμα μεταφυσικό. Πλέον δεν μοιάζουν οι θεοί στον άνθρωπο, εκείνος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του Κυρίου. Και οφείλει να αρθεί ώς Εκείνον, θανάτω θάνατω πατήσας. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς ευάλωτος, όπως στην Αρχαιότητα. Είναι ατελής, αμαρτωλός, ανάπηρος. Γι’ αυτό και η τέχνη του Πανσέληνου ή του Θεοφάνη ας πούμε, τον αποτραβά από τους οφθαλμούς μας, ο άνθρωπος ο απτός, ο ατομικός παύει να υπάρχει. Και στη θέση του, προβαθμίδα θεώσεως, τίθεται ένα άλλο υπερβατικό πλέον ιδεώδες – ο Άγγελος ή ο Άγιος. Ωστόσο κι εδώ, το ανθρώπινο σχήμα, η ανθρώπινη μορφή, παραμένει οδηγός. Ο Άγιος παραμένει άνθρωπος, έστω εξαϋλωμένος και αναφής. Ο ίδιος ο θεός πρέπει να γίνει θεάνθρωπος, Υιός του Ανθρώπου, για να φανερωθεί.

Η Αναγέννηση και οι αιώνες που ακολούθησαν, σε αδρές γραμμές από τον Μποτιτσέλλι ώς τον Ντελακρούα, θ’ αντισταθεί σ’ αυτήν την πρώτη θεολογική απανθρώπηση του ανθρώπου. Θα προσπαθήσει να τον επανεγκαταστήσει στο χοϊκό του ενδιαίτημα, τη Φύση. Σήμερα ωστόσο το ξέρουμε. Χωρίς μόνιμη επιτυχία. Ο σκώληξ του Παραδείσου, με άλλα λόγια ο πειρασμός της Ουτοπίας, που με τόση σοφία είχαν αποφύγει οι Έλληνες, είχε τρυπώσει πια για τα καλά στο μήλο, στο ασυνείδητο του Δυτικού κόσμου. Η Φλωρεντία και η Βαϊμάρη μπορεί να λατρεύουν την Αθήνα, η ήπειρος που τις γέννησε ωστόσο εξακολουθεί να προσκυνά την Ιερουσαλήμ. Στο τέλος ο Γολγοθάς θα πάρει εκδίκηση απ’ τον Όλυμπο. Το αίτημα της υπέρβασης του ανθρώπου, που σήμαινε βέβαια την Πτώση της παρούσας του μορφής σε μια οντολογικά παρακατιανή βαθμίδα, εκείνη του αμαρτωλού προσταδίου, θα υιοθετηθεί επισήμως από τον Διαφωτισμό και τα συνοδά του ιδεολογήματα, πολιτικά και μη. Εκκοσμικευμένη, η Ανάσταση θα βαπτιστεί Επανάσταση. Και η ιστορία σύμπασα, η ζωή μας όλη, από τα χείλη του Καντ θα καταγγελθεί ως «ανωριμότης αυθυπαίτια». (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Μεταφραστική ακαδημία

 

 

Μεταφραστική Ακαδημία

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Απ’ τη βεράντα, η λίμνη
ένα ειδύλλιο.
Μέσα στην αίθουσα σειρά
τα εξώφυλλα, ράφια καλλίγραμμα, ντάνες
βιβλία παντού σου κλείνουν όλο νόημα
το μάτι. Λες και στ’ αλήθεια
θέλουν να σου πουν –ποιος ξέρει–
κάτι.

~ . ~

HOMME DE LETTRES

Μ’ ένα μειδίαμα διαυγές
σταθμίζει ακούραστα,
ορθοτομεί πνευματωδώς και
συνοψίζει. Στο δείπνο αργότερα
πίνοντας πνεύμα εφάμιλλο
τρίζει με κέφι
τα μπροστινά του δόντια.

~ . ~

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ

Αν μου προσφέρετε τη γλώσσα σας,
θα σας προσφέρω κι εγώ τη δική μου.

~ . ~

BRANDENBURGER TOR. ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Εδώ κι εσύ
έχεις δικαίωμα στη σιωπή,
θυμίζει ο στίχος ( Ράινερ Κούντσε )
καθώς μπαίνεις.
Απ’ έξω το ψιχαλητό. Η Μεσευρώπη
στην καρδιά του Αυγούστου.
Εμπρός στην Πύλη ο ξεναγός
κραυγαζει στη διαπασών
κι έχει βραχνιάσει.

~ . ~

ΠΡΟΤΟΜΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

Στάσου, δες, άκου :
λαχανιασμένη στο λαιμό
χάλκινη ανάσα.

~ . ~

ΠΟΙΗΤΡΙΑ ΣΤΟ ΒΗΜΑ

Μαλλιά ξανθά γεμάτα φως,
δόντια κατάλευκα,
κόκκινα χείλη.

Φτάνει ένας στίχος
κι όλα σκοτεινιάζουν.

~ . ~

ΕΙΔΥΛΛΙΟ, ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Νερά αρυτίδωτα,
ιστία λευκά, κουπιά.
Σ’ αυτήν την όχθη βρήκανε
νεκρό τον Κλάιστ μια μέρα.

~ . ~

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΟΜΟΤΕΧΝΩΝ

Λέξεις απλώνουμε, μου λέει,
τίποτ’ άλλο.
Εκεί έξω, στη βροχή,
να μη στεγνώσουν.

~ . ~

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ

Στήθος βαθύ, καλεστικό.
Καλό λιμάνι απάνεμο
για τη φωνή την ξένη.

~ . ~

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ

Πλήθος, ποδοκροτήματα,
γεύσεις από τη νέα Πρωσσία,
η μέθη απ’ τα μικρόφωνα,
ο ίλιγγος του χορού.

