Κώστας Κουτσουρέλης

Η σαφήνεια και η ασάφεια

Καταγραφή 2

ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

~ . ~ 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ ~ . ~

Στα 1895, οι διάσημοι ποιητές της αθηναϊκής ρομαντικής σχολής έχουν όλοι εκμετρήσει το ζην. Ο τελευταίος τους, τον ίδιο εκείνο Γενάρη: ο λαοφιλέστατος Αχιλλέας Παράσχος. Ο πολύς Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής έχει πεθάνει τρία χρόνια νωρίτερα, στα 1892. Οι ολιγόζωοι Ιωάννης Καρασούτσας και Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος έχουν εκδημήσει ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1870, οι αδελφοί Σούτσοι κάμποσα χρόνια πρωτύτερα. Παρ’ όλα αυτά, αν κρίνει κανείς από τις ανθολογίες και τις αναδημοσιεύσεις των περιοδικών, αν κρίνει μάλιστα από τις τιμές ήρωος που το έθνος επιφυλάσσει στον Αχιλλέα κατά το ξόδι του, η δημοτικότητά τους παραμένει αλώβητη. Οι φιλαναγνώστες της εποχής αγαπούν περιπαθώς την ποίησή τους, παρά τον ρητορισμό, παρά τον συναισθηματισμό, τη δημοσιογραφική προχειρότητά της συχνά, και τ’ άλλα της κουσούρια. Και δυσκολεύονται πολύ να συμφιλιωθούν με τις νέες ποιητικές τάσεις που φτάνουν στο Άστυ από τις όχθες του Σηκουάνα, τον παρνασσισμό και προ πάντων τον συμβολισμό. Ο ίδιος εκείνος Παράσχος, τους ποιητές που κομίζουν το νέο αυτό πνεύμα, τους αποκαλεί υποτιμητικά παιδαρέλια.

Είναι σ’ αυτή την περιρρέουσα  ατμόσφαιρα λοιπόν, που ένα από τα παιδαρέλια, ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης της γενιάς που αργότερα οι γραμματολόγοι μας θα αποκαλέσουν Γενιά του 1880, και όχι μόνον αυτής, ο 36χρονος Κωστής Παλαμάς παίρνει τον λόγο για να υπερασπιστεί τις αρχές τους. Αφορμή είναι «δημοσίευμά τι εν τη Αθηναϊκή Εφημερίδι των Συζητήσεων». Ο Παλαμάς το αποκαλεί «αναξίαν επίθεσιν», στόχος δε της επιθέσεως είναι μερικά σονέτα του Ιωάννη Γρυπάρη που είχαν δει πρόσφατα το φως στην Εικονογραφημένη Εστία, από των στηλών της οποίας απαντά και ο Παλαμάς.

Περί τίνος πρόκειται όμως; Τα ποιήματα εκείνα του Γρυπάρη στέκονται στους αντίποδες της ρομαντικής σχολής. Γραμμένα στη δημοτική και όχι στην καθαρεύουσα, έχουν λεκτικό και μορφή άκρως εκλεπτυσμένα. Το κύριο Καταγραφήχαρακτηριστικό τους όμως είναι ότι αποτελούν αναγνώσματα δύσκολα, θέλουν μελέτη επισταμένη και επίμονη, θέλουν το κλειδί τους το ερμηνευτικό, δεν παραδίδονται ευθύς στον αναγνώστη. Επόμενο είναι λοιπόν ότι το κοινό της εποχής, το εθισμένο στην συχνά δημοσιογραφικού τύπου «διαύγεια» των ρομαντικών, να αμηχανεί. Έτσι τα σχόλια μιλούν περί θολότητος και ασαφείας αντιποιητικής, καταπώς περίπου ο Ζαμπέλιος την εποχή του μεμφόταν τον Διονύσιο Σολωμό για τον ομιχλώδη και αλλοτύπωτον γερμανισμόν του. Ο Παλαμάς λοιπόν παίρνει τον λόγο για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Και τιτλοφορεί το κείμενό του, ένα από τα δυνατότερα κριτικά δοκίμια της γλώσσας μας, «Η σαφήνεια και η ασάφεια».

Η θέση η βασική του Παλαμά είναι κοφτή, σχεδόν προκλητική: η ασάφεια δεν είναι εξ άπαντος κουσούρι.

Ό,τι ονομάζομεν σαφήνειαν εν τη ποιήσει δεν είναι απολύτως και πάντοτε πλεονέκτημα, καθώς και ό,τι καλούμεν ασάφειαν δεν είναι απολύτως και πάντοτε ελάττωμα της ποιήσεως. Το κάλλος ποιητικών τινών αριστουργημάτων εκλάμπει διά της σαφηνείας. Αντιθέτως δε, το χαρακτηριστικόν στοιχείον του ύψους  εξ ίσου ποιητικών αριστουργημάτων είναι η ασάφεια.

Στις σελίδες που ακολουθούν, ο Παλαμάς τεκμηριώνει εν εκτάσει τη γνώμη του. Επικαλούμενος τα μεγαλύτερα κριτικά αναστήματα της εποχής, από τον Γεώργιο Μπράντες της Δανίας ώς τον Ιππόλυτο Ταιν της Γαλλίας, ονόματα που και σήμερα διατηρούν το κύρος τους, ο Παλαμάς δείχνει ότι τα γνωρίσματα εκείνα που συνδέουμε με την ασάφεια –η σκοτεινότητα, η υπερβολή, η υπαινικτικότητα, η ελλειπτική έκφραση– στα χέρια του άξιου ποιητή (και τέτοιον δηλώνει εξ αρχής ότι θεωρεί τον «άγνωστόν του κ. Γρυπάρην») είναι μέσα ποιητικά πρώτης τάξεως, φτάνει να συντονίζονται προς μιαν ομότροπη ευαισθησία. Έτσι, λ.χ., αντιπαραβάλλοντας το ιδεώδες της διαύγειας που δεσπόζει στην αρχαιοελληνική λογοτεχνία με το αντίθετό του, που σφραγίζει τα ποιητικά έργα της Παλαιάς Διαθήκης, γράφει:

Η φαντασία των Ελλήνων συγκερνάται αρμονικώς προς τον λόγον, και περιορίζει το θείον εις καθωρισμένα όρια. Ενώ όλως αντιθέτως η εβραϊκή φαντασία συνδέει το θείον προς το άπειρον. Καταμερίζουσι  οι Έλληνες τα πάντα, προβαίνουν διά της αναλύσεως, διά της λογικής, αναπτύσσουν τα πράγματα ρητορικώς, φιλοσοφικώς, μεθοδικώς. Οι Εβραίοι δεν αναλύουν, δεν λογικεύονται, δεν συμπεραίνουν κατ’ ακολουθίαν, βλέπουν μόνον εξαφνικά· οραματίζονται· δεν τους φωτίζει η λογική· τους εμπνέει το μαντικόν δαιμόνιον· δεν αναπτύσσουν τα θέματά των· αγνοούν τι σημαίνει οικονομία λόγου. Χωρούσι δι’ αλμάτων, οι λόγοι των είναι αστραπαί, περιπίπτουν διαρκώς εις παλιλλογίας, είναι ασαφείς, ούτε θέλουν να είναι σαφείς.

Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο δοκίμιο του Παλαμά και στην αισθητική και διανοητική τέρψη που εν αφθονία μάς παρέχει. Είναι προφανές ωστόσο πως ό,τι εκείνος αποκαλεί ασάφεια, στις μέρες μας το στεγάζουμε συνήθως υπό την επιγραφή της πολυσημίας. Και καθώς, ελέω του μοντερνισμού, έχουμε πια περιπέσει στο άλλο άκρο, και την πολυσημία τη θεωρούμε παντού και πάντα προτέρημα λογοτεχνικό –το κείμενο είναι μια ασταμάτητη νοηματομηχανή, δεν μας λένε οι πλατυρρήμονες θεωριοκράτες;–, επόμενο είναι και κάθε είδους δυσκολία και ασάφεια κειμενική, ακόμη και την αθέλητη και τη φαιδρή, πλέον να τη συγχωρούμε, αποδίδοντάς της μιαν υποτιθέμενη –κατά φαντασίαν– βαθύνοια.

Παρακάμπτοντάς τα όλα αυτά τα άχαρα, προτείνω εδώ να μείνουμε στην συνδυαστική, ουχί όμως και αυθαίρετη σοφία του Παλαμά, που αριστοτελικώς παραφραζομένη θα μας έλεγε εν προκειμένω ότι, οσάκις έχουμε πράγματι κάτι να πούμε, το λογοτεχνικώς ον λέγεται πολλαχώς: και Science-of-learning-languagesευθέως και πλαγίως· και εμμέσως και αμέσως· και διαυγώς και γριφωδώς· και νέτα σκέτα και περί διά γραμμάτου. Ἁρμονίη παλίντονος… Όσο για την πολυσημία την άλλη, την εκτός λογοτεχνίας, στη γλώσσα της διπλωματίας την αποκαλούμε, ως γνωστόν, δημιουργική ασάφεια. Είναι ένας τρόπος αυτός από τις διαπραγματεύσεις μας να κάνουμε ότι βγαίνουμε όλοι κερδισμένοι. Και επειδή η γλώσσα της διπλωματίας είναι η γλώσσα της πολιτικής, και γενικά η δημόσια γλώσσα, που μέσα της συνέχονται όλα τα διακυβεύματα του συλλογικού μας βίου, φυσικό είναι την ίδια αυτή «δημιουργική ασάφεια» να τη βρίσκουμε και στα ιδιώματα της θρησκείας και της ιδεολογίας, της οικονομίας και της αγοράς, στα καθημερινά μας πάρε-δώσε αλλά και στο πλείστο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών. Σε όλους αυτούς τους χώρους, η δημιουργική ασάφεια είναι ως εκ των ων ουκ άνευ: απότοκη της ανάγκης του εκάστοτε ομιλητή να βρει έρεισμα για τους ισχυρισμούς του στους όρους τους κοινολεκτούμενους, και να συνδέσει τις αξιώσεις του με ιδεώδη πιο ευρέως παραδεκτά. Υπ’ αυτή την έννοια, η πολυσημία/ασάφεια των γλωσσικών ενεργημάτων μας είναι κατάσταση ανυπέρβλητη, αντανακλά τις ες αεί ανυπέρβλητες αντιφάσεις και αντιπαλότητες των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ο μόνος χώρος όπου η πολυσημία/ασάφεια δεν βρίσκει πεδίον δόξης λαμπρόν είναι στους όρους τούς αυστηρά τεχνικούς, ιδίως των λεγόμενων ακριβών ή θετικών επιστημών. Σ’ αυτές, η μονοσημία, η κατά το δυνατόν αποκλειστική, η μονοσήμαντη φόρτιση μιας λέξης, είναι αρετή, η απόλυτη σαφήνεια πλεονέκτημα. Ο ιδεώδης επιστημονικός όρος είναι μονόσημος, ή έστω μονοσημική επιδιώκεται να είναι η χρήση του, εντός των οικείων του συμφραζομένων. Ο περιοδικός πίνακας των χημικών στοιχείων, το διωνυμικό σύστημα του Λινναίου, η ονοματολογία των ουράνιων σωμάτων, ιδίως η αρκτικολεκτική-αριθμητική, όλα αυτά στο ίδιο ιδεώδες κατατείνουν: την μονοσημική σαφήνεια.

