ΝΠ | Αφηγήματα

Ο Σουηδός

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στον Γιώργο Λογοθέτη

Αν έμενα στο χωριό, έπρεπε να σκοτώσω τον φονιά του πατέρα μου. Δεν μ’ άρεσαν τα φονικά, δεν μ’ άρεσε να σκοτώνω. Ούτε μυρμήγκι – όχι άνθρωπο! Έτρεξε αίμα, πολύ αίμα στα παιδικά μου χρόνια∙ τα ’βαψε κόκκινα. Έπεσε πένθος, πολύ πένθος∙ τα ’βαψε μαύρα, όπως το μαντήλι της μάνας μου, που το φόραγε σαν σημαία, σαν παντιέρα του θανάτου στο κεφάλι της.

Το χωριό δεν συγχωρούσε δειλία. Οι δρόμοι του ήταν στενοί, οι κανόνες στενότεροι: αίμα για αίμα, όνομα για όνομα. Κάθε πέτρα ήξερε την ιστορία μου, κάθε πόρτα την ψιθύριζε όταν περνούσα.

Ο φονιάς ζούσε δίπλα μας, λίγα σπίτια πιο κάτω, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Πότιζε τα χωράφια του τ’ απογεύματα, χαιρετούσε τους γείτονες, έδενε το γαϊδούρι του στην σκιά. Κι εγώ μεγάλωνα με την μορφή του καρφωμένη μέσα μου: μεγάλη, σκοτεινή, βαριά, με χέρια που μύριζαν αίμα και σίδερο.

Η μάνα δεν μιλούσε γι’ αυτόν. Μόνο έσφιγγε το μαντήλι της και κατάπινε έναν κόμπο στον λαιμό της με κόπο. Άλλες φορές, με κοιτούσε με μάτια που ζητούσαν εκδίκηση. Κι αυτό ήταν το χειρότερο απ’ όλα.

Μια μέρα μ’ έπιασε στην μέση της αυλής, μ’ άρπαξε απ’ τους ώμους και με τράνταζε σαν δεντράκι να με ξεριζώσει. Και με ξερίζωσε. Πήρα των ομματιών μου και ξενιτεύτηκα. Δεν μπορούσα να της δώσω την εκδίκηση που ζητούσε.

Ήμουν μόνον είκοσι χρονών κι ερωτευμένος. Αγαπούσα, αγαπούσα πολύ μια κοπέλα. Κι όταν αγαπάς μια κοπέλα και μάλιστα πολύ, αγαπάς κι όλο τον κόσμο, όπως το λέει το τραγούδι: «Αγαπώ κι όλο τον κόσμο γιατί ζεις κι εσύ μαζί».

Ο θάνατος και ο έρωτας φτερουγίζανε μέσα μου σαν πουλιά και μαλώνανε: ένα κοράκι κι ένα περιστέρι. Το κοράκι κράταγε στο ράμφος του την καρδιά του πατέρα –μαύρη, κατάμαυρη– που ακόμα πάλλονταν σαν να μου γύρευε εκδίκηση. Το περιστέρι κράταγε στα νύχια του την καρδιά μου –κόκκινη, κατακόκκινη– που κι εκείνη πάλλονταν λες και μου γύρευε ειρήνη. Ειρήνη με όλα: με τον φονιά, με τους πεθαμένους και τους ζωντανούς, που έμοιαζαν πλέον σαν τους πεθαμένους.

Μεγάλωσα στην Κατοχή. Είδαν πολλά τα μάτια μου: Ιταλούς να ληστεύουν σπίτια, Γερμανούς να σκοτώνουν ανθρώπους, Έλληνες να γίνονται καταδότες. Κι είδα κι αλλιώς τα πράγματα: Ιταλούς να μας δίνουν ψωμί, Γερμανούς να γλιτώνουν παιδιά, Έλληνες που ήτανε πατριώτες. Δεν έλεγε τίποτα το «Ιταλός, Γερμανός, Έλληνας» από μόνο του, χρειάζονταν και η πράξη για να βγάλεις το συμπέρασμα, αν ήταν άνθρωπος αυτός μπροστά σου ή τέρας.

Πολλά τέρατα παρίσταναν τους ανθρώπους τότε –όπως γίνεται και τώρα φυσικά– και πολλοί άνθρωποι παρίσταναν τα τέρατα, για να γλιτώσουν απ’ τ’ αληθινά. Ήταν μπερδεμένη εποχή, όπως κάθε εποχή που γίνονται ανακατατάξεις. Μια δίνη στροβίλιζε τα πάντα μέσα της και τίποτα δεν μπορούσε να ξεφύγει απ’ τον στροβιλισμό.

Έτσι φτάσαμε στον Εμφύλιο: αδερφός να σκοτώνει αδερφό. Γίναν αίσχη εκείνο τον καιρό – κι απ’ τις δύο πλευρές. Όταν παίρνει φωτιά το δάσος, δεν καίγεται μόνον η μία πλευρά ούτε μόνον ένα είδος δέντρου. Ο άνεμος αλλάζει συνεχώς την φορά του. Κι ένα φλεγόμενο κουκουνάρι μπορεί να εκτινάξει την φλόγα πολύ μακριά. Άνθρωποι αποτεφρώνονται στην στιγμή και χωριά ολόκληρα εξαφανίζονται απ’ τον χάρτη. Εγκλωβισμένα ζωάκια γίνονται στάχτη, και στ’ αποκαΐδια θρηνούν καψαλισμένα πουλιά.

Μετά τους κατακτητές –ή μετά τους εμπρηστές– καταφθάνουν οι καταπατητές. Το ίδιο στην πυρκαγιά, το ίδιο και στον πόλεμο. Στήνουν φαγοπότι τ’ ανθρώπινα κοράκια. Έτσι γίνηκε τότε, έτσι γίνεται τώρα, έτσι θα γίνεται πάντα.

Όσοι λένε πως ο κόσμος αυτός θ’ αλλάξει είναι ανίδεοι, τ’ αυριανά θύματα της επερχόμενης πυρκαγιάς, του καινούργιου πολέμου, του νέου εμφυλίου. Όμως υπάρχουν και παιδιά. Κι όσο υπάρχουν και σχολεία, κάτι πρέπει να λένε. Σαν έκθεση ιδεών μού φαίνονται όλα αυτά τα γλυκανάλατα περί καλύτερου κόσμου. Αλλά, καμιά φορά, συμβαίνουν απίστευτα πράγματα, τόσο τρομερά και πρωτόγνωρα, που αίφνης νομίζεις πως κάτι θ’ αλλάξει. (περισσότερα…)

Η Μαρίνα

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

~.~

 Σ’ εκείνη  που μεγάλωσε…

Τη γνώρισα το πρωί της πρώτης μέρας που επέστρεψα στην Αθήνα. Τεσσάρων μόνο χρόνων παιδάκι, με μακριά ανοιχτοκάστανα μαλλιά, καστανά σπινθηροβόλα μάτια, εκφραστικό πρόσωπο, λεπτό κορμάκι με ψηλά πόδια. Τούτο το παρουσιαστικό προδίδει το μέλλον του σώματός της, αλλά όχι και το μέλλον της ως προσώπου, ως γυναίκας.

Τώρα, κάθε φορά που την κοιτάζω βαθιά στα μάτια, νιώθω πως μπερδεύεται μέσα τους ο πόνος κι η χαρά, οι δυο αξεχώριστοι πόλοι της ζωής, εκείνη όμως πασχίζει να κρατάει μόνο τη χαρά.

Μα ο πόνος, πιο ισχυρός κι αδίσταχτος, προσπαθεί να σβήσει τη χαρά από τη ζωούλα της. Το κοριτσάκι, πιστεύοντας πως τον αντιμάχεται,  επιζητεί να είναι συνέχεια κοντά μου· γαντζώνεται πάνω μου και θέλει να παίζουμε ασταμάτητα. Κι εγώ παίζω, μα παίζω, παίζω με τις ώρες μαζί της, κάθε μέρα· κι είναι ολόχαρη τότε η ναζιάρα και παιχνιδιάρα Μαρίνα μου.

Με τα παιχνίδια μας ξεχνάει γρήγορα τις δεινές σκηνές, που μπροστά της  συχνά διαδραματίζονται, κι αρχίζουμε να τραγουδάμε και ξεκαρδίζεται στα γέλια και νιώθει τρισευτυχισμένη και παρλάρει· «σ’ αγαπώ πολύ» μου λέει και μου ξαναλέει κι αρχίζει να με φιλάει, να μ’ αγκαλιάζει και να με σφίγγει τόσο δυνατά πού νομίζω πως θα με σκάσει. Κι επειδή δεν ξέρει πώς αλλιώς να εκδηλώσει την αγάπη της, μου λέει «θα σε φάω, γιατί σ’ αγαπάω» και αρχίζει να με δαγκώνει…

Όταν με βλέπει σοβαρή, διαμαρτύρεται παραπονιάρικα «μα γιατί δεν γελάς; τι έχεις;». Απαιτεί να με είμαι διαρκώς χαρούμενη και γελαστή, δεν μπορεί να καταλάβει πως κι εγώ έχω τα δικά μου αυτόν τον καιρό. Όταν πάλι είμαι απασχολημένη με κάτι άλλο, με ρωτά με αγωνία «πότε θα τελειώσεις;» και κάνει χίλια δυο, για να μου κινήσει την προσοχή και να της χαμογελάσω. Κι εγώ που της βρίσκω κάτι από μένα δεν μπορώ να αντισταθώ σ’ αυτή τη δίκαιη παιδική επίκλησή της. Την παίρνω στην αγκαλιά μου προστατευτικά, τη χαϊδεύω και μετά αρχίζουμε τα ακροβατικά που μ’ αρέσουν και μένα. Είναι χαρά της μεγάλη να τη γυρίζω ανάποδα, να την ανεβάζω στην πλάτη μου, να την κρατώ απ’ τα πόδια, να κρεμιέται στο λαιμό μου… Κι όταν κουράζομαι απ’ το βάρος της και σταματώ για λίγο, εκείνη με ικετεύει να της ξανακάνω τα ίδια, «μόνο τρεις φορές ακόμη» λέει κι αρχίζει το μέτρημα· μετά πειθαρχικά δέχεται το τέλος, παρόλο που το ξέρω πως δεν θα ήθελε να έλθει ποτέ.

