Κώστας Κουτσουρέλης

Δημόσια συζήτηση για την πανδημία

pandemic

 

~ . ~ 

 

 

 

 

 

Αυτό το Σάββατο, 2 Μαΐου 2020, η Δημοτική Κίνηση των Πατρών «Κοινοτικόν» διοργανώνει διαδικτυακή συζήτηση για την πανδημία με θέμα

Ο Κόσμος την επόμενη μέρα –
Η Ελλάδα μπροστά σε κρίσιμες επιλογές

Σ Υ Μ Μ Ε Τ Ε Χ Ο Υ Ν :
– Γιώργος Καραμπελιάς (Εκδότης – Συγγραφέας, Κ.Π. Άρδην)
– Γιώργος Κουτσαντώνης (Μεταφραστής – Συντάκτης περ. «ResPublica»)
– Κώστας Κουτσουρέλης (Συγγραφέας – Διευθυντής περ. «Νέο Πλανόδιον»)
– Ανδρέας Κυράνης (Αρχιτέκτονας)

Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Κωνσταντίνος Μάγνης, Διευθυντής Σύνταξης της εφημερίδας «Πελοπόννησος».

Η διαδικτυακή συζήτηση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο, 2 Μαΐου, στις 7:00 μ.μ. και θα μεταδοθεί ζωντανά από το κανάλι της Δ. Κ. «Κοινοτικόν« στο YouTube, στη διεύθυνση:

https://youtu.be/eBEP0MIGv8w

Οι θεατές θα μπορούν να παρεμβαίνουν με γραπτά μηνύματα.

Ezra Pound, Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ (3/3)

ez3

~.~

ΕZRA POUND

ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΗΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ

Βίος και συναναστροφές

 

logo

 

Προλεγόμενα Μετάφραση Σημειώσεις
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ακριβώς ετών από την πρώτη έκδοση του Hugh Selwyn Mauberley στο Λονδίνο («Τhis edition of 200 copies is the third book of the Ovid Press: was printed by John Rodker and completed April 23rd, 1920»), το ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει τo κορυφαίο έργο του Ezra Pound και του πρώιμου αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού σε νέα, πλήρη και σχολιασμένη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Το πρώτο μέρος του αφιερώματος περιλαμβάνει τα προλεγόμενα του μεταφραστή· το δεύτερο μέρος περιέχει το πρώτο και εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης· τέλος, το παρόν τρίτο μέρος περιέχει το δεύτερο και καταληκτικό τμήμα του Μώμπερλυ καθώς επίσης υπομνηματισμό του έργου.

Απόσπασμα της μετάφρασης προδημοσιεύθηκε στο τελευταίο χαρτώο τεύχος μας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε (ΝΠ4, χειμώνας 2019-2020, σ. 3-10). Οι εικόνες από την πρώτη έκδοση του 1920 που κοσμούν την παρούσα δημοσίευση προέρχονται από τον ιστότοπο της Wikisource. Τα πρωτογράμματά της είναι έργο του χαράκτη E. Wadsworth. Τα ιχνογραφικά πορτραίτα είναι του Wyndham Lewis.

 

(περισσότερα…)

Ezra Pound, Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ (2/3)

EP 2

~ . ~

ΕZRA POUND

ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΗΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ

Βίος και συναναστροφές

 

logo

 

Προλεγόμενα Μετάφραση Σημειώσεις
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ακριβώς ετών από την πρώτη έκδοση του Hugh Selwyn Mauberley στο Λονδίνο («Τhis edition of 200 copies is the third book of the Ovid Press: was printed by John Rodker and completed April 23rd, 1920»), το ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει τo κορυφαίο έργο του Ezra Pound και του πρώιμου αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού σε νέα, πλήρη και σχολιασμένη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Το πρώτο μέρος του αφιερώματος περιλαμβάνει τα προλεγόμενα του μεταφραστή· το παρόν δεύτερο μέρος περιέχει το πρώτο και εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης· τέλος, το τρίτο μέρος περιέχει το δεύτερο και καταληκτικό τμήμα του Μώμπερλυ καθώς επίσης υπομνηματισμό του έργου.

Απόσπασμα της μετάφρασης προδημοσιεύθηκε στο τελευταίο χαρτώο τεύχος μας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε (ΝΠ4, χειμώνας 2019-2020, σ. 3-10). Οι εικόνες από την πρώτη έκδοση του 1920 που κοσμούν την παρούσα δημοσίευση προέρχονται από τον ιστότοπο της Wikisource. Τα πρωτογράμματά της είναι έργο του χαράκτη E. Wadsworth. Τα ιχνογραφικά πορτραίτα είναι του Wyndham Lewis.

~.~

(περισσότερα…)

Ezra Pound, Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ (1/3)

 

EP 1

~.~

ΕZRA POUND

ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΗΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ

Βίος και συναναστροφές

 

logo

 

Προλεγόμενα Μετάφραση Σημειώσεις
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ακριβώς ετών από την πρώτη έκδοση του Hugh Selwyn Mauberley στο Λονδίνο («Τhis edition of 200 copies is the third book of the Ovid Press: was printed by John Rodker and completed April 23rd, 1920»), το ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει τo κορυφαίο έργο του Ezra Pound και του πρώιμου αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού σε νέα, πλήρη και σχολιασμένη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Το παρόν πρώτο μέρος του αφιερώματος περιλαμβάνει τα προλεγόμενα του μεταφραστή· το δεύτερο μέρος περιέχει το πρώτο και εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης· τέλος, το τρίτο μέρος περιέχει το δεύτερο και καταληκτικό τμήμα του Μώμπερλυ καθώς επίσης υπομνηματισμό του έργου.