Το διάβασμα :
ένα χούι κατά μόνας.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Η

Τα ποιήματα αυτά γράφτηκαν τον Αύγουστο του 2006. Βασίζονται σε εντυπώσεις μου από τη Θερινή Ακαδημία των Μεταφραστών του Βερολίνου (Sommerakademie für Übersetzer), όπου έλαβα μέρος προσκεκλημένος του Literarisches Colloquium της γερμανικής πρωτεύουσας, σ’ ένα ειδυλλιακό παλιό αρχοντικό πλάι στις όχθες της Wannsee.

 

 

 

Η παράδοση και οι κληρονόμοι της

Χορός γυναικών, Χανιά Κρήτης, αρχές του 20ού αιώνα

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ποιος είναι ο συνεχιστής μιας παράδοσης; Ο τυπικός, βιολογικός κληρονόμος της ή ο ουσιαστικός συντηρητής και αναβιωτής του μηνύματός της ακόμη κι αν είναι αλλόφυλος και μακρινός;

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα, το ιταλικό σονέτο. Γεννιέται στη Σικελία από τον νοτάριο Ντα Λεντίνι, μεγαλύνεται στα χέρια του Δάντη, αποκορυφώνεται στον Πετράρχη και γίνεται πανευρωπαϊκός συρμός. Τους επόμενους αιώνες εξακολουθούν φυσικά να γράφονται καλά σονέτα στα ιταλικά, ο Μικελάντζελο είναι μια τέτοια περίπτωση. Όμως η δάδα καίει λαμπρότερη εκτός Ιταλίας. Στην Ισπανία του Γκαρθιλάσο και του Γκόνγκορα, στη Γαλλία της Πλειάδος, στην Αγγλία του Σπένσερ κ.ο.κ. Τον 20ό αιώνα τα καλύτερα σονέτα γράφονται στα γερμανικά από τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

Σημαίνει αυτό ότι ο πραγματικός κληρονόμος του Πετράρχη τον 20ό αιώνα είναι ένας γερμανόγλωσσος Αυστριακός από την Πράγα; Μα φυσικά, αυτό ακριβώς σημαίνει! (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Ο Πύργος (μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης)

 

William B. Yeats

Ο ΠΥΡΓΟΣ

Μετάφραση
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Ι

Βασανισμένη μου καρδιά, και τι να κάνω
μ’ αυτόν τον παραλογισμό, των γηρατειών
τον κωμικό τον μορφασμό που επάνω
στο πρόσωπό μου ήρθε και κόλλησε καθώς
στον σκύλο η ουρά του;
ποτέ μου φαντασία εγώ
δεν είχα πιο παράφορη, πιο επινοητική,
μάτι κι αυτί που να ποθούν τόσο το αδύνατο –
ούτε παιδί τα καλοκαίρια που σκαρφάλωνα
στη ράχη του Μπεν Μπώλμπεν να ψαρέψω,
τη μέρα την ισόβια να ξοδέψω.
Καιρός η Μούσα μου θαρρώ να τα μαζεύει,
φίλο τον Πλάτωνα ή τον Πλωτίνο αυτή να πιάσει
ωσότου φαντασία, αυτί και μάτι
μ’ επιχειρήματα να τά ’βρουν κι άλλα σχήματα
κομψά· ή ώσπου μια χύτρα σκωπτικά
στα πόδια να τους σκάσει.

 

(περισσότερα…)

Ηλίας Λάμβδα (5. 7. 1958 – 5. 10. 2005)

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Για τον φιλαναγνώστη, η συγκεντρωτική έκδοση του έργου ενός ποιητή, αντιπροσωπεύει πάντοτε μια ιδιαίτερη στιγμή, τη στιγμή της μετατόπισης του βλέμματος. Από τα καθέκαστα και τις λεπτομέρειες που πρώτα προείχαν, όταν κανείς είχε εμπρός του μόνο σκόρπια δημοσιεύματα, η εντύπωση γίνεται τώρα γενική, ο παρατηρητής κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και βλέπει τα ξεχωριστά κομμάτια να παραχωρούν τη θέση τους σ’ ένα όλον, ένα πανόραμα που ώς τότε ήταν ακόμη δυσδιάκριτο, μισοκρυμμένο.

Τις πιο πολλές φορές αυτό το όλον, η γενική εικόνα, σαφηνίζει εκ των υστέρων και τα επιμέρους. Τυχόν απορίες ή τυφλά σημεία στην κατανόηση παραμερίζονται, το ένα ποίημα έρχεται να φωτίσει το άλλο, η μία συλλογή την επόμενη, οι κενές ψηφίδες του παζλ παίρνουν την οριστική τους θέση.

Συνήθως.

Στην περίπτωση των Ποιημάτων του Ηλία Λάγιου, αυτού του πολύτιμου τόμου που μας δώρισε ο Ίκαρος και η άοκνη φροντίδα της Άννας Περιστέρη, αυτό το συνήθως, φοβάμαι, προσώρας τουλάχιστον, δεν βρίσκει εφαρμογή. Είναι τέτοιο το ογκώδες περιεχόμενο αυτών των κοντά οχτακοσίων σελίδων, είναι τέτοια η δαιδαλική πολυμορφία της ποιητικής ύλης που μας προσφέρεται, πολυμορφία τεχνοτροπική, υφολογική, θεματική, γλωσσική ακόμη, ώστε το πρώτο ξεφύλλισμα του βιβλίου προκαλεί, ακόμη και στον πολύπειρο, τον περπατημένο αναγνώστη μιαν αίσθηση ανασφάλειας, σχεδόν ιλίγγου. Όσοι γνώριζαν από τον Λάγιο ώς τώρα κάποια μόνο, ας είναι και τα περισσότερα, βιβλία του, και τέτοιοι είμαστε εικάζω οι περισσότεροι εδώ, θα βρέθηκαν περιδιαβάζοντας αυτόν τον τόμο όχι λίγες φορές προ εκπλήξεως. (περισσότερα…)

Αλέξη Πολίτη εγκώμιον

 

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν του σκηνοθέτη Μιχάλη Βιρβιδάκη και του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη διαβάστηκαν στην εκδήλωση της 16ης Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά προς τιμήν του κορυφαίου μελετητή των γραμμάτων μας Αλέξη Πολίτη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον.

