ΝΠ | Αφηγήματα

Η Ρωσίδα Μπαλαρίνα

*

της ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ

~.~

Στο ραντεβού πήγε φορώντας το καλό του κοστούμι, ένα μονόπετο Kiton, αληθινό εύρημα, αγορασμένο από ενεχυροδανειστήριο. «Καλή περίπτωση», του είχε πει ο άνθρωπος πίσω από τον πάγκο. «Μένει, όμως, στα αζήτητα γιατί ο ιδιοκτήτης του μας άφησε χρόνους». Ότι ο πωλητής ήταν κοράκι δεν υπήρχε αμφιβολία. Ωστόσο, εκείνη την πρώτη μέρα στο ξενοδοχείο GB, καθισμένος σε ένα τραπέζι δίπλα από τη τζαμαρία, ο Φαίδων ένιωθε κομψός και αρκετά γενναιόδωρος, ώστε να ευγνωμονεί ακόμα κι ένα κοράκι, επειδή τον έπεισε να προχωρήσει σε αυτήν την αγορά, κι ας του έπεσε βαρύ το έξοδο.

Ένα καλό κοστούμι χρειάζεται, για να βγεις ασπροπρόσωπος σε μια τέτοια περίσταση, σκεφτόταν νωρίτερα, καθώς διέσχιζε την είσοδο, σχεδόν ευτυχισμένος, γιατί η ιδέα ότι θα βρισκόταν στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο, και μάλιστα σε ώρα αιχμής, του είχε αρέσει από την αρχή. Στάθηκε να χαζέψει τους πελάτες στη μεγάλη ρεσεψιόν, παραμέρισε για να περάσουν δυο τρεις φουριόζοι γκρουμ, παρατήρησε τον υπάλληλο της εισόδου με τη φαντεζί στολή, ενώ σταματούσε ταξί, ή άνοιγε πόρτες αυτοκινήτων (τι τρόπος κι αυτός για να βγάζει κανείς το ψωμί του, φορώντας μια τέτοια στολή, σκέτη ειρωνεία). Ύστερα, θυμήθηκε μια φράση της μητέρας του. «Είναι σχεδόν έγκλημα να είσαι φτωχός», την άκουσε να λέει και είδε τη φιγούρα της να περνά στιγμιαία από τη μισάνοιχτη πόρτα του παιδικού του δωματίου, ντυμένη επίσημα, ρολάροντας απαλά (σαν Ρωσίδα χορεύτρια στον Χορό της Άνοιξης), καθώς έφευγε για κάποιο κάλεσμα, ή για καμιά εκδήλωση σε ένα ξενοδοχείο σαν αυτό εδώ.

Από την άλλη, εκείνη την ημέρα, ο Φαίδων Διακόπουλος είχε στη διάθεσή του ένα ποσόν, για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του ραντεβού και σίγουρα μπορούσε, αν ήθελε, ακόμα και να παραγγείλει ένα πλήρες γεύμα για δύο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Καθόταν, λοιπόν, εκεί και χάζευε τους περαστικούς ώσπου βαρέθηκε, μάζεψε μπόλικα διαφημιστικά φυλλάδια με το λογότυπο του ξενοδοχείου και διέσχισε το λόμπι, για να σταθεί μπροστά στο αναρτημένο μενού. Σήμερα πρόσφεραν χοιρινό με αχλάδια και κολοκύθα. Ο υπάλληλος που στεκόταν στην είσοδο του εστιατορίου, παλιός γνώριμος του πατέρα του, έγνεψε ελαφρά και παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει.

Μπήκε κεφάτος στην αίθουσα με τις τζαμαρίες και περιέφερε το βλέμμα αναζητώντας ένα καλό τραπέζι. Αναμφίβολα, καλό τραπέζι είναι αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να ελέγχεις την είσοδο, να έχεις θέα στον δρόμο και να κάθεσαι κοντά σε μια πηγή θερμότητας. Δεν βρίσκει, βέβαια, πάντα κανείς ένα τέτοιο τραπέζι, αφού το γκαρσόν δίνει συνήθως συγκεκριμένες επιλογές. Ωστόσο, βολεύτηκε σε ένα γωνιακό, χάζεψε για λίγο τη διαδήλωση, που περνούσε εκείνη την ώρα με κατεύθυνση προς το Σύνταγμα, κι άνοιξε την εφημερίδα του, δήθεν για να διαβάσει, αλλά στην πραγματικότητα για να κρυφτεί πίσω της και να παρατηρήσει τους θαμώνες.

Δεν πρόλαβε, βέβαια, να κάνει πολλά επάνω σε αυτό, γιατί εκείνη η γυναίκα, η Ρωσίδα Μπαλαρίνα, εμφανίστηκε στο βάθος, σκανάρισε τον χώρο, κι άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του, λες και διέσχιζε την κεντρική σκηνή των Μπολσόι, λες κι επρόκειτο για την Άννα Πάβλοβα και την Γκαλίνα Ουλάνοβα σε συσκευασία του ενός. Δεν έκανε καν τον κόπο να συστηθεί. Απλώς, κάθισε απέναντί του, άναψε τσιγάρο και φύσηξε αγενέστατα τον καπνό αδιαφορώντας για τον εκνευρισμό του Φαίδωνα, που περίμενε ότι κάποιος από το προσωπικό θα ερχόταν οπωσδήποτε, για να της κάνει παρατήρηση. Όμως, οι σερβιτόροι έτρεχαν δεξιά κι αριστερά, λες κι εκείνο το τσιγάρο ήταν αόρατο, λες κι αυτή εκεί η γυναίκα με το ελαστικό σώμα και τα μακριά άκρα, είχε δικαίωμα να κάνει ότι της κατέβαινε στο κεφάλι. Δεν θυμόταν το βλέμμα της. Για την ακρίβεια, δεν θυμόταν να τον κοίταξε έστω και μια φορά, όσο καθόταν απέναντί του. Έφερνε, όμως, στο μυαλό του τα δάχτυλά της, με τα μακριά νύχια και το βυσσινί βερνίκι, καθώς άνοιγε την τσάντα της και ακουμπούσε στο τραπέζι έναν φάκελο. Αυτό ήταν όλο. Ύστερα χάθηκε η αθεόφοβη μέσα σε μια στιγμή. Και ο Φαίδων βρέθηκε αντιμέτωπος με μια άδεια καρέκλα, ενώ ο σερβιτόρος τον ρωτούσε αν σκόπευε να παραγγείλει, ή αν περίμενε παρέα. Ωστόσο αυτή, λίγο πριν εξαφανιστεί, είχε σβήσει το τσιγάρο της στο σταχτοδοχείο και ο Φαίδων ένιωσε σαν να το στριφογύρισε με μανία στο μάγουλό του. Η φωνή του σερβιτόρου τον συνέφερε. Άγγιξε τη φανταστική πληγή στο μάγουλό του και απάντησε ότι δεν είχε πια κανένα νόημα να μείνει για φαγητό.