Με αυτήν την έννοια θα λέγαμε ότι η επιστημονική-ορολογική γλώσσα βρίσκεται στους αντίποδες τόσο της κοινής μας γλώσσας, όσο και της Concept of science. Bookshelf full of books in form of tree on aγλώσσας της λογοτεχνικής, ότι αποτελεί το αρνητικό τους είδωλο. Και πάλι, είναι οι ποιητές που μας το δίνουν αυτό να το καταλάβουμε καλύτερα απ’ τους άλλους. Ξέχνα την ακριβή μετάφραση, συμβούλευε λ.χ. τον Γερμανό μεταφραστή του Άξιον εστί ο Οδυσσέας Ελύτης, που είχε σκοντάψει μεταξύ άλλων στα δημώδη ονόματα της ελληνικής χλωρίδας, όσα μνημονεύει εκεί ο ποιητής: διάλεξε λέξεις που ν’ ακούγονται καλά στη δική σου γλώσσα, ο ήχος μετράει εδώ όχι το σημαινόμενο.

Και πράγματι – το οζόνιο και το κάλλιο και το μαγκάνιο και ο χαλαζίας του Ελύτη είναι πράγματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα των χημικών και των ορυκτολόγων μας, το τιτάνιό τους είναι στους στίχους του, όπως γράφει, αποτιτανωμένο. Στη διηνεκή προσπάθειά του ο ποιητής να δώσει μορφή στο όραμά του, και την λέξη την μονόσημη ακόμη την απαλλοτριώνει, την ξανακαινουργιώνει, όπως λέει ο ίδιος στα Ελεγεία, και έτσι αλλαγμένη την αναδιανέμει πλέον στους πολλούς ως λέξη παρθένα – της δίνει οσμή και γεύση και θερμοκρασία μοναδική: τη δική του. Και μια μόνο λέξη αν υπήρχε, γράφει στις Δοκιμές ο Σεφέρης, ο ποιητής θα την έλεγε αλλιώς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομιλία στο 11ο Συνέδριο της ΕΛΕΤΟ («Γλώσσα & Ορολογία», 9-11. 11. 2017)

Advertisements

Για την κριτική του όχλου

Γκρος

~ . ~  

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~  

Ο ξεπεσμός του δήμου σε όχλο, ο εκφαυλισμός ενός λαού και η κατάληξή του σε αποφάσεις μακροπρόθεσμα αυτοκαταστροφικές, είναι από τα βασικότερα θέματα της αρχαίας πολιτικής σκέψης. Όχι μόνο στον Αριστοτέλη, αλλά και στον Πλάτωνα και τον Θουκυδίδη, η παθολογία της αγελαίας μάζας έχει κεντρική θέση.

Δεν χρειάζεται όμως να μείνει κανείς στους Αρχαίους. Στην νεώτερη ελληνική λογοτεχνία, κριτική του όχλου βρίσκει κανείς σε πλείστους όσους ποιητές μας. Στον «Ρωμιό» του Σουρή λ.χ., ποίημα-κοίτασμα εθνικής αυτογνωσίας:

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μου αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι επάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
επάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…
εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Αλλά και στον Βάρναλη του «Κύρ Μέντιου»:

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο, 
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!

Ή στον Γκάτσο της «Ελλαδογραφίας»:

Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα ’ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε τη βλακεία
στην τελευταία της κατοικία;

Κυρίως όμως στον Κωστή Παλαμά των Σατιρικών γυμνασμάτων. Στο μοναδικό αυτό βιβλίο βρίσκει κανείς μια νηφάλια, κοινωνιολογικής ακριβείας περιγραφή των νοερών άκρων εντός των οποίων κινείται διαχρονικά ο Δήμος, από το μεγαλείο ώς την καταισχύνη:

Και για μούντζα ο λαός και για λιβάνι.
Ο λαός είναι τίποτε και είν’ όλα,
είναι του εκδικητή το γιαταγάνι

κι είν’ η μαϊμού η ξεδιάντροπη, η μαργιόλα,
και η ρίζα και η κορφή, ο στερνός κι ο πρώτος,
κι εγώ κι εσύ, κι ο ανθός κι η καρμανιόλα

Για τη «σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού» έχουν μιλήσει πολλοί, με καυστικότερο όλων τον Παναγιώτη Κονδύλη το 1992 – η διατύπωση αυτή είναι δική του. Αλλά και οι σημαντικότεροι πολιτικοί καλλιτέχνες των ημερών μας, ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Αρκάς, αυτή την εξαθλίωση επέλεξαν, με μεγάλη γενναιότητα και ισόποσο προσωπικό κόστος, να κάνουν θέμα τους. Ήδη από το «Κούρεμα» και τους «Κωλοέλληνες» ο Σαββόπουλος, με τον πρόσφατο ιδιοφυή «Προφήτη» του ο Αρκάς.

Φυσικά, όπως το είδαμε κατ’ επανάληψη, και μόνο η νύξη ότι ο περιούσιος λαός μπορεί να ευθύνεται εν μέρει τουλάχιστον για τα χάλια του, αρκεί για να προκαλέσει την μήνιν όλων των παρατάξεων, και της λεγόμενης αριστεράς και της λεγόμενης δεξιάς που σπεύδουν να τον πάρουν, κι αυτόν και τις ψήφους του, υπό την προστασία τους.

Και η μεν «αριστερά» μαίνεται διότι αδυνατεί να παραδεχθεί ότι το πολιτικό υποκείμενο που κατά σύστημα εξιδανικεύει, ο λαός, μπορεί κι αυτός να καταντήσει μια εκμαυλισμένη και εκφαυλισμένη μάζα. Αν το παραδεχόταν, οχλοςθα όφειλε να αναθεωρήσει μαζί και την αφελή ανθρωπολογία της, κληροδότημα του Διαφωτισμού, που δογματίζει ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός και ότι αρκεί να τον αφήσει κανείς ελεύθερο για να ακμάσει εν αγαθότητι και δικαιοσύνη. Κάτι τέτοιο όμως θα ισοδυναμούσε γι’ αυτήν την, κατ’ επάγγελμα αισιόδοξη, αριστερά με ιδεολογική αυτοχειρία. Γι’ αυτήν την αριστέρα, αλλά και για κάθε ομόλογο λαϊκισμό, φταίχτης για τα παθήματα είναι πάντα οι Άλλοι, κατά προτίμηση οι «από πάνω» ή οι «απ’ έξω» ή οι απλώς «διαφορετικοί». Κι ας είναι ενίοτε αυτοί ακριβώς που προειδοποιούσαν για τις επερχόμενες συνέπειες.

Η δε «δεξιά» πάλι πλειοδοτεί σε μένος κατά των «υβριστών» του λαού, επειδή τον ταυτίζει αβασάνιστα με το έθνος, με την παράδοση και την ιστορία του. Καθώς τα τελευταία βάλλονται πράγματι από τους θιασώτες του εθνομηδενισμού και της παγκοσμιοποίησης, οι δικοί της οπαδοί τείνουν να πιστέψουν ότι όποιος μιλάει αρνητικά για τους σημερινούς Έλληνες, αποδομεί εν ταυτώ και την ιδέα του ελληνικού έθνους στη διαχρονία του. Όμως όταν πρόκειται για ανθρώπους όπως ο Κονδύλης, ο Σαββόπουλος, ο Αρκάς, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: η κριτική τους είναι απόπειρα, συχνά απεγνωσμένη, εθνικού φρονηματισμού όχι εθνικής αποδόμησης. Παραίνεση ανόρθωσης, όχι παραίτηση ούτε μοιρολατρία.

Χάρη στην προορατικότητα του Κωνσταντίνου Τσάτσου, εισηγητή της πλειοψηφίας το 1975, και παρά τις κοντόφθαλμες αντιδράσεις που η διάταξη ακόμη προκαλεί, το ισχύον Σύνταγμα κάνει αυτήν την κρίσιμη διάκριση μεταξύ παροδικού λαού και διαχρονικού έθνους: «Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του λαού και υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους». Σ’ αυτή τη διάκριση βασίζεται λ.χ. η αρχή της διαγενεακής αλληλεγγύης, που είναι έκφραση προβαθμιαία της διιστορικής αλληλεγγύης που διέπει τα έθνη. Παρότι κυρίαρχος ο ενεστώς λαός δεν είναι παντοδύναμος. Δεν δικαιούται χάριν της δικής του ευημερίας να υποθηκεύει το μέλλον των επιγενομένων ή να ευτελίζει την κληροδοσία των προηγούμενων.

Φυσικά η συνταγματική αυτή πρόνοια έχει χαρακτήρα ηθικής προειδοποίησης περισσότερο, παρά ευεφάρμοστης νομικής ρήτρας. Σε συνθήκες γενικευμένης παρακμής, οι πλειοψηφίες καθοδηγούνται από την αρχή της ηδονής και όχι από τη μέριμνα της αυτοσυντήρησης. Ωστόσο κι έτσι ακόμη, ως υπόμνηση δυνητική είναι ωφέλιμη. Μας θυμίζει ότι πάνω από τη δική μας ετυμηγορία, αυτή της ψήφου των επόμενων εκλογών, υπάρχει μια ετυμηγορία ανώτερη. Ότι πάνω από τα ατομικά δικαιώματά μας υφίσταται ένα ανώτερο χρέος. «Δεν κληρονομούμε τη γη από τους προγόνους μας, τη δανειζόμαστε από τα παιδιά μας», λέει μια ινδιάνικη παροιμία, που έγινε διάσημη από το οικολογικό κίνημα. Ο Κωστής Παλαμάς έχει πει το ίδιο πράγμα, και ίσως καλύτερα. Όλοι εμείς, οι παρούσες γενεές, χρωστάμε:

σε όσους ήρθαν, πέρασαν,
θα ’ρθούνε, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν
οι αγέννητοι, οι νεκροί.

Για τον Γιώργο Κεντρωτή

~ . ~ 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~

«Κρίνω» και «διακρίνω» σημαίνει πρωτίστως «συγκρίνω». Ακόμη κι όταν το πεδίο της σύγκρισης δεν είναι αυστηρά οριοθετημένο, ακόμη και όταν δεν παραβάλλει κανείς συγγραφείς συγκεκριμένους μεταξύ τους, όπως το έκανε λ.χ. ο Σεφέρης στον καιρό του με το περίφημο «Κ.Π. Καβάφης – Τ.Σ. Έλιοτ, παράλληλοι», κάθε φορά που μιλάμε για έναν ποιητή, με τον τρόπο μας συμπεριλαμβάνουμε πάντα και άλλους, ακόμη κι αν τους αφήνουμε προσώρας ακατονόμαστους, στο δυσδιάκριτο φόντο. Ιδίως μάλιστα όταν αυτός είναι ο Γιώργος Κεντρωτής,  ένας ποιητής δηλαδή που δεν εντάσσεται αρμονικά στο φόντο αυτό αλλά αντίθετα, με πολλούς τρόπους, ξεχωρίζει ή και φωνάζει τη χτυπητή του αντίθεση.

Θα ξεκινήσω με τα προφανή: ο Κεντρωτής δεν ανήκει στο ποιητικό mainstream. Το βασικό ρεύμα της σημερινής ελληνικής ποίησης το συγκροτούν επίγονοι του μοντερνισμού. Ο χαρακτηρισμός «επίγονοι» εδώ δεν είναι αξιολογικός, πόσω μάλλον απαξιωτικός, είναι απλή διαπίστωση. Τεχνοτροπικά, θεματικά, αισθητικά η ποίησή μας σήμερα έχει τις ρίζες της στα νεωτερικά ρεύματα του μεσοπολέμου, των οποίων τους τρόπους προεκτείνει άλλοτε με περισσότερη κι άλλοτε με λιγότερη επιτυχία στο τώρα.

