Το ατμόπλοιο “Σαλαμινία”, που μετέφερε τη λαιμητόμο, τους δήμιους και τους κατάδικους.
Το ατμόπλοιο “Σαλαμινία”, που μετέφερε τη λαιμητόμο, τους δήμιους και τους κατάδικους.
*
~.~
Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
Προ αρκετών μηνών, όταν η αποτρόπαια σφαγή που λαβαίνει χώρα στη Λωρίδα της Γάζας δεν είχε ακόμα ξεφτίσει ως ειδησεογραφικό θέμα και παρέμενε επίκαιρη –και άρα, περισσότερο από κάτι το συμβαίνον, ήταν εκείνο που είχε τη δυνατότητα να πουληθεί ως συμβαίνον– είχα λάβει από παλαιό φίλο, ολιγώτατο ως ποιητή πλην όμως τύπο ανθρώπου ευσυνείδητου, το παρακάτω σύντομο μήνυμα, το οποίο και παραθέτω verbatim.
«Δεν μου ’ναι εύκολο, τις μέρες αυτές, ν’ ακούω τη μουσική που έχουν γράψει για τη Γάζα, να διαβάζω τα ποιήματα που μιλούν για τον λαό της ή που τα παιδιά της γράψανε για αυτήν, κάνοντας την ιστορία τους τραγούδι. Δεν μου ’ναι μπορετό να γράψω εγώ για αυτήν. Και το δεύτερο ποίημα μου για κείνη το εναποθέτω κάθε πρωί μισογεννημένο, θλιβερό στην ημιτελή του μετριότητα, σ’ ένα χαρτί απάνω στην πιο εμφανή γωνία του γραφείου μου.
Ακόμα περισσότερο, δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τις ολοένα αυξανόμενης έντασης εικόνες φρίκης που κατακλύζουν την οθόνη μου. Σ’ ένα ψυχολογικό επίπεδο δεν είναι ίσως παρά ένας μηχανισμός απώθησης. Αλλά, οπωσδήποτε, υπάρχει κάτι το τερατώδες στην εικόνα εκείνη που αναφέρεται στην απανθρωπιά, την αδιάκριτη σφαγή, τον θάνατο των νηπίων, τον λιμό. Στην απόλυτη οδύνη. Στο μαύρο, ορθάνοιχτο στόμα του αποθηριωμένου ανθρώπου που χάσκει καταπίνοντας το φως.
Θες να κρατήσεις τα μάτια σου ανοιχτά, γιατί το αντίθετο θα ήτανε δειλία. Μα κάνοντάς το, δεν μπορείς παρά να παραδεχτείς την πραγματικότητα του ηθικού μας ξεπεσμού, όσο και να επιβεβαιώσεις την ενοχή σου.
ΥΓ. Μην και η ίδια μου αυτή η ευαισθησία, όπως αλλοιώνεται από τις εντελώς άκαιρες ανησυχίες μου για την εικόνα, την ώρα πάνω της σφαγής, δεν αποτελεί άλλο ένα σύμπτωμα μιας εξαχρείωσης;»
Ο φίλος μου είχε ήδη δημοσιεύσει ένα ποίημα για τη Γάζα αισθαντικό, σαν λυρικό και πλήρες ανθρωπιστικής εξάρσεως, και το οποίο είχε καταφέρει να κερδίσει κάποιους ελάχιστους πόντους ορατότητας στην αρένα του διαδικτύου. Ομολογώ πως μού είχε φανεί αφελές, όμως οπωσδήποτε καλύτερο από τα δημιουργήματα άλλων που λογιάζονται για ακόλουθοι της υψηλότατης τέχνης και οι οποίοι, καβαλώντας το κύμα του διάχυτου τότε ανθρωπισμού, είχαν γράψει κάτι άγονα εγκεφαλογραφήματα γεμάτα κρύπτες και βαρυσήμαντες λέξεις κατάλληλες για λήμματα τόμων ασχολούμενων με τη νευροεπιστήμη. Τον καταλάβαινα υπό μία έννοια· η συγκίνηση και το συναίσθημα μαρτυρούν ανθρωπινότητα, κι ας έχουν κρυφτεί πίσω τους σωροί από πτώματα κατά καιρούς. Πάντως το σύνθημα επιμένει κραταιό: Συγκινούμαι άρα δεν είμαι τέρας. (Κάποιος άλλος θα έκανε την εξής πονηρή αντιστροφή: Συγκινούμαι άρα κρύβω την τερατώδη φύση μου πίσω από έναν ανώδυνο μορφασμό πόνου. Αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση).
