Month: Σεπτεμβρίου 2022

Πληροφοριακές λεωφόροι και διαδικτυακά σοκάκια

El-fake-con-la-foto-del-arrepentimiento-torero-que-se-convirtió-en-viral

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Στα μέσα του 2012, μια είδηση έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο. Αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής. Πόση σχέση όμως έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Η ιστορία της δημιουργίας ενός θρύλου…

Άρτος και θεάματα 

Στο εκτενέστερο από τα δοκίμιά του, γραμμένο πριν από 450 χρόνια περίπου, ο Μονταίν επιχειρεί να αποδείξει ότι τα ζώα πόρρω απέχουν από το να είναι απλά θηρία, κατευθυνόμενα από ωμά ένστικτα, χωρίς ίχνος λογικής και φαντασίας. Διαθέτουν κι αυτά εκείνα τα χαρακτηριστικά για τα οποία ο άνθρωπος υπερηφανεύται ότι αποτελεί τον εργολαβικό κάτοχό τους. Χαρακτηριστικά όπως ευφυία, γενναιότητα, συμπόνια κι ευγνωμοσύνη ανήκουν στο ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους και, καταπώς το συνήθιζε, ο Μονταίν αντλεί πλήθος παραδειγμάτων από την αρχαία Ελληνική και Λατινική γραμματεία, προς επίρρωση της θέσης του. (περισσότερα…)

Νεκρικός διάλογος

~.~

ΝΕΚΡΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Ηγέτης (Η.), Σαρλ Ντε Γκωλ (Γ.), Χορός

Η. Αφού είμαι ζωντανός τι κάνω εδώ;
Γ. Είστε νεκροί κι εγώ είμαι ο ζωντανός.
Η. Και τώρα θα μου πεις πως είναι o κόσμος μας
απάτη… Δεν ακούω.
.                                         Γ. Ποτέ σας.
Η. Εσείς που υπάρχετε τι θέλετε από εμάς;
Γ. Σας βλέπω από ψηλά να εξαφανίζεστε.
Η. Ποιος άλλος βρίσκεται μαζί σου;
Γ. Σας βλέπω και δεν είστε, λέω, παιδιά μου.
Η. Ήσουν εσύ κι ο εαυτός σου· τα βιβλία
δεν μου είπαν ψέματα. (περισσότερα…)

Το Κακό: Ἐνα δοκίμιο

*

του Αλέξανδρου Σάντο Τιχομίρ

Αν το φαρμάκι κι η φωτιά κι η βία και το μαχαίρι
δεν έχουνε τα φανταχτά κεντίδια ακόμα κάνει
στο πρόστυχο της μοίρας μας και άθλιο καμβοπάνι,
είναι που λείπει απ’ την ψυχή το θάρρος – κι απ’ το χέρι.
[1]

Τι είναι το Κακό; Αυτό το όνομα που προφέρεται διαφορετικά από κάθε στόμα, που παίρνει αλλιώτικη μορφή μπροστά σε κάθε βλέμμα, ρευστή, σχετική. Κι όμως όλοι -τις περισσότερες φορές με τον μεγαλύτερο ζήλο- είναι έτοιμοι να το αναγνωρίσουν όπου το δουν, να το αποκαλύψουν, να το τιμωρήσουν: εδώ ψηλαφούμε στο χώμα τα ίχνη μιας άλλης έννοιας, άρρηκτα δεμένης με το Κακό, της οποίας η σχετικότητα είναι πραγματικό γνώρισμα, καθώς όντας όλοι προσηλωμένοι πάνω στο Κακό (μην τύχει και διαφύγει), αντικρίζουν πάνω του σαν καθρέφτισμα τη ρευστότητα, όταν αυτή ανήκει στον καθρέφτη· τον Νόμο. Κι εδώ είμαστε υποχρεωμένοι να ρωτήσουμε: τι είναι ο Νόμος; Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ο Νόμος είναι ένας τόπος και, όπως κάθε τόπος, αλλάζει από το πέρασμα του χρόνου: κομμάτια του διαβρώνονται, νέες μορφές κάνουν την εμνίκφάνισή τους στα εδάφη του, μέρη χάνονται ολοσχερώς, άλλα αναγεννούνται. Για να είμαστε όμως πιο συγκεκριμένοι θα πούμε ότι ο Νόμος είναι ο τόπος εκείνος του οποίου τα σύνορα χαράσσουν οι Άλλοι. Και οι Άλλοι είναι οι διάφορες μορφές που λαμβάνει η Εξουσία: Θρησκεία, Δίκαιο, Ηθική, ή ακόμη και καλά κρυμμένες υποστάσεις, όπως το Όνομα του Πατρός (Ζακ Λακάν), οι ενορμήσεις της ζωής και του θανάτου (Σίγκμουντ Φρόυντ) κ.ά., με λίγα λόγια οι Άλλοι είναι στην πραγματικότητα ο ίδιος μας ο Εαυτός, σαν αυτός να ήταν ένα τεράστιο μωσαϊκό που αποτελείται από αναρίθμητες ψηφίδες. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Καντάτα γιὰ ἕναν μύθο