 

Για τον Αλέξη Πολίτη

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ίσως δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην ελληνική πνευματική ζωή ένα μικρό θέατρο να τιμά έναν σημαντικό και επιφανή φιλόλογο.

Ίσως ο ρόλος αυτός να ταίριαζε περισσότερο στα μεγάλα πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας. Όμως το Θέατρο Κυδωνία και οι άνθρωποί του αισθάνθηκαν αυτή την υποχρέωση, χάριν μιας ιδιότητας του τιμώμενου που κανένα από τα μεγάλα ευαγή ιδρύματα της χώρας μας δεν θα νοιαζότανε ποτέ να τιμήσει. Γιατί; Απλούστατα γιατί θα περνούσε απαρατήρητη.

Το Θέατρο Κυδωνία φυσικά έχει επίγνωση του επιστημονικού και εκπαιδευτικού έργου του τιμώμενου, της μεγάλης προσφοράς του στην φιλολογική έρευνα και στα ελληνικά γράμματα γενικότερα, άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο, έχει καλέσει σήμερα εδώ επιφανείς επιστήμονες που σε λίγο θα μας μιλήσουν για όλα αυτά. Όμως δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος που το θέατρό μας οργάνωσε αυτή τη βραδιά.

Το Θέατρο Κυδωνία θα ήθελε να σταθεί και να φωτίσει μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητας του τιμώμενου. Μιαν ιδιότητα που ανήκει στον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη και όχι κατ’ ανάγκη στον επιστήμονα, ιδιότητα που ίσως έχουμε συνηθίσει να την θεωρούμε δεδομένη όταν την συναντούμε στη ζωή, σπανίως βέβαια, όμως δεν είναι. Την ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας.

Σας φαίνεται ασήμαντη; Ανάξια προσοχής; Σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι, απαιτεί τεράστια προσπάθεια, όρεξη, ενδιαφέρον, βαθύτατη προσωπική καλλιέργεια, ακραία ευαισθησία και ασφαλώς έγνοια για τα κοινά, για να μπορείς να δίνεις το παρόν επί είκοσι συναπτά χρόνια στις παραστάσεις ενός μικρού επαρχιακού θεάτρου, που δεν βρίσκεται στη γειτονιά σου ή έστω στην πόλη σου, αλλά απέχει 65 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου, σε μια άλλη γειτονική πόλη!

Απαιτεί με άλλα λόγια, γενναιοδωρία ψυχής, γενναιοδωρία πνευματική, γενναιοδωρία εν γένει, μια αρετή που έχει ανάγκη το θέατρο, το όποιο θέατρο, μικρό η μεγάλο, για να μπορέσει να υπάρξει, να αντιπαλέψει τα πάμπολλα εμπόδια, καλλιτεχνικά, οικονομικά, ανθρωπίνων σχέσεων, που δυσκολεύουν καθημερινά την διαδρομή του. Για να μπορεί να διορθώνει τα λάθη του και να ανασυντάσσεται στην πορεία του με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Για να βρίσκει, τέλος, το κουράγιο να συνεχίζει.

Πόσο μάλλον ένα θέατρο με έδρα μια επαρχιακή πόλη όπου οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να το στηρίξουν πνευματικά, να μιλήσουν δηλαδή γι αυτό που είδαν να συμβαίνει πάνω στη σκηνή, είναι εξ ορισμού ελάχιστοι.

Και ο Αλέξης Πολίτης όχι μόνο δεν έχασε καμιά παράστασή μας επί 20 χρόνια τώρα, αλλά βρισκόταν σε συνεχή διάλογο μαζί μας, πότε μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, πότε βιαστικά στο φουαγέ του θεάτρου, μετά από την παράσταση, καθώς τον περίμενε η Αγγέλα και ο δρόμος της επιστροφής στο Ρέθυμνο, πάντα εύρισκε τον τρόπο να καταθέσει τη γνώμη του, να μας πει δυο κουβέντες, ένα χαμόγελο.

Πολλές φορές έκρινε με αυστηρότητα τις παραστάσεις μας, μια γόνιμη αυστηρότητα απ’ το είδος που έχει ανάγκη το θέατρο, άλλες φορές σχολίαζε τα έργα, τις μεταφράσεις, την αισθητική, την υποκριτική των ηθοποιών, την σκηνοθεσία, έψαχνε να βρει τον τρόπο να μας δώσει να καταλάβουμε τι τον ενοχλούσε ή τι του άρεσε, διέθετε πολύτιμο χρόνο από τη ζωή του, δεν αδιαφόρησε ποτέ, 20 χρόνια τώρα καθιστούσε σαφές με κάθε τρόπο, πως το Θέατρο Κυδωνία τον ενδιέφερε προσωπικά, πως δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτήν την επαρχιακή πόλη, πως κάπου εκεί, προς ανατολάς, υπήρχε ένας ιδανικός θεατής του θεάτρου μας που περίμενε την επόμενη παράστασή μας…

Ασφαλώς και το φιλολογικό έργο του καθηγητή Αλέξη Πολίτη είναι σημαντικό και αποκαλύπτει μιαν τεράστια επιστημονική αξία και προσφορά στην χώρα μας, όμως η ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας  – επιτρέψτε μας να το πούμε αυτό – είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντική, γιατί αποκαλύπτει κάτι για τον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη, την ποιότητά του, την ευαισθησία του, τον εσωτερικό του κόσμο, το περιεχόμενο της ψυχής του και εμείς, ως Θέατρο Κυδωνία, θα θέλαμε σήμερα, ημέρα που βρεθήκαμε εδώ για να τον τιμήσουμε, αυτό να ακουστεί.