Τώρα, όπως ομολόγησα λίγο πολύ παραπάνω, ο φίλος μου είναι πεπερασμένου μεν ταλέντου, αστείρευτης δε εντιμότητας, καθότι το ηθικό βάρος του ατόμου και το τάλαντο είναι συνήθως μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα. Το αυτό γεγονός όμως δεν μείωσε ούτε στο ελάχιστο το ενδιαφέρον που μου γέννησε το μήνυμά του, καθότι διά της τόσο χαρακτηριστικής για ποιητές του σήμερα μελοδραματικής του τοποθέτησης, ο φίλος μου δεν περιέγραψε παρά ένα μείζον σύμπτωμα του θεάματος, δηλαδή τη φρενήρη αναπαραγωγή της βίας στον κόσμο των εικόνων. Η θέση του, αν μπορεί να υποτεθεί ότι στέκει ως τέτοια, εκκινεί από την ιδέα ότι η, καλλιτεχνική ή μη, πιστή ή όχι αναπαραγωγή της φρίκης έχει κάτι το τερατώδες ανεξαρτήτως προθέσεως· ότι με κάποιο τρόπο η τερατότητα του απεικονιζόμενου είναι εγγενής στην απεικόνιση. Βλέποντας το πράγμα υπό το φως μιας ιδιότυπης (οιονεί αρνητικής) διαλεκτικής, η τερατότητα της βίας που λαμβάνει χώρα στον φυσικό κόσμο παραμένει τέτοια καθεαυτή, στην ωμή, άμεση κατάστασή της (an sich). Είναι στο ξέβγαλμά της στον παγκόσμιο ιστό, στην (ψηφιακή και άρα ταχύτατη, ασυγκράτητη και κάποτε φετιχιστική) αναπαραγωγή της που βρίσκει την εξωτερίκευση της σε μια, αποσπασμένη από το συγκεκριμένο, αφαιρετική μορφή (für sich). Έχοντας βγει από την απομονωμένη ύπαρξή της κινείται ανεξέλεγκτη –μια βία διαμεσολαβημένη από το θέαμα, αυτοαναπαράξιμη και έχουσα πλέον βάρος στον κόσμο του οποίου γίνεται καθρέφτης και οδηγός· μια τερατότητα τώρα καθ’ εαυτήν και δι’ εαυτήν (an and für sich). Είναι προφανές πως δεν μπορεί η συζήτηση εδώ να αφορά την απλή αναπαραγωγή της είδησης της συστηματικής εξόντωσης των Παλαιστινίων, η οποία αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση της παγκόσμιας δημοσιογραφίας και, κάποτε, και του πολίτη, αλλά προχωράει βαθύτερα. (περισσότερα…)
*
Από τον συνεργάτη μας Γιάννη Κακριδή λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.
~.~
Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
Το πρόσφατο άρθρο του Ανρί Λεβαβασέρ με έβαλε σε ορισμένες σκέψεις που θα ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες σου.
Το άρθρο του Λεβαβασέρ έχει δύο σκέλη. Το ένα απο αυτά αναφέρεται στον ίδιο τον όρο «ιουδαιοχριστιανικός». Εδώ δέν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την κριτική του αρθρογράφου. Άν το πρώτο συνθετικό του όρου «ιουδαιοχριστιανικός» αναφέρεται στο αρχαίο Ισραήλ, τότε είναι περιττό: χριστιανισμός χωρίς την Παλαιά Διαθήκη δέν νοείται. Άν πάλι αναφέρεται στη Συναγωγή, τότε δέν συμβιβάζεται με το δεύτερο, εφόσον η δική-της πίστη βρίσκεται σε πλήρη και συνειδητή αντίθεση προς το μήνυμα του Ευαγγελίου.
