ΝΠ | Αφηγήματα

Είναι γερό, ρε, τι λες τώρα;

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

—Ρε συ, χτυπάνε τα βήματά σου στις σόλες των παπουτσιών μου, σίγουρα είναι γερό αυτό εδώ;

—Πού θες να ξέρω. Θες πάγο;

—Βάλε, τρία.

—Τρία κιόλας, επακριβώς.

—Μετρημένα.

Κελάρυσε το Famous Grouse στο ένα ποτήρι, στ’ άλλο, άφησε ο Τάκης το μπουκάλι κι όπως έσκυψε στο ψυγειάκι έριξε μια ματιά έξω.

—Ήσυχη μέρα.

Γύρισε κρατώντας τα ποτήρια. Τα παγάκια του Γιάννη κουδούνισαν, πήγε ο Τάκης να τον πειράξει αλλά τον είδε που ’χε αφαιρεθεί να κοιτάζει απ’ το παράθυρο.

—Ο δήμος έχει έναν που κόβει τα χορτάρια, τι έπαθε αυτός και τ’ άφησε στη μέση;

—Τι λες πάλι, μωρέ; Πάρε την πέρδικα.

Ακούμπησε με θόρυβο τα ποτήρια στο πτυσσόμενο τραπεζάκι και στριμώχτηκε απέναντί του.

—Λέγε τώρα.

Ο Γιάννης μάζεψε το βλέμμα του στο ουίσκι. Κούνησε κυκλικά το ποτήρι και τα παγάκια κουδούνισαν πάλι σαν να γελούσαν. Τον περίμενε ο Τάκης.

—Ρε συ…, είπε τελικά, με το βλέμμα ακόμη στο ποτήρι, τα παγάκια ακόμη να γελούν, πιο αργά, πιο σιγανά.

Ο Τάκης ήπιε. Περίμενε.

—Ρε συ…

Ξανακοίταξε απ’ το παράθυρο ο Γιάννης. Κατάπιε, όχι ουίσκι, δεν είχε φέρει το ποτήρι του στα χείλη. Τα παγάκια είχαν σταματήσει να γελούν. Το χέρι του έσφιγγε το γυαλί.

—Τι να της πω;

Δύσκολη ερώτηση. Η απάντηση το ίδιο. Δεν ήθελε να τη δώσει ο Τάκης.

—Τι να σου πω, ρε φίλε… Από δουλειά;

Απότομο βλέμμα, θυμός να εκραγεί.

—Σκατά από δουλειά! Τι από δουλειά. Δεν ξέρεις; Ο δικός μας πτωχευμένος κι ο ιδιοκτήτης στα δικαστήρια, εμείς τελευταίοι. Τίποτα. Και πουθενά, τίποτα. Ντρέπομαι να βάζω βενζίνη στου ξαδέρφου μου για πεντακόσια ευρώ, ρε! Εδώ μας φτάσανε. Πεντακόσια σκατοευρώ!

Τώρα ήπιε. Κοπάνησε το ποτήρι στο τραπεζάκι, πιτσίλισε σταγόνες ουίσκι τη φορμάικα.

—Τι θα κάνω, ρε; Τι να της πω;

Σειρά του Τάκη να κοιτάξει έξω. Λες κι ο τύπος απ’ τον δήμο με το χορτοκοπτικό θα ’χε φυλάξει στα χορτάρια καμιά λύση για τον Γιάννη. Δίκιο είχε ο φίλος του. Είχε αφήσει άκοπα τα μισά.

—Η Άννα… θέλει να το κρατήσει; τον ρώτησε σιγανά χωρίς να στραφεί, και ξανάφερε το ποτήρι στο στόμα. Ήπιε αργά. Και μόνο πάνω απ’ το χείλος του ποτηριού κοίταξε πλάγια τον Γιάννη. Η καρδιά του κλότσησε, ένιωσε τη γουλιά να κατεβαίνει σ’ ένα σταματημένο σώμα.

Ο Γιάννης τον είχε καρφώσει. Σκοτεινός. Για μια στιγμή, αβυσσαλέα σαν μαύρη τρύπα. Όχι, δεν κοίταζε αυτόν. Τόσο σκοτάδι απ’ τα μάτια του δεν ήταν γι’ αυτόν. Φοβήθηκε ο Τάκης. Τόσα γίνονται. Τόσοι άλλοι… (περισσότερα…)

Την νύχτα που γκρεμίστηκε η Ακρόπολη (Αρρηφόρος)

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω,
καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους.
ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ, Ελλάδος περιήγησις, Α 27,3

Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και κοίταζε στο πουθενά. Ξανθιά, με άσπρο φουστάνι και σανδάλια στα πόδια της αρχαιοελληνικά. Σαν την Ηχώ, σαν την Ίριδα, σαν Κόρη της Ακροπόλεως, που είπε να ξαποστάσει μετά την Εορτή των Παναθηναίων, σαν απόσπασμα του Παυσανία:

«Εγγύτατα του ναού της Πολιάδος κατοικούν δυο παρθένες. Οι Αθηναίοι τις ονομάζουν αρρηφόρες και ζουν ένα διάστημα κοντά στην θεά. Την νύχτα της εορτής των Αρρηφορίων, κατά την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, μεταφέρουν στο κεφάλι τους ό,τι τους παραδίδει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε εκείνη τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί υπόγειο πέρασμα κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν όσα μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο, που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι έπειτα τις αφήνουν ελεύθερες, και στην θέση τους στην Ακρόπολη οδηγούν άλλες».

Τόσο η παρουσία της ράγιζε τον χρόνο, που έψαξα με το βλέμμα μου την δεύτερη παρθένα που αναφέρει ο Παυσανίας.

Εντάξει, την είχα την πυροβολησά μου με τα ιμάτια και τις ιέρειες από παλιά. Από τότε που η βαβά μου με πήγαινε πέρα στα Λουλούδια –ένα χωράφι με μαργαρίτες στο χωριό– και μου φούσκωνε τα μυαλά με ξωτικά και νεράιδες. Παιδάκι ήμουν κι εγώ, τι να ’κανα;

Το βράδυ τις ονειρευόμουν, δηλαδή στον ύπνο μου. Μα πολύ θέλει κανείς να τις δει και στο ξύπνιο του τις νεράιδες; Φοβόμουν, εξάλλου, μήπως συμβαίνει αυτό που διάβασα κάποτε, πως «κάθε που λέει ένα παιδί ότι δεν πιστεύει στις νεράιδες, κάπου μία νεράιδα πεθαίνει». Έτσι, έφτανε ένα άσπρο φόρεμα, μια τούφα ξανθά μαλλιά, δυο σταξιές γαλάζια μάτια κι έφτιαχνα μόνος μου τα υπόλοιπα.

Από φαντασία ήμουν χορτάτος, από πραγματικότητα λιμοκτονούσα. Αφού, για να καταλάβετε, την πρώτη φορά που άγγιξα γυναίκα έπαθα σοκ, επειδή ήταν… κρεάτινη!

Την είδα, λοιπόν, την λευκοφορεμένη σαν αρρηφόρο, κοντά στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων. Κι αφού μακρόθεν την θαύμασα κι εκ του σύνεγγυς την περιεργάστηκα, έκατσα πλάι της στο παγκάκι ακάλεστος –όσο ακάλεστη ήρθε κι αυτή στην ζωή μου– και αναφώνησα:

«Είσαι η ίδια η Αφροδίτη!»

