Κώστας Κουτσουρέλης

Οχτώ ποιήματα για τον Άρη Μπερλή

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Δεινός μεταφραστής της πεζογραφίας και του δοκιμίου, αλλά και της ελευθερόστιχης ποίησης, όπως του Ουρλιαχτού του Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Άρης Μπερλής απέφευγε την έμμετρη. Τόσο που, συχνά, όταν έπεφτε σε συγγραφείς που παρέθεταν έμμετρους στίχους, απευθυνόταν σε φίλους του ποιητές και μεταφραστές, καθώς τους θεωρούσε «αρμοδιότερους». Είχα την τύχη να είμαι ένας από αυτούς. Με την αφορμή των πέντε ετών από την εκδημία του, συγκέντρωσα εδώ οχτώ τέτοιες μεταφράσεις αγγλόγλωσσων ποιηματών που έγιναν κατά παραγγελία δική του τη δεκαετία του 2000. Κάποιες από αυτές, αρχικά αποσπασματικές, τις συμπλήρωσα εδώ για τον σκοπό αυτής της δημοσίευσης, μια-δυο τις άφησα ώς είχαν. Οι περισσότερες περιστρέφονται γύρω από το θέμα του θανάτου και ανήκουν στην μεγάλη ρομαντική παράδοση του 19ου αιώνα, που ο Άρης τόσο αγαπούσε. Τις αφιερώνω στη μνήμη του. – ΚΚ

~.~

Walter Raleigh (1552-1618)

ΤΙ ’ΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ;

Τί ’ναι η ζωή μας; μια παράσταση παθών·
Τί ’ναι η χαρά μας; μια αρμονία διχασμών·
Ήδη στης μάνας μας τη μήτρα ηθοποιοί,
Ρούχα προβάρουμε για μια βραχεία σκηνή.
Ο Ουρανός είναι ο αδέκαστος θεατής
Που απαριθμεί τα λάθη μας, βουβός κριτής.
Το μνήμα που απ’ το φως το εταστικό μάς κρύβει
Μοιάζει αυλαία ενός δράματος που λήγει.
Κι έτσι ώς το τέλος, παίζοντας, τραβάμε εμπρός –
Ο θάνατός μας είναι μόνο αληθινός.

~ . ~

William Wordsworth (1770-1850)

ΧΑΡΤΙΑ, ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΡΑΤΑ!

Ω σήκω, σήκω, φίλε! Τα βιβλία παράτα,
διπλός θα γίνεις όπως πας.
Σήκω λοιπόν! Διώξ’ τον καπνό απ’ τα μάτια,
προς τι ο κόπος σου όλος κι ο μπελάς…

Βιβλία! Τι κολοκύθι ανιαρό, τι τιποτένιο,
έλα ν’ ακούσεις το γαρδέλι στο κλαδί.
Πόσο γλυκιά λαλιά την έχει! Όρκο παίρνω,
σοφία τόση δεν θα βρεις παρά εκεί…

Απ’ τ’ ανοιξιάτικα τα δάση ένα αεράκι
για των ανθρώπων πιο πολλά έχει να σου πει
την καλοσύνη ή το κακό φαρμάκι
απ’ τους σοφούς όλους που ζουν πάνω στη γη. (περισσότερα…)

Advertisement

περαστικά & παραμόνιμα | 01:23

*

Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, σαράντα χρόνια πριν, το 1981, ήταν μια από τις πλουσιότερες χώρες της ηπείρου. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ του Έλληνα (5.422 δολλ.) ήταν ελαφρώς μεγαλύτερο, λ.χ., εκείνου του Ισπανού (5.368 δολλ.) και πολύ μεγαλύτερο του Πορτογάλου (3.297 δολλ.). Σήμερα μας έχουν ξεπεράσει όχι μόνο οι Ίβηρες αλλά και όλες σχεδόν οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που μας έβλεπαν τότε με τα κυάλια, οι Πολωνοί (1.494 δολλ.) ή οι Ούγγροι (2.206 δολλ.). Η «ευρωπαϊκή Ελλάδα» συμπίπτει με σαράντα χρόνια οικονομικής παρακμής και εκποίησης του εθνικού μας πλούτου.

~.~

Το μωρό που όλο σου χαμογελά, η νεαρή καλλονή που κοκκινίζει στο παραμικρό, το αξιαγάπητο γεροντάκι που σε δεξιώνεται, ο ιδεολόγος που με το πάθος του σε παρασύρει, το σκυλί που σου τρίβεται για χάδια. Η αθωότητα μάς συγκινεί γιατί δεν έχει επίγνωση της δύναμής της – όχι επειδή δεν έχει δύναμη. Για κάποιον λόγο, που έχει να κάνει με τις ψυχολογικές μας ανάγκες, την ιδιοτέλεια την θεωρούμε τέτοια μόνο όταν είναι συνειδητή, εμπρόθετη, σκηνοθετημένη από τη βούληση και τις μηχανές της. Όταν είναι «φυσική», όταν απλώς και μόνο μοιάζει πηγαία, παύουμε να τη θεωρούμε απειλητική και δόλια. Τότε, στον αυθορμητισμό ευχαρίστως παραβλέπουμε την ενδιάθετή του ορμή, παραδιδόμαστε οικειοθελώς και ηδονικά στη γοητεία του, μας αφοπλίζει. Σαγήνην βάλλω, το λέγαν οι παλιοί: ρίχνω δίχτυα.