Απόσπασμα της μετάφρασης προδημοσιεύθηκε στο τελευταίο χαρτώο τεύχος μας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε (ΝΠ4, χειμώνας 2019-2020, σ. 3-10). Οι εικόνες από την πρώτη έκδοση του 1920 που κοσμούν την παρούσα δημοσίευση προέρχονται από τον ιστότοπο της Wikisource. Τα πρωτογράμματά της είναι έργο του χαράκτη E. Wadsworth. Τα ιχνογραφικά πορτραίτα είναι του Wyndham Lewis.

 

(περισσότερα…)

Σωτήρης Γουνελάς, Γράμμα στον Κώστα Κουτσουρέλη

Gounelas

~.~

Σκέψεις εν είδει επιστολής πάνω στο βιβλίο του Κ.Κ.
Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο
της ποίησης του καιρού μας, Μικρή Άρκτος, 2019

~ . ~

(περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Έλληνες και Γερμανοί

 

ell-ger

 

Σχόλια σε μια δύσκολη σχέση

ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΜΕ για στερεότυπα, να εκλαμβάνουμε τη λέξη αποκλειστικά στην κακόσημη, την αρνητική έννοιά της. Έτσι, στερεότυπο αποκαλούμε τον λόγο τον φτωχό, τον αδιαφοροποίητο, τον μηχανικό και γι’ αυτό ευάλωτο στην προκατάληψη και την μεροληψία. Αντιθέτως, ο λόγος κατά των στερεοτύπων διεκδικεί για τον εαυτό του τα εύσημα του πλούσιου περιεχομένου και της διακριτικής ευαισθησίας, θέλει να ταυτίζεται με τον λόγο τον κριτικό κατ’ εξοχήν. (περισσότερα…)

Ὁ θρίαμβος τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

Kiki Dimoula

Κικὴ Δημουλᾶ, 1931-2020

~.~

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στὴ Σαλονίκη
ξέρω κάποιονε
ποὺ μὲ διαβάζει·
κι ἕναν ἀκόμη
στὸ Μπὰντ Νάουχαϊμ.

Κι ἔτσι ἔχω ἤδη δυό.

Αὐτὰ ἔγραφε πολλὲς δεκαετίες πρὶν ἕνας σπουδαῖος ποιητὴς τῆς Μεσευρώπης, ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους γερμανόφωνους τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ὁ Γκύντερ Ἄιχ. Τίτλος τοῦ ποιήματός του: «Αἰσιοδοξία». Τίτλος εἰρωνικός, θὰ νόμιζε κανείς. Κι ὅμως, εἰρωνικὴ ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς εἰρωνείας. Ὁ ποιητὴς δηλώνει εἰλικρινὰ αἰσιόδοξος, χαρούμενος γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες του, εὐτυχὴς ποὺ τοὺς ἔχει – κι ἃς εἶναι μόνο δυό. Τὸ ἄγχος τῆς μόνωσης ποὺ ἀπ’ τοὺς καιροὺς τοῦ Χαίλντερλιν φαρμακώνει τοὺς λυρικοὺς λάρυγγες ἀνὰ τὸν κόσμο, στὸν Ἄιχ λείπει ὁλότελα. Σὲ πεῖσμα τῶν «μικρόψυχων καιρῶν», λοιπόν, ὁ ποιητὴς αἰσιοδοξεῖ.

Θὰ παρακάμψω πρὸς στιγμὴν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἀναγνῶστες τοῦ Ἄιχ δὲν ἦταν ποτὲ τόσο ὀλίγιστοι, ὅσο μᾶς τοὺς παρουσιάζει. Θὰ ξεχάσω μάλιστα ὅτι ὁ ἴδιος ἀνῆκε στοὺς πιὸ προβεβλημένους καὶ πολυβραβευμένους συγγραφεῖς τῆς γενιᾶς του. Καὶ θὰ ρωτήσω εὐθέως: Ἂν τὰ realia τῆς δηλώσεως εὐσταθοῦν –ὁ ἀριθμὸς τῶν διαθέσιμων ἀναγνωστῶν δηλαδή–, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ αἰσιοδοξία τοῦ τίτλου ἡ πιὸ γελοία αὐταπάτη; Δὲν εἶναι μιὰ εὔκολη, κοινότοπη παρηγοριά, σὰν ἐκείνη λ.χ. ποὺ σερβίρει ὁ καβαφικὸς Θεόκριτος στὸν δυστυχῆ Εὐμένη γιὰ νὰ τοῦ χρυσώσει τὸ χάπι; Θυμάστε τώρα «τὸ σκαλὶ τὸ πρώτον» κτλ., κτλ. Ὡσὰν ἡ μετριότης νὰ ἦταν ποτὲ τίτλος τιμῆς… (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Ο Παλαμάς κέντρο και κορυφή του νεοελληνικού κανόνα

~.~

Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΙ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΝΟΝΑ: 7+1 ΕΙΚΑΣΙΕΣ