Ο όρος «ιουδαιοχριστιανικός» είναι επομένως είτε πλεοναστικός είτε οξύμωρος. Φτάνει το «χριστιανικός».
Και εδώ αρχίζει τo άλλο, πιό ουσιαστικό σκέλος της κριτικής του Λεβαβασέρ, κατα τον οποίο η ευρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα προϋπήρχε του χριστιανισμού. Την πραγματικότητα αυτή ο Λεβαβασέρ την ανάγει μάλιστα όχι μόνο στην ελληνική σκέψη και στο ρωμαϊκό δίκαιο, αλλά και στην ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα και στον υψηλό πολιτιστικό επίπεδο που κατα τη γνώμη-του είχαν κατακτήσει οι λαοί της Ευρώπης ήδη τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Υπο αυτό το πρίσμα ο χριστιανισμός φαίνεται να είναι απλώς ενα μπόλι στον κορμό ενος δέντρου που έθαλλε ήδη απο πολύ καιρό.
Μπόλι-ξεμπόλι, είναι προφανές –και ο ίδιος ο Λεβαβασέρ το αποδέχεται– οτι άν αφαιρέσουμε τα χριστιανικά στοιχεία απο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό των τελευταίων αιώνων δέν θα μείνουν και πολλά πράγματα. Θα χρειαστεί να θυσιάσουμε όχι μόνο τον Θωμά τον Ακινάτη και τον Πασκάλ, αλλά και τον Ρασίν, τον Κάντ, τον Χέγκελ… Ακόμα και ενας αρνητής του χριστιανισμού όπως ο Νίτσε απο αυτόν τρέφεται, είτε θέλει να το παραδεχθεί είτε όχι.
Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται βεβαίως αλλού και αφορά όχι τόσο το παρελθόν, όσο το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος –σε αυτό συμφωνούμε όλοι– έχει απομακρυνθεί πιά πολύ απο τις χριστιανικές-του καταβολές. Η απομάκρυνση αυτή δέν φαίνεται ωστόσο να οδηγεί σε κάποια αναβίωση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και ακόμα λιγότερο στον λαμπρό πολιτισμό που οι λαοί της Ευρώπης είχαν αναπτύξει τάχα την Εποχή του Χαλκού (αστεία ιδέα). Αυτό που κυριαρχεί στον σύγχρονο κόσμο (τουλάχιστο τον Δυτικό) είναι το ιουδαϊκό πνεύμα – δικαίως άλλωστε: όσο και άν απο χριστιανική άποψη δέν επαρκεί για να σώσει τον άνθρωπο, ο ηθικός μονοθεϊσμός της Παλαιάς Διαθήκης είναι απείρως ανώτερος απο οποιαδήποτε παγανιστική φαντασίωση.
Το δείχνει άλλωστε και η πορεία της δικής-μας πατρίδας: ξεκίνησε με την φιλοδοξία να ξαναζωντανέψει την Αρχαία Ελλάδα και κατέληξε στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ…
Με θερμούς χαιρετισμούς
*
*
*
*
*
Από τον κ. Γεράσιμο Κακολύρη λάβαμε το απαντητικό γράμμα που δημοσιεύουμε αμέσως παρακάτω μαζί με την ανταπάντηση του κ. Παναγιώτη Γκόνη, υπ’ όψιν του οποίου το θέσαμε.
~.~
Προς Νέον Πλανόδιον,
Πρόσφατα δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο του περιοδικού δύο επιστολές του κ. Παναγιώτου Γκόνη, στις οποίες διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι δύο άρθρα μου συνιστούν προϊόν λογοκλοπής. Η πρώτη αφορά κείμενό μου για τη σχέση Σαρτρ και Ντερριντά και η δεύτερη άρθρο μου σχετικά με την ανάγνωση του Δοκιμίου περί της καταγωγής των γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντερριντά.