~.~

Καμιά εκατοστή (100!) εκατομμύρια άνθρωποι, υπολογίζουν οι ιστορικοί, πέθαναν (κυριολεκτικά) της πείνας στην αγγλοκρατούμενη Ινδία την περίοδο 1880-1920, στο απόγειο της αποικιοκρατίας. Υπό το βρετανικό στέμμα, λογαριάζει ο μελετητής Robert C. Allen, μέσα σε ενάμιση αιώνα η ακραία φτώχεια εκτινάχθηκε από το 23% στο 50% και το μέσο προσδόκιμο έπεσε στις αρχές του 20ού αιώνα από τα 26,7 στα 21,9 χρόνια.

Οι λιμοί ήταν πάντοτε χρήσιμο όπλο στη φαρέτρα των Άγγλων. Κάπως έτσι, με πράξεις και παραλείψεις, ξεκλήρισαν την Ιρλανδία στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν το νησί από 9 εκατομμύρια απόμεινε με 4. Τότε ήταν που εξαλείφθηκε στην ουσία και η ιρλανδική γλώσσα, με διοικητικές συν τοις άλλοις μεθόδους.

Τα νούμερα έχουν τη σημασία τους, ιδίως κάθε φορά που οι Δυτικοί ανεμίζουν τις Μαύρες Βίβλους με τα (αναμφίλεκτα) εγκλήματα του κομμουνισμού ή του φασισμού. Όλα μαζί τα θύματα του Στάλιν και του Χίτλερ και του Μάο και του Πολ Ποτ, τα άθλα των Εγγλέζων και μόνο στην Ινδία δεν τα συναγωνίζονται. Κάποτε είχε κυκλοφορήσει, και στα ελληνικά νομίζω, μια Μαύρη Βίβλος του Καπιταλισμού. Η σούμα, αν θυμάμαι καλά, ήταν μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι.

Δεν είμαι βέβαιος αν πρέπει να επιρριφθεί γενικώς και αορίστως στην κεφαλαιοκρατία ο υπέρογκος αυτός φόρος αίματος, ή στην ανελέητη μηχανή των ευρωπαϊκών αποικιακών αυτοκρατοριών (και των ΗΠΑ, που τις διαδέχθηκε.) Η ουσία δεν αλλάζει: η Ιστορία της Προόδου, όπως το είχε ψυχανεμιστεί καλά ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, είναι ένα αχανές μαυσωλείο.

~.~

ΜΙΑ ΚΑΡΙΕΡΑ

Επαναστάτης άρχισα απ’ τον Ρήγα κι απ’ την ΚΝΕ,
τον ήλιο σήκωνα κι εγώ τον κόσμο να φωτίσει,
μετά έγινα εκσυγχρονιστής με φράγκα και κονέ,
τώρα το Σόι προσκυνώ και υμνολογώ τη Δύση. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς – Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς, παράλληλοι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 6 / 6 ]

~.~

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ – ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΜΠ. ΓΕΗΤΣ, ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι “τύχες” του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς στην Ελλάδα δεν ανήκουν στις αξιοζήλευτες. Ο Ιρλανδός μεταφράζεται καθυστερημένα, αποσπασματικά και, το κυριότερο, προβληματικά. Καθυστερημένα, επειδή ποίημα δικό του μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά μόλις στα 1941, από την Μελισσάνθη στα Νεοελληνικά Γράμματα, δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Γέητς και σχεδόν δυο δεκαετίες μετά το Βραβείο Νομπέλ που του απονέμεται στα 1923[1]. Αποσπασματικά, διότι τα ογδόντα αυτά χρόνια έκτοτε, το ογκωδέστατο έργο του, ποιητικό και άλλο (δραματικό, δοκιμιακό, αφηγηματικό, φιλοσοφικό), αντιπροσωπεύεται στα ελληνικά με μια δεκαριά μόλις αυτοτελείς εκδόσεις και κάποιες σποράδην παρουσίες του σε ανθολογήματα και περιοδικά, σχεδόν όλες ολιγοσέλιδες. Προς σύγκριση, μόνο από το 2010 και εντεύθεν έχουμε πάνω από τριάντα ελληνικές εκδόσεις του Λόρκα, άλλες τόσες του Μπρεχτ, δεκαπέντε του Μαγιακόφσκι και δώδεκα του Έλιοτ, ενός ποιητή που στον ίδιο τον αγγλόφωνο κόσμο θεωρείται συνήθως υποδεέστερος του Γέητς. Αποσπασματικές είναι όμως  οι υπάρχουσες μεταφράσεις και εξαιτίας της σύστασής τους. Μεγάλα κομμάτια του γεητσιανού κόρπους, κάποτε περίοδοι ολόκληρες, υποαντιπροσωπεύονται, ενώ τα κρίσιμα συνθετικά ποιήματά του παρουσιάζονται κερματισμένα, με τρόπο που τα συσκοτίζει.