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

καὶ ἐπηρώτα αὐτόν· τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων· 
Λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ 5,9
 
Για να ’σαι μεγάλος, να ’σαι ολόκληρος: τίποτε από 
τον εαυτό σου να μην υπερτονίζεις ή ν’ αποκλείεις.
FERNANDO PESSOA
 
Οι μέτριες και οι ταπεινές φύσεις δεν υποπίπτουν σε λάθη, 
επειδή δεν ριψοκινδυνεύουν και δεν φτάνουν ποτέ ώς τα άκρα. 
Απεναντίας, τα μεγάλα εγχειρήματα απειλούνται διαρκώς, 
λόγω ακριβώς του μεγέθους τους.
ΛΟΓΓΙΝΟΣ
 
Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει ορθή οδός·
μάταιο αν είσαι άξιος και μάταιο συνετός·
θέλει να ‘σαι πειθήνιος, να ‘σαι μηδαμινός!
ΓΚΑΙΤΕ

 

Απ’ την εποχή των Αλεξανδρινών η έννοια του κανόνα, των λίγων εκείνων έργων μιας λογοτεχνίας που λόγω της σπουδαιότητάς τους ο καλλιεργημένος άνθρωπος οφείλει να γνωρίζει, δεν έπαψε ποτέ να μας αποσχολεί. Ακόμη και σήμερα, εποχή «αυτοπραγμάτωσης» αναγνωστικής, ο κανόνας είναι κάτι παραπάνω από ένας ξερός κατάλογος έργων, επιβεβαιωμένων έστω από την αυθεντία του χρόνου. Κανόνας σημαίνει αυθεντία, παιδαγωγία, προσανατολισμός. Κανόνας εντέλει είναι η κατηγορική επιταγή του Καντ μεταφερμένη στο καθηκοντολόγιο του αναγνώστη. Ή, αν προτιμάτε, το παλιό εκείνο «λάβε και λέγε» του Δημοσθένη.

Ακόμα και αν το θέλαμε, και επιθυμίες τέτοιες «δημοκρατικές» ή ελευθεριάζουσες έχουν εκφράσει πολλοί, τον κανόνα, επίσημο ή άτυπο, παγιωμένο από καιρό ή ώς έναν βαθμό ακόμη ανοιχτό, δεν γίνεται να τον αγνοήσουμε. Τα μεγέθη που εκείνος συστήνει, οι συγγραφείς που προκρίνει είναι το μέτρο της σύγκρισης για όλους τους άλλους ‒ ακόμη και για εκείνους με τους οποίους προσωπικά θα θέλαμε ίσως να τους αντικαταστήσουμε. Γιατί δεν γίνεται βέβαια σ’ αυτόν να προστεθούν έτσι απλώς νέα ονόματα χωρίς πρώτα να παραμεριστούν κάποια άλλα. Ο κανόνας δεν είναι θησαυρός για να χωρούν όλα τα λήμματα. Είναι ένα ειδικό γλωσσάρι. Στις σελίδες του έχουν θέση μόνο οι εντελώς απαραίτητες έννοιες.

Τώρα, τον νεοελληνικό κανόνα συνήθεια παλιά και ιστορικά δικαιολογημένη θέλει να τον ξεκινάμε από τον Διονύσιο Σολωμό και, με σχετική συναίνεση ως προς τα ονόματα που περιλαμβάνει, να τον φτάνουμε ώς τουλάχιστον τη Γενιά του 1930 και τους συγγραφείς του Μεσοπολέμου. Με τον Μεταπόλεμο αρχίζουν ως γνωστόν τα προβλήματα, τα ονόματα πληθαίνουν και οι αποφάνσεις γίνονται αβέβαιες. Με την λεγόμενη πρώτη μεταπολεμική γενιά τα πράγματα μόλις τώρα αρχίζουν και λαγαρίζουν, από τη δεκαετία του 1970 και εντεύθεν ωστόσο το τοπίο παραμένει θολό· ακόμη και για συγγραφείς που από καιρό έχουν εκμετρήσει το ζην, η θέση τους στην αναγνωστική μας ιεραρχία είναι αμφίβολη.

Έχει κέντρο αυτός ο κανόνας; Έχει μια κορυφή γύρω από την οποία να συσπειρώνονται όλες οι άλλες, ένα παράδειγμα στο οποίο τρόπο τινά να λογοδοτούν; Σε άλλες λογοτεχνίες, τις περισσότερες, αυτό είναι δεδομένο. Το κέντρο, το απόλυτο σημείο αναφοράς της αρχαίας γραμματείας είναι προφανέστατα ο Όμηρος. Τον Βιργίλιο έχει αδιαμφισβήτητο επίκεντρό της η λατινική, τον Δάντη η ιταλική, τον Σαίξπηρ η αγγλική, τον Γκαίτε η γερμανική λογοτεχνία. Υπάρχουν βέβαια και εθνικές γραμματείες όπου αυτό δεν είναι τόσο σαφές. Για τους Ρώσσους το πρωτείο του Πούσκιν είναι δεδομένο, για τους φίλους της ρωσσικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό όχι και τόσο, εκεί οι μεγάλοι πεζογράφοι του 19ου αιώνα διατηρούν το προβάδισμα. Η γαλλική λογοτεχνία είναι πολυεστιακή: από τον Ρακίνα και τον Μολιέρο ώς τον Μπαλζάκ και τον Ουγκώ, ο αριθμός των σημαντικών φυσιογνωμιών που πρωταγωνιστούν στο ξεδίπλωμά της είναι εντυπωσιακός, και κανείς από αυτούς δεν φαίνεται να ίσταται πάνω από τους άλλους τόσο αναντίρρητα όσο λ.χ. ανάμεσα στους Ισπανούς συγγραφείς ο Θερβάντες.

(περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Για το νεοελληνικό μυθιστόρημα

Διάλογος για το μυθιστόρημα ΙΙΙ

The_Search_Party.jpg

Για το νεοελληνικό μυθιστόρημα

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γιατί ενώ μιλάμε, ενίοτε και ερίζουμε, για το ποιος στάθηκε ο μεγαλύτερος Νεοέλληνας ποιητής, το ανάλογο ερώτημα, ποιος είναι ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος μας (ή, απρόσωπα, ποιο είναι το κορυφαίο νεοελληνικό μυθιστόρημα), δεν το θέτουμε ή το διατυπώνουμε μόνο σπανίως;

Η παράλειψη αυτή έχει σημασία, και θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί. Αν πάρουμε τις κορυφές της ελληνικής μυθιστοριογραφίας, το ορεινό ανάγλυφο που σχηματίζουν, θα δούμε ότι πολλές απ’ αυτές είναι μεμονωμένα, αυτοτελή υψώματα, χωρίς διάσελο, πέρασμα εμφανές αναμεταξύ τους. Είτε πρόκειται για έργα άπαξ, που δεν βρήκαν ταίρι ομοειδές, άξιο λόγου τουλάχιστον, στο υπόλοιπο έργο του δημιουργού τους, είτε πρόκειται για συγγραφείς που στέκουν στα γράμματά μας αποκομμένοι, χωρίς στενούς συγγενείς, προδρόμους ή επιγόνους, η συνολική εικόνα που αποκομίζει κανείς είναι της τυχαίας διασποράς, όχι της οργανικής συνοχής και συνέχειας.

Στην πρώτη κατηγορία, τα έργα άπαξ, συναριθμούνται όλα σχεδόν τα αξιόλογα μυθιστορήματά μας του 19ου αιώνα: ο Θάνος Βλέκας του Καλλιγά, ο Λουκής Λάρας του Βικέλα, η Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, η Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι του Δημόπουλου. Αλλά και κάμποσα από τα  σημαδιακά έργα του 20ού αιώνα, όπως το Διπλό βιβλίο του Χατζή, το Τρίτο στεφάνι του Ταχτσή, η Βάρδια  του Καββαδία, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Όλα τους, μπορούν να θεωρηθούν έργα-νησίδες, κάποτε και πάρεργα, εξαίρεση μυθιστορηματική μέσα σ’ ένα έργο που κατά τ’ άλλα είναι αφιερωμένο σε είδη αλλότρια – την κριτική, τη διηγηματογραφία, την ποίηση.

Στη δεύτερη κατηγορία, έχουμε βέβαια μυθιστοριογράφους με περισσότερα του ενός αξιόλογα μυθιστορήματα στο ενεργητικό τους, που όμως λόγω της εντελώς ιδιαίτερης γραφής ή κοσμοθεώρησής τους, η θέση τους στην λογοτεχνία μας είναι έκκεντρη και προσωποπαγής. Ο Καζαντζάκης, ο Καραγάτσης, ο Πεντζίκης, ο Σκαρίμπας είναι τα πιο προφανή παραδείγματα – το προσωπικό τους ταμπεραμέντο εξέχει τόσο πολύ από τον αφηγηματικό κόσμο που πλάθουν, ώστε συχνά, όπως συμβαίνει στους ποιητές, μας εντυπώνεται βαθύτερα από εκείνον. Η έκτυπη υποκειμενικότητα του συγγραφικού Εγώ επισκιάζει εδώ την αναμενόμενη αντικειμενικότητα του είδους.

Αλλά και συγγραφείς όπως ο Τσίρκας, ο Α. Κοτζιάς, ο Βαλτινός, ώς έναν βαθμό, είναι παραδείγματα παραπλήσια. Μολονότι οι μορφικοί τους πειραματισμοί έχουν πηγή κοινή, μολονότι και οι τρεις αναμετρώνται με τα πάθη της ιστορίας, δύσκολα μπορεί να πει κανείς ότι ιδρύουν ή συνεχίζουν μια γενεαλογική γραμμή, ότι στο συνεχές της νεοελληνικής μυθιστοριογραφίας αντιπροσωπεύουν κάτι παραπάνω από τον εαυτό τους. Αν ο Καζαντζάκης βρήκε στο πρόσωπο του Πρεβελάκη έναν επιφανή συγγενή, μπορούμε να ισχυριστούμε το ίδιο για εκείνους;

Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε το αναντίρρητο γεγονός ότι το μυθιστόρημα εδώ σε μας σπανίως στάθηκε στην πρώτη γραμμή των συγγραφικών αναζητήσεων. Οι τρεις σημαντικότεροι πεζογράφοι μας του 19ου αιώνα, ο Μακρυγιάννης, ο Βιζυηνός, ο Παπαδιαμάντης, δεν γράφουν, ή δεν γράφουν σπουδαίο, μυθιστόρημα – όριό τους είναι η ολιγοπρόσωπη νουβέλα ή το αυτοβιογραφικό χρονικό. Η Γενιά του 1880 που αλλάζει την πορεία των γραμμάτων μας είναι γενιά ποιητών. Η Γενιά του 1930 περιλαμβάνει και σημαντικούς μυθιστοριογράφους. Παρ’ όλα αυτά,  το μείζον έργο του κορυφαίου για κάποιους πεζογράφου της, το Πλατύ ποτάμι του Μπεράτη, δεν είναι μυθιστόρημα. Μερικά από τα αντιπροσωπευτικότερα έργα της μεταπολιτευτικής μας πεζογραφίας, από τα βιβλία του Ιωάννου και του Χειμωνά ώς το Πεθαίνω σα χώρα του Δημητριάδη και το Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς του Μίσσιου, δεν είναι έργα μυθιστορηματικά, κι ας αυτοχαρακτηρίζονται ενίοτε έτσι. Και σήμερα, στη συγκυρία της κρίσης, τα πεζογραφήματα που μοιάζει να τραβούν την προσοχή του κοινού, είναι όλο και συχνότερα διηγήματα.

Ιδωμένη έτσι, η ελληνική μυθιστοριογραφία δεν απαρτίζει μια ενιαία αλυσίδα. Περισσότερο μοιάζει μ’ έναν σωρό από κρίκους, λαμπρούς κάποτε, αλλά σκόρπιους και ασύνδετους. Από κορυφές που, όσο σημαντικές και αν είναι καθ’ εαυτές, δεν συνιστούν οροσειρά, δεν συγκροτούν μεταξύ τους παράδοση. Διότι παράδοση δεν είναι απλώς το άθροισμα κάποιων σκόρπιων επιτευγμάτων. Αλλά μια ενότητα βαθύτερη και πολυπλοκότερη, μια παρακαταθήκη κοινών μορφικών και θεματικών αναζητήσεων, από την οποία οι μεμονωμένοι συγγραφείς διαρκώς αντλούν και την οποία διαρκώς πλουτίζουν.

Τέτοια ενότητα, τέτοια παρακαταθήκη εδώ σε μας έχει να επιδείξει η ποίηση. Έχοντας κορμό την κραταιά πατρογονική γραμμή που από τον Σολωμό και τους Επτανησίους οδηγεί στον Παλαμά και τους μεταπαλαμικούς, και απ’ αυτόν στον Σεφέρη και τον ελληνικό μοντερνισμό, η ελληνική ποίηση, μ’ όλες τις τροπές της μέσα στον χρόνο, χαρακτηρίζεται από θαυμαστή εκφραστική και θεματική συνοχή και συνέχεια. Και είναι χάρη σ’ αυτές, που κατορθώνει να εντάξει ομαλά στους κόλπους της ακόμη και φυσιογνωμίες και τεχνοτροπίες έκκεντρες όπως του Κάλβου ή του Καβάφη: και οι εξαιρέσεις προϋποθέτουν έναν Κανόνα.

Η ελληνική μυθιστοριογραφία, αντίθετα, τέτοιον κανόνα δεν διαθέτει. Αν η ποίησή μας είναι ένα δέντρο, η μυθιστοριογραφία μας είναι ένας θαμνότοπος. Με πάμπολλα φυτά, παραφυάδες και παραβλαστήματα, αλλά χωρίς κορμό, χωρίς ειρμό, χωρίς κατεύθυνση. Ένα σύνολο δηλαδή τυχαίο και, αναπόδραστα, έλασσον. Γιατί τι σημασία έχει εδώ ποιος θάμνος ξεχωρίζει; Δεν ξέρω πώς θα ήταν τα πράγματα αν οι παλιότερες προσπάθειες να δημιουργήσουμε μια παράδοση, η γενναία απόπειρα του Ξενόπουλου λ.χ. να θεμελιώσει το αστικό μυθιστόρημα, είχαν ευοδωθεί. Ξέρω όμως πόσο μας στοιχίζει η αποτυχία τους.

Ώστε αν αντικαταστήσουμε τον όρο «μυθιστόρημα» με τον ορθότερο «μυθιστορηματική παράδοση», το ερώτημα «Υπάρχει μυθιστόρημα στην Ελλάδα;» αποδεικνύεται και νόμιμο και εύλογο. Όσο και η νηφάλια παραδοχή ότι τέτοια παράδοση, φευ, δεν διαθέτουμε. Αυτή την απουσία είχαν κατά νου όσοι κατά καιρούς ανακίνησαν το ζήτημα και, με ουσιώδη επιχειρήματα, επεχείρησαν να την ερμηνεύσουν – από τον Βάσο Βαρίκα, τον Ρένο Αποστολίδη και τον Κωστή Παπαγιώργη παλιότερα, ώς τον Γιώργο Πινακούλα και την Αγγέλα Καστρινάκη στις μέρες μας. Και αδικούμε την προσπάθειά τους όταν τα συμπεράσματά τους τα χρεώνουμε στον απορριπτισμό ή όταν νομίζουμε ότι τα αναιρούμε προσκομίζοντας στατιστικού τύπου τεκμήρια.