Εκείνη ακούνητη, με το βλέμμα εξακολουθητικά βυθισμένο στο πουθενά, δεν μίλησε.

«Αν δεν πεις λέξη», της είπα, «θ’ αρχίσω να πιστεύω πως έκανα λάθος: πως δεν είσαι η ίδια η Αφροδίτη, αλλά το άγαλμά της!»

Ήξερα πως αυτά που έλεγα ήταν παλιομοδίτικο καμάκι, αλλά συγχρόνως ήξερα πως ακριβώς αυτά ήθελα να πω.

Η κοπέλα ελαφρώς μειδίασε. Κι ήταν τα χείλη της την ώρα εκείνη σαν στίχος από ποίημα του Παράσχου: ροδοπέταλα που ανεπαισθήτως κινήθηκαν.

«Τι όμορφα που χαμογελάς!» θαύμασα ανυπόκριτα.

Εκείνη χαμογέλασε περισσότερο και φάνηκαν τα κάτασπρα δόντια της, τόσο αρμοσμένα στην οδοντοστοιχία, σαν μαρμάρου σπόνδυλοι σε δωρική κολώνα.

Εννοείται πως οι περιγραφές μου είναι πανάρχαιες, ίδιας ηλικίας με τις δωρικές κολώνες της Ακροπόλεως, μα περιέργως, αν και το ξέρω, έτσι θέλω να εκφραστώ.

Σιγά-σιγά το κλίμα ζεστάθηκε –ίσα να μην ξεπαγιάσουμε– αλλά μπόρεσα να της κλείσω ραντεβού στο ίδιο σημείο το ερχόμενο Σάββατο.

Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν εκεί για κάμποσο ακόμα.

Συνήθως εγώ μιλούσα κι εκείνη άκουγε.

Οι φίλοι μου πάντα με συμβούλευαν να βγάζω τον σκασμό, καμιά φορά, για να μιλήσει κι ο άλλος. «Όσο λιγότερο Σολδάτος κι όσο περισσότερο τίποτα», ήταν το σλόγκαν. Μπορεί να είναι εγκεφαλικά πλάσματα οι γυναίκες, αλλά δεν θέλουν να πάθουν κι εγκεφαλικό απ’ το πολύ μπλα-μπλα. (περισσότερα…)

Δικαίωμα στην αποτυχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΙΝΤΖΗΡΑ

~.~

Ας ξεκαθαρίσω εξαρχής ότι η απόπειρα αυτοκτονίας μου ήταν ηθελημένα ανεπιτυχής. Αν, μάλιστα, θέλω να είμαι ωμά ειλικρινής υπήρξε σχεδόν σκηνοθετημένη. Είχα από πριν σχεδιάσει στην εντέλεια την δήθεν δραματική έξοδό μου απ’ το αδιέξοδο, στο οποίο πολλοί θεωρούν βέβαιο πως έχει εγκλωβιστεί ο (υποψήφιος) αυτόχειρας. Αν, καθώς λέγεται, ισχύει πως ο θάνατος είναι πολιτισμικό κι όχι φυσικό γεγονός, τότε κι η επιλογή του (ατομικού πάντα) θανάτου είναι ομοίως αυτονόητα πολιτισμική κι άρα εναπόκειται στις εν γένει αντιλήψεις, για την πορεία καθόλη την διαδρομή της –απ’ την γέννηση μέχρι το τέλος της– και στην αξία που για ποικίλους πλην αδιάφορους εν προκειμένω λόγους αποδίδεται σ’ αυτή την πορεία και τα στάδιά της. Υποστηρίζω, με άλλα λόγια, ότι οι αντιλήψεις αυτές έχουν την ίδια θεωρητική και πρακτική σημασία με τις αντίστοιχες για την επιθυμία να ζει κανείς στην πόλη ή στην φύση, να περπατάει ή να μένει ακίνητος (αν υποτεθεί πως υπάρχουν κι επαρκούν οι οικονομικοί πόροι του), να είναι χορτοφάγος ή όχι. Σε όλα αυτά, ωστόσο, υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο, που προβάλλεται από την θρησκεία και τους λειτουργούς της, ότι (αφού) η ζωή είναι δώρο του θεού, (άρα) και ο θάνατος δεν μπορεί παρά να είναι μια απόφασή του.

Κατά τον τρόπο αυτόν αποδίδεται στη ζωή και το θάνατο «ηθικός» χαρακτήρας, απολύτως συμβατός άλλωστε όχι μόνο με τις θρησκευτικές δοξασίες αλλά και με την κοσμική κι επιστημονικά εδραιωμένη –αλλά έντονα ιδεολογική– θέση ότι ο θάνατος είναι γεγονός φυσικό. Το πλαίσιο αυτό, συμπληρούμενο απ’ το νομικό και θεσμικό οπλοστάσιο –αν δεν απαγορεύει– τουλάχιστον αποδοκιμάζει, καθιστώντας ιδιαιτέρως απεχθή από ηθικής πλευράς κάθε σκέψη ότι υπάρχει κι αναγνωρίζεται δικαίωμα του ανθρώπου ν’ αποφασίζει ο ίδιος για το θάνατό του. Η αποδοχή τέτοιου δικαιώματος επιβάλλεται, εξάλλου, από τη στιγμή που το κράτος ασφυκτικά έχει «αναλάβει» –για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους και πολιτικές επιλογές– τον άνθρωπο απ’ τη γέννηση έως τον θάνατο, την ταφή ή καύση του. Η εμπλοκή αυτή του κράτους καθιστά –de lege ferenda– επιτακτική την θέσπιση (ατομικού) δικαιώματος ελευθερίας στον θάνατο (αυστηρά σε προσωπικό επίπεδο).

Στο μεταξύ –προκειμένου να εμποδιστεί κάθε προσπάθεια αναγνώρισης ενός δικαιώματος ελευθερίας (επιλογής) στον θάνατο– έχει νοηματοδοτηθεί με εξαιρετικά έντονο μεταφυσικό και ηθικό-ιδεολογικό περιεχόμενο τόσο η υγεία όσο κι η ασθένεια, τομείς στους οποίους το κράτος έχει οριστικά και τελεσίδικα εμπλακεί ρυθμίζοντάς τους λεπτομερώς τόσο επί της αρχής όσο και σε κάθε επιμέρους πλευρά κι εκδοχή τους.

Δεν θα ήταν δυνατό να μπορέσω να προσεγγίσω βιωματικά τα θέματα αυτά εάν δεν αποφάσιζα να εκτεθώ δημοσίως αποκαλύπτοντας ότι επιθυμώ να αυτοκτονήσω, αν και δεν μπορούσα τουλάχιστον με ευκολία να (αυτο)χαρακτηριστώ δυστυχής, πράγμα που σχεδόν αυτομάτως συμπεραίνεται από τον κύκλο του αυτόχειρα. Θιασώτες της ευθανασίας και της βιοπολιτικής, παρεξηγώντας τα λεγόμενά μου, ξιφούλκησαν με κάθε τρόπο εκμεταλλευόμενοι μια ευκαιρία που αφειδώς και απροκλήτως τους είχε προσφερθεί, μολονότι την είχαν οικτρά παρερμηνεύσει. Αυτό που εγώ υποστηρίζω δεν είναι μόνο το προσωπικό δικαίωμα τερματισμού του ατομικού πόνου ή μιας ανίατης κι επώδυνης αρρώστιας, αναγκαστικής κατάκλισης, ή απομόνωσης. Διεκδικώ να μπορώ ελεύθερα να λάβω την απόφαση του Σωκράτη, όχι όμως για λόγους καθήκοντος και συμμόρφωσης στον νόμο, αλλά επειδή απλώς αυτό επιθυμώ. Όπως κανείς δικαιούται ένα θάνατο «γενναίο» ή «ενάρετο», έτσι θα πρέπει να δικαιούται κι ένα θάνατο «ωραίο» ή «ευτυχισμένο» ή κι «αστείο» ακόμη.

