Δημήτρης Ε. Σολδάτος

Μην πατάτε το πράσινο

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

08:26

Μπήκε σαν σίφουνας στο πάρκο και κλώτσησε την πινακίδα: «Μην πατάτε το πράσινο». Αυτή εκσφενδονίστηκε ψηλά και προσγειώθηκε με τα γράμματα προς τα κάτω. Εκείνος άρχισε να χοροπηδάει, ουρλιάζοντας, πάνω της:

«Ναι, ρε, θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάωωω… Όσο θέλω! Όσο μου γουστάρειειει… Θα το πατάω, θα το πατάω, θα το πατάωωω…»

Κι όταν διαπίστωσε πως δεν πάταγε το χορτάρι αλλά την πινακίδα, την παραμέρισε με το πόδι του κι άρχισε να κλωτσάει το γκαζόν, να του ρίχνει μυτιές με το παπούτσι, να το συνθλίβει κάτω απ’ την φτέρνα του, εξακολουθώντας να ουρλιάζει, δυνατότερα τώρα, ενώ οι φλέβες του λαιμού του φούσκωναν σαν λειρί έτοιμες να σπάσουν, κι οι φωνητικές του χορδές, μην αντέχοντας τόσο υψηλές συχνότητες, έκαναν ήδη κοκοράκια.

«Θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάω, θα το πατάωωω…»

Μια βραχνάδα λαβωμένου πάνθηρα έφραξε τον λαιμό του, συντάραξε το στέρνο του, αλλά η φωνή δεν έβγαινε, παρέμενε στην κοιλιά του, κουλουριασμένη όπως η κόμπρα στο καλάθι της, ενώ η φλογέρα του φακίρη εξακολουθούσε να την μαυλίζει παθητικά.

Με αφρισμένο στόμα γονάτισε στο χορτάρι και το δάγκωνε μπουκιές-μπουκιές, το ξερίζωνε, το έφτυνε, το κατάπινε αμάσητο, αφήνοντας στην θέση του αφρούς και σάλια και ψιθυρίζοντας, με μάτια σχεδόν ανάστροφα:

«Θα το πατάωωω… Θα το τρώωω…»

 

   08:15

«Κύριε Σκαρτσή, σας ζήτησε ο διευθύνων σύμβουλος. Είπε να πάτε στο γραφείο του μόλις έρθετε».

«Ευχαριστώ, δεσποινίς, πάω αμέσως!»

Χτύπησε την πόρτα του διευθύνοντος συμβούλου κάπως αμήχανα:

«Τικ-τοκ, τικ-τικ, τοκ!»

«Περάστε…» ακούστηκε από μέσα μια μεταλλική φωνή, σαν δυο ξίφη που διασταυρώνονταν σε μονομαχία.

Μπήκε στο γραφείο και στάθηκε σχεδόν προσοχή.

«Με ζητήσατε;» ρώτησε, λες και πάλευε να καταπιεί έναν κόμπο στον λαιμό του.

Ο διευθύνων σύμβουλος κατέβασε τα γυαλιά του και τον κοίταξε πατόκορφα.

«Μα φυσικά, κύριε Σκαρτσή! Καθίστε παρακαλώ, μην στέκεστε όρθιος και κουράζεσθε!»

«Ό… όχι δεν είναι ανάγκη, εκτός κι αν θέλετε να συζητήσουμε κάτι εκτενώς».

«Μα τι λέτε; Καθίστε σας παρακαλώ! Καφεδάκι;»

«Κα… καφεδάκι; Όχι, ευχαριστώ, έχω πιει».

«Α, ήπιατε! Γι’ αυτό αργήσατε, κύριε Σκαρτσή;»

«Να σας εξηγήσω, κύριε…» (περισσότερα…)

Η Διαβολόπουτσα (Riviera Tower)

*

Ποίημα χυδαίο, μα όχι πιότερο
από το κτήριο το ψηλότερο.

Νά ’την η διαβολόπουτσα του Λάτση στον αέρα:
πύργος διακοσιόμετρος μ’ επίπεδα πενήντα.
Χτίζονται κι άλλοι τέσσερις: μια μούντζα πύργοι! Κοίτα,
στο βάθος η Ακρόπολη φαίνεται σαν τοστιέρα

που ψήνει μες στα μάρμαρα ταλαίπωρους τουρίστες
κάτω απ’ τον ήλιο, ενώ αυτοί κατάπληκτοι έχουν κάτσει
και δείχνουν με το δάχτυλο –όχι ουράνιες πίστες–
αλλά την διαβολόπουτσα που υψώνεται του Λάτση

λες και γαμάει τον ουρανό, ξεσκίζει το τοπίο,
που κείτεται στα πόδια του σαν γη βομβαρδισμένη.
Πόσο ν’ αντέξεις, Αττική, απόστημα και πύο
και πόση αμερικανιά ελληνοποιημένη;

Γεια σου, Riviera Tower! Ακρόπλη, άει γαμήσου
κι εσύ κι η ιστορία σου κι η αρχαιότητά σου!
Χέσε μας, Πνεύμα αθάνατο, και πέθανε και σβήσου…
Χαίρε, ω σύγχρονη εποχή, με την θνητότητά σου!

Μα τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα το πράγμα,
λέω: η διαβολόπουτσα, έτσι όρθια και ντούρα,
πως μοιάζει μ’ ενός σάτυρου κοιμώμενου το πράμα –
ξύπνα καημένε, σάτυρε, και πάνω μας κατούρα!