Δεν θα επεκταθώ στο πρώτο κείμενο, δεδομένου ότι βασιζόταν σε υλικό πανεπιστημιακών παραδόσεων, χωρίς να δοθεί η δέουσα προσοχή κατά τη συγγραφή του. Θα επικεντρωθώ, αντιθέτως, στο άρθρο μου «Παραποιώντας το κείμενο: Η αποδομητική ανάγνωση του Δοκιμίου για την Καταγωγή των Γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντερριντά» από το 2002. Στο αρχικό του μέρος υπήρξαν όντως ατέλειες ως προς τον τρόπο παράθεσης και τεκμηρίωσης ορισμένων σημείων, οι οποίες θα έπρεπε να είχαν αποφευχθεί με μεγαλύτερη επιμέλεια. Έτσι, στην αγγλική έκδοση του άρθρου το 2015, τα αμφιλεγόμενα αποσπάσματα δεν υφίστανται πλέον, πλην δύο περιπτώσεων που μου διέφυγαν. (περισσότερα…)
*
Από τον αναγνώστη μας κ. Παναγιώτη Γκόνη λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.
*
Αγαπητό Νέο Πλανόδιον,
Σας γράφω εκ νέου για τον κ. Γεράσιμο Κακολύρη επειδή διαπίστωσα ότι το άρθρο του που φέρει τον τίτλο «Παραποιώντας το κείμενο: H αποδομητική ανάγνωση του δοκιμίου για την καταγωγή των γλωσσών του Ρουσσώ από τον Ντεριντά», το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δευκαλίων, τεύχος 20/1, Ιούνιος 2002, και πιο συγκεκριμένα το πρώτο μέρος του άρθρου, είναι σε όλες τις κρίσιμες συμπερασματικές του στιγμές, σε εκείνες δηλαδή όπου επιχειρείται η συγκεφαλαίωση του αποδομητικού εγχειρήματος, πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή του κειμένου του Christopher Norris, «Rousseau, writing as necessary evil» (κεφάλαιο 5 από το βιβλίο του ιδίου: Derrida, Harvard University Press, 1987). Εννοείται, βέβαια, ότι τα αποσπάσματα από το εν λόγω βιβλίο «φιλοξενούνται» στο κείμενο του κ. Κακολύρη χωρίς εισαγωγικά ή οποιαδήποτε άλλη αναφορά. Για του λόγου το αληθές, στο συνημμένο αρχείο βάζω αντικριστά τα δύο κείμενα.
Ποιος είναι ο Christopher Norris; Θα τον βρείτε, επισήμως καταχωρημένον, ως διακεκριμένο scholar της αποδόμησης και του έργου του Ντερριντά. Κατ’ ουσίαν, όμως, ανήκει στη χορεία των δευτεραγωνιστών που παρασιτούν στις αυλές των «δύσκολων» μεγάλων συγγραφέων, που απλουστεύουν την κατανόηση των ιδιότροπων στο πρωτάτο του Λόγου διανοημάτων, και που η φήμη τους, αν αναλογιστεί κανείς τον ωκεανό της δευτερεύουσας και τριτεύουσας βιβλιογραφίας, διαρκεί όσο και η καύτρα του τσιγάρου στα χέρια τους. Σκεφτείτε μόνο τους ψυχαγωγούντες αυλητές στις απανταχού λακανικές αυλές. Ήσσονος σημασίας κείμενα. Διασκεδάσαμε την πλήξη και την ανία μας. Επιχαίροντες, συνάμα, για όλη αυτήν την συγκλονιστική κωμωδία που παίζεται στις παντοίες φιλοσοφικές διατρανώσεις.
Ευχαριστώ
Παναγιώτης Γκόνης (περισσότερα…)
*
Από τον αναγνώστη μας κ. Παναγιώτη Γκόνη λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.
*
Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
Σας γράφω επειδή διαπίστωσα ότι το άρθρο του κ. Γεράσιμου Κακολύρη με τίτλο «Sartre και Derrida: Άδηλη σχέση«, το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό δια-ΛΟΓΟΣ, τεύχος 3, 2013, είναι στον πυρήνα του πιστή μετάφραση, αντιγραφή ή λογοκλοπή του κειμένου της Christina Howells, «Sartre and the deconstruction of the subject», από το The Cambridge Companion to Sartre (Publication date: 28/5/2006).