Αλλά το θέμα δεν ήταν αυτό. Το θέμα ήταν ότι τον είχαν εντοπίσει. Κι ότι στον φάκελο υπήρχαν χρήματα, τόσο πολλά ώστε του ήταν αδύνατον να τα αρνηθεί. Κι έτσι, ο Φ. Δ. αποφάσισε να στρωθεί στη δουλειά, προκειμένου να ετοιμαστεί για το επόμενο ραντεβού με την αγενέστατη απεσταλμένη των αόρατων εργοδοτών του. (περισσότερα…)

Ο ράπτης στον ουρανό

4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Διαχρονική ενδυματολογία

Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.

Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.

Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.

Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα,  χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.

Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).

Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο. (περισσότερα…)

Ένας άχρηστος θρίαμβος

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Κατέβηκα για πρώτη φορά στο καρνάγιο την άνοιξη του 2014. Ήταν η εποχή που ένοιωθα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά πως είχα χάσει τον έλεγχο της ζωής μου. Η ικανότητά μου να αυτοσχεδιάζω και να επινοώ λύσεις είχε ατονήσει. Δεν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Σωματικά και ψυχικά ένοιωθα εξαντλημένος. Είχα κουραστεί να προσπαθώ  και να αγωνίζομαι. Δεν ήξερα αν είχα τη δύναμη να συνεχίσω. Κατά διαστήματα βρισκόμουν αντιμέτωπος με ιδέες που δεν με είχαν απασχολήσει σοβαρά ποτέ μέχρι τότε. Η σκέψη να παραιτηθώ από κάθε προσπάθεια και από κάθε αγώνα τρύπωνε στο μυαλό μου άλλοτε σαν απειλή και άλλοτε σαν πρόκληση. Σκεφτόμουν ακόμα και το σενάριο να αρνηθώ τελείως τον καθιερωμένο τρόπο ζωής και να δοκιμάσω ανορθόδοξες επιλογές αλλά η γενικότερη υπαρξιακή μου κόπωση και οι ηθικές μου προκαταλήψεις δεν επέτρεπαν εύκολες και ριζικές ανατροπές στον τρόπο που έβλεπα τη ζωή και τον εαυτό μου.

Είχε προηγηθεί ένας χειμώνας δύσκολος, αφόρητος σε παγωνιά, μοναξιά και στέρηση. Για πρώτη φορά στη ζωή μου εκείνον τον χειμώνα σκέφτηκα το ενδεχόμενο ληστείας σε τράπεζα, σούπερ μάρκετ ή κάποιο πρακτορείο τυχερών παιχνιδιών. Η ιδέα με απασχόλησε για αρκετές μέρες. Έφτασα μάλιστα στο σημείο να ξεθάψω από ένα κουτί με παλιά πράγματα ένα ξεχασμένο πιστόλι για φωτοβολίδες, χαλασμένο και άχρηστο από καιρό. Έστηνα διάφορα σενάρια, φανταζόμουν ένα μεγάλο και οριστικό γεγονός, μια ηρωική υπέρβαση, έναν αφηρημένο θρίαμβο που θα με ανύψωνε πάνω από τους φόβους μου και θα έβαζε τέλος σε αυτό το παιδαριώδες και αυτοκαταστροφικό παιχνίδι που έπαιζα μια ολόκληρη ζωή, θύμα του εαυτού μου, του Θεού, της ιστορίας και ξένων αποφάσεων. Αλλά κατά βάθος δεν ήξερα αν μπορούσα να το κάνω, αν ήμουν ικανός για τέτοιες υπερβάσεις.

Τις πρώτες μέρες της άνοιξης ήμουν ακόμα νωθρός, αδύναμος, σαν να έβγαινα από χειμερία νάρκη. Κοιμόμουν μέχρι αργά. Σηκωνόμουν μεσημέρι ή απόγευμα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν ο καφές, το άρωμα και η γεύση του. Ο καφές ήταν η πρέζα μου. Χωρίς καφέ δεν μπορούσα να ζήσω.

Ο Μάρτης πέρασε μέσα μια κατάσταση αδράνειας και αναβλητικότητας. Έβγαινα από το σπίτι μόνο για τα απαραίτητα. Το έξω μου προκαλούσε αγωνία: ένοιωθα πως η πόλη ήταν ένα αόρατο βλέμμα καρφωμένο συνεχώς πάνω μου. Ντρεπόμουν για την κατάστασή μου και ταυτόχρονα ντρεπόμουν για τη ντροπή που ένοιωθα. Βρισκόμουν σε διαρκή μάχη με τις προκαταλήψεις μου. Για να μη βυθιστώ στην απόγνωση έγραφα σε χαρτάκια σχέδια και στόχους, ντόπαρα τον εαυτό μου με κάθε λογής φράσεις, περιμένοντας με ένα είδος «ενεργητικής παθητικότητας» όπως το αποκαλούσα, ελπίζοντας σε λύσεις που δεν ήταν ακόμα ορατές, υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου εμπειρίες και μαθήματα υπομονής, αυτοσαρκασμού και αξιοπρέπειας.

Με νύχια και με δόντια προσπαθούσα να διατηρήσω ένα μικρό χρηματικό απόθεμα που είχα. Αγόραζα μόνο τα βασικά για τη διατροφή μου και όποτε έβρισκα το κουράγιο εξασφάλιζα το καθημερινό φαγητό από το συσσίτιο του δήμου πάντα με τον φόβο μη με δει κάποιος γνωστός ή κάποιος παλιός συνάδελφος.

Στον καθρέφτη του μπάνιου μιλούσα με το είδωλό μου. Μιλούσα κι απορούσα. Εκείνο το πρόσωπο μου φαινόταν συχνά ξένο, λες και δεν αντιστοιχούσε σε αυτό που αφηρημένα ονόμαζα «ο εαυτός μου». Η όψη του δεν ήταν αυτή που ήταν κάποτε. Δεν ήταν σκληρό πρόσωπο ούτε είχε ψυχρό βλέμμα αλλά η απώλεια των μαλλιών και τα τεράστια μαύρα ημικύκλια κάτω απ’ τα μάτια το έκαναν να φαίνεται υπερβολικά σκοτεινό και πρόωρα γερασμένο. Πάνω σε κείνο το πρόσωπο όλα τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες της ζωής μου είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους. «Γεράσαμε κύριε» έλεγα στον άλλο στο βάθος του καθρέφτη κι εκείνος απαντούσε με το ίδιο πάντα στραβό και κουρασμένο χαμόγελο.