«Κι όπως κραδαίνεις την ψωλή, χώσ’ την μας όσο πάει…»
θα ’γραφα, όμως σκέφτηκα: εμάς ποιος μας γαμάει;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

*

**

Ανάσταση χωρίς (Άγιο) Φως

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το δικαστήριο δεν βρήκε το παραμικρό ψεύδος στην έρευνά μου-βιβλίο «Λύτρωση, Περί του Αγίου Φωτός», που κατέληξε στο τεκμηριωμένο συμπέρασμα ότι το Άγιο Φως ανάβει κάθε χρόνο με αναπτήρα. Στη δίκη, την οποία δεν κάλυψε κανένα μέσο ενημέρωσης, τέθηκε επιτέλους για πρώτη φορά σε εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, σε κοσμικό δικαστήριο, το ερώτημα των ερωτημάτων: «Μπορείτε να βεβαιώσετε με το χέρι στο Ευαγγέλιο ότι πρόκειται για θαύμα;» Απάντησε: «Το θαύμα το βλέπω στις χιλιάδες του κόσμου που συνωστίζονται εκεί, στις χιλιάδες του κόσμου που αναμένουν με προσμονή και με πίστη και με χαρά στην ελπίδα την οποία τους δίνει η παραλαβή του Αγίου Φωτός…» Άρα αρνήθηκε την εκ θαύματος κάθοδο της φλόγας στα κεριά του Πατριάρχη μέσα στον Πανάγιο Τάφο. Ήταν μια ιστορική στιγμή. Επίσης, ο εκπρόσωπος τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος κ. Τιμόθεος, στην ερώτησή μου αν μπορεί η Ελλαδική Εκκλησία να πάρει θέση για το θέμα απάντησε: «Είναι πολύ δύσκολο να ειπωθεί η αλήθεια στους πιστούς».
Απ’ τον ιστοχώρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΛΙΚΑΚΟΥ
Αν ο Θεός άναβε το Φως σε αυτούς, τότε είναι που δεν θα πίστευα!
@salonikios2012
Το ενδεχόμενο να μην καταστεί εφικτή η μεταφορά του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα το φετινό Πάσχα, εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, άφησε ανοιχτό ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος.
https://orthodoxia.info

///

Έδιναν κι έπαιρναν οι συζητήσεις στο καφενείο περί αφίξεως ή όχι του Αγίου Φωτός απ’ τα Ιεροσόλυμα πριν την Ανάσταση. Οι παλαιότεροι δεν ανησυχούσαν καθόλου. Θυμόνταν απ’ τα μικράτα τους τον παπά ν’ ανάβει το τρικέρι στην Άγια Τράπεζα με τα σπίρτα. Πίσω απ’ την κουρτίνα ήταν κι αυτοί, στο Ιερό μέσα, παπαδοπαίδια τότε – τα σαΐνια του δασκάλου και οι φωστήρες του κατηχητικού. Οι νεώτεροι έφτιαχναν σενάρια για τους Σιωνιστές και τους Μασόνους, τον πόλεμο που δέχεται πανταχόθεν η Ορθοδοξία.

Κι η ώρα περνούσε…

Λίγο πριν την Ανάσταση έφτασε κι ο παπάς. Σταμάτησε στο καφενείο να πει μια καλησπέρα και να πιει ένα ποτήρι νερό.

Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή:

«Ήρθε το Άγιο Φως;»

«Θα έχουμε Άγιο Φως φέτος;»

«Γίνεται Ανάσταση χωρίς Φως;»

Εκείνος έκατσε στην καρέκλα και ξεφύσαγε, όπως ο Καϊάφας προτού σκίσει τα ιμάτιά του. Γέρασε πια, του έπεσαν πολλά τα τρία σκαλιά του καφενείου που ανέβηκε, Γολγοθάς σωστός. Έβγαλε το καλυμμαύχι, λες κι αφαιρούσε τον ακάνθινο στέφανο. Ο ιδρώτας έτρεχε απ’ το μέτωπό του σαν του Ιησού πριν το Τετέλεσται. Τον σκούπισε μ’ ένα μαντήλι, που το πέρασε κι απ’ τα χείλη του, σαν σπόγγο βουτηγμένο στο ξίδι – έτσι που μόρφασε…

Είχε μπει πια η Άνοιξη. Ζεστή βραδιά, σαν φτερούγα κοιμισμένου πουλιού σκέπαζε το χωριό. Χύμαγαν απ’ το παράθυρο τ’ αρώματα. Η ευωδιά της αλιφασκιάς έφτανε ζαλιστική, σαν επιτάφιο μύρο, ανακατωμένο με την αψάδα του θυμαριού και της θρούμπας. Άνοιγαν το στόμα οι κρίνοι κι έπιναν την ανάσα του δεντρολίβανου στα βελουδένια ποτήρια τους· ανάδευαν τις κίτρινες γλώσσες και νανούριζαν τ’ αποκαρωμένα έντομα που φώλιασαν εκεί, πασπαλισμένα απ’ την απαλότατη πούδρα τους.

Ο παπάς μισόκλεισε ναρκωμένος τα βλέφαρα και εισέπνευσε τις μυρωδιές· τρεμόπαιξαν τα ρουθούνια του από αόρατους κόκκους γύρης και υγράνθηκαν τα μάτια του.

Ύστερα ξερόβηξε, να καθαρίσει την φωνή του.