Τώρα, μολονότι οι κριτικοί και οι ιστορικοί της λογοτεχνίας μας επιμένουν ότι όλη αυτή η μακρά περίοδος που διαδέχτηκε την αισθητική μεταπολίτευση της δεκαετίας του ’30, δεν είναι και τόσο ενιαία και συμπαγής εσωτερικά, ότι υπάρχουν εδώ κι εκεί τομές, ανά δεκαετία μάλιστα (οι πρώτοι μεταπολεμικοί, οι δεύτεροι μεταπολεμικοί, η λεγόμενη «Γενιά του ’70», η γενιά του «ιδιωτικού οράματος», οι ποιητές του νέου αιώνα, κ.ο.κ.)· και μολονότι οι διακρίσεις που εισάγουν, οι βιογραφικές και θεματικές μετατοπίσεις που διαπιστώνουν είναι ενίοτε χρήσιμες, η ουσία δεν αλλάζει: από τη δεκαετία του ’30 ώς στις μέρες μας το βασικό ρεύμα της ποίησής μας διέπεται από αξιοσημείωτη ενότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα λίγο πολύ αδιάσπαστο αισθητικό συνεχές.

Ωστόσο, από  τη δεκαετία του 1980 το αργότερο, δίπλα σ’ αυτό το κύριο ρεύμα, εμφανίζεται ένα παραπόταμο του οποίου η κοίτη έκτοτε βαθαίνει και πλαταίνει διαρκώς, ενίοτε εκβάλλοντας στην κύρια κοίτη του ποταμού και εμπλουτίζοντάς την και ενίοτε εκτρέποντάς της εντελώς από τη χαραγμένη της γραμμή. Εννοώ βεβαίως την επανάκαμψη στα γράμματά μας των αυστηρών μορφών. Πρόκειται για ένα ρεύμα, για μια τάση που εκδηλώνεται την ίδια περίοδο και σε πολλές άλλες δυτικές χώρες και συνδέεται με μια ριζική κριτική, κάποτε και με την ολοκληρωτική απόρριψη του μοντερνισμού και των πρακτικών του. Στις ΗΠΑ η κίνηση αυτή αποκλήθηκε new formalism.

Οι θιασώτες του νεοφορμαλισμού μίλησαν για τις αδυναμίες της σύγχρονης ποίησης. Υποστήριξαν ότι έχει παγιδευτεί στην τροχιά ενός όλο και πιο αναιμικού και αδιέξοδου μοντερνισμού. Η αποξένωση από το ευρύ ακροατήριο, η αγχώδης και άγονη καινοθηρία, ο εγκεφαλισμός, ο ακαδημαϊσμός, η σοβαροφάνεια, ο εξοβελισμός της μουσικότητας από το ποίημα, η πτώση της τεχνικής αρτιότητας του στίχου, η εγκατάλειψη του λυρισμού και των αφηγηματικών τρόπων ήταν μερικά μόνο από τα σημεία όπου στάθηκε η κριτική τους. Απέναντι σ’ αυτά τα παθολογικά συμπτώματα, υποστήριξαν, η αναβίωση των παραδοσιακών μορφών θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να αποδειχθεί δραστικό αντίβαρο.

Τώρα, ειδικά για μια ποίηση όπως η ελληνική, που φαινόταν να έχει κόψει σχεδόν ολοκληρωτικά το νήμα που τη συνέδεε με την προνεωτερική ποιητική παράδοση (πράγμα που δεν συνέβη στον ίδιο βαθμό σε άλλες λογοτεχνίες, όπως λ.χ. η γερμανική, η ρωσσική, η ισπανική), η επιστροφή αυτή στις αυστηρές μορφές ασφαλώς κάτι δηλώνει. Και αν αναλογιστούμε ότι η χρονική περίοδος για την οποία μιλάμε, χαρακτηρίζεται από παντελή απουσία συλλογικών κινήσεων και πρωτοβουλιών στα ποιητικά μας πράγματα, τότε η διαπίστωση ότι ένα τόσο ευρύ φάσμα συγκαιρινών μας ποιητών όλων των γενεών στράφηκε ταυτόχρονα προς παράλληλες μορφικές αναζητήσεις, αποκτά ειδικό βάρος.

Αυτό που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η αξιοσημείωτη επίδραση που άσκησαν και ασκούν οι ποιητές αυτοί στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, αλλά και στην ερμηνεία της. Έτσι, χάρη σ’ αυτούς, τα τελευταία χρόνια είδη ολόκληρα όπως η περιστασιακή, η αφηγηματική, η σατιρική και κωμική ποίηση ανατιμώνται, οι έμμετρες μεταφράσεις γνωρίζουν ποιοτική και ποσοτική άνοδο, ποιητές λόγιοι δείχνουν ξανά ενδιαφέρον για μορφές λαϊκότερες όπως το τραγούδι. Επιπλέον, προνεωτερικοί δημιουργοί επανέρχονται στο προσκήνιο και διαβάζονται ως σύγχρονοί μας.

Ο Κεντρωτής εντάσσεται σ’ αυτό το νεοφορμαλιστικό ρεύμα, αν όχι ήδη με το ποσοτικά εκτενέστερο, πάντως με το αξιολογότερο τμήμα του ποιητικού του έργου, από την πρώτη του συλλογή (Με απ’ όλα μέσα, 2006) ώς την τελευταία (Ορίτζιναλ μαϊμούδες, 2016). Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο παρεμβάλλονται άλλες τρεις (Εκατόν δύο ματς, 2008· Παρέλαση, 2009· Ο κόσμος καρναβάλι, 2013), όλες στη σειρά «Λάλον ύδωρ» των εκδόσεων Τυπωθήτω. Είτε όταν γράφει, είτε όταν μεταφράζει (αυτά τα δύο είναι στην περίπτωσή του συχνά σκανδαλωδώς δυσδιάκριτα) ο Κεντρωτής διαθέτει ένα ολόκληρο ρεπερτόριο από είδη και τρόπους. Έτσι έχει κατά καιρούς ασκηθεί σε σονέττα, σεστίνες και διπλοσεστίνες, παντούμ, επιγράμματα, δεκαπεντασύλλαβους, τραγούδια, παραλογές, μπαλλάντες, ωδές – σ’ όλη σχεδόν τη γκάμα των παραδοσιακών μορφών. Ο Κεντρωτής χειρίζεται όλες αυτές τις μορφές με ανανεωτική και παιγνιώδη διάθεση, αρέσκεται να δημιουργεί συνεχώς νέες παραλλαγές τους. Έχει μάλιστα δημιουργήσει και μια δική του στιχουργική μορφή εννιάστιχη, το νονέτο.

Στον Κεντρωτή, η τεχνική δεξιότητα, η στιχουργική άνεση είναι στοιχείο διακριτικό γενικό της γραφής του. Σε αντίθεση με άλλους ποιητές της αυστηρής φόρμας που εμπνέονται λ.χ. από την εκφραστική γραμμή της δημοτικής ποίησης (Μπράβος, Γκανάς, Κοσμόπουλος), ή από την καλλιεργημένη γλώσσα του επτανησιακού ή του μεσοπολεμικού αστικού λυρισμού (Αλεξάκης, Καψάλης, Κοροπούλης), ή από την απελευθερωμένη στιχουργική που εδώ σε μας πρωτόφερε ένας Καρυωτάκης (Φώκας, Βαγενάς, Μαρκίδης) ή τέλος από το μεγαλήγορο παράδειγμα μεμονωμένων ποιητών του παρελθόντος: του Παλαμά ή του Σικελιανού, των Ευρωπαίων συμβολιστών και ρομαντικών ή των αρχαίων λυρικών (Δ. Σολδάτος, Θ. Βολκώφ, Γ. Βαρθαλίτης), σε αντίθεση λοιπόν προς όλους αυτούς ο Κεντρωτής συγγενεύει με εκείνο το εκφραστικό ρεύμα που στη Γαλλία ονομάστηκε ποίηση των φανταιζί και στην Ελλάδα βρήκε σπουδαίους συνεχιστές στο πρόσωπο δημιουργών όπως ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Νίκος Καββαδίας ακόμη και ο όψιμος Μανόλης Αναγνωστάκης, ως ψευδώνυμος Μανούσος Φάσσης. Στοιχεία τέτοια, φανταιζί, βρίσκουμε και σε ποιητές ελευθερόστιχους, όπως ο Νίκος Εγγονόπουλος, που δίχως άλλο ανήκει στους προδρόμους του Κεντρωτή.

Ο Κεντρωτής, από κοινού με τον φίλο του και συνοδοιπόρο, τον εκλιπόντα Νίκο Παπαδόπουλο αλλά και σε σύμπτωση με άλλους ποιητές μας συγκαιρινούς όπως είναι ο Ηλίας Λάγιος, ο Γιάννης Ευσταθιάδης και ο Δημήτρης Αρμάος μπορούν να να συστεγαστούν νομίζω σ’ αυτή την κατηγορία των νεοφανταιζί ποιητών. Η εκφραστική τους εξαρχής και συνειδητά υπερβάλλει, είναι λεξιλογικά πληθωρικοί, στιχουργικά υπερκλεπτισμένοι, συχνά ξενόγλωσσοι και ποικιλόγλωσσοι μέσα στο ίδιο ποίημα – γενικά αφήνουν συχνά το προβάδισμα στην επιδίωξη του ύφους και στο μέτρο αυτό μπορούν να ονομαστούν στυλίστες, όχι θεματογράφοι. Ο κόσμος των ποιημάτων του Μπόρχες με τη μπαρόκ, δαιδαλώδη του φρασεολογία και την υπερεκλεπτυσμένη καλλιέργεια της αυστηρής μορφής είναι ένα διεθνές ανάλογο. Και του Μπόρχες το ίχνος είναι νομίζω ορατό στα ποιήματα του Κεντρωτή.

Η ποιητική γλώσσα του Κεντρωτή είναι λοξή. Εξαρχής αρνείται την τρέχουσα κοινή νεοελληνική, των εφημερίδων και των ΜΜΕ. Όχι μόνο στα ποιήματά του, αλλά και στα επιστημονικά του κείμενα και στις μεταφράσεις του, η γλώσσα του  Κεντρωτή βοά την άρνησή της να συμμορφωθεί με την καθομιλουμένη, η σύνταξή του είναι δαιδαλώδης, η στίξη του λαβυρινθώδης. Στοιχεία διαλεκτικά, τύποι παλαιοδημοτικοί και νεοκαθαρεύοντες, ξενισμοί, νεολογισμοί και αργκοτισμοί συμπλέκονται στα κείμενά του. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την φανταιζίστικη στιχουργία του κάνουν τα κείμενά του αναγνωστικά δύσκολα κάποτε. Ο αναγνώστης πρέπει να τα συνηθίσει. Ωστόσο, δεν πρόκειται εκ προοιμίου για κείμενα αξεδιάλυτα και γριφώδη όπως είναι πολλά τέτοια του μοντερνισμού.