*

ΚΑΝΤΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΥΘΟ

Δὲν ξέρω πῶς ξεκίνησα νὰ πέφτω
πῶς ἄρχισε ὅλο αὐτὸ δὲν τὸ θυμᾶμαι
τὴ μιὰ στιγμὴ ἀνέβαινα τὴν ἄλλη
χωρὶς νὰ ξαφνιαστῶ ἢ ν’ ἀναρριγήσω
βρέθηκα νὰ γλιστράω πρὸς τὸ κενό
Γιατὶ ὣς τότε ἀνέβαινα Ἀκόμη
νιώθω στὰ μάγουλά μου τὴν ἀνάσα
ἀπὸ τὴν κάψα τοῦ ἥλιου τῶν ἀνέμων
τὸ ρίπισμα στὸ μέτωπο Ὁ ἀέρας
στὰ ὕψη ἐκεῖ λὲς πὼς δὲν ἔχει σῶμα
ὅσο ἀνεβαίνεις τόσο καὶ ἀραιώνει
διαστέλλεται διογκώνεται στὸ στῆθος
σ’ ἁρπάζει σὰν ἀνάλαφρη εὐφορία
τὶς φλέβες σου ποτίζει ἀργὰ σὰν μέθη
σὲ πείθει πὼς ἀλήθεια ἔχεις φτερά (περισσότερα…)

Aussprechen was ist, όπως θα έλεγε ο Μακιαβέλλι

*

του ΙΠΠΟΥ ΥΨΑΥΧΗ

«Ο κυνισμός, στην πραγματικότητα, δεν βρίσκεται στα λόγια του Μακιαβέλλι αλλά σ’ εκείνο που τα λόγια αυτά περιγράφουν» έγραφε το Νοέμβρη του 1934 ο Λεβ Κάμενεφ, ως διευθυντής του σοβιετικού οίκου Academia, στον Πρόλογο για την έκδοση των έργων του μεγάλου Φλωρεντινού. Τι σύμπτωση, αυτό το εκδοτικό γεγονός να αποφασίζεται σε μια μοιραία στιγμή για την ΕΣΣΔ, να εμφανίζεται σαν το «Μαύρο Καράβι» που έτρεμαν πάντα οι θαλασσόλυκοι στις καμπές του διαφεντέματος των θαλασσών.

Ένα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου 1934 ο Σεργκέι Μιρόνοβιτς Κίροφ, μέλος του Π.Γ. του ΚΚΣΕ, γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Λένινγκραντ έπεφτε νεκρός, δολοφονημένος από το νεαρό Λεονίντ Νικολάγιεφ. Δυο βδομάδες μετά ο Κάμενεφ συλλαμβανόταν. Το Γενάρη του 1935 «ομολογούσε» ότι ήταν συνυπέυθυνος ηθικά και πολιτικά για τη δολοφονία του Κίροφ. Τον Αύγουστο του 1936 ο Κάμενεφ στηνόταν στο απόσπασμα. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

Επιλογές από το ποιητικό του έργο

Αποδόσεις του Ιγνάτιου Σακαλή

Ο Ιγνάτιος Σακαλής παραμένει ο μόνος που μετέφρασε το σύνολο ποιητικό έργο του Ναζιανζηνού στη νεοελληνική γλώσσα. Παρά δε την συμπαράθεση των συγκεκριμένων αποδόσεων σε γνωστή θεολογική σειρά εκκλησιαστικής γραμματείας (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας), τόσο ο τρόπος όσο και η διάθεση, η πρόθεση και η γλώσσα του Σακαλή στις αποδόσεις του παραμένουν εκδήλως ποιητικοί. Το σύνολο λοιπόν της μεταφραστικής του εργασίας, επιτρέπει την διεύρυνση των επιλογών μας, τόσο ως προς τα θέματα της ποίησης του Γρηγορίου όσο και ως προς την γλώσσα των αποδόσεων, καθιστώντας έτσι την παρουσίαση και την γνωριμία της ποίησης του Γρηγορίου εκτενέστερη και ουσιαστικότερη.