«Δεν ήρθε το Φως!» είπε απλά, λες κι έλεγε για τον καιρό: «θα βρέξει» ή «δεν θα βρέξει». (περισσότερα…)

Σπυριδιώνης, ένας παράδοξος Λευκαδίτης στα χρόνια της Επαναστάσεως

 *

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, αν κάποιος ήθελε να φκιάξει βαρέλια στην Ζάκυνθο πά’αινε δελόγκου σ’ έναν Λευκαδίτη. Είχε, βαραμέντε, και ντόπιους μαστόρους το Τζάντε, τζόγια μου, μα εκείνοι έμοιαζαν μπροστά του σόλιτοι –συνηθισμένοι, πάει να πεις– κι έφκιαναν μόνον βαρέλια. Ο Σπυριδιώνης, περ ντι πιού –συν τοις άλλοις– έφκιανε και σφραγίδες. Ταγιαδόρος από τσι καλούς, ξυλοσκαλιστής φαμόζος!

Εκεί, στο μαγαζάκι του, μπονώρα-μπονώρα, ανακατώνονταν οι κρασέμποροι με τους καλαμαράδες κι οι μπαρτσολέτες πά’αιναν σύγνεφο. Κογιονάριζε αβέρτα ο ένας τον άλλον. Και τόμου κι ο αβεντόρος έχει πάντα δίκιο, ο μαγαζάτορας ήταν ομπλιγάδος να κρατεί παλάντζα. Μαγγιώρος στο να τηρεί το όρντινο.

Με την μπίμπια στο στόμα, ο ρεμπεσκές – καλαμπούρι στο καλαμπούρι, μαθές. Τον έκανες χάζι ορτό στην μπασία να υποκλίνεται εξεχώριστα σε γραμματιζούμενους και σέμπρους, σε ντινιέντηδες και λιανομάριδο, λες και τους έστελνε ούλους ούφου ντου λούφου – στα τσακίδια, διάτανε!

Τι να σου πρωτομολο’ήσω, ψυχίτσα μου! Χάρμα των ομματιών, το ραμολιμέντο! Κι ήθελε, ο κουζουλός –βόηθα να μην κρεπάρω, Άγιε Διονύσιε– να τονε λένε Βασιλέα της Λευκάδος κιόλας!

«Ε, μα τέτοιοι που ’ν’ οι Αγιομαυρίτες, μάτια μου, μην άξιζαν καλύτερο βασιλέα από τούτο το ρεντίκολο;» μουρμούργαν πίσ’ απ’ την πλάτη του. Γιατί αν το ’λεγαν και μπροστά του, θα τους έπαιρνε και θα τους σήκωνε ο διάσκαντζος!

Μα να ξέρανε κι αυτοίνοι ποιος ήτανε, δεν θ’ αμόλαγαν τέτοιες παρόλες.

Ας έφερναν τα μούτρα τους να τον έβλεπαν στην πολιορκία της Αγια-Μαύρας το 1807, όταν ο Αλή Πασάς απ’ το κάστρο του Τεκέ εξαπέλυε μύδρους στην ρωσσοκρατούμενη Λευκάδα.

Κι όταν τον Μάιο του ιδίου έτους οι Αλβανοί πολιορκητές ενισχύθηκαν απ’ το γαλλικό πυροβολικό, ας ήταν εκεί να ιδούν τι έκαμε αυτός, ο Σπυριδιώνης, τι έκαμε και τον ανακήρυξε βασιλέα ο απεσταλμένος της Ιονίου Πολιτείας, ο ίδιος ο κόμητας Καποδίστριας!

Όταν ο Γάλλος μηχανικός διέταξε να ανοιχτεί περιφερειακή του φρουρίου τάφρος και να γίνει ανέγερση προχώματος, παρατήρησαν πως τα χώματα του ανυψούμενου προμαχώνος ήταν σαθρά και έχρηζαν υποστηρίξεως με σανίδες και δοκάρια, πράγμα σπάνιο στην αγιομαυρίτικη αγορά τον καιρό εκείνο.

Τότε ο Σπυριδιώνης, δίχως ίχνος δισταγμού, σπεύδει στο φτωχόσπιτό του, αποσπά τις πόρτες και τα παράθυρα, ακόμα κι αυτές τις παλιοσανίδες του πατώματος και, μεταφέροντάς τα στον ώμο του, ενισχύει τα οχυρωματικά έργα της πόλεως, που μ’ εκείνα προσδοκούσε την σωτηρία της.

*

(περισσότερα…)

Ο μαύρος λαγός

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

«Ίσως γιατί οι συφορές έρχονται.»
Κ. Γ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Δυο καφενεία υπήρχαν στο χωριό, των ψαράδων και των κυνηγών. Των ψαράδων το είχε ο Αρτέμης Καραμπίνης και των κυνηγών ο Νικόλας Ψαράς. Όποιος δεν γνώριζε, νόμιζε το σκηνικό για φάρσα. Είναι δυνατόν να λέγεται Αρτέμης Καραμπίνης ο καφετζής των ψαράδων; Άρτεμις η θεά του κυνηγίου και καραμπίνα το όπλο για το κυνήγι. Κι από την άλλη, να λέγεται Νικόλας Ψαράς ο καφετζής των κυνηγών; Αϊ-Νικόλας ο προστάτης των θαλασσινών και το ψάρι πάντα ψάρι, καμία σχέση με τους κυνηγούς.

Κι όμως, συμβαίνουν κάποτε κι αυτά. Και μάλιστα εντελώς τυχαία. Όσο τυχαία συμβαίνουν πολλά πράγματα στην ζωή, που εκ πρώτης όψεως φαίνονται προμελετημένα.