Τον Απρίλη ξύπνησαν μέσα μου παλιές ξεχασμένες δυνάμεις. Άρχισα να ξυπνώ πιο νωρίς, κάτι που τόνωσε το ηθικό μου. Άρχισα να ψάχνω αγγελίες στην εφημερίδα. Κύκλωνα κάποιες με κόκκινο στυλό, για θέσεις εργασίας που δεν με ενδιέφεραν πραγματικά, και ούτε είχαν σχέση με τις σπουδές και την εμπειρία μου. Το έκανα για να δώσω κουράγιο στον εαυτό μου, για να διατηρήσω την ελπίδα και μια απόσταση ασφαλείας από την παραίτηση.

Την αγγελία για τη δουλειά στο καρνάγιο την είχα σημειώσει μηχανικά. Το πώς έφτασα στο σημείο να πάρω τηλέφωνο και να κλείσω ραντεβού, ήταν ένα πραγματικό μυστήριο, μια από εκείνες τις αποφάσεις που ένοιωθα πως κάποιος ή κάτι άλλο κινούσε τα νήματα της ζωής μου. (περισσότερα…)

Στο χέρι

*

Έπλενε τα πάντα στο πλυντήριο, αλλά κι εκείνη δεν κατάλαβε πώς της ήρθε κι έβαλε να πλύνει σε μια μικρή, πλαστική, λεκάνη τιρκουάζ, το κιλοτάκι και το σουτιέν της. Οι κινήσεις της  προσεχτικές, μηχανικές, ρυθμικές, μια αλλόκοτη αίσθηση απουσίας αφής της υφής του υφάσματος μέσα στο γαντοφορεμένο χέρι και το βλέμμα προσηλωμένο στους πολύχρωμους ιριδισμούς της σαπουνάδας, να ζωντανεύει στιγμές και ευφάνταστες διασκευές και προεκτάσεις στιγμών της χθεσινοβραδινής της απιστίας.  Δεν άργησε να φτάσει στον οργασμό. Από τότε το κάνει κάθε φορά.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΕΒΕΝΤΗΣ

*

*

*

Μην πατάτε το πράσινο

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

08:26

Μπήκε σαν σίφουνας στο πάρκο και κλώτσησε την πινακίδα: «Μην πατάτε το πράσινο». Αυτή εκσφενδονίστηκε ψηλά και προσγειώθηκε με τα γράμματα προς τα κάτω. Εκείνος άρχισε να χοροπηδάει, ουρλιάζοντας, πάνω της:

«Ναι, ρε, θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάωωω… Όσο θέλω! Όσο μου γουστάρειειει… Θα το πατάω, θα το πατάω, θα το πατάωωω…»

Κι όταν διαπίστωσε πως δεν πάταγε το χορτάρι αλλά την πινακίδα, την παραμέρισε με το πόδι του κι άρχισε να κλωτσάει το γκαζόν, να του ρίχνει μυτιές με το παπούτσι, να το συνθλίβει κάτω απ’ την φτέρνα του, εξακολουθώντας να ουρλιάζει, δυνατότερα τώρα, ενώ οι φλέβες του λαιμού του φούσκωναν σαν λειρί έτοιμες να σπάσουν, κι οι φωνητικές του χορδές, μην αντέχοντας τόσο υψηλές συχνότητες, έκαναν ήδη κοκοράκια.

«Θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάω, θα το πατάωωω…»

Μια βραχνάδα λαβωμένου πάνθηρα έφραξε τον λαιμό του, συντάραξε το στέρνο του, αλλά η φωνή δεν έβγαινε, παρέμενε στην κοιλιά του, κουλουριασμένη όπως η κόμπρα στο καλάθι της, ενώ η φλογέρα του φακίρη εξακολουθούσε να την μαυλίζει παθητικά.

Με αφρισμένο στόμα γονάτισε στο χορτάρι και το δάγκωνε μπουκιές-μπουκιές, το ξερίζωνε, το έφτυνε, το κατάπινε αμάσητο, αφήνοντας στην θέση του αφρούς και σάλια και ψιθυρίζοντας, με μάτια σχεδόν ανάστροφα:

«Θα το πατάωωω… Θα το τρώωω…»

 

   08:15

«Κύριε Σκαρτσή, σας ζήτησε ο διευθύνων σύμβουλος. Είπε να πάτε στο γραφείο του μόλις έρθετε».

«Ευχαριστώ, δεσποινίς, πάω αμέσως!»

Χτύπησε την πόρτα του διευθύνοντος συμβούλου κάπως αμήχανα:

«Τικ-τοκ, τικ-τικ, τοκ!»

«Περάστε…» ακούστηκε από μέσα μια μεταλλική φωνή, σαν δυο ξίφη που διασταυρώνονταν σε μονομαχία.

Μπήκε στο γραφείο και στάθηκε σχεδόν προσοχή.

«Με ζητήσατε;» ρώτησε, λες και πάλευε να καταπιεί έναν κόμπο στον λαιμό του.

Ο διευθύνων σύμβουλος κατέβασε τα γυαλιά του και τον κοίταξε πατόκορφα.

«Μα φυσικά, κύριε Σκαρτσή! Καθίστε παρακαλώ, μην στέκεστε όρθιος και κουράζεσθε!»

«Ό… όχι δεν είναι ανάγκη, εκτός κι αν θέλετε να συζητήσουμε κάτι εκτενώς».

«Μα τι λέτε; Καθίστε σας παρακαλώ! Καφεδάκι;»

«Κα… καφεδάκι; Όχι, ευχαριστώ, έχω πιει».

«Α, ήπιατε! Γι’ αυτό αργήσατε, κύριε Σκαρτσή;»

«Να σας εξηγήσω, κύριε…» (περισσότερα…)

Στο καφενείο

*

της ΑΝΝΑΣ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

~.~

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Στην τετράγωνη αυλή με τις πορτοκαλιές και τις κιτρολεμονιές  ακριβώς στο κέντρο, σαν κάποιος να είχε σύρει τις διαγωνίους για να το θεμελιώσει, έστεκε το καφενείο.

Κόσμος σκόρπιος στα τραπεζάκια· ντόπιοι που ρουφούσαν freddus macchiatus και άλλους λατινογενείς καφέδες, τουρίστες που  στράγγιζαν το σιρόπι του κουμ κουάτ στο πιατελάκι, παιδάκια που έγλειφαν το παγωτό τους με προσήλωση υψηλού χρέους και γέροι· γέροι που κάθονταν περιμετρικά σύρριζα στο κτίσμα με την πλάτη στον τοίχο.

Ένας ένας σε κάθε τραπέζι, μιλιά δεν άλλαζαν, μα ο σχηματισμός τους είχε κάτι το συνωμοτικό. Ίσως ας πούμε, να ’χαν συμφωνήσει να εμποδίσουν την κατάρρευση του κτιρίου, μιας και τα ντουβάρια έμοιαζαν να στέκουν μόνο και μόνο επειδή τα στήριζαν οι πολυκαιρισμένες πλάτες.

