Σειρές | Abya Yala (από την Έλενα Σταγκουράκη)

Σειρά κειμένων (δοκιμίων, συνεντεύξεων και μεταφράσων) γύρω από την ιστορία και τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής.

Το διήγημα στην Κούβα τον Εικοστό Αιώνα

Αβάνα, 30 Ιουνίου 1961. Ο Φιντέλ Κάστρο εκφωνεί τον «Λόγο προς τους διανοουμένους».
///

Αφιέρωμα στην κουβανική διηγηματογραφία
Εκλογή-Μετάφραση Έλενα Σταγκουράκη
[ 1 / 4 ]

του JORGE FORNET

~.~

Ακμάζουσα στα τέλη του 19ου αιώνα, η λογοτεχνία στην Κούβα διάβηκε το κατώφλι του 20ού αιώνα ορφανή. Οι πρόωροι θάνατοι του Χοσέ Μαρτί, του Χουλιάν ντε Κασάλ και ορισμένων από τους αξιολογότερους επιγόνους τους, σε συνδυασμό με τη δραματική πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα, έβαλαν φρένο στη δημιουργική ορμή που κυριαρχούσε ώς και λίγα χρόνια νωρίτερα. Με την απώλειά τους, ο μοντερνισμός στην Κούβα, ο οποίος είχε κάνει ήδη τα πρώτα αξιόλογα βήματα, δεν βρήκε επάξιους συνεχιστές. Από την άλλη πλευρά, το 1898 τερματίστηκε ο πόλεμος, τον οποίο είχε υποκινήσει ο ίδιος ο Μαρτί το 1895, και μαζί με αυτόν έληξε και η Επανάσταση υπέρ της Ανεξαρτησίας που είχε ξεκινήσει τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Η παρέμβαση των ΗΠΑ σε εκείνον τον πόλεμο έθεσε τέρμα στην ισπανική κυριαρχία, άνοιξε όμως και τον δρόμο στη μεγάλη βορειοαμερικανική ιμπεριαλιστική δύναμη που έμελλε να κηδεμονεύσει στο νησί τον επόμενο αιώνα. Για την ακρίβεια, ήδη από το 1914 οι ΗΠΑ είχαν κιόλας πατήσει το πόδι τους στην Κούβα: ήταν αναμεμειγμένες στην έκρηξη του θαρραλέου Μέιν στο λιμάνι της Αβάνας, στην προέλαση των rangers του Τέντυ Ρούσβελτ στο ύψωμα του Σαν Χουάν, στη βύθιση του υποτυπώδους στόλου του ναυάρχου Σερβέρα στον κόλπο του Σαντιάγο, στις εικόνες της πρώτης πολεμικής αναμέτρησης που αποτυπώθηκε ποτέ σε σελλιλόιντ, στις πάντοτε πρόθυμες σελίδες του κίτρινου τύπου του Γουίλιαμ Ράντολφ Χηρστ. Ο 20ός αιώνας δεν έμοιαζε να ξεκινά με καλούς οιωνούς για τους Κουβανούς.

Η βορειοαμερικανική παρέμβαση, την οποία είχαν καλωσορίσει σε μεγάλο βαθμό οι αγωνιστές της Ανεξαρτησίας ώστε να επιταχύνουν το τέλος του πολέμου, απέκτησε νομική υπόσταση με τη Συνθήκη των Παρισίων, όπου –ερήμην της Κούβας– αποφασίστηκε πως από 1ης Ιανουαρίου 1899 θα έληγε η ισπανική κυριαρχία και θα ξεκινούσε επίσημα η βορειοαμερικανική κατοχή. Το κατ’ εξοχήν σύμβολό της, η σημαία με τις λωρίδες και τα αστέρια, μετέβαλε το μέχρι πρότινος Μέγαρο των Στρατηγών και των Πλοιάρχων σε βάση πολιτικής ισχύος και διοικητικό κέντρο της νήσου. Ωστόσο, σε αντίθεση με το Πουέρτο Ρίκο και τις Φιλιππίνες, η Κούβα δεν στάθηκε δυνατό να μετατραπεί σε επίσημη αποικία των ΗΠΑ. Έτσι, στις 20 Μαίου 1902 κηρύχθηκε μετά βαΐων και κλάδων η Ανεξαρτησία της χώρας, υπό τον εξευτελιστικό όρο μιας συνταγματικής ρήτρας γνωστής ως «Τροπολογία Πλατ», η οποία παραχωρούσε στις ΗΠΑ δικαίωμα επέμβασης στην Κούβα όπως και όποτε το έκριναν σκόπιμο, καθώς και λειτουργίας ναυτικών βάσεων κι ανθρακωρυχείων.

Ένα κείμενο του ιστοριογράφου Λουίς Πέρες, εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του Τζων Σέηλς Τα σκουλήκια κι αναφερόμενο σε αυτήν την εποχή, παρουσιάζει τον Λιμπόριο –κάτι σαν προσωποποίηση του κουβανικού λαού– πεινασμένο κι εξαθλιωμένο. Τότε, του παρουσιάζεται ο Θεός κι εκείνος τον ρωτά γιατί η ζωή εξακολουθεί να είναι τόσο δύσκολη. Ο Θεός του εξηγεί ότι τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν μπορεί να είναι τέλειο, διαφορετικά κανείς δεν θα ήθελε να πάει στον Παράδεισο. Τότε ο Λιμπόριο τον ρωτά με μιαν ύστατη ελπίδα: «Όμως η ελευθερία δεν έχει ψεγάδι. Η ελευθερία είναι όντως τέλεια, έτσι δεν είναι;» Κι ο Θεός του απαντά χαμογελώντας: «Μα γι’ αυτό έπλασα τους Γιάνκηδες!».

Η απογοήτευση από αυτήν την τάξη πραγμάτων συνιστά και το κύριο θέμα των κουβανικών διηγημάτων κατά τις αρχές του 20ού αιώνα. Αν και οι ανθολογίες και οι ιστορίες της λογοτεχνίας τείνουν να υποδεικνύουν τον Χεσούς Καστεγιάνος ως τον πρώτο Κουβανό μοντερνιστή διηγηματογράφο, ο αιώνας στην πραγματικότητα εγκαινιάζεται με τον τελευταίο πεζογράφο του 19ου αιώνα, τον Εστέμπαν Μπορρέρο Ετσεβερρία. Σε αυτόν οφείλουμε, επιπλέον, το πρώτο βιβλίο διηγημάτων που εξέδωσε ποτέ Κουβανός συγγραφέας, με τίτλο Ανάγνωσμα του Πάσχα[1]. Παρά το ύφος του –τυπικό του 19ου αιώνα–, το διήγημα «Το μαγεμένο ελάφι»[2] εγκαινιάζει ένα νέο πνεύμα στην εθνική λογοτεχνία, θεματοποιώντας αυτήν ακριβώς την αίσθηση αδυναμίας μιας γενιάς που είδε να εξαϋλώνονται τα όνειρά της για ανεξαρτησία. Εκεί εδράζεται –περισσότερο απ’ ό,τι σε στοιχεία μορφολογικά– ο πρωτοποριακός χαρακτήρας τού κειμένου του Μπορρέρο, ο οποίος άνοιξε τον αιώνα με την ίδια αίσθηση δυσθυμίας με την οποία –αν και υπό όρους διαφορετικούς– θα έκλεινε εννιά δεκαετίες αργότερα.