///

*

*

Ο καλοκαιρινός μου εαυτός

*

Κοιταζόταν στον καθρέφτη και θαύμαζε τον εαυτό της. Είχε γυρίσει μόλις απ’ το κομμωτήριο και από τα μαγαζιά όπου είχε αγοράσει ένα ωραίο κόκκινο καλοκαιρινό φουστάνι. Έβγαλε μια φωτογραφία με το κινητό της. Έπρεπε οπωσδήποτε να την ανεβάσει στο ίνσταγκραμ να τη δουν οι φίλοι της. Δείτε το φόρεμά μου, πώς μου πάει, δείτε τα μαλλιά μου φρεσκοβαμμένα, καλοχτενισμένα, οι ανάλαφρες μπούκλες με κάνουν να φαίνομαι δέκα χρόνια πιο νέα! Όσο για το σώμα μου, δεν χτυπιέμαι αδίκως τόσους μήνες στο γυμναστήριο, έχω γίνει σαν μοντέλο.

Θαύμαζε τον εαυτό της και ήταν σίγουρη πως θα έκανε θραύση στα σόσιαλ όπου είχε αρκετούς ακόλουθους. Είχε καιρό ν’ ανεβάσει δική της φωτογραφία και θεώρησε ότι τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή. Θα την ποστάριζε και στο φέισμπουκ και στο τικ-τοκ, είχε λογαριασμούς παντού. «Θεά!» θα της έγραφαν, «κορμάρα», «καλλονή», «δείχνεις σαν κοριτσάκι». Οι γυναίκες θα ζήλευαν, οι άντρες θα ένοιωθαν μια ακατανίκητη επιθυμία να βγουν μαζί της, να φλερτάρουν, να προχωρήσουν και περισσότερο…Είχε μεθύσει από την ίδια της την ομορφιά. Και να σκεφτείς ότι δεν είχε χρησιμοποιήσει φίλτρα ή άλλα κόλπα της τεχνολογίας. Ούτε στο δέρμα της είχε κάνει ποτέ μπότοξ ή πλαστικές. Αυτή ήταν η φυσική της όψη, παρά τα κάποια χρονάκια της έδειχνε δροσερή και εμφανίσιμη.

Ο ενθουσιασμός της ήταν ασυγκράτητος. Η φωτογραφία της θα γινόταν viral και η ίδια θα έμπαινε στα χωράφια των influencers. Ποιος ξέρει τι θ’ ακολουθούσε; Προτάσεις από εταιρείες καλλυντικών για να προωθεί τα προϊόντα τους ή ίσως θα έφτανε να διαφημίζει ρούχα για κάποια μεγάλη ξένη αλυσίδα;

Ανέβασε την φωτογραφία με μια απλή λεζάντα. «Ο καλοκαιρινός μου εαυτός», έγραψε. Περίμενε να δει τα λάικ και τις καρδούλες να πέφτουν βροχή. Περίμενε, περίμενε, καμμία αντίδραση. Μήπως δεν είχε πατήσει επάνω στην επικύρωση; Μήπως έλειπαν όλοι σε διακοπές; Μήπως από την ζήλεια τους έκαναν ότι δεν είδαν την φωτογραφία της; Μα να μην αντιδράσει κανείς; Περίμενε δυο μέρες ακόμα και η φωτογραφία του καλοκαιρινού της εαυτού έμεινε εκεί ξεχασμένη σαν κάποιους πίνακες σε μεγάλα μουσεία, ζωγραφισμένους από ελάσσονες καλλιτέχνες που κανείς δεν τους δίνει σημασία καθώς όλοι τρέχουν στις κεντρικές αίθουσες για να δουν την Τζοκόντα του Ντα Βίντσι και την Αφροδίτη του Μποτιτσέλλι.

Μετά από πέντε μέρες επιτέλους είδε έναν μπλε αντίχειρα και ένα σχόλιο στο φέισμπουκ. Ήταν από τη μητέρα της. «Ωραίο το φόρεμα αλλά σε παχαίνει. Οι μπούκλες νομίζω πως δεν είναι για γυναίκες της ηλικίας σου».

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

**

*

Ένα ανέκδοτο

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ

~.~

Η αίθουσα είναι ευρύχωρη και φωτεινή. Γεμάτη όμως, ασφυκτικά, με θρανία. Τέσσερεις σειρές θρανίων με έξι θρανία σε κάθε σειρά – εκτός από την σειρά δίπλα στην πόρτα, έχει λιγότερα, για ευνόητους λόγους. Σε κάθε θρανίο δύο καρέκλες.

Για να γράφουν εξετάσεις παιδιά δύο διαφορετικών τάξεων – εκείνες τις μέρες θα είναι, όντως, ασφυκτικά – αλλά όχι σήμερα. Σήμερα γράφουν τα παιδιά της Θετικής, δεκατέσσερα το σύνολο. Κάθονται στις δυο σειρές κοντά στα παράθυρα. Γράφουν Ιστορία «κόντρα».

«Κύριε, ξέρετε από Ιστορία;» Γέλια, πειράγματα, για να σπάσει ο πάγος. Περιμένουν να τους βάλουμε στις θέσεις τους – με τη σειρά, αλφαβητικά. «Κύριε, τι μάθημα κάνετε;» Και πάλι, «Κύριε, εσείς ξέρετε Ιστορία; Δε θα γράψουμε τίποτα, κύριε». «Γιατί! Δεν έχετε διαβάσει;» «Τι να διαβάσουμε, κύριε; Βοηθήστε λίγο να μη χαλάσει ο βαθμός του απολυτηρίου». «Μια χαρά θα τα πάτε».

Έχουν καθίσει κατ’ αλφαβητική σειρά και περιμένουν. Εφτά οχτώ τσάντες στη σειρά, στον τοίχο, κάτω από τον διαδραστικό κι ως τη δεξιά γωνία. Άλλα τόσα κινητά πάνω στην έδρα.

Μοιράζουμε κόλλες και θέματα. Σιωπή. Τα ξεφυλλίζουν, κάποιες πρώτες σημειώσεις. Σιωπή. Τα αμήχανα βλέμματά μας στον χώρο, πάνω από σκυμμένα κορμιά, σκυμμένα κεφάλια. Χέρια που στηρίζουν, χέρια που κινούνται, άλλα γρήγορα – τα πιο πολλά –, άλλα αργά. Χέρια με νύχια περιποιημένα, χέρια με νύχια φαγωμένα βαθιά. Πόδια που κουνιούνται από νευρικότητα. Καμιά φορά τα βλέμματά μας διασταυρώνονται, για λίγο.