Ένα άλλο γνώρισμα της ποίησης του Κεντρωτή, που τον συμπλησιάζει στους νεοφαρμαλιστές, είναι, η λέξη ίσως παραξενέψει, το κέφι. Όμως τι σόι λογοτεχνική έννοια είναι αυτό το κέφι, θα ρωτήσει κανείς; Κέφι στα μάτια μου είναι πρώτα απ’ όλα εκείνη η πρωτογενής αγάπη για τη λέξη, που δεν έχει σκιαστεί ακόμη από τον γλωσσικό σκεπτικισμό που έσπευσε να ασπαστεί σε μεγάλο μέρος του ο νεωτερικός 20ός αιώνα, από τον Χόφμαννσταλ ώς τον Πάουλ Τσελάν και εντεύθεν, ή που αυτόν τον σκεπτικισμό τον έχει πλέον ξεπεράσει. Μολονότι άριστος γνώστης, μελετητής και μεταφραστής τέτοιων συγγραφέων, μολονότι θεωρητικός της γλώσσας ο ίδιος επαγγελματίας, ως εκ της πανεπιστημιακής του απασχόλησης, ο Κεντρωτής δεν έχει μολυνθεί διόλου από τους ενδοιασμούς τους.

Ο Κεντρωτής παθαίνεται με τη γλώσσα· πρέπει να τον δει κανείς πως σκαρφίζεται μια ομοιοκαταληξία, πώς σπάζει μια λέξη σε έναν διασκελισμό, πώς με ενθουσιασμό παιδιού ανασύρει μια λέξη παλιά ή πλάθει μια καινούργια. Γενικά, στα ποιήματά του ανασαίνει κανείς μια φρεσκάδα, μια χαρά αρυτίδωτη, μια –με την πρώτη σημασία του όρου– ζωογόνο αφέλεια. Δεν θα παραπέμψω στον ορισμό της αφέλειας του Σίλλερ, μου αρκεί εδώ η παρατήρηση ενός σύγχρονού μας λαμπρού Αμερικανού ποιητή, πρωτόβουλου κι εκείνου του νεοφορμαλισμού, του Ντέηνα Τζόϊα: «Ο ποιητής χρειάζεται την αφέλεια όσο και την υποψία», γράφει ο Τζόϊα. Τη δεύτερη, ασφαλώς, για να ελέγχει την αλήθεια των πραγμάτων. Είναι όμως η πρώτη που δίνει στη γλώσσα του δύναμη και φτερά.

Είναι αυτό το αέναο και αξιοζήλευτο κέφι που διαπερνά τον λόγο του Κεντρωτή εξίσου όταν επιδίδεται στη σάτιρα, όταν σχολιάζει στιχουργικά μια επικαιρική υπόθεση, όταν συνθέτει ένα τραγούδι που υμνεί τον ιοβόλο γυναικείο ερωτισμό, όταν μεταγράφει τους πονεμένους στίχους ενός αργεντίνικου τάνγκο. A propos: Σάτιρα, περιστασιακό ποίημα, τραγούδι, αφήγηση – πόσο τυχαίο είναι ότι αυτά ακριβώς τα είδη παρήκμασαν την περίοδο του κλασσικού μοντερνισμού; Και δεν είναι τυχαίο ότι αναβιώνουν σήμερα μαζί με την επιστροφή των αυστηρών μορφών.

Θα κλείσω μεταγράφοντας εδώ δύο στιγμιότυπα της γραφής του, από την ενότητα εκείνη του τελευταίου του βιβλίου που φέρει τον τίτλο ακριβώς: «Στιγμιότυπα». Το υπ’ αριθμόν Ι.:

Καθόταν σταυροπόδι στο σκαμπό της
και γυάλιζαν οι γάμπες της στο ημίφως·
μ’ ένα στυλό και μπελλαντόνας ύφος
χτυπούσε ρυθμικά το γόνατό της.
Πουαντιγιέ ταμπλώ βιβάν και πρώτης
γραμμής ντεσέν ο εικαστικός της γρίφος
κονόμαγε, σαν νά ’ταν τοκογλύφος,
υπεραξία απ’ το παρουσιαστικό της.

Στο δρόμο, απ’ έξω, εκόρναρε το 100 –
σειρήνισμα ατρακτοειδώς φευγάτο.
Πετραρχιανό ριμάρισμα ελατό
στου Βαμβακάρη τη φωνή αποκάτω·
σα ζουμπουλάκια ελάμπαν τα ματό-
κλαδά της: fior’ tra l’erba in ciascun prato.

Και το υπ’ αριθμόν VI., που έχει επιπλέον το προσόν να μας φανερώνει τη μεταφραστική ποιητική του Κεντρωτή.

Ενώ με μεταφράζεις (μού ’πε ο Μπρεχτ μες στ’ όνειρό μου),
σε βλέπω που κολλάς στις λέξεις μου με αδιαλλαξία.
Αν λέξεις-σκέψεις πρόσθετες δικές σου, στην αξία
των στίχων μου θα πρόσθετες αξία. Το υλικό μου

για μπούσουλα και δείχτη δές το. Και όχι με του νόμου
τη νόρμα ή τις συνέπειες. Κι εγώ την αταξία
εξ άλλου επρέσβευα παντού, και πάντα υπεραξία
ιδεών αντλούσα μέσ’ απ’ τη διαλεκτική του δρόμου.

Γι’ αυτό σου λέω: μ’ αρέσει η προδοσία του κειμένου·
μου αποδεικνύει πως σε βάθος μ’ έχεις καταλάβει.
Εν αμφιβόλω θέτε τα γραπτά μου, προκειμένου
τη γλώσσα μου να βάλεις στη δικιά σου να μιλήσει!
Σ’ αυτό όσοι από ποιητική νογάν δεν βλέπουν βλάβη.
Εσύ γνωρίζεις την καλύτερη για μένα λύση.
Τί λέω εγώ το πιάνει αυτός που θα με αμφισβητήσει·
τους όμοιους μας τούς νοιάζει νά ’ν’ ελεύθεροι, όχι σκλάβοι.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
Ομιλία στο Μέγαρο Μουσικής, 21 Μαρτίου 2014, ξανακοιταγμένη

Για μια λιτή ευημερία

Αποτέλεσμα εικόνας για austerity

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο μεγαλύτερος μύθος που έθρεψε η κρίση είναι εκείνος της «λιτότητας». Αν λιτότητα είναι να ξοδεύεις λιγότερα απ’ όσα βγάζεις και να ξεχρεώνεις τα δανεικά, τότε τέτοια πολιτική δεν εφαρμόστηκε ποτέ και πουθενά όλ’ αυτά τα χρόνια. Κάθε άλλο μάλιστα!

Από το 2008 έως σήμερα, το παγκόσμιο χρέος εκτοξεύθηκε κατά 30%, ξεπερνώντας τα 230 τρισ. δολλάρια και αγγίζοντας το 300% του πλανητικού ακαθάριστου προϊόντος! Οι φερόμενοι ως πρωταθλητές της «λιτότητας» Γερμανοί κατάφεραν να μειώσουν μεν το δημόσιο χρέος τους κατά 1,4% το 2013 (για πρώτη φορά από το… 1950), όμως όλο και περισσότεροι συμπατριώτες τους για να διατηρήσουν ψηλά το επίπεδο της κατανάλωσης χρεώνονται ιδιωτικά. Σε μερικές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά που καμαρώνουν ότι, σε αντίθεση με τις χώρες του Νότου, κρατούν το δημόσιο χρέος υπό έλεγχο, το ιδιωτικό τους χρέος είναι πολύ μεγαλύτερο του αντίστοιχου ελληνικού. Πάνω από 240% του ΑΕΠ χρωστούν τα δανικά νοικοκυριά, σχεδόν 220% του δικού τους ΑΕΠ τα ολλανδικά.

Τι σόι «λιτότητα» είναι αυτή λοιπόν; Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και το σκάσιμο της ιαπωνικής φούσκας των ακινήτων (τότε που τα Αυτοκρατορικά Ανάκτορα στο Τόκυο έφτασε να έχουν αγοραία αξία υψηλότερη απ’ όλα τα ακίνητα της Καλιφόρνιας μαζί!), οι κεντρικές τράπεζες του κόσμου επιδόθηκαν σε μια εξωφρενική κούρσα, πρωτοφανή στην ιστορία της οικουμένης, μ’ έναν σκοπό: να κρατήσουν την παράλογη, την εξωφρενική φυσαλίδα της κατανάλωσης άθικτη. Από τον Γκρήνσπαν ώς τον Ντράγκι σε σύμπνοια αγαστή μηδένισαν, ή και έριξαν κάτω από το μηδέν, τα επιτόκια (τιμωρώντας έτσι τους αποταμιευτές και αβαντάροντας τους άσωτους), πολλαπλασίασαν ανεύθυνα τις ποσότητες του κυκλοφορούντος χρήματος (η λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση»), έφτασαν στο σημείο να συζητούν να ρίξουν χρήμα «με το ελικόπτερο»…

Η έκβαση; Τροφοδότησαν τη μια κρίση μετά την άλλη. Το 1990 κατέρρευσε πρώτο το χρηματιστήριο στο Τόκυο. Οι Ιάπωνες έριξαν άφθονα γεν στην αγορά για να σταθεροποιήσουν την κατάσταση, τα οποία εξαγόμενα προκάλεσαν τη φούσκα της Νοτιοανατολικής Ασίας που με τη σειρά της οδήγησε στο κράχ της Κορέας, της Ινδονησίας, της Μαλαισίας και άλλων χωρών της περιοχής το 1997. Το πληθωριστικό χρήμα κατέφυγε αυτή τη φορά στις «ασφαλείς» ΗΠΑ όπου με τη βοήθεια των χαμηλών επιτοκίων της Fed έθρεψε την επόμενη φούσκα, των Dotcom και του NASDAQ, που έσκασε τον Μάρτη του 2000. Και πάλι ο Γκρήνσπαν και η Fed αντέδρασαν με τον μόνο τρόπο που ήξεραν: ρίχνοντας τα επιτόκια και πλημμυρίζοντας την παγκόσμια αγορά με φτηνό χρήμα.

Με τη βοήθεια εν τω μεταξύ και του ευρώ (που κατέστησε «αξιόχρεες» ακόμη και χώρες-παραγωγικές ερήμους όπως η Ελλάδα, μπουκώνοντάς τες με δάνεια), η συνέχεια ήταν αναμενόμενη: η στεγαστική φούσκα του 2007, η Lehman Brothers, η κρίση χρέους στην Ευρώπη, οι αλλεπάλληλες φούσκες στις αγορές πρώτων υλών, ακόμη και επισιτιστικές κρίσεις στον πάλαι ποτέ Τρίτο Κόσμο λόγω του εξαγόμενου πληθωρισμού…

Για ποια «λιτότητα» που καταστρέφει τάχα τη ζωή των ανθρώπων μιλάμε λοιπόν; Ήταν η περίσσεια χρήματος που μας οδήγησε εδώ. Αυτή ευθύνεται καί για το τεράστιο άνοιγμα της εισοδηματικής ψαλίδας στο εσωτερικό της Δύσης καί για την παρακμή της πραγματικής παραγωγικής οικονομίας. Διότι οι χαμηλοί τόκοι και η ποσοτική χαλάρωση ευνοούν όχι τους ενδεείς, ούτε τους πρεκάριους, αλλά τους έχοντες και τους κατέχοντες. Και τους κατευθύνουν σε κινήσεις μεσοπρόθεσμα καταστροφικές για τους πάντες.