Χρειάστηκε να περιμένει κανείς ώς το 1913, έτος έκδοσης του περιοδικού Σύγχρονη Κούβα, της ποιητικής συλλογής Νοητικά αραβουργήματα του Ρεχίνο Μπότι[3] και της ποίησης του Χοσέ Μαρτί, προκειμένου να συσχετιστεί αυτή η πρώτη γενιά του ανεξάρτητου κράτους με τον ύστερο κουβανικό μεταμοντερνισμό. Στο ενδιάμεσο, είχε εμφανιστεί το έργο του Χεσούς Καστεγιάνος, μεταξύ των αρετών του οποίου συγκαταλέγεται και το ότι έδωσε νέα διάσταση σε ένα θέμα παρόμοιο με εκείνο που έθιγε ο Μπορρέρο. «Η αγωνία του Ερωδιού»[4], διήγημα του 1908, μετατρέπει την απογοήτευση, την εξαθλίωση και τον αποπροσανατολισμό που θεματοποιούσε αλληγορικά ο πρόδρομός του, σε μεταφορά. Πέρα από την αφήγηση του περιστατικού αυτού καθαυτού, το διήγημα αποκαλύπτει κι εξερευνά καινοτόμες οδούς για τη μεταγενέστερη λογοτεχνία. Με τον Καστεγιάνος ξεκινά μια ολόκληρη σειρά αφηγήσεων που έκτοτε, και ώς τα διηγήματα του 1990 με τους ψαράδες και τους βαρκάρηδες, αλλά και τα “κουβανικά” έργα του Χεμινγουέυ, μετέτρεψαν τη θάλασσα σε έναν ακόμη χαρακτήρα της μυθοπλασίας. Το διήγημα του Καστεγιάνος εντάσσεται σε μία νέα γραμμή που θα γνώριζε μεγάλη απήχηση στην εθνική λογοτεχνία: το διήγημα κοινωνικού χαρακτήρα. Κατ’ επέκταση, τα δύο αυτά διηγήματα, «Το μαγεμένο ελάφι» και «Η αγωνία του Ερωδιού», συνιστούν κείμενα πρωτοποριακά που καθόρισαν τις δύο κύριες πορείες που ακολούθησε το διήγημα στην Κούβα για δεκαετίες: το φανταστικό διήγημα, εγκαινιασμένο με το πρώτο, και το κοινωνικό διήγημα, με το δεύτερο. (περισσότερα…)

«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [3/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Εισαγωγή και Πρώτο Μέρος
του αφιερώματος εδώ

Δεύτερο Μέρος εδώ

~.~

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

Βιογραφία

Θυμάμαι τους ενήλικες
να μιλούν για την κλίση μου στη λογοτεχνία
όπως μιλά κανείς για κάποιον
με συνήθειες επιβλαβείς,
την τάση προς εγκληματικότητα, φέρ’ ειπείν,
ή τον εθισμό στα ναρκωτικά.

Δεν είχαν κι άδικο.

///

Ποιητές

Εμείς οι ποιητές δεν είμαστε αξιόπιστοι για κανέναν.
Δεν είμαστε αξιόπιστοι για τους εκδότες
αφού προτιμούν να εκδίδουν μυθιστορήματα,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τις τράπεζες
αφού δεν έχουμε σταθερό εισόδημα,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τις εφημερίδες
αφού προτιμούν να γράφουν για πολέμους και ληστείες,
δεν είμαστε αξιόπιστοι για τους σπιτονοικοκύρηδες
αφού καθυστερούμε το νοίκι.
Δεν είμαστε αξιόπιστοι
ούτε καν για τους αναγνώστες
αφού προτιμούν να ξοδεύουν τα χρήματά τους
για αράδες ολόκληρες
και όχι στη μέση κομμένες.

/// (περισσότερα…)

«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [2/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Εισαγωγή και Πρώτο Μέρος
του αφιερώματος εδώ

~.~

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Παρίσι 1974

Ο άντρας στεκόταν θλιμμένος
καταμεσής της Σαιν Ζερμαίν
αναποφάσιστος
ποια κατεύθυνση να πάρει.
Τούτοι οι δρόμοι είναι αλλιώτικοι απ’ τους δικούς μου,
σκεφτόταν,
τούτες οι λέξεις είναι αλλιώτικες απ’ τις δικές μου,
σκεφτόταν.
Εδώ που έφτασα,
αν το ήξερε ο παππούς μου,
αν μπορούσε να με δει,
να στέκομαι στη Σαιν Ζερμαίν ντε Πρε
χωρίς να ξέρω γρι γαλλικά,
χαμένο μες στα τρένα
τους σταθμούς και τα μετρό,
αν ο παππούς μου το γνώριζε
–είμαι ο πρώτος στο σόι που πάτησε Παρίσι–
θα το έλεγε στους φίλους του
και θα μ’ έκανε διάσημο,
σκεφτόταν,
στις πέντε του Νοέμβρη
του χίλια εννιακόσια εβδομήντα τέσσερα,
στεκoύμενος στη Σαιν Ζερμαίν
πεθαίνοντας της πείνας μες στο κρύο
χωρίς να ξέρει γρι γαλλικά.

(περισσότερα…)

«Με το καράβι της εξορίας»: Αφιέρωμα στην Cristina Peri Rossi [1/3]

*

Εισαγωγή – Επιλογή – Μετάφραση
ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

Η Κριστίνα Πέρι Ρόσσι είναι μία από τις κορυφαίες λογοτέχνιδες της Λατινικής Αμερικής και του ισπανόφωνου κόσμου γενικότερα. Γεννήθηκε στις 12 Νοεμβρίου 1941 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης και ήδη από το 1963 κατείχε την έδρα Συγκριτικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μοντεβιδέο. Εξαιτίας του δικτατορικού καθεστώτος καθώς και των απόψεων και της δράσης της εναντίον του, αναγκάστηκε να εξοριστεί το 1972 και να καταφύγει στην Ισπανία. Συνεχίζοντας εκεί τη δράση της, ενόχλησε το δικτατορικό καθεστώς του Φράνκο, λόγος για τον οποίο εξορίστηκε (η ίδια ονομάζει αυτήν την περίοδο ‘δεύτερη εξορία’) στο Παρίσι. Εκεί γνώρισε –ομοϊδεάτες και μη– ομοτέχνους της, μεταξύ των οποίων και ο Χούλιο Κορτάσαρ που την ερωτεύτηκε απεγνωσμένα και με τον οποίο διατήρησε βαθιά φιλία ώς το τέλος της ζωής του. Στην Ισπανία επέστρεψε το 1974, αποκτώντας την ισπανική υπηκοότητα κι επιλέγοντας ως τόπο εγκατάστασής της τη Βαρκελώνη, όπου ζει κι εργάζεται έως σήμερα.

Το πολύπλευρο κι εντυπωσιακά ογκώδες έργο τής Πέρι Ρόσσι περιλαμβάνει οχτώ μυθιστορήματα, τέσσερα βιβλία δοκιμίων, δεκαπέντε βιβλία διηγημάτων, ενώ τα ποιητικά της άπαντα καλύπτουν χίλιες σελίδες. Η Ρόσσι εργάστηκε επιπλέον ως δημοσιογράφος και μεταφράστρια και απέσπασε πολυάριθμα βραβεία διεθνώς, μεταξύ των οποίων το σημαντικότερο λογοτεχνικό βραβείο της Ουρουγουάης, ήδη το 1969, με το πρώτο μυθιστόρημά της, και βέβαια το σπουδαιότερο λογοτεχνικό βραβείο του ισπανόφωνου κόσμου, το Βραβείο Θερβάντες, το 2021 για το σύνολο του έργου και της προσφοράς της.

Έχοντας έρθει σε επαφή με την ίδια την ποιήτρια, η Έλενα Σταγκουράκη παρουσιάζει σε ένα τρίπτυχο αφιέρωμα στο Νέο Πλανόδιον ένα μικρό απάνθισμα των ποιημάτων της, τα οποία η μεταφράστρια χώρισε σε δύο αναρτήσεις  που κάθε μία περιλαμβάνει από δύο θεματικές κατηγορίες: Εξορία/Διασπορά – Έρωτας και Ποιητική – Χρόνος. Των ποιημάτων προτάσσεται με την παρούσα ανάρτηση ένα εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενο της ίδιας της Πέρι Ρόσσι, που περιλαμβάνεται στην έκδοση των ποιητικών της Απάντων. Ήδη το πρώτο ποιητικό βιβλίο της το 1971 με τίτλο Ευοί υπήρξε πρωτοπόρο κι επαναστατικό, χαρίζοντάς της μαζί με τη Διασπορά του 1976 –καθώς και όλες τις συλλογές που μεσολάβησαν κι ακολούθησαν έκτοτε– όχι απλώς αναγνώριση, αλλά εξαιρετικά ένθερμους αναγνώστες και ιδιαίτερα ενθουσιώδες κοινό.

(περισσότερα…)

Are you ready, Havanna?