«Θυμάσαι πώς γνωριστήκαμε;» με ρωτάει πότε πότε, όταν τελειώνουμε τα παιχνίδια. Και μου ξαναθυμίζει το γεγονός: «Να, κείνη τη μέρα που έκλαιγα κρυφά, γιατί δεν με πήρε μαζί της στη βόλτα η Ζωή, αλλά πήρε μόνο τον Χάρη· τότε με είδες και με πήρες μαζί σου και μου έδωσες δύο παιχνιδάκια, το αλογάκι και το κοκοράκι και καραμέλες· θυμάσαι;» Ήταν ακριβώς έτσι, όπως χαράκτηκε στη μνήμη της και ας έχει περάσει καιρός από τότε.

Ένιωθε περιφρονημένη και έκλαιγε βουβά με καυτά δάκρυα, κρυμμένη σε μια γωνιά· την είχα ανακαλύψει τυχαία και την πήρα πάνω, στο σπίτι μας, και άρχισα να την παίζω κάμποση ώρα. Με τα γέλια και με τα χάδια στέγνωσαν τα δάκρυά της, μα της έμενε το παράπονο: γιατί η «θεία» πήρε μόνο το άλλο παιδάκι μαζί της και όχι κι εκείνη. Δεν μπορούσε να πάει το μυαλό της στις έννοιες «παρείσακτη» και «ξένη». (περισσότερα…)

Η λύση του δράματος

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

1

Στην κηδεία του πατέρα μου δεν έκλαψα. Κάποιοι με κοίταζαν παράξενα. Ίσως στα μάτια τους να φαινόμουν ασυγχώρητα απαθής. Ειδικά το βλέμμα του αδελφού μου ήταν επίμονο, επικριτικό, σα να ζητούσε εξηγήσεις. Ακόμα πιο αιχμηρό ήταν το βλέμμα της γυναίκας του. Όπως σε όλα τα επεισόδια της ζωής τους, έτσι και στην κηδεία του πατέρα ήταν απόλυτα συντονισμένοι. Τα δάκρυά τους δεν με έπειθαν – είχα τους λόγους μου. Ντυμένοι με τα ανάλαφρα καλοκαιρινά συνολάκια τους με κοίταζαν αφ’ υψηλού, προετοιμάζοντας την κοινή ετυμηγορία τους. Η παρουσία τους μου ήταν κατά βάθος αδιάφορη. Το βλέμμα τους δεν είχε καμιά επίδραση πάνω μου. Τους περιφρονούσα όσο και εκείνοι εμένα.

Είχα χρόνια να μπω σε νεκροταφείο. Περίμενα κάποια αναστάτωση, μια υποψία σπαραγμού. Τελικά καμία αντίδραση. Ήταν και η κάψα που δοκίμαζε τις αντοχές μου. Έβραζε ο τόπος. Με μάτια μισόκλειστα από το σκληρό κίτρινο φως έβλεπα γύρω μου μάρμαρα, καντήλια, φωτογραφίες. Θυμήθηκα πρόσωπα συγγενών που είχαν πεθάνει. Θυμήθηκα χαμόγελα ειρωνικά, λόγια πικρά, παρεξηγήσεις και αντιπάθειες. Δεν μπόρεσα να θυμηθώ ούτε έναν συγγενή με νοσταλγία και τρυφερότητα. Με κανέναν δεν μπορέσα να δημιουργήσω δεσμούς καθαρούς και άδολους. Το ίδιο και με τον πατέρα. Αλλά τι σημασία είχαν όλα αυτά; Πεθαίνουμε και όλα σβήνουν και χάνονται. Απρόσμενα γαληνεμένος και διαυγής, ένοιωσα να παίρνω τη σωστή απόσταση από το δράμα της ζωής και του θανάτου. Δεν είχα αυταπάτες. Δάκρυα, λυγμοί, οδυρμοί: τίποτα δεν ωφελεί, κανένας δεν γλυτώνει. Εξ ορισμού τα νεκροταφεία είναι τόποι στοχασμού ή θα έπρεπε να είναι. Εκεί μέσα βλέπεις πως όλα καταλήγουν στο μηδέν, πως η ζωή μας παραμένει σύντομη και μάταιη, και πρέπει τουλάχιστον να βρούμε το θάρρος να το παραδεχτούμε και να θέσουμε στον εαυτό μας τα σωστά ερωτήματα.

Με εξαίρεση κάποιες παρεκτροπές του αδελφού μου, η κηδεία ήταν ήσυχη, υποδειγματική. Ακόμα και η μάνα μου ήταν ανεξήγητα συγκρατημένη. Μέσα στην εκκλησία το τελετουργικό είχε κυλήσει ομαλά, ελαφρώς αμήχανα. Πιο αμήχανες ήταν οι στιγμές όταν δίπλα στη μάνα μου περίμενα να μας συλλυπηθούν πρόσωπα γνωστά και άγνωστα. Με ασπάστηκαν άνθρωποι που έβλεπα για πρώτη φορά και δεν γνώριζα τι σχέση είχαν με τον πατέρα. Ο αδελφός μου δήλωνε σε όλους τις ευχαριστίες του για την παρουσία τους στην κηδεία. Τους κοίταζα σιωπηλός – έδειχναν πιο θλιμμένοι από μένα. Η υπόλοιπη διαδικασία μου φάνηκε πολύ σύντομη, βιαστική. Η ταχύτητα του νεκροθάφτη να κλείσει τον λάκκο ήταν εντυπωσιακή – απάνθρωπη η ζέστη, δεν ήταν για να κάθεσαι κάτω απ’ τον ήλιο.

Βγαίνοντας από το νεκροταφείο η μάνα μου εξακολουθούσε να είναι ανεξήγητα ήρεμη. Ο αδελφός μου, όμως, ήταν αναστατωμένος. Κάποιο θέμα τον είχε ενοχλήσει αλλά δεν είχα όρεξη για κουβέντες μαζί του. Στο δικό μου μυαλό στριφογύριζαν παλιά ερωτήματα, ξεχασμένα μέσα στην κραιπάλη και τον αυτοματισμό της καθημερινής συνήθειας. Πώς να μεταφράσεις σε μάθημα ζωής τη γνώση του θανάτου; Πώς να διαχειριστείς την αναμονή; Να ξεχνάς ή να θυμάσαι; Δεν είχα πρόχειρες απαντήσεις αλλά αυτά τα ερωτήματα άρχισαν να με απασχολούσαν για μια ακόμα φορά όπως με είχαν απασχολήσει κατά καιρούς στη διάρκεια της ζωής μου.

Ρίχνοντας επιλεκτικές ματιές σε όσα είχαν γίνει στην κηδεία συνειδητοποίησα την αιτία της αναστάτωσης του αδελφού μου: η προσέλευση συγγενών και γνωστών  ήταν μικρή, μικρότερη απ’ όση περιμέναμε. Ίσως ο καύσωνας να εξηγούσε ένα μέρος αυτού του γεγονότος – ή μπορεί να υπήρχαν και άλλοι λόγοι που αγνοούσαμε. Προσωπικά δεν με ενόχλησε, ούτε και από τη μάνα μου άκουσα κάποιο σχόλιο δυσαρέσκειας. Ο αδερφός μου όμως ήταν φανερά ενοχλημένος και ίσως γι’ αυτό λίγο αργότερα, στην αίθουσα όπου συγκεντρωθήκαμε για τον καφέ της παρηγοριάς, είχε μια αντιπαράθεση με κάποιον σχετικά με τον μικρό αριθμό ανθρώπων που είχαν έρθει για να πουν το τελευταίο αντίο στον πατέρα. Ακούστηκαν πράγματα περίεργα, αναφορές σε γεγονότα που αγνοούσα, αιχμές και υπόνοιες για το επαγγελματικό παρελθόν του πατέρα και την παρασκηνιακή του δράση στο δικαστικό σώμα. Για μένα δεν είχαν απολύτως καμία σημασία. Ο πατέρας είχε πεθάνει, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου παρέμενε άλυτο και μερικές δεκάδες άνθρωποι απολαμβάναμε τον καφέ κουβεντιάζοντας ήρεμα πότε για θέματα της επικαιρότητας και πότε για τον καιρό – τρεμούλιαζε η ατμόσφαιρα από την κάψα του Αυγούστου και οι ταφόπλακες έμοιαζαν να αχνοσαλεύουν. (περισσότερα…)

Η γραφή

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

Του άρεσε του κυρίου Ευχέτη να αφήνει το μυαλό του να τρέχει παίζοντας με συνειρμούς, που τελικώς διαμόρφωναν έναν ολόκληρο συλλογισμό. Θα έλεγε κάποιος ότι ήταν η ιδιαίτερη αδυναμία του η γραφή και το παιχνίδι με τις λέξεις. Ίσως, διότι δεν ήξερε να κάνει κάτι άλλο πιο γοητευτικό, το οποίο παρεμπιπτόντως, τον γλύτωνε και από επισκέψεις σε ψυχίατρο, μιας και ο διάλογος με τον εαυτό ήταν γι’ αυτόν σημαντικός και κυρίως ιαματικός. Και κάπου στην άκρη του μυαλού του, τον εκλάμβανε ως νοητική άσκηση που θα εμπόδιζε την πιθανώς επερχόμενη άνοια, η οποία συνήθως επισκέπτεται μόνον τους ηλικιωμένους.