Στο συνημμένο αρχείο βάζω δίπλα στο πρωτότυπο αγγλικό το κείμενο του κ. Κακολύρη, όπου εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι αποτελεί πιστή μετάφραση του πρώτου. Κοντολογίς, την «άδηλη σχέση» που σκέφτηκε να μας παρουσιάσει, την βρήκε έτοιμη και πρόδηλη στο κείμενο της Christina Howells.
Ευχαριστώ
Παναγιώτης Γκόνης
*
Από τον κ. Νώντα Παπαμιχαήλ λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή.
~.~
Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
Δύο υπουργοί της δεύτερης κυβέρνησης Μέρκελ (2009-2013), ο Καρλ-Τέοντορ τσου Γκούττενμπεργκ, Υπουργός Οικονομίας και Τεχνολογίας (2011) και η Ανέττε Σαβάν, Υπουργός Παιδείας και Αθλητισμού (2013) εξαναγκάστηκαν σε παραίτηση. Ο πρώτος καταδικάστηκε πρόσθετα από αστικό δικαστήριο σε υποχρεωτική δωρεά 20.000 ευρώ υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Ο λόγος; Αποκαλύφθηκε ότι οι εργασίες τους για διδακτορική διατριβή περιείχαν τμήματα άλλων συγγραφέων. Επρόκειτο δηλαδή για λογοκλοπή.
Θεωρώ ότι όταν ένας εκλεγμένος εκπρόσωπος των ψηφοφόρων επιχειρεί με δόλια μέσα να «εμπλουτίσει» το βιογραφικό του, είναι στην ίδια ηθική κατηγορία με έναν συγγραφέα/ επιμελητή που παραθέτει σκόπιμα παραποιημένα στοιχεία σε βιβλίο. Κοινός παρονομαστής, η διαστρέβλωση πραγματικών γεγονότων ή καταστάσεων. Στην πρώτη περίπτωση, οι διαδικασίες μιας συγκροτημένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας επιτρέπουν την θεραπεία μέσω της αποπομπής ή αναγκαστικής παραίτησης. Στη δεύτερη –δυστυχώς– η όποια αποκατάσταση της αλήθειας επαφίεται στην εγρήγορση του αναγνωστικού κοινού και στην οξεία ματιά των κριτικών, με τις παρεμβάσεις τους.
Θα επισημάνω μια περίπτωση που με θίγει και προσωπικά. Ο κ. Ηρακλής Κακαβάνης, εκδότης του ηλεκτρονικού περιοδικού Ατέχνως, εδώ και 8 χρόνια με το βιβλίο του στις ομώνυμες εκδόσεις Κώστας Βάρναλης: 39+1 Άγνωστα ποιήματα (2016) έχει επιδοθεί σε ένα σφυροκόπημα παραποιήσεων και διαστρεβλώσεων αναφορικά με μια συλλογή παιδικών ποιημάτων (Ο κορυδαλλός, 1937) του Κώστα Βάρναλη, δημοσιευμένη σε συνεργασία με τον εκπαιδευτικό και συγγραφέα αναγνωστικών πρωτοβάθμιας στην δημοτική Νώντα Έλατο, που ήταν παππούς μου. (περισσότερα…)
*
Αξιότιμε κύριε,
Σας ευχαριστώ που μου δίδετε την ευκαιρία να αναπτύξω σύντομα τις απόψεις μου για τις υπεραγορές (δεν σας πειράζει βέβαια που άλλαξα το θέμα από «super-markets» προς το ελληνικότερο), γιατί πάει καιρός που έγραψα οτιδήποτε σε κάποιο φίλο κι εγώ σας βλέπω έτσι. Σαν φίλο δηλαδή.