~·~

15. Ὁ Δεκάλογος τοῦ Μωυσῆ

Κάποτε χάραξε ὁ Θεὸς τὶς δέκα προσταγές του
σὲ πλάκες πέτρινες μὰ σὺ γράψε τες στὴν καρδιά σου:
Δὲ θὰ γνωρίσεις ἄλλο Θεό, λάτρεψε ἕνα μονάχα.
Κούφιο μὴ στήσεις εἴδωλο καὶ δίχως πνοὴν εἰκόνα.
Μὴν ἀναφέρεις μάταια ποτὲ τὸ Θεὸ τὸ μέγα·
κάθε γιορτὴ σὺ φύλαγε λαμπρὴ ἢ συνηθισμένη·
εὐτυχισμένος, τοὺς γονιοὺς ἂν ἐκτιμᾶς ὡς πρέπει·
μακριὰ ἀπὸ φονικοῦ χεριοῦ τὴν ἁμαρτία, τὸ ξένο
κλινάρι κι ἀπὸ δολερὴ κλεψιὰ καὶ μαρτυρία
ψεύτικη· πάψε νὰ ποθεῖς τὸ ξένο καὶ σκοτώνει. (περισσότερα…)

Alfred Döblin, Ἀνάθεμα στὴν ποίηση!

*

Ἀναθεματίζω τὰ ποιήματα. Δὲν θέλω οὔτε νὰ τὰ βλέπω οὔτε νὰ τὰ ἀκούω. Ποτὲ δὲν μοῦ ἄρεσαν. Κι ἂν γιὰ ἕνα διάστημα εἶχα ξεπεράσει τὴν ἀποστροφή μου γιὰ δαῦτα, τώρα τὰ ἀπεχθάνομαι περισσότερο ἀπὸ ποτέ. Ὁ διάολος νὰ τὰ πάρει κι ἐκεῖνα κι αὐτοὺς ποὺ τὰ κατασκευάζουν. Ὅλοι ἐτοῦτοι οἱ κύριοι καπηλεύονται τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι καὶ τ’ ἄστρα, τὴν ἡμέρα καὶ τὴ νύχτα, κάνοντάς μας νὰ νιώθουμε ἀηδία γι’ αὐτά· κι ἐπειδὴ στὸ σχολεῖο κι ἀργότερα μᾶς ἐπιβάλλουν τὰ παρασκευάσματά τους μὲ τὸ ζόρι, νοθεύουν τὸ γνήσιο αἴσθημα καὶ τὴν ἁπλὴ φυσικὴ σχέση μας μὲ τὰ φαινόμενα καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου.

Τὰ ποιήματα μοιάζουν κάπως μὲ βάκιλλο, εἶναι μεταδοτικά. Πόσο μεγάλο κακὸ μᾶς ἔχουν κάνει, νομίζετε, μὲ τὰ ἕωλα καὶ ἀξιοθρήνητα συναισθήματα ποὺ κουβαλᾶνε, καὶ ποὺ εἶναι ἐπιπλέον σὲ μεγάλο, στὸν μέγιστο βαθμό, ψευτιὲς καὶ ἀναλήθειες καὶ ρύποι! (περισσότερα…)

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν ἔσκυψε καί τῆς χτύπησε διακριτικά τό τζάμι, ὅτι ἔπιανε νά σουρουπώνει καί θόλωνε ἔξω ἡ πάροδος…

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τῶν Οὐρανῶν!