Ένα βράδυ, στο καφενείο του Ψαρά, έγινε συμβούλιο απ’ την κυνηγοπαρέα. Ετοίμαζαν αξέχαστη φάρσα στο νέο τους μέλος, τον Κώστα τον Καραούλη, πως τάχα μου είδαν τον μαύρο λαγό στα Άσπρα Λιθάρια. Ο θρύλος ήταν παμπάλαιος όσο και το ψέμα. Τις κρύες νύχτες του χειμώνα –που κοκκίνιζαν τα κάστανα στα κάρβουνα και το ούζο θόλωνε στα ποτήρια– διηγιόνταν οι γεροντότεροι το παραμύθι τους, πως ντουφεκίστηκε ένας μαύρος λαγός απ’ τον Σπύρο Πάνο, πριν τον μεγάλο πόλεμο. Όποτε εμφανίζονταν το ζουλάπι, ερχόντανε κατόπι του και το κακό. Κολοκύθια με την ρίγανη δηλαδής.

Σε λίγο φάνηκε ο Καραούλης και τον φωνάξανε στην παρέα να τον κεράσουν. Εκεί του έσκασαν το μαντάτο για τον μαύρο λαγό. Τους κοίταξε καχύποπτα στην αρχή, μα βλέποντας απλωμένο στα πρόσωπά τους το δέος, άρχισε να «ψήνεται» κι εκείνος, μέχρι που κατακάηκε ολόκληρος. Σηκώθηκε, καληνύχτισε βιαστικά και τον κατάπιε η νύχτα. Αχάραγα θα κίναγε για τ’ Άσπρα Λιθάρια.

Μέρες βολόδερνε στις ερημιές χωρίς το ποθούμενο συναπάντημα. Η κάψα του μαύρου λαγού έβραζε το μυαλό του. Μόλις πήγαινε να σβήσει, κάποιος βρισκόντανε να την ξαναφουντώσει, πως ο μαύρος λαγός εθεάθη στο λιοστάσι του Ντόμερου, στο έμπα του παλιόρογγου της Βαγγελίστρας, πάνω απ’ του Φρειδερίκου τις αγραπιδιές, κάτω απ’ το κοντρί της Κουκουβάγιας. Έλειωσαν οι σόλες απ’ τις αρβύλες του, έβαλε άλλες. Ψώριασε το σκυλί του, αγόρασε νέο, μα ο λαγός άφαντος.

Τον πήραν πρέφα κι απ’ το καφενείο των ψαράδων και τον δούλευαν αναλόγως: πως είδαν τον λαγό στην Ψιλή Άμμο, λες και πήγαινε προς νερού του, πως τον κόζαραν στον Μικρό Γιαλό, στην Κορακόπετρα, στο Σουβλισμένο Χέλι, στου Διαόλου το Πάτημα. Μέχρι και στο Φαρμακονήσι –έναν ξερόβραχο καταμεσής του πελάγου, που πάνω του δεν φυτρώνει ούτε ραδίκι– τον είδαν, είπαν οι ψαράδες.

Μα και τα παιδιά του χωριού δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί. Πιάνονταν απ’ τα χέρια σε κύκλο και τραγούδαγαν εν χορώ το γνωστό ποιηματάκι, που έμαθαν στο σχολείο, σαν αντάμωναν τον Καραούλη: (περισσότερα…)

Γράμματα στην Αννούλα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το στρατόπεδο 286 Τ.Π. στην Λήμνο είναι μια σφηκοφωλιά χτισμένη σε τρία επίπεδα, στα πόδια ενός φαλακρού λόφου, σφηνωμένου σαν προϊστορικό κρανίο στην μέση του πουθενά – ένα σύνολο από κτήρια και σκάλες και βουβές σκοπιές, καρφωμένες στο χώμα σαν κακοφτιαγμένα εικονίσματα. Όλα είναι απλά και πρόχειρα, λες και τα ’στησε για παιχνίδι ένα παιδί κι όπου να ’ναι θα τα χαλάσει. Οι τοίχοι έχουν το χρώμα της ξεβαμμένης άμμου, και η γκρίζα τσιμεντένια του όψη μοιάζει μέσα στο ξερό τοπίο σαν χταπόδι κρεμασμένο στην ταβέρνα του ήλιου, που πέφτει πάνω του δίχως έλεος και το τσουρουφλίζει. Λίγα διάσπαρτα αγκάθια –λιλιπούτειες ξιφολόγχες του άνυδρου– και μυτερά χαλίκια σαν σπασμένα δόντια. Ο αέρας επελαύνει ορμητικός απ’ το πέλαγος, τρυπώνει στα ρουθούνια, κολλάει στον ιδρώτα και τρίβεται πάνω στο δέρμα των φαντάρων σαν αόρατο γυαλόχαρτο. Αφιλόξενο τοπίο, που σε κάνει να νιώθεις πως το μέρος δεν είναι φτιαγμένο για να ζεις, αλλά για ν’ αντέχεις.

Η θάλασσα στραφταλίζει από μακριά σαν ανάμνηση ενός άλλου κόσμου. Τότε το στρατόπεδο μοιάζει με καράβι που σέρνει αλυσίδες στην στεριά: τα κτήρια γίνονται κατάρτια, οι δρόμοι γραμμές στο κατάστρωμα, κι ο χρόνος πετρώνει, σαν να τον έλουσαν με τσιμέντο και τον άφησαν να στεγνώσει.