Ο Αλέξης Πολίτης υπάρχει δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια ως ένας ηθικός αρωγός του θεάτρου μας, ένας συμπαραστάτης. Και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας!

Διαβάστηκε από την ηθοποιό Ντία Κοσκινά.

 

* * *

 

Χαιρετισμός στον Αλέξη Πολίτη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη τιμούμε απόψε τον φιλόλογο με όλη τη σημασία της λέξης. Και το λέω αυτό διότι συνήθως το σημασιακό εύρος της λέξης φιλολογία μας ξεφεύγει, αν δεν έχει περιπέσει εντελώς στη λήθη.

Φιλολογία είναι ασφαλώς η επιστήμη της λογοτεχνίας, ο κλάδος εκείνος που μελετά τα μνημεία του έντεχνου λόγου, τα αποτιμά, τα ταξινομεί και τα κατατάσσει όπου εκάστοτε δει. Η Literaturwissenschaft όπως την ονομάζουν οι φίλοι μας οι Γερμανοί, μαιτρ της ορολογικής και όχι μόνο αυστηρότητος.

Φιλολογία ωστόσο αποκαλούσαμε έως σχετικά πρόσφατα στη γλώσσα μας την ίδια τη λογοτεχνία και τα έργα της. Την φιλολογική κίνηση παρακολουθούσε με την κριτικογραφία του ένας Τέλλος Άγρας, για «Κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» μάς μιλούσαν οι εμβριθείς αναλυτές, οι εφημερίδες φιλοξενούσαν σελίδες και στήλες φιλολογικές. Και σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, φιλολογία και φιλολογικός σήμαιναν λογοτεχνία και λογοτεχνικός, οι έννοιες συνέπιπταν, η φιλολογία μιας χώρας ή μιας γλώσσας δήλωνε τη λογοτεχνία της και τους θεράποντές της. Εκ των υστέρων, πρέπει να σας πω, εκείνος ο καιρός, όπου τα χάσματα και οι οριοθετικές γραμμές δεν ήταν τόσο απόλυτες, μου φαίνεται ευτυχής.

Τέλος, για να ανατρέξουμε στο έτυμον της λέξης, φιλόλογος αρχικά σήμαινε τον εραστή του λόγου. Φιλόλογος ήταν ο «φιλοποιητής» του Πλάτωνα, εκείνος που τιμά και αγαπά εμπράκτως τα μνημεία του λόγου και τους εργάτες που τα ανήγειραν ώστε να στέκουν εκεί, διαρκέστερα του χαλκού.

Ο Αλέξης Πολίτης είναι φιλόλογος κορυφαίος και με τις τρεις αυτές έννοιες. Είναι φιλόλογος επιστήμων διότι η εμπράγματη γνώση που μας κομίζουν τα έργα του τα αφιερωμένα σε κρίσιμες πτυχές της ιστορίας των γραμμάτων μας είναι τέτοια και τόση ώστε να τον κατατάσσει αυτοδικαίως στην πρώτη γραμμή των ερευνητών, θα έλεγα και των στοχαστών αυτού του απαιτητικού, αγκαλά και υποτιμημένου και διαρκώς υποτιμούμενου κλάδου της επιστήμης. Όσοι έχουν ξεφυλλίσει και μόνο τις μελέτες του για τον ελληνικό 19ο αιώνα, για τα ρομαντικά χρόνια της λογοτεχνίας μας και τα γράμματα του νέου ελληνικού κράτους, ξέρουν για τί πράγμα μιλώ. Οι υπόλοιποι θα κάνουν χάρη στον εαυτό τους να τα αναζητήσουν και να διδαχθούν απ’ αυτά.

Φιλόλογος είναι όμως ο Πολίτης και επειδή ανάμεσα στους συναδέλφους τους καταλέγεται στους καλύτερους χειριστές του λόγου. Σε μια εποχή που η φιλολογική επιστήμη διεθνώς, όχι μόνο εδώ σε μας, τείνει να εξελιχθεί σε μια τεχνοκρατούμενη το ήθος ξηρογραφία, σε ένα ακατάδεκτο ζαργκόν γεμάτο άκαμπτους όρους και αφ’ υψηλού θεωρίες, ο Πολίτης είναι ένας μάστορας της γραφής, ένας εκφραστικότατος συγγραφέας που δεν φωτίζει και διαφωτίζει μόνο τον αναγνώστη του, αλλά και τον τέρπει και τον ψυχαγωγεί, με τα γραφόμενα και τα λεγόμενά του. Διότι είναι και ρήτορας και ομιλητής και συνομιλητής δεινός ο Πολίτης. Όσοι τον έχουν ακούσει να μιλάει για όποιο θέμα, από τον Μακρυγιάννη ώς τη σύγχρονη ποίηση, μπορούν να βεβαιώσουν του λόγου το ακριβές.

