λέξεις

Σιωπές και λέξεις ολογράμματα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό (Ημερολόγιο Ιουλίου #12). Το ερώτημα είναι, όντας διυποκειμενικό, με ποιο τρόπο μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Κατ’ αρχάς η διυποκειμενικότητα δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο με τη στενή έννοια, δηλαδή ως μία ξερή σύμβαση της κοινότητας, ή μία ομοφωνία που επιτυγχάνεται μέσω κάποιου πλειοψηφικού κανόνα. Έστω λοιπόν ότι υπάρχουν δύο είδη διυποκειμενικότητας, η στενή και η ευρεία. Η στενή διυποκειμενικότητα εκφράζει μία συνάθροιση ανθρώπων και η συναίνεση σε αυτή προκύπτει πλειοψηφικά.

Η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει το γεγονός ότι έτσι διάγουμε τον βίο μας και όχι αλλιώς, ανατρεφόμαστε σε μια κοινωνία ανθρώπων με κρυσταλλωμένες συνήθειες και παραδόσεις, κάτι που διαμορφώνει το κάρμα που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά. Έχουμε μια συγκεκριμένη, και όχι άλλη, βιολογική συγκρότηση με ποικίλα ένστικτα. Διαπερνώμαστε από σκέψεις, αισθήματα, ορμές και ψυχικές ανάγκες. Δεν μπορούμε παρά να γνωρίζουμε τον κόσμο με τις υπάρχουσες νοητικές μας ικανότητες, και ο περίγυρός μας είναι αυτός που είναι και όχι κάποιος άλλος. Με άλλα λόγια, η ευρεία διυποκειμενικότητα εκφράζει μία ευρύτερη συναίνεση που αντανακλά την ανθρώπινη φυσική ιστορία (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, §Ι.25).

Σιωπές και η αντικειμενικότητα

Μια ευρύτερη συναίνεση δεν εκφράζεται τόσο στο τι λέμε όσο στο τι δεν λέμε: στις σιωπηρές παραδοχές που αντανακλούν τις άρρητες βεβαιότητες για τον κόσμο γύρω μας. Καθημερινά, κατά τη σχέση μας με τον κόσμο εγγράφονται εντός μας ρητές βεβαιότητες. Στρέφοντας την προσοχή μου σε ένα σφαιρικό αντικείμενο και δείχνοντάς το, λέω με βεβαιότητα «Αυτό είναι σφαιρικό». Την ίδια στιγμή, εκτός από ρητά διατυπωμένες βεβαιότητες, αποκτώ και άρρητες. Άρρητες βεβαιότητες για το τι είναι ή δεν είναι ένα αντικείμενο. Όταν περπατώ στην άσφαλτο έχω την άρρητη βεβαιότητα ότι δεν θα γίνει σύννεφο. Τέτοια βεβαιότητα μπορεί να είναι, για παράδειγμα, ότι ο συνομιλητής απέναντί μου που τον λένε Κώστα δεν είναι αρειανός. Βεβαιότητα η οποία εκδηλώνεται στις πράξεις μου απέναντί του : πώς του μιλάω, πώς του συμπεριφέρομαι, κλπ. Το ενδεχόμενο να είναι αρειανός δεν το λαμβάνω καν υπόψη μου όταν απευθύνομαι σε αυτόν. Αυτές οι άρρητες βεβαιότητες –οι ούτως καλούμενες σιωπηρές παραδοχές– εγγράφονται σε μένα υποσυνείδητα. Είναι σιωπηρές εφ’ όσον δεν τις αρθρώνω· είτε γιατί τις εκλαμβάνω ως αυτονόητες, είτε γιατί είναι υποσυνείδητες. Παρόλ’ αυτά υποστηρίζουν τις πρακτικές και τα συνακόλουθα γλωσσικά παιχνίδια, λειτουργώντας όπως οι μεντεσέδες πάνω στους οποίους γυρίζει η πόρτα. (Λ. Βιττγκενστάιν, Περί βεβαιότητας, §88-§114, §204, §341, §524, §558, για τη σχέση των σιωπηρών παραδοχών με τις υπόλοιπες γνώσεις μας, τις αρθρωμένες γλωσσικά).