Α, η γραφή, θείο δώρο, σκέφτηκε. Μία προσπάθεια να παρεισφρήσει το παρελθόν στο παρόν, προσβλέποντας μονίμως στο μέλλον. Έγραψα, κατέγραψα, μία κατάσταση, ένα γεγονός, μία σκέψη, τώρα. Το τώρα έγινε κιόλας παρελθόν. Όσο απομακρύνομαι από το γεγονός και από την καταγραφή του, τόσο βυθίζονται και τα δυο στο παρελθόν. Όταν κάποια στιγμή διαβάσω την καταγραφή, μετέχω της εισβολής του παρελθόντος στο παρόν μέσω της ανάγνωσης του καταγραμμένου.

Η γραφή απομνημονεύει αφεαυτής, θυμίζει -όσο υπάρχει-, επιστρέφει τον νου στο παρελθόν με κάθε ανάγνωσή της. Γράφω για να απομνημονεύσω, στο χαρτί ή σε άλλο μέσο, όσα θα χαθούν στη μνήμη με τη σταδιακή εξασθένηση της τωρινής εντύπωσης. Γράφω κάτι για να το θυμηθώ αργότερα. Το είπαν σημείωση.

Γράφω για να βλέπω το ξετύλιγμα της σκέψης μου σε άλλο χρόνο από αυτόν της καταγραφής, για να μπορέσω να προχωρήσω αύριο τον συλλογισμό που άφησα ημιτελή χθες, για να καταφέρω να εξωθήσω τη σκέψη μου σε άλλες σφαίρες. Το είπαν στοχασμό.

Γράφω αριθμούς, στοιχεία χημείας, αστρονομίας, ιατρικής, για να μπορέσω να απεικονίσω μέσα από σύμβολα ολόκληρους συλλογισμούς, που δίχως τη γραφή θα χάνονταν στα βάθη του χρόνου. Συσσώρευση εμπειριών, γνώσης, αιώνων. Το είπαν επιστήμη.

Γράφω σήμερα υποχρεώσεις καθημερινότητας, λογαριασμούς που πρέπει να πληρωθούν αύριο, υπομνήσεις συναντήσεων, καθηκόντων. Το είπαν οργανωτική συνέπεια.

Γράφω ολόκληρες σειρές συνειρμών που με οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα, για να απαντήσω σε μύρια γιατί, επιζητώντας ένα διότι, συνδέω αιτίες με αποτελέσματα και τούμπαλιν. Το είπαν φιλοσοφία.

Γράφω για μικρογεγονότα, συναισθήματα, σκαμπανεβάσματα ψυχής, ως απόηχο γεγονότων που σημαδεύουν τη ζωή μου. Το είπαν ημερολόγιο.

Γράφω φανταστικά και πραγματικά γεγονότα, ως πεζογραφήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, αγγίζω την τέχνη της γραφής, προκαλώ καταστάσεις, σκέψεις, συναισθήματα στον αναγνώστη. Το είπαν λογοτεχνία.

Γράφω στίχους, βάζω τις λέξεις σε σειρά χαμένος από χώρο και χρόνο, με μουσικότητα, ιδιότυπη ροή,  συμπυκνώνω νοήματα, επιδιώκω αισθητικό αποτέλεσμα. Το είπαν ποίηση.

Γράφω για γεγονότα παρελθόντος που έδρασαν καταλυτικά σε κοινωνίες, χώρες, ανθρώπους, ιστορώ. Το είπαν ιστορία.

Απεικονίζω την άυλη σκέψη, με σύμβολα γραφής, υλοποιώ το άυλο, το κάνω προσβάσιμο, το κοινωνώ στους άλλους. Ότι και να γράψω τώρα, σε μια στιγμή γίνεται παρελθόν και κάθε επιστροφή με την ανάγνωση φέρνει το χθες στο σήμερα. Με την κοινοποίηση της γραφής φέρνω στη σκέψη του αναγνώστη σκέψεις, εικόνες, δικές μου ή άλλων, διανέμω αναστοχασμούς και συντελείται μοιρασιά. Το εγώ παίρνει άλλη διάσταση, διαχέεται στη σκέψη των άλλων.

Ο τρόπος επιλογής, τοποθέτησης, προβολής των λέξεων, συνιστά έργο απολύτως προσωπικό στις συγκεκριμένες διαστάσεις που δίνω εγώ ως γραφέας. Οι διαστάσεις όσων νοηματοδοτεί η γραφή μου δεν είναι ποτέ ίδιες με αυτές που προσλαμβάνει ο αποδέκτης της γραφής μου. Ποτέ δεν θα μάθω, ως πομπός, σε ποιες διαστάσεις, τι, πώς, γιατί, προσέλαβε ο δέκτης των γραφομένων μου. Με την ανάγνωση, έχει συντελεστεί η επικοινωνία πομπού-δέκτη, αλλά τη βαθύτερη ουσία αυτής της επικοινωνίας δεν θα την μάθει ποτέ ούτε ο πομπός ούτε ο δέκτης.

Με τη γραφή καταφέρνω να αναπλάθω συνεχώς τον εαυτό μου, να καταγράφω το πως θα ήθελα να είναι. Μέσα από την επανάληψη, τα πρότυπα, τα χαρακτηριστικά που θα ήθελα να έχω, περνούν στη συνείδηση κι έτσι αλλάζω συμπεριφορές, αντιδράσεις, θρυμματίζω στερεότυπα που φυλακίζουν τη σκέψη και ανοίγομαι σε άλλους, νέους ορίζοντες. Εν ολίγοις κατασκευάζω το είδωλο του εαυτού μου, με το οποίο πασχίζω μια προσομοίωση. Το πόσο αυτή είναι εφικτή, μου το δείχνει ο χρόνος, που σαν κύμα λειαίνει τον βράχο. Η δε αναδρομή σε παλαιότερες καταγραφές, μου δείχνει το μέγεθος των αλλαγών που έχουν συντελεστεί. (περισσότερα…)

Κάνε παιδιά να δεις καλό

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Οι γονείς είναι το κόκαλο
που ακονίζουν τα δόντια τους τα παιδιά.
PETER USTINOV

Θεσσαλονίκη του ’50. Φτωχομάνα. Αυτός απ’ την επαρχία, ψωμολύσσαγε. Πήρε των ομματιών του, ψωμομυρίστηκε. Απάγκιαζε στα παγκάκια, μέχρι να σταυρώσει μεροκάματο. Τον έκοψε η λόρδα, ώσπου να λιγδώσει τ’ αντεράκι του. Στην δουλειά σκυλί μαύρο, τον σκιαζόντανε το μάτι σου. «Και τα πολλά να τα παίρνεις και τα λίγα να μην τ’ αφήνεις», έλεγε.

Γκαρσόνι στο «Καφέ Ντορέ», στο θρυλικό μαγαζί που ο Ατατούρκ έπινε κάποτε το ρακί του σε ειδικά ποτήρια κόκκινα, σε μπλε έπιναν οι Έλληνες. Ζυθεστιατόριο κατόπιν, με τ’ όνομα «Ντορέ Ζύθος» λειτουργεί μέχρι σήμερα στην οδό Τσιρογιάννη, στην περιοχή του Λευκού Πύργου.

Στην βιοτεχνία γνώρισε την Πίτσα. Μια γυναίκα πέφτει στον καθένα, την κουκούλωσε και ησύχασε. Τσάκωσε κι ένα διαμερισματάκι προίκα, προσφυγικό, αλουπότρυπα, από κείνα που έδινε το κράτος για να παίρνει μίζες απ’ τους εργολάβους. Πάνω στον χρόνο την γκάστρωσε, στο μεσοδιάστημα απ’ τις δυο δουλειές. Μετά βρήκε και τρίτη, πούλαγε λαχεία τα Σαββατοκύριακα για να μην κάθεται.

Το ένα παιδί έφερε το άλλο, η μία δουλειά την άλλη. Δούλευε και νυχτοφύλακας τώρα στις αποθήκες του λιμανιού. Ξέκλεβε τρεις ώρες ύπνο πάνω σε κάτι παλιοτσούβαλα, με κίνδυνο να τον πιάσουν και να τον απολύσουν. Αν και το να πεθάνει απ’ την αϋπνία ήταν το πιθανότερο.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, μεγάλωσαν στα πούπουλα τα παιδιά, βουτυρομπεμπέδες με την βούλα. Έκανε «το σκατό του παξιμάδι» ο Κώστας και τους αγόρασε και δύο διαμερίσματα, για να ’χουν το δικό τους κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους, όταν θ’ αποφάσιζαν να ξεκοτοφωλιάσουν απ’ το πατρικό τους. Τα επιτόκια των καταθέσεων ήταν υψηλότερα τότε, τα σπίτια φθηνότερα από σήμερα, και τα κατάφερε.