Χτες, συνάδελφος έπιασε μαθητή να χρησιμοποιεί το κινητό. Είχε φωτογραφίσει τα θέματα κι είχε δώσει ερώτημα στο ChatGPT. Κύριε, γιατί μου παίρνετε την κόλλα, διαμαρτυρόταν μετά. Το έλεγε κι απορούσε ο συνάδελφος. Εδώ χρειάζεται προσοχή. Να μη φτάσεις στο σημείο να ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Να μη δώσεις χώρο να δολιεύσει την εξέταση. Και να μη ξεφτιλίσεις παιδί τρίτης λυκείου. Τόσο όσο.

Μπαίνει η συναδέλφισσα-εισηγήτρια. Τα κεφάλια σηκώνονται, τεντώματα, τα πρόσωπα γίνονται πάλι γελαστά. Θόρυβος της στιγμής. Η συναδέλφισσα κρατάει τα θέματα στα χέρια. Χαιρετάει γελαστή καθώς κατευθύνεται προς την έδρα. Στέκεται όρθια δίπλα και λίγο μπροστά. Ακουμπάει στο πρώτο θρανίο.

«Τα είδατε τα θέματα. Διαλέξαμε τα πιο εύκολα». Πάλι θόρυβος.

Η εισηγήτρια αρχίζει να εξηγεί τα θέματα. Διαβάζει. Πρώτο θέμα, Σωστό – Λάθος: Καποδιστριακό πανεπιστήμιο, Καποδίστριας ή Όθων; Τρικούπης και τοπάρχες· Βενιζέλος και Αντάντ· κάτι από τους μεγάλους πολέμους… «Καταλάβατε» επαναλαμβάνει.

Συνέχεια, δεύτερο θέμα, περιεχόμενο ιστορικών όρων: αναθεωρητισμός (και κάποιος άλλος -ισμός). «Είμαστε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου» λέει η εισηγήτρια, «στα αίτια του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου… Θυμηθείτε τι λέγαμε» συνεχίζει. «Αυτά τα θέματα κληρώθηκαν από την Τράπεζα» τονίζει.

Τρίτο θέμα, ιστορική αφήγηση και ερμηνεία: οι συνέπειες του Β΄Παγκοσμίου πολέμου ή τα αποτελέσματα… Και μετά, στην ερμηνεία των πηγών: αρχή της δεδηλωμένης και η τύχη των Εβραίων κατά τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο. «Αυτό το βάλαμε εμείς» σχολιάζει.

«Διαβάστε τα κείμενα, θα σας δώσουν τις απαντήσεις». Στέκεται για λίγο προβληματισμένη. «Θυμηθείτε για την αρχή της δεδηλωμένης… Θυμάστε τι είχαμε πει… Τι είναι;» «Το λέει το κείμενο» λέει η κοπέλα δίπλα της, στο πρώτο θρανίο. «Ναι. Το λέει, πράγματι, το κείμενο, την περιγράφει, την ορίζει με έναν τρόπο» επιβεβαιώνει η εισηγήτρια. «Να μας εξηγήσετε το κείμενο που είναι στα αρχαία» λέει ένας άλλος. «Η εισηγήτρια χαμογελά με νόημα. «Δεν χρειάζονται εξηγήσεις. Είναι απλό το κείμενο» ή κάτι τέτοιο. Ρωτάει αν υπάρχουν ερωτήσεις. «Θα ξανάρθω» λέει. Βγαίνει το ίδιο γελαστή.

Σιωπή ξανά. Σκυμμένα κεφάλια, σκυμμένα κορμιά. (περισσότερα…)

Λαγοκέφαλοι Π.Ο.Π.

*

του ΠΑΣΧΑΛΗ ΚΑΤΣΙΚΑ

~.~

Όπως όλοι, έτσι κι εγώ, είπα φέτος να ακολουθήσω την παράδοση. Ως Έλληνας οικονομικός μετανάστης σε ευρωπαϊκή χώρα, να πάρω τον ένα μήνα άδειας που μου αναλογεί και να τον περάσω αραχτός στη Χαλκιδική. Ένα μήνα ξεκούρασης μετά από τη σκληρή δουλειά στη φάμπρικα, μπροστά στην κορδέλα, τον δικαιούμαι και δεν σηκώνω αντίρρηση! Μάζεψα τα μπογαλάκια μου, καβάλησα το Airbus της Lufthansa –όσο υπήρχαν ακόμη καύσιμα για τέτοιες πολυτέλειες– και δύο ωρίτσες μετά, τσουπ, βρέθηκα στη Σαλονίκη. Από εκεί σε άλλες δυο, με το σαραβαλάκι που νοίκιασα, ήμουν έξω από το Airbnb.

Το έκλεισα σε πολύ καλή τιμή – για τα δικά μου δεδομένα ήταν σχεδόν ευκαιρία· άλλωστε ο μισθός μου στη Γερμανία κόντευε τις τρεις χιλιάδες ευρώ. Οι συμπατριώτες μου, όπως μάθαινα από τα ελληνικά ΜΜΕ, φέτος θα έκαναν ο ένας στους δύο διακοπές.

Ήταν μια μονοκατοικία, γύρω στα εκατόν είκοσι τετραγωνικά – όπως ακριβώς την περιέγραφε ο γνωστός διαδικτυακός τόπος ενοικίασης καταλυμάτων. Δέσποζε στο κέντρο μιας πολύ περιποιημένης αυλής, με το καλοκουρεμένο γκαζόν της και τις ανθισμένες τριανταφυλλιές περιμετρικά. Στην πιο μακρινή γωνιά του οικοπέδου, στέκονταν μια πλατανομουριά και μια συκιά. Σε όλο αυτό το ειδυλλιακό τοπίο, το μόνο παράταιρο, ήταν το αντίσκηνο που ήταν στημένο στη σκιά της μουριάς.

Πίσω από τη σιδερένια αυλόπορτα, με υποδέχτηκε με πλατύ χαμόγελο, ο ιδιοκτήτης. Άρπαξε τη μία από τις βαλίτσες που κρατούσα και με καλωσόρισε σε άπταιστα γερμανικά. «Herzlich willkommen! Hatten Sie eine gute Anreise?» Είχε ζήσει και αυτός στη Γερμανία, τη δεκαετία του ’70, όπως με πληροφόρησε. Στα δέκα λεπτά που χρειάστηκε για να με ξεναγήσει στο σπίτι, μου διηγήθηκε, εν περιλήψει, την ιστορία της ζωής του. Gastarbeiter σε μπυραρίες, επιστροφή στην Ελλάδα, ιδιοκτήτης ταβέρνας, κρίση, χρέη και τελικά το σπίτι να μετατρέπεται σε Airbnb, με αυτόν και τη σύζυγο να μετακομίζουν στην άκρη της αυλής.

«Ουφ! Μου έκανες την καρδιά περιβόλι!», αναστέναξα δυνατά και κοίταξα από το μισάνοιχτο παράθυρο αν είχε απομακρυνθεί αρκετά. Την ιστορία την είχα ακούσει πολλές φορές από τους γονείς μου, συγγενείς και φίλους. Μόνον οι ήρωες και η σκηνοθεσία άλλαζαν. Αυτό τον μήνα των διακοπών είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μην εμπλακώ σε άχαρες συζητήσεις. Όσο ο κυρ Ηλίας εξιστορούσε το δράμα του, κουνούσα καταφατικά το κεφάλι μου, δίχως να βγάλω άχνα.