*

του JORGE FORNET GIL

«Are you ready, Havanna?» Με αυτήν τη ρητορική ερώτηση προς το τέλος της συναυλίας του στην πρωτεύουσα της Κούβας, ο Μικ Τζάγκερ άφηνε να εννοηθεί ότι το καλύτερο μέρος τώρα κατέφθανε, ετοιμαστείτε, κυρίες και κύριοι, για να ακούσετε το πιο διάσημο τραγούδι στην ιστορία της ροκ. Και όντως, ήρκεσαν τα πρώτα κιόλας ακόρντα του “Satisfaction” για να αντηχήσουν οι αλαλαγμοί του μισού εκατομμυρίου θεατών. Ναι, η Αβάνα ήταν έτοιμη για την κορύφωση της απρόσμενης συνάντησής της με τους Ρόλιγκ Στόουνς. Εξίσου έτοιμη ήταν και για την επίσκεψη, μόλις λίγες μέρες νωρίτερα, του πρώτου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών εδώ και έξι δεκαετίες, διατεθειμένου να καπνίσει από κοινού με την κυβέρνηση της νήσου την πίπα της ειρήνης. Τα πράγματα άλλαζαν, δε χωρούσε αμφιβολία. Ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς παρόμοια σκηνικά, ακόμη και δύο ή τρία χρόνια νωρίτερα. Για την ακρίβεια, ήταν αδύνατον πριν την 17η Δεκεμβρίου 2014, οπότε οι πρόεδροι Ραούλ Κάστρο και Μπαράκ Ομπάμα ανακοίνωναν την πρόθεσή τους να αποκαταστήσουν τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των χωρών τους. Εκ των υστέρων, η παράδοση εξουσιών εκ μέρους του απερχόμενου Προέδρου, Φιντέλ Κάστρο, στις 31 Ιουλίου 2006 και η εν συνεχεία πλήρης παραίτησή του από το αξίωμα κάποιους μήνες αργότερα μπορούν να ιδωθούν ως σημείο καμπής, όχι μόνο με όρους συμβολικούς, αλλά και γιατί ο διάδοχός του επιτάχυνε αλλαγές που ήδη είχαν ξεκινήσει ή εισήγαγε άλλες που σταδιακά θα άλλαζαν την κοινωνία της Κούβας, θέτοντας τις βάσεις για περαιτέρω αλλαγές –βαθύτερες ακόμη– που θα έποντο. Και όμως, όπως γνωρίζουμε, οι πιο δραστικές αλλαγές είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και μάλιστα είχαν προαναγγελθεί στο χώρο της λογοτεχνίας, πριν ακόμη γίνουν ορατές ιστορικά και πολιτικά. Η Μαργαρίτα Ματέο θυμάται με ακρίβεια την 29η Μαίου 1989, οπότε εμφανίστηκε στην Επαναστατική Νεολαία[1] μία κριτική με τίτλο «Πένες με στόχο την ανανέωση. Μία συνάντηση που αποδεικνύει την ύπαρξη μιας υγιούς νεαρής πεζογραφίας στην Κούβα», αναφορικά με την πρόσφατη Εθνική Συνέλευση Νέων Πεζογράφων[2] που είχε πραγματοποιηθεί στην πόλη Κάρντενας. Παρόλο που το Τείχος του Βερολίνου στεκόταν τότε ακόμη όρθιο και δε διαφαινόταν η Πτώση του, η νέα γενιά συγγραφέων που αναδυόταν –αυτοί οι Νέοι, χαρακτηρισμός πρόχειρος που συνοδεύτηκε ωστόσο από ιδιαίτερη τύχη– έμοιαζε να φέρνει νέες προτάσεις. Με την Πτώση, ο ανανεωτικός της χαρακτήρας απλώς ριζοσπαστικοποιήθηκε.

Αρκετές φορές έχω επιχειρήσει να εννοήσω τη λογοτεχνία της Κούβας εντός του πλαισίου της Λατινικής Αμερικής. Το πρόβλημα ωστόσο –πρόβλημα δικό μου– παραμένει και δεν είναι άλλο, από τη δυσκολία συσχετισμού των Κουβανών συγγραφέων με τους υπόλοιπους στο ευρύτερο περιβάλλον τους. Το ξέρω, ιδανικά οι εν λόγω συγγραφείς θα χάνονταν μέσα στο σύνολο και θα συμφύρονταν με τους υπόλοιπους συναδέρφους τους, ωστόσο είναι δύσκολο να υπερνικηθεί η αντίσταση απέναντι σε μια τέτοιου είδους απαλοιφή. Η ιδέα περί λογοτεχνικής ιδιαιτερότητας της νήσου επιδρά τόσο στην πραγματικότητα, όσο και στην υποκειμενικότητα. Σε μεγάλο βαθμό, οι συγγραφείς της Κούβας διαφοροποιούνται μόνο και μόνο επειδή εμείς έτσι τους διαβάζουμε. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Ε’)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Τα τραγούδια (β’)

Τα τραγούδια των Ολίγιστων γεννήθηκαν από την ίδια συγκυρία που έδωσε στον νέο αυτό μουσικό σχηματισμό την ονομασία του και την οποία περιγράψαμε εκτενώς στα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος. Αποκλειστικό θέμα τους είναι η κατάδειξη της καταπίεσης από το καθεστώς Ορτέγα, η κάλυψη των γεγονότων της κοινωνικής εξέγερσης του 2018 και η καυτηρίαση των κακώς κειμένων, με απώτερο στόχο την παραίτηση του δικτάτορα και τον εκδημοκρατισμό της Νικαράγουας. Πρόκειται για τέχνη πολιτική, αφού η μουσική επιστρατεύεται δημιουργικά ως μέσο πολιτικής και ευρύτερα κοινωνικής διαμαρτυρίας που επιτρέπει τη συμμετοχή και την άρθρωση πολιτική (αντι)λόγου.

Το υπέροχο: Ενώ θα περίμενε κανείς έναν χαρακτήρα άκρως καταγγελτικό, πράγμα που ισχύει βέβαια για τους στίχους τους, τα τραγούδια αυτά αποπνέουν αισιοδοξία, ευδιαθεσία, σχεδόν ευεξία. Ο λόγος απλός, απτός και συγκεκριμένος: αντλούν από τη μακρά και πλούσια μουσική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, με ρυθμούς παραδοσιακούς όπως η κούμπια, η σάλσα και το μερέγκε, αλλά και με παραδοσιακά μουσικά όργανα όπως η μαρίμπα και άλλα κρουστά. Οι Ολίγιστοι δε μένουν όμως εκεί, αλλά ανανεώνουν τη μουσική τους, μπολιάζοντάς την με σύγχρονα διεθνή μουσικά ρεύματα και τάσεις, όπως το σκα και η χιπ χοπ. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εκεί αποστασιοποιούνται από την πολιτική μουσική, τη “μουσική διαμαρτυρίας” των δεκαετιών του 1970 και 1980, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό που δήλωσε στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Φάμπιο Μπουιτράγο, μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες των Ολίγιστων: στη «γενιά των νέων δρόμων». Δρόμων όχι μόνο πολιτικών και κοινωνικών, αλλά και μουσικών και ευρύτερα πολιτιστικών. Μια εξέγερση πολύπλευρη και πολυεπίπεδη.

Καλή απόλαυση!

*ΣτΜ: Η διασκευή στα ελληνικά υπαγορεύτηκε από τη μουσική, το περιεχόμενο και τα επιμέρους μορφολογικά χαρακτηριστικά των στίχων των πρωτότυπων τραγουδιών και τα σεβάστηκε στο μέγιστο βαθμό.

Έλενα Σταγκουράκη

 

4. ΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΑ

Στου μήνα Απρίλη τις δεκαεννιά
Μπαίνει κατάληψη στη σχολή
Με τους συντρόφους μου της γενιάς
Μαχόμαστε την καταστολή
Σαν μας την πέφτει η Αστυνομία
Στο οδόφραγμα τρέχω να κρυφτώ
Κι εκεί τη βλέπω σαν οπτασία
Να τα ’χει τρία όπως και εγώ

Πώς την πάτησα
Την αγάπησα
Αυτή τη νέα όλο θάρρος
Με τόλμη, πάθος
Που εδώ συνάντησα

Πώς την πάτησα
Την αγάπησα
Πως θα την ερωτευόμουν
δεν φανταζόμουν
Μια τέτοια αντάρτισσα

Πάνω σηκώνεται αγριεμένη
Να δει πού βρίσκεται ο εχθρός
Κι απ’ το σακίδιο τραβά κρυμμένη
Μια πέτρα-βράχο, α τον φτωχό!
Κάνει ένα βήμα να πάρει φόρα
Τυφώνας γίνεται τρομερός
Κι αφού τους έριχνε εκεί για ώρα
Στα πόδια το ’βαλε και ο στρατός

[Ρεφραίν]

Θα τα τινάξει η καρδιά μου, πάει,
Θα με ξεκάνει αυτή η κοπελιά
Θέση θα πάρω σ’ εκείνην πλάι
Δεν θα περάσουνε τα θεριά
Της Νικαράγουας εμείς τα τέκνα
Γυναίκες-άντρες ίδια φτιαξιά
Κι εκείνη με την πατρίδα ένα
Παλεύει για όλων τη λευτεριά

[Ρεφραίν]

 

5. ΗΤΑΝ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

                              Στη μνήμη των ηρώων που έπεσαν τον Απρίλη και Μάιο του 2018
αγωνιζόμενοι για μια ελεύθερη Νικαράγουα

Έτσι, γουστάρω να παίζω
Τύμπανο στις διαδηλώσεις
Ξένες πολλές να μαθαίνω
Γλώσσες και ας είναι με δόσεις
Είπα, κι εγώ θα συμβάλλω
Στου Έθνους το μέγα στόχο
Έτσι με μάθαν και ‘τράβα
γιε μου απ’ το Τιπιτάπα’

Πάλευα για την πατρίδα
Και τα δικά μας τα δίκια
Έφτανε αυτό για τη σφαίρα
Στο στήθος στην καρδιά ίσια
Να μας φιμώσουνε θέλουν
Όσους εδώ καταγγέλλουν
Δεν με τρομάζουν, παρών!
Λέγομαι Ρίτσαρντ Παβόν.