Νοικιάζοντας τα διαμερίσματα, αγόρασε και τρίτο. Αν κατάφερνε να πάρει και τέταρτο, οι κανακάρηδες θα είχαν από ένα σπίτι να μένουν κι από ένα ο καθένας να τρυγάνε τα νοίκια.

Μα δεν τα κατάφερε. Τον έπιασε η μέση του. Σαραβάλιασε και η Πίτσα: κάτι χοληστερίνες, κάτι πιέσεις, κάτι νεφρά, έχασε και το φως της απ’ το ’να μάτι κι έγιναν κι οι δυο παρασάνταλα.

Τα παιδιά τους τεμπελχανάδες. Τ’ αποκοίμισε κι ο Κώστας πως θα τους βρει δουλειά στο δημόσιο, να μην τρέχουν όπως αυτός, και στα τέτοια τους: απ’ τον έναν καναπέ στον άλλον, ξάπλα και τσακωμοί: ποιος θα πάρει το τρίτο διαμέρισμα για να τσεπώνει το νοίκι.

«Μην τσακώνεστε, ρε παιδιά», παρενέβαινε ο Κώστας, «μεγάλοι άνθρωποι είμαστε, κι εγώ κι η μάνα σας, θα πεθάνουμε και θα πάρετε και το δικό μας, κι έτσι θα έχετε ο καθένας από ένα».

«Εγώ το θέλω τώρα!» ωρύονταν ο μεγάλος, που είχε γνωρίσει μια νοσοκόμα κι ετοιμαζόνταν για γάμο.

«Εντάξει, εντάξει! Πάρ’ το εσύ να ταχτοποιηθείς, κι ο Γιαννάκης παίρνει το δικό μας άμα πεθάνουμε», έβγαζε τα κάστανα απ’ την φωτιά ο Κώστας.

«Όχι, όχι!» ξεφώνιζε ο μικρός. «Ο Παύλος να πάρει το δικό σας, εγώ θέλω το άλλο, για να εισπράττω τα νοίκια».

Άδειασε το διαμέρισμά του ο Κώστας, ξεσπιτώθηκε δηλαδή, και το παραχώρησε στον μικρό για μην τσακώνονται. Κι αυτός πήρε τα μπογαλάκια του και γύρισε στο νησί με την Πίτσα, στο πατρικό του. (περισσότερα…)

μετέωρα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Καλοκαίρι, τέλος Ιουλίου. Ως γυναίκα-Σφίγξ που με θέρμη ζητά, όπως στο έργο του Γκυστάβ Μορώ, ένας ήλιος καυτός άπλωνε τις ακτίνες του, ως λεοντοπόδαρα, ικετευτικά πάνω στον Οιδίποδα. Ερωτήματα δίκοπα, όπως σχέσεις ανθρώπινες ή θεϊκές. Αυτός την κοιτά διερευνητικά, ατρόμητος, στα μάτια. Είναι άλλωστε ο ήλιος στα γερμανικά, γένους θηλυκού.

Ο αητός λείπει από την κεφαλή –της σοφίας– του ευαγγελιστή Ιωάννη. Είναι τα φτερά του στη Σφίγγα; Ξανά πίσω στον μυστικό προχριστιανικό μύθο. Ένας σκορπιός κάθεται ακόμα κοιμισμένος στον πέτρινο τοίχο. Σιωπά απόκρυφα, περιμένοντας τα πρωτοβρόχια. Στη σκιά της δοξασίας. Το δηλητήριο της ουράς κοιμάται ακόμα.

Αυτοί, δυο φίλοι, συνοδοιπόροι εφήμεροι της γήινης προσωρινότητας. Γάλλος αυτός, Έλληνας εκείνος με ψήγματα γερμανικής νοοτροπίας.

Οι Γερμανοί λένε, «το ψάρι κι ο επισκέπτης την τρίτη μέρα βρομάει». Οι Έλληνες είχαν τον Ξένιο Δία, την Ξενία Αθηνά. Άντε να μεταφράσεις τη λέξη φιλοξενία. Hospitality, Gastfreundschaft, acceuil, όλα γυροφέρνουν την ελληνική φιλοξενία, χωρίς να την αποδίδουν.

Έτσι κι εκείνος, συγκατένευσε να φιλοξενήσει πάλι τον Ιωάννη-Παύλο, τον Ζαν-Πωλ, αλλά αυτήν τη φορά ήθελε αυτός να μείνει περισσότερες ημέρες. Ως τότε αντάλλασσαν μονοήμερες διανυκτερεύσεις.

Δέχθηκε εκείνος. Όχι από υποχρέωση. Ήσαν μάλλον εκείνα τ’ αρχέγονα γονίδια –θρησκευτικής;– αλληλεγγύης, προσφοράς, ανοιχτής αγκάλης που είχαν αυτονόητα το πάνω χέρι. Εξάλλου, απ’ τον χειμώνα ακόμα, την εποχή του Υδροχόου, το είχε γράψει ο Ματθαίος (25:35): «ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με». Πολύ πριν οι Νεοέλληνες άδουν το «βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι».

Πώς συνυπάρχουν δυο άνθρωποι σε φιλική σχέση; Ποιες κοινωνικές δεξιότητες είναι απαραίτητες; –πώς ορίζονται τα όρια; Τι ενώνει ή τι μπορεί να χωρίσει; Όπως είπε ο Κώστας, «μα δεν γνωριζόμαστε, πώς να έρθω;». Πώς να γνωριστούμε από δυόμισι χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά; Είμαστε μόνο ό,τι γράφουμε; Με το Μετς της Γαλλίας μας χωρίζουν λιγότερα χιλιόμετρα, περίπου τετρακόσια.

Πού διάβασα ότι εξελισσόμαστε σε μια σχέση και εν απουσία του άλλου, γινόμαστε άλλοι από αυτό που εκείνοι θυμούνται; – ά, ναι στους Χίλιους γερανούς του Καβαμπάτα. Θα μας χαριστεί άραγε στον χιλιοστό χάρτινο γερανό μια θεϊκή ευχή;

Ήρθε λοιπόν ο Ζαν-Πωλ στην δυσκολότερη φάση της ζωής του Δημήτρη. Τα χρήματα λιγοστά – δεν είχε να περάσει, η ζέστη αυτής της χρονιάς να ψήνει την Ευρώπη ως κλιματική συνέπεια ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, κι αυτός να καλείται σε υπερβάσεις. Άρχισε να πληρώνει τα πάντα ο Γάλλος φίλος, από την βενζίνη ως τα φαγώσιμα. Κάτι άρχισε να κλωτσάει μέσα στον Δημήτρη. Ελληνικός εγωισμός, περηφάνεια, προσβολή του φιλότιμου;

Παράλληλα, τον οδηγούσε παντού – βέβαια με την πληρωμένη βενζίνη.

—Ζαν-Πωλ, του λέει την πρώτη μέρα, πάρε το αυτοκίνητό σου από την γωνία, θα στρίψουν και θα σ’ το τρακάρουν.

Το άκουσε, δεν το άκουσε; Την τρίτη μέρα το είχαν κτυπήσει.

—Πάρε τα κλειδιά μου να το πας παρακάτω – τον παρακαλεί, δεν μπορώ να οδηγήσω εγώ.

Ένα ερωτηματικό σχηματίστηκε πάλι μέσα του. Τι δεν πάει καλά;

Πήγανε στο υπαίθριο ψήσιμο της κοινής παρέας. Έτρεχε ο Δημήτρης να ψήσει, να τον περιποιηθεί. Ο Ζαν-Πωλ κουβέντιαζε δεξιά-αριστερά. Τον παρακάλεσε στο τέλος, να κρατήσει τουλάχιστον το πιάτο του να μπορέσει να τον σερβίρει από την καυτή σχάρα.

Η λογοδιάρροια του Ζαν-Πωλ συνεχής, όπως πάντα. Οι ερωτήσεις του σε οποιοδήποτε θέμα του ερχόταν στο μυαλό –κι ενδιέφερε εκείνον αποκλειστικά!– συνεχής· σ’ ένα αποκλειστικό «Εγώ» να απευθύνονται. Να οδηγά ο «φιλόξενος» Έλλην στο κέντρο της πόλης υπό σαράντα βαθμούς και να πρέπει ν’ ακούσει ό,τι το άσχετο για κείνον. Στο τέλος του κουβαλούσε και το νερό γιατί εκείνος δεν είχε πάρει το σακίδιό του. Μήπως απέκτησε ξαφνικά ένα τέταρτο παιδί;

Στο δρόμο προς το μουσείο λαϊκής τέχνης της Στουτγάρδης, σταμάτησαν στο ιατρείο να γράψουν, δηλαδή να περάσουν στην κάρτα του Δημήτρη το φάρμακο για το κληρονομικό ελαφρό τρέμουλο χεριών – ευτυχώς δεν είναι Πάρκινσον. Τελείωσε σε δυο λεπτά, γύρισε στο αυτοκίνητο. «Τόσο γρήγορα;» του λέει ο Ζαν-Πωλ. Κι εκεί του μίλησε για πρώτη φορά, πώς ο ψυχίατρός του κάθε φορά τον εξετάζει πάνω από μια ώρα για να του δώσει την φαρμακευτική αγωγή. Για τη «θεϊκή» λεγόμενη πάθηση του εγκεφάλου.