Το κρίσιμο ερώτημα προφανώς εδώ είναι άλλο. Αυτή την παράδοση που στερούμαστε, υπάρχει ενδεχόμενο σοβαρό να την αποκτήσουμε στο ορατό μέλλον; Μπορούμε να προσβλέπουμε στο μέλλον της ελληνικής μυθιστοριογραφίας ως όλου με εμπιστοσύνη; Και εδώ η πρόβλεψή μου δεν είναι αισιόδοξη. Τα θεμέλια των παραδόσεων τίθενται συνήθως σε εποχές με χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικά από τη δική μας. Σε περιόδους αδιάπλαστες ακόμη, αλλά ρωμαλέες και δυναμικές, που θέτουν στον εαυτό τους αιτήματα όχι ατομικού αυτοπροσδιορισμού αλλά συλλογικής ταυτότητας. Ο ελληνικός ρομαντικός 19ος αιώνας ήταν μια τέτοια περίοδος.  Η σύντομη άνοιξη του αστικού μοντερνισμού τον Μεσοπόλεμο, επίσης.

Η τωρινή Ελλάδα είναι μια χώρα πολύ διαφορετική από την ομώνυμή της των καιρών εκείνη. Μια χώρα σε πολλαπλή ύφεση, για να μην πω βύθιση (δημογραφική, οικονομική, πολιτική), όπου η σπασμωδική εξατομίκευση και η παρασιτική ευμάρεια των προηγούμενων δεκαετιών από τη μια μεριά έχουν πλήξει καίρια τους υλικούς και ψυχικούς δεσμούς που εξασφάλιζαν έως χθες την συνοχή της, και από την άλλη δεν τους έχουν αντικαταστήσει με κάτι άλλο βιώσιμο. Εποχές και χώρες σαν τη δική μας τρέφονται από τα αποθέματα του παρελθόντος, σπανίως προσθέτουν κάτι δικό τους. Συνήθως εξανεμίζουν και δεν ιδρύουν παραδόσεις.

Το πρόβλημα βέβαια δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αν και στην Ελλάδα το βιώνουμε με ιδιαίτερη ένταση. Όμως και αλλού, από τις ΗΠΑ ώς τη Γηραιά ήπειρο, βλέπουμε το σκόρπισμα, τον κατακερματισμό της άλλοτε ενιαίας δημόσιας σφαίρας. Οι φυγόκεντρες δυνάμεις είναι σήμερα πολύ ισχυρότερες από τις κεντρομόλες. Αυτό αντανακλάται αναγκαστικά και στο πεδίο των γραμμάτων και των τεχνών. Οσοδήποτε σημαντικός κι αν είναι ένας δημιουργός του παρόντος, οι δυνατότητές του να επηρεάσει σε βαθμό πράγματι καθοριστικό την εξέλιξη της τέχνης του ή τη στάση των αποδεκτών της είναι περιορισμένες. Το αίτημα της αισθητικής και παιδευτικής διάπλασης του κοινού, που ήταν κεντρικό στις εθνικές μυθιστορηματικές παραδόσεις από τον καιρό του Μπαλζάκ και του Ντίκενς ώς εκείνον του Τολστόι, ακόμη και του Τόμας Μανν, έχει υποκατασταθεί από τον σεκταρισμό του γούστου. Η αυτοπραγμάτωση, η αυτοέκφραση του γράφοντος, όχι η έκφραση μιας ευρείας συλλογικότητας είναι το κίνητρο σήμερα της λογοτεχνικής δραστηριότητας.

Φυσικά, όπως δεν αμφισβητώ ότι και σήμερα γράφονται μυθιστορήματα αξιόλογα ή και σπουδαία στα ελληνικά, εξίσου λίγο μπορώ να αποκλείσω το ενδεχόμενο να φανούν στην γλώσσα μας τέτοια και προσεχώς. Ωστόσο, με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα να παραμένει τέτοια, το έλλειμμα μιας μυθιστορηματικής παράδοσης όπως την περιέγραψα, πολύ δύσκολα θα καλυφθεί. Οι άξιοι συγγραφείς μπορούν και οφείλουν βεβαίως να θέσουν το αίτημα, να ευαισθητοποιήσουν το κοινό και να προετοιμάσουν τον δρόμο. Όμως όσο το αίτημά τους αυτό δεν βρίσκει απήχηση ευρύτερη, όσο δεν συνδυάζεται με ανάλογα αιτήματα πολιτικά και κοινωνικά, τα όποια επιτεύγματά τους κινδυνεύουν να μείνουν επιδόσεις μεμονωμένες και ατομικές.

Ας μην είμαστε πάντως αχρείαστα αποθαρρυντικοί. Ας αναλογιστούμε την απομόνωση του Σολωμού τον καιρό του, πόσες δεκαετίες πέρασαν έως ότου η γραμμή που εκείνος χάραξε, να επιβληθεί ως πρόγραμμα ποιητικό. Με αυτή την έννοια, η συζήτησή μας ενδέχεται να γίνεται, ας το ευχηθούμε, πολύ νωρίς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Το κενοτάφιον των ψευδαισθήσεων

53482231_2279930395664274_4984143494982402048_n.jpg

~.~

ΤΟ ΚΕΝΟΤΑΦΙΟΝ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

φαντασία πάνω στον Μπέργκμαν

από την ταινία του Ingmar Bergman Δι’ εσόπτρου εν αινίγματι (1961)

ελεύθερη διασκευή: Κώστας Κουτσουρέλης

Ο Θιασάρχης επί σκηνής. Κρατάει ένα χρυσόδετο βιβλίο. Υποδύεται τον ρόλο του Ποιητή. Προς το κοινό με επισημότητα.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Το έργο που θα σας παρουσιάσουμε απόψε λέγεται «Η Υψηλή Τέχνη των Φαντασμάτων», άλλως «Το Κενοτάφιον των Ψευδαισθήσεων». Δεν το συνέγραψα προς τέρψιν του όχλου. Πρόκειται περί έργου αυστηρώς ηθικοδιδακτικού, απευθυνομένου αποκλειστικώς εις τους ομοίους μου, Ποιητάς και Δημιουργούς.