Στο σχολείο, λοιπόν, είχαμε κάνει ένα ποίημα του Πούλιου, «Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα», και μετά το ξανακάναμε στο πανεπιστήμιο. Τη δεύτερη φορά όμως μας είπαν ότι το πρότυπο του Πούλιου ήταν ο Γκίνσμπεργκ, δηλαδή και την πρώτη μας το είχαν πει, αλλά στο σχολείο δεν κάναμε τον κόπο να διαβάσουμε το ποίημα του δεύτερου. Και έλεγε το αμερικάνικο ποίημα για μια συνάντηση στην υπεραγορά και ήταν το πρώτο πράγμα που θυμήθηκα όταν μου δώσατε την κόλλα με την ερώτηση: «Τι σημαίνει για σας σούπερ-μάρκετ;» Θυμήθηκα έναν στίχο που μεταφρασμένος μου φάνηκε αστείος («Τι έκανες, Γκαρθία Λόρκα, ανάμεσα στα καρπούζια;»), ενώ στα αμερικάνικα μου φάνηκε ωραίος. Όπως και να ’χει, είναι ωραία να περπατάς σε τέτοιους χώρους και να συναντάς σπουδαίους ποιητές, έστω και μέσα στην παρακμή. (περισσότερα…)
*
Από τον συγγραφέα κ. Θοδωρή Τσομίδη, λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή.
///
Αγαπητό Νέο Πλανόδιον
Πληροφορήθηκα πως το βιβλίο μου Η Γέννα περιλαμβάνεται στην βραχεία λίστα για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Αναγνώστης». Η είδηση αυτή με χαροποιεί στο επίπεδο που σημαίνει πως ορισμένοι πεπειραμένοι αναγνώστες, τα μέλη δηλαδή της κριτικής επιτροπής του βραβείου, εντόπισαν ποιότητες στο έργο μου και το έκριναν θετικά. Στις λίστες που ανακοινώθηκαν εξάλλου περιλαμβάνονται πολλά αξιόλογα βιβλία. Δηλώνω ωστόσο πως δεν είμαι σε θέση να δεχτώ την υποψηφιότητά μου για αυτό ή οποιοδήποτε άλλο λογοτεχνικό βραβείο.
Εκτιμώ τα μέλη της κριτικής επιτροπής και την συνεισφορά τους. Πιστεύω εξάλλου στην ανάγκη της εμπεριστατωμένης κριτικής, στην αξιολόγηση –θετική ή αρνητική– κάθε μορφής τέχνης. Τα βραβεία όμως καθαυτά δεν παράγουν κριτικό λόγο. Και ο τρόπος που αντιλαμβάνομαι την γραφή δεν συνάδει με βραβεύσεις, επαίνους, τιμές. Τα βραβεία υπηρετούν μια λογική ιεράρχησης, επίδοσης και αθλοθέτησης που περισσότερο ταιριάζει στον αθλητισμό παρά στη λογοτεχνία. Κάθε βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου εξάλλου είναι ένα πρόωρο βραβείο.
Οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται τον θεσμό των λογοτεχνικών βραβείων ως ένα μέσο προώθησης και ανάδειξης της λογοτεχνίας, μια αφορμή να μιλήσουμε για όσα αγαπάμε σε αυτήν. Και ίσως να είναι πράγματι έτσι. Με την άρνησή μου όμως θέλω να θυμίσω πως ό,τι ονομάζουμε λογοτεχνία δεν τρέφεται από την αναγνώριση και την επιτυχία-γιατί η λογοτεχνία είναι μια υπόθεση χωρίς νικητές. Πως οι τύχες ενός συγγραφέα εξαρτώνται όχι από το αν θα πετύχει να αναγνωριστεί, αλλά από το αν θα αντέξει να μην λάβει καμία αναγνώριση. Πως η ιστορία της λογοτεχνίας είναι γεμάτη από αποτυχίες, ενίοτε φαντασμαγορικές, που αποδείχθηκαν καθοριστικότερες από πολλές επιτυχίες. Πως την λογοτεχνία την έπλασαν όχι μόνο οι συγγραφείς που διαβάστηκαν και επαινέθηκαν στον καιρό τους, αλλά και πολλοί άλλοι που αγνοήθηκαν ή κατακρίθηκαν και αποδοκιμάστηκαν. Πως η λογοτεχνία έχει τους δικούς της χρόνους, προσπερνά την επικαιρότητα και είναι γεμάτη από βιβλία που λησμονήθηκαν για να ξανανακαλυφθούν. (περισσότερα…)