Πρωτίστως όμως, ο Γέητς μεταφράζεται προβληματικά. Τους λόγους για την ανεπάρκεια των ελληνικών μεταφράσεων ώς το 1995 τους απαριθμεί ο Διονύσης Καψάλης στο σχετικό του δοκίμιο: μικρή τριβή με την αγγλόφωνη ποίηση και το ιστορικό της βάθος· ελλιπής γνώση της κλασσικής προσωδίας που κατ’ αποκλειστικότητα χρησιμοποιεί ο Γέητς· περιρρέουσα λογοτεχνική ατμόσφαιρα που απέχει πολύ από το πνεύμα και την ποιητική του[2]. Ατυχώς, τα προβλήματα αυτά δεν λείπουν και από τις (κατά πολύ περισσότερες) μεταφράσεις ποιημάτων του της τελευταίας εικοσιπενταετίας. Αντιθέτως, σε κάποιες είναι οξυμένα.

Τώρα, η φτωχή αυτή ποσοτικά και ποιοτικά μεταφραστική σοδειά επόμενο ήταν να επηρεάσει και την εικόνα του Γέητς που σχηματίστηκε στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια. Και αυτή είναι κατά τα ουσιώδη της λειψή και παραπλανητική. Ως επί το πολύ, ο Γέητς μάς συστήνεται ως ποιητής που ανοίγει τον δρόμο προς τον «μοντερνισμό», γενικώς και αορίστως. Ή μας παρουσιάζεται ως κήρυκας ποικίλλων, μεγαλοφάνταστων, κάποτε και συγκεχυμένων «οραμάτων και θαυμάτων», για να θυμηθώ τον Μακρυγιάννη. Όσοι προτιμούν την πρώτη ερμηνεία, τον παραλληλίζουν με τον Κ. Π. Καβάφη. Όσοι επιμένουν στη δεύτερη, τον αντιπαραβάλλουν με τον Άγγελο Σικελιανό[3].

Δίχως άλλο, ο Γέητς έχει κοινά και με τον ένα και με τον άλλο Έλληνα ομότεχνό του. Τα όψιμα βιωματικά ποιήματα του Ιρλανδού, αυτή η εκ βαθέων αντιμέτρηση με το γήρας και τη φθορά, θυμίζουν ενίοτε τον τόνο τον καβαφικό. Αντίστοιχα, η διαρκής πάλη του Γέητς με τους μεγάλους μύθους, ο αγώνας του για την αναμάγευση και την ανανοηματοδότηση του κόσμου, φέρνουν στον νου τον Λευκαδίτη ποιητή. Πολύ περισσότερα είναι όμως αυτά που χωρίζουν τον Γέητς από τους δυο Έλληνες. Την καχυποψία του Καβάφη απέναντι στον ιδεαλισμό λ.χ. ο Γέητς δεν την συμμεριζόταν διόλου. Απεναντίας, ώς το τέλος νοσταλγεί τα μεγάλα ιδεώδη του 19ου αιώνα και μυκτηρίζει τους συμπατριώτες του επειδή τα λησμόνησαν. «Είναι ρωμαντικοί, ρωμαντικοί, ρωμαντικοί!» ανέκραζε ο γέρων Αλεξανδρινός στα 1932 κατακεραυνώνοντας τους Αθηναίους ομοτέχνους του. «We were the last romantics», δήλωνε με μαχητική υπερηφάνεια έναν χρόνο προηγουμένως ο Δουβλινέζος στο αυτοβιογραφικό ποίημά του «Coole Park and Ballylee, 1931». Για τον Γέητς την ιστορία την κινούν πρωτίστως τα πάθη, τα όνειρα, οι ιδέες, τα «ανεξέλεγκτα μυστήρια» – κι αυτά οι λεγόμενοι «Ρεαλιστές», σημειώνει,  δεν έχουν μάτια να τα δουν[4].