Έκλεισα τα δεκαπέντε
Γρήγορα τρέχω τενιέντε
Σφαίρες να πέφτουν ηχούνε
Τρέξ’ τε πριν πρώτες μας βρούνε
Ο φίλος έχει διψάσει
Φέρνω νερό να χορτάσει
Για μια ελεύθερη χώρα
Πάμε μαζί μες στην μπόρα

Έφτασε όμως η σφαίρα
Στην καρωτίδα και τέρμα
Με σήκωσαν απ’ το χώμα
Είπαν πως είμαι σε κόμμα
Και πως θα είχα επιζήσει
Γιατρών αν είχα την κρίση.
Δε θα με ρίξουν στον κάδο
Ο Άλβαρο είμαι Κονράδο.

Ήταν φοιτητούδια
Όχι εγκληματίες
Η μάχη τους δική μου
Ποτέ μου δεν ξεχνώ

Ήταν φοιτητούδια
Όχι εγκληματίες
Ποτέ δεν θα ξεχάσω
Ζήτω οι φοιτητές!

Όνειρο το ’χω μεγάλο
Πανεπιστήμιο να βγάλω
Ένας μονάχα μου μένει
Χρόνος και σύντομα βγαίνει
Έφτασα το βράδυ εκείνο
Από την πόλη Σαντίνο
Να προστεθώ στα αδέρφια
Στις διαδηλώσεις, στα μέτρα

Πιάνω κρατώ τη σημαία
Καύχημα το ’χω, στο αίμα.
Θάρρος, κουράγιο μου δίνει
Όπως σε όλους στη δίνη.
Κλέβει μεμιάς τη φωνή μου
Βόλι των ΜΑΤ και του δήμιου
Μη με ξεχνάς με τους μήνες
Λέγομαι Μάρλον Μαρτίνες.

Νόμους μελέτησα πόσους
Δίκαια να κρίνω με όλους
Να ’χω το βλέμμα καθάριο
Δημοκρατία αντί σάλιο
Θέλω να γράφω τραγούδια
Σάλσα, μερέγκε ή κούμπια
Το μαραγκό βοηθούσα
Για χαρτζιλίκι, μοχθούσα

Στην Εστελί καταλήψεις
Έδερνε η αστυνομία
Αύξαιναν και οι συλλήψεις
Όλο εμείς τόλμη, θηρία.
Άλλη μια σφαίρα και βρίσκει
Του κεφαλιού μου τα αγγεία.
Ό,τι κι αν πουν στις ειδήσεις
Λέγομαι Φράνκο Βαλδίβια.

[ρεφραίν]

 

6. ΧΟΥΑΝΑ

                          Στη μνήμη της Χουάνας Αγκιλάρ

Να σπουδάσω δεν μπόρεσα εγώ
Και από παιδί πήγα να εργαστώ
Τώρα έχω να θρέψω δικό μου γιο
Κι ένα σωρό χρέη, πώς τα εξοφλώ;

Πλήθος συνεντεύξεις είχα, αλλά
Πώς να πείσω τόσα αφεντικά
Τα ζητούμενά τους ήταν πολλά
Κι είχα μείνει πάλι χωρίς δουλειά

Έφτασα στο τμήμα έτσι λοιπόν
Της αστυνομίας, πώς να το πω,
Μού ’δωσαν δουλειά για νά ’χω να ζω
Και πολύς ο φόβος ν’ απολυθώ

Πρέπει να πληρώσω και τις σπουδές
Στη σχολή του γιου μου, είναι ακριβές,
Στέγη, ρούχα, ανάγκες τόσες πολλές
Δίχως μιαν ανάσα και διακοπές

Άνθρωποι είμαστε όλοι
Θέλουμε όλοι
Τη λευτεριά
Αδέρφια είμαστε όλοι
Ποθούμε όλοι
Μια ζωή, απλά!

Μέσα του Απρίλη και οι φοιτητές
Βγαίνουνε στους δρόμους και στις αυλές
Βία και μαρτύρια στις φυλακές
Άθλιες οι εικόνες και οι στιγμές

Η δική μου γνώμη πια δε μετρά
Πρέπει η δουλειά μου να μπει μπροστά
Σκέφτομαι το γιο μου, τα δανεικά
Μοιάζει με μονόδρομο η συμφορά

Έρχεται από ‘πάνω’ η εντολή
Μας τοποθετούν μπροστά στη σχολή
Κρότοι, σκάγια, εκρήξεις εδώ κι εκεί
Η καρδιά πονάει, πού να κρυφτεί;

Τόση ωμή βία, μα το Θεό
Πώς από τα πριν να το φανταστώ
Πως αθέλητα θα πυροβολώ
Επειδή το ζήτησε ο αρχηγός

[Ρεφραίν]

Μας περικυκλώσαν και πουθενά
Διέξοδο δε βρίσκω μες στα στενά
Πιάνω τρέχω ψάχνοντας για κενά
Κι ένα ρίγος άγριο με διαπερνά

(πυροβολισμός)

Ας το συγχωρήσει ο γιος μου αυτό
Που λόγω δουλειάς πια δεν θα τον δω
Για εκείνον τά ’δωσα όλα εγώ
Να τον δω χαρούμενο και ικανό

Μία Νικαράγουα ειρηνική
Λαχτάρησα και δεν τό ’χω για ντροπή.
Όλοι σαν αδέρφια να ζούμε. Ευχή:
Στα χείλη μας το γέλιο να ξαναρθεί.

[Ρεφραίν]

Διασκευή: Έλενα Σταγκουράκη

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Δ΄)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 Τα τραγούδια (α’)

Τα τραγούδια των Ολίγιστων γεννήθηκαν από την ίδια συγκυρία που έδωσε στον νέο αυτό μουσικό σχηματισμό την ονομασία του και την οποία περιγράψαμε εκτενώς στα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος. Αποκλειστικό θέμα τους είναι η κατάδειξη της καταπίεσης από το καθεστώς Ορτέγα, η κάλυψη των γεγονότων της κοινωνικής εξέγερσης του 2018 και η καυτηρίαση των κακώς κειμένων, με απώτερο στόχο την παραίτηση του δικτάτορα και τον εκδημοκρατισμό της Νικαράγουας. Πρόκειται για τέχνη πολιτική, αφού η μουσική επιστρατεύεται δημιουργικά ως μέσο πολιτικής και ευρύτερα κοινωνικής διαμαρτυρίας που επιτρέπει τη συμμετοχή και την άρθρωση πολιτική (αντι)λόγου.

Το υπέροχο: Ενώ θα περίμενε κανείς έναν χαρακτήρα άκρως καταγγελτικό, πράγμα που ισχύει βέβαια για τους στίχους τους, τα τραγούδια αυτά αποπνέουν αισιοδοξία, ευδιαθεσία, σχεδόν ευεξία. Ο λόγος απλός, απτός και συγκεκριμένος: αντλούν από τη μακρά και πλούσια μουσική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, με ρυθμούς παραδοσιακούς όπως η κούμπια, η σάλσα και το μερέγκε, αλλά και με παραδοσιακά μουσικά όργανα όπως η μαρίμπα και άλλα κρουστά. Οι Ολίγιστοι δε μένουν όμως εκεί, αλλά ανανεώνουν τη μουσική τους, μπολιάζοντάς την με σύγχρονα διεθνή μουσικά ρεύματα και τάσεις, όπως το σκα και η χιπ χοπ. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εκεί αποστασιοποιούνται από την πολιτική μουσική, τη “μουσική διαμαρτυρίας” των δεκαετιών του 1970 και 1980, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό που δήλωσε στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Φάμπιο Μπουιτράγο, μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες των Ολίγιστων: στη «γενιά των νέων δρόμων». Δρόμων όχι μόνο πολιτικών και κοινωνικών, αλλά και μουσικών και ευρύτερα πολιτιστικών. Μια εξέγερση πολύπλευρη και πολυεπίπεδη. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Γ΄)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 

«Αντίσταση θα πει να αντέχεις»:

Μια συνέντευξη με τους Κάρλος Μεχία και Φάμπιο Μπουιτράγο

της μουσικής κοινοπραξίας Οι Oλίγιστοι[1]

1. Ε.Σ.: Πώς θα περιγράφατε την παρούσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη Νικαράγουα; Με τι έρχεται αντιμέτωπος ο λαός της;

Κ.Μ.: Ο λαός της Νικαράγουας βρίσκεται στο έλεος μιας απόλυτης ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ που καταφέρνει να παραμένει στην εξουσία ελέγχοντας πλήρως την αστυνομία και το στρατό της Νικαράγουας, όπως και παραστρατιωτικές ομάδες με βαρύ οπλισμό. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός προσαρμόζεται προκειμένου να επιβιώσει, μαθαίνουμε να “ζούμε”. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Β΄)

[Συνέχεια από το α΄ μέρος της Εισαγωγής]

Καθεστώς τρόμου

6.La prensaΑυτό όμως που καθιστά πραγματικά αβίωτη τη ζωή στη σημερινή Νικαράγουα είναι το καθεστώς απόλυτου τρόμου, με το οποίο έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος ο λαός της. Αν, στους τόσους μήνες της εξέγερσης, ο Ορτέγα δεν χρειάστηκε να κινητοποιήσει το στρατό, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάνει μια χαρά τη δουλειά του με την αστυνομία, τη Νεολαία του κόμματος του, κυρίως όμως με τις ανώνυμες και απρόσωπες παρακρατικές ομάδες των κουκουλοφόρων, οι οποίοι εισβάλλουν οπλισμένοι ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε και, αφού σκοτώσουν, βασανίσουν και λεηλατήσουν, αναζητούν ατιμώρητοι κι ανενόχλητοι τους επόμενους αντιρρησίες. Προετοιμάζοντας το παρόν αφιέρωμα, διαβάσαμε κι ακούσαμε για το πλήθος πολιτών που έχει χάσει εδώ και μήνες τον ύπνο του και είδαμε συνομιλητές μας να τινάζονται όρθιοι με τον παραμικρό ήχο στο περιβάλλοντα χώρο, περιμένοντας τους…‘“βατράχους”[1] (βλ. τραγούδι «Ο βάλτος»). (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Α΄)

Μια (επ)ανά(σ)ταση εν προόδω

1

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Δύο χρόνια συμπληρώνονται από τον Απρίλη του 2018, όταν η κοινωνική εξέγερση που ξέσπασε στην Νικαράγουα εξελίχθηκε στην αιματηρότερη διαμάχη στην ιστορία της χώρας από την εποχή της Επανάστασης. Δύο χρόνια πέρασαν από τότε που ο ξεσηκωμός των «ολίγιστων», όπως τους αποκάλεσε η σύζυγος του Προέδρου, Πρώτη Κυρία και Αντιπρόεδρος της Νικαράγουας, Ροζάριο Μουρίγιο, είχε ως συνέπεια τη δολοφονία 325 ατόμων (με υπολογισμούς που ανεβάζουν τους νεκρούς σε 568), τον τραυματισμό 2.000, τη φυλάκιση άλλων 2.000 ως πολιτικών κρατουμένων και την αναζήτηση ασύλου, ήτοι την εξόριση, άλλων 60.000-100.000. Πώς αλλιώς, αφού αυτοί οι «ολίγιστοι» είναι το 75% του λαού της Νικαράγουας, ο οποίος έκτοτε ζει υπό το καθεστώς απόλυτου τρόμου, στο έλεος παραστρατιωτικών και οπλισμένων παρακρατικών ομάδων και ενός ζεύγους που παραμένει λυσσασμένα στην εξουσία. Μπροστά όμως στους 50.000 νεκρούς Νικαραγουανούς του εμφυλίου το 1980, πώς να μη φανούν στην Μουρίγιο τα παραπάνω “νούμερα” πταίσμα; Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. (περισσότερα…)

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (4/4)

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

~.~

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια»
Συνέντευξη της Τζοκόντας Μπέλλι στη Σιλβίνα Φριέρα

Στο Λος Άντζελες βρέχει καταρρακτωδώς. Με την επιθυμία θαρρείς να σαρώσουν και να πληγώσουν ό,τι αγγίζουν, οι σταγόνες ηχούν πεισμωμένες. Μέσα σε αυτόν τον υδρόβιο κόσμο στον οποίο μετατρέπεται τώρα η πόλη, μια αστραπή σχίζει τον ουρανό κάπου μακριά. Το τοπίο διαλύεται εμπρός στα μάτια της Νικαραγουανής συγγραφέα, Τζοκόντας Μπέλλι, εν είδει θαρρείς αποχαιρετισμού. Η καταιγίδα όμως ξεσπάει επίσης μες στην ψυχή της, τώρα που πακετάρει το σπιτικό της, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να επιστρέψει μόνιμα πλέον στη Νικαράγουα, τη «χώρα κάτω από το δέρμα» της, την ηφαιστειακή, σεισμική, επαναστάτρια. Ενόσω συνηθίζει στην ιδέα της μετακόμισης, γράφει ένα μυθιστόρημα που χρόνια ολόκληρα κλωθογύριζε στο μυαλό της και που «επιτέλους», όπως η ίδια αναφέρει με τον οικείο κι εγκάρδιο τόνο της, «έλαβε σάρκα και οστά, ώστε να θέλει να βγει τρέχοντας στο φως».

Όταν η σπίθα της ποίησης τη διαπέρασε το 1970, χαρίζοντάς της στίχους όπως «Ο άντρας που θα μ’ αγαπά/ το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,/ θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη/ καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε/ κατά του εχθρού» ή «ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις/ με τη δύναμη του ιλίγγου/ και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου/ σαν θάλασσα ανήμερη,/ ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι/ στων σεντονιών πάνω την άμμο» η τοτινή κοινωνία της Νικαράγουας, σκανδαλισμένη από το γεγονός πως μια γυναίκα τολμούσε να γράψει για «υπογάστρια και υγρασίες», την κατηγορούσε πως υπερβολικά έχει εξυμνήσει «του κορμιού τα μυστήρια», το φύλο, τον ερωτισμό και την πιο μύχια ηδονή.

Και πάλι γύρω στα 1970, μια «γρατζουνιά στη συνείδηση», η δικτατορία του Σομόσα, δεν της επέτρεψε να μείνει αμέτοχη, κι έτσι συμμετείχε στην αντίσταση, αρχικά ως μυστική πράκτορας του «Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας» (FSLN). Καταδιωκόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες, εξορίστηκε στο Μεξικό, την Κόστα Ρίκα και την Κούβα. Επέστρεψε στην πατρίδα της με το θρίαμβο της Επανάστασης των Σαντινίστας, τον Ιούλιο του 1979. Θα ξεκινούσε, τότε, μια περίοδος ανάληψης σημαντικών πολιτικών αξιωμάτων, ώσπου το 1994, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική ήττα, απεχώρησε από το κόμμα. Σε ένα ποίημά της με τόνο ανάλαφρο, όπου δηλώνει πως «δεν διαθέτει τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ», παραδέχεται πως το πρόσωπό της, από συνήθεια, έχει πάψει πλέον να της αρέσει, πως το στόμα της παραμένει αξιοπρεπές, «πάνω απ’ όλα αισθησιακό», και πως το σύνολο σώζεται τελικά με τη βοήθεια της αφάνας που έχει για μαλλιά. Θα ’πρεπε να προσθέσει βέβαια κανείς πως διατηρεί αυτήν τη σπίθα αχαλίνωτης νεότητας στα μάτια της, μάτια όλο εγρήγορση και προσοχή, στραμμένα στον ανασασμό της ανθρωπότητας.

Κατά πόσο υπήρξε «εξελιγμένος» ο χρόνος της ποιητικής δημιουργίας; Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως ένα μυθιστόρημα απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, και όμως δίνετε την εντύπωση πως αφήνετε τους στίχους να αναπαυθούν και ύστερα επιστρέφετε σε αυτούς ξανά και ξανά, ώσπου να εγχαραχτούν για τα καλά.