Ἔτσι πού καθόταν λίγο παραμέσα ἀπ’ τό παράθυρο, τό κρέμ κουρτινάκι τραβηγμένο καί σμιχτά σμιχτά στή σειρά τά χαλκαδάκια του, πίσω της τό ἄσπρο της κεφάλι ἀντιφέγγιζε στόν μεγάλο καθρέφτη τῆς παλιᾶς ξύλινης ντουλάπας καί δέν καλόβλεπε – ἄλλωστε τί νά καλοδεῖ; Πενήντα χρόνια ριζωμένη ὅλα τά ἀπογεύματα τοῦ Κυρίου στήν ἴδια θέση, ποιός περαστικός ἦταν πού νά μήν τόν ξέρει, ποιά κίνηση στή γειτονιά πού νά μήν τήν περιμένει στήν ὥρα της, ποιοί ὄγκοι, ποιές σκιές πού νά μήν τίς μέτρησε καί τίς ξαναμέτρησε ἄπειρες φορές, ποιός ἦχος πού νά μήν  εἶναι γνώριμος, σφυγμός της πές, ποιά βήματα πού νά μήν ἀναγνωρίζει ὅλα τους τά πατήματα: ἐδῶ λίγο ἀργά, ἐκεῖ θά σκοντάψει, τώρα θ’ ἀποφύγει σάν χορευτά την ἀκακία… Κι ἔπειτα οἱ ἀλλαγές πού ἦρθαν μέσα σέ πενήντα χρόνια, οὔτε μοιάζαν πιά μέ ἀλλαγές. Τά καινούργια σπίτια ἀπέναντι πῆραν γρήγορα τό ρυθμό τους στίς εἰσόδους, στίς ἐξόδους, οἱ γείτονες πού φύγανε ἀντικατασταθήκανε ἀπ’ ἄλλους μέ πολύ λίγο διαφορετικές συνήθειες κι ὡράρια…Πενήντα χρόνια…πέντε ὧρες πές! Πέντε ἀπογευματινές ὧρες. Ἀπό τίς τέσσερις πού τραβοῦσε τό κουρτινάκι τό χειμώνα ὥς τίς ὀκτώ πού ᾿κλεινε τίς γρίλλιες μέ θόρυβο – ἤ λίγο πιό ἀργά τά καλοκαίρια, ὅταν τσιτσίριζε ὁ ἥλιος στά κανάτια της, κι ἔπειτα ὥς ἀργά εἶχε σβηστό τό φῶς γιά τά κουνούπια, ὅπως κι ὅλοι ἄλλωστε στή γειτονιά. Πέντε ὧρες! Πέντε μακριές, χειμωνιάτικες τό πιό πολύ, ὧρες, μ’ἕναν γλυκό ἥλιο κατά τίς τέσσερις, μέ τίς δεητικές ἑσπερινές καμπάνες, μέ τίς φωνές τῶν παιδιῶν στίς ἑξήμισυ πού σχολοῦσαν – κι ὕστερα ἡσυχία… Μόνον ἁρμαθιές φῶτα ἀπ’ τόν κεντρικό νά χτυπᾶνε στό τζάμι της – κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο, καί ξανά κίτρινο, ἄσπρο, κόκκινο, μαῦρο!.. «Καί νά, τούς μιλάω!» μοῦ ᾿λεγε κάποτε, «τούς μιλάω… Ὁ ἕνας σκύβει ἀπ’ τό πολύφωτο, ὁ ἄλλος διαλέγει τό μπουφεδάκι καί διπλώνεται ἀνάμεσα στό μεγάλο ρολόι, τή φαρφουρένια φοντανιέρα καί τή φωτογραφία του, τό παιδί μου ἔρχεται πάντα ἀθόρυβα, σά σταγόνα ἀπ’ τά κλαδιά τῆς ἀγριοπιπεριᾶς, καί κρεμιέται ἀπ’ τό μεγάλο κάντρο ἀπέναντί μου, ὠχρό κι ἀνάλαφρο…- μά δε μοῦ ἀπαντᾶνε ποτέ! Τούς χάνω ὅταν πέφτουν οἱ προβολεῖς. Μετά, στό σκοτάδι, τούς ξαναβρίσκω. Ἐκεῖνος ἔχει ὅλες τίς λίρες ἀκόμα πάνω του. Τό βλέπω καλά πού φουσκώνει τό πορτοφόλι του στό στῆθος. «Σοῦ χρησιμέψανε τουλάχιστο;» τόν ρωτάω. «Ἄχ, ἄν δέν τά ’παιρνες ὅλα μαζί σου ἐκεῖνο τό πρωί! Νά, γιά τό παιδί…» Ὁ ἄλλος προτιμάει τίς πιό σκοτεινές γωνιές, πίσω ἀπ’ τό κρεββάτι μου νά ποῦμε, στό παλιό μπαουλάκι ἐπάνω – κι ὅλο λέω ν’ ἀλλάξω τό γκρίζο κουβερτάκι πού γρατζουνάει, κι ὅλο τό ξεχνῶ… «Πολύκαρπε» τοῦ λέω, «Πολύκαρπε, σέ βασανίσανε; Περπάτησες ἔτσι μίλια με τά πόδια, γιά Κάρς, Μπουργκάρ Μήχ, γιά μαντέμι, χαλκό, ἄργυρο… ἄχ, μέ τά πόδια σου, μίλια Πολύκαρπε! Κι ὁ Βύρωνας; Τί ἀπόγινε ὁ Βύρωνας;… Φαντάσου, τό μωρό μου- πού πῶς τό ᾽χα! Τί κολώνιες καί τί παστρικά ὅλα, καί νά τ’ ἀνοίξω τήν κουβέρτα του μόλις πατήσαμε Πειραιᾶ, καί νά! – μιά τέτοια ψείρα στό κεφαλάκι του!  ἔτσι πού μᾶς στοιβιάξανε στό πλοῖο… Κι ὕστερα οἱ σφῆκες, τά κεντριά! Ἄ, δέν ξέρεις ἐσύ, δέν ξέρεις τί φαρμάκι ὥς τό μεδούλι!..» (περισσότερα…)

Κυκλοφόρησαν!