(Υποβλητικά). Παρεκκλήσιο της Αγίας Θηρεσίας… Σημαίνουν μεσάνυχτα. Η νύχτα είναι γαλήνια πλην ζοφερά. Όμως εγώ ήρθα ώς εδώ για να ανταμώσω την Εκλεκτή της καρδιάς μου, εδώ στον ναΐσκο, πλάι στο κενοτάφιο απ’ όπου αναδίδεται λυπητερό το θυμίαμα του θανάτου.

Μουσική. Μπαίνει η Πρωταγωνίστρια. Τυλιγμένη ένα μαύρο πέπλο, στο χέρι της κρατάει σκήπτρο πριγκηπικό. Προχωρεί προς το κέντρο της σκηνής ώσπου ο Ποιητής τής κόβει το δρόμο.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Ποία είσαι;

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

Είμαι η Ινφάντα της Καστίλλης. Απέθανα στο κρεβάτι της γέννας στα δεκατρία μου. Ο σύζυγος και αφέντης μου, ομήλικος και εταίρος μου στα παιδικά μας παιχνίδια, τώρα έχει στραφεί προς άλλες γυναίκες.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Κι όμως, φέρει ακόμη το πένθος σου.

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

Ήταν απαρηγόρητος. Κάθε πρωί ερχόταν στο μνήμα μου και ολοφυρόταν επάνω του μέχρι να πέσει η νύχτα. Έπειτα τον κουβαλούσαν στα χέρια ώς τα ανάκτορα. Μια μέρα, έτσι ξαφνικά, δεν φάνηκε. Μια κυρία της Αυλής τον είχε παρηγορήσει τόσο καλά που άργησε πολύ να ξυπνήσει. Από τότε θρηνούσε τον χαμό μου μόνο μια ώρα την ημέρα. Τώρα, έρχεται στον τάφο μου μόνο μια στις τόσες. Τα δάκρυά του έχουν στεγνώσει και η σκέψη του είναι αλλού.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Πριγκήπισσα, σας αγαπώ!

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

Σας ευχαριστώ για την ευγένειά σας. Όμως ποιος είστε στ’ αλήθεια; Καίτοι νεκρή, δεν μου επιτρέπεται να μιλώ στον καθένα.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Μη φοβάστε, ωραία μου δεσποσύνη. Είμαι μονάρχης, με βασίλειο δικό μου. Όχι κάνα μεγάλο βέβαια, είμαι ένας φτωχός καλλιτέχνης.

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

Καλλιτέχνης!

ΠΟΙΗΤΗΣ

Ακριβώς, πριγκήπισσά μου. Είμαι ένας καλλιτέχνης του ακραιφνέστερου, του αγνότερου είδους. Ποιητής χωρίς ποιήματα, ζωγράφος χωρίς ζωγραφιές, μουσικός χωρίς ούτε μια μελωδία, ηθοποιός δίχως ρόλο. Ω μισώ τα ολοκληρωμένα, τα αποπερατωμένα έργα, δεν είναι παρά το χυδαίο αποτέλεσμα μιας προσπάθειας κοινής. Έργο δικό μου, μοναδικό και ασυνταίριαστο, είναι η Ζωή μου, κι αυτή είναι αφιερωμένη στον Έρωτα – στον έρωτά μου για σας. Ιδού, δέσποινά μου. Την αποθέτω στα πόδια σας.

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

Πόσο ωραίο! Μα και πόσο δύσκολο να το πιστέψω…

ΠΟΙΗΤΗΣ

Σας ικετεύω! Δεν έχετε παρά να με δοκιμάσετε. (Προσπέφτει στα γόνατα).

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

(Σκύβοντας πάνω του). Ακούστε με καλά. Σε λίγα λεπτά θα σας αφήσω. Όταν το ρολόι του καμπαναριού σημάνει δυο φορές, θα μπείτε στο μνήμα μου. Όταν η πλάκα σφραγιστεί πίσω σας και οι λαμπάδες σβήσουν θα μ’ έχετε ακολουθήσει στον θάνατο. Τι θα συμβεί μετά δεν θα σας το πω, σας ορκίζομαι όμως, θα βρίσκομαι στο πλευρό σας στους αιώνες των αιώνων.