Τέλος, ο Αλέξης Πολίτης εκτός από μελετητής και δουλευτής του λόγου σπουδαίος, είναι και εραστής του δεδηλωμένος. Διότι δεν αρκεί αυτά τα πράγματα να τα σπουδάζεις μόνο ή να τα χειρίζεσαι. Πρέπει και να τα αγαπάς. Μόνο τότε οι αισθητικές μορφές και οι αισθητικές ιδέες και οι αισθητικές εποχές των γραμμάτων μας, ό,τι τέλος πάντων συνθέτει την ορατή ή κρυφή ιστορία τους, σου παραδίδονται πλήρως. Ώστε όχι μόνο φιλόλογο θα αποκαλούσα τον αποψινό μας τιμώμενο, αλλά και φιλόκαλο και φιλοστοχαστή και φιλίστορα, διότι όλα αυτά η αληθής φιλολογία τα περικλείει και τα συγκερνά αρμονικά μέσα της. Οι ολίγοι τυχεροί που γνωρίζουν, λ.χ., τη λοξή ποιητική ανθολογία που ιδιωτικώς φιλοτέχνησε, όλα αυτά θα σας τα επιβεβαιώσουν.

Δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Εκ μέρους του Νέου Πλανόδιου, που πλάι στο Θέατρο Κυδωνία συνδιοργανώνει ετούτες τις ωραίες Νύχτες του Ιουλίου στα Χανιά, επιτρέψτε μου με τούτα τα λόγια να χαιρετήσω τον Φιλόλογο Αλέξη Πολίτη.

 

 

 

 

ΝΠ5 – Κώστας Κουτσουρέλης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο 21ος αιώνας

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Πλά­ι στοὺς πο­λυ­ά­ριθ­μους καὶ συ­νή­θως ὀγ­κώ­δεις τό­μους ποὺ συ­να­παρ­τί­ζουν τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη, τὰ καθ’ αὑ­τὸ πο­λι­τι­κά του κεί­με­να εἶ­ναι σχε­τι­κὰ λί­γα. Κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο, οἱ 350 σε­λί­δες τῶν δύ­ο συ­να­γω­γῶν τῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας του κα­τὰ τὴ σύν­το­μη πρώ­τη με­τα­ψυ­χρο­πο­λε­μι­κὴ δε­κα­ε­τί­α ποὺ ὁ ἴ­διος πρό­λα­βε, ἀ­πὸ τὸ 1991 ἕ­ως τὸ 1998: ἡ Πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο (1996) καὶ τὸ Ἀ­πὸ τὸν 20ὸ στὸν 21ο αἰ­ώ­να: Το­μὲς στὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ πε­ρὶ τὸ 2000 (1998). Σ’ αὐ­τὰ πρέ­πει ἀ­σφα­λῶς νὰ προ­στε­θοῦν τὰ εἰ­δι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος κεί­με­νά του ποὺ ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ (1991) καὶ τῆς Θε­ω­ρί­ας τοῦ Πο­λέ­μου (1997) ἀν­τί­στοι­χα, κα­θὼς ἐ­πί­σης τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὸν «Γερ­μα­νι­κὸ ξε­χω­ρι­στὸ δρό­μο» τοῦ 1993 ποὺ πε­ρι­ε­λή­φθη με­τὰ θά­να­τον στὸ Με­λαγ­χο­λί­α καὶ πο­λε­μι­κή, κα­θὼς ἐ­πί­σης κά­ποια ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὶς συ­νεν­τεύ­ξεις του τῆς ἴ­διας ἐ­κεί­νης πε­ρι­ό­δου. Ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς ἐ­κτε­νέ­στα­τες μο­νο­γρα­φί­ες τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὴ Γέ­νε­ση τῆς δι­α­λε­κτι­κῆς ὣς τὴν Κοι­νω­νι­κὴ ὀν­το­λο­γί­α, πο­σο­τι­κὰ ὁ ἀ­πο­λο­γι­σμὸς δὲν εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κός. Ὡ­στό­σο, καὶ μι­λών­τας γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἡ ἀ­πή­χη­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας τοῦ Κον­δύ­λη στά­θη­κε ἤ­δη ἐ­ξαρ­χῆς καὶ πα­ρα­μέ­νει ἕ­ως σή­με­ρα κα­τα­φα­νῶς πλα­τύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τῶν ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν με­λε­τῶν του. Ἀ­να­κί­νη­σε ἤ­δη στὸν και­ρό της ἔ­ρι­δες καὶ πο­λε­μι­κὲς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ προ­κα­λεῖ ἕ­ως σή­με­ρα τὸ ἀ­δι­ά­λει­πτο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ὥ­στε δὲν θὰ ἔ­κα­νε λά­θος κα­νεὶς νὰ ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης εἶ­ναι γιὰ μᾶς σή­με­ρα πρω­τί­στως ὁ πο­λι­τι­κὸς Κον­δύ­λης, ὁ πο­λι­τι­κὸς ἀ­να­λυ­τὴς καὶ σχο­λι­ο­γρά­φος.

Ἡ ἐ­ξή­γη­ση γι’ αὐ­τὸ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι προ­φα­νής. Μὲ τὰ Αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς τῆς σύγ­χρο­νης Ἑλ­λά­δας, τί­τλο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε αὐ­το­τε­λῶς τὸ 2011 ἡ εἰ­σα­γω­γὴ τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ Ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, καὶ μὲ κεί­με­νά του ὅ­πως τὸ Προ­ϋ­πο­θέ­σεις, πα­ρά­με­τροι καὶ ψευ­δαι­σθή­σεις τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς πο­λι­τι­κῆς (1992), ὁ Κον­δύ­λης προ­κα­τέ­λα­βε μὲ μο­να­δι­κὴ προ­γνω­στι­κή, κά­ποιοι τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σαν προ­φη­τι­κή, ἀ­κρί­βει­α τὰ κα­θέ­κα­στα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κρί­σης. Μὲ τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρακ­μή, πρω­το­δη­μο­σι­ευ­μέ­νο θυ­μί­ζω τὸ μα­κρι­νὸ 1990, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξέ­θε­σε μιὰ ἀ­νά­λυ­ση γιὰ τὴ φύ­ση καὶ τὰ αἴ­τι­α τοῦ με­τα­πο­λι­τευ­τι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ, ὅ­πως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σε, προ­χώ­ρη­σε σὲ μιὰ γε­νι­κὴ δι­ά­γνω­ση τῆς κα­χε­ξί­ας τοῦ ἀ­στι­κοῦ στοι­χεί­ου στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ δι­α­τύ­πω­σε συγ­κε­κρι­μέ­νες προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ προ­σε­χὲς μέλ­λον.