Τους είχα ξαναδεί πολλές φορές κι αναρωτιόμουν: τι κάνουν τώρα; στηρίζονται; στηρίζουν; Από ντροπή ποτέ δε ρώτησα. Όπως και να ’χει, εγώ, να στηριχτώ δεν ήξερα, να στηρίξω δε άντεχα πια, έπιασα λοιπόν ένα τραπεζάκι ξέχωρο απ’ τα πολλά, παράμερο.

 

Στο καφενείο αν βρεθείς, μην ντραπείς, σύρε ρώτα τους
τι τάχα ξέρουν και πάντα φυλάνε τα νώτα τους;

///

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΣΚΟ

Αιωρούνταν κι αυτή, μέσα στην αιωρούμενη σκόνη που λαμπύριζε στο φως του μεσημεριού. Γλιστρούσε με τ’ αόρατα παγοπέδιλά της πάνω στις πλάκες της αυλής, διαγράφοντας σπείρες και μαιάνδρους ανάμεσα στα τραπεζάκια.

Με πλησίασε αθόρυβα· καμιά εικοσαριά χρονών, μάγουλα κρουστά, χείλη γεμάτα, μάτια όλο σπίθα και κλήση σε απολογία.

Τα μαλλιά της χόρευαν με το αεράκι, μπαίναν στα μάτια, στο στόμα της, τα ξάκριζε με το χέρι χαριτωμένα. Τα νέα κορίτσια, αφήνουν μακριά μακριά τα μαλλιά τους. Δεν ξέρουν ακόμα ότι τις νύχτες αναρριχώνται πάνω τους όνειρα μακρινά κολλώντας τα βεντουζένια ποδαράκια τους στη γερή τρίχα. Ανεβαίνουν σαν Σομαλοί πειρατές και τρυπώνουν στο άγουρο κεφάλι τους. Χρόνια μένουν εκεί γεμίζοντας το κοίλο του κρανίου παράξενες φωνούλες. Μετά εκείνες γίνονται γυναίκες. Όλο και κονταίνουν τα μαλλιά τους, όλο και λιγότερη συγκατάθεση στην αυταπάτη.

«Τι θα θέλατε;»

«Τα μακριά σου μαλλιά»

«Έναν ελληνικό διπλό σκέτο» σημείωσε, μου χαμογέλασε κι ύστερα μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε· σαν ευτυχία. (περισσότερα…)

Υπόστεγο στη Ναύπακτο (Μεσαιωνική ιστορία)

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Στη Μ.Λ. για την έμπνευση

Την ώρα που τα πράγματα αποκτούν το σχήμα τους ακούσαμε έναν εκκωφαντικό θόρυβο· το υπόστεγο είχε καταρρεύσει. Ο πατέρας στεκόταν με τη νυχτικιά ν’ ανεμίζει ελαφρά, σαν κάππα σχεδόν, κοιτάζοντας γεμάτος απορία, τα μάτια του μία πάνω, μία κάτω. Η μάνα μες στο σπίτι πήγαινε πέρα δώθε, ίδια τίγρη ανήμερη, και μαζί με το αγέρι άκουγες αναμεμειγμένα τα μουρμουρητά της.

Το απόγευμα σαν να είχαμε κάπως ηρεμήσει, αν και κατά τη γνώμη μου υπήρχε ένα μεγάλο αρκούδι ανάμεσά μας και όλοι προσποιούμασταν ότι δεν το βλέπαμε. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και ο πατέρας συνέχισε να καθαρίζει τη γραφίδα του, ενώ η μάνα κίνησε ν’ ανοίξει. Τα βήματά της μου θύμισαν την προχθεσινή πομπή στη Μητρόπολη, με τα μαργαριταρένια μάρμαρα κάτω από τα εύθραυστα πόδια μας. Ήταν ο ταχυδρόμος που είχε φέρει επιστολή από τον αλληλογράφο του πατέρα – σπουδαίο πρόσωπο· αδιάφορο το όνομά του. Ο πατέρας αναπήδησε από το κάθισμα σαν κατσικάκι. Έτρεξε και πήρε το γράμμα από τα χέρια της μητέρας και ταυτόχρονα όρισε στον παραγιό να δώσει φρούτα και ένα τυλιγμένο κομμάτι περγαμηνής στον άνθρωπο, ως δώρο για τον αποστολέα.

Μου έδωσε την επιστολή και με κοίταξε με μισόκλειστο, πονηρό βλέμμα. Για να δούμε τώρα τι μου μάθαιναν στη Μητρόπολη… Έριξε απαλά το σώμα του στο ίδιο κάθισμα και η μητέρα ακούμπησε ελαφρά στον τοίχο, ενώ εγώ ξετύλιγα το πολύτιμο αντικείμενο. Ακόμα και το αρκούδι, αν υπήρχε, θα είχε καλοκάτσει με τα αυτιά τεντωμένα και το μουσούδι κολλημένο στα χείλη μου. Ξερόβηξα κι άρχισα ν’ απαγγέλλω. Ο πατέρας είχε κλείσει τα μάτια και τα δάχτυλά του είχαν πλεχτεί σε έναν σχηματισμό ερωτικό. Απορροφούσε, κατανάλωνε και χώνευε κάθε λέξη, κάθε γράμμα του χάιδευε την ακοή του.

Διάβαζα με δυνατή και σταθερή φωνή, αλλά από ένα σημείο και μετά η ένταση έπεσε και το αρκούδι, ξανανιωμένο, σίγουρα θα διέκρινε το τρέμολο στη χροιά μου. Όταν τελείωσα σήκωσα δειλά τα μάτια κι αναζήτησα εκείνα των γονιών μου. Η μητέρα τα είχε καρφώσει στον πατέρα. Αν πετούσαν βέλη, τώρα θα ψάχναμε για καινούργιο. Ο πατέρας μετρούσε το δάπεδο και από εκεί που στεκόμουν το βλέμμα του φάνταζε γυάλινο· λίγο ακόμα και θα δάκρυζε.

«Μάλιστα, μας είπε κι επαρχιώτες», είπε αδιάφορα η μητέρα και κίνησε για τα ενδότερα.

«Παιχνίδι είναι, μωρέ», ψέλλισε ο πατέρας, αλλά σε τόσο χαμηλή ένταση που φαινόταν λες κι απευθυνόταν αποκλειστικά στον εαυτό του. Μετά σήκωσε αργά το βλέμμα του και το έστρεψε σ’ εμένα, λέγοντας αρκετά καθαρά: «Παιχνίδι είναι». Μου πήρε χρόνια να καταλάβω τι εννοούσε τη δεύτερη φορά.