ΠΟΙΗΤΗΣ

Θυσία μικρή είναι αυτή που μου ζητάτε, ωραία μου πριγκήπισσα. Γιατί πόσο αξίζει η ζωή για έναν αληθινό καλλιτέχνη;

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

Με τη θυσία σας αυτή θα δώσετε σάρκα και οστά στο αριστούργημά σας, θα στέψετε με δάφνη αιώνια τον έρωτά σας, θα υψώσετε το πέρασμά σας απ’ αυτή τη ζωή στους αιθέρες της ακατάλυτης ευγένειας, θα δείξετε στους απίστους τι είναι ικανός να κάνει ένας αληθινός καλλιτέχνης. Αντίο, φίλε μου. Μου δώσατε τον λόγο της τιμής σας, μην τον αθετήσετε! (Αποσύρεται στο βάθος. Μέσα από το σκοτάδι αχνοφέγγουν μερικές λαμπάδες.)

ΠΟΙΗΤΗΣ

Τώρα. Ήρθε η στιγμή, η μοιραία στιγμή της πράξης. Πώς αναρριγώ από τη συγκίνηση! Θα δοθώ, θ’ αφεθώ στη λήθη, μόνον ο θάνατος πλέον θα με αγαπά. (Το μεγάλο ρολόι σημαίνει δυο φορές). Πριγκήπισσα, έρχομαι. Ιδού, φτάνω. Τίποτε πια, κανείς δεν μπορεί να μ’ εμποδίσει. (Κάνει ένα δυο βήματα, όμως σταματά).

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

(Από το βάθος). Σας περιμένω!

ΠΟΙΗΤΗΣ

Θε μου, νιώθω το κεφάλι μου να βουίζει… Ποιος μου σφίγγει έτσι δα τον λαιμό, ποιος μου γρονθοκοπάει το στομάχι;

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

Σας περιμένω!

ΠΟΙΗΤΗΣ

Να πάρει ο διάολος να πάρει! Τι πά’ να κάνω; Να θυσιάσω τη ζωή μου; Για ποιο πράγμα; Για την αιωνιότητα; Για να δημιουργήσω ένα αριστούργημα; Για τον έρωτα; Μήπως έχω χάσει τα λογικά μου;

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

Σας περιμένω!

ΠΟΙΗΤΗΣ

Καλλιτέχνης, σού λέει… Ποιος όμως θα δει, ποιος θα εκτιμήσει τη θυσία μου; Ο θάνατος;… Ποιος θα καταλάβει ποτέ τη δύναμη της αγάπης μου; Ένα φάντασμα, ένας ίσκιος; Ποιος θα μου πει ευχαριστώ; Η αιωνιότης;…

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

(Περίλυπη). Σας περιμένω!

ΠΟΙΗΤΗΣ

Τα πόδια μου δεν με σηκώνουν, τόσο σύγκορμος τρέμω, το στομάχι μου αντιδρά τόσο ανάρμοστα που δεν θα ’ταν δα πρέπον, δεν θά ’ταν προσήκον να κάνω την είσοδό μου στο βασίλειο της αιωνιότητος με…

ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ

(Περίλυπη). Αλίμονο, πια δεν μπορώ να περιμένω άλλο… (Ακούγεται η ταφόπλακα να κλείνει με πάταγο. Σιωπή.)

ΠΟΙΗΤΗΣ

Βέβαια, θα μπορούσα να γράψω ένα ποίημα για το συναπάντημά μου με την πριγκήπισσα. Ή να φιλοτεχνήσω το πορτραίτο της. Ή να συνθέσω μια όπερα. Αν και στο φινάλε θα πρέπει να δώσω έναν τόνο κάπως πιο ηρωικό, δίχως άλλο… (Συλλογίζεται). Ο ποιητής που έρχεται ενώπιος ενωπίω με την ευθύνη του… Που με πόνο ψυχής αναγκάζεται να απαρνηθεί τον έρωτά του… Που συνειδητοποιεί οδυνηρά ότι, μ’ όλη την εθελοθυσία του, ένα μόνον δεν του επιτρέπεται επ’ ουδενί να θυσιάσει: τη ζωή και το έργο του που ο κόσμος τούτος τα έχει τόση, μα τόση ανάγκη… Κάπως έτσι. (Ακούγεται λάλημα πετεινού). Τα κοκόρια αναγγέλλουν την ανατολή. (Χασμουριέται). Ώρα για το κρεβάτι. Ο ύπνος είναι καλός σύμβουλος. Και θα χρειαστώ τη βοήθειά του… (Καθώς βγαίνει μουρμουρίζει μισονυσταγμένα). «Τι θ’ απογίνεις, Κόσμε, αν πεθάνω;» Δεν είναι κακό…

Μπαίνει ο Υποβολέας. Στην αγκαλιά του κρατάει τη μαριονέτα.

Ο ΥΠΟΒΟΛΕΑΣ

Τι θ’ απογίνεις, Κόσμε, αν πεθάνω;
Εγώ ειμαι η κορώνα σου, αν σκουριάνω;
Εγώ ειμαι το σπαθί σου, αν αποκάνω;
Χωρίς εμένα ο ήλιος σου θα σβήσει,
λιανό κεράκι θα σε χάψει η δύση!

Τι θ’ απογίνεις, Κόσμε, αν πεθάνω;
Εγώ ειμαι τ’ άρωμά σου, αν ξεθυμάνω;
Εγώ ειμαι το μυαλό σου, αν ξεκουτιάνω;
Σε μένανε χρωστάς το νόημά σου,
αν λείψω θα χαθεί και τ’ όνομά σου!

bergman-2.jpg