Κι άλλα πολλά άγνωστα στον Έλληνα φίλο, διηγήθηκε ο εξαιρετικά έξυπνος, πνευματώδης μηχανικός υδατικών πόρων της Λωραίνης, Γάλλος. Πώς η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, πώς ο πατέρας του στον δεύτερο γάμο της μητέρας του έδερνε τον πρωτότοκο –απ’ τον πρώτο γάμο– ετεροθαλή αδερφό κι αυτός στα δεκαπέντε του αποπειράθηκε να σκοτώσει τη μάνα τους· κι ακόμη πώς ο πατέρας του, ως τα δεκαοκτώ του χρόνια, δεν τον άφηνε να δει τηλεόραση μετά τις οκτώ το βράδυ, πώς κι ο αδερφός του υποφέρει ψυχικά. Τέλος, την πίκρα του που η πρώην σύζυγος αλλά κι η κόρη του δεν του μιλούν, αρνούνται κάθε σχέση μαζί του – με περιστασιακή εξαίρεση τον γιό του. Λυπηρές προϊστορίες οικογενειακής καταναγκαστικής συμβίωσης.

Πάλι η Καταρίνα είναι που λέει, ότι τραβώ σαν μαγνήτης κι εγώ –ως Δημήτρης– τη δυστυχία, την περιπέτεια. Καταλαβαίνουν, λέει, και μόνο που σε «κόβουν». Πώς πιάνονται έτσι πάνω μας; – οι εκροφείς ενέργειας.

Κι αν όλοι είμαστε κύριε Φρόυντ λίγο-πολύ ασθενείς, πόσα «φροϋδικά» ή και «λακανικά» υποκείμενα κρύβουμε μέσα μας; Ποια τα κυτταρικά μας όρια με τον Άλλο;

Συνεχίστηκε η περιποίηση, το «σέρβις» – τρεις ημέρες. Την τέταρτη μέρα θα έβλεπαν το βράδυ τον ημιτελικό του παγκόσμιου ποδοσφαίρου που έπαιζε η Γαλλία εναντίον της Ισπανίας. Αφού ο Δημήτρης ετοίμασε την πίτσα κι έφερε τις μπύρες, μετά από το ολοήμερο τρέξιμο, κάθισαν να δουν το «ματς». Από αντίδραση υποστήριζε ο Δημήτρης την Ισπανία. Κι έχασε στο τέλος πανηγυρικά η Γαλλία.

Σα να ξύπνησε, κουνήθηκε ο σιωπηλός σκορπιός στην πέτρα. Κι εκεί απάνω πέταξε ο Ζαν-Πωλ την φαινομενικά αθώα ερώτηση-απορία:

—Δεν περίμενα ότι εσύ βλέπεις ποδόσφαιρο!

Όταν η ερώτηση επαναλήφθηκε, ξέχασε ο σκορπιός τον ιερό του σκοπό. Δεν είχε δει ψηλά τον ευαγγελιστή ή αφέθηκε στο θέλημά Του; Έσπασε σαν πύον το κέλυφος της δοξασίας. Και γύρισε τη φαρμακερή ουρά του, χύνοντας το δηλητήριο. Ξέσπασε εκτός ορίων ο Δημήτρης, ο ξένιος Έλλην:

—Ζαν-Πωλ, αν δεν μου απαντήσεις ως αύριο πρωί, γιατί έθεσες την ερώτηση αυτή και τι εννοείς, θα πρέπει να φύγεις.

Η Ύβρις είχε επιτελεσθεί, η υπομονή είχε ήδη εξαντληθεί, η υπέρβαση των ορίων είχε συμβεί.

Είχε φύγει από τα Χερουβείμ το πνεύμα της Αρμονίας. Είχε ξυπνήσει νωρίς -πριν το Φθινόπωρο- ο σκορπιός. Η δηλητηριώδης σιωπή είχε προσωρινά μόνο επικρατήσει της τόλμης του αητού. Έπρεπε να στρέψει πάνω του το δηλητήριο της ουράς του, για να μετενσαρκωθεί σε αητό και ν’ ανέβει στην εποπτική του θέση δίπλα στον Ιωάννη. Αλλιώς ας σέρνεται στη γη.

Μηχανισμός άμυνας, φροϋδικό ολίσθημα, φόβος ή έλλειψη αντοχής, υπομονής; Η άμυνα ως επίθεση ή είναι που μας έχει τραχύνει η μοναξιά – σεβαστέ της Ασκητικής Νίκο; Γιατί υπάρχουν δυο λογιών αναχωρητές: εκείνοι που στο πέρασμα του χρόνου, το σώμα και την ψυχή σκληραίνουν κι οι άλλοι που μεσ’ απ’ τα σεπτά τα δάκρυα γαληνεύουν. Διότι δεν ζουν αυτοί οι δεύτεροι, Άλλος ζει μέσα τους. Δεν τους απασχολεί τι λέει ο Σωκράτης δια στόματος Φαίδωνα περί ψυχής· επτά μετενσαρκώσεις; Αυτός μία Ανάσταση νεκρών προσδοκά. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς οι υπόλοιποι.

Άκουσα πρόσφατα έναν ομιλητή των ανθρωποσοφιστών, του Ρούντολφ Στάινερ -που εδώ απ’ τη Στουτγάρδη ξεκίνησε κι αυτός, του περασμένου αιώνα «αναμορφωτής»- σε διάλεξή του για την Μόνα Λίζα του Λεονάρντο ντα Βίντσι, να ισχυρίζεται ότι ο Λεονάρντο –αυτός ο σπάνιος μιγάς– ήταν κατά τον Στάινερ μετενσάρκωση του Ιούδα του Ισκαριώτη. Στο θείο έργο της συγχώρησης, της αποκατάστασης της προδοσίας!

Ο Δημήτρης ως σκορπιός, εγώ, ποιες προηγούμενες ψυχές κουβαλάμε – θείε Πλάτωνα;

Ο Ζαν-Πωλ ξύπνησε το άλλο πρωί με την απάντηση ότι δεν είχε απάντηση να δώσει στο κατά τ’ άλλα απλοϊκό ερώτημα. Κι ήταν η πρώτη φορά που, ο εσαεί με ανοιχτές αγκάλες, ξένιος Έλλην έβγαζε κάποιον απ’ τον οίκο του. Άντε τώρα εσύ να σέρνεις πάλι σισύφεια τις ερινύες σου.

Κύριε, κύριε, ελέησον ημάς.

*

*

*

Το φορτίο

της ΣΟΦΙΑΛΕΝΑΣ ΨΑΡΡΑ

~.~

Πλησίασε με προσοχή και επιφυλακτικότητα. Κοίταξε γύρω για να βολιδοσκοπήσει. Κανείς δεν την παρατηρούσε. Χαμήλωσε το κεφάλι, έλεγξε το φορτίο και με ένα πνιχτό βογγητό το φόρτωσε στη ράχη της.

Μεγάλο κατόρθωμα.

Ζύγιζε τουλάχιστον πέντε φορές το βάρος της. Ο μέντοράς της θα ήταν περήφανος. Ακολούθησε κατά γράμμα όσα της έμαθε στην εκπαίδευση.

Σήκωνε το λάφυρο και με αργά μα σταθερά βήματα όδευε προς το σπίτι. Έπρεπε να διανύσει αρκετά μεγάλη απόσταση μετά την πρόσφατη μετακίνησή τους σε άλλο τόπο. Θα προχωρούσε πέρα από το κεδροδάσος, εκεί όπου απλωνόταν το χέρσο χωράφι. Εκεί βρισκόταν η αποικία. Αυτό που λειτουργούσε ως πυξίδα ήταν μια ογκώδης, αλλά σαθρή πέτρα από πορόλιθο. Εκεί, ακολουθώντας τον στενό, υπόγειο και ελικοειδή δρόμο, βρισκόταν η φωλιά. Η σκέψη της απόστασης την έκαμπτε. Αλλά μόνο στιγμιαία. Δεν ταίριαζε στη φιλοσοφία της φυλής της η παραίτηση. Ειδικά τώρα που είχε πετύχει τον πολυπόθητο στόχο. Η μεταφορά ενός τέτοιου νεκρού εντόμου θα ήταν το κλειδί για αναβάθμιση. Εδώ που τα λέμε το πόστο να μεταφέρεις χειμώνα καλοκαίρι κουφάρια δεν ήταν ιδιαιτέρως θελκτικό. Η μυρωδιά της σήψης ήταν απωθητική. Η ιεραρχία όμως ήταν αυστηρή. Εφόσον γεννήθηκε άπτερη και στείρα η θέση της ήταν στα πτωματοφαγα. Θα ‘πρεπε να ‘ναι ευχαριστημένη με όσα της δίνονταν. Εξάλλου οι αρχές του τόπου στα διαγγέλματά τους φρόντιζαν να γνωστοποιούν τη σπουδαιότητα της αγαστής συνεργασίας και της υπακοής. Συχνές ήταν και οι υποσχέσεις ανέλιξης και οι ιστορίες των γερόντων για εργάτριες που κατόρθωσαν να κάνουν τρυφηλή ζωή, να γίνουν το δεξί χέρι της βασίλισσας, ακόμα και να βγάλουν φτερά σε μεγάλη ηλικία. Εκείνη δεν ήξερε καμία που να το ‘χει πετύχει αυτό. Το πελώριο νεκρό έντομο που σήκωνε στις πλάτες της ήταν η ευκαιρία της. Η μόνη απ’ τη γενιά της.

Οι σκέψεις της άρχισαν να θολώνουν από το βάρος. Τα πόδια της λυγίζουν.

Πιάνει το πτώμα με τη γνάθο. Το σέρνει. Είναι πια στην πύλη της φωλιάς.