*

Μετὰ τὸν Ἀχιλλέα Παράσχο τοῦ Θεοδόση Βολκώφ, τὸν Ἰωάννη Βηλαρᾶ τοῦ Ἠλία Κεφάλα, τὸν Τέλλο Ἄγρα τῆς Εἰρήνης Γιαννάκη καὶ τὴν ἐπανέκδοση τοῦ Τάκη Σινόπουλου ἀπὸ τὸν Ξάνθο Μαϊντᾶ, κυκλοφόρησαν τὰ τρία τελευταῖα μέχρι τώρα βιβλία τῆς σειρᾶς «Δύο αἰῶνες ἑλληνικῆς ποίησης», ὅπου ποιητὲς ἀνθολογοῦν ποιητὲς τοῦ παρελθόντος μὲ ἐκτενῆ εἰσαγωγικὰ καὶ βιβλιογραφικὰ σημειώματα.

Νο 21. Γιῶργος Σαραντάρης ἀπὸ τὸν Ἄγγελο Καλογερόπουλο

Νο 22. Βύρων Λεοντάρης ἀπὸ τὸν Θωμᾶ Ἰωάννου

Νο 8. Νίκος Καροῦζος ἀπὸ τὸν Γιάννη Πατίλη (ἐπανέκδοση)

Ἑτοιμάζονται γιὰ τὸ ἄμεσο μέλλον Ἰ. Ν. Γρυπάρης ἀπὸ Θεοδόση Βολκώφ, Τάσος Γαλάτης καὶ Βασίλης Στεριάδης ἀπὸ Ξάνθο Μαϊντᾶ, Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης ἀπὸ Κώστα Κουτσουρέλη, Μαρία Πολυδούρη ἀπὸ Ἀριστέα Παπαλεξάνδρου καὶ Κ. Π. Καβάφης ἀπὸ Ἀ. Κ. Χριστοδούλου.

Διάθεση ἀπὸ τὸ Ἵδρυμα Σινόπουλου καὶ ὅλα τὰ ἐνημερωμένα βιβλιοπωλεῖα (Κεντρικὴ διάθεση: Ἐκδόσεις Νίκας).

*

*

 

Γλωσσικές νότες ν

*

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

H Εταιρεία για τη Γερμανική Γλώσσα το 2016 ανέδειξε λέξη της χρονιάς το postfaktisch, το post-factual όπως το λένε οι αγγλόφωνοι. Είχε προηγηθεί το Λεξικό της Οξφόρδης που επέλεξε το (συνώνυμό τους) post-truth. Post-truth αποκαλούν στις αγγλόφωνες χώρες την πολιτική (ή τη δημοσιογραφία) που ασκείται, υποτίθεται, ερήμην και κατά των πραγματικών δεδομένων, εναντίον της αλήθειας της ίδιας. Ο όρος παραπέμπει φυσικά στα μείζονα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων ετών, όπως λ.χ. τους εκλογικούς θριάμβους του Τραμπ και του Brexit. Είναι συνεπώς ιδεολογικά χρωματισμένος και, διά της κακοσημίας, εκ προθέσεως στιγματιστικός.

Στην Ελλάδα, φυσικά, τέτοια συζήτηση δεν έγινε, άρα δεν φτιάχτηκαν και όροι ειδικοί για να τη διευκολύνουν. Αλλά και να αισθανόμασταν την ανάγκη τους, πώς θα μπορούσαμε να τους δημιουργήσουμε; Πάνω σε ποια παραγωγική βάση; Λέξεις όπως αναληθής, π.χ., παναληθής, ομοιαληθής, φιλαλήθης, που θα μπορούσαν να μας χρησιμεύσουν ως πρότυπα, είδαν τον βρικολακιασμένο μαλιαρισμό και τη θεσμοποιημένη αγραμματοσύνη της Μεταπολίτευσης να τους τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια. Τριτόκλιτα επίθετα τώρα, τρέχα γύρευε… (περισσότερα…)