*
Εισαγωγή-Μετάφραση Σωκράτης Βεκρής
///
///
29.06.1980
Αξιότιμε κύριε καθηγητά,
Επιτρέψτε μου να σας απευθύνω μερικές γραμμές από την εξορία μου, ώστε να διατηρήσω τουλάχιστον ζωντανό το αίσθημα ότι οι δεσμοί μου με τους ευλογημένους σας τόπους, όπου το πνεύμα καταφέρνει ακόμη, σε κάποιο βαθμό, να ζει και να δημιουργεί, δεν έχουν διαρραγεί. Δυστυχώς, δεν έχω να σας καταθέσω σχεδόν καμία πνευματική πρόοδο από την πλευρά μου, καθώς οι λαλίστατοι και φιλοτάξιδοι εδώ φίλοι μου φροντίζουν να με αποτρέπουν από οτιδήποτε αξιοσημείωτο στον τομέα αυτό. (περισσότερα…)
*
Στα αποσπάσματα της αλληλογραφίας του Μάρκου Τσιριμώκου (τα οποία έφτασαν στα χέρια του συνθέτη Χάρη Βρόντου τα χρόνια της στρατιωτικής του θητείας, όταν ένας συστρατιώτης του πληροφορήθηκε ότι τον ενδιέφεραν τα… γραμματόσημα) περιλαμβάνονται και πέντε επιστολές του Νίκου Καζαντζάκη. Ο παραλήπτης των επιστολών Μάρκος Τσιριμώκος γεννήθηκε στη Λαμία το 1872, σε οικογένεια με πολιτική δραστηριότητα, και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και υπηρέτησε ως αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, μέχρι το 1914. Μετά ανέλαβε διοικητικές θέσεις (Νομάρχης Κέρκυρας, Γενικός Διοικητής Χίου) και, από το 1924 και μετά, έγινε Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Ασχολήθηκε από νωρίς με τα γράμματα και συνεργάστηκε με τα περιοδικά Τέχνη, Παναθήναια, Νέα Εστία, Γράμματα, Νουμάς, κ.ά. Το ποιητικό του έργο (κυρίως υπό το ψευδώνυμο Στέφανος Ραμάς) περιλαμβάνει αρκετές συλλογές παρνασσικής διάθεσης (Δεκατρία σονέτα, 1914, Εκ Βαθέων, 1927, Ώρες του Δειλινού, 1930, Δεκάστιχα και βιλανέλες, 1933) και μεταφράσεις των Λεκόντ ντε Λιλ, Σέλλευ, Γκέτε, Χάινε (Ξένα Ποιήματα). Ασχολήθηκε και με μελέτες: Τα παλιά και τα καινούργια (1904), Λοξοί στρατοκόποι (1909), Αν είχαμε παιδεία ελεύθερη (1912), Ιστορία του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1927), Ποιητική Τέχνη (1934). Κοινωνικά δραστήριος άνθρωπος, υπήρξε από τους ιδρυτές του κοινωνικού και εκπαιδευτικού συλλόγου «Εθνική Γλώσσα» (1905) και αργότερα του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» (1910). Πέθανε το 1939.
Ο Καζαντζάκης έγινε μέλος του περίφημου Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910, και με την υπόδειξη και την υποστήριξη του Ίωνα Δραγούμη, γραμματέας του.[1] Μάλλον δεν υπήρχε από πριν γνωριμία με τον Τσιριμώκο, καθώς ο Καζαντζάκης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μόλις το 1910, η συγκεκριμένη όμως στον Εκπαιδευτικό Όμιλο δείχνει να κράτησε, αρκετά θερμή, για αρκετά χρόνια.
Δεν έχω τη δυνατότητα να ερευνήσω στο αρχείο του Καζαντζάκη για αντίστοιχες επιστολές του Τσιριμώκου. Στο προσεχές έντυπο τεύχος του Νέου Πλανόδιου θα παρουσιάσω και τις πέντε σωζόμενες επιστολές του Καζαντζάκη. Στην παρούσα ανάρτηση προδημοσιεύεται μία εξ αυτών, η τρίτη κατά σειρά, με τον συνοδευτικό της σχολιασμό. Ακολουθείται η ορθογραφία και στίξη του συγγραφέα. – Ζ.Κ.
~.~