Γιατί να επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, γιατί να δημιουργήσεις και να συντηρήσεις θέσεις εργασίας, γιατί να στήσεις μια έντιμη και χρήσιμη δουλειά όταν αγοράζοντας μετοχές και ακίνητα βλέπεις το κεφάλαιό σου να πολλαπλασιάζεται με ασύγκριτα υψηλότερους ρυθμούς; Ο DAX της Φρανκφούρτης λ.χ. αυξήθηκε από το 2009 κατά 220%, όταν η πραγματική γερμανική οικονομία μεγεθύνθηκε μόλις κατά 14%. Τα ίδια ακριβώς γίνονται στις ΗΠΑ όπου η αδιανόητη φούσκα που δημιούργησε ο Ομπάμα (επί της θητείας του οποίου το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ διπλασιάστηκε) γιγάντωσε αφενός μεν τη σπέκουλα του χρηματιστηρίου, που σπάει το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, αφετέρου δε την οργή της μέσης τάξης που εγκαταλειμμένη στην τύχη της στράφηκε προς τον χυδαίο λαϊκισμό ενός Τραμπ.

Πίσω από τα νούμερα αυτά, κρύβεται μια αλήθεια που όλες οι πολιτικές παρατάξεις (ακόμη και οι λεγόμενες αριστερές που υποτίθεται ότι αντιπολιτεύονται τον καπιταλισμό – ιδίως μάλιστα αυτές) την τρέμουν. Όπως όλα τα ανθρώπινα, η ευμάρεια, η «ανάπτυξη», η ίδια η Υπεραγία Κατανάλωση έχει όρια. Όρια ψυχικά, δημογραφικά, κοινωνικά, όρια αξεπέραστα. Υπάρχει σημείο κορεσμού. Χώρες όπως η Ιαπωνία δείχνουν ότι το σημείο αυτό ο ανεπτυγμένος κόσμος το προσεγγίζει ταχύτατα, ενδεχομένως το έχει ήδη ξεπεράσει. Το αίτημα της λιτότητας, της μείωσης δηλαδή της αλόγιστης κατανάλωσης στο φυσιολογικό, σ’ αυτό που επιτρέπουν οι πραγματικές δυνατότητες οι δικές μας και η οικολογική αντοχή του πλανήτη, θα ‘πρεπε να είναι όχι ο μπαμπούλας της λεγόμενης «αριστεράς», αλλά το κύριο, το κινητήριο σύνθημά της. Όπως και των αυτοαποκαλούμενων «συντηρητικών» άλλωστε – συντήρηση χωρίς προηγούμενη αυτοσυντήρηση δεν νοείται.

Μια τέτοια αλλαγή πλεύσης θα έκλεινε μεταξύ άλλων την εισοδηματική ψαλίδα και το πελώριο χάσμα μεταξύ του λαού και των ελίτ που απειλεί να τινάξει στον αέρα την κοινωνική συνοχή στην Αμερική και την Ευρώπη. Μια νέα ισορροπία, ισορροπία σε χαμηλότερο καταναλωτικό επίπεδο αλλά ταξικά δικαιότερη, περιβαλλοντικά βιώσιμη και ψυχικά ευεργετική, μια νέα «λιτή ευημερία», όπως την αποκαλεί στη δική του γλώσσα ένας καλλιτέχνης πολύ πιο πολιτικός από τους πολιτικούς μας, ο Χρήστος Μποκόρος, θα ήταν τότε ξανά εφικτή.

Για κάτι τέτοιο όμως χρειαζόμαστε πρώτα μια πνευματική μεταστροφή κολοσσιαίων διαστάσεων. Στην ουσία, μιαν επανάσταση. Από την ύβριν, την αναρχοφιλελεύθερη αναίδεια του τύπου «Τα θέλουμε όλα και τα θέλουμε τώρα!», («Greed is good»,  έλεγε ειλικρινέστερα ο Γκόρντον Γκέκο) θα πρέπει να επιστρέψουμε στην παλιομοδίτικη, τη διακωμωδούμενη από τους φαιδρούς αλλά πάντοτε στέρεη σοφία του «εκ εν τω πολλώ το ευ». Από το μονοφόρι τού τάχα μου «πολυπολιτισμικού» One World, στις «ποικίλες στοχαστικές προσαρμογές» της ζείδωρης τοπικότητας, της εθνικής και της κοινοτικής πολυμορφίας. Από τη λατρεία του γιγαντώδους, στην ανατίμηση του μέσου και του μικρού.

Είμαστε για όλα αυτά ικανοί; Πιθανότατα όχι. Ο homo sapiens δεν είναι δα τόσο έμφρων ώστε να μπορεί να συλλαμβάνει και να επιλύει με τρόπο συλλογικό και συντεταγμένο προβλήματα αυτής της κλίμακας. Από την άλλη πλευρά, είναι το μόνο ον που μπορεί να ονειρεύεται το μέλλον. Και τη σημερινή δυστοπία ακόμη, κάποιοι την ονειρεύτηκαν κάποτε. Ας έχουμε πίστη λοιπόν στη δύναμη του αντίδρομου, του ανορθωτικού, του αναρρωτήριου ονείρου. Στο κάτω κάτω, τι άλλο μας μένει;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Μαύρη επέτειος

Αποτέλεσμα εικόνας για euro crisis

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Για την Ευρώπη, η σημερινή επέτειος είναι μαύρη. Συμπληρώνονται 25 χρόνια από την 7η Φεβρουαρίου 1992, την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ και τη θέσπιση του ευρώ.

Mε πρόθεση να δαμάσουν την επανενωμένη Γερμανία, ένα τέταρτο του αιώνος πρωτύτερα, οι Μιττερράν και Ντελόρ αποπειρώνται τη φυγή προς τα εμπρός. Σκοπός τους είναι να αφαιρέσουν από τον πάντοτε επίφοβο εταίρο τους το κρίσιμο όπλο της οικονομικής του ισχύος: το μάρκο. Οι ίδιοι οι Γερμανοί είναι αντίθετοι, ακόμη και ο Κολ βλέπει το πράγμα ως αναγκαία θυσία χάριν της Επανένωσης. Η ειρωνεία είναι μεγάλη, Γάλλοι και Γερμανοί καμώνονται ότι οραματίζονται από κοινού το μέλλον της ηπείρου, την ώρα που αποκλειστικό κριτήριο των αποφάσεών τους είναι το στενό εθνικό τους συμφέρον.

Η έκβαση είναι η ακριβώς αντίθετη από την προβλεπόμενη. Ελλείψει αντιβάρου, η ευρωζώνη γίνεται η πίσω αυλή του Βερολίνου. Το ίδιο αποδεικνύεται ανέτοιμο να χειριστεί τη νέα εξουσία που επωμίζεται. Μετά από έναν σύντομο μήνα του μέλιτος και των ψευδαισθήσεων, με το ξέσπασμα της κρίσης, η πρώτη σύμπνοια εξανεμίζεται. Η ψαλίδα μεταξύ Βορρά και Νότου ανοίγει διαρκώς, ο ζουρλομανδύας του κοινού νομίσματος απαγορεύει την ευέλικτη προσαρμογή, το «one size fits all» γίνεται δόγμα, και το Παρίσι από δυνάμει ελεγκτής της Γερμανίας καθίσταται κομπάρσος και ουραγός. Η ετερογονία των σκοπών.

Σήμερα, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας του ευρώ, ο αντευρωπαϊσμός σαρώνει, οι λεγόμενοι λαϊκιστές (που όμως στα της ΟΝΕ αποδείχθηκαν πολύ πιο εύστοχοι στις προβλέψεις τους από τους «σοβαρούς» αντιπάλους τους…) προελαύνουν, η ΕΕ παραδέρνει μεταξύ Brexit και Grexit και Nexit και Frexit, οι Ρώσσοι και οι Αμερικανοί χαιρεκακούν.

Δεν είναι η πρώτη φορά φυσικά που ένα καλοπροαίρετο, ένα ευγενές σχέδιο οδηγεί στην αποτυχία. Αυτή είναι η μοίρα του τυφλού ιδανισμού, κάνει το κακό στην προσπάθειά του να βοηθήσει. Στη βάση του ευρωναυαγίου βρίσκεται τόσο η εξωπραγματική αισιοδοξία όσο και η έπαρση, η υπερτίμηση της υψηλής πολιτικής, η αυταπάτη ότι μπορούμε να υπερβούμε χάσματα πολιτισμικά (γιατί αυτά ορίζουν την οικονομία, και όχι το αντίστροφο) αιώνων.

Τώρα η Ευρώπη βρίσκεται στο σταυροδρόμι. Η μία λύση είναι, κλείνοντας τα μάτια στην πραγματικότητα και εγκαταλείποντας τους βραδυπορούντες στην τύχη τους, να αποτολμήσει το απονενοημένο διάβημα προς τον φεντεραλισμό, όπως επιμένουν οι αδιόρθωτοι. Χωρίς να καταλαβαίνουν ότι σε αυτή την περίπτωση, η καταστροφή που θα φέρουν ίσως αποδειχθεί τρισχειρότερη από αυτήν του ευρώ. Χωρίς ευρωπαϊκό Δήμο, χωρίς κοινή δημόσια σφαίρα, χωρίς σαφή και από κοινού προστατευόμενα εξωτερικά σύνορα, χωρίς ευρεία συναίνεση στα ζητήματα της μετανάστευσης, του κοινωνικού κράτους, της εισοδηματικής ανισότητας, χωρίς προηγούμενη συμφωνία δηλαδή στα επείγοντα και στα πρωτεύοντα, μια ακόμη πιο ενωμένη Ευρώπη θα είναι πύργος στην άμμο, παιχνίδι βολικό στα χέρια των μαθητευόμενων μάγων του Βερολίνου και των Βρυξελλών.

Ο άλλος δρόμος, ο μόνος βιώσιμος, μολονότι τώρα πια ανηφορικός και δύσκολος, είναι η συντεταγμένη υποχώρηση. Η αποδέσμευση από το ευρώ με κοινή απόφαση των μελών του και με ισοβαρή και δίκαιη κατανομή τού ούτως ή άλλως τεράστιου κόστους που θα προκύψει. Η εγκατάλειψη των υπερφίαλων στόχων του Μάαστριχτ και των μετέπειτα συνθηκών. Η επιστροφή σε μια γκωλλική Ευρώπη, «κάτι παραπάνω από συμμαχία, κάτι παρακάτω από ομοσπονδία». Ο επαναπροσεταιρισμός της Βρετανίας, της μόνης ευρωπαϊκής δύναμης που έβλεπε το ενωσιακό εγχείρημα ρεαλιστικά. Η οικοδόμηση της Ένωσης αυτή τη φορά εκ των κάτω, από τα στοιχειώδη και τα κρίσιμα: την πολιτική της άμυνας και της ασφάλειας. Η υιοθέτηση της αρχής της ευελιξίας και των πολλαπλών ταχυτήτων σε όλα τα ζητήματα που άπτονται της νομισματικής, της δημοσιονομικής και της εισοδηματικής πολιτικής. Η αναγνώριση του θεμελιώδους βάρους των εθνών και των εθνικών κρατών στον κόσμο του 21ου αιώνα. Η αντιμετώπιση της ισλαμικής απειλής. Η διεκδίκηση ενός εξισορροπητικού, μεσολαβητικού ρόλου μεταξύ Ρωσσίας και Αμερικής σε μια μεγαλεπήβολη γεωπολιτική αναδιάταξη που θα ξαναδώσει στη Δύση το πραγματικό ιστορικό, πολιτισμικό και γεωγραφικό της εύρος, από το Λος Άντζελες ώς το Βλαδιβοστόκ.