Hope that you may understand !
What can books of men that wive
In a dragon-guarded land,
Paintings of the dolphin-drawn
Sea-nymphs in their pearly wagons
Do, but awake a hope to live
That had gone
With the dragons? (περισσότερα…)

Ο Γέητς για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 5 / 6 ]

~ . ~

Εισαγωγή-μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τον Οκτώβριο του 1896 ο Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς δημοσίευσε στο γνωστό περιοδικό του Λονδίνου The Bookman, του οποίου υπήρξε τακτικός συνεργάτης, μία βιβλιοκρισία για την ανθολογία ελληνικών δημοτικών τραγουδιών της Λούσυ Μ. Τζ. Γκαρνέττ, που με θεωρητική εισαγωγή του Τζ. Σ. Στούαρτ-Γκλέννι είχε κυκλοφορήσει εκείνη τη χρονιά (New Folklore Researches: Greek Folk Poesy, translated by Lucy M. J. Garnett, with Essays on Folklore by J. S. Stuart-Glennie, in two volumes, Guilford: Billing and Sons, 1896). Η βιβλιοκρισία είναι ομότιτλη του κρινόμενου έργου: «Ελληνική δημοτική ποίηση»

Το βιβλιοκριτικό αυτό άρθρο παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον. Όχι μόνο επειδή αποτελεί έκφραση των αριστοκρατικών ιδεών του Γέητς περί ποιήσεως και του, παράλληλου, μεγάλου θαυμασμού του για τη λαϊκή λογοτεχνία – χωρίς τα δύο αυτά να αποτελούν για εκείνον αντίφαση. Αλλά και για τον τρόπο που βλέπει τη δημοτική λογοτεχνική παράδοση ειδικότερα, εν προκειμένω την περίπτωση του ελληνικού, και όχι μόνο, δημοτικού τραγουδιού.

Ο Γέητς απαξιώνει τη μεταφραστική εργασία της Γκαρνέττ, και συγχρόνως διατυπώνει τη δική του αντίληψη για τη φύση και τη λειτουργία της ποιητικής μετάφρασης. Τις μεταφράσεις της Γκαρνέττ τις βρίσκει τόσο ελάχιστα ποιητικές ώστε να μην επιτρέπουν την αξιολόγηση της λογοτεχνικής αξίας του πρωτοτύπου. «Μια επιστημονική θεωρία προσωρινά μόνο ζημιώνεται από τη γλώσσα της έκθεσής της, αλλά ένα δημοτικό τραγούδι ξαναχυμένο σε κακούς στίχους χάνει το ήμισυ του επιστημονικού και όλο σχεδόν το λογοτεχνικό του ενδιαφέρον». Όμως και ως περιεχόμενο τα τραγούδια της ανθολογίας ελάχιστα τον ενθουσιάζουν, ιδίως όταν τα συγκρίνει με άλλες δημοτικές ποιητικές παραδόσεις. «Η ελληνική δημοτική ποίηση», γράφει, «φαίνεται να είναι ποίηση άκρως πολιτισμένη, με ελάχιστη από την υπεράνθρωπη ανησυχία και την εξωφρενική ομορφιά της ρουμανικής και της γαελικής λαϊκής ποίησης».

Παρ’ όλα αυτά, κατά δική του μαρτυρία, από τα ελληνικά δημοτικά εμπνεύστηκε λίγους μήνες μετά, το 1897, ένα δικό του ποίημα. Πρόκειται για το «Τραγούδι του περιπλανώμενου Αίγκους». Πηγή του Γέητς είναι το τραγούδι της Κρήτης «Τα τρία Ψαράκια». Η Γκαρνέττ το περιέλαβε στην ανθολογία της από το βιβλίο του Αντώνιου Γιανναράκη ή Γιάνναρη Άσματα κρητικά μετά διστίχων και παροιμιών (Λιψία, 1876).

Τόσο στο «Song of Wandering Aengus» όσο και στο κρητικό τραγούδι, η κεντρική ιδέα είναι η ίδια: το ψάρι που όταν το ρίχνουν στη φωτιά μεταμορφώνεται σε πανέμορφη κόρη. «The poem was suggested to me by a Greek folk song», γράφει στις σημειώσεις του, «but the folk belief of Greece is very like that of Ireland, and I certainly thought, when I wrote it, of Ireland, and of the spirits that are in Ireland.» Πράγματι η ατμόσφαιρα του ποιήματος είναι χαρακτηριστικά ιρλανδική, και ο Αίγκους στον τίτλο του Γέητς είναι ο Κέλτης θεός του έρωτα.

Ακολουθούν η μετάφραση της βιβλιοκρισίας του Γέητς, το ποίημα του ίδιου και το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που το ενέπνευσε.

(περισσότερα…)

W. B. Yeats, Στοχασμοί και αποφθέγματα

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 4 / 6 ]

~.~

Επιλογή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν, έχουν ανθολογηθεί από το εκτενέστατο δοκιμιακό έργο του ποιητή. Μολονότι παρατίθενται εδώ χωρίς προκαθορισμένη σειρά, δίνουν μια πειστική όσο και γοητευτική γεύση από τη ρώμη αλλά και τη λεπταισθησία της γεητσιανής σκέψης. – ΚΚ