Γρά­φον­τας τὴν ἐ­παύ­ρι­ο τῆς πτώ­σης τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ἀλ­λὰ καὶ στὴ δι­άρ­κει­α τῆς τα­ρα­χώ­δους πο­λι­τι­κὰ δι­ε­τί­ας 1989-1990, ποὺ με­τα­ξὺ ἄλ­λων εἶ­χε ση­μα­δευ­τεῖ ἀ­πὸ μιὰ ἔν­το­νη δη­μο­σι­ο­νο­μι­κὴ κρί­ση, τὴν πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, ὁ Κον­δύ­λης ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ἡ εἰ­κο­νι­κὴ εὐ­η­με­ρί­α ποὺ ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­λάμ­βα­νε εἶ­χε ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως. Προ­ϊ­ὸν τῶν εἰ­δι­κῶν συν­θη­κῶν τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, βα­σι­ζό­ταν στὴν ἐν­τυ­πω­σι­α­κὴ ρο­ὴ δα­νει­α­κῶν καὶ ἄλ­λων με­τα­βι­βά­σε­ων πρὸς τὴ χώ­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἑ­ταί­ρους της. Ὅ­μως μὲ τὸ τέ­λος τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, ὁ ρό­λος τῆς Ἑλ­λά­δας στοὺς κόλ­πους τῆς Δύ­σης ἦ­ταν ἀ­να­πό­φευ­κτο νὰ ὑ­πο­βαθ­μι­στεῖ. Ἡ ὄ­ξυν­ση τοῦ πο­λι­τι­κοῦ καὶ ἄλ­λου ἀν­τα­γω­νι­σμοῦ, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα τοὺς ἑ­ταί­ρους μας, ἀ­φε­νὸς μέν, στὴν ἄρ­νη­ση

νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν πε­ραι­τέ­ρω τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμό, ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της.

Ἀ­φε­τέ­ρου δέ, στὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ ἀ­γνο­ή­σουν

ὅ,­τι οἱ Ἕλ­λη­νες θε­ω­ροῦν ὡς ἐ­θνι­κά τους δί­και­α, υἱ­ο­θε­τών­τας στὰ ἀν­τί­στοι­χα ζη­τή­μα­τα εἴ­τε τὴ θέ­ση τῶν ἀν­τι­πά­λων τῆς Ἑλ­λά­δας εἴ­τε ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει θέ­ση σύμ­φω­νη μὲ τὰ δι­κά τους πε­ρι­φε­ρει­α­κὰ συμ­φέ­ρον­τα.

Μὲ τὸ Μνη­μό­νι­ο τῆς 8ης Μα­ΐ­ου 2010 καὶ τὰ ὅ­σα ἐ­πα­κο­λού­θη­σαν, τὸ πρῶ­το σκέ­λος τῆς πρό­βλε­ψης, ἡ ἔ­ξω­θεν ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη «αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα», ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε πλή­ρως. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κὲς σχέ­σεις καὶ ἡ ἀ­κα­τά­σχε­τη ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς Ἀ­θή­νας στὶς ἰ­τα­μὲς τουρ­κι­κὲς πι­έ­σεις ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα καὶ τὸ δεύ­τε­ρο σκέ­λος της. Ση­μει­ώ­νω ἐ­δῶ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης θε­ω­ροῦ­σε πὼς ἡ θέ­ση τῆς Ἑλ­λά­δας στὴν Ἑ­νω­μέ­νη Εὐ­ρώ­πη δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου γε­ω­πο­λι­τι­κὰ ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη, ὅ­σο τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ γι’ αὐ­τὴν «ἀ­να­πό­σπα­στο τμῆ­μα ἢ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη ἐ­παρ­χί­α» πα­ρα­μέ­νει ἀ­να­πάν­τη­το. Τὰ δι­α­δρα­μα­τι­σθέν­τα τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 2010 ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὴν ἐ­κτί­μη­σή του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸ 1960, καὶ μὲ τὴν ΕΕ νὰ κλυ­δω­νί­ζε­ται ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἐ­πι­κίν­δυ­να, ἡ χώ­ρα εἶ­ναι κα­τα­φα­νὲς ὅ­τι βρί­σκε­ται σὲ πο­ρεί­α ἀ­πό­κλι­σης ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κούς της ἑ­ταί­ρους.

[…]

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Χαιρετισμός στον Νίκο Ξυδάκη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο χαιρετισμός αυτός διαβάστηκε στο ξεκίνημα της συναυλίας του Νίκου Ξυδάκη την 17η Ιουλίου στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων. Τον συνθέτη και ερμηνευτή συνόδευσαν επί σκηνής οι μουσικοί Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι), Βερόνικα Δαβάκη (τραγούδι) και Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα).

Δεν είναι πολύ συνηθισμένο τα μουσικά ακροάματα να ξεκινούν με λόγια από τους απ’ έξω, από τους εκτός της σκηνής και της ορχήστρας. Παραταύτα, είπαμε με τον σπουδαίο προσκεκλημένο μας απόψε κάπως να λοξοδρομήσουμε από την πεπατημένη και να ξεκινήσουμε έτσι, με δυο λόγια προλογικά από μέρους μου. Και συμφωνήσαμε ακόμα στο τέλος της συναυλίας ο λόγος να δοθεί σε σας, για να ρωτήσετε τον ίδιο ό,τι τυχόν θα επιθυμούσατε. Και επειδή ο φιλοξενούμενός μας απόψε είναι ένας άνθρωπος του λόγου όσο και του μέλους (τι άλλο θα πει  τραγούδι παρά συγκέρασμα αυτών των δυο;) ελπίζω τα όσα θα πουν να μην ηχήσουν παράταιρα ή, πολύ χειρότερο, παράτονα.