Στα δρομάκια, ανάμεσα απ’ τα κτήρια, οι στρατιώτες περπατούν γρήγορα, λες και πηγαίνουν να παραλάβουν το απολυτήριο. Οι φωνές τους είναι κοφτές κι οι συζητήσεις σύντομες. Μερικές φορές ακούγεται η σφυρίχτρα κάποιου λοχία ή το βήμα ενός περιπόλου κι η αναγνώριση ενός σκοπού. Το βράδυ, όταν ανάβουν τα φώτα, οι σκιές μεγαλώνουν, το στρατόπεδο γίνεται απόκοσμο, κι η σιωπή έχει το βάρος της χαμένης ελευθερίας.

Κι όμως, μικρές γωνιές ζωής τρυφερεύουν την αυστηρότητα του τοπίου: ένα παγκάκι όπου κάποιοι καπνίζουν, ένας τοίχος που φιλοξενεί ένα όνομα γραμμένο με κιμωλία, το ΚΨΜ που μοσχοβολάει καφέ και σουβλάκι, κι ένα γέλιο που ακούγεται ξαφνικά, σαν να δραπέτευσε από μια φωτογραφία του έξω κόσμου που κοιμάται στο πορτοφόλι ενός φαντάρου. Κάπου εκεί, ανάμεσα στα παραγγέλματα και στις σκοπιές και στις λίγες ώρες της ανάπαυλας, γεννιούνται φιλίες, μικρές εξεγέρσεις και ανείπωτα μυστικά.

Στην Λήμνο ο αέρας κόβει σαν λεπίδι, (περισσότερα…)

Τα Χριστούγεννα του νταλικέρη

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Εσύ, με πόσα φωτάκια
θα στολίσεις την θλίψη σου φέτος;
ΣΥΝΘΗΜΑ ΣΕ ΤΟΙΧΟ

Λες και το κάνουν επίτηδες οι δήμαρχοι και στολίζουν έναν μήνα νωρίτερα τους δρόμους για τις Γιορτές. Κάποιους θέλουν να εκδικηθούν αυτοί οι τύποι. Μάλλον εκείνους που δεν τους ψήφισαν: τους μοναχικούς, τους ασυνύπαρκτους, τους αποσυνάγωγους. Κι αφού οι δήμαρχοι εκλέγονται απ’ την πλειοψηφία, δεν εκλέγονται απ’ αυτούς. Ή μήπως –αλίμονο– αυτοί, οι μοναχικοί, οι ασυνύπαρκτοι, οι αποσυνάγωγοι, είναι η πλειοψηφία;

«Μοναχικά Χριστούγεννα!» Ο εφιάλτης που χωρά σε δυο λέξεις. Εκτός κι αν σε καλέσουν κάποιοι να… καταθλιφτείς μαζί τους. Γιατί σιγά μην περάσεις καλά στο ξένο σπίτι. Και συγγενικό σου να είναι, δηλαδή, ακόμα χειρότερα: θα δεις τον κόσμο μ’ ανάστροφα κιάλια – τόσο μακρινό, που θα μοιάζει ψεύτικος.

Όταν εσύ έμενες παιδί, αυτοί μεγάλωναν. Όταν εσύ ονειρευόσουν, αυτοί συμβιβάζονταν. Όταν εσύ έφτυνες αίμα, αυτοί έπιναν σαμπάνια. Ίδια τα πρόσωπα, οι εκφράσεις, οι φωνές, οι χειρονομίες, αλλά εκείνοι άλλοι. Τα ρούχα τους μυρίζουν καινουργίλα. Τόσο ατσαλάκωτα, που σε τσαλακώνουν. Κραυγάζουν φίρμες, διαλαλούν φορολογικές δηλώσεις. Αποτελούν ζυγαριά κοινωνικής στάθμης. Δεν είναι οι φίλοι σου και οι συγγενείς σου αυτοί, μα μεταμφιεσμένες φραγκόκοτες και πετεινάρια μασκαρεμένα.

Μην πας! Αν σε καλέσουν πουθενά, μην πας! Δεν θα περάσεις καλά – σιγά μην περάσεις! Θα ξεράσεις τον εαυτό σου… (περισσότερα…)

Υπέρ νοσούντων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενεία τελειοῦται.

ΠΑΥΛΟΥ ΤΟΥ AΠΟΣΤΟΛΟΥ, Προς Κορινθίους Β΄, ιβ΄ 9

Τι θα γίνει αν κοιμηθείς και ονειρευτείς
πως πήγες στον παράδεισο κι εκεί
έκοψες ένα παράξενο και πανέμορφο λουλούδι
και τι θα γίνει αν όταν ξυπνήσεις
κρατάς το λουλούδι αυτό στο χέρι σου;

SAMUEL TAYLOR COLERIDGE

Βρίσκονταν στο τελευταίο στάδιο. Την γάζωνε ο καρκίνος. Δεν έμεινε πλέον τίποτα, ούτε σάρκα, ούτε μαλλιά, ούτε κουράγιο. Απόψε ήταν η τελευταία της νύχτα. Το ήξερε. Μύριζε τον θάνατο στο δωμάτιο. Ένιωθε την γεύση του στο στόμα της. Τα φώτα στον θάλαμο χαμηλωμένα. Είχαν φύγει όλοι. «Πρέπει ν’ αναπαυθείς», της είπαν, λες και δεν θ’ αναπαύονταν σε λίγο για πάντα. Τα παιδιά της δεν τα είδε τις τελευταίες μέρες. Φοβήθηκαν να της τα πάνε μήπως τρομάξουν, αν αντικρίσουν κάτι κόκαλα σταυρωμένα αντί για την μάνα τους. Λείψανο κατάντησε. Η ανάσα της λιγοστή, όπως η φλόγα στο καντήλι που τρεμοσβήνει πριν σβήσει, ενώ το λάδι έχει πλέον σωθεί. Σώθηκε το λάδι της. Μα πόσο μπόρεσε να κάψει; Είκοσι επτά μόνον χρονών, τι πρόλαβε να ζήσει;