Όπως και να έχει, η μητέρα τελικά είχε σταθεί μπροστά από ένα παράθυρο και κοιτούσε επίμονα τα υπόστεγο. Όταν το πρόσεξε ο πατέρας, διπλώθηκε σαν τις περγαμηνές που σκάλιζε -με επιμέλεια που δεν έδειχνε για το σπίτι- κάθε μέρα κι όλη μέρα. Και ξαφνικά στυλώθηκε, σαν να τον τσίμπησε μέλισσα, και όρμησε στο τραπεζάκι με τα σύνεργα συγγραφής. Ξεδίπλωσε το υλικό με βία και γράπωσε τη γραφίδα κι άρχισε να γράφει και να γράφει και να γράφει. Τόση ένταση δεν είχα ξαναδεί να βγαίνει από τα χέρια του. Η μητέρα ξεφύσηξε και πήγε μέσα· εγώ είχα μαγνητιστεί. Του πήρε κάμποση ώρα αυτό που έφτιαχνε. Όταν τελείωσε άνοιξε ένα άλλο κομμάτι και αντέγραψε με ολοστρόγγυλα, καθαρά γράμματα, ό,τι περιείχε η πρώτη. Μετά μου επέδωσε τη δεύτερη με βασιλική επισημότητα.

«Τρέχα να βρεις τον γιο της Ρ. να του πεις να του το πάει χωρίς καθυστέρηση». Στην ορατή πλευρά του διπλώματος είχε γράψει με καθαρά γράμματα το όνομα του παραλήπτη· ήταν ο ίδιος που μας είχε πικράνει λίγες ώρες νωρίτερα. Ικανοποίησα την επιθυμία του, αν και όλοι ξέραμε πως θα έκανε πολλές ημέρες να φτάσει και άλλες τόσες να πάρουμε απάντηση.

Πέρασε πάντως ο καιρός, μ’ εμάς στο σακατεμένο οίκημα – το υπόστεγο μπαλωμένο, τα αντικείμενα μαραμένα, ο παραγιός καλοσυνάτος αλλά άφαντος, το αρκούδι σταθερό μέλος πια της οικογένειας. Ήταν η ώρα που τα σχήματα κατάπιναν το σπίτι και τους ανθρώπους. Η πόρτα χτύπησε κι έφερε το πολυπόθητο γράμμα. Το άνοιξα χωρίς αντιστάσεις, ο πατέρας στο κάθισμά του, αλλά τώρα με τον λυγισμένο δείκτη ανάμεσα στα χείλη και η μάνα μου σε ασυνήθιστη τοποθεσία, πίσω από την πλάτη του.

Ξερόβηξα και διάβασα. Διάβασα… τα λόγια έρρεαν ζεστά και φιλικά. Εκεί που ήταν η έπαρση, είχες τώρα την ταπεινότητα· εκεί που σε συνέτριβε η ειρωνεία, τώρα σε κέρδιζε η παραμυθία. Η μάνα απόθεσε το χέρι της στον ώμο του πατέρα κι εκείνος ενστικτωδώς το έπιασε με το δικό του κι άρχισε να σφίγγει και να σφίγγει. Νομίζω ότι την πόνεσε, διότι πρόσεξα τον μορφασμό της, ίσως όμως και να υποδήλωνε αυτό που έλεγε με το βλέμμα πάντα, ποτέ με τα λόγια της: «Αχ, ανόητε… Ανόητε, αλλά καλοσυνάτε σύζυγε».

*

**

 

Ἡ Μάχη τῆς Κρήτης μέ τά μάτια ἑνός ὀχτάχρονου ἀγοριοῦ

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ                  

Ἐπιλογή καί ἐπιμέλεια: Ἀγγελική Καραθανάση

~.~

Πρωί. Μέ ξυπνᾶ μιά ἀδιάκοπη βοή, πού τήνε διακόπτουνε βαθιοί, ὑπόκωφοι βρόντοι. Μοιάζει νά βγαίνει ἀπό παντοῦ: ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τούς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ, ἀπό τό χῶμα. Κατεβαίνω γρήγορα στό κατώι. Ἡ πόρτα ἔχει μπουκώσει ἀπό τά κορμιά τῶν μεγάλων, πού τεντώνουνται γιά νά δοῦνε. Κάτι λένε ἀνάμεσα σ’ ἐπιφωνήματα και κραυγές φόβου τῶν γυναικῶν. Καταφέρνω νά χωθῶ ἀνάμεσα στά πόδια τους καί νά βγῶ ὄξω ἀπό τήν πόρτα. Βλέπω.

Στόν οὐρανό, ἀπάνω ἀπό τόν κάμπο, πετοῦν ἀεροπλάνα. Τά πιό μικρά γλιστροῦνε γρήγορα, χαμηλά, τ’ ἄλλα, τά βαριά, πηγαίνουνε μέ τό πάσο τους. Κάτω  ἀπό τ’ ἀεροπλάνα κρέμουνται πλῆθος ὀμπρέλες, ἄσπρες οἱ πιό πολλές ἀλλά καί κόκκινες καί πράσινες καί πορτοκαλιές, πού λικνίζουνται κατεβαίνοντας ἀργά πρός τή γῆ. Κι ὥσπου νά χαθοῦν οἱ πρῶτες πίσω ἀπό τίς ἐλιές, ἔχουν ἀνοίξει ἄλλες, ἔτσι πού ὁ οὐρανός εἶναι συνέχεια γεμάτος, σάν ἕν’ ἀέρινο λιβάδι ὅπου ξάφνου φυτρώσανε πλῆθος μεγάλα πολύχρωμα λουλούδια.

Τό ξέρω τοῦτο τό θέαμα ἀπό τίς φωτογραφίες τοῦ Νέου Κόσμου:[1] Ὁλλανδία, Ἐμπέν Ἐμαέλ.[2] Ἀπίστευτο! Οἱ φωτογραφίες ἐξεκόλλησαν ἀπό τό χαρτί κι ἤρθανε κι ἐσταθήκανε μπρός μου, ζωντανέψανε καί κινιούνται. Νιώθω ἕνα κύμα θαυμασμοῦ νά μέ συνεπαίρνει, νά μ’  ἀνεβάζει πάνω ἀπό τό χῶμα τῆς αὐλῆς. Κάτι ἀνάμεσα σ’  ἴλιγγο κι ἔκσταση. Κι ἀμέσως, τήν ἄλλη κιόλας στιγμή, πατῶ πάλι τό χῶμα, και τό χῶμα σαλεύει κάτω ἀπό τά πόδια μου.

Καταλαβαίνω πώς αὐτό πού βλέπω εἶναι πόλεμος –ἀληθινός πόλεμος, πού ’ρθε ἀπροειδοποίητα κι ἐχώθηκε στήν εἰκόνα πού ἀντίκριζα κάθε μέρα. Ἡ ζωή ξάφνου χωρίστηκε στά δυό. Ἐκεῖνο πού ζούσαμε  ὥς τώρα δέν ἔχει καμιά σχέση μ’  αὐτό πού ζοῦμε τούτη τή στιγμή. Κάτι μεγάλο καί φοβερό γίνεται μπρός στά μάτια μας. Κάτι πού κανείς δέν μπορεῖ νά τό σταματήσει ἤ νά τ’  ἀλλάξει.