— Κοίταξε, το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Κάτι συμβαίνει. Αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει κανείς να ’ναι ζογκλέρ για να συγκρατεί όλον αυτόν τον κόσμο στο μυαλό του, τα τοπία, τους χαρακτήρες. Η ποίηση, αντιθέτως, συνιστά μια ματιά στο εσωτερικό τοπίο και πρέπει να αφεθεί να υπάρξει. Εγώ αφήνω το συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια και ύστερα απαλείφω ό,τι δεν βοηθά το ποίημα να παραμείνει στρογγυλό, να ζήσει σαν κύτταρο μέσα στην ίδια του τη μεμβράνη. Το δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός. Και αυτό κάποτε σημαίνει πως πρέπει απλά να αφήσεις το ποίημα να υπάρξει. Εγώ είμαι ποιήτρια, όχι πανεπιστημιακός. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ποίηση. Γι’ αυτό δεν δουλεύω τα ποιήματα σε υπερβολικό βαθμό και γι’ αυτό θεωρώ πως πρόκειται για ποιήματα προσβάσιμα, τα οποία ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κατανοήσει και να ευχαριστηθεί.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας είχατε πει πως γίνατε γνωστή, εντός εισαγωγικών, όταν στα είκοσί σας γράψατε ερωτική ποίηση, τόσο αισθησιακή, που προκάλεσε σκάνδαλο. Τι φοβάται ο κόσμος όταν μια γυναίκα γράφει, για παράδειγμα, πως «το Big Bang ήταν ο αρχέγονος οργασμός» ή πως «ώς και το φύλο μου ακόμη εκρήγνυται σαν χειροβομβίδα», για να αναφέρουμε λίγους μόνο στίχους;

— Είναι απίστευτο πως σε τέτοιους καιρούς εξακολουθεί να συνιστά είδηση το γεγονός ότι μια γυναίκα γράφει ερωτική ποίηση. Οι επιστολές του Τζέημς Τζόυς στη Νόρα Μπαρνάκλ δεν είναι μόνο ερωτικές, αλλά πορνογραφικές και σκατολογικές, και όμως κανείς δεν του κολλάει ταμπέλα γι’ αυτό. Εγώ, αντιθέτως, κυκλοφορώ με την επιγραφή στο κούτελο. Αδιαφορώ. Την κουβαλώ μάλιστα με τιμή και καμάρι, αφού πιστεύω πως ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενωτικός, δεν διαχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Επιπλέον τον θεωρώ πηγή ισχύος της γυναίκας και δημιουργικό πυρήνα της ζωής. Η σεξουαλικότητα κι ο αισθησιασμός είναι στοιχεία υπέροχα, και εμείς οι γυναίκες τα βιώνουμε με ένα σώμα που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως είμαστε όντα με σώμα κι όχι μόνο πνεύμα. Και αυτό είναι κάτι που έχουν προσπαθήσει πολύ να μας αποσπάσουν. Προσπάθησαν να μας ενοχοποιήσουν για την ομορφιά μας, για τον ερωτισμό μας. Εμείς είμαστε το ανθρώπινο Big Bang και γι’ αυτό, όμοια με την ατομική βόμβα, μας φοβούνται και προσπαθούν να μας έχουν υπό έλεγχο. Και όμως, ο θηλυκός «έρως» είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Ελπίζω κάποια μέρα η ανθρωπότητα να ανακαλύψει πως οι γυναίκες μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο με αυτήν την ατομική ενέργεια που διαθέτουμε, γιατί θα τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός της. Ωστόσο έχουν σπαταλήσει τόσο χρόνο να μας τρέμουν και να μας καταπιέζουν, που συχνά ώς και εμείς οι ίδιες καταπίνουμε το παραμύθι πως η σεξουαλικότητά μας είναι επικίνδυνη. Και τότε επιδιώκουμε την κάθαρση, αρνούμενες αυτό που είμαστε. Στην ποίησή μου εγώ εξυμνώ το γυναικείο κορμί, όπως και όλην την ηδονή, τον πόνο και το θαύμα, για τα οποία αυτό είναι ικανό. (περισσότερα…)

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (3/4)

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Βαρύ φορτίο (Carga cerrada)

Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρυσα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
Η Νικαράγουα, η αγάπη μου,
το κοριτσάκι μου που ατίμασαν,
σηκώνεται, τη φούστα στρώνει
κραυγάζει, γίνεται θαραλλέα και έξαλλη
με ψέμα μοιάζει πόσο θόρυβο ξεσηκώνει και πόσο αντιστέκεται
σε αεροπλάνα, ορυχεία, πιράνχας, βρωμόλογα αγγλόφωνα
λογύδρια για το πώς να σκύβει το κεφάλι
μα εκείνη αντιδρά ξεφεύγει παίρνει τους δρόμους
και ιδού περνά ο Στρατηγός η αυλή του τα όπλα
οι πράσινες σειρές προελαύνουν σπέρνοντας
κατασκευάζοντας μηχανές ζάχαρης
ποτάμια γάλακτος σπίτια σχολεία
ανέμους που παρασύρουν το φόβο
γεννιόμαστε για τούτο
γελάμε για κείνο
με τα δόντια σφιχτά προχωρούμε η οργή και η ελπίδα
δεν μας αφήνουν δεν τις αφήνουμε
ούτε σ’ ήλιο ούτε σε σκιά
χώρα μικρούτσικη μα ευσυνείδητη
Νικαράγουα, δόρυ εσύ εξακοντισμένο, θαραλλέο, επίμονο, φοράδα
βοσκοτόπια στην Τσοντάλες όπου η Ναντίνε ονειρεύεται ίππους δυνατούς
και ονειρευόμαστε σιντριβάνια
εργοστάσιο ολόκληρο έχουμε ονείρων
όνειρα κατά συρροή για τους άπιστους
κανείς δεν φεύγει από εδώ χωρίς μια γρατζουνιά στη συνείδηση
κανείς δεν περνά δίχως κάτι να του συμβεί
χώρα των τρελών, πεφωτισμένων, ποιητών και ζωγράφων συνάμα
σάρκα και οστά του λαού που βεβαιώνεται και σφάλλει
που δοκιμάζει και δοκιμάζει ξανά
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει
 
Μανάγουα,
αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
αφήνουν σε βοϊδάμαξες
δέντρα κομματιασμένα
με κατεύθυνση ανώνυμες νεκρικές πυρές.
Σκοτεινοί διαβάτες περπατούν στις ακτές
περιδιαβαίνοντας ακούσιους θανάτους
Στη γωνία
ο άντρας ανεμίζει τα εισιτήρια μέρα μεσημέρι
Από αργόσυρτα λεωφορεία
ξεχύνεται ο κόσμος σαν σμήνος
πόδια μπερδεύονται με ράμφη πουλιών
που κρέμονται ατυχή, σαστισμένα
Με δυσκολία ανοίγει δρόμο
η άμμος το τσιμέντο
Ο εργάτης δένει μαντήλι στο μέτωπο
της μεσημβρίας
Το ταξί των χιλιάδων επισκευών
κυλά πάνω στο ακανόνιστο καουτσούκ
Αφηρημένος ο οδηγός σταματά
όπου νομίζει εκείνος καλύτερα
Αλάτι στην πληγή
η πόλη των χιλιάδων πεζών
δίχως προβλεπόμενα γι’ αυτούς περάσματα
Τα αυτοκίνητα με ταχύτητα ιλίγγου
η γυναίκα με το παιδί διασχίζει το δρόμο
κλείνει τα μάτια
είναι τόσο αβέβαιη η άφιξη απέναντι
Μα και η αβεβαιότητα ακόμη γίνεται συνήθεια
Πρέπει να τρέξουν. Το παιδί πέφτει πάνω στο παρμπρίζ
με τα ρούχα βρεγμένα και βρώμικα
προσποιούμενο αδιαφορία για τα υποτιμητικά βλέμματα
Η υπέργηρη με το χαρτόνι πάνω στο στήθος
δείχνει πρόσωπο και πόδια
φαγωμένα από την πείνα, την επετεία
Αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
Λαβύρινθοι για να μην κοιτάς
Μαλακά καθίσματα, ραδιόφωνο
κλιματισμός και κινητό τηλέφωνο
Για άλλες η ζωή είναι άλλη
Τα σιντριβάνια. Τα φώτα νέον.
Ρούμι «Φλορ ντε Κάνια», Κόκα-Κόλα, μπύρα «Βικτώρια».
Τσιγάρα. Η ροτόντα των εξαρτήσεων.
Πίσω ο ναός περιμένει τη μέρα που θα κρυφτεί
σε φοινικόδασος
Στο εκτυφλωτικό κέντρο αγορές και ψώνια
Αργότερα προσευχή για όσους δεν μπόρεσαν να φτάσουν
το φωτισμένο κατώφλι του εμπορικού
Βολική η προσευχή. Ο ναός δροσερός και ήσυχος
Ούτε κλάματα ακούγονται, ούτε φρένα, ούτε το παιδί το χτυπημένο.
 
