*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!
«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.
Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.
Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.
Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.
Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό.
Ας σκεφτούμε την ιστορική συγκυρία που περνάμε, την πολλαπλή κρίση που διέρχεται η χώρα, η Ευρώπη, ο κόσμος. Πόσα ίχνη της μπορεί κανείς να βρει στα ποιήματα που γράφονται σήμερα; Η απάντηση είναι: ελάχιστα. Κι εκείνα ακόμη τα ποιητικά γραπτά που αναφέρονται σ’ εκείνην, ήδη λόγω του τρόπου της εκφοράς τους, του εσωστρεφούς εκφραστικού ιδιώματος που χρησιμοποιούν, στην πραγματικότητα συνιστούν κάτι σαν αυτοσχόλιο του ποιητή τους ευκαιρίας δοθείσης, ως επί το πολύ περιαυτολογούν, πολύ σπανίως εκθέτουν, περιγράφουν, αγγίζουν κάτι το αυθυπόστατο, το υπαρκτό έξω από τις σκιές και τις σκιαμαχίες του λόγου.
Γενικά τα πολιτικά, τα δημόσια θέματα οι ποιητές σήμερα τα αποφεύγουν, κρατούν αποστάσεις. Κάποιοι μάλιστα, εμπνεόμενοι από τοποθετήσεις ανάλογες των συμβολιστών, δεν διστάζουν να υποστηρίξουν ενίοτε ότι ποίηση και πολιτική είναι πράγματα αντίθετα, αλληλοαποκλειόμενα. Και λαϊκίζοντας από την ανάποδη, αφήνουν να υπονοηθεί ότι η ποίηση είναι αγνή και αγαθή και άμωμη, σε αντίθετη με την πολιτική που είναι, εννοείται, δόλια και αμαρτωλή και βρώμικη. Απέναντι στα όσα φρικτά συντελούνται κάθε μέρα γύρω μας, ο ποιητής ως πολίτης δικαιούται μεν να αγανακτεί, ως ποιητής όμως καλό είναι να αποστρέφει το βλέμμα αν θέλει να κρατήσει την πολύτιμη αθωότητά του ακέραια. «Ποίηση και εξουσία είναι απ’ τη φύση τους ασύμβατες». «Ο ποιητής είναι εξ ορισμού αντιεξουσιαστής.» «Ποίηση και εξουσία αναιρούν η μια την άλλη.» Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει ή διαβάσει τέτοιας λογής αφορισμούς;
Προσθέτουν μάλιστα ότι η Τέχνη, η ποίηση δεν μπορεί να παρακολουθήσει τα επικαιρικά γεγονότα. Και κανείς ειλικρινά απορεί: μα πάνω σε βάθρο επικαιρικό δεν είναι υψωμένο όλο το έργο του Κάλβου; Υπάρχει ποιητής Διονύσιος Σολωμός χωρίς το γεγονός της Επανάστασης; Τα Σατιρικά γυμνάσματα του Παλαμά ή ο Επιτάφιος του Ρίτσου αντιδράσεις άμεσες σε επικαιρικά γεγονότα δεν υπήρξαν; Ο Ζολά, ο Ντίκενς και οι λοιποί μεγάλοι ρεαλιστές πεζογράφοι του 19ου αιώνα στις κοινωνικές συνθήκες του καιρού τους δεν απαντούν, την ένδεια και την εξαθλίωση των εργατικών στρωμάτων δεν εκθέτουν; Η ίδια η Θεία Κωμωδία δεν αποτελεί συν τοις άλλοις ένα πανόραμα των πολιτικών σχέσεων της περιόδου γύρω στα 1300;
Αυτή η αντίληψη, αν τη δει κανείς ιστορικά, αποτελεί μεγάλη ειρωνεία. Γιατί ακόμη και βιογραφικά η σχέση της ποίησης με την πολιτική ήταν ανά τους αιώνες εξαιρετικά στενή. O Αλκαίος ήταν πολιτικός. Ο Σόλων νομοθέτης. Ο Σοφοκλής εξελέγη στρατηγός. O Οράτιος δεν θα στρεφόταν καν στην ποίηση αν δεν έπεφτε σε πολιτική δυσμένεια μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Ο Δάντης, ο Μίλτων εκτός από ποιητές ανήκουν και στους σημαντικότερους πολιτικούς στοχαστές του καιρού τους. Ο Γκαίτε ήταν μυστικοσύμβουλος του ηγεμόνα της Βαϊμάρης και ο Λι Πο σύμβουλος του πρίγκιπα Γιονγκ. Ο Πετράρχης, ο Βοκκάκιος, ο Τσώσερ, ο Πωλ Κλωντέλ, ο Οκτάβιο Πας, ο Σαιν-Τζων Περς, ο Γιώργος Σεφέρης, η Γκαμπριέλα Μιστράλ, ο Τσέσλαβ Μίλος, ο Πάμπλο Νερούδα, όλοι τους υπηρέτησαν στο διπλωματικό σώμα. Οι Κινέζοι ηγήτορες από τις αρχαίες δυναστείες ώς τον πρόεδρο Μάο συνέθεταν ποιήματα. Ο Λεοπόλντ Σενγκόρ έκανε είκοσι χρόνια Πρόεδρος της Σενεγάλης. Ο Μάικλ Χίγκινς έγιναν Πρόεδρος του Έιρε. Εδώ σε μας ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, άξιοι λόγου μεταξύ άλλων και ως ποιητές, έφτασαν ώς τα κορυφαία αξιώματα του κράτους.
Αποπαίδι του «καθαρού» 19ου αιώνα, η διάκριση που επιμένει να αντιδιαστέλλει τον ποιητή και τον πολιτικό αναμεταξύ τους, και ν’ απονέμει στον πρώτο τα εύσημα της ηθικής ενώ στον δεύτερο τα επίχειρα της δολιότητας είναι ιστορικά μια ανοησία. Από πολλές πλευρές πολιτική και ποιητική σκέψη αναγκαία συμβαδίζουν. Και οι δυο απευθύνονται στον Δήμο στην ολότητά του, αλλά και σε κάθε άτομο ξεχωριστά. Και οι δυο έχουν οργανό τους βασικό την τέχνη της πειθούς, είτε διαμέσου των ιδεών που προτάσσουν είτε διαμέσου των παθών που ανακινούν. Και οι δυο βάζουν σημάδι τους προσανατολιστικό όχι τη θεωρία, αλλά την πράξη. «Du mußt dein Leben ändern»: ο μεγάλος στίχος του Ρίλκε είναι ήδη μόνος του πολιτικό μανιφέστο. Ως δήλωση αυτογνωσίας, θα μπορούσε να κοσμεί την είσοδο των κοινοβουλίων, των κυβερνητικών και των κομματικών μεγάρων όπου γης: «Ζωή ν’ αλλάξεις πρέπει».
Ενάντια στις αντιλήψεις του μημουαπτισμού και της κλινικής αποστείρωσης από τη μιαρή πραγματικότητα, η ενασχόληση ενός ποιητή με την πολιτική, ακόμη και με τις σκοτεινές, τις φρικτές της πλευρές, δεν είναι κατάρα γι’ αυτόν, είναι ευλογία. Δεν τον φθείρει, αντιθέτως τον ωφελεί. Αλλά ούτε και συνιστά γι’ αυτόν υποχρέωση που κάποιος πολιτικός ή κομματικός παιδονόμος τού επιβάλλει. Είναι ένας πλούτος βιωματικός που με δική του και μόνο απόφαση μπορεί να εκμεταλλευθεί. Είναι πλούτος πρώτα απ’ όλα επειδή ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ον πολυποίκιλο και αντιφατικό. Τα συλλογικά όνειρα του δήμου δεν διαφέρουν στο βάθος τους από τον δήμο των ονείρων του καθενός από μας ξεχωριστά. Είναι δυο κόσμοι ομόθυμοι, φτιαγμένοι εξίσου από υπολογισμούς και αυταπάτες, από ιδεώδη βαθιά κι από σύγκορμα ρίγη. Έτσι που μιλώντας για το δημόσιο, να μιλάς εντέλει και για το ιδιωτικό. Και αυτοσπλαχνοσκοπούμενος να έρχεσαι ενώπιος ενωπίω με την Ιστορία.
*
*
*