Παντρεύτηκε μικρή, λες και το ’ξερε. Έγινε μάνα. Ευτυχώς για κείνη. Δυστυχώς για τα παιδιά της: θα ορφανέψουνε νωρίς. Άντρα τής διάλεξε ο πατέρας της. Δεν είπε «όχι». Έναν άντρα θα ’παιρνε, ας ήταν αυτός. Προκαθορισμένη ζωή: μαγκανοπήγαδο. Εκείνος στην δουλειά, εκείνη στο σπίτι. Κάθε δεύτερο Σάββατο σε καμιά ταβέρνα. Την Κυριακή στην εκκλησία. Ο άντρας της ήταν θρήσκος. Της έβαλε μια εικονίτσα των Αγίων Αναργύρων κάτω από το μαξιλάρι φεύγοντας. Εκείνη στράβωσε τα μούτρα της, δεν πίστευε και πολύ: «Άμα πεθάνεις, βράστα! Όσο ζεις, κοίτα να χαρείς». Πολύ που χάρηκε… Μήπως τον έρωτα; Πφ! Σανίδες μέτραγε στο ταβάνι. Μήπως ταξίδια; Τώρα θα τα κάνει μαζεμένα, ένα και μακρινό. Τι χάρηκε; Πάντα την πλήγωνε αυτή η λέξη, ακόμα και στην προφορά της: «Χαρά!» Εκείνο το «Χ», στην αρχή, σαν διαγραφή της φαίνονταν. Σαν διασταυρωμένα ξίφη. Σαν ήχος λάμας που της έσκιζε το λαρύγγι.

Βήχας συγκλόνισε το στέρνο της. Ένας κόμπος αίματος ανέβηκε στο στόμα και τον έφτυσε στο σεντόνι. Ο λεκές απλώθηκε στο ύφασμα σαν ανθισμένο τριαντάφυλλο στο χιόνι. Ο αέρας λιγόστευε, λες και κάποιος τον έκοβε με μαχαίρι. Πήρε κοφτές ανάσες και πετάρισε τα βλέφαρα. Δεν έβλεπε καλά. Σαν να κοίταζε πίσω από θολωμένα τζάμια. Μόνον σκιές ξεχώριζε. Σκιές ακαθόριστες. Μία την πλησίασε κι έπιασε τον σφυγμό της. Θα ’ταν ο γιατρός, ήταν η ώρα του.

«Δεν μπορώ ν’ ανασάνω, γιατρέ!» ψιθύρισε με κόπο. (περισσότερα…)

Πείνα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Η Αθήνα πεινούσε και πάγωνε. Έξι βαθμούς υπό το μηδέν η θερμοκρασία. Δύο εβδομάδες κράτησε το χιόνι. Στο Πεδίον του Άρεως έφτασε στο ένα μέτρο. Ογδόντα χρόνια είχε να κάνει τέτοιο ψοφόκρυο στην Αττική. 700.000 άνθρωποι πέθαναν απ’ την πείνα και τα λοιμώδη νοσήματα τον χειμώνα του 1941-1942. Οι νεκροί έφταναν καθημερινά τους τετρακόσιους. Το δεύτερο εξάμηνο του 1941 οι γεννήσεις στην Αθήνα ήταν 5.400 και οι θάνατοι 20.300. Πέθαναν 15.000 περισσότεροι άνθρωποι απ’ όσους γεννήθηκαν. Το πρώτο εξάμηνο του 1942 η διαφορά εκτινάχθηκε στους 22.500 περισσότερους νεκρούς. Οι θάνατοι δεν αναφέρονταν σκοπίμως επίσημα, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν τα κουπόνια σίτισης των αποθανόντων απ’ τους συγγενείς τους.

Δημοσιεύονταν στις εφημερίδες οι συνταγές της πείνας: «Σέσκουλα πουρέ, χορτόσουπα με χθεσινά αποφάγια, κρεμμυδόσουπα, λαχανόσουπα, σούπα με ελιές, βλιτοκεφτέδες, ζελέ από χόρτα, πλιγουροκεφτέδες, λάχανο με κάστανα, μελιτζάνες με πουρέ πατάτας, κολοκύθια με βλίτα στον φούρνο, κολοκύθια γεμιστά με τραχανά και πατατοτηγανίτες». Η περαιτέρω ευρηματικότητα των συνδυασμών επαφίονταν στην οξύνοια του ατόμου που λιμοκτονούσε.