~.~

Οι Έλληνες, οι μόνοι τέλειοι καλλιτέχνες του κόσμου, έστρεψαν το βλέμμα τους εντός των συνόρων τους· εμείς σαν αυτούς, διαθέτουμε μια ιστορία γεμάτη με γεννήματα της φαντασίας όσο κανενός άλλου σύγχρονου έθνους, θρύλους που ξεπερνούν σε άγρια ομορφιά, καθώς νομίζω, όλους τους άλλους πέρα απ’ τους δικούς τους· στα χώματά μας, όπως και στα δικά τους, δεν υπάρχει ποτάμι ή βουνό που να μην έχει συνδεθεί στη συλλογική μνήμη με κάποιο γεγονός ή θρύλο· την ίδια στιγμή, λόγοι πολιτικοί έχουν κάνει την φιλοπατρία μεταξύ μας, πιστεύω, ακόμη πιο έντονη από τη δική τους. Θα ήθελα οι συγγραφείς και οι άλλοι τεχνίτες μας να κάνουν δική τους αυτήν την ιστορία κι αυτούς τους θρύλους, να μνημειώσουν ετούτα τα βουνά και τα ποτάμια κάνοντάς τα και πάλι ορατά μέσ’ απ’ τις τέχνες τους, έτσι που κάθε Ιρλανδός, κι ας βρίσκεται χιλιάδες μίλια μακριά, να είναι πάντα στον τόπο του. Είτε διαλέξουν θέμα τους τον θρύλο του Καστανού Ταύρου είτε τον ερχομό του Αγίου Πατρικίου, είτε τον πολιτικό αγώνα των μεταγενέστερων εποχών, ο υπόλοιπος κόσμος είναι τόσο πολύ παρών μες σ’ όλα αυτά που η αγάπη του θα παρακινήσει τα χέρια τους όσο, ίσως, τα χέρια κάποτε των Ελλήνων τεχνιτών. Με άλλα λόγια, η Ιρλανδία θα έπρεπε να αποκαταστήσει τις αρχαίες τέχνες, τις τέχνες όπως τις έβλεπαν στην Ιουδαία, στην Ινδία, στη Σκανδιναβία, στην Ελλάδα και στη Ρώμη, σε κάθε αρχαία γη· όπως τις καταλάβαιναν όταν συνέπαιρναν λαούς ολόκληρους και όχι μια δράκα ανθρώπους που μεγάλωσαν ως προνομιούχοι αργόσχολοι και έκαναν την ερμηνεία τους επάγγελμα.

~.~

Πείστηκα να μην αναζητώ ποτέ το σκηνικό ενός ποιήματος σε άλλη χώρα παρά στη δική μου, και νομίζω πως θα μείνω πιστός σ’ αυτή μου την πεποίθηση ώς το τέλος.

~.~

Δεν υπάρχει σπουδαία εθνικότητα χωρίς λογοτεχνία και, αντιστρόφως, δεν υπάρχει σπουδαία λογοτεχνία χωρίς εθνικότητα.

~.~

Ο Αριστοτέλης λέει ότι αν δώσεις μια μπάλα σ’ ένα παιδί, δεν πα’ να κοστίζει τρεις δεκάρες, αν είναι η καλύτερη στην αγορά, είναι υπόδειγμα μεγαλείου – και το ύφος, είτε στη ζωή είτε στη λογοτεχνία, πηγάζει, νομίζω, από την υπερβολή, απ’  αυτό το κάτι πέρα και πάνω από τη χρησιμοθηρία που σφίγγει την καρδιά. Στα μεταγενέστερα ποιήματά μου το ονομάζω Βυζάντιο, από εκείνη την πόλη όπου οι αχρείαστες μορφές των Αγίων πρόβαλλαν πάνω σε χρυσό ψηφιδωτό φόντο, και ένα τεχνητό πουλί τραγουδούσε πάνω σ’ ένα χρυσόδεντρο εμπρός στον αυτοκράτορα – και σ’ ένα ποίημά μου έχω φανταστεί τα πνεύματα να κολυμπούν, καβάλα σε δελφίνια που σχίζουν τις αισθησιακές θάλασσες, για να χορέψουν στα πλακόστρωτά της.

~.~ (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Ποιήματα (Μέρος Β΄)

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 3 / 6 ]

~.~

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μέρος Β΄

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ι

Για ώρα πλανήθηκα στις αίθουσες ρωτώντας·
μια γηραιή καλόγρια απαντούσε ευγενικά·
εδώ διδάσκουμε ιστορία, εδώ ωδική,
εδώ μαθαίνουν να διαβάζουν τα παιδιά,
να κόβουν και να ράβουν, να μιλούν σωστά,
με τις μεθόδους που η σύγχρονη ζωή απαιτεί –
τα μάτια τους κοιτούσαν απορώντας
τον εξηντάρη επίσημο να τους χαμογελά.

II

Αναπολώ μιας Λήδας το κορμί, γερμένο
επάνω στη μισόσβηστη φωτιά να μου ιστορεί
πώς μια επίπληξη άγρια, πράγμα συνηθισμένο,
την ένιωσε μαθήτρια σαν τραγωδία σωστή –
να μου ιστορεί κι οι δυο μας φύσεις λίγο λίγο
να σμίγουν λες στη σφαίρα ενός νεαρού καημού
ή, παραφράζοντας του Πλάτωνα τον μύθο,
στον κρόκο και τ’ ασπράδι του ίδιου αυγού.