Έκπληκτος ο μέντορας παρατηρεί το νεκρό ζωύφιο. Τη συγχαίρει. Δίνει διαταγή σε μια ντουζίνα δυνατά μυρμήγκια να μεταφέρουν το κουφάρι. Τη βεβαιώνει πως θα συζητήσει με τη διοίκηση τη μετάβασή της σε άλλη θέση. Μια τέτοια επιτυχία με τέτοιο όφελος για την κοινότητα άξιζε επιβράβευση.

Εκείνη άρχισε να ονειρεύεται. Δεν αποζητούσε μεγαλεία. Κάθε φορά που έβγαινε στην επιφάνεια από τα υπόγεια της αποικίας έβλεπε τον ήλιο να δίνει χρυσαφένιο χρώμα στα φυλλώματα των δέντρων, ένιωθε την πρωινή αύρα να δροσίζει τα πέταλα των λουλουδιών και ονειρευόταν να μπορεί κι εκείνη να γευτεί τους χυμούς των φυτών. Να δουλέψει μαζί με τους φυλλοκόπτες που μετέφεραν στη φωλιά ευωδιαστά χλωρά κομμάτια φύλλων. Πόση αηδία της προκαλούσε η γεύση της σάρκας σε αποσύνθεση.

Ο χρόνος περνούσε. Το λάφυρο που έφερε στη φωλιά έθρεψε μιλιούνια μυρμηγκιών. Είχε καιρό να δει τον μέντορα. Είχε αναλάβει την εκπαίδευση κάποιων καινούργιων. Ήξερε πως είναι πολυάσχολος.

Περίμενε. Σήκωνε κουφάρια. Ήλπιζε.

Μια μέρα στη δουλειά προσπαθώντας να μεταφέρει μια ημιθανή αράχνη, μπλέχτηκε στον ιστό της. Το τέλος δεν αργούσε. Το μόνο που την πίκραινε ήταν που δεν έμαθε ποτέ τι γεύση είχαν τα φύλλα από τις γαρδένιες που μοσχοβόλαγαν και κάλυπταν για λίγο τη μυρωδιά του θανάτου που κουβαλούσε στους ώμους της.

*

**

Παναγία η Δακρυρροούσα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Στην Όλγα Φωτακοπούλου

Είχε φτιάξει ένα εκκλησάκι στην Παναγία ο πατέρας του Παναγιώτη κι έβγαλε και τον γιο του με τ’ όνομά της –τάμα στην χάρη της– γιατί η γυναίκα του δεν έκανε παιδιά και η Κυρά τον άκουσε και του έδωσε. Μα ο Παναγιώτης δεν έμοιασε του πατέρα του στην ευσέβεια και στον χαρακτήρα και πήρε την κάτω βόλτα. Κι όταν ο γέρος του πήγε να συναντήσει την συχωρεμένη την μάνα του, έμεινε ολομόναχος στην ζωή κι είπε να παντρευτεί μια κληρονόμα της γειτονιάς, θραψερή και μουρτζούφλω, για να τα βολέψει. Ξεπέταξε κι ένα κουτσούβελο κι είναι τώρα πατέρας κι ο ίδιος – να τον κάνει ο Θεός.

Τα λεφτά της γυναίκας του τέλειωσαν γρήγορα κι έβαλε χέρι και στα χωράφια. Τα σκότωσε κοψοχρονιά και τα ’φαγε στις πρέφες και στα μπαρμπούτια. Θέλησε να πουλήσει και το κονάκι, μα η μουρτζούφλω δεν το ’δινε. Δεν θα ’μενε και στον δρόμο για τον ακαμάτη τον άντρα της. Να πήγαινε να δουλέψει, όπως όλος ο κόσμος, αν ήθελε λεφτά – λες κι έκανε τίποτα αυτός όπως όλος ο κόσμος. Μόνο να πίνει και να καπνίζει ήξερε και ν’ απειλεί και να δέρνει εκεί που τον έπαιρνε.

Καθόντανε στον καφενέ με το τακίμι του και τα λέγανε:

«Κάτι πρέπει να γίνει, ρε Χρήστο! Δεν υπάρχει σάλιο, σου λέω!»

«Το σπίτι; Δεν πουλιέται το σπίτι;»

«Και να την σφάξω στο γόνατο, δεν το δίνει!»

«Υποθήκη το βάνει; Να κάμουμε καμιά δουλειά…»

«Ούτε ν’ ακούσει!»

«Ε, τότε…»

«Ε, τότε βράστα!»

Μουγκάθηκαν οι κολλητοί. Κατέβασαν το ούζο δίχως να τσουγκρίσουν τα ποτήρια –σαν σε πένθος– και μοιράστηκαν το τελευταίο τσιγάρο, όπως πριν την εκτέλεση. Οι καπνοί τούς τύλιξαν ολόκληρους. Κι έμοιαζαν με μπατίρηδες άγιους που έκλαιγαν την μοίρα τους, γιατί δεν τους πήγαινε τάματα κανείς.

Ξάφνου ο Παναγιώτης τινάχτηκε πάνω.

«Ρε, συ, το βρήκα! Το βρήκα, ρε μάγκα!»

Ο άλλος τον κοίταξε ανόρεχτα. Από ιδέες έπασχαν τώρα ή από μπαγιόκο – απ’ τον καταραμένο τον παρά;

Ο Παναγιώτης έσυρε την καρέκλα του κοντά στον Χρήστο, όπως ο κατάδικος την αλυσίδα του.

«Μιλάμε για χοντρό κονόμι, λεφτά με την σέσουλα! Ξεκούραστα, ούτε το δαχτυλάκι μας δεν θα κουνήσουμε…»

«Δηλαδή τι θα κάνουμε, να πούμε;»

«Τίποτα σου λέω, τίποτα!» (περισσότερα…)

Δάνειο

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Είναι που έχουμε πάρει οριστικά την κατηφόρα ή είμαστε πια τόσο κάτω που δεν βλέπουμε την ανηφόρα; Δηλαδή, που δεν την βλέπουμε ως ανηφόρα.

Ο θείος ο Μήτσος ήταν θείος της μητέρας μας. Η γυναίκα του, η θεία η Δήμητρα, αδερφή της γιαγιάς. Βλέποντας μακριά, είχε φτιάξει στη δεκαετία του ’60 μια καλή μάντρα οικοδομών στην Λεωφόρο Κηφησίας και με τη συνεχή ανοικοδόμηση της Πρωτεύουσας έκανε χρυσές δουλειές. Παιδί ακόμα είχε βγει στη βιοπάλη. Τον έστελνε ο πατέρας του να πουλά παστέλια στην προπολεμική Αθήνα. Για να ξεγελάει την παιδική του πείνα, έριχνε μια δαγκωνιά, κόνταινε το παστέλι. Το τραβούσε κατόπιν να έρθει στο προηγούμενο μήκος του. Εκτατό γαρ! Πεπειραμένος επιχειρηματίας πλέον, είχε μείνει ένα μεγάλο καλοκάγαθο παιδί.

Πάνω από το γραφείο του είχε τη γνωστή εικόνα του «πωλούντος επί πιστώσει και του πωλούντος τοις μετρητοίς». Όταν πήγαινα μικρός τα Χριστούγεννα να πω τα κάλαντα, τον ρωτούσα τι σημαίνει «τοις μετρητοίς» και τι «επί πιστώσει». Μου εξηγούσε αλλά δεν κατάλαβα ποτέ. Και τώρα ακόμα το παλεύω… Έπαιρνα το αργυρούν εικοσάδραχμον κι έφευγα χαρούμενος.

Με το τζιπ του γυρίζαμε στις εξοχές της Αττικής. Κούρσα δεν καταδέχτηκε να πάρει ποτέ. Το τζιπ με το διπλό διαφορικό μας ανέβαζε σ’ όλες τις ανηφοριές. Δεν κολλούσε στους αμμόλοφους του Σχινιά και μας έβγαζε στο Πικέρμι να μαζέψουμε χόρτα. Ζωχούς, ραδίκια, καρύδες, από τότε τα γνωρίζω· όσο υπάρχει άγρια φύση δε θα πεινάσω. Άφηνε μετά το τζιπ να κυλήσει χωρίς ταχύτητα στην κατηφόρα προς τον Σταυρό της Ραφήνας, όχι για οικονομία όπως σήμερα, τσιγκούνης δεν ήταν, έτσι από πεποίθηση. Περνώντας από τις ταβέρνες της Αγίας Μαρίνας, έκοβε ταχύτητα να πάρει μια μυρουδιά απ’ τα κοψίδια. Κάποτε σταματούσαμε. Του φώναζαν στον γυρισμό οι γυναίκες, να προσέχει έτσι πιωμένος που ήταν, κόκκινος από το κοκκινέλι. Οι ταχύτητες όμως τότε ήσαν μικρές, όπως και η βιασύνη. Η θεία η Δήμητρα ήταν ευτυχισμένη. Το μόνο της παράπονο ήταν που ο θείος Μήτσος την ταλαιπωρούσε… όντας ενεργός σε μεγάλη ηλικία. Νομίζω μάλιστα ότι πάνω της ετελεύτησε όταν τον πρόδωσε η καρδιά του, λίγο μετά τα εβδομήντα. Μάκαρ, αυτός.

Ήταν η γεννιά που το χρήμα ερχόταν ως μέσον αυτονόητα, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Για να ξοδευτεί προς τέρψιν. (Για ποια ανάπτυξη, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).