Τό χέρι τῆς μάνας μου μ’ ἁρπάζει ἀπό τό γιακά.

—Τρελάθηκες; Ἔμπα μέσα!

Ἐπικρατεῖ μιά σύγχυχη. Κανείς δέν ξέρει τί πρέπει νά κάμει.

—Πᾶμε στό καταφύγιο, λέει ὁ πατέρας μου. Ὄχι ὅλοι μαζί, δυό-δυό, τρεῖς- τρεῖς, καί προσοχή στ’ ἀεροπλάνα. Ξεκίνα, Μιχάλη μέ τήν Ἰφιγένεια. Ὕστερα τά παιδιά. Κατόπιν ἡ Στέλλα μέ τή μικρή. (περισσότερα…)

Το στασίδι και Το γιορτινό τραπέζι (Διηγήματα)

*

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Το στασίδι

Έσπρωξε με όλη της τη δύναμη τη βαριά ξύλινη πόρτα με τα σκαλιστά λουλούδια και το μπρούτζινο ρόπτρο. Μια πυκνή μυρωδιά από λιβάνι και λιωμένο κερί αναδίδεται και ενώνεται με τις διάφανες φωνές των γυναικών από το αριστερό κλίτος του ναού. «Ιδού ο νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός». Εκείνη προχωρά με αθόρυβο μα γοργό βήμα προς τα στασίδια που βρίσκονται πίσω από τη χρυσοστόλιστη -από ανθρώπινο πόνο και ευγνωμοσύνη- εικόνα της Παναγίας και με το βλέμμα αναζητά τη γιαγιά της. Πάντα εκεί. Στην ίδια θέση. Στο στασίδι κάτω από το βορινό παράθυρο. Ψίθυροι και χαμόγελα. Οι γυναίκες μετακινούν τσάντες και πανωφόρια και της ανοίγουν χώρο για να καθίσει δίπλα της. Ρίχνει κλέφτες ματιές στη σύνοψη που κρατά η γιαγιά στα τρεμάμενα χέρια της. Οι ψαλμωδίες τώρα γίνονται πιο ηχηρές. Λόγια ανάκατα με μουρμουρητά μοιάζουν απόκοσμα μέσα στο ημίφως. Ρίγος τη διαπερνά κι ας καταλαβαίνει μόνο κάποιες σκόρπιες λέξεις. Κατάνυξη. Προσευχές, ανείπωτοι πόθοι. Όλα είναι δυνατά.

Πάνε χρόνια που το στασίδι αυτό μένει άδειο.

Εκείνη πια στέκεται κοντά στην πόρτα. Ματιές και ψίθυροι. Ισιώνει νευρικά τη φούστα της και πασχίζει να ακούσει τις φωνές των γυναικών. Να ταξιδέψει στον χρόνο με την απαλόηχη ψαλμωδία. Κλείνει τα μάτια. Φωνές άρρυθμες και παγερές. Η ανάσα βαραίνει.

Τώρα πια που καταλαβαίνει όλα τα λόγια.

Τώρα πια όλα είναι δυσνόητα.

///

Το γιορτινό τραπέζι

Δεν του άρεσε το εμπριμέ τραπεζομάντηλο. Ήξεραν όλοι πως αυτό ήταν αρκετό για να του χαλάσει η διάθεση. Αναρωτήθηκε γιατί για ακόμη μια φορά τον περιφρονούσαν. Υπήρχαν τόσα λευκά τραπεζομάντηλα στοιβαγμένα στα ράφια. Εκείνα με τη χειροποίητη δαντέλα στις άκρες τους. Γιατί όχι ένα από αυτά; Αυτές οι κιτρινόμαυρες μαργαρίτες σε ανομοιογενές μέγεθος τού προκαλούσαν εκνευρισμό. «Παντελής έλλειψη αισθητικής», μουρμούρισε.

Το τραπέζι ήταν ήδη στρωμένο.

Έσυρε σκυθρωπός την ξύλινη καρέκλα με τους σκαλιστούς βραχίονες και κάθισε στην κεφαλή. Φωνές και κρότοι από κατσαρόλες και μαχαιροπήρουνα ακούγονταν από την κουζίνα – οι προετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι.

Το κουδούνι χτύπησε.

Έμεινε καρφωμένος στη θέση του. Είχε μετανιώσει που αποφάσισε να καλέσει όλη την οικογένεια.

Ξανά ο ήχος του κουδουνιού.

Έκανε έναν μορφασμό, ώσπου ακούστηκαν τα βιαστικά βήματά της προς την πόρτα.

Ήταν όλοι εκεί. Οι γυναίκες ξεκίνησαν το σερβίρισμα με αναστάτωση και σβελτάδα. Κάθε λογής λιχουδιά γέμισε το τραπέζι. Εκείνος με ένα νεύμα έδειξε πως δεν θέλει τίποτα, παρά μόνο ένα κομμάτι από το ψητό. Όλες οι γυναίκες βάλθηκαν να βρουν το πιο λαχταριστό κομμάτι. Εκείνη περιέχυσε την παχύρρευστη σάλτσα με προσοχή και το τοποθέτησε μπροστά του με μάτια γεμάτα προσμονή κι ελπίδα. Δεν σήκωσε το βλέμμα του. Η σιωπή του, σαν πυκνές νιφάδες, έπεφτε πάνω στα σερβιρισμένα πιάτα και σκέπασε όλο το σαλόνι. Ο υπόκωφος ήχος από το ραδιόφωνο ακόνιζε τη γιορτινή σιγή.

Τότε εκείνος έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του. «Το παραψήσατε. Στέγνωσε», είπε.

Σταγόνες σάλτσας έπεσαν πάνω στις μικρές μαργαρίτες που μοιάζαν να δακρύζουν. Σιωπή.

Στις επόμενες γιορτές έφαγαν μόνοι.

Εκείνη πάλι παράψησε το κρέας.

Κι εκείνος πάλι έσπρωξε το πιάτο από μπροστά του.

*

*

*

Πριν σπάσει

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Ἐκεῖνο τό ὄψιμο Σάββατο τοῦ Λαζάρου, ἀπό τά μαῦρα χαράματα, στό σπίτι ἀναβρασμός.

Δέν ἦρθε κανείς νά τήν ξυπνήσει. Στό τραπέζι δέν τήν περίμενε τό αὐγουλάκι, ὅπως κάθε ἄλλο πρωΐ, ἕτοιμο νά τρυπηθεῖ ἀπό τίς δυό πλευρές του — μιᾶς ἡμέρας ἀπό τήν Μυγδάλω, τήν κότα τῆς Γιούλιας — γιά νά ρουφηχτεῖ.