III

Και με τη σκέψη μου σ’ αυτό αναρωτιόμουν
ενώ τριγύρω τα παιδιά περιεργαζόμουν,
τάχα τους έμοιαζε μικρή –γιατί ακόμα
κι οι θυγατέρες ενός κύκνου έχουν κοινά
με της κοινής της πάπιας την κληρονομιά–,
τέτοιό ’χαν τα μαλλιά, τα μάγουλά της χρώμα;
Ώσπου η καρδιά μου χτύπησε σάμπως τρελή:
κι εμπρός μου στάθηκε έξαφνα, παιδί.

IV

Πώς μοιάζει τώρα αναλογίστηκα μετά –
του Quattrocento έπλασε άραγε ένα χέρι
τα μάγουλά της τα φρυγμένα, κρύο αγέρι
μπέρδεψε ετούτες τις σκιές στο πρόσωπό της;
Κι ο ίδιος, που δεν ήμουνα κι Αυτού ωραιότης,
κάποτε είχα κόμη εβένου – μα αρκετά,
να τους χαμογελάς σαν σου χαμογελούν,
πως είσαι σκιάχτρο απ’ τα καλόβολα να δουν.

V

Ποια νέα μητέρα προδομένη από το μέλι
της σάρκας, τούτη τη μορφή που στην ποδιά της
όλο παλεύει για ύπνο, κλάμα και φυγή
όπως η ανάμνηση ή η νάρκωση το θέλει,
άραγε θά ’λεγε αν έβλεπε μπροστά της
τον γιο της ξάφνου που ’χει εξηνταρίσει,
πως του αγώνα της για να τον αναστήσει
και των ωδίνων της αυτή ’ναι η ανταμοιβή; (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Ποιήματα (Μέρος Α΄)

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 2 / 6 ]

~.~

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μέρος Α΄

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

ΤΟ ΠΕΠΛΟ, Η ΒΑΡΚΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΛΕΣ

«Τι πλέκεις με τέτοιο μαλλί φωτεινό;»

«Το πέπλο σάς πλέκω της Θλίψης:
Ω σ’ όλων τα μάτια ποθώ να το δω,
και θα ’ναι το πέπλο της Θλίψης.»

«Τι φτιάχνεις με τόσα πανιά και κουπιά;»

«Τη βάρκα σάς φτιάχνω της Θλίψης:
Ω μέρα και νύχτα θα πλέει στ’ ανοιχτά,
και θα ’ναι η βάρκα της Θλίψης.»

«Τι ράβεις με τέτοιο πετσί μαλακό;»

«Τις σόλες σάς ράβω της Θλίψης,
στ’ αυτί σας το βήμα τους θα ’ναι απαλό,
το αιφνίδιο το βήμα της Θλίψης.»

Crossways  (1889)

~.~

ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ποιος σ’ όνειρο είδε ότι όνειρο είναι κι η ομορφιά;
Αν υπερήφανα πενθούν τ’ άλικα ετούτα χείλη,
πενθούν που θαύμα τέτοιο πια άλλο δεν θ’ ανατείλει,
της Τροίας τη δόξα κήδεψε μεγάλη πυρκαγιά,
παν τ’ Ούσνα τα παιδιά.

Διαβαίνει ο κόσμος, όλων μας διαβαίνουν οι καημοί:
τρέμουν οι ανθρώπινες ψυχές και σβήνουν και σκορπάνε
σαν του χειμώνα τα χλωμά νερά που αργά κυλάνε,
μα μες στων άστρων τον αφρό βαθιά θα ζει ες αεί
η άμοιαστη αυτή μορφή.

Υποκλιθείτε, αρχάγγελοι· για να βαδίσει εδώ,
πριν από σας, προτού οι καρδιές καν οι θνητές προστρέξουν
ικέτισσες στον θρόνο Του λύτρωση να γυρέψουν,
για εκείνη Εκείνος έστρωσε σαν δρόμο χλοερό
όλον τον κόσμο αυτό.

The Rose  (1893)

~.~ (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Μια γέννηση

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 1 / 6 ]

~.~

ΜΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ

Ποια στέκει εκεί με το παιδί;
Έν’ άστρο τής τρυπάει τ’ αυτί.

Ποιος φώτισε έτσι τη φασκιά;
Όχι όποιος – ο Ντελακρουά.

Τι κυνηγά ψύλλους, κοριούς;
Του Ίρβινγκ ο φτερωμένος νους.

Πώς και δεν στάζει από ψηλά;
Άπλωσε ο Λάντορ μουσαμά.

Ποιος διώχνει αγύρτες και μωρούς;
Βροντά ο Ταλμά με κεραυνούς.