Γράφαμε τότε κάθε χρόνο στο Δημοτικό την ημέρα της Αποταμιεύσεως –τῃ εντολῄ της Εθνικής Τραπέζης, του Ταμιευτηρίου;– μια έκθεση: Ποιο το νόημα της αποταμίευσης. Ακούγαμε εμείς ότι «φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι» και προσπαθούσαμε να στίψουμε το μυαλό μας τι να σημαίνουν όλα αυτά. Η αποτυχία μου πρέπει να ήταν πλήρης, αφού ποτέ δεν διαβάστηκε η έκθεσή μου στην τάξη. Και ο πήλινος κουμπαράς μου δεν μακροημέρευε. Όπως και τώρα που είναι πια κομμάτια.  Άλλαξε ποτέ η ελεημοσύνη προς το καλύτερο τον κόσμο; Ως ασπιρίνη στην ημικρανία, ανακουφίζει προσωρινά το σύμπτωμα, δεν θεραπεύει την αιτία.

Δεν δείχνει ο χαρακτήρας από τα μικράτα μας; Σπάταλος, γαλαντόμος, συντηρητικός, επαναστάτης, σπαγκοραμμένος, φιλάργυρος. Καλή καρδιά;

Εκείνοι, φίλοι κι οι τρεις μαζί από το Δημοτικό. Βιολογική, ανθρωπολογική πολυποικιλότητα κάτω απ’ το ίδιο όνομα: Ελευθέριος.

—Έλα, πάμε ως την πλατεία να σε κεράσω ένα σουβλάκι, λέει ο Ελευθέριος Α΄ (ο πρώτος) στον Ελευθέριο Β (τον δεύτερο).

—Ευχαριστώ, αλλά να μη σε ξοδέψω.

Το πρώτο σουβλατζίδικο δεν είχε καλά σουβλάκια, το δεύτερο ήταν ακριβό, το τρίτο μακριά. Μετά από κάποιους γύρους (όχι της σούβλας) και άσκοπο περπάτημα, λέει ο Α΄:

—Μωρέ, ξέρεις κάτι, μου έφυγε η όρεξη· δεν το αφήνουμε γι’ απόψε;

Ο Ελευθέριος Γ΄ (ο τρίτος) φιλοξένησε τον Α΄ στο σπίτι του. Ο Α΄ για να του το ανταποδώσει, θέλησε να τον προσκαλέσει στο γνωστό ιταλικό εστιατόριο. Είδε ο Γ΄ (ο καλεσθείς) ότι μαζί με μια συγκεκριμένη πίτσα, προσφερόταν η σαλάτα δωρεάν. Δεν πρόσεξε ότι η προσφορά ήταν για το μεσημέρι και όχι το βράδυ. Όταν ήρθε ο λογαριασμός, ο Α΄ (ο προσκαλών) άλλαξε δέκα χρώματα.

—Τα ίδια μου κάνει και η Καλλιόπη (η συμβία του), λέει συγχυσμένος. (περισσότερα…)

Είναι γερό, ρε, τι λες τώρα;

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

—Ρε συ, χτυπάνε τα βήματά σου στις σόλες των παπουτσιών μου, σίγουρα είναι γερό αυτό εδώ;

—Πού θες να ξέρω. Θες πάγο;

—Βάλε, τρία.

—Τρία κιόλας, επακριβώς.

—Μετρημένα.

Κελάρυσε το Famous Grouse στο ένα ποτήρι, στ’ άλλο, άφησε ο Τάκης το μπουκάλι κι όπως έσκυψε στο ψυγειάκι έριξε μια ματιά έξω.

—Ήσυχη μέρα.

Γύρισε κρατώντας τα ποτήρια. Τα παγάκια του Γιάννη κουδούνισαν, πήγε ο Τάκης να τον πειράξει αλλά τον είδε που ’χε αφαιρεθεί να κοιτάζει απ’ το παράθυρο.

—Ο δήμος έχει έναν που κόβει τα χορτάρια, τι έπαθε αυτός και τ’ άφησε στη μέση;

—Τι λες πάλι, μωρέ; Πάρε την πέρδικα.

Ακούμπησε με θόρυβο τα ποτήρια στο πτυσσόμενο τραπεζάκι και στριμώχτηκε απέναντί του.

—Λέγε τώρα.

Ο Γιάννης μάζεψε το βλέμμα του στο ουίσκι. Κούνησε κυκλικά το ποτήρι και τα παγάκια κουδούνισαν πάλι σαν να γελούσαν. Τον περίμενε ο Τάκης.

—Ρε συ…, είπε τελικά, με το βλέμμα ακόμη στο ποτήρι, τα παγάκια ακόμη να γελούν, πιο αργά, πιο σιγανά.

Ο Τάκης ήπιε. Περίμενε.

—Ρε συ…

Ξανακοίταξε απ’ το παράθυρο ο Γιάννης. Κατάπιε, όχι ουίσκι, δεν είχε φέρει το ποτήρι του στα χείλη. Τα παγάκια είχαν σταματήσει να γελούν. Το χέρι του έσφιγγε το γυαλί.

—Τι να της πω;

Δύσκολη ερώτηση. Η απάντηση το ίδιο. Δεν ήθελε να τη δώσει ο Τάκης.

—Τι να σου πω, ρε φίλε… Από δουλειά;

Απότομο βλέμμα, θυμός να εκραγεί.

—Σκατά από δουλειά! Τι από δουλειά. Δεν ξέρεις; Ο δικός μας πτωχευμένος κι ο ιδιοκτήτης στα δικαστήρια, εμείς τελευταίοι. Τίποτα. Και πουθενά, τίποτα. Ντρέπομαι να βάζω βενζίνη στου ξαδέρφου μου για πεντακόσια ευρώ, ρε! Εδώ μας φτάσανε. Πεντακόσια σκατοευρώ!

Τώρα ήπιε. Κοπάνησε το ποτήρι στο τραπεζάκι, πιτσίλισε σταγόνες ουίσκι τη φορμάικα.

—Τι θα κάνω, ρε; Τι να της πω;

Σειρά του Τάκη να κοιτάξει έξω. Λες κι ο τύπος απ’ τον δήμο με το χορτοκοπτικό θα ’χε φυλάξει στα χορτάρια καμιά λύση για τον Γιάννη. Δίκιο είχε ο φίλος του. Είχε αφήσει άκοπα τα μισά.

—Η Άννα… θέλει να το κρατήσει; τον ρώτησε σιγανά χωρίς να στραφεί, και ξανάφερε το ποτήρι στο στόμα. Ήπιε αργά. Και μόνο πάνω απ’ το χείλος του ποτηριού κοίταξε πλάγια τον Γιάννη. Η καρδιά του κλότσησε, ένιωσε τη γουλιά να κατεβαίνει σ’ ένα σταματημένο σώμα.

Ο Γιάννης τον είχε καρφώσει. Σκοτεινός. Για μια στιγμή, αβυσσαλέα σαν μαύρη τρύπα. Όχι, δεν κοίταζε αυτόν. Τόσο σκοτάδι απ’ τα μάτια του δεν ήταν γι’ αυτόν. Φοβήθηκε ο Τάκης. Τόσα γίνονται. Τόσοι άλλοι… (περισσότερα…)

Την νύχτα που γκρεμίστηκε η Ακρόπολη (Αρρηφόρος)

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

~.~

Παρθένοι δύο τοῦ ναοῦ τῆς Πολιάδος οἰκοῦσιν οὐ πόρρω,
καλοῦσι δὲ Ἀθηναῖοι σφᾶς ἀρρηφόρους.
ΠΑΥΣΑΝΙΟΥ, Ελλάδος περιήγησις, Α 27,3

Κάθονταν σ’ ένα παγκάκι και κοίταζε στο πουθενά. Ξανθιά, με άσπρο φουστάνι και σανδάλια στα πόδια της αρχαιοελληνικά. Σαν την Ηχώ, σαν την Ίριδα, σαν Κόρη της Ακροπόλεως, που είπε να ξαποστάσει μετά την Εορτή των Παναθηναίων, σαν απόσπασμα του Παυσανία:

«Εγγύτατα του ναού της Πολιάδος κατοικούν δυο παρθένες. Οι Αθηναίοι τις ονομάζουν αρρηφόρες και ζουν ένα διάστημα κοντά στην θεά. Την νύχτα της εορτής των Αρρηφορίων, κατά την εικοστή δεύτερη μέρα του μήνα Σκιροφοριώνα, μεταφέρουν στο κεφάλι τους ό,τι τους παραδίδει η ιέρεια της Αθηνάς, χωρίς να ξέρει ούτε εκείνη τι τους έδωσε ούτε αυτές τι μεταφέρουν. Στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων και προς τα εκεί υπόγειο πέρασμα κατεβαίνουν οι παρθένες. Αποθέτουν όσα μετέφεραν, για να πάρουν κάτι άλλο, που μεταφέρουν καλυμμένο. Κι έπειτα τις αφήνουν ελεύθερες, και στην θέση τους στην Ακρόπολη οδηγούν άλλες».

Τόσο η παρουσία της ράγιζε τον χρόνο, που έψαξα με το βλέμμα μου την δεύτερη παρθένα που αναφέρει ο Παυσανίας.