Οἱ φωνές τῆς μάνας της πού ἀκούγονταν ἀπ’ ἔξω ὑπερκάλυπταν τόν φωνακλά ποταμό. Ἀσυγκράτητος ἔτρεχε μέ ὁρμή στόν καταρράκτη, λίγα μέτρα πέρα ἀπό τό σπίτι τους.

Βγῆκε ἔξω φορώντας τίς πυζάμες, ξυπόλητη.

Ἡ Παναγιοῦ, πού συχνά ἐρχόταν νά βοηθήσει στίς βαρειές δουλειές, ἦταν σκυμμένη κι ἔτριβε τίς γωνιές μέ τή χοντρή συρμάτινη βούρτσα.

Ἡ μάνα της σκάλιζε καί φύτευε τζίνιες, γεράνια, κατηφέδες στό φαρδύ παρτέρι, στή νοτιοανατολική ἄκρη τῆς ταράτσας.

Τό νερό ἔτρεχε μέ δύναμη ἀπό τό ἀνοιχτό λάστιχο, ἐνῶ τό γκρίζο τσιμέντο, ποῦ καί ποῦ ραγισμένο, ἦταν σκεπασμένο ἀπό παχειά σαπουνάδα ἀνάμεικτη μέ λάσπη ἀπό καστανόχωμα καί σβώλους κοπριᾶς.

Ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῆς κουζίνας περίμενε ἕνας μεγάλος κουβᾶς μέ ἀραιωμένο ἀσβέστη καί, ἀκουμπισμένη στόν τοῖχο, ἀνάποδα ξεκουραζόταν πρός ὥρας ἡ μπανταβόβουρτσα μέ τό κοντό κοντάρι.

Παραξενεύτηκε· συνήθως τό ἀσβέστωμα τῶν τοίχων τῆς ταράτσας καί τοῦ πεζοδρομίου γινότανε Μεγάλη Τρίτη. Τί ἄλλαξε φέτος;

Αἴφνης ἡ μάνα της γύρισε, τήν εἶδε, κι ἔβαλε τίς φωνές:

— Πήγαινε μέσα. Γρήγορα. Καί ντύσου! Βάλε κάλτσες καί παντόφλες!

Ἦταν τόσο συχνά ἄρρωστη… Στή μέχρι τότε ζωή της: μιά οἱ ἀμυγδαλές, μιά τά ἐντερικά, ἄλλες φορές οἱ παιδικές ἀρρώστιες δέν τήν ἄφηναν νά πάρει δράμι, οὔτε χρῶμα. Ἦταν κι αὐτή ἡ ἀφόρητη ὑγρασία χειμώνα-καλοκαίρι καί νά οἱ πενικιλίνες, τά σπασμοσιμπαζόλ, τά κινίνα…

Κατά τίς ἕντεκα, ὅλα εἶχαν μπεῖ σέ τάξη· ὁ μόνος θόρυβος πού αἰφνιδίαζε ποῦ καί ποῦ τήν ἡσυχία ἦταν οἱ μακρόσυρτες ρουφηξιές τοῦ ζεματιστοῦ καφέ πού τράβαγε ἡ Παναγιοῦ, βγάζοντας τή μάνα κάθε φορά ἔξω ἀπό τά ροῦχα της.

Ἀπό τό παράθυρο τῆς κουζίνας, στήν ἀνοιχτωσιά τῆς ἀντίπερα ὄχθης τοῦ ποταμοῦ, τό παχύ ψηλό χορτάρι χόρευε κάτω ἀπό τόν λαγαρό ἀπριλιάτικο ἥλιο ὅπως τό κύμα στή φουσκοθαλασσιά.

Ὁ ἐπίμονος χτύπος τοῦ κουδουνιοῦ ἀρχικά τήν ἀλάφιασε. Κατόπιν τήν γέμισε ἀνησυχία.

Οἱ δυό ἄγνωστοι ἄντρες πού στέκονταν στήν ἐξώπορτα, πέρασαν τό κατώφλι διστακτικά, ἀνέβηκαν τή φαρδειά ξύλινη σκάλα ὅσο μποροῦσαν προσεκτικότερα. Ὡστόσο τά λαστιχένια χοντροπάπουτσα τοῦ ἑνός καί οἱ μαῦρες ὣς τά γόνατα γαλότσες τοῦ ἄλλου ἄφηναν πατημασιές μαζί μέ χοντρά κομμάτια λάσπης πάνω στά ἀλέκιαστα σκαλοπάτια καί στό καλογυαλισμένο παρκέ. (περισσότερα…)

Ανάσταση χωρίς (Άγιο) Φως

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Το δικαστήριο δεν βρήκε το παραμικρό ψεύδος στην έρευνά μου-βιβλίο «Λύτρωση, Περί του Αγίου Φωτός», που κατέληξε στο τεκμηριωμένο συμπέρασμα ότι το Άγιο Φως ανάβει κάθε χρόνο με αναπτήρα. Στη δίκη, την οποία δεν κάλυψε κανένα μέσο ενημέρωσης, τέθηκε επιτέλους για πρώτη φορά σε εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, σε κοσμικό δικαστήριο, το ερώτημα των ερωτημάτων: «Μπορείτε να βεβαιώσετε με το χέρι στο Ευαγγέλιο ότι πρόκειται για θαύμα;» Απάντησε: «Το θαύμα το βλέπω στις χιλιάδες του κόσμου που συνωστίζονται εκεί, στις χιλιάδες του κόσμου που αναμένουν με προσμονή και με πίστη και με χαρά στην ελπίδα την οποία τους δίνει η παραλαβή του Αγίου Φωτός…» Άρα αρνήθηκε την εκ θαύματος κάθοδο της φλόγας στα κεριά του Πατριάρχη μέσα στον Πανάγιο Τάφο. Ήταν μια ιστορική στιγμή. Επίσης, ο εκπρόσωπος τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος κ. Τιμόθεος, στην ερώτησή μου αν μπορεί η Ελλαδική Εκκλησία να πάρει θέση για το θέμα απάντησε: «Είναι πολύ δύσκολο να ειπωθεί η αλήθεια στους πιστούς».
Απ’ τον ιστοχώρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΛΙΚΑΚΟΥ
Αν ο Θεός άναβε το Φως σε αυτούς, τότε είναι που δεν θα πίστευα!
@salonikios2012
Το ενδεχόμενο να μην καταστεί εφικτή η μεταφορά του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα το φετινό Πάσχα, εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, άφησε ανοιχτό ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος.
https://orthodoxia.info

///

Έδιναν κι έπαιρναν οι συζητήσεις στο καφενείο περί αφίξεως ή όχι του Αγίου Φωτός απ’ τα Ιεροσόλυμα πριν την Ανάσταση. Οι παλαιότεροι δεν ανησυχούσαν καθόλου. Θυμόνταν απ’ τα μικράτα τους τον παπά ν’ ανάβει το τρικέρι στην Άγια Τράπεζα με τα σπίρτα. Πίσω απ’ την κουρτίνα ήταν κι αυτοί, στο Ιερό μέσα, παπαδοπαίδια τότε – τα σαΐνια του δασκάλου και οι φωστήρες του κατηχητικού. Οι νεώτεροι έφτιαχναν σενάρια για τους Σιωνιστές και τους Μασόνους, τον πόλεμο που δέχεται πανταχόθεν η Ορθοδοξία.