Θα ξεκινήσω πρωτοπρόσωπα, όχι επειδή μ’ αρέσει η περιαυτολογία, αλλά γιατί εδώ με βολεύει για να σας εικονογραφήσω αυτές τις λίγες σκέψεις για το έργο του Νίκου Ξυδάκη που θα ακολουθήσουν.

Πολλοί από μας που βγάλαμε το λύκειο και το πανεπιστήμιο τη δεκαετία του 1980, δεν λέω τίποτε καινούργιο, μεγαλώσαμε με ακουσματά μας φανατικά την Εκδίκηση της Γυφτιάς και τα Δήθεν. Το «Τρελή κι αδέσποτη», το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά» και τόσα άλλα. Αυτά τα τραγούδια αντηχούσαν σε κάθε σχεδόν φοιτητικό δωμάτιο, στα στέκια και στα καφωδεία που συχνάζαμε. Κι ήταν με έκπληξή μου μεγάλη προς τα τέλη της ίδιας εκείνης δεκαετίας, και ακούγοντας με προσήλωση θρησκευτική έναν δίσκο όπως το Κάιρο Ναύπλιο Χαρτούμ, ήταν έκπληξή μου μεγάλη λοιπόν η ανακάλυψη πώς ο ίδιος άνθρωπος που υπέγραφε εκείνα τα βακχικά, τα χειμαρώδη λαϊκά τραγούδια της φοιτητιώσης μας νιότης, μάς μιλούσε τώρα με μια γλώσσα τόσο πρωτάκουστη, τόσο παράξενα προσωπική, σ’ έναν τόνο τόσο αλλιώτικο.

Ως ακροατής πιστός του έργου του τόσα χρόνια τώρα, αυτό είναι το χαρακτηριστικό της τέχνης του Νίκου Ξυδάκη στο οποίο πάντοτε σταματώ: στη μεγάλη εκφραστική γκάμα του. Στην γκάμα εκείνη που του επιτρέπει να ανεβοκατεβαίνει με τόση άνεση την μακριά σκάλα της τέχνης του και να στέκεται καταπώς το επιθυμεί κάθε φορά στο σκαλί της αρεσκείας του. Γιατί ποιο μουσικό ιδίωμα δεν συνηχεί τάχα στη δουλειά του; Από το δημοτικό τραγούδι ώς τη τζαζ, από τις μνήμες της λογιότερης ευρωπαϊκής παράδοσης ώς τις υποβλητικές υποκρούσεις της μουσικής του θεάτρου, όπου επίσης έχει θητεύσει με επιτυχία (ποιος ξεχνάει την ιστορική Ηλέκτρα του Τσιάνου και της Κονιόρδου;), από το τσιφτετέλι ώς το τσατσά όπως θα μπορούσε κανείς ίσως να πει λογοπαίζοντας αλλά και κυριολεκτώντας. Και όλα αυτά, καλώς συγκερασμένα και αφομοιωμένα λες τόσο σαν να τα επινόησε εκ νέου ο ίδιος.

Η δεύτερη παρατήρησή μου έχει να κάνει με τη βαθιά σχέση του Ξυδάκη με τον λόγο, με την ελληνική λογοτεχνία ειδικά, και την ελληνική ποίηση ειδικότερα. Σαράντα χρόνια τώρα έχει μελοποιήσει τους κορυφαίους στιχουργούς και ποιητές μας. Από τον Μανώλη Ρασούλη ώς τον Θοδωρή Γκόνη, από τον Μιχάλη Γκανά ώς τον Διονύση Καψάλη, από τον Ερωτόκριτο ώς τον Βιζυηνό, από τον Σολωμό ώς την Σαπφώ διά χειρός Ελύτη, οι δίσκοι του είναι κάπως σαν απάνθισμα διαρκές, σαν κορφολόγημα από τις καλύτερες στιγμές της ελληνίδας φωνής. Ως και κοινό μουσικολογοτεχνικό περιοδικό, το θαυμάσιο Ημερολόγιο, εκδίδει, τόση σημασία αποδίδει στον λόγο. Προσωπικά, ως συγγραφέας που υποστηρίζω φορτικά στα βιβλία μου, τη ζωτικότητα και την αναγκαιότητα αυτής της σχέσης, της μουσικής με την ποίηση, το έργο του Νίκου Ξυδάκη είναι το πιο λαμπρό, το πιο ευτυχές σύγχρονο παράδειγμα δημιουργικής σύγκρασης των δύο που θα μπορούσα να επικαλεστώ.

Τέλος, τρίτο αυτό χαρακτηριστικό του φιλοξενούμενού μας του αποψινού, είναι η αμεσότητα, η λιτότητα, η προσήνεια, για να το πω έτσι κάπως σόλοικα, της μουσικής του γλώσσας. Όσο πολύπλοκες και να είναι τεχνοτροπικά, όσο και να υποβαστάζονται κάποτε από μεγάλα σύνολα ορχηστρικά, όπως μόλις πρόσφατα από την Καμεράτα στο Ηρώδειο, οι συνθέσεις του Ξυδάκη φτάνουν στ’ αυτιά μας μ’ έναν τρόπο απέριττο, ακαριαία δραστικό, θα ’λεγε κανείς απτό, με την απτότητα και την αδρότητα που έχει το χειροποίητο.