Πέταξα πάνω στο κρεβάτι τη μεγάλη, δερμάτινη, καφετιά βαλίτσα, εκείνη που μου είχε κληροδοτήσει ο πατέρας – δεν τη χρειάστηκε στο τελευταίο του ταξίδι από τη Γερμανία. Την άνοιξα και βούτηξα τα χέρια μου ανάμεσα στα καλοσιδερωμένα μακό μπλουζάκια, ψάχνοντας να βρω το μαγιό. Το φόρεσα και έτρεξα ξυπόλυτος προς την παραλία, με την πετσέτα περασμένη στον λαιμό, στο ένα χέρι το κινητό και στο άλλο το μυθιστόρημα Περί τυφλότητος του Ζοζέ Σαραμάγκου.

Από το βάθος του κήπου ακούστηκε η φωνή του Ηλία: «Προσοχή στους λαγοκέφαλους!». Ύψωσα το χέρι και το τίναξα κάνα δυο φορές στον αέρα δίχως να γυρίσω το κεφάλι. Σε λίγο βρισκόμουν στην ξαπλώστρα, κάτω από τη διαφημιστική ομπρέλα πασίγνωστης εταιρείας αναψυκτικών. Ένα πλαστικό ταμπελάκι με νάιλον κορδόνι, κρεμασμένο στη μέση του κορμού της, με πληροφορούσε πως η τιμή για ομπρέλα και ξαπλώστρα ήταν στα είκοσι ευρώ, με την ελάχιστη κατανάλωση να φτάνει υποχρεωτικά στα ογδόντα ευρώ. (περισσότερα…)

Καρναβάς

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Ένας Καζαντζίδης στα λαϊκά
κι ένας Καρναβάς στα δημοτικά αξίζανε.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

Περιδιαβαίνοντας στα χωριά του Ξηρομέρου, ψάχνοντας για ιστορίες παλιές και θρύλους λησμονημένους, βρέθηκα μια φορά και στην Καντήλα.

Αποτελείται από δύο χωριά, την Άνω και την Κάτω Καντήλα, που βρίσκονται στις απολήξεις των Ακαρνανικών Ορέων, σε υψόμετρο εβδομήντα περίπου μέτρων, ανάμεσα σ’ έναν καταπράσινο ελαιώνα. Η ονομασία του οφείλεται στην προσομοίωση του χωριού με καντήλι, που φέγγει από μακριά και φαίνεται απ’ την θάλασσα. Την ίδια τοποθεσία καταλάμβανε η αρχαία Αλυζία, της οποίας η έκταση έφτανε μέχρι το διπλανό χωριό, τον Μύτικα, απέναντι απ’ το νησί Κάλαμος.

Η γειτονιά της Άνω Καντήλας βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του χωριού και ονομάζεται «Κουκουβάγια». Εγώ κάθισα για καφέ στην «Λάκκα της Παναγιάς».

Η τοποθεσία λέγεται έτσι γιατί βρίσκεται σε μια μεγάλη λακκούβα, η οποία ανήκε στην τοπική εκκλησία, την Παναγιά την Παλαιοχωρίτισσα. Στην Επανάσταση του 1821 έφτιαξε η εκκλησία το κτήριο αυτό –που τώρα στεγάζει το καφενείο– προκειμένου να συγκεντρώνονται οι Έλληνες, αλλά και για ν’ αποθηκεύονται όπλα και πυρομαχικά, ώστε να προστατεύονται απ’ την βροχή, αφού δεν υπήρχε άλλο κτήριο στην περιοχή.

Σώζεται και μία επιγραφή που το βεβαιώνει:

1823 ΜΑ[ΓΑ]ΖΙ
ΤΗΣ ΠΑ[ΝΑ]ΓΙΑΣ
ΠΑΛΑΙΟΧΩΡΙΤΙΣ[Σ]ΑΣ
Α [= η οποία] ΕΙΝΑΙ ΕΛΠΙΣ

Ο καφετζής έφερε τον καφέ μου στενάζοντας.

«Τι τρέχει, ρε πατριώτη;» τον ρώτησα.

«Τι να τρέχει, φιλαράκι; Τίποτα δεν τρέχει…»

«Ε, πώς; Αφού στενάζεις λες και πέθανε κάποιος».

«Δεν πέθανε, αλλά θα πεθάνει…»

«Έχεις κανέναν ετοιμοθάνατο στην οικογένεια;»

«Πώς δεν έχω! Τούτον ’δω τον γέροντα που καθόμαστε», είπε. Κι έριξε ένα βλέμμα στα ντουβάρια γύρω.

«Για το κτήριο λες;»

«Ε, ναι, για το κτήριο! Διακόσα τόσα χρόνια στέκει ορτός ετούτος ο παππούλης. Και να τον γκρεμίσει ο δήμαρχος για πλάκα τώρα;»

«Για πλάκα;»

«Εμ, για πλάκα, βέβαια! Γκρεμίζεις ένα τέτοιο πράμα στα σοβαρά;»

Σωπάσαμε και οι δυο ξαφνικά, λες κι ακούγαμε κιόλας την μπουλντόζα να βρυχάται, ν’ απλώνει την κίτρινη σιδερένια χερούκλα της και να ξεριζώνει το καφενείο συθέμελα.

Άλλαξα κουβέντα, όπως γίνεται συνήθως στα πένθη.

«Ήρθα να προσκυνήσω τον τάφο του Καρναβά!»

«Από πού ήρτες;»

«Απ’ την Λευκάδα».

«Από κει πήρε γυναίκα ο Καρναβάς», είπε.

Κι έπιασε να σιγοτραγουδά:

Διαμάντι δαχτυλίδι φοράς στο χέρι σου
κι απάνω γράφει η πέτρα θα γίνω ταίρι σου.

«Ωραία το ’πες, μάστορα!» τον επιδοκίμασα. Όμως δεν ήξερα ότι πήρε γυναίκα απ’ τα μέρη μας. Πώς την έλεγαν;»

«Θα να ’τανε στα 1954, αν θυμάμαι καλά, που έκλεψε και παντρεύτηκε την Αγγέλλω Κοντογιώργη, το γένος Αθανασίου, με καταγωγή απ’ το Νυδρί Λευκάδος κι απ’ την Καντήλα Ξηρομέρου. Για την ακρίβεια… τον έκλεψε η Αγγέλλω!»

«Τον έκλεψε; Πώς τον έκλεψε, δηλαδή;»

«Α, φιλαράκι, αυτά δεν λέγονται παραέξω! Είναι δικά μας, εδώ του χωριού πράματα».

«Έλα, πες!» τον τσίγκλησα εγώ.