Ο Σουηδός διπλωμάτης και μέλος του Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα από το 1942, Πολ Μον, γράφει:

«Η πόλη παρουσίαζε θέαμα απελπιστικό. Άντρες πεινασμένοι, με τα μάγουλα ρουφηγμένα, σέρνονταν στους δρόμους. Παιδιά, με όψη σταχτιά και γάμπες λιγνές σαν πόδια αράχνης, μάχονταν με τα σκυλιά γύρω στους σωρούς των σκουπιδιών. Όταν το φθινόπωρο του 1941 άρχισε το κρύο, οι άνθρωποι έπεφταν στους δρόμους από εξάντληση. Τους μήνες εκείνου του χειμώνα σκόνταφτε κανείς κάθε πρωί πάνω σε πτώματα. Σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας οργανώθηκαν νεκροφυλάκεια. Τα καμιόνια της δημαρχίας έκαναν κάθε μέρα τον γύρο τους για να μαζεύουν τους πεθαμένους. Στα νεκροταφεία τους σώριαζαν τον έναν πάνω στον άλλον. Ο σεβασμός για τους νεκρούς, τόσο βαθιά ριζωμένος στους Έλληνες, είχε στομωθεί».

* (περισσότερα…)

Το δάχτυλο της σιωπής

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
Όλα τα δάχτυλα
Σιωπή
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Να βρεις γυναίκα στην Αθήνα μοιάζει εύκολο, μα λίγα πράγματα είναι εύκολα όταν φαίνονται εύκολα. Εννοώ γυναίκα για σχέση, όχι απλώς για πήδημα. Αν και το «απλώς» δεν είναι καθόλου απλό άμα πρόκειται για γυναίκα, και το «πήδημα» εμπεριέχει την πτώση: απ’ τον παράδεισο, από ύψος, απ’ οπουδήποτε μπορείς να τραυματιστείς, τέλος πάντων – όμως το πήδημα εις βάθος είναι το τρομακτικότερο, αλλά στον τρόμο εμπεριέχεται και η ανατριχίλα, η ξαδέρφη του πόθου και μητέρα της ηδονής. Εκεί, στα άδυτα των αδύτων της γυναίκας, στους κοραλλιογενείς υφάλους των επιθυμιών, δύτης παράτολμος ο άντρας αλιεύει διάπυρα μαργαριτάρια, κλεισμένα στο σαρκοφάγο στρείδι του κορμιού της.

Γυναίκες υπάρχουν πολλές στην Αθήνα, διαλέγεις και παίρνεις. Τρόπος του λέγειν, δηλαδή, το «διαλέγεις». Βασικά παίρνεις ό,τι πιάνει το χέρι σου. Και πιάνει ό,τι φτάνει η τσέπη σου κι ό,τι αξίζει το ταλέντο σου. Γιατί αλλοίμονο αν δεν ήθελε και ταλέντο η κατάκτηση ενός σάρκινου ποιήματος: της γυναίκας, του πολυπλοκότερου μηχανισμού της φύσεως, του άλυτου γρίφου της ζωής, μετά του χάσματος της μάζας στην θεωρία των Yang-Mills και των εξισώσεων Navier-Stokes, που παραμένουν άλυτοι 43 και 150 χρόνια αντίστοιχα.

Η γυναίκα μυρίζει το ταλέντο από μακριά, όπως τα λεφτά, και τα λεφτά όπως τα κεφτεδάκια στην κουζίνα.

Εσύ, αν ήσουν εμπόρευμα, πόσο θα πλήρωνες να σε αποκτήσεις; Κι αν δεν θα πλήρωνες, γιατί να (την) πληρώσει εκείνη; Πιστεύουμε πως αξίζουμε περισσότερο απ’ όσο αξίζουμε. Κι όσοι λένε πως δεν αξίζουν, πιστεύουν πως αξίζουν περισσότερο απ’ όσους πιστεύουν πως αξίζουν. Είμαστε υπερτιμημένα προϊόντα, δεν μας προτιμά το κοινό και βγαίνουμε σε προσφορά στις εκπτώσεις.

Να βρεις γυναίκα είναι δύσκολο, είτε στην Αθήνα είτε στην Ανδρομέδα, που να μην νιώθεις μόνος όταν δεν είσαι μόνος, που ν’ αδημονείς να την συναντήσεις κι όχι ν’ ανυπομονείς να την αφήσεις, που να δένετε σαν κόμπος ναυτικός, να κουμπώνετε σαν παλτό χειμωνιάτικο και να κολλάτε σαν μαγνητάκια στο ψυγείο.

Τέλος πάντων, το κουράσαμε το θέμα.

Ας μείνουμε στην αρχική πρόταση:

«Να βρεις γυναίκα στην Αθήνα μοιάζει εύκολο». Αλλά δεν είναι! Κι επειδή δεν είναι, χρειάζονται διαμεσολαβητές: Να μου γνωρίσεις μια φίλη σου, να σου γνωρίσω έναν φίλο μου και πάει λέγοντας.

Έτσι προέκυψε το ραντεβού που μου ’κλεισε ο Γιάννης με την Τούλα, αλλά με προειδοποίησε:

«Έχει ένα τικ!» (περισσότερα…)

Η Μάκαινα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Οι τίμιοι άνθρωποι είναι οι αριστοκράτες της εποχής μας.
ERNEST RENAN

Ο αξιωματικός υπηρεσίας βάραγε μύγες εκείνη την μέρα στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκάδας. Ζέστα, κατακαλόκαιρο. Ο ιδρώτας έτρεχε κρουνός απ’ το πρόσωπό του και ράντιζε το χαρτί που μουντζούρωνε μπροστά του αμήχανα. Ο ανεμιστήρας αγκομαχούσε, κάνοντας ένα εκνευριστικό «κρακ-κρακ», που αποκοίμιζε αντί ν’ ανησυχεί τον γλαρωμένο αστυνομικό.