Ποιον δρόμο θα επιλέξει η Ευρώπη; Φοβάμαι κανέναν. Η αβουλία είναι γενική, η κωλυσιεργία και η χρονοτριβή μόνες ανθούσες πολιτικές τακτικές. Και όσο οι εν τοις πράγμασι υπονομευτές της, οι φεντεραλιστές, περνιούνται για οπαδοί της Ευρωπαϊκής Ιδέας, καμιά βελτίωση δεν είναι δυνατή. Έτσι το πιθανότερο είναι ότι θα εξακολουθήσουμε να σερνόμαστε ώς την μοιραία κατάληξη. Παρ’ όλα αυτά: η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομπάμα: Η ελπίδα που αστόχησε

Αποτέλεσμα εικόνας για obama can we

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Μέγας ανακινητής συναισθημάτων και παθών, λαμπρός δημεγέρτης και ρήτορας, πολιτικός καλλιεργημένος όσο ελάχιστοι, διανοούμενος πραγματικός, ο Μπαράκ Χουσσεΐν Ομπάμα ως Πρόεδρος των ΗΠΑ υπήρξε αναντίρρητα άνθρωπος ευγενικών προθέσεων. Αν οι ιδέες του είχαν μεγαλύτερη συνάφεια με την πραγματικότητα θα άφηνε ασφαλώς σπουδαίο έργο. Όμως οι ιδέες του ρίζωναν σε μια άλλη εποχή, αυτή της πρώτης μεταπολεμικής και της πρώτης μεταψυχροπολεμικής φιλελεύθερης και προοδευτικής αισιοδοξίας. Και με την αναπόφευκτη αδυναμία του να τις εφαρμόσει σ’ έναν κόσμο απείρως πολυπλοκότερο, ήταν επόμενο να προσκρούσει σε όρια.

Ιδίως στην εξωτερική του πολιτική, ο Ομπάμα έπεσε θύμα του απλουστευτικού ιδεαλισμού του. Όπως ο Μπους ο νεώτερος, πίστεψε ειλικρινά ότι με την πολιτική των παρεμβάσεων, με τις πορτοκαλόχροες επαναστάσεις και τις αραβικές ανοίξεις, με το κατακεραύνωμα της τυραννίας θα προήγαγε την υπόθεση της δημοκρατίας στη Συρία, την Ουκρανία, την Λιβύη και αλλού. Όπως ο Μπους με τον Σαντάμ, δεν διέκρινε ότι εκτός από τους Καντάφι και τους Ασάντ και τους Γιανουκόβιτς αυτού του κόσμου υπάρχουν δυνάμεις πολύ πιο σκοτεινές και απρόβλεπτες, ότι οι Πλατείες Ταχρίρ και Μαϊντάν εξεγειρόμενες δεν κυοφορούν κατ’ ανάγκην αγαθές εξελίξεις και ότι με την αποσταθεροποίησή τους άνοιγε την πόρτα όχι στην ελπίδα αλλά στην καταστροφή.

Διόλου τυχαία, οι μόνες εξωτερικοπολιτικές επιτυχίες του Ομπάμα ήταν στην Κούβα και το Ιράν, εκεί όπου προς τιμήν του κατόρθωσε να υπερβεί τον εσωτερικό φανατισμό και τα ιδεολογικά εμπόδια, και να οδηγηθεί σε μια επωφελή και για τις ΗΠΑ προσέγγιση. Διότι εκεί, αντίθετα με αυτά που έκανε στη Συρία και την Ουκρανία, δεν απαίτησε πρώτα να πέσει ο Κάστρο και οι μουλάδες, ούτε απέρριψε τον επωφελή συμβιβασμό με την Ρωσσία. Γενικά, η θητεία του Ομπάμα στα διεθνή, η κωμική άρνησή του να πιάσει στο στόμα του τις λέξεις «ισλαμική τρομοκρατία» λ.χ., επιβεβαιώνει την παλιά υποψία ότι τη μεγάλη ζημιά δεν την κάνουν τελικά οι ρεαλιστές, αλλά οι ιδεολόγοι.

Από κει και μετά, στην οικονομική πολιτική, ουσιαστική αλλαγή από τη γραμμή των προκατόχων του δεν επέφερε. Η αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ συνεχίστηκε, τα ελλείμματα και το χρέος (ιδίως…) υπερδιογκώθηκαν (μεταθέτοντας βολικά το κόστος στις επόμενες γενεές…), η ψαλίδα εξακολούθησε να ανοίγει υπέρ των πλουσίων, οι υπεύθυνοι του κραχ του 2008 δεν ενοχλήθηκαν διόλου, οι φορολογικοί παράδεισοι ανά την υφήλιο επίσης κ.ο.κ., κ.ο.κ. Στους αριθμούς, ναι, χάρη στις νέες φούσκες που το άφθονο χρήμα δημιούργησε, την πλημμυρίδα των δολλαρίων, η Αμερική τύποις ανέκαμψε, δημιουργήθηκαν άφθονες νέες θέσεις εργασίας, πρωτίστως για μετανάστες και πρεκάριους. Επίσης θεαματική ήταν η ανάκαμψη των ρετιρέ και των μεγιστάνων. Η ραχοκοκκαλιά κάθε κοινωνίας ωστόσο, η μεσαία τάξη, κι αυτοί ακόμη που τον ψήφισαν, εξακολούθησε να διολισθαίνει προς την αβεβαιότητα. Με αποτέλεσμα την ψήφο της τον Νοέμβριο που μας πέρασε.

Tα δύο μεγαλύτερα επιτεύγματα της θητείας του τέως προέδρου υπήρξαν νομίζω το Omamacare και η, έστω και συμβολική, Συνθήκη των Παρισίων για το Κλίμα. Και στα δυο κινήθηκε προς την ορθή κατεύθυνση, παρά τη λυσσαλέα και άθλια αντίσταση που, ιδίως η ασφαλιστική του μεταρρύθμιση, συνάντησε. Μακάρι να περισωθεί κάτι από την προσπάθειά του, αν και οι πρώτοι οιωνοί δεν είναι ευχάριστοι. Στα κοινωνικά ζητήματα, την ισοπολιτεία και την εξάλειψη των διακρίσεων, πολλοί περίμεναν από την κυβέρνησή του θαύματα, και η αλήθεια είναι ότι προσπάθησε όσο λίγοι. Ειρωνικώ τω τρόπω ωστόσο, στο μέγα ζήτημα των φυλετικών εντάσεων, ελάχιστα κατόρθωσε. Προφανώς, και εδώ, η πολιτική των συμβόλων και των ταυτοτήτων δεν επαρκεί όταν οι υλικές συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες.

Ο Ομπάμα ανέβηκε στην εξουσία με την πρόθεση να γίνει ο νέος Λίνκολν, ο νέος Ρούσβελτ ή, έστω, ο νέος Κέννεντυ. Αν ο διάδοχος του αποτύχει παταγωδώς, πράγμα διόλου απίθανο, πολλοί θα τον νοσταλγήσουν. Αν όμως ο Τραμπ κατορθώσει έστω και λίγα από τα –τω όντι– ριζοσπαστικά που εξήγγειλε, ο Ομπάμα κινδυνεύει να έχει την τύχη του Κάρτερ μετά την άνοδο του Ρήγκαν στην εξουσία: την τύχη μιας ιστορικής υποσημείωσης. Έχει άλλωστε τόσα κοινά με τον γηραιό ευπατρίδη από την Τζώρτζια: τις άριστες των προθέσεων, τις μεγάλες ευέλπιδες διακηρύξεις, τα ναυάγια στον ισλαμικό κόσμο – ακόμη και το Βραβείο Νομπέλ της Ειρήνης. Και οι δυο πήραν τη σκυτάλη από κυβερνήσεις του αντίπαλου κόμματος κλονισμένες από την αναξιοπιστία και τα σκάνδαλα. Και οι δύο παρέδωσαν τη σκυτάλη σε τραχείς Ρεπουμπλικάνους που έκαναν όνομα στις σόου μπίζνες και που ούτε οι τρόποι τους ούτε η ρητορική τους φημίζεται για άψογη. Και οι δύο επαγγέλθηκαν να ενώσουν τη βαθιά διχασμένη τους χώρα – χωρίς να τα καταφέρουν.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ένας βάρδος στο σαλόνι μας

Bob Dylan Nobel

~.~

Ή ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΕΡΔΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΕΡΙΔΑ

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Οι δημόσιοι διαξιφισμοί για τη βράβευση του Μπομπ Ντύλαν με το Νομπέλ Λογοτεχνίας, οσοδήποτε σκόρπιοι και έκθυμοι κι αν υπήρξαν, είναι ουσιώδεις. Γιατί αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα της εγγραματοσύνης και της φιλαναγνωσίας μας. Και φαίνεται ότι από εκεί εντέλει ξεκινά και το πρόβλημα.

Ήδη ο όρος «λογοτεχνία», συρρικνωμένος όπως χρησιμοποιείται σήμερα, είναι και προβληματικός και -το κυριότερο- ανιστόρητος. Literature, Literatur, letteratura, όπως το έτυμο της λέξης δηλώνει, είναι τα Γράμματα στην ευρεία τους έννοια, η γραμματεία. Και αυτή, κατά παράδοση περιλαμβάνει κάθε είδος υψηλού, δηλαδή απαιτητικού και έντεχνου λόγου, λ.χ. την ιστοριογραφία, το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό δοκίμιο, τη ρητορική, την κριτική – όχι μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, τη γραφόμενη ποίηση και το δράμα. Κάθε ιστορία της αρχαίας ελληνικής ή της βυζαντινής λογοτεχνίας λ.χ. περιλαμβάνει κεφάλαια για αυτά τα είδη. Εξίσου εύλογη και δεδομένη είναι κατά παράδοση η συμπερίληψη της στιχουργίας στο σώμα της λογοτεχνικής παραγωγής. Η νεοελληνική λογοτεχνία λ.χ., και όχι μόνο αυτή, εγκαινιάζεται με τα δημοτικά τραγούδια.

Ώς τα μισά του 20ού αιώνα περίπου, αυτή η ευρεία έννοια της λογοτεχνίας πρέπει να ήταν αυτονόητη στη συνείδηση του Δυτικού αναγνώστη. Αυτό δείχνει ότι με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας ετιμώντο μεταξύ των άλλων συγγραφέων ιστορικοί όπως ο Μόμσεν και ο Τσώρτσιλ ή φιλόσοφοι όπως ο Ράσσελ και ο Όυκεν.

Η στένωση της έννοιας της λογοτεχνίας, η συρρίκνωσή της στη λόγια ποίηση, τη μυθοπλαστική πεζογραφία και το δράμα είναι φαινόμενο των τελευταίων 50 ετών. Και αντικατοπτρίζει την αντίστοιχη στένωση των ενδιαφερόντων του μέσου αναγνώστη.

Δεν είναι τυχαίο που αυτός ο τελευταίος ως «λογοτεχνία» εννοεί πλέον μόνο τη μυθοπλαστική πεζογραφία, εξαιρεί δηλαδή από αυτήν ακόμη και την ίδια την ποίηση! «Λογοτεχνία και ποίηση» ακούμε και διαβάζουμε διαρκώς ωσάν να πρόκειται για δύο διακριτά γένη. Κ όμως, στα μάτια του απαιτητικού φιλαναγνώστη διαχρονικά, το κοινό που διαβάζει μόνο λαοφιλή μυθιστορήματα και δεν ενδιαφέρεται για τίποτε άλλο, εθεωρείτο πάντοτε κατώτερου επιπέδου, γινόταν στόχος της σάτιρας και της χλεύης μάλιστα – ας θυμηθούμε εδώ τον Δον Κιχώτη.