Εντάξει, την είχα την πυροβολησά μου με τα ιμάτια και τις ιέρειες από παλιά. Από τότε που η βαβά μου με πήγαινε πέρα στα Λουλούδια –ένα χωράφι με μαργαρίτες στο χωριό– και μου φούσκωνε τα μυαλά με ξωτικά και νεράιδες. Παιδάκι ήμουν κι εγώ, τι να ’κανα;

Το βράδυ τις ονειρευόμουν, δηλαδή στον ύπνο μου. Μα πολύ θέλει κανείς να τις δει και στο ξύπνιο του τις νεράιδες; Φοβόμουν, εξάλλου, μήπως συμβαίνει αυτό που διάβασα κάποτε, πως «κάθε που λέει ένα παιδί ότι δεν πιστεύει στις νεράιδες, κάπου μία νεράιδα πεθαίνει». Έτσι, έφτανε ένα άσπρο φόρεμα, μια τούφα ξανθά μαλλιά, δυο σταξιές γαλάζια μάτια κι έφτιαχνα μόνος μου τα υπόλοιπα.

Από φαντασία ήμουν χορτάτος, από πραγματικότητα λιμοκτονούσα. Αφού, για να καταλάβετε, την πρώτη φορά που άγγιξα γυναίκα έπαθα σοκ, επειδή ήταν… κρεάτινη!

Την είδα, λοιπόν, την λευκοφορεμένη σαν αρρηφόρο, κοντά στον περίβολο της Αφροδίτης των Κήπων. Κι αφού μακρόθεν την θαύμασα κι εκ του σύνεγγυς την περιεργάστηκα, έκατσα πλάι της στο παγκάκι ακάλεστος –όσο ακάλεστη ήρθε κι αυτή στην ζωή μου– και αναφώνησα:

«Είσαι η ίδια η Αφροδίτη!»

Εκείνη ακούνητη, με το βλέμμα εξακολουθητικά βυθισμένο στο πουθενά, δεν μίλησε.

«Αν δεν πεις λέξη», της είπα, «θ’ αρχίσω να πιστεύω πως έκανα λάθος: πως δεν είσαι η ίδια η Αφροδίτη, αλλά το άγαλμά της!»

Ήξερα πως αυτά που έλεγα ήταν παλιομοδίτικο καμάκι, αλλά συγχρόνως ήξερα πως ακριβώς αυτά ήθελα να πω.

Η κοπέλα ελαφρώς μειδίασε. Κι ήταν τα χείλη της την ώρα εκείνη σαν στίχος από ποίημα του Παράσχου: ροδοπέταλα που ανεπαισθήτως κινήθηκαν.

«Τι όμορφα που χαμογελάς!» θαύμασα ανυπόκριτα.

Εκείνη χαμογέλασε περισσότερο και φάνηκαν τα κάτασπρα δόντια της, τόσο αρμοσμένα στην οδοντοστοιχία, σαν μαρμάρου σπόνδυλοι σε δωρική κολώνα.

Εννοείται πως οι περιγραφές μου είναι πανάρχαιες, ίδιας ηλικίας με τις δωρικές κολώνες της Ακροπόλεως, μα περιέργως, αν και το ξέρω, έτσι θέλω να εκφραστώ.

Σιγά-σιγά το κλίμα ζεστάθηκε –ίσα να μην ξεπαγιάσουμε– αλλά μπόρεσα να της κλείσω ραντεβού στο ίδιο σημείο το ερχόμενο Σάββατο.

Οι συναντήσεις μας συνεχίστηκαν εκεί για κάμποσο ακόμα.

Συνήθως εγώ μιλούσα κι εκείνη άκουγε.

Οι φίλοι μου πάντα με συμβούλευαν να βγάζω τον σκασμό, καμιά φορά, για να μιλήσει κι ο άλλος. «Όσο λιγότερο Σολδάτος κι όσο περισσότερο τίποτα», ήταν το σλόγκαν. Μπορεί να είναι εγκεφαλικά πλάσματα οι γυναίκες, αλλά δεν θέλουν να πάθουν κι εγκεφαλικό απ’ το πολύ μπλα-μπλα. (περισσότερα…)

Δικαίωμα στην αποτυχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΙΝΤΖΗΡΑ

~.~

Ας ξεκαθαρίσω εξαρχής ότι η απόπειρα αυτοκτονίας μου ήταν ηθελημένα ανεπιτυχής. Αν, μάλιστα, θέλω να είμαι ωμά ειλικρινής υπήρξε σχεδόν σκηνοθετημένη. Είχα από πριν σχεδιάσει στην εντέλεια την δήθεν δραματική έξοδό μου απ’ το αδιέξοδο, στο οποίο πολλοί θεωρούν βέβαιο πως έχει εγκλωβιστεί ο (υποψήφιος) αυτόχειρας. Αν, καθώς λέγεται, ισχύει πως ο θάνατος είναι πολιτισμικό κι όχι φυσικό γεγονός, τότε κι η επιλογή του (ατομικού πάντα) θανάτου είναι ομοίως αυτονόητα πολιτισμική κι άρα εναπόκειται στις εν γένει αντιλήψεις, για την πορεία καθόλη την διαδρομή της –απ’ την γέννηση μέχρι το τέλος της– και στην αξία που για ποικίλους πλην αδιάφορους εν προκειμένω λόγους αποδίδεται σ’ αυτή την πορεία και τα στάδιά της. Υποστηρίζω, με άλλα λόγια, ότι οι αντιλήψεις αυτές έχουν την ίδια θεωρητική και πρακτική σημασία με τις αντίστοιχες για την επιθυμία να ζει κανείς στην πόλη ή στην φύση, να περπατάει ή να μένει ακίνητος (αν υποτεθεί πως υπάρχουν κι επαρκούν οι οικονομικοί πόροι του), να είναι χορτοφάγος ή όχι. Σε όλα αυτά, ωστόσο, υπάρχει ένα σοβαρό εμπόδιο, που προβάλλεται από την θρησκεία και τους λειτουργούς της, ότι (αφού) η ζωή είναι δώρο του θεού, (άρα) και ο θάνατος δεν μπορεί παρά να είναι μια απόφασή του.

Κατά τον τρόπο αυτόν αποδίδεται στη ζωή και το θάνατο «ηθικός» χαρακτήρας, απολύτως συμβατός άλλωστε όχι μόνο με τις θρησκευτικές δοξασίες αλλά και με την κοσμική κι επιστημονικά εδραιωμένη –αλλά έντονα ιδεολογική– θέση ότι ο θάνατος είναι γεγονός φυσικό. Το πλαίσιο αυτό, συμπληρούμενο απ’ το νομικό και θεσμικό οπλοστάσιο –αν δεν απαγορεύει– τουλάχιστον αποδοκιμάζει, καθιστώντας ιδιαιτέρως απεχθή από ηθικής πλευράς κάθε σκέψη ότι υπάρχει κι αναγνωρίζεται δικαίωμα του ανθρώπου ν’ αποφασίζει ο ίδιος για το θάνατό του. Η αποδοχή τέτοιου δικαιώματος επιβάλλεται, εξάλλου, από τη στιγμή που το κράτος ασφυκτικά έχει «αναλάβει» –για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους και πολιτικές επιλογές– τον άνθρωπο απ’ τη γέννηση έως τον θάνατο, την ταφή ή καύση του. Η εμπλοκή αυτή του κράτους καθιστά –de lege ferenda– επιτακτική την θέσπιση (ατομικού) δικαιώματος ελευθερίας στον θάνατο (αυστηρά σε προσωπικό επίπεδο).

Στο μεταξύ –προκειμένου να εμποδιστεί κάθε προσπάθεια αναγνώρισης ενός δικαιώματος ελευθερίας (επιλογής) στον θάνατο– έχει νοηματοδοτηθεί με εξαιρετικά έντονο μεταφυσικό και ηθικό-ιδεολογικό περιεχόμενο τόσο η υγεία όσο κι η ασθένεια, τομείς στους οποίους το κράτος έχει οριστικά και τελεσίδικα εμπλακεί ρυθμίζοντάς τους λεπτομερώς τόσο επί της αρχής όσο και σε κάθε επιμέρους πλευρά κι εκδοχή τους.

Δεν θα ήταν δυνατό να μπορέσω να προσεγγίσω βιωματικά τα θέματα αυτά εάν δεν αποφάσιζα να εκτεθώ δημοσίως αποκαλύπτοντας ότι επιθυμώ να αυτοκτονήσω, αν και δεν μπορούσα τουλάχιστον με ευκολία να (αυτο)χαρακτηριστώ δυστυχής, πράγμα που σχεδόν αυτομάτως συμπεραίνεται από τον κύκλο του αυτόχειρα. Θιασώτες της ευθανασίας και της βιοπολιτικής, παρεξηγώντας τα λεγόμενά μου, ξιφούλκησαν με κάθε τρόπο εκμεταλλευόμενοι μια ευκαιρία που αφειδώς και απροκλήτως τους είχε προσφερθεί, μολονότι την είχαν οικτρά παρερμηνεύσει. Αυτό που εγώ υποστηρίζω δεν είναι μόνο το προσωπικό δικαίωμα τερματισμού του ατομικού πόνου ή μιας ανίατης κι επώδυνης αρρώστιας, αναγκαστικής κατάκλισης, ή απομόνωσης. Διεκδικώ να μπορώ ελεύθερα να λάβω την απόφαση του Σωκράτη, όχι όμως για λόγους καθήκοντος και συμμόρφωσης στον νόμο, αλλά επειδή απλώς αυτό επιθυμώ. Όπως κανείς δικαιούται ένα θάνατο «γενναίο» ή «ενάρετο», έτσι θα πρέπει να δικαιούται κι ένα θάνατο «ωραίο» ή «ευτυχισμένο» ή κι «αστείο» ακόμη.

///

*

*