Τρόμος της κόβει τη μιλιά.
Ανήλεο βλέμμα την κοιτά;

~.~

Το λίκνο της Βηθλεέμ και οι συμβολισμοί του ενέπνευσαν επανειλημμένα τον Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς και την ποίησή του. Το ποίημα «Μια γέννηση» ανήκει στα τελευταία που έγραψε και περιλαμβάνεται στα Last poems (1938-39) που δημοσιεύτηκαν μεταθανατίως. Για την εικόνα του δεύτερου στίχου, ο ποιητής σημείωνε σε άλλη περίσταση:

«Είχα στη μνήμη μου βυζαντινές ψηφιδωτές απεικονίσεις του Ευαγγελισμού, οι οποίες δείχνουν μια γραμμή τραβηγμένη από ένα αστέρι ώς το αυτί της Παναγίας. Εκείνη δέχεται τον Λόγο διά του ωτός, ένα αστέρι πέφτει και ένα αστέρι γεννιέται

Κατά τα λοιπά, ο ποιητής σχολιάζει τη Γέννηση του Χριστού μέσω της τέχνης: μνημονεύοντας τέσσερις καλλιτέχνες και συγγραφείς, τους δικούς του τρόπον τινά Μάγους που περιβάλλουν και προστατεύουν το θείο βρέφος. Κατά σειρά, τον Ferdinand-Vietor-Eugene Delacroix (1798-1863), Γάλλο ζωγράφο· τον Walter Savage Landor (1775-1864), Άγγλο συγγραφέα· τον Sir Henry Irving (1838-1905), Άγγλο ηθοποιό· και τον François Joseph Talma (1763-1826), Γάλλο ηθοποιό.

Ας προσεχθεί πάντως ιδιαιτέρως το τελευταίο δίστιχο: λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέητς υπαινίσσεται τους περίφημους στίχους του της «Δευτέρας Παρουσίας», το Θηρίο που σέρνεται ώς τη Βηθλεέμ. Ο ιστορικός κύκλος της εποχής και του πολιτισμού μας έχει ολοκληρωθεί, ο νέος πέπρωται να εγκαινιαστεί όχι με τον ερχομό ενός Θεού, αλλά ενός Τέρατος:

κι ήρθε επιτέλους ποιου σκαιού θηρίου η ώρα
στα μουλωχτά στη Βηθλεέμ να πάει να γεννηθεί;

Με τρόπο αντίστοιχο είχε περιγράψει και παλαιότερα (“Δύο τραγούδια από ένα θεατρικό”) την έλευση του Χριστού, συγκρίνοντας την Παναγία με την παρθένο Αθηνά που σπαράσσει το σώμα του Διονύσου.

Είδα να στέκει μια παρθένα που κοιτούσε
του ιερού Διονύσου τη σορό
και την καρδιά απ’ το στήθος του ανασπούσε
και την καρδιά του την παλλόμενη κρατούσε
κι ύψωνε την καρδιά του θριαμβικά·
τότε οι Μούσες ύμνησαν θερμά
τον Μέγα Ενιαυτό, λες και στον θείο χαμό
είδαν μονάχα ένα έργο θεατρικό.

Μια νέα Τροία θ’ ανατείλει και θα δύσει,
μια νέα φατρία τα κοράκια θα ταΐσει,
μιας νέας Αργώς η πλώρη θα κινήσει
για κάποιο λούσο πιο φανταχτερό.
Σε πόλεμο κι ειρήνη αφέντρα πρώτη,
στάθηκε η Ρώμη τώρα τρομαγμένη
σαν η παρθένα βγήκε η μανιασμένη
με τ’ Άστρο της απ’ τα μυθώδη σκότη.

~.~

Η παρούσα ανάρτηση είναι το πρώτο από τα συνολικά έξι μέρη του εορταστικού αφιερώματος του ΝΠ στον Γέητς. Έως την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς θα ακολουθήσουν μια ευρεία επιλογή από τα «Ποιήματα», ένα ανθολόγιο δοκιμιακών αποσπασμάτων, μια ανάρτηση για το άγνωστο εδώ σε μας ενδιαφέρον του Ιρλανδού ποιητή για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που έθρεψε δύο τουλάχιστον κείμενά του και, τέλος, μια εκτενής μελέτη για την, επίσης άδηλη αλλά εντυπωσιακή, ομοιότητα της δημιουργικής διαδρομής του μ’ εκείνην του Κωστή Παλαμά, ομοιότητα που ώθησε ήδη τον Σέημους Χήνυ να τους αποκαλέσει «παράλληλους». Αυτή η τελευταία πρωτοπαρουσιάστηκε στο πρόσφατο παλαμικό συνέδριο του Ομόδους στην Κύπρο (βλ. τώρα τον τόμο Παλαμάς και κυπριακά γράμματα, Λευκωσία 2022). Τις μεταφράσεις και τα κείμενα του Αφιερώματος υπογράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

*

Γλωσσικές νότες ξ

*

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τα μεγάλα έργα στα ελληνικά γράφτηκαν σε περιόδους γλωσσικής ποικιλομορφίας. Ο Όμηρος και η Σαπφώ, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης, ο Πλούταρχος και ο Παύλος έχουν ο καθένας το ιδίωμά του, συνήθως τη διάλεκτό του· κάποτε, όπως στους τραγικούς, ο γλωσσικός πλουραλισμός απαντάται στο εσωτερικό του ίδιου έργου, όπου αττική και δωρική μοιράζονται μεταξύ τους επεισόδια και χορικά.