Η ευρεία διυποκειμενικότητα, όπως αποτυπώνεται σε παραδοχές σιωπηρές, δεν μπορεί παρά να είναι συνυφασμένη με μία συγκεκριμένη φυσική νομοτέλεια, με ένα περίγυρο που συνίσταται από αντικείμενα. Είναι, λοιπόν, ικανή να φιλοξενήσει την αντικειμενικότητα. Έτσι, ο τόπος της συμφωνίας που αναδεικνύουν οι σιωπηρές παραδοχές βοηθά στη χάραξη της πορείας εκείνης που θα αποφύγει την Χάρυβδη του σχετικισμού, αλλά και τις σκεπτικιστικές της προεκτάσεις. Σύμφωνα με αυτές, όχι μόνο ο καθένας έχει το ορθό με το μέρος του κατά τη χρήση μιας λέξης, αλλά και δεν υπάρχει κάτι που να αποδώσει την ορθότητα στην εν λόγω χρήση. Όμως γιατί ο σκεπτικιστής να μην αμφισβητήσει παραδοχές σιωπηρές που βρίσκονται στη ρίζα των διακρίσεων ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο; Γιατί ακριβώς αυτές είναι σιωπηρές. Όντας μη γλωσσικά αρθρωμένες, δεν δίνουν την προτασιακή λαβή στον σκεπτικιστή να τις αμφισβητήσει. Μπορεί μεν αυτός να αμφισβητεί λεκτικά την ίδια του την ύπαρξη, αλλά μία τέτοια αμφισβήτηση αντιφάσκει με χαρακτηριστικά των πράξεών του· με σιωπηρές παραδοχές τους που αντικατοπτρίζουν μια βεβαιότητα για την ύπαρξή του. Οπότε οι σιωπηρές παραδοχές είναι αδιάβροχες σε ξαφνικές ριπές λέξεων από σκεπτικιστικές νεφέλες.

Σιωπές και υποκειμενικότητα

Όμως τι γίνεται με την υποκειμενικότητα; Μπορεί και αυτή να φιλοξενηθεί στην ευρεία διυποκειμενικότητα, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις; Ισοδύναμα, μπορούν τα νοήματα και οι γλωσσικοί κανόνες να φιλοξενήσουν μία προσωπική προοπτική; Ναι, και αυτό οφείλεται στην άλλη όψη των σιωπηρών παραδοχών. Κατ’ αρχάς, οι σιωπηρές παραδοχές δεν είναι δεμένες μόνο με τη φυσική νομοτέλεια των αντικειμένων, αλλά και με τη δική μου ιδιαιτερότητα. Εκεί, στα υπό των λέξεων, αντικατοπτρίζουν τη συγκεκριμένη και μοναδική βιολογική συγκρότηση που έχω, με ριζωμένα σε αυτήν αισθήματα, επιθυμίες και ανάγκες. Εφ’ όσον λοιπόν μία λέξη νοηματοδοτείται και από τα σιωπηρά της συμφραζόμενα, αυτά αποτυπώνουν και την ιδιαιτερότητα του υποκειμένου. Μια ιδιαιτερότητα που προστίθεται ως καινούργια απόχρωση στο νόημα των λέξεων που χρησιμοποιώ.

Μία διευκρίνηση χρειάζεται για τη νοηματοδότηση μιας λέξης από τα συμφραζόμενά της. Τέτοια συμφραζόμενα μπορούν να είναι ρητά, δηλαδή άλλες λέξεις μέσα σε μια πρόταση ή φράση. Οπότε η υποκειμενικότητα, μία προσωπική ματιά, μπορεί να εισέλθει στις διυποκειμενικές λέξεις μέσα από μία κατάλληλη και ιδιαίτερη χρήση τους. Αλλά τα συμφραζόμενα που νοηματοδοτούν μια λέξη είναι και άρρητα. Δηλαδή παραδοχές σιωπηρές, εκεί στην άκρη της φωνής, που γίνονται τα αθέατα συμφραζόμενα προτάσεων και λέξεων. Ο δε ρόλος τους στη νοηματοδότηση είναι καθοριστικός, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι, χρησιμοποιώντας τις ίδιες λέξεις ή φράσεις, με κάποιους ανθρώπους συνεννοούμαι ενώ με άλλους παρεξηγούμαι.

Οι σιωπηρές παραδοχές μιας λέξης συμβάλλουν στις αποχρώσεις του νοηματικού της ορίζοντα. Χάρη σε αυτές, οι αναγκαία δημόσιες λέξεις, οι απορρέουσες από μία ευρεία διυποκειμενικότητα, μπορούν να αποδώσουν υποκειμενικά αισθήματα, διαφορετικά μεταξύ τους. Η δε υποκειμενικότητα δεν προκύπτει μόνο μέσα από την κατάλληλη χρήση άλλων λέξεων, ή από ιδιαίτερους συνδυασμούς ρητών συμφραζομένων. Δεν είναι ανάγκη να είναι κάποιος λογοτέχνης για να περάσει την ιδιαιτερότητά του στο νόημα των λέξεων. Το νόημα μιας λέξης, εφ’ όσον καθορίζεται και από σιωπηρά συμφραζόμενα, αποκτά μια ιδιαίτερη φόρτιση ανάλογα με το υποκείμενο που την εκφέρει, την ιστορικότητά του αλλά και τη συγκεκριμένη περίσταση.

Αποχρώσεις και λέξεις ολογράμματα

Οι σιωπηρές παραδοχές γίνονται ο υπόγειος δίαυλος που τροφοδοτεί τους κανόνες, όχι μόνο με αντικειμενικότητα, αλλά και με υποκειμενικότητα. Ας σκεφτούμε, λοιπόν, ότι μία λέξη είναι σαν ένα ολόγραμμα (αναφέρομαι στην εφεύρεση του Denis Gabor, καθηγητή Φυσικής στο Imperial College του Λονδίνου και βραβευμένου με Nobel Φυσικής, η οποία επιτρέπει την απεικόνιση τρισδιάστατης χωρικής πληροφορίας σε δισδιάστατη επιφάνεια). Το ολόγραμμα αυτό προκύπτει από μία ευρεία διυποκειμενικότητα. Ανάλογα με την γωνία που θα το κοιτάξουμε αποκαλύπτεται σε τρεις διαστάσεις: εκείνη της στενής διυποκειμενικότητας, της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Ανάλογα με τη λέξη και τη χρήση της, μας αποκαλύπτεται ως επί το πλείστον είτε η διάσταση της στενής διυποκειμενικότητας, είτε της υποκειμενικότητας, είτε της αντικειμενικότητας.

Σε αρκετές λέξεις κυριαρχεί η στενά διυποκειμενική τους διάσταση, δηλαδή το γεγονός ότι προέκυψαν από μία σύμβαση μεταξύ μιας ομάδας ανθρώπων, και το νόημά τους εξακολουθεί να ρυθμίζεται πλειοψηφικά από μια συνάθροιση ανθρώπων. Αλλά δεν εξαντλείται εκεί το νόημα της κάθε λέξης. Αν μία λέξη αναφέρεται σε ένα αντικείμενο, αποκτά στέρεο περίγραμμα λόγω της τριβής που έχει η ζωή μας με το αντικείμενο αυτό και τη νομοτέλεια στην οποία εντάσσεται. Κάτι που προσδίδει αντικειμενικότητα στην αναφορά της λέξης. Μια ελαφρά μετατόπιση δε, ή μία αλλαγή οπτικής γωνίας, φανερώνει και μια καινούργια διάσταση στο νόημα μιας λέξης, ικανή να εμφανίσει όψεις μιας υποκειμενικότητας στον χειρισμό του αντικειμένου μέσω της λέξης αυτής. Η υποκειμενική διάσταση δεν ακυρώνει την αντικειμενικότητα του νοήματος αλλά του προσθέτει καινούργιες αποχρώσεις, ένα διαφορετικό βάθος.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #13

*

**

 

To Εκείθεν και το Εντεύθεν στο νόημα των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Για να γνωρίσει κάποιος το νόημα μια λέξης, δεν αρκούν οι υποδείξεις τρίτων, αλλά, όπως είδαμε (Φιλοσοφικό Ημερολόγιο #11), είναι απαραίτητη η τριβή με τις λέξεις και η εξάσκηση στη χρήση τους. Περνώντας από το γνωσιολογικό στο οντολογικό ερώτημα, ας αναζητήσουμε ποια είναι η φύση του νοήματος των λέξεων, πούθε σχηματίζεται. Σύμφωνα με μια προσέγγιση, η φυσική γλώσσα έχει μια λογική δομή, και οι λέξεις, παρά την ενδεχόμενη πολυσημία τους, διαθέτουν ένα νοηματικό πυρήνα σταθερό και αναλλοίωτο στο χρόνο, προερχόμενο Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Η αναζήτηση ενός τέτοιου Εκείθεν, ενός φορμαλισμού στη φυσική γλώσσα, μιας λογικής αναγκαιότητας, βρίσκεται στις απαρχές της αναλυτικής φιλοσοφίας (όπως στο έργο των Φρέγκε και Ράσσελ) οδηγώντας μεταξύ άλλων και στις τυπικές γλώσσες που μετεξελίχθηκαν στις πρώτες γλώσσες προγραμματισμού των υπολογιστικών μηχανών.

Έστω ότι το νόημα των λέξεων καθορίζεται Εκείθεν της ανθρώπινης παρουσίας, χάρη σε κάποιους υπερκείμενους γλωσσικούς κανόνες. Η δε αποκάλυψη αυτών των σταθερών και αναλλοίωτων κανόνων, το ξεσκέπασμά τους από τη σκόνη και τα χώματα της φευγαλέας εμπειρίας, είναι σε θέση να μας φέρει αντίκρυ στην καθαρή και κρυστάλλινη λογική δομή της γλώσσας· στην ιδανική της μορφή. Όμως η υπόθεση ότι οι γλωσσικοί κανόνες καθορίζονται στο Εκείθεν, εξοστρακίζοντας την ανθρώπινη συμμετοχή από τη διαμόρφωση των κανόνων, μας αφήνει αβοήθητους στον προσανατολισμό μας, γιατί έτσι οι κανόνες καθίστανται απρόσιτοι. Δεν μπορεί κάποιος εντέλει να γνωρίζει αν τους έχει όντως κατανοήσει ή αν ακολουθεί έωλες ερμηνείες. Χωρίς κάτι ανθρώπινο στη φύση των γλωσσικών κανόνων, αυτοί δεν γίνονται προσιτοί στα αόρατα ύψη τους, με αποτέλεσμα να μένει απρόσιτη και η κατεύθυνση που υπαγορεύουν.

Πράγματι, το μόνο που απομένει σε κάποιον για να ελέγξει τι λέει και τι γράφει, είναι να σχηματίσει μία ερμηνεία των λέξεων, και να συγκρίνει όσα λέει και γράφει με αυτή την ερμηνεία. Αλλά ποια ερμηνεία είναι από μόνη της η τελεσίδικα αποδεκτή; Μία ερμηνεία φέρνει την ανάγκη για μία ερμηνεία της ερμηνείας κ.ο.κ., με αποτέλεσμα την κατάληξη σε ένα φαύλο κύκλο. Το δε Εκείθεν δεν είναι προσβάσιμο, οπότε δεν καταδεικνύεται μέσω αυτού η αποδεκτή ερμηνεία. Οπότε, «κάθε ερμηνεία κρέμεται στον αέρα μαζί με εκείνο που ερμηνεύει και δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως στήριγμα» (Λ. Βιττγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, § Ι. 198). Κατ’ αναλογία με τη θεολογική προσέγγιση, ο Θεϊκός Λόγος στο Εκείθεν έγινε προσπελάσιμος από τους ανθρώπους χάρη στον Θεάνθρωπο, μέσω των έργων και λόγων του στο Εντεύθεν, όπως εκτίθενται στην Καινή Διαθήκη.

Το ολισθηρό Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας

Έστω λοιπόν ότι το νόημα των λέξεων σχηματίζεται Εντεύθεν της ανθρώπινης παρουσίας. Πιο συγκεκριμένα, σχηματίζεται μέσα στην ανθρώπινη κοινότητα· από αριθμό πληθυντικό. Όμως τοποθετώντας το νόημα στο Εντεύθεν, υπάρχει ο κίνδυνος της διολίσθησης στον σχετικισμό του νοήματος, άπαξ και η οριοθέτηση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο αποκοπεί από κάθετι εκτός της ανθρώπινης προοπτικής, από κάθετι αντικειμενικό. Το νόημα κινδυνεύει να αφεθεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα μιας συνάθροισης ανθρώπων, ενδεχομένως τυφλής και περιστασιακής, χωρίς να συγκαθορίζεται από κάτι που να ξεπερνά τις γνώμες αυτής ακριβώς της συνάθροισης . Ή να αφεθεί στην αρμοδιότητα μιας εξουσίας που σταδιακά επιβάλλει ένα συγκεκριμένο νόημα στις λέξεις (ας αναλογιστούμε το δυστοπικό σενάριο που εκτίθεται στο μυθιστόρημα 1984 του Τζωρτζ Όργουελ).

Ο σχετικισμός γίνεται ακραίος, αν μπορεί κάποιος να υποστηρίζει, για παράδειγμα, πως ένα αντικείμενο είναι σφαιρικό, ένας άλλος να υποστηρίζει πως είναι κυβικό, και τελικά να έχουν και οι δύο το ορθό με το μέρος τους. Οπότε καταργείται η διάκριση ανάμεσα σε ορθό και λανθασμένο νόημα, αφού ό,τι νομίζει κάποιος ορθό, θα είναι και ορθό. Ο σχετικισμός αποκτά σκεπτικιστικές προεκτάσεις, αν συνδυαστεί με τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει κάτι που να χαρίζει την ορθότητα σε έναν εκ των δύο συνομιλητών.

Έστω λοιπόν ότι οι γλωσσικοί κανόνες, και συνακόλουθα το νόημα των λέξεων, δεν καθορίζονται στο αόρατο και απροσπέλαστο Εκείθεν αλλά στο ορατό και απτό Εντεύθεν. Πιο συγκεκριμένα, μέσα στην ανθρώπινη συμβίωση, ή αλλιώς την κοινότητα των ανθρώπων. Όμως άπαξ και το νόημα κατά την αναφορά των λέξεων σε αντικείμενα είναι διυποκειμενικό, δεν χάνει απαραίτητα την τριβή του με αυτά ακριβώς τα αντικείμενα, δηλαδή με κάτι ανεξάρτητο από τη βούληση μίας ομάδας ανθρώπων. Να λέμε «η γη κινείται» ανταποκρινόμενοι στη σχέση γης και ήλιου, ακόμα και αν κάποιοι αποφασίσουν να λένε «ο ήλιος κινείται». Η αντικειμενικότητα δεν διασφαλίζεται μόνο από το Εκείθεν της λογικής αναγκαιότητας. Αρκεί με κάποιον τρόπο να εισέρχονται και τα αντικείμενα στον καθορισμό του νοήματος.

Το στοίχημα της διυποκειμενικότητας

Αναζητώντας την αντικειμενικότητα, μπορούμε να στραφούμε από το απροσδιόριστο Εκείθεν στον απτό περιβάλλοντα χώρο μας. Υπάρχει, πράγματι, η ανάγκη να μην εξαλειφθεί από το νόημα  η τριβή με κάτι ανεξάρτητο των ανθρώπων. Το ανεξάρτητο ετούτο είναι η φυσική νομοτέλεια στην οποία υπακούει το κάθε αντικείμενo. Αυτή η τριβή, η επικοινωνία μέσω ενός «ρεπορτάζ των αντικειμένων», προσδίδει εγκυρότητα στις λέξεις των εκάστοτε πρακτικών, χωρίς αυτές να αφήνονται αποκλειστικά στα χέρια μίας ενδεχομένως περιστασιακής συνάθροισης ανθρώπων∙ ή μιας συγκυριακής άποψης που καλλιεργείται από ομάδες ανθρώπων με βάση σκοπιμότητες διαφορετικές από την αλήθεια.

Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις σκόπιμο είναι η διυποκειμενικότητα να φιλοξενεί, ή και να ενσωματώνει, μια υποκειμενική προοπτική, αρχικώς αποκλίνουσα από εκείνη που έδειχνε να συμμερίζεται μία κοινότητα ανθρώπων. Το υποκειμενικό αίσθημα κάποιου όταν αναφωνεί «θάλασσα!» να φιλοξενείται στο νόημα της λέξης αυτής, έστω και ως αμυδρή απόχρωση. Μήπως όμως η απόχρωση αυτή, αναιρεί τη στερεότητα του νοήματος; Όχι, γιατί δεν ακυρώνει το γεγονός ότι με τη λέξη «θάλασσα» αναφερόμαστε στη γνωστή υδάτινη επιφάνεια. Απλώς αναδεικνύει μία ακόμα πτυχή της, απαραίτητη σε ορισμένες πρακτικές. Πτυχή «δεμένη» με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη περίσταση. Εξάλλου, η εκάστοτε πρακτική διαμορφώνει τους δικούς της όρους για να οδηγήσει σε έναν ελεύθερο προσανατολισμό. Γι’ αυτό και σε ορισμένες πρακτικές είναι απελευθερωτικό το να μπορείς να λες 2+2=4 (στο 1984 του Όργουελ), ενώ σε κάποιες άλλες είναι απελευθερωτικό το 2+2=5 (στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι).

Όπως φάνηκε, το νόημα μιας λέξης εδραιώνεται από τους ανθρώπους, δηλαδή είναι διυποκειμενικό. Παρόλ’ αυτά η διυποκειμενικότητα, ξεφεύγοντας από τη Σκύλλα του Εκείθεν, δεν πέφτει απαραίτητα στη Χάρυβδη του σχετικισμού. Το νόημα μπορεί να διασώζει μιαν αντικειμενική αναφορά στα πράγματα, δηλαδή να λέω «θάλασσα» και να αναφέρομαι στη θάλασσα. Να μπορώ να λέω, κατά το λαϊκότερον, «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη». Εκτός αυτού, σε συγκεκριμένες πρακτικές και περιστάσεις η λέξη «θάλασσα» χρειάζεται να φιλοξενεί υποκειμενικές νοηματικές αποχρώσεις. Να περιέχει ιριδισμούς που αποδίδουν το ιδιαίτερο βίωμα που μπορεί να έχω από τη θάλασσα. Οπότε όντας το νόημα των λέξεων διυποκειμενικό, να μπορεί να φιλοξενεί τόσο την αντικειμενικότητα, όσο και την υποκειμενικότητα. Ο δε χώρος που θα αφεθεί είτε στη μία –την αντικειμενικότητα– είτε στην άλλη –την υποκειμενικότητα– είναι συνυφασμένος με την εκάστοτε πρακτική, τη συγκυρία και το στοίχημα που κάποιος βάζει μαζί της.

φιλοσοφικό ημερολόγιο #12

*

*

Οι ορίζοντες των λέξεων

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Προσανατολίζομαι στον κόσμο συμμετέχοντας σε διάφορες πρακτικές. Οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Ανάλογα δε με το είδος της πρακτικής, οι λέξεις παίζουν διαφορετικό ρόλο στην έκβασή της· άλλοτε κρίσιμο και άλλοτε συνοδευτικό. Άλλη βαρύτητα έχουν οι λέξεις στη δημοσιογραφία και άλλη σ’ ένα παιχνίδι όπως η ρουλέτα. Σε κάθε περίπτωση, σε μία πρακτική καλούμαι συχνά να ονομάσω γεγονότα και όψεις του κόσμου. Καλούμαι να αναφερθώ με σαφήνεια σε αυτά, κάτι όχι τόσο εύκολο αφού εμφανίζονται με διαφορετικό τρόπο σε ποικίλες καταστάσεις. Οπότε προκύπτουν τα εξής ερωτήματα : Πώς γνωρίζω το νόημα των λέξεων ώστε να τις χρησιμοποιώ ορθά καθώς αναφέρομαι σε όψεις του κόσμου;

Μία διερεύνηση για το νόημα των λέξεων έχει προεκτάσεις που εντέλει σχετίζονται τόσο με τη γλώσσα όσο και με τον ίδιο τον προσανατολισμό μας. Όχι μόνο γιατί οι πρακτικές συνυφαίνονται με λέξεις. Όχι μόνο γιατί οι λέξεις ασκούν μιαν έλξη, αποτελώντας για μας ένα κάποιο ελιξήριο. Η εκδίπλωση του καθενός στον κόσμο και η προσπάθεια του να προσανατολιστεί σε αυτόν, αντανακλάται συχνά στη γλώσσα και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτυγχάνεται χάρη σε αυτήν. Οι λέξεις δεν είναι απλώς ετικέτες που «κολλάνε» πάνω σε έννοιες ή αντικείμενα. Είναι σε θέση να διαμορφώσουν καινούργιες συλλήψεις, να σταθεροποιήσουν προϋπάρχουσες ή να επεκτείνουν το εύρος τους. Η γλώσσα δεν είναι απλά μια κωδικοποίηση ή αναπαράσταση της σκέψης, αλλά και όχημα αυτής, οδηγώντας τη σε τόπους απρόσμενους. Οπότε επηρεάζουν την αποτύπωση μιας κοσμοεικόνας, τη διαμόρφωση ενός σχεδίου δράσης και εν τέλει τη συγκρότηση μιας ταυτότητας.

Ορισμοί, χρήσεις και καταχρήσεις

Μήπως για να γνωρίσω το νόημα των λέξεων θα αρκούσε ένα καλό λεξικό σε συνδυασμό με τη γνώση συντακτικών και γραμματικών κανόνων; Έστω για παράδειγμα η λέξη «γη». Διαβάζω στο αντίστοιχο λήμμα ενός λεξικού τον εξής ορισμό: «ο τρίτος σε σειρά απόστασης από τον Ήλιο πλανήτης του ηλιακού συστήματος, που έχει σχήμα ελλειψοειδές και πάνω στον οποίο κατοικούν οι άνθρωποι» . Περιλαμβάνει ένας τέτοιος ορισμός τα δυνατά νοήματα της λέξης «γη»; Αποδίδει το νόημά της τόσο σε μια συζήτηση για τη γεωργία, όσο και κατά τη μεταφορική της χρήση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο; Περιέχει το νόημα της λέξης «γη» όπως την διαβάζω σε κείμενο του Αριστοτέλη και προσπαθώ μέσω αυτής να ερμηνεύσω ένα χωρίο; Σε ποιόν βαθμό αποκαλύπτει το νόημα παραγώγων αυτής, όπως η λέξη «απογείωση»;

Σαφώς η γνώση των ορισμών και επεξηγήσεων που παρέχει ένα λεξικό, καθώς και των γραμματικών ή συντακτικών κανόνων, αποτελούν συχνά προϋπόθεση για την ορθή χρήση μιας λέξης, αλλά μία τέτοια γνώση δεν διασφαλίζει ότι θα χρησιμοποιήσω ορθά τη λέξη αυτή σε διαφορετικές πρακτικές. Δηλαδή ότι θα την χρησιμοποιήσω καίρια, κατά τρόπο που θα φωτίσει μοναδικά μία συγκεκριμένη περίσταση, κατά τρόπο που θα κάνει τη λέξη ένα ξέφωτο στο οποίο φτάνω ύστερα από μάταιες περιπλανήσεις. Μήπως αρκεί να παρατηρώ με ποιο τρόπο κάποιοι άλλοι -πιο έμπειροι- χρησιμοποιούν συγκεκριμένες λέξεις, ή να ακολουθήσω τις υποδείξεις τους; Κάτι ανάλογο φαίνεται να κάνουν τα παιδιά, όταν αρχίζουν να εκφέρουν λέξεις ακούγοντας τους μεγαλύτερους. Αν, για παράδειγμα, κάποιος δείξει σε ένα παιδί μία μπάλα, λέγοντάς του ταυτόχρονα «αυτό ονομάζεται μπάλα», το παιδί θα αρχίσει να μαθαίνει το νόημα της λέξης «μπάλα». Θα αρχίσει να συσχετίζει λέξεις και αντικείμενα, οπότε στη συνέχεια θα μπορεί να αναφερθεί σε αυτά δια της γλώσσας.

Όμως αρκεί το άκουσμα μιας λέξης για να κατανοήσει ένα παιδί το νόημά της; Ακόμα και αν την αρθρώσει, μήπως απλώς την παπαγαλίζει; Προκειμένου να διαπιστώσω αν έχει κατανοήσει τη λέξη, παρατηρώ με ποιον τρόπο τη χρησιμοποιεί• σε ποιες περιστάσεις, πρακτικές και γλωσσικά παιχνίδια. Με άλλα λόγια, η κατανόηση μιας λέξης ελέγχεται κατά τη χρήση αυτής. Για παράδειγμα, έστω ότι ακούω από έναν καθηγητή γεωμετρίας την επεξήγηση μιας καινούργιας λέξης για μένα, όπως η λέξη «υποτείνουσα». Μου δείχνει επίσης πώς υπολογίζεται σε ένα τρίγωνο, ή σε ποια θεωρήματα υπεισέρχεται. Δεν είναι ασυνήθιστο το φαινόμενο να μου δημιουργηθεί η πεποίθηση, ακολουθούμενη από ένα αίσθημα ικανοποίησης, ότι ακούγοντας τον καθηγητή, έχω πλέον κατανοήσει τι σημαίνει «υποτείνουσα». Όμως διαπιστώνω την άγνοιά μου μόλις προσπαθήσω να την υπολογίσω σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεν αρκεί, λοιπόν, το άκουσμα μιας λέξης για την κατανόηση του νοήματός της. Πρέπει να δοκιμαστώ στη χρήση της και από εκεί θα διαπιστωθεί αν όντως την κατανόησα ή όχι. (περισσότερα…)

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)