Οι τελευταίες βραβεύσεις της Σουηδικής Ακαδημίας δείχνουν ότι η Επιτροπή της Στοκχόλμης έχει συνειδητοποιήσει το πρόβλημα. Και ότι εντελώς συνειδητά επιχειρεί να το αντιστρατευθεί – να επαναπροσδώσει στη λογοτεχνία το πλήρες της εύρος. Και μόνο γι’ αυτό, η υπηρεσία που προσφέρει είναι ανεκτίμητη. Η αντίληψη ότι ένας αναγνώστης μπορεί να προσλάβει, να κατανοήσει καν ένα απαιτητικό μυθιστόρημα, τη στιγμή που ο ίδιος δεν πιάνει στα χέρια του ένα βιβλίο ποιητικό, ένα δοκίμιο, μια ιστορική μελέτη, μια φιλοσοφική πραγματεία, είναι από μόνη της εκτός πραγματικότητας. Όσο άλλωστε και η ιδέα ότι μπορεί να γράφει και να διαβάζει κανείς ποίηση αγνοώντας την μελοποιημένη της παρακαταθήκη, τα 2/3 της ιστορικής της κληρονομιάς δηλαδή.

Χρωστάμε χάριτες λοιπόν στους Σουηδούς. Μας θύμισαν τι είναι όντως τα Γράμματα. Αυτό που ίσως δεν υπολόγισαν ήταν οι αντιδράσεις. Γιατί αυτές δεν προέρχονταν μόνο εκ των κάτω, από τους οπαδούς της μυθιστορηματικής μονοείδειας, όπως ήταν αναμενόμενο. Αλλά και εκ των άνω, από τους θιασώτες μιας φασματικής και ιστορικά ανύπαρκτης καθαρότητας της ποίησης. Αυτοί οι τελευταίοι διαισθάνθηκαν ίσως (και ποιος μπορεί να τους δώσει άδικο;) ότι η βράβευση ενός κοσμαγάπητου τροβαδούρου τούς απειλεί· ότι τους εκθέτει σ’ έναν συναγωνισμό στον οποίο δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν· ότι φέρνει στο φως την δική τους, οδυνηρή αλλά εξωραϊζόμενη πίσω από ποικίλα προσχήματα, αποτυχία – να τέρψουν και να συγκινήσουν το ευρύτερο κοινό.

Κ.Κ.

ΥΓ. Να προσθέσω κι έναν άλλο λόγο που εξηγεί ίσως τη δυσφορία των ποιητών. Στον μοντερνισμό και στους σημερινούς του επιγόνους, ο Ντύλαν χρωστάει ελάχιστα πράγματα. Οι στίχοι του είναι έμμετροι και ομοιοκατάληκτοι, τα τραγούδια του παραπέμπουν στη μορφή της μπαλάντας όπως τη γνωρίζουμε από τη δημώδη παράδοση και τον ρομαντισμό με τις επαναλήψεις της, την κυκλική ή παρατακτική ανάπτυξη, τη λειτουργία της επωδού, η γλώσσα του δεν είναι διόλου ερμητική αλλά λαγαρή και εναργέστατη, οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις του και τα άλλα εκφραστικά του μέσα δεν έχουν τίποτε το επιδεικτικό ή το υπερρεαλίζον, τα θέματά του είναι σε μεγάλο βαθμό δημόσια, πολιτικά, κάποτε και επικαιρικά, γράφει δηλαδή ποίηση όχι καθαρή αλλά στρατευμένη και περιστασιακή, κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Με άλλα λόγια, ο Μπομπ Ντύλαν βρίσκεται στους αντίποδες του main stream της σημερινής λόγιας ποίησης. Κι αυτό είναι επόμενο να ενοχλεί.

Το τέρμα της αλυσίδας

%ce%b5%ce%bb%ce%b5%cf%85%ce%b8%ce%b5%cf%81

 ~  .  ~

Η ιστορία των βιβλιοπωλείων Ελευθερουδάκη τα τελευταία χρόνια είναι, θα ‘λεγε κανείς, η ιστορία της ελληνικής κρίσης σε μικρογραφία.

Ένα βαρύ, παραδοσιακό όνομα που ανατρέχει στον λήγοντα 19ο αιώνα· μια αλόγιστη επέκταση τα χρόνια της δανειοδίαιτης μέθης, όταν οι όρνιθες έμοιαζαν χρυσοτόκες και τετράπαχες· η δημιουργία μιας φούσκας που, με όσα εμπορικά ήθη τη συνόδευσαν, προκάλεσε κακό στον κλάδο· και η πικρή, θορυβώδης κατάρρευση αμέσως μετά.

Τώρα, που το τελευταίο βιβλιοπωλείο της αλυσίδας κλείνει και επισήμως, από τους υπευθύνους θα περίμενε κανείς δυο λόγια αυτοκριτικά. Αν όχι έναν απολογισμό των λαθών, τουλάχιστον μια φράση συμπαράστασης για όλους εκείνους που η δική τους πτώση συμπαρέσυρε: εργαζόμενους που έχασαν τη δουλειά τους, συνοικιακούς και επαρχιακούς βιβλιοπώλες που επλήγησαν από τον επιθετικό και άνισο ανταγωνισμό, εκδότες και συνεργάτες που έμειναν απλήρωτοι.

Αντ’ αυτού (πόσο θλιβερό για έναν θεσμό της ελληνικής παιδείας…), διαβάζουμε αγγλικούρες και σλόγκαν απ’ αυτά που κάνουν μεταφραστές και διαφημιστές να τραβούν τα μαλλιά τους: «Έξω απ’ το κουτί» (… out of the box!), «Το περιτύλιγμα αλλάζει – το προϊόν παραμένει», «The next chapter beginns!»…

Κρίμα…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Μάρη Θεοδοσοπούλου, In Memoriam

Καταγραφή

 

Προσωπικά με είχε περιλάβει δυο τουλάχιστον φορές, μ’ εκείνη την οξεία και λοξή ειρωνεία της. Όταν πρωτοβγήκε το δοκίμιό μου για τον Καβάφη (το κύριο μέρος του, στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας το 2003), είχε επικρίνει το θράσος του 35χρονου τότε που νόμιζε ότι τα ξέρει όλα. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε πια το βιβλίο, για μια στιγμή, μου «εφάν’ εις τούτο ευμενής». Αναγνώριζε πλέον ότι το γραφτό μου «θέτει ουσιώδη θέ­ματα προς συζήτηση επί του καβαφικού με­γέθους, τα οποία δεν αντιμετωπί­ζονται πρόχει­ρα ή αποφθεγ­μα­τι­κά.»

Παραθέτω τη φράση, όχι γιατί με αφορά, αλλά γιατί είναι το ύφος της par excellence. Ο ανυποψίαστος ας προσέξει τη δίκοπη φράση «δεν αντιμετωπίζονται πρόχειρα». Στο βιβλίο μου επιτυγχάνεται αυτό; Ή μήπως o λόγος εδώ είναι γενικός, ευχετικός: «δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται έτσι»;… Πολλές φορές αναρωτήθηκα, σε συμπέρασμα δεν κατέληξα ωστόσο.

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είχε πει γι’ αυτήν ότι τα κριτικά της κείμενα υπονοούν περισσότερα απ’ όσα δηλώνουν. Και είναι αλήθεια: ο ασκημένος μόνο αναγνώστης της έπιανε πίσω από την πυκνή διατύπωση τους υπαινιγμούς. Μέσο εκφραστικό δικό της ήταν πάντα η συγκρατημένη απόφανση, το understatement, οι επιφυλάξεις. Οπαδός από ταμπεραμέντο της ευθυγλωσσίας, ενίοτε και της κραυγαλέας, άργησα να καταλάβω ότι το συγκράτημα αυτό, στα κατάλληλα χέρια, μπορεί να κρύβει μέσα του το ίδιο πάθος, τον ίδιο έρωτα για τη λογοτεχνία όσο και οι αμεσότερες φωνές, που εγώ προτιμούσα. Τα δικά της χέρια ήταν τέτοια.

Στην περιώνυμη εφημερίδα, όπου είχε για ένα διάστημα μόνιμη στήλη, δεν ρίζωσε. Οι φήμες επιμένουν ότι μεγαλοεκδότης, που είχε δει συγγραφέα του να κακοπαθαίνει από την πέννα της, απείλησε τον υπεύθυνο του ενθέτου εκεί, ότι θα του κόψει μαχαίρι τις διαφημίσεις. Και προκειμένου να περισωθούν οι διαφημίσεις, κόπηκε εκείνη… Από μια πλευρά, ευτυχώς. Στην μικρή και απόκεντρη «Εποχή», όπου κρατούσε για χρόνια τη σελίδα του βιβλίου, είχε τουλάχιστον το ελεύθερο να ασχοληθεί με έργα και θέματα που την ενδιέφεραν περισσότερο, που την αφορούσαν προσωπικά.

Μου είχαν πει ότι υπήρξε φυσικός ή μαθηματικός πολυτάλαντη. Ότι στα νιάτα της ήταν συνεργάτις του μεγάλου Πριγκόζιν στο Βέλγιο και ότι είχε εμπρός της καριέρα λαμπρή, που την εγκατέλειψε για να επιστρέψει στα πάτρια και τη γλώσσα. Μεταδίδω την πληροφορία με κάθε επιφύλαξη. Η μνήμη παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια. Άλλωστε ουδέποτε τη συνάντησα για να ‘χω την ευκαιρία να την επαληθεύσω. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο, η ιστορία αυτή μου μοιάζει να ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα του ανθρώπου που υπήρξε.

Βιβλία δικά της βγήκαν ελάχιστα. Τα «Εποχικά», για την νεώτερη πεζογραφία μας, κι ένα μικρό, για τον αγαπημένο της Παπαδιαμάντη. Τα καλύτερά της, αυτά της τελευταίας 15ετίας, παραμένουν εκδοτικώς αφανή, θησαυρισμένα μόνο στο ιστολόγιό της. Τώρα μαθαίνουμε ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσουν άλλα. Και ότι η Μάρη Θεοδοσοπούλου, ήδη από τις 9 του Αυγούστου, είναι νεκρή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Δύο φίλοι

 ΓΕΩΡΓΉ ΒΙΒΛΊΟ.  ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Την 24η Ιουλίου 1974 ο Γιώργος Σεφέρης δεν πρόφτασε να τη ζήσει. Είχε προηγηθεί ο θάνατός του, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Όμως στον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η συμμετοχή του υπήρξε διαρκής, πολύπλευρη και αταλάντευτη. Το αργότερο από το 1969, όπως σημειώνει ο βιογράφος του, ο Σεφέρης «βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο κάθε λογοτεχνικής διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος.»