Κι η ώρα περνούσε…

Λίγο πριν την Ανάσταση έφτασε κι ο παπάς. Σταμάτησε στο καφενείο να πει μια καλησπέρα και να πιει ένα ποτήρι νερό.

Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή:

«Ήρθε το Άγιο Φως;»

«Θα έχουμε Άγιο Φως φέτος;»

«Γίνεται Ανάσταση χωρίς Φως;»

Εκείνος έκατσε στην καρέκλα και ξεφύσαγε, όπως ο Καϊάφας προτού σκίσει τα ιμάτιά του. Γέρασε πια, του έπεσαν πολλά τα τρία σκαλιά του καφενείου που ανέβηκε, Γολγοθάς σωστός. Έβγαλε το καλυμμαύχι, λες κι αφαιρούσε τον ακάνθινο στέφανο. Ο ιδρώτας έτρεχε απ’ το μέτωπό του σαν του Ιησού πριν το Τετέλεσται. Τον σκούπισε μ’ ένα μαντήλι, που το πέρασε κι απ’ τα χείλη του, σαν σπόγγο βουτηγμένο στο ξίδι – έτσι που μόρφασε…

Είχε μπει πια η Άνοιξη. Ζεστή βραδιά, σαν φτερούγα κοιμισμένου πουλιού σκέπαζε το χωριό. Χύμαγαν απ’ το παράθυρο τ’ αρώματα. Η ευωδιά της αλιφασκιάς έφτανε ζαλιστική, σαν επιτάφιο μύρο, ανακατωμένο με την αψάδα του θυμαριού και της θρούμπας. Άνοιγαν το στόμα οι κρίνοι κι έπιναν την ανάσα του δεντρολίβανου στα βελουδένια ποτήρια τους· ανάδευαν τις κίτρινες γλώσσες και νανούριζαν τ’ αποκαρωμένα έντομα που φώλιασαν εκεί, πασπαλισμένα απ’ την απαλότατη πούδρα τους.

Ο παπάς μισόκλεισε ναρκωμένος τα βλέφαρα και εισέπνευσε τις μυρωδιές· τρεμόπαιξαν τα ρουθούνια του από αόρατους κόκκους γύρης και υγράνθηκαν τα μάτια του.

Ύστερα ξερόβηξε, να καθαρίσει την φωνή του.

«Δεν ήρθε το Φως!» είπε απλά, λες κι έλεγε για τον καιρό: «θα βρέξει» ή «δεν θα βρέξει». (περισσότερα…)

Συλλήψεις

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Πριν 25 χρόνια ρώτησες στο μάθημα της Γεωγραφίας της Β΄ Γυμνασίου «τι είναι η μαλάρια». Ο Αλέξης απάντησε, «μαλάρια είναι μια φυλή της Αφρικής, πού επειδή ζούνε εκεί έχουν μαύρο δέρμα και κίτρινα μάτια». Ευλογοφανής απάντηση και η σύγχυση δεκτή.

Πρόσφατα η δασκάλα μιας ΣΤ΄ Δημοτικού πρότυπου σχολείου μιας πανεπιστημιακής πόλης της Γερμανίας ανέθεσε ως εργασία με θέμα την Ευρώπη, τις επιμέρους χώρες της. Κάθε μαθητής διάλεξε μια χώρα και έπρεπε εκτός της παρουσίασής τους να εξηγήσει με λίγα λόγια για ποιους λόγους διάλεξε τη συγκεκριμένη χώρα· τι τον τράβηξε στην επιλογή του. Ο Λεβέντης για παράδειγμα, που επέλεξε την Τουρκία, έγραψε ότι του έκανε εντύπωση ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μεγαλύτερη και από την Ρωμαϊκή. Αυτή ήταν μια εξαίρεση, καλής ή έστω εξαιρετικής απάντησης. Η μαθήτρια που διάλεξε την Ισπανία είπε ότι της άρεσε η παέγια. Κι άλλες/άλλοι παρόμοιους λόγους.

Ήρθε κι ο Γιάκομπ ο οποίος επέλεξε την γενέτειρα του πατέρα του, την Κροατία κι έγραψε μια «φανταστική» ιστορία – έτσι έγραψε:

«Η Κροατία είναι μια μικρή και φτωχή χώρα. Γι’ αυτό τη διάλεξα, για να την κάνω την πλουσιότερη χώρα στον κόσμο. Έφτιαξα μια ομάδα πρακτόρων, με την οποία δολοφονήσαμε τον Ντόναλντ Τραμπ και πήραμε την εξουσία στις ΗΠΑ. Με τον στρατό των ΗΠΑ κατέλαβα τις γειτονικές χώρες της Κροατίας. Ο επόμενος στόχος ήταν η σύλληψη των Avengers και με τη δύναμη τους ως μαχητών, κάτω από την εξουσία μου, να καταστρέψω τη γη. Κατόπιν έπρεπε να βρω κάποιον ικανό να χρησιμοποιήσει τη δύναμη των Avengers. Μετά από πολύ ψάξιμο, βρήκα κάποιον που τον έλεγαν Όλεκ. Μαζί με αυτόν κατέστρεψα τη γη»…

Το καλοκαίρι κατά το τέλος Ιουνίου, πήγε ο Γιάκομπ με τους γονείς του στην Κροατία για διακοπές. Εκεί στο νησί των δαλματικών παραλίων, στην πόλη Κρκ, την αρχαία Ιλλυρική Κυρικτική ή Κύρικον κατά τους Βυζαντινούς, ζούσε ο παππούς του. Είχε συλληφθεί ως μουσουλμάνος από τους Σέρβους ορθοδόξους κατά τον πόλεμο το ’97 αλλά επέζησε. Τον Γιάκομπ δεν τον ενδιέφεραν αυτά· εκείνος αφενός ήταν αχνά, αραιά και που, Χριστιανός από την Γερμανίδα μητέρα του, αφετέρου το μόνο που ήθελε ήταν να βγει για ψάρεμα με τη βάρκα του παππού του.

Ανοίχτηκαν με τον παππού του ένα ηλιόλουστο πρωινό προς τα νησιά Κρες, με την βενζινοκίνητη βάρκα, να ρίξουν τ’ αγκίστρια τους. Ο βορέας είχε απ’ το προηγούμενο βράδυ πέσει, η θάλασσα γαλήνια. Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που έμελλε ν’ ακολουθήσει… (περισσότερα…)