Πολύ συνετέλεσε σ’ αυτό και η απόφασή του, νομίζω, να ερμηνεύσει ο ίδιος πολλά από τα τραγούδια του. Ίσως ακουστεί παράδοξο αυτό για έναν συνθέτη που τα έργα του τα είπαν οι πιο σημαδιακές, οι εξοχότερες φωνές της εποχής μας, ο Νίκος Παπάζογλου και η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Μελίνα Κανά και ο Σωκράτης Μάλαμας, όμως ο ιδεωδέστερος ερμηνευτής τους είναι ο ίδιος. Κι αυτό γιατί ακριβώς ξέρει μοναδικά να αναδεικνύει, να υπογραμμίζει τη λιτότητα και τη στιβαρότητα της ακουστικής τους ύλης. Και είναι προτέρημα μεγάλο αυτό ετούτη την εποχή της επιτήδευσης και του σκηνοθετισμού που ταλαιπωρούν όλες τις τέχνες – όχι μόνο τη μουσική και το τραγούδι.

Όμως τόση ώρα φλυαρώ κι εσείς ανυπομονείτε να ακούσετε τον ίδιο. Γι’ αυτό περνώ αυθωρεί και παραχρήμα στην κατακλείδα. Ποια είναι η θέση του Νίκου Ξυδάκη στη σημερινή μουσική μας; Τι αντιπροσωπεύει το έργο του στη μουσική μας παράδοση; Ειδήμων, πόσο μάλλον μουσικοκριτικός δεν είμαι, ούτε και εποφθαλμιώ τέτοιες δάφνες. Κατά την ταπεινή μου κρίση ωστόσο, αυτή του φιλόμουσου, του ερασίμολπου, για να θυμηθώ τον στίχο του Πινδάρου, ο Νίκος Ξυδάκης είναι ο σημαντικότερος σταθμός της μουσικής μας από τη Μεταπολίτευση και δώθε.

Βγάζοντας απέξω τη λόγια εκδοχή της, που είναι υπόθεση ιδιαίτερη, στο νήμα που πρώτοι ξεκίνησαν να συμπλέκουν ο Μάνος και ο Μίκης στον Μεταπόλεμο και που το συνέχισαν τόσοι και τόσοι σπουδαίοι συνθέτες μας τις αμέσως επόμενες δεκαετίες (ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος ακόμη, για να αναφέρω μερικούς που μέσες άκρες έχουν ολοκληρώσει την προσφορά τους), στο νήμα λοιπόν αυτό ο δημιουργός εκείνος που προσέθεσε τα τελευταία χρόνια το πιο σημαντικό καινούργιο κομμάτι, αυτός που το ανακαίνισε και το πλούτισε όσο κανείς άλλος με τη δική του εισφορά, είναι ο Νίκος Ξυδάκης. Ώστε δεν είναι μικρή η τιμή που τον υποδεχόμαστε σήμερα, αυτόν και τους συνεργάτες του, στα Χανιά, στο Θέατρο Κυδωνία και στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου».

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, 17. 7. 2021

Τετάρτη 28/7 | 1821-2021, Η Ελλάς των Ελλήνων

~.~ 

Νύχτες του Ιουλίου, Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία


«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη


Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης,

Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.

Νίκος Φωκάς (1927-2021) – Εις μνήμην

 

Αντί άλλης νεκρολογίας, για να τιμήσει τη μνήμη του σπουδαίου ποιητή το Νέο Πλανόδιον αναδημοσιεύει εδώ ένα παλαιότερο δοκίμιο του Κώστα Κουτσουρέλη για το έργο του.

 ~.~

Επτά αποσπάσματα για τον Νίκο Φωκά

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι.

Την μακρόσυρτη πορεία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης ο Νίκος Φωκάς την ακολούθησε πάντα απ’ τον παράδρομο, ποτέ από την κεντρική δημοσιά. Η δική του ατραπός είναι εκείνη που πρωτάνοιξε ένας Τάκης Παπατσώνης και που, αργότερα, ήρθε να τη διαβεί ένας Άθως Δημουλάς. Σ’ αυτούς τους τρεις βλέπει κανείς καλύτερα ό,τι θα ονόμαζα πεζοφανή στοχαστικό λυρισμό: έναν λυρισμό που μέσο του κύριο έχει όχι το θυμικό επιφώνημα ή τα στιλπνά κοσμήματα της γλώσσας, αλλά τον συμπερασμό. Ο λυρισμός του Φωκά δεν μας τραβάει, δεν μας θέλγει απ’ την αρχή. Αναδύεται μέσα από το ξετύλιγμα της σκέψης, αναπτύσσεται βραδέως μέσα από έναν βηματισμό μάλιστα γὰρ λεκτικόν, πολύ κοντά δηλαδή στον βηματισμό του κοινού πεζού λόγου όπως θα ’λεγε ο Αριστοτέλης, και μας βρίσκει, εκεί στην κατακλείδα του ποιήματος, με μια παράξενη ένταση – αιφνιδιάζοντάς μας σχεδόν.

Συχνά αυτοί οι ακροτελεύτιοι στίχοι του Φωκά κλείνουν με θαυμαστικό ή ερωτηματικό, σαν για να υπογραμμίσουν ακόμη πιο χτυπητά το αναπάντεχο, ίσαμε τότε, πάθος που τους διέπει:

Μάτια που εκστασιάζονται πριν κλείσουν!
(«Μεγέθυνση», Ποιητικές συλλογές 1954-2000, σ. 270)

Γιατί πιο αλλέγκρο, ποιο βιβάτσε, ποιο σκερτσάντο
Δεν πνίγεται στο τέλος σ’ ένα γαύγισμα;
(«Μαγνητοφωνημένο κουαρτέτο», σ. 280)

Ή τα μεσάνυχτα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό!
(«Συντονισμός», σ. 377) (περισσότερα…)