Απ’ τα ποικίλα επεισόδια αυτής της συμμετοχής, γνωστά στο ευρύτερο κοινό είναι μόλις δύο: η περίφημη δήλωση του ποιητή στο ΒΒC στις 28.3.1969, που βρήκε παγκόσμια απήχηση, και η συμβολή του στη συλλογική αντιστασιακή έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα τον Ιούλιο του 1970. Δεν είναι όμως τα μόνα. Όπως δεν είναι ευρέως γνωστός, ο ρόλος που διαδραμάτισε όλη αυτή την περίοδο στο πλευρό του Σεφέρη ο, έμπιστος φίλος του, Στρατής Τσίρκας.

Ήδη από το 1967 ο Σεφέρης είχε πάρει τη διπλή απόφαση: Να μείνει στην Ελλάδα («Μού λένε να φύγω; Να πάω πού; Δεν μπορώ άλλο την προσφυγιά. Εδώ θα μείνω με τους ανθρώπους που μιλούν τη γλώσσα μου, σ’ αυτό το τοπίο που δεν μπορώ πια να τ’ αποχωριστώ.»)· και να σιωπήσει εκδοτικά («Έπειτα από τα καμώματα της 21ης του Απρίλη, πήρα την απόφαση να μην τυπώνω πια στην Ελλάδα όσο βασιλεύει η λογοκρισία»).

Ειδικά αυτή η τελευταία απόφαση του Σεφέρη δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Γεωργής στο πρόσφατο, εξαίρετο, βιβλίο του Η συνάντηση Στρατή Τσίρκα – Γιώργου Σεφέρη. Μια φιλία που βράδυνε (Καστανιώτης, 2016, όθεν και όλα τα εδώ παραθέματα), η εθελούσια αποχή του Σεφέρη από την εκδοτική δραστηριότητα «φαίνεται ότι έγινε γνωστή μέσω του Τσίρκα σ’ έναν ευρύ κύκλο Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Η πατρότητα της ιδέας για σιωπή των συγγραφέων φαίνεται όμως ότι ανήκει στον Τσίρκα».

Στο ιστορικό της πολυκύμαντης σχέσης αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, που με τεκμηριωμένο όσο και τερπνό τρόπο φιλοτεχνεί, ο Γεωργής μας δείχνει πώς ο Τσίρκας με τις συγκινητικές φροντίδες του σταθερά ενθαρρύνει και παρακινεί τον πρεσβύτερο φίλο του, τον οποίο τόσο αγαπούσε και θαύμαζε, στις δημόσιες τοποθετήσεις του εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Και να σκεφτεί κανείς, ότι η σχέση των δύο ανδρών είχε ξεκινήσει τριάντα χρόνια πριν, επί Κατοχής, με μια δημόσια αντιπαράθεση!

tsirkas002Έτσι, στις 18.12.1970, Σεφέρης και Τσίρκας και συνολικά 28 συγγραφείς και καλλιτέχνες από όλο το πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά ώς την αριστερά, πράγμα ώς τότε πρωτοφανές (ανάμεσά τους οι Ρίτσος, Θεοδωράκης, Σινόπουλος, Χάκκας, Βαλτινός, Κουμάντος, Συνοδινού, Σαμαράκης κ.ά.) συνυπογράφουν τηλεγράφημα συμπαράστασης προς τους Καταλανούς διανοουμένους και καλλιτέχνες (μεταξύ τους οι ζωγράφοι Μιρό και Τάπιες, η συγγραφέας Ματούτε κ.ά.) που σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς το φρανκικό καθεστώς είχαν εγκλειστεί συμβολικά στο ιστορικό Αβαείο του Μονσεράτ.

Στις 23.3.1971, και με αφορμή την συμπλήρωση των 150 ετών της Επανάστασης, οι δύο φίλοι και άλλοι 131 συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, και πάλι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, συνυπογράφουν διακήρυξη για τον «αληθινό χαρακτήρα» και το «ιδεολογικό περιεχόμενο» του Ξεσηκωμού: «Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του».

Τέλος, στις 9.7.1971, ο Γιώργος Σεφέρης σε κείμενό του στον Figaro Literraire για την εκατοστή επέτειο των γενεθλίων του Μαρσέλ Προυστ κλείνει την αναφορά του στον Γάλλο μυθιστοριογράφο καταγγέλλοντας τη φυλάκιση του μεταφραστή του στην Ελλάδα, Παύλου Ζάννα, από το απριλιανό καθεστώς. Και αυτό το κείμενο, ο ποιητής το είχε συζητήσει προηγουμένως με τον φίλο του. Όπως θυμάται ο ίδιος ο Τσίρκας στο κείμενο με το οποίο τον Σεπτέμβρη του 1971 αποχαιρέτησε από τις στήλες του Βήματος τον Σεφέρη:

Πρώτη του Ιούλη, δειλινό, είκοσι περίπου μέρες πριν να μπει στον Ευαγγελισμό. Απ’ το γραφείο του περάσαμε στην πλακόστρωτη αυλή που τη χωρίζει μια μεγάλη τζαμωτή πόρτα, τις πιο πολλές φορές κλειστή, όταν δούλευε. Καθίσαμε γύρω από το χαμηλό τραπέζι, εκείνος με τη ράχη στη δύση κι εγώ κάπως αντικριστά του. Σχολίαζε αργά ένα κείμενό του στα γαλλικά για τα εκατό χρόνια του Μαρσέλ Προυστ […]

Χαμήλωσα και πάλι τα μάτια στο κείμενο. Τώρα μιλούσε για το μεταφραστή του «Αναζητώντας», το φίλο του και φίλο μου, τον αγαπημένο μας και φυλακισμένο Παύλο Ζάννα. «Για κοίτα», έλεγα μέσα μου, «το κείμενο για τον Προυστ το έγραψε μόνο και μόνο για να θυμίσει στον κόσμο τη μοίρα του Παύλου. Αυτή η σκέψη, αυτή η αγωνία για τους φυλακισμένους, δεν τον αφήνει, του σκάβει τη ζωή».

Έγραψα ήδη, ξετυλίγοντας το συναρπαστικό νήμα της εξιστόρησης του Γ. Γεωργή για τη σχέση των δύο ανδρών, ότι η φιλία του Γιώργου Σεφέρη και του Στρατή Τσίρκα είχε ξεκινήσει απρόοπτα: με μια δημόσια αντιδικία. Τον Μάιο του 1942, σε σημείωμά του σε περιοδικό της Αλεξάνδρειας, ο Τσίρκας παρουσιάζει την έκδοση των καλβικών Ωδών, που είχε μόλις κυκλοφορήσει στην Αίγυπτο, σχολιάζοντας επικριτικά το εισαγωγικό κείμενο του Σεφέρη. seferiΕίναι η εποχή, θυμίζω, μεσούντος του Πολέμου, όπου ο διπλωμάτης Γεώργιος Σεφεριάδης, ακολουθεί την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στις περιπέτειές της, περιπλανώμενος προσωπικά μεταξύ Κρήτης, Καΐρου, Αλεξάνδρειας, Πρετόριας και Ιεροσολύμων. Εκεί άλλωστε, στην Ιερουσαλήμ, όπου και οι δυο τους είχαν καταφύγει προσωρινά εμπρός στον κίνδυνο του προελαύνοντος Ρόμελ, αναφέρει ο Τσίρκας ότι είδε τυχαία τον Σέφερη για πρώτη φορά («είχε έρθει με τη γυναίκα του και έβγαινε απ’ το ελληνικό προξενείο»).

Οι ενστάσεις του Τσίρκα για τη σεφερική ανάγνωση του Κάλβου είναι τόσο πολιτικές όσο και αισθητικές· έχουν τις καταβολές τους στη χρόνια ήδη τότε διαμάχη μεταξύ στρατευμένης και καθαρής ποίησης, και ως τέτοιες διατηρούν την επικαιρότητά τους ώς σήμερα. «Ο πρόλογος» του Σεφέρη, αναγνωρίζει ο Καϊρινός συγγραφέας, ταγμένος ήδη από τότε στους κόλπους της μάχιμης αριστεράς, ασφαλώς

αποτελεί πολύτιμη συμβολή στη μελέτη του έργου του Κάλβου από αισθητικής και γλωσσικής απόψεως και θα είναι εντρύφημα για τους, δυστυχώς, ευάριθμους καλβολάτρες. Η γνώμη μας όμως, είναι πως η εκλογή της μελέτης αυτής από τους εκδότες για να παρουσιασθεί μια έκδοση που έχει χαρακτήρα λαϊκό, δεν ήταν πετυχημένη. Ούτε συμβιβάζεται με το σκοπό που βάλανε στον εαυτό τους οι Νεοαλεξανδρινοί: Να γνωρίσουν δηλ. πλατύτερα «το ιδανικό που εμψυχώνει την Ελλάδα στην ηρωϊκή της θυσία που ήταν και ιδανικό του Κάλβου.» Για τα ιδανικά του Κάλβου δεν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος στον πρόλογο. Τίποτα για το καθαρά διανοητικό του πάθιασμα για τη λευτεριά, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική αρετή, την Ελλάδα

Με αυτό το κριτήριο, συνεχίζει ο Τσίρκας,

η μελέτη του κ. Σεφέρη μοιάζει μάλλον με βαθυστόχαστη προσπάθεια να δικαιολογήσει στα μάτια των οπαδών της «άδολης ποίησης» μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ίδιος, τη διγλωσσία και την πατριωτική ποίηση του Κάλβου […]

Σαν εισαγωγή σ’ ένα έργο όπου ακούγεται ο Ωκεανός να μουγκρίζει μ’ όλη του την υδάτινη έξαρση, όπου νιώθεις το Χρόνο που

Περιτρέχει την θάλασσαν
Και την γην όλην

να σ’ αγγίζει με τα κοκκαλιάρικά του δάχτυλα, όπου σε καψαλίζει η λάβα όλων των ευγενών μετάλλων που λιώνουν κάτω από την αξεδίψαστη διανοητική φλόγα του αδιάλλαχτου ιδεαλιστή, μας δίνει ένα χαμηλόφωνο μονόλογο αισθητικού ταχυδακτυλουργού σε βραχμάνικο χρυσελεφάντινο ναΐσκο.

Και μόνο η τελευταία αυτή φράση, φράση βγαλμένη από πέννα θα λεγε κανείς ήδη σπουδαίου και κατασταλαγμένου παρά τη νεότητά του κριτικού (ο Τσίρκας δεν έχει κλείσει όταν γράφεται τα 31 του χρόνια), αρκεί νομίζω για Γιώργος Γεωργήςνα εξηγήσει την έντονη δυσφορία που προκάλεσε στον -έντεκα χρόνια μεγαλύτερό του- Σεφέρη το κείμενό του. Από την αλληλογραφία του με τους Αλεξανδρινούς φίλους του Παναγιωτόπουλο και Μαλάνο, μαθαίνουμε ότι για ένα διάστημα ερωτοτρόπησε με την ιδέα να απαντήσει προσωπικά στον Τσίρκα, για τον οποίο ζητεί μάλιστα από τον δεύτερο διά του πρώτου πληροφορίες («Ρώτησε τον Τίμο ποιος είναι αυτός ο τύπος και αν αξίζει να τον περιλάβω.»)

Στο τέλος, όπως σημειώνει ο Γεωργής, «θα επιλέξει την προσωρινή αποσιώπηση του θέματος». Θα επανέλθει σ’ αυτό, έναν χρόνο μετά, εμμέσως και παρεμπιπτόντως, στην πολύκροτη ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στο «Ριάλτο» της Αλεξάνδρειας στις 6 Μαΐου 1943. Και έχοντας τον ίδιο τον Τσίρκα στο ακροατήριο να τον ακούει…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