«Σ’ λέω μοναχά πως ο γάμος εγίνηκε κρυφά στο ξωκκλήσι τ’ Αϊ-Νικόλα, λίγο έξω από την Άνω Καντήλα, με κουμπάρο τον Σακουφάκη. Εσύ τονε πρόλαβες τον Καρναβά;» απηύθυνε τον λόγο σ’ εμένα. (περισσότερα…)

Que será, será…

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

~.~

Ήταν κάπως προχωρημένης ηλικίας και του φάνηκε αδιανόητο το ενδεχόμενο να χάσει ο προφορικός λόγος την αποκλειστικότητα στην επικοινωνία. Ήδη κάποιοι είχαν αρχίσει να σκαλίζουν στην πέτρα μικρές ή μεγάλες λέξεις. Έδωσε μάχη για να εμποδίσει τη διάδοση του γραπτού λόγου, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Ένας κόσμος ολόκληρος χανόταν και μαζί περνούσαν στη λήθη οι χαρισματικοί άνθρωποί του. Εκείνος είχε για σύμμαχο μονάχα έναν νέο αοιδό, ο οποίος με κάποια, ας πούμε, ρομαντική διάθεση καταδίκασε με πείσμα τη νέα μορφή επικοινωνίας.

Όταν ο πάπυρος και η περγαμηνή παραμέρισαν το μάρμαρο ως ντεμοντέ αντίληψη, ο σκαλιστής κειμενοποιός, τεχνίτης έμπειρος όσο και ώριμος, σχολίαζε αρνητικά την καινούργια μορφή αποτύπωσης του γραπτού λόγου και επιχείρησε να τη σταματήσει, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μια μακρά περίοδος και μαζί οι άξιοι εκπρόσωποί της περνούσαν σε μουσειακή κατάσταση. Για σύμμαχό του είχε μονάχα έναν νεαρό κειμενοποιό που ασπαζόταν τις απόψεις του.

Όταν το βιβλίο περιθωριοποίησε τους κυλίνδρους, ο σχετικά μεγάλης ηλικίας αντιγραφέας άσκησε δριμεία κριτική στην εμφάνιση του τυπωμένου χαρτιού. Έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να απαγορευτεί το μαζικό τύπωμα των βιβλίων, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μια ολόκληρη εποχή όδευε προς το τέλος της και μαζί ξεχνιόνταν οι αξιοθαύμαστοι άνθρωποί της. Για σύμμαχό του είχε μονάχα τον νεαρό μαθητευόμενό του με το όνειρο να γίνει μέγας αντιγραφέας όπως ο δάσκαλός του που χαρακτήριζε τα βιβλία ακαλαίσθητα.

Όταν άρχισαν να προβάλλονται ταινίες στις κινηματογραφικές αίθουσες, ο μέσης ηλικίας θεατρικός συγγραφέας λοιδορούσε τα απλοϊκά σενάρια των έργων και με τον τρόπο αυτό προσπάθησε να μειώσει το ενδιαφέρον των θεατών για το νέο είδος που ποτέ δεν το ονόμασε τέχνη, αλλά δεν κατάφερε τίποτε· το σινεμά πήρε τη θέση του ως jeune premier πλάι στο θέατρο που ανέλαβε το ρόλο ενός caraterista. Για σύμμαχό του είχε μονάχα έναν νεαρό θεατρικό συγγραφέα, ο οποίος προέβλεψε ότι το σινεμά δεν θα είχε μέλλον.

Όταν η τηλεόραση άρχισε να εισβάλλει στα σπίτια, ο υπέργηρος αιθουσάρχης γνωστού κινηματογράφου, με την πεποίθηση ότι οι τέχνες σταματούσαν στον αριθμό επτά, αγωνίστηκε για να εμποδίσει την εξάπλωση του χαζοκουτιού, όπως το είπε, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Το σινεμά δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα, ισχυρότερο από αυτό που δέχτηκε όταν έγινε έγχρωμο. Ο νεαρός αιθουσάρχης, προσηλωμένος στη μαγεία της μεγάλης οθόνης, ισχυρίστηκε ότι στην τηλεόραση έβλεπε κανείς περισσότερα παράσιτα απ’ όσες ήταν οι εκπομπές της. Εντούτοις έβαλε κρυφά στο σπίτι του τηλεόραση και συχνά τον έβλεπες να πηγαίνει πέρα-δώθε στο δωμάτιο κρατώντας μια κεραία.

Όταν το διαδίκτυο αποκάλυψε νέους κόσμους στα έκπληκτα μάτια των ανθρώπων, ο καναλάρχης στάθηκε καχύποπτος με τη νέα μορφή επικοινωνίας και, παρά τις προσπάθειές του να το περιορίσει, δεν κατάφερε τίποτε απολύτως. Μολονότι το χθες δεν ακυρωνόταν, ωστόσο το αύριο δεν θα του έμοιαζε πολύ. Ο νεαρός εκδότης, θορυβημένος, θεώρησε ότι αυτή η νέα μορφή επικοινωνίας θα ήταν το κερασάκι στην κατρακύλα του οίκου του και πως τα αντίτυπά του θα κατέληγαν, μοιραία, στην πολτοποίηση ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε κάποια τοπική βιβλιοθήκη.

Όταν το fb κατέκλυσε το διαδίκτυο, η γηραιά ποιήτρια το αγνόησε. Σημασία. Με την ευφράδεια λόγου που τη διέκρινε αγωνίστηκε να πείσει τις αναγνώστριές της ότι, χρησιμοποιώντας το, ήταν σαν να έπαιζαν με τη φωτιά, δημοσιοποιούσαν αφ’ εαυτού τους τα προσωπικά τους δεδομένα με αποτέλεσμα το ηλεκτρονικό φακέλωμά τους, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Οι αναρτήσεις ξεφύτρωναν πυρετωδώς και οι χρήστες πολλαπλασιάζονταν καθημερινά. Της συμπαραστάθηκε μονάχα μια νεαρή ποιήτρια με το Νόμπελ στις φαντασιώσεις της, που απαξίωσε το fb ισχυριζόμενη ότι αυτό προορίζεται για τον κοσμάκη και όχι για εκείνους που έχουν ελιτίστικη διάθεση όπως η ίδια.

Όταν η Τεχνητή Νοημοσύνη απείλησε τη φυσική, με το σκεπτικό ότι χιλιάδες χρόνια τώρα ο άνθρωπος πρόκοψε χωρίς τα ρομπότ, ο καταξιωμένος πεζογράφος και μεταφραστής, σε μεγάλη ηλικία πια, θεώρησε καταστροφικό τον παραγκωνισμό της ανθρώπινης σκέψης. Έκανε διαλέξεις, συμμετείχε σε ημερίδες για να περιοριστεί η χρήση της καινούργιας μορφής επικοινωνίας και να μπουν όρια στις απαντήσεις της, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Μετά λύπης του διαπίστωσε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν διέθετε όραμα, κάτι που ασφαλώς διέθετε η ανθρώπινη. Μια ολόκληρη περίοδος της εξέλιξης του ανθρώπου θαβόταν στο παρελθόν και μαζί χάνονταν τα ένστικτα και τα συναισθήματα που συντρόφεψαν τον άνθρωπο πιστά δίχως σταματημό. Έτσι, γι’ αντίδραση, πήγε να παραθερίσει. Είχε ήδη μπει το καλοκαίρι.

///

*

*

*

Η Ρωσίδα Μπαλαρίνα

*

της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ

~.~

Στο ραντεβού πήγε φορώντας το καλό του κοστούμι, ένα μονόπετο Kiton, αληθινό εύρημα, αγορασμένο από ενεχυροδανειστήριο. «Καλή περίπτωση», του είχε πει ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο. «Μένει, όμως, στα αζήτητα γιατί ο ιδιοκτήτης του μας άφησε χρόνους». Ότι ο πωλητής ήταν κοράκι δεν υπήρχε αμφιβολία. Ωστόσο, εκείνη την πρώτη μέρα στο ξενοδοχείο GB, καθισμένος σε ένα τραπέζι δίπλα από τη τζαμαρία, ο Φαίδων ένιωθε κομψός και αρκετά γενναιόδωρος, ώστε να ευγνωμονεί ακόμα κι ένα κοράκι, επειδή τον έπεισε να προχωρήσει σε αυτήν την αγορά, κι ας του έπεσε βαρύ το έξοδο.