Στην νεώτερη Ελλάδα συμβαίνει το ίδιο: η γλώσσα του Κάλβου και του Σολωμού, του Μακρυγιάννη και του Παπαρρηγόπουλου, του Παλαμά και του Καβάφη, του Σεφέρη και του Εμπειρίκου είναι διαμετρικά αντίθετες, τα κείμενά τους ζουν από την ένταση τη γλωσσική ανάμεσα στους δύο πόλους, τη λαϊκή λαλιά και τη λόγια παράδοση. Και εδώ όμως έχουμε συγγραφείς που κινούνται με άνεση και στον ένα και τον άλλο πόλο, όπως ο Παπαδιαμάντης, που όπως το έδειξε ο Ελύτης συνδυάζει στα διηγήματά του την γλωσσική «άκρα δεξιά» και «άκρα αριστερά» με τον πιο φυσικό τρόπο.

Όπου η ένταση αυτή κατασιγάζεται, στο Βυζάντιο λ.χ. όπου ο αττικισμός βουβαίνει τις διαλέκτους και τη δημώδη γλώσσα και επιβάλλει στην επίσημη γραμματεία ένα αποξηραμένο ιδίωμα καρφωμένο στο παρελθόν, ή στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών, όπου ο λαϊκισμός στο όνομα του δημοτικισμού αποκόπτει γλώσσα και παιδεία από τα λόγια νάματα που τις αρδεύουν, η λογοτεχνία παρακμάζει.

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

*

*

περαστικά & παραμόνιμα | 12:22

*

Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο ελληνικός τίτλος φτωχή λεζάντα κάτω από τον υπερμεγέθη τίτλο του αμερικάνικου πρωτότυπου. Λέξεις γνωστές ή και συχνόχρηστες όπως μπεστσέλλερ, Χόλλυγουντ, Πούλιτζερ, όλες λατινογραμμένες. Το ίδιο το όνομα του οίκου φραγκολεβαντίνικο: AΘΕΝΣ Bookstore – Publications, με το ναΰδριο στο πλάι κωμική υπόμνηση άραγε ποιου ελληνισμού; Λες κι ο εκδότης ντρέπεται που τυπώνει στα ελληνικά και προσπαθεί όσο γίνεται να το κρύψει.

~.~

Η πίστη ότι η θρησκεία κάποτε θα εξαλειφθεί, ότι της μέλλεται να γίνει μνήμη μακρινή μιας παρωχημένης βαρβαρότητας, είναι ισόκυρη με την πίστη ότι η ανθρωπότητα κάποτε θα αφήσει οριστικά πίσω της τη βία, το έγκλημα και τους πολέμους. Επιπλέον δε είναι και οξύμωρη, μόνο πιστοί των άθεων θρησκειών, του Λόγου, της Επιστήμης, της Προόδου ή των Φώτων, μπορούν να ισχυρίζονται ότι οι ένθεες θρησκείες είναι περιττές – ώστε να διεκδικήσουν τον θρόνο τους.

Τρεις αιώνες εκκοσμίκευσης όμως δεν μπόρεσαν να εξαλείψουν καν την πίστη των ανθρώπων στο «κακό μάτι» ή στα ωροσκόπια, πώς δικαιολογείται η τόση αισιοδοξία; Απλούστατα, δεν δικαιολογείται. Η εξαγγελία της νίκης επί του κακού είναι κι αυτή θρησκευτική, συμπεριλαμβάνεται στο πιστεύω κάθε μεταβρααμικού μεσσιανισμού, υπερβατικού ή εκκοσμικευμένου, με αυτόν τον δεύτερο να μιμείται τον πρώτο.

Αν οι λεγόμενοι «άθεοι» (άλλη μια οξύμωρη λέξη) επικρατούσαν ποτέ, θα έστρεφαν τον διαφωτιστικό φανατισμό τους ο ένας εναντίον του άλλου, τόσοι ανάγκη έχουν τον Διάβολο, τον Σατανά, που νομιμοποιεί την αξίωσή τους επί της εξουσίας. Όπως καλή ώρα γίνεται τώρα λ.χ. στους κόλπους κάθε επιστήμης που αποκτά περιστασιακά ισχύ και δημοσιότητα, όπου οι σεισμολόγοι σφάζονται με τους σεισμολόγους, οι επιδημιολόγοι με τους επιδημιολόγους, οι οικονομολόγοι με τους οικονομολόγους κ.ο.κ.

Και είναι καλό που σφάζονται! Χρειάστηκαν αιώνες για να αποτινάξουμε από πάνω μας το ιερατείο των ράσων. Δεν μας χρειάζεται ένα καινούργιο με μπλούζες ιατρικές και στηθοσκόπια.

~ . ~

(περισσότερα…)