Τι τύχη να ’σαι νεκρός, Κάρλος Φονσέκα,
τι τύχη που η γη σ’ αγκαλιάζει και τυφλώνει
και κανείς Ναζωραίος θρασύς δεν θα πει
Δεύρο έξω και περιπάτει
Και που φράση μόνο ποιητική είναι εκείνη του Θωμά
πως στους νεκρούς ανήκεις που ποτέ δεν πεθαίνουν.
Στο Μοταστέπε το γρασίδι σβήνει τ’ αρχικά του ΜΕΑΣ*
μα είναι περισσότερα όσα έχουν σβηστεί, πολύ περισσότερα
Η στάχτη τόσων οραμάτων σηκώνεται σήμερα σε κυκλώνες
πάνω στο ίδιο πάντοτε και άγριο πράσινο της Νικαράγουας
και όμως είναι κάτι ακόμη πέρα από τα οράματα
που έγινε καπνός
που χάθηκε και που μας ακολουθεί την κάθε μέρα με αυτήν τη βρώμα ψοφιμιού.
Μακάρι οι τερμίτες να μην σου το μαρτυρήσουν
ο κόσμος να σε ντύνει παρά τη φτώχεια του
και να σε προστατεύει ακόμη κι από εμάς τους ίδιους
 
Πού να κρύψω τη χώρα αυτή της ψυχής μου
για να μην μου την χτυπήσει κανένας πια;
Νικαράγουα λαβωμένη στάζεις λάσπη
απ’ τις πληγές τις ανοιχτές της καρδιάς σου.
Ποιος θα σε γιατρέψει χώρα μικρή;
Ποιος θα σε προστατέψει;
Ποιος μετά τη χολή, τη βροντή
γλυκά θα σου τραγουδήσει να σε ηρεμήσει
για ν’ αποκτήσεις πάλι πίστη
και σηκωθείς στα πράσινα βουνά σου
για ν’ αντικρίσεις τον ορίζοντα;
Γη μου εσύ της φωτιάς και του νερού
που μίλησες με φωνή βραχνή χώρας διαβολεμένης
Σσσσς, σιώπησε πια χωρούλα κουρασμένη από το κλάμα.
Ποιος θα τραγουδήσει νανούρισμα στη Νικαράγουα;
Πάμε, όλοι μαζί.
Ας φέρουμε διαφάνεια
σ’ αυτή τη χώρα τη δική μας
την κουρασμένη απ’ το κλάμα.
Κοιμήσου Νικαράγουα
Κοιμήσου καρδιά μου
Κοιμήσου εσύ χώρα μου
Αγάπη γλυκειά μου.
 

Ως προς το ρήμα «βρίσκομαι» (Del verbo estar)

Η ποίηση βρίσκεται μακριά
όπως το σπίτι το παλιό με το κτήμα
που, φυλαγμένο στα παιδικά μου χρόνια,
λάμπει αθώο
όλο τοίχους λευκούς και κολώνες ψηλές από ξύλο ευγενές
Ο γλυκός κόσμος που γύρεψα να διαπλεύσω με το σάλιο μου
και με της φωνής μου την ανάσα να τυλίξω
έχασε την ψευδαίσθηση της αγνότητας
Όσο ζω
οράματα άλλα εισβάλλουν με τη βία
στην υδάτινη τροχιά που τα εγκλωβίζει
και τ’ ανυψώνει πενθώντας στη συνείδησή μου
Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου
βρίσκεται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;
 
Έτσι ένα πρωινό του καλοκαιριού
σηκώνομαι ξυπόλητη ξεχτένιστη
και τις σκάλες κατεβαίνω με τα γυαλιά στα χέρια
για το πρωινό και τις εφημερίδες
Οι λέξεις πλάι στο ψωμί και το βούτυρο
γεμάτες αγωνία
Ενώ οι σελίδες της οικονομίας ανακοινώνουν τον εμπορικό θρίαμβο
κάποιας πάλι τελευταίας τεχνολογίας,
οι τίτλοι επαναλαμβάνουν τη μονότονη απαρίθμηση νεκρών
περιγράφοντας πότε τη μια πότε την άλλη αθλιότητα.
Γυρίζω τις σελίδες αλείφοντας τη μαρμελάδα πορτοκάλι στο φρυγανισμένο ψωμί.
Ψίχουλα πέφτουν πάνω στη φωτογραφία της γυναίκας
που κραυγάζει στην πλατεία της Βαγδάτης πλάι στο νεκρό παιδί της.
Πιστέψτε με όταν λέω πως ο πόνος αυτός δεν μου είναι αδιάφορος
και ας με κάνει να γελώ ο λευκός, γλυκός σκυλάκος μου στον κήπο
που μικρός όπως είναι και μαλλιαρός
καταδιώκει μάταια φρενήρης το κολίμπρι
που πριν μια στιγμή ακόμη ξαπόσταινε πάνω στις λευκές ανθισμένες καμέλιες
και ας πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ γυρίζοντας σελίδα
για να διαβάσω για μια κοπέλα που σκοτώθηκε σε τρομοκρατική επίθεση
σε ιαματικά λουτρά στην Αίγυπτο. Μια κοπέλα 27 ετών,
γεννημένη στο Λας Βέγκας, η μόνη που τα μέσα αναφέρουν λεπτομερώς
αφού είναι Αμερικάνα, ξανθιά, όπως και να ’χει μια γυναίκα νέα που χαμογελά μ’ αυτοπεποίθηση
πλάι στο φίλο της σε μια πρόσφατη φωτογραφία από τις διακοπές, όπου και σκοτώθηκε.
Η σελίδα των Απόψεων της New York Times φιλοξενεί άρθρο
για το Νταρφούρ, μια λέξη που ο πρόεδρος Μπους
ακόμη δεν κατορθώνει να προφέρει σωστά.
Ο αθρογράφος επισημαίνει τις ώρες που αφιέρωσαν τα μέσα στη δίκη του Michael Jackson
και στο ειδύλλιο του Μπραντ και της Αντζελίνας.
Το NBC έστειλε κάμερες στην Αφρική για μια συνέντευξη με τον Μπραντ,
αλλά το Νταρφούρ, με το σφαγιασμό χιλιάδων, δεν μοιάζει άξιο αποστολής
[δημοσιογραφικής ομάδας.
Διαβάζω ότι νοσοκομείο στο Κλήβλαντ ενέκρινε επιτέλους την ιατρική διαδικασία
για την πρώτη μεταμόσχευση προσώπου.
Ζητείται δότης, κάποια οικογένεια που δεν θα τρέμει στην όψη του προσώπου του θανόντος
πάνω στο ξένο σώμα άλλου ανθρώπου.
 
Ο καφές κρυώνει.
Πάει και το ψωμί,
μαύρο ψωμί, ολικής άλεσης, πιο υγιεινό από το λευκό.
Η ποίηση βρίσκεται μακριά.
Απ’ την άλλη όψη θαρρείς του φωτός που εγώ άλλοτε ρουφούσα, διψασμένη για ομορφιά.
Πώς γίνεται να συνεχίσεις να ζεις;
Με τι ψυχή, υποχρεωμένη να δέχεται την αντίφαση
βολεύομαι σ’ έναν γαλάζιο ουρανό, σ’ ένα καλοκαίρι μαγικό σ’ αυτήν την ακτή της θάλασσας, σ’ αυτό το σκυλάκο με τα καπρίτσια του,
στην εκλεκτή αδιαφορία που μετατρέπει την ατομική μικρότητα σε καταφύγιό της;
 
Την ώρα την πιο απέλπιδη της ανθρωπότητας
ξεγλιστρώ απ’ τη νυχτικιά μου
κι αφήνω να τρέξει πάνω στο δέρμα μου νερό
με την ελπίδα πως μέσα του θα διαλυθώ.
 
  

Στον κομαντάντε Μάρκος (Al comandante Marcos)

Ο θόρυβος απ’ τα σκάγια μάς έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
Η πόρτα της ζωής σου άξαφνα κλειστή
στο ξύλο που σε κοιμίζει και σε βυθίζει στα σπλάχνα της γης.
 
Δεν μπορώ να πιστέψω το θάνατό σου,
έτσι δίχως αποχαιρετισμό,
μόνο εκείνο το μακρινό προαίσθημα της νύχτας εκείνης, ―θυμάσαι;―
σαν έκλαψα με μανία βλέποντάς σε κοιμισμένο,
αναγνωρίζοντάς σε ως πουλί αποδημητικό
σε γοργή φυγή απ’ τη ζωή.
 