Ένα καλό κοστούμι χρειάζεται, για να βγεις ασπροπρόσωπος σε μια τέτοια περίσταση, σκεφτόταν νωρίτερα, καθώς διέσχιζε την είσοδο, σχεδόν ευτυχισμένος, γιατί η ιδέα ότι θα βρισκόταν στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, και μάλιστα σε ώρα αιχμής, του είχε αρέσει από την αρχή. Στάθηκε να χαζέψει τους πελάτες στη μεγάλη ρεσεψιόν, παραμέρισε για να περάσουν δυο τρεις φουριόζοι γκρουμ, παρατήρησε τον υπάλληλο της εισόδου με τη φαντεζί στολή, ενώ σταματούσε ταξί, ή άνοιγε πόρτες αυτοκινήτων (τι τρόπος κι αυτός για να βγάζει κανείς το ψωμί του, φορώντας μια τέτοια στολή, σκέτη ειρωνεία). Ύστερα, θυμήθηκε μια φράση της μητέρας του. «Είναι σχεδόν έγκλημα να είσαι φτωχός», την άκουσε να λέει και είδε τη φιγούρα της να περνά στιγμιαία από τη μισάνοιχτη πόρτα του παιδικού του δωματίου, ντυμένη επίσημα, ρολάροντας απαλά (σαν Ρωσίδα χορεύτρια στον Χορό της Άνοιξης), καθώς έφευγε για κάποιο κάλεσμα, ή για καμιά εκδήλωση σε ένα ξενοδοχείο σαν αυτό εδώ.

Από την άλλη, εκείνη την ημέρα, ο Φαίδων Διακόπουλος είχε στη διάθεσή του ένα ποσόν, για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του ραντεβού και σίγουρα μπορούσε, αν ήθελε, ακόμα και να παραγγείλει ένα πλήρες γεύμα για δύο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Καθόταν, λοιπόν, εκεί και χάζευε τους περαστικούς ώσπου βαρέθηκε, μάζεψε μπόλικα διαφημιστικά φυλλάδια με το λογότυπο του ξενοδοχείου και διέσχισε το λόμπι, για να σταθεί μπροστά στο αναρτημένο μενού. Σήμερα πρόσφεραν χοιρινό με αχλάδια και κολοκύθα. Ο υπάλληλος που στεκόταν στην είσοδο του εστιατορίου, παλιός γνώριμος του πατέρα του, έγνεψε ελαφρά και παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει.

Μπήκε κεφάτος στην αίθουσα με τις τζαμαρίες και περιέφερε το βλέμμα αναζητώντας ένα καλό τραπέζι. Αναμφίβολα, καλό τραπέζι είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να ελέγχεις την είσοδο, να έχεις θέα στον δρόμο και να κάθεσαι κοντά σε μια πηγή θερμότητας. Δεν βρίσκει, βέβαια, πάντα κανείς ένα τέτοιο τραπέζι, αφού το γκαρσόν δίνει συνήθως συγκεκριμένες επιλογές. Ωστόσο, βολεύτηκε σε ένα γωνιακό, χάζεψε για λίγο τη διαδήλωση, που περνούσε εκείνη την ώρα με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, κι άνοιξε την εφημερίδα του, δήθεν για να διαβάσει, αλλά στην πραγματικότητα για να κρυφτεί πίσω της και να παρατηρήσει τους θαμώνες.

Δεν πρόλαβε, βέβαια, να κάνει πολλά επάνω σε αυτό, γιατί εκείνη η γυναίκα, η Ρωσίδα Μπαλαρίνα, εμφανίστηκε στο βάθος, σκανάρισε τον χώρο, κι άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του, λες και διέσχιζε την κεντρική σκηνή των Μπολσόι, λες κι επρόκειτο για την Άννα Πάβλοβα και την Γκαλίνα Ουλάνοβα σε συσκευασία του ενός. Δεν έκανε καν τον κόπο να συστηθεί. Απλώς, κάθισε απέναντί του, άναψε τσιγάρο και φύσηξε αγενέστατα τον καπνό αδιαφορώντας για τον εκνευρισμό του Φαίδωνα, που περίμενε ότι κάποιος από το προσωπικό θα ερχόταν οπωσδήποτε, για να της κάνει παρατήρηση. Όμως, οι σερβιτόροι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, λες κι εκείνο το τσιγάρο ήταν αόρατο, λες κι αυτή εκεί η γυναίκα με το ελαστικό σώμα και τα μακριά άκρα, είχε δικαίωμα να κάνει ότι της κατέβαινε στο κεφάλι. Δεν θυμόταν το βλέμμα της. Για την ακρίβεια, δεν θυμόταν να τον κοίταξε έστω και μια φορά, όσο καθόταν απέναντί του. Έφερνε, όμως, στο μυαλό του τα δάχτυλά της, με τα μακριά νύχια και το βυσσινί βερνίκι, καθώς άνοιγε την τσάντα της και ακουμπούσε στο τραπέζι έναν φάκελο. Αυτό ήταν όλο. Ύστερα χάθηκε η αθεόφοβη μέσα σε μια στιγμή. Και ο Φαίδων βρέθηκε αντιμέτωπος με μια άδεια καρέκλα, ενώ ο σερβιτόρος τον ρωτούσε αν σκόπευε να παραγγείλει, ή αν περίμενε παρέα. Ωστόσο αυτή, λίγο πριν εξαφανιστεί, είχε σβήσει το τσιγάρο της στο σταχτοδοχείο και ο Φαίδων ένιωσε σαν να το στριφογύρισε με μανία στο μάγουλό του. Η φωνή του σερβιτόρου τον συνέφερε. Άγγιξε τη φανταστική πληγή στο μάγουλό του και απάντησε ότι δεν είχε πια κανένα νόημα να μείνει για φαγητό.

Αλλά το θέμα δεν ήταν αυτό. Το θέμα ήταν ότι τον είχαν εντοπίσει. Κι ότι στον φάκελο υπήρχαν χρήματα, τόσο πολλά ώστε του ήταν αδύνατον να τα αρνηθεί. Κι έτσι, ο Φ. Δ. αποφάσισε να στρωθεί στη δουλειά, προκειμένου να ετοιμαστεί για το επόμενο ραντεβού με την αγενέστατη απεσταλμένη των αόρατων εργοδοτών του. (περισσότερα…)

Ο ράπτης στον ουρανό

4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Διαχρονική ενδυματολογία

Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.

Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.

Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.

Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα,  χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.

Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).

Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο. (περισσότερα…)

Ένας άχρηστος θρίαμβος

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Κατέβηκα για πρώτη φορά στο καρνάγιο την άνοιξη του 2014. Ήταν η εποχή που ένοιωθα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά πως είχα χάσει τον έλεγχο της ζωής μου. Η ικανότητά μου να αυτοσχεδιάζω και να επινοώ λύσεις είχε ατονήσει. Δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Σωματικά και ψυχικά ένοιωθα εξαντλημένος. Είχα κουραστεί να προσπαθώ  και να αγωνίζομαι. Δεν ήξερα αν είχα τη δύναμη να συνεχίσω. Κατά διαστήματα βρισκόμουν αντιμέτωπος με ιδέες που δεν με είχαν απασχολήσει σοβαρά ποτέ μέχρι τότε. Η σκέψη να παραιτηθώ από κάθε προσπάθεια και από κάθε αγώνα τρύπωνε στο μυαλό μου άλλοτε σαν απειλή και άλλοτε σαν πρόκληση. Σκεφτόμουν ακόμα και το σενάριο να αρνηθώ τελείως τον καθιερωμένο τρόπο ζωής και να δοκιμάσω ανορθόδοξες επιλογές αλλά η γενικότερη υπαρξιακή μου κόπωση και οι ηθικές μου προκαταλήψεις δεν επέτρεπαν εύκολες και ριζικές ανατροπές στον τρόπο που έβλεπα τη ζωή και τον εαυτό μου.

Είχε προηγηθεί ένας χειμώνας δύσκολος, αφόρητος σε παγωνιά, μοναξιά και στέρηση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου εκείνον τον χειμώνα σκέφτηκα το ενδεχόμενο ληστείας σε τράπεζα, σούπερ μάρκετ ή κάποιο πρακτορείο τυχερών παιχνιδιών. Η ιδέα με απασχόλησε για αρκετές μέρες. Έφτασα μάλιστα στο σημείο να ξεθάψω από ένα κουτί με παλιά πράγματα ένα ξεχασμένο πιστόλι για φωτοβολίδες, χαλασμένο και άχρηστο από καιρό. Έστηνα διάφορα σενάρια, φανταζόμουν ένα μεγάλο και οριστικό γεγονός, μια ηρωική υπέρβαση, έναν αφηρημένο θρίαμβο που θα με ανύψωνε πάνω από τους φόβους μου και θα έβαζε τέλος σε αυτό το παιδαριώδες και αυτοκαταστροφικό παιχνίδι που έπαιζα μια ολόκληρη ζωή, θύμα του εαυτού μου, του Θεού, της ιστορίας και ξένων αποφάσεων. Αλλά κατά βάθος δεν ήξερα αν μπορούσα να το κάνω, αν ήμουν ικανός για τέτοιες υπερβάσεις.

Τις πρώτες μέρες της άνοιξης ήμουν ακόμα νωθρός, αδύναμος, σαν να έβγαινα από χειμερία νάρκη. Κοιμόμουν μέχρι αργά. Σηκωνόμουν μεσημέρι ή απόγευμα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ο καφές, το άρωμα και η γεύση του. Ο καφές ήταν η πρέζα μου. Χωρίς καφέ δεν μπορούσα να ζήσω.

Ο Μάρτης πέρασε μέσα μια κατάσταση αδράνειας και αναβλητικότητας. Έβγαινα από το σπίτι μόνο για τα απαραίτητα. Το έξω μου προκαλούσε αγωνία: ένοιωθα πως η πόλη ήταν ένα αόρατο βλέμμα καρφωμένο συνεχώς πάνω μου. Ντρεπόμουν για την κατάστασή μου και ταυτόχρονα ντρεπόμουν για τη ντροπή που ένοιωθα. Βρισκόμουν σε διαρκή μάχη με τις προκαταλήψεις μου. Για να μη βυθιστώ στην απόγνωση έγραφα σε χαρτάκια σχέδια και στόχους, ντόπαρα τον εαυτό μου με κάθε λογής φράσεις, περιμένοντας με ένα είδος «ενεργητικής παθητικότητας» όπως το αποκαλούσα, ελπίζοντας σε λύσεις που δεν ήταν ακόμα ορατές, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου εμπειρίες και μαθήματα υπομονής, αυτοσαρκασμού και αξιοπρέπειας.

Με νύχια και με δόντια προσπαθούσα να διατηρήσω ένα μικρό χρηματικό απόθεμα που είχα. Αγόραζα μόνο τα βασικά για τη διατροφή μου και όποτε έβρισκα το κουράγιο εξασφάλιζα το καθημερινό φαγητό από το συσσίτιο του δήμου πάντα με τον φόβο μη με δει κάποιος γνωστός ή κάποιος παλιός συνάδελφος.

Στον καθρέφτη του μπάνιου μιλούσα με το είδωλό μου. Μιλούσα κι απορούσα. Εκείνο το πρόσωπο μου φαινόταν συχνά ξένο, λες και δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που αφηρημένα ονόμαζα «ο εαυτός μου». Η όψη του δεν ήταν αυτή που ήταν κάποτε. Δεν ήταν σκληρό πρόσωπο ούτε είχε ψυχρό βλέμμα αλλά η απώλεια των μαλλιών και τα τεράστια μαύρα ημικύκλια κάτω απ’ τα μάτια το έκαναν να φαίνεται υπερβολικά σκοτεινό και πρόωρα γερασμένο. Πάνω σε κείνο το πρόσωπο όλα τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της ζωής μου είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους. «Γεράσαμε κύριε» έλεγα στον άλλο στο βάθος του καθρέφτη κι εκείνος απαντούσε με το ίδιο πάντα στραβό και κουρασμένο χαμόγελο.

Τον Απρίλη ξύπνησαν μέσα μου παλιές ξεχασμένες δυνάμεις. Άρχισα να ξυπνώ πιο νωρίς, κάτι που τόνωσε το ηθικό μου. Άρχισα να ψάχνω αγγελίες στην εφημερίδα. Κύκλωνα κάποιες με κόκκινο στυλό, για θέσεις εργασίας που δεν με ενδιέφεραν πραγματικά, και ούτε είχαν σχέση με τις σπουδές και την εμπειρία μου. Το έκανα για να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου, για να διατηρήσω την ελπίδα και μια απόσταση ασφαλείας από την παραίτηση.

Την αγγελία για τη δουλειά στο καρνάγιο την είχα σημειώσει μηχανικά. Το πώς έφτασα στο σημείο να πάρω τηλέφωνο και να κλείσω ραντεβού, ήταν ένα πραγματικό μυστήριο, μια από εκείνες τις αποφάσεις που ένοιωθα πως κάποιος ή κάτι άλλο κινούσε τα νήματα της ζωής μου. (περισσότερα…)

Στο χέρι

*

Έπλενε τα πάντα στο πλυντήριο, αλλά κι εκείνη δεν κατάλαβε πώς της ήρθε κι έβαλε να πλύνει σε μια μικρή, πλαστική, λεκάνη τιρκουάζ, το κιλοτάκι και το σουτιέν της. Οι κινήσεις της  προσεχτικές, μηχανικές, ρυθμικές, μια αλλόκοτη αίσθηση απουσίας αφής της υφής του υφάσματος μέσα στο γαντοφορεμένο χέρι και το βλέμμα προσηλωμένο στους πολύχρωμους ιριδισμούς της σαπουνάδας, να ζωντανεύει στιγμές και ευφάνταστες διασκευές και προεκτάσεις στιγμών της χθεσινοβραδινής της απιστίας.  Δεν άργησε να φτάσει στον οργασμό. Από τότε το κάνει κάθε φορά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ

*

*

*