Απ’ έξω έφτανε η φασαρία των διερχόμενων οχημάτων, μυρμηγκιά ολόκληρη, στρατιά παραθεριστών που βούλιαζε το νησί κι ύστερα πάλι βούιζε στους δρόμους και στα στενοσόκακα η ερημιά.

Το «τικ-τακ» του ρολογιού στον τοίχο, συνομιλούσε με το «κρακ-κρακ» του φτηνιάρικου ανεμιστήρα.

«Τικ-τακ: κάποιος έρχεται».

«Κρακ-κρακ: ποιος να είναι;»

Τα βήματα ανέβαιναν γοργά την ξύλινη σκάλα, λες κι ένα σώμα φτιαγμένο από λάστιχο αψηφούσε το θανατερό κάμα και πέταγε σχεδόν προς τα πάνω.

Ο αξιωματικός υπηρεσίας ξεγλάρωσε για τα καλά όταν ο επισκέπτης μπήκε στο γραφείο του.

«Παρακαλώ…» είπε όσο μπορούσε ευγενέστερα. Ενώ, δίχως να το πει, διαβάζονταν πεντακάθαρα στην φάτσα του: «Τι θέλεις μεσημεριάτικα, ρε γύφτο;»

Ο νεαρός, που σκίαζε με το παράστημά του το δωμάτιο, ήταν ολοφάνερο πως ανήκε στην φυλή των Αθίγγανων. Τα πεντακάθαρα ρούχα του κι οι φινετσάτοι τρόποι του δεν πρόδιδαν κάτι τέτοιο, μα υποδήλωναν έμφυτη αρχοντιά. Ο μαύρος οψιδιανός του δέρματός του, όμως, μιλούσε για λιοπύρια και λιόκρισες, η τυλωμένη φλέβα του λαιμού για το χοχλάτο αίμα του, και οι σπίθες μες στα μάτια που σιγόκαιγαν, μιλούσαν για την μεγάλη φωτιά του καταυλισμού που δεν έσβησε ολότελα. (περισσότερα…)

Κάποτε στην Αίγινα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Υπάρχουν ζευγάρια
όπου ο ένας από τους δύο,
τουλάχιστον, περισσεύει.
GRÉGOIRE LACROIX

Με το άλλο ζευγάρι γνωριστήκαμε στο κατάστρωμα του καραβιού για την Αίγινα. Ο Νίκος και η Ηρώ, εγώ και η Ολυμπία.

Την Ολυμπία την γνώρισα στο Θέατρο Βράχων, σε μια συναυλία της Αλεξίου. Αυτή καθόνταν δίπλα μου και δίπλα της καθόνταν η φίλη της. Εγώ την φίλη της ήθελα να γνωρίσω κι έπιασα κουβέντα μαζί της. Μα η άλλη ήταν απόμακρη και ψυχρή –όπως ακριβώς μου άρεσε– και δεν μου έδινε σημασία. Παλιό βάσανο κι αυτό, να μην μου δίνει σημασία αυτή που μου άρεσε. Λες και γι’ αυτό δεν μου έδινε σημασία: επειδή μου άρεσε! Ή γι’ αυτό μου άρεσε, επειδή δεν μου έδινε σημασία;

Όταν τέλειωσε η συναυλία, με πήγε σπίτι μου η Ολυμπία με την μηχανή της. Μια άγρια μηχανή εντούρο που μου έκοψε τα ήπατα. Εγώ δεν είχα βάλει ρόδα στο χέρι ακόμα. Κυκλοφορούσα με λεωφορεία και τρόλεϊ. Η φίλη της έφυγε με ταξί – φοβόντανε τα μηχανάκια.

Την Παρασκευή βγήκα με την Ολυμπία, έχοντας κρυφή ελπίδα πως θα έφερνε μαζί και την φίλη της. Τζίφος! Ήρθε με την θηριώδη μηχανή της, με φόρτωσε σαν τσουβάλι και με γύριζε πέρα-δώθε στην Αθήνα.

Καταλήξαμε σ’ ένα ουζάδικο στον Πειραιά. Τζατζίκια και τυροκαυτερές, ξινομυζήθρες και ρεβιθοκεφτέδες, γαρίδες και μυδοπίλαφα. Γέμιζαν τα ποτήρια κι άδειαζαν. Άφριζαν οι μπύρες, τσιτσίριζαν οι σόδες, χοχλάκιζαν τ’ ανθρακούχα. Ο λογαριασμός διαρκώς μεγάλωνε κι η Ολυμπία δώσ’ του και παράγγελνε. Μπουκιά δεν κατέβαζε αν το τραπέζι δεν γέμιζε, έστω κι αν τσιμπολόγαγε σαν σπουργίτι. Μωρέ, ας ήταν και η φίλη της μαζί και θ’ άνοιγα και σαμπάνια!

Όλο «γεια μας» και «γεια μας» και πονηρά γελάκια ήταν, η θεόμουρλη!

Καταλάβαινα μια χαρά πού το πήγαινε, αλλά εμένα με χάλαγε τόση σπατάλη. Κι όλη αυτή η αλητεία σε γυναίκα δεν μ’ άρεσε. Ήταν σκούρο και το δέρμα της, τραχιά και η φωνή της και πετάγονταν οι φλέβες του λαιμού όταν μίλαγε κι ανεβοκατέβαινε το καρύδι του Αδάμ σαν αντλία. Ομορφοπλασμένη κατά τ’ άλλα, «πηδήσιμη» στην καθομιλουμένη, αλλά… δεν μ’ άρεσε! (περισσότερα…)