Ύστερα,
σαν έφυγες,
σαν τον κίνδυνο άρπαξες απ’ τα μαλλιά,
κι ήξερα πως σε περιστοιχίζουνε άγρια σκυλιά,
να πιστεύω άρχισα πως είσαι ακατανίκητος.
Πώς να πιστέψω το τέλος των χεριών σου,
των ματιών σου, των λόγων σου;
Πώς να πιστέψω το τέλος το δικό σου, αφού εσύ ήσουν κάθε αρχή,
η σπίθα, η πρώτη εκπυρσοκρότηση, το «άρξατε πυρ»,
τα σχέδια, η ηρεμία;
 
Και όμως, να τη! η είδηση στην εφημερίδα
και η φωτογραφία σου που με κοιτά δίχως να με βλέπει
και αυτή η οριστική η αίσθηση της απουσίας σου
να με διατρέχει απαρηγόρητη εντός,
αφήνοντας πίσω πολύ των δακρύων το μέτωπο,
να ρίχνεται στις φλέβες μου,
να ξεχύνεται σε κάθε ίνα του κορμιού μου.
 
Περνάει ο χρόνος
και ολοένα μεγαλώνει του ονόματός σου το κενό,
περνούν τα λεπτά τα ηλεκτρισμένα απ’ το άγγιγμά σου,
από το ρυθμικό τραγούδι της καρδιάς σου,
από όλα όσα τώρα κολυμπούν μες στο μυαλό μου
και σε φέρνουν και σε πάνε σαν πλημμυρίδα και άμπωτη
μιας παλίρροιας αίματος,
όπου βλέπω το κόκκινο του πόνου και της οργής
και γράφω, δίχως να μπορέσω να γράψω γι’ αυτό το θρήνο τον ατέλειωτο,
στρογγυλό και κυκλικό σαν και το σύμβολό σου,
και να φανταστώ αδυνατώ το τέλος σου,
παρά νιώθω μονάχα με τη δύναμη της αγκαλιάς,
της βροχής,
των αλόγων σε φυγή,
την αρχή σου.

Η Αμερική στο ιδίωμα της μνήμης (América en el idioma de la memoria)
 
Ι.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρισα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
 
ΙΙ.
Τους Θεούς μας κρύψαμε,
τους μύθους μας,
κάτω απ’ την πορφύρα των αγίων τους.
Αναπλάσαμε τη γλώσσα τους
την ξανακάναμε δική μας,
τη βάλαμε να πει την κατακλυσμική βροχή
και το γλυκό τραγούδι της φλογέρας,
το ύψος των Άνδεων,
και το τροπικό το δάσος του Αμαζόνιου.
Αλλάξαμε τα ονόματά μας για να επιβιώσουμε,
μα τον κόσμο τον ονομάσαμε
με κώδικες και κωδικούς που ώς και τα τώρα παραμένουν ακατανόητοι.
Θέλησαν το δέρμα μας ν’ αλλάξουν,
όμως αλείψαμε κακάο στα γονίδιά τους
για να διακρίνουμε την καθαρή σοκολάτα
απ’ την καμένη:
άντρες και γυναίκες από σοκολάτα
αποίκησαν εκ νέου την Ήπειρο
της Βροντής και της Απόγνωσης.
 
Εκ νέου δημιουργήσαμε τις υπέροχές μας πόλεις
Μεξικό, Μπουένος Άιρες, Λίμα και Ρίο
και φυλάξαμε στα βάθη των κανατιών μας
τη σοφία της υποταγμένης μνήμης μας.
 
ΙΙΙ.
Δεν θριαμβεύσαμε.
Ήμασταν αθώοι και μιλούσαμε στη Γη με σεβασμό,
όπως αρμόζει σε φιλοξενούμενους και όχι σε οικοδεσπότες.
Τη Ζωή θυσιάζαμε στον θεό Ήλιο,
ενώ εκείνοι αντιθέτως στο χρυσό,
που μονάχα τον μιμείται.
Η Γη ήταν συνεργός μας.
Την τιμούσαμε και τη γιορτάζαμε.
Εκείνοι τη Γη δεν την αγαπούσαν,
την ξεγύμνωναν λες και τους ανήκε,
όπως ξεγύμνωναν κι εμάς
λες κι εμείς να τους ανήκαμε το ίδιο.
Μας ανάγκασαν τις λέξεις τους να μιλούμε
και τα ρούχα τους να ντυνόμαστε.
Μας ανάγκασαν τον Θεό να λατρεύουμε
που εκείνοι οι ίδιοι είχαν σταυρώσει.
Ούτε και απ’ την ενοχή τους για τη σταύρωση αυτή γλιτώσαμε
αφού μας έλεγαν πως και για δική μας χάρη πέθανε
και πως με τη ζωή μας έπρεπε να πληρώσουμε
για το αμάρτημα ν’ αγνοούμε κάτι τέτοιο.
 
IV.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τις κραυγές τους.
Το κάψιμο των γεννητικών οργάνων τους,
τον πόνο σε γέννες μιγαδικές,
τα παιδιά από βιασμούς.
Δεν μπορούσαμε στα παιδιά πια να δώσουμε
ονόματα κάκτων, δέντρων, λουλουδιών κι αστερισμών.
Μάθαμε το χρόνο να μετρούμε με τα μέτρα τους
και στις μέρες δώσαμε ονόματα ξένα.
 
V.Ποιοι είμαστε;
Ποιοι είναι εκείνοι, οι άντρες και οι γυναίκες δίχως γλώσσα,
που δέχονται τη χλεύη για το χρώμα τους,
τα πόδια τους, τα φτερά και τα κοσμήματά τους;
Για να μην γνωρίζουμε άλλους από τους δικούς τους κώδικες,
έκαψαν τους δικούς μας σε θεόρατες πυρές.
Η ποίηση και η ιστορία μας, τα χρονικά των λαών μας
γέμισαν με καπνό τις κόγχες των ματιών μας
και με δάκρυα τα σωθικά μας γέμισαν.
Πήραν φωτιά οι ζωγραφικές μας δουλεμένες με προσοχή από γραφείς
πήραν φωτιά οι μύθοι μας που μας έκαναν αυτό που ήμασταν.
Πώς θρηνούσαν οι γέροντες στις αλάνες
βλέποντας των προγόνων τους τα ονόματα να καίνε!
Αχ! Νύχτα εσύ μακρά, νύχτα εσύ πικρή της στάχτης!
Νύχτα που μας άφησες δίχως χέρια,
δίχως γλώσσα, δίχως μνήμη!
 
VI.
Η Γη μάς έσωσε, το αίμα, το χρώμα των φρούτων,
η ζάλη του ανέμου στους γκρεμούς του Μάτσου Πίτσου.
Όλα τα πήραν, τα κατείχαν, μα η Γη εξακολουθούσε να μας τραγουδά,
οι καταρράκτες του Ιγουαζού, η λίμνη Τιτικάκα, ο ποταμός Ορινόκο, οι πεδιάδες,
η λίμνη Ατιτλάν, το ηφαίστειο Μομοτόμπο, οι αρχαίες πρωτεύουσες Τικάλ και Κοπάν.
Η Γη γνώριζε το δικό μας άγγιγμα —
τα ηφαίστεια μάς μιλούσαν — οι ποταμοί μάς ξέπλεναν τα δάκρυα,
και η ζούγκλα μάς έκρυψε.
Εκείνους η νοσταλγία τούς αποτέλειωνε.
Ο χρυσός εισέπραττε την τιμή του. Σκοτώνονταν τώρα αναμετάξυ τους.
Βυθίζονταν τα καράβια τους. Τους αρνούνταν τα παιδιά τους.
Στις κοιλιές των γυναικών μας έσβηναν.
Τα γονίδιά τους έβραζαν στο κακάο
και στους απογόνους τους δεν έβλεπαν πια τους εαυτούς τους.
 
VII.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τα γέλια τους.
Υπομονετική η υπομονή,
η αντίσταση.
Αιώνες ολόκληροι σιωπής κι αναμονής.
Ο καιρός κύλησε σε σπείρες,
αναβαίνοντας από τις ερήμους της Παταγονίας,
διασχίζοντας τις Άνδεις, τις οροσειρές, την τροπική υγρασία,
και τις όχθες με τους βούβαλους.
Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων καταστρέφει τον κόσμο του.
Η πείνα, η βία, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ τα πόδια του,
υποσκάπτουν τα θεμέλια των ξενικών ειδώλων.
 
Τα μάτια της Αμερικής προσμένουν την επιστροφή του Κετσακόατλ
—του φτερωτού όφεως—
 
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Όνειρα που ποτέ τους δεν κοιμούνται.
 
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

– Κετσάλ: Πολύχρωμο, εντυπωσιακό ιερό πουλί των Αζτέκων και των Μάγια.
– Τενοτστίτλαν: Ακμάζουσα πόλη-κράτος, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στο σημερινό Μεξικό
– Κάρλος Φονσέκα: Ιδρυτής του ΜΕΑΣ
– ΜΕΑΣ: Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας