Ηλίας Μαλεβίτης

Για την αλληλογραφία Σεφέρη-Λορεντζάτου

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Γράμματα Σεφέρη – Λορεντζάτου
(1948 – 1968),
Επιμελήθηκε Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος,
Δόμος / Εν πλω, 2025

Επανεκδόθηκε μετά από 35 χρόνια η προ πολλών ετών εξαντλημένη αλληλογραφία Σεφέρη – Λορεντζάτου. Ενώ η συλλογή των 100 σχεδόν επιστολών, ταχυδρομικών δελταρίων, καρτών και τηλεγραφημάτων τυπικά καλύπτει μια εικοσαετία, την περίοδο ’48 με ’68/69, στη πράξη δεν αφορά παρά ελάχιστα μόνον χρόνια (αυτά ανάμεσα ’48 και ’56), κατά τα οποία παρατηρείται έτσι κι αλλιώς η μέγιστη πύκνωση της γραπτής επικοινωνίας μεταξύ των δύο αλληλογράφων· τόσο από ποσοτικής πλευράς (78 «γράμματα», ήτοι τα 4/5 του συνόλου) όσο και από πλευράς χρονικής συχνότητας ανταλλαγής των επιστολών αυτών.

Αν και στην επικοινωνία τους πάντα αναφέρονται σε «γράμματα», η ιδιότυπη τιτλογράφηση αυτής της γραπτής επικοινωνίας πιθανόν ξεφεύγει από τα όρια μιας γλωσσικής ή/και αισθητικής μόνον προτίμησης και πιθανόν υποδεικνύει κάτι διαφορετικό και πέραν της συχνόχρηστης σε τέτοιες περιπτώσεις καθιερωμένης λέξης ‘αλληλογραφία’. Η ―ηθελημένη― επιλογή της λέξης «Γράμματα» προφανώς προέρχεται από τον έτι ζώντα τότε Λορεντζάτο και σίγουρα υποδηλώνει κάποια προθετικότητα, εάν συλλογιστούμε π.χ. πως η γραπτή επικοινωνία του με τον Στυλιανό Αλεξίου τιτλοφορήθηκε, τυπικά όπως όλες, ως Αλληλογραφία. Ήθελε με αυτή την ―εσκεμμένη, επαναλαμβάνω― επιλογή ο Λορεντζάτος να προειδοποιήσει τον αναγνώστη πως πρόκειται απλά για «γράμματα» κι όχι κάτι βαθύτερο ή ουσιαστικότερο; πώς ό,τι κι αν λένε αυτά τα γράμματα δεν φτάνουν στην ουσία της προσωπικής σχέσης των δυο τους; μήπως ακριβώς θέλει να υποδείξει μια ανάγνωση υπό το πρίσμα μιας ευρύτερης, αμεσότερης επαφής και φιλίας μεταξύ των δύο ανδρών; Υπαινίσσεται δηλαδή πως η αλληλογραφία τους, όπως κι αν διαβαστεί, δεν αποτελεί παρά ένα και μόνον, ισχνό, κριτήριο της βαθύτερης, ουσιαστικότερης και διαχρονικής σχέσης τους, και μάλιστα σχετικά με ορισμένα μόνον ζητήματα που συζήτησαν σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα της γνωριμίας τους; μιας μακράς σχέσης, υπενθυμίζω, που κράτησε δι’ όλου του βίου τους, έως τον θάνατο του Σεφέρη. Είναι όντως μία αχνή υποσημείωση-υπενθύμιση προς τον αναγνώστη ή απλά αποτελεί μια επιλογή, αισθητικής και γλωσσικής τάξης; Ας είναι.

Η αλληλογραφία μεταξύ των δυο Ελλήνων συγγραφέων, που χαρακτηρίζεται από τον εξονυχιστικό κι ακριβολόγο επιμελητή της Δ. Ν. Τριανταφυλλόπουλο ως «άκρως ενδιαφέρουσα», σχεδόν με το ξεκίνημά της φανερώνει την αυθόρμητη ανάπτυξη μίας πηγαίας αμεσότητας, φιλίας και οικειότητας, και τούτο παρά την δεκαπενταετή ηλικιακή διαφορά μεταξύ των δύο επιστολογράφων. Λίαν χαρακτηριστικά, οι τυπικές προσφωνήσεις, συντομότατα μέσα στον ίδιο χρόνο, μεταβάλλονται (με πρωτοβουλία του Σεφέρη) στα παιγνιώδη Ζη και Σε.

Και όντως η ιδιαίτερη σημασία της εν λόγω αλληλογραφίας θεωρώ πως αφορά πρωτίστως στην ανάδειξη της γενεαλογίας μιας σχέσης ζωής των δύο επιστολογράφων, και των συστατικών στοιχείων που την θεμελίωσαν, την οικοδόμησαν και την ανέθρεψαν, την βαθιά δηλαδή γνώση και τον διάλογο που είχαν με την δυτική λογοτεχνία, μα και την ακατασίγαστη και κοινή έγνοια και μέριμνα για την ελληνική γλώσσα και την πορεία του τόπου τους. Στη συνέχεια στην κριτική που άσκησε ο καθείς στο έργο του άλλου, στην αποτύπωση της «ευρωπαϊκής περιπέτειας» του Λορεντζάτου, καθώς και στην καταγραφή της πορείας μεταστροφής του (για την τελευταία γνωρίζουμε πλέον πώς εξελίχθηκε κατά τα χρόνια παραμονής του Λορεντζάτου στο Λονδίνο από πρώτο χέρι, τον βασικό συνδιαμορφωτή της και οικοδεσπότη του Λορεντζάτου Φίλιππο Σέρραρντ). Ας συμπληρώσω πως μέσα στην αλληλογραφία παρελαύνει μια μεγάλη στρατιά Ευρωπαίων λογοτεχνών, μα κι απ’ αρχής μέχρι τέλους ο Έζρα Πάουντ και το έργο του. Με τη μετάφραση εξάλλου της Κατάης από τον Λορεντζάτο ξεκινά σχεδόν ο επιστολικός τους διάλογος (η οποία μετάφραση και ολοκληρώνεται με την ανταλλαγή διορθώσεων και παρατηρήσεων και την τελική αφιέρωσή της στον Σεφέρη). Πάντως είναι σαφές, όπως σημείωνε κι ο επιμελητής, πως με αυτή την αλληλογραφία πληροφορηθήκαμε τελικά περισσότερα για τον βίο του «αναχωρητικού» Λορεντζάτου. Υπάρχουν και άλλες στιγμές; Σαφώς ναι, και ορισμένες έχουν ήδη καταδειχθεί ή/και σχολιαστεί, σχετικά με τη μη αναφορά τους στη συγκαιρινή τους πολιτική κατάσταση εν Ελλάδι, το πώς συζητούν ορισμένα ζητήματα οι αλληλογράφοι γιοι καθηγητών Πανεπιστημίου κλπ. Αλλού όμως θέλω για λίγο να σταθώ.

Έχει πολυσυζητηθεί η «ρήξη» μεταξύ τους με αφορμή το γράμμα της 18/4/56 όπου ο Λορεντζάτος, επικρίνοντας τη συλλογή Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν, μιλά για την χρήση της ελληνικής λαλιάς… στο κενό, αλλά και η μεταστροφή του Λορεντζάτου που διατυπώνεται θεωρητικά στο Χαμένο κέντρο (στον τιμητικό τόμο για τα τριαντάχρονα της Στροφής, το 1961). Ταυτόχρονα, εξαιτίας και της πρόσφατης κυκλοφορίας και των τελευταίων τόμων του ημερολογίου του Σεφέρη, έχει δοθεί υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα σε αυτή την υποτιθέμενη «ρήξη», προσκομίζοντας τα πολλαπλά κείμενα μιας ανεπίδοτης σεφερικής επιστολής και ορισμένων δηκτικών κρίσεων του νομπελίστα για τον Λορεντζάτο στα ημερολόγιά του. «Unresolved tension» την χαρακτήρισε ο Τσαρλς Λοκ εν όψει της επίσκεψης του Πάουντ στην Αθήνα το 1965, κι έφθασε μάλιστα αμετροεπώς και παντελώς ανυποστήρικτα να γράψει πως οι δυο τους «were never close again».

Όντως μετά την ανταλλαγή τριών επιστολών το Μαγιάπριλο του ’56, η επικοινωνία τους διακόπηκε για δυο χρόνια. Είναι ενδιαφέρον όμως πώς αποκρίνεται ο Λορεντζάτος (που έχει κλειστεί πια στο «κελλί» του στην Κηφισιά) στον Σεφέρη που κάνει την πρώτη κρούση: «Αδερφέ μου, […] Άλλοτες σου έγραφα για διάφορα ζητήματα ― που δε με ενδιαφέρουν πια. Ένα δεν άλλαξε, και το ξέρεις: η θέση που σου έχω μέσα στην καρδιά μου. Αυτό. Τί δήτα;» (19/12/58). (περισσότερα…)

Η αράχνη, η κουκουβάγια και ο Πορθητής: Μια ιστορία από την Άλωση της Πόλης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Όλα ξεκίνησαν με αφορμή την Άλωση της Πόλης. Εκεί λοιπόν που διάβαζα

«πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης»,

ξανάπιασα στα χέρια μου την Άλωση του Ράνσιμαν. Γρήγορα το μάτι μου έπεσε σε κάτι που είχα υπογραμμίσει ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια και σχετίζεται με μια υποτιθέμενη απαγγελία ενός περσικού δίστιχου από τον Πορθητή Μωάμεθ.

Ας ξαναθυμηθούμε όμως εκείνες τις στιγμές της εισόδου του νικητή, εκπορθητή Μωάμεθ στην Πόλη των Πόλεων, το απόγευμα της ίδιας μέρας, αφού ο στρατός του είχε επί το πλείστον καταλεηλατήσει πια και διαγουμίσει τις ζωές και το βιος της θεοφρούρητης Βασιλίδος, της περιλάλητης Κωνσταντινούπολης.[1]

«Ο ίδιος ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη αργά το απόγευμα. Συνοδευόμενος από την εκλεκτότερη φρουρά του από γενίτσαρους και ακολουθούμενος από τους υπουργούς του, προχώρησε αργά μέσ’ από τους δρόμους ως την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπροστά από τις από τις πύλες της ξεκαβαλίκεψε και έσκυψε για να σηκώσει μια φούχτα χώμα που έριξε απάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινοφροσύνης μπροστά στο Θεό του. Μπήκε μέσα στην εκκλησία και έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Κατόπιν, καθώς βάδιζε προς το ιερό, παρατήρησε έναν Τούρκο στρατιώτη που προσπαθούσε ν’ αποσπάσει ένα κομμάτι μάρμαρο από το δάπεδο. Γύρισε προς αυτόν με οργή και του είπε ότι η άδεια για λαφυραγωγία δεν περιλάμβανε την καταστροφή των κτιρίων. Αυτά τα προόριζε για τον εαυτό του. Υπήρχαν ακόμα και μερικοί Έλληνες ζαρωμένοι στις γωνίες που οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα δέσει για να τους απαγάγουν. Διέταξε να τους αφήσουν να πάνε ήσυχα στα σπίτια τους. Κατόπιν βγήκαν μερικοί ιερείς από τα μυστικά περάσματα πίσω από το ιερό και του ζήτησαν έλεος. Και αυτούς επίσης άφησε να φύγουν κάτω από την προστασία του. Αλλά επέμεινε να μετατραπεί αμέσως η εκκλησία σε τζαμί. Ένας από τους ουλεμάδες του ανέβηκε στον άμβωνα και κήρυξε ότι δεν υπήρχε άλλος θεός από τον Αλλάχ. Ο ίδιος κατόπιν ανέβηκε στο ιερό και προσκύνησε τον νικηφόρο Θεό του. Όταν βγήκε από την εκκλησία ο σουλτάνος, πέρασε την πλατεία και πήγε στο παλιό Ιερό Παλάτι. Καθώς περνούσε μεσ’ από τις μισοερειπωμένες αίθουσες και διαδρόμους του, λέγεται ότι μουρμούρισε τους στίχους ενός Πέρση ποιητή:

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της στο παλάτι των Καισάρων
και η κουκουβάγια κρώζει στους πύργους του Αφρασιάμπ».

(“When he left the Cathedral the Sultan rode across the square to the old Sacred Palace. As he moved through its half-ruined halls and galleries it was said that he murmured the words of a Persian poet: ‘The spider weaves the curtains in the palace of the Caesars; the owl calls the watches in Afrasiab’s towers”).

Δίπλα λοιπόν σ’ αυτή την τελευταία φράση με το περσικό δίστιχο είχα σημειώσει –Κύριος οίδε πότε!– ότι το δίστιχο αυτό προερχόταν από το Σαχναμέ του Φερντουσί. Γέλασα με έκδηλη ικανοποίηση μα και παρευθύς βάλθηκα να το επιβεβαιώσω σκαλίζοντας το Σαχναμέ του Φερντουσί. Όσο κι αν έψαχνα όμως, πουθενά δεν βρισκόταν τέτοιο δίστιχο. Αυτό ήταν! Από τη στιγμή που το ξαναντίκρισα, μου έγινε έμμονη, βασανιστική ιδέα να βρω την προέλευσή του, να εξακριβώσω ποιο στόμα το ξεστόμισε πρώτο ή ποια γραφίδα το κατέγραψε. Ήταν όντως περσικής καταγωγής κι εμπνεύσεως ή δημιούργημα αυτοσχέδιο του Μεχμέτ του Πορθητή;

Ας δηλώσω ευθύς εξαρχής πως η εναρκτήρια ορμή για να θηρεύσω τον δημιουργό αυτού του δίστιχου ξεπήδησε κεραυνοβόλα κι αυθόρμητα, λόγω της ποιητικής πυκνότητας, εκφραστικής εικονοποιητικής δεινότητας κι εκθαμβωτικής ενάργειας του ίδιου του δίστιχου. Στα μάτια και στα αυτιά μου (και πάμπολλων άλλων μέχρι πρόσφατα, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια) δεν έχουν αστραποβολήσει άλλοι στίχοι που να μιλούν με τέτοια αλληγορική ακρίβεια (ναι· σύντομα θα εξηγήσω την υποτιθέμενη αντίφαση) και ελεγειακή εικονοποιΐα για την καταστροφή, την πτώση και την ερήμωση ενός πολιτισμού, μιας αυτοκρατορίας, μιας πανίσχυρης  εγκόσμιας κυριαρχίας· για την ανατροπή της τύχης. Συνήθως ό,τι σύστοιχο ανάλογο επικαλείται ο δυτικοστραφής νους μας είναι η κατάφορτη αποσιωπητικών και στοχαστικής διδακτικότητας συμπερασματική φράση sic transit gloria mundi(περισσότερα…)

«Τὸν γάμο πὲς τὸν σκοτεινό»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 3 / 4 ]

Πρώτο και Δεύτερο Μέρος

~.~

Η μετάφραση του Σίμου Μενάρδου

Η πιο γνωστή και ευχερώς κυκλοφορούσα (και διαδικτυακώς πλέον) μετάφραση του επύλλιου του Μουσαίου, δικαίως και παναξίως παραμένει αυτή του Σίμου Μενάρδου. Ο κυπριακής καταγωγής Σίμος Μενάρδος (1872-1933), καθηγητής στην Οξφόρδη και το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, ου μην και στο King’s College και το Cambridge, όπου δίδαξε για ένα έτος νεοελληνική ποίηση, και ακαδημαϊκός, πέραν της εμβριθούς φιλολογικής και λογοτεχνικής του κατάρτισης («από του Ομήρου μέχρι του Παλαμά») επέδειξε κι ένα ιδιαίτερο τάλαντο ξεχωριστής ποιητικής ευαισθησίας και δημιουργικότητας. Πέραν των όσων προσωπικών ποιητικών έργων κατέλιπε, μας άφησε τον Στέφανο (Ι. Σιδέρης, 1924), τις μεταφράσεις αρχαίας και ύστερης ―λυρικής επί το πλείστον― ελληνικής ποίησης, και μάλιστα δυσμετάφραστων τμημάτων, που σώζονται κυρίως αποσπασματικά, όπως είχε επισημάνει ο Συκουτρής. Για το έργο του αυτό επαινέθηκε όχι μόνο από τον Συκουτρή, αλλά και από τους ποιητές και συγγραφείς της εποχής του. Το έργο παρουσίασαν εγκωμιαστικά ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Σκίπης, ο Γρυπάρης, ο Παλαμάς μεταξύ άλλων. Ευκαιρίας δοθείσης, θα ήθελα να εκφράσω εδώ τη βαθύτατη λύπη μου που δεν ευοδώθηκε ο αρχικός σχεδιασμός του να κυκλοφορήσει και δεύτερο τόμο των μεταφράσεών του που όπως είχε προαναγγελθεί περιλάμβανε εκλογές «εκατόν ποιητών και ποιημάτων από τη χιλιετή ελληνοχριστιανικήν αυτοκρατορίαν». Είναι σχεδόν βέβαιο ότι τουλάχιστον η γνώση και η επαφή ενός ευρέος κοινού (ου μην και ποιητών φευ, μα και διανοουμένων) θα είχε ζωογόνα εμπλουτιστεί με μία ακόμη σχεδόν άγνωστη κι απροσπέλαστη χιλιόχρονη ελληνική ποιητική παράδοση.

Την μετάφραση του Μουσαίου πρωτοδημοσίευσε σε δύο μερικά αποσπάσματα, το πρώτο στα Παναθήναια, έτος Δ΄. τχ. 78 (31 Δεκ. 1903), σ. 166-169, και το δεύτερο στο περιοδικό Ακρίτας, έτος Β΄, τ. Γ΄, τχ. 22-23 (Ιούν.-Ιούλ. 1905), σ. 140-143. Η πρώτη σύνολη και αυτοτελής έκδοση της μετάφρασης του έργου του Μουσαίου έγινε το 1911 (εκδ. Φέξης). Είναι ενδεικτικό για τον τρόπο και τον χαρακτήρα της εργασίας του τα όσα διαλαμβάνονται στο εισαγωγικό σημείωμά του:

«Το ύφος ενθυμίζει κάπου τα κρητικά και κυπριώτικα τραγούδια· αλλά ο σημερινός στιχουργός νομίζει ότι έπρεπε κάπως να μιμηθή τα παλαιά δημοτικά μας έπη, αφ’ ου και ο ποιητής εμιμήθη τόσον πολύ τα ομηρικά. Εχρειάζετο κάποιος τρόπος ανάλογος, δια ν’ αποδοθή οπωσδήποτε η τέχνη του Μουσαίου».

Εκδόθηκε ξανά μαζί με το σύνολο των μεταφράσεών του της αρχαίας και ύστερης ελληνικής ποίησης το 1924 (εκδ. Ι. Σιδέρης) και πάλι το 1971 (εκδ. Δίφρος). Η αξιοθαύμαστη και ποιητικότατη γλωσσική μετάπλαση της αρχαίας ελληνικής ποίησης στη νεώτερη δημιοτκή γλώσσα αξιώθηκε και την ποιητική της εξύμνιση από τον Κωστή Παλαμά, που θαυμαστικά τον αναφέρει ως μεταφραστή και του Ομήρου και του Μουσαίου:

Στὸ Σίμο Μενάρδο

Καὶ τοῦ Ὁμήρου φωνὴ καὶ τοῦ Μουσαίου!
Ποίημα καινούριο ὁ στίχος σου τὴν κάνει,
καὶ τοῦ παρνασσικοῦ χοροῦ τοῦ ἀρχαίου
τοῦ φορεῖς δροσοστάλαχτο στεφάνι.

Τῆς τιμῆς τὸ χαιρέτισμα τὸ φέρνεις
καὶ στοῦ καιροῦ τοῦ νέου μας τὸ λυράρη,
καὶ τὴν καρδιά σου ἀδίσταχτα τὴ γέρνεις
φῶς ἱλαρὸ στοῦ ταπεινοῦ τὴ χάρη.

Στοὺς ποὺ ζοῦμε καιροὺς τί τάχα μένει
ποὺ νὰ στέκεται πιὸ ἄξιο στὴ ζωή;
Ποιός ξέρει! Μπορεῖ ἐκεῖνος ποὺ τοῦ εὐφραίνει
τ’ ὄνειρο τῆς Πολύμνιας ἡ πνοή.

~•~

Όπως σημειώνει κι ο γιος του Μενάρδου Γεώργιος, που επιμελήθηκε την τελευταία μεταθάνατια έκδοση του Στεφάνου, ο Σίμος Μενάρδος «εδιόρθωνε αδιακόπως τα κείμενά του». Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στη μετάφραση του Μουσαίου, καθώς μια αντιβολή ήδη των πρώτων αποσπασματικών μεταφρασμάτων με την πρώτη αυτοτελή έκδοση και με την πρώτη έκδοση του Στεφάνου φανερώνει τις απανωτές διορθωτικές παρεμβάσεις του πατρός Μενάρδου. Οπότε, δικαίως θαρρώ πως υποχρεούμαστε εδώ να ακολουθήσουμε το κείμενο όπως μας παραδίδεται στην τελευταία, μεταθανάτια έκδοση του 1971, επειδή ακριβώς ενσωματώνει τις τελικές ―και σίγουρα τις πλέον κατασταλαγμένες― διορθώσεις και αλλαγές του μεταφραστή, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στην μακρά εκδοτική πορεία τριών προηγούμενων δημοσιεύσεων. (περισσότερα…)

Στο Χαμαντάν η Εσθήρ, κι άλλες τροχιές ομόκεντρες

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Χιόνιζε σαν μπήκαμε στο Χαμαντάν. Δυο μέρες τώρα που ξεκινήσαμε από τα δυτικά, στο Κερμανσάχ, το ’στρωνε το χιόνι. Ήδη είχαμε δει κρουσταλλιασμένους τους καταρράκτες του Γκαντζναμέ έξω απ’ την πόλη. Παγωμένη κυριολεξία· του σημαινομένου της αντάξια η εικόνα.

Τ’ απομεσήμερο βαρύ· σκοτεινιασμένος ο ουρανός, βουβά κι εξακολουθητικά, ράντιζε τουλούπες χιόνι την πόλη. Μπήκαμε στο μεγάλο τζαμί. Χτισμένο κοντά στα μέσα του 19ου αιώνα, τεράστιο, μ’ ένα θεόρατο ιβάν στην είσοδο, το έστεφαν δυο μιναρέδες.  Μ’ ωχροκίτρινα και κοκκινοκαφέ της άμμου τούβλα κεντημένοι οι τοίχοι μέσα κι έξω. Οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν μαλακά, έκανε κρύο.

*

*

Παραδίπλα από το πελώριο ιβάν του τζαμιού είχε ένα φούρνο. Μπήκα μέσα να πάρω κάνα φτενό φρεσκοψημένο στα τοιχώματα των κυκλικών φούρνων φελί ψωμί λαβάς. Οι φουρναραίοι με κεφαλομάντηλα σφιχτά δεμένα πλάθουν το ζυμάρι και τ’ απλώνουν σε σχήμα κυκλικό πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι φουσκωτό υφασμάτινο, κι έπειτα το κολλάνε στα καμπύλα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου. Στη σάρκα του απάνω αφήνουνε συνήθως λακκουβίτσες με τ’ ακροδάχτυλά τους ζυμωμένες. Λαχτάρα μεγάλη να βλέπεις το ζυμάρι να φουσκαλιάζει τόπους τόπους πυρρόξανθο καθώς ψήνεται, κι αμέσως με τις σιδερένιες λαβίδες τους αριστοτεχνικά να το ξεκολλάνε από τα τοιχώματα οι φουρνάρηδες και να τ’ απιθώνουν αχνιστό στον πάγκο. Φρεσκοψημμένο πέρσικο ψωμί, να ζεματάει μες στις φούχτες σου, σ’ όλες τις εκδοχές του ιρανικού νάαν (λαβάς, μπαρμπαρί ή σανγκάκ): η πιο άδολη βουλιμία που με καταλαμβάνει συχνά στο Ιράν.

~.~

*

Το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα)

*

Για το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα) ήξερα. Για τον τάφο της Εσθήρ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ίσαμε τότε. Ένας κυλινδρικός κουμπές, πιότερο σαν μιναρές μικρού χωριάτικου τζαμιού, με έναν λευκό χιονένιο σκούφο πάνω του κουκούλωνε θωπευτικά την Εσθήρ και τον θειό της Μορντεχάϊ (Μαρδοχαίο). Η πόρτα, βράχος μονόλιθος, βαρύς και χαμηλός, σκυφτά σ’ ανάγκαζε να μπεις μέσα, αφού βγάλεις τα παπούτσια σου. Δίπλα δίπλα τα δυο κιβούρια σκεπασμένα με υφάσματα στην μέση του στενάχωρου δωματίου.

*
DSC01219

*
Η εβραιοπερσική παράδοση θέλει τούτο το διπλό μνήμα να στεγάζει τη βιβλική Εσθήρ και τον θειό-θετό της πατέρα, Μαρδοχαίο. Πρώτος μιλάει για τον τάφο της Εσθήρ ο εκ Τουδέλης Βενιαμίν, ο ισπανοεβραίος ταξιδιώτης από τη Ναβάρρα, στο Βιβλίο των ταξιδιών του, καρπό των περιηγήσεών του στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (μάλλον ανάμεσα 1167 και 1172).  Εκεί γράφει λοιπόν ― χωρίς να είναι απολύτως σαφές (για τους ιστορικούς) αν πέρασε από το Χαμαντάν ή μεταφέρει πληροφορίες που συγκέντρωσε στη Βαγδάτη: «…το Χαμεντάν, τη μεγάλη πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονταν τριάντα χιλιάδες Ισραηλίτες. Μπροστά από κάποια συναγωγή έχουν ταφεί οι Μορντεχάϊ και Εσθήρ». Μετά τον 12ο αιώνα, θα ξανακούσουμε για τον τάφο της Εσθήρ στο ποιητικό έργο του Σαχίν του Σιραζινού, περσοεβραίου ποιητή του 14ου αιώνα. Ακολουθώντας την εντολή του αγγέλου στο κοινό τους όνειρo, ο Μαρδοχαίος κι η Εσθήρ φτάνουν στο Χαμαντάν, όπου κανείς δεν τους γνωρίζει. Καθώς πέφτει η νύχτα, βρίσκουν φιλόξενη στέγη σε μια συναγωγή.

«Όταν ο Μαρδοχαίος βλέπει πως δεν υπάρχει στη συναγωγή ψυχή, έξω απ’ τον Παντογνώστη, τον Μοναδικό κι Ελεήμονα, κλαίγοντας λέει στην Εσθήρ: “πλήρης ο κόσμος από σένα κι από μένα. Πρώτος εγώ θα φύγω από εδωνά. Ήρθε ο καιρός που θέλω νά μπω πια στον ύπνο τον αιώνιο. Τώρα είμαι στου μηδενός τον δρόμο, η απελπισμένη μου ψυχή έχει στα χείλη φτάσει. Το χέρι του οινοχόου με κερνάει της γήινης ζωής μου τον αφανισμό. Τον οινοχόο θα πάω να συναντήσω”. Κι αφού αφήνει την στερνή πνοή του, η Εσθήρ τον κλαίει, σαν σύννεφο ανοιξιάτικο, και δίπλα του ξεψυχά, κυπαρίσσι αργυρό… Και τάφο τούς ανέγειραν, που έγινε τόπος προσκυνήματος και μέρος περισυλλογής ευλαβικής».

*

ardashicc84r-nacc84me-the-book-of-ardashir-by-scc8cacc84hicc84n-14th-century-iran-late-16th-early-17th-century-c2a9-the-library-of-the-jewish-theological-seminary

*

Φευ! Οι ιστορικοί όμως κι οι αρχαιολόγοι κρίνουν αλλιώς. Ο πολύς Ernst Herzfeld θεωρεί πως το κτίσμα που στεγάζει σήμερα τα διπλά μνήματα έχει ανακατασκευαστεί πολλές φορές, και στη σημερινή του μορφή προέρχεται από τον 17ο αιώνα. Κι αυτός μεταξύ άλλων, πιστεύει πως είναι πολύ πιθανόν μέσα τους να φιλοξενούν τα λείψανα μιας άλλης διάσημης Οβριάς, συζύγου βασιλικής κι αυτής, αλλ’ όχι της Εσθήρ: της Σουσαντόχτ, κόρης του Ιουδαίου αιχμαλωτάρχη (ηγέτη των εξόριστων Εβραίων, ‘exilarch’) και συζύγου του Yazdegerd Α΄ (399-420), του Ισδιγέρδη των Βυζαντινών πηγών. Αντιθέτως θεωρεί πως το βιβλικό ζεύγος πρέπει να είναι θαμμένο στα Σούσα.

(περισσότερα…)

«Κι’ ὁ Ἔρωτας εἶν’ φοβερός»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 2 / 4 ]

~.~

Η τρίτη μετάφραση του Θρασύβουλου Χατζηαράπη

Στο προηγούμενο σημείωμα, σχετικά με τις μεταφράσεις του Θρασύβουλου Χατζηαράπη είχαμε αναφέρει πως η τρίτη και τελευταία του μετάφραση (1915) έγινε στη δημοτική με ομοιοκατάληκτα τετράστιχα. Σε αυτή του την αναπάντεχη (κρίνοντας από τις δυο προηγούμενες εργασίες του στην καθαρεύουσα) μεταφορά του επύλλιου του Μουσαίου στη δημοτική γλώσσα, ο μεταφραστής είχε σύμβουλο κι εμπνευστή του, όπως γράφει, τη δημώδη γλώσσα του λαού. Γι’ αυτό και η μετάφραση διαστίζεται με αντίστοιχες λεκτικές εκφράσεις κι ηχοχρώματα που απηχούν παρόμοιες στιγμές και συνθήκες, όπως τραγουδήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Μα κι όλη η γλωσσική και μορφική της υπόσταση μαρτυρά έντονα κι έκδηλα τις λαϊκές της καταβολές, δηλαδή το δημοτικό τραγούδι. Νομίμως (και δικαίως θαρρώ) υποψιάζομαι πως για μια τέτοια μεταφραστική επιλογή, ο δημιουργός της αφενός πρέπει να είχε αποδεχτεί τις γλωσσικές και μορφικές επιλογές της νεώτερης ποιητικής έκφρασης της εποχής (Αθηναϊκή σχολή) κι αφετέρου πρέπει να είχε δεχτεί τις ισχυρές και ευεργετικές επιδράσεις της εργασίας του Σίμου Μενάρδου, που ολόκληρη είχε ήδη δει το φως της δημοσιότητας το 1911. Τούτο καταδεικνύουν απερίφραστα κι ορισμένες αξιοπρόσεκτες επιλογές ―μεταξύ άλλων― όπως λόγου χάριν η λέξη ‘εκκλησία’ για τον ναό, και ‘καλογριά’ για την αφιερωμένη παρθένο στην Αφροδίτη, που πρώτος ο Σίμος Μενάρδος υιοθέτησε. Πριν από την εκτενή ανθολόγηση της προκείμενης απόδοσης, παραθέτω την μετάφραση του επιγράμματος «Εἰς Ἡρὼ καὶ Λέανδρον» του Αντίπατρου Θεσσαλονικέως, από την Ελληνική Ανθολογία, όπως το παραθέτει ο Χατζηαράπης στο έργο του:

Γιὰ ἰδὲς αὐτὸ τὸ πέραμα μὲ πικραμένο μάτι,
γιατ’ εἶναι γιὰ τὸν ἔρωτα πολὺ πικρό, διαβάτη!…
Γιὰ ἰδὲς τὸν πύργο τῆς Ἡροῦς… ἐρείπια κρημνισμένα,
ὁ λύχνος ὁ προδότης ἄχ! Σὲ χρόνια περασμένα
ἔφεγγ’ ἐδῶ… Μὲ κύματα ὁ Λέανδρος, μ’ ἀέρα,
μὲ τὸ σκοτάδι τῆς νυχτιᾶς ἐπάλευε ’δῶ πέρα…
Ἀκόμα γιὰ τὸν ἄνεμο τὸ φθονερὸ κ’ οἱ δύο
ἔχουν πικρὸ παράπονο μέσ’ ἀπὸ μνῆμα κρύο…

~•~

Οὗτος ὁ Λειάνδροιο διάπλοος, οὗτος ὁ πόντου
πορθμὸς ὁ μὴ μούνῳ τῷ φιλέοντι βαρύς·
ταῦθ’ Ἡροῦς τὰ πάροιθεν ἐπαύλια, τοῦτο τὸ πύργου
λείψανον· ὁ προδότης ὧδ’ ἐπέκειτο λύχνος.
κοινὸς δ’ ἀμφοτέρους ὅδ’ ἔχει τάφος, εἰσέτι καὶ νῦν
κείνῳ τῷ φθονερῷ μεμφομένους ἀνέμῳ.

~•~ (περισσότερα…)

«Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας»: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον του Μουσαίου και οι αποδόσεις τους στα νέα ελληνικά

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας
[ 1 / 4 ]

~.~

Εισαγωγή: Από τον Ιωάννη Σκυλίτση στον Θρασύβουλο Χατζηαράπη

Ζώντας στο μεταίχμιο δυο κόσμων στην Ύστερη Αρχαιότητα, ο Μουσαίος αναφέρεται στις γραμματολογίες τόσο της αρχαιοελληνικής όσο και της βυζαντινής λογοτεχνίας. Με τον ίδιο βέβαια πάντα τρόπο που επιβάλλει η ολοσχερής έλλειψη στοιχείων. Σχετικά λοιπόν με τον παντελώς άγνωστο ποιητή που έζησε κατά τα τέλη του 5ου με τις αρχές του 6ου μεταχριστιανικού αιώνα, με μονότροπη επαναλαμβανόμενη σιγουριά λέγεται, ξανά και ξανά, πως στη στιχοποιΐα και τη μετρική συγκαταλέγεται στη «σχολή» του Νόννου.  Το μόνο δημιούργημά του όμως που έφτασε ως τις μέρες μας άρκεσε για να διασώσει ακέραιο και το δικό του όνομα επί δεκαπέντε αιώνες μες στον μεγάλο ωκεανό της ελληνικής λογοτεχνίας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τους θαλασσόβρεχτους έρωτες της Ηρώς και του Λέανδρου, η τραγική ιστορία δυο ερωτευμένων νέων. Το επύλλιο λοιπόν Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον διηγείται μια παλιά ερωτική ιστορία που συνέβη στον πορθμό του Ελλησπόντου, ανάμεσα στις πόλεις Σηστό και Άβυδο. Η όμορφη Ηρώ, ιέρεια της Αφροδίτης που ζει απομονωμένη σ’ έναν πύργο πλάι στη θάλασσα ερωτεύεται τον Λέανδρο από την αντικρινή ακτή της Αβύδου κι ο έρωτάς τους συντελείται μυστικά, κάθε βράδυ, όταν ο Λέανδρος κολυμπά από την Άβυδο στην Σηστό οδηγούμενος από το φως του λυχναριού που ανάβει η Ηρώ από τον πύργο της. Όταν μια βαριά χειμωνιάτικη βραδιά σβήνει το λυχνάρι, ο Λέανδρος πνίγεται μες στα αφρισμένα κύματα του Ελλησπόντου, ακολουθώντας την ακατάβλητη επιθυμία του να συναντήσει την Ηρώ. Σαν αντικρίζει η Ηρώ το πτώμα του αγαπημένου της που έχει ξεβράσει η ακτή, πέφτει από τον ψηλό τον  πύργο και σκοτώνεται και αυτή.

Ο θρύλος στη μορφή που μας παραδίνεται δεν πρέπει να είναι παλιότερος από τη δημιουργία του φάρου της Αλεξάνδρειας (280 π. Χ.), όπως έχει επισημανθεί. Η τραγική ιστορία των δυο ερωτευμένων νέων γνώρισε γρήγορα μεγάλη κι ευρεία διάδοση κι ήδη από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα έχουμε αποσπάσματα ποιήματος με αυτό το θέμα. Ο Βιργίλιος, ο Στάτιος, ο Οβίδιος κι ο Μαρτιάλης μνημονεύουν την ιστορία, κι από εκεί διαχέεται σε όλον τον δυτικό Μεσαίωνα. Η ιστορία του Μουσαίου όμως από την άλλη διαπερνά την ελληνική Ανατολή, αρχής γενομένης με την αναφορά του Αγαθία, κι από εκεί φτάνει μέχρι τους βυζαντινούς κέντρωνες, τον Τζέτζη, το βυζαντινό μυθιστόρημα (Νικήτα Ευγενιανού, Τα κατά Δροσίλλαν και Χαρικλέα): (περισσότερα…)

Ημέρες Παπαδιαμάντη, Βόλος 5-7 Δεκεμβρίου 2025

*

ΗΜΕΡΕΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ 2025

Βόλος, 5-7 Δεκεμβρίου 2025
Volos Palace Hotel

Μετά τα περσινά επιτυχημένα εγκαίνια του θεσμού στη Σκιάθο, και για δεύτερη συναπτή χρονιά, η Περιφέρεια Θεσσαλίας διοργανώνει το τριήμερο 5-7 Δεκεμβρίου τις Ημέρες Παπαδιαμάντη, ετήσιο κύκλο εκδηλώσεων προς τιμήν του μεγάλου Σκιαθίτη συγγραφέα.

Οι φετινές εκδηλώσεις θα διεξαχθούν στην πόλη του Βόλου, και είναι αφιερωμένες σε ένα μεγάλο κεφάλαιο της διαπάλης των ιδεών στη χώρα μας, συνδεδεμένο μάλιστα άρρηκτα με τη Θεσσαλία. Επίκεντρό τους, το επιστημονικό συμπόσιο «Διαφωτισμός και αντιδιαφωτισμός στον ελληνικό κόσμο (18ος-21ος αι.)» όπου θα λάβουν μέρος πολλοί διακεκριμένοι συγγραφείς, μελετητές και ιστορικοί των ιδεών από την Ελλάδα και την Κύπρο.

Την έναρξη των εργασιών στις 5.12.25 θα κηρύξει ο Περιφερειάρχης Δημήτρης Κουρέτας. Την κεντρική ομιλία του Συμποσίου θα εκφωνήσει ο ιστορικός Πασχάλης Κιτρομηλίδης, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Κατά την τελετή έναρξης, θα απονεμηθεί το Βραβείο Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που έχει θεσπίσει η Περιφέρεια Θεσσαλίας και με το οποίο τιμά εναλλάξ κορυφαίους λογοτέχνες και μελετητές του παπαδιαμαντικού έργου. Εφετινός αποδέκτης του Βραβείου Παπαδιαμάντη είναι ο επιφανής πεζογράφος μας Σωτήρης Δημητρίου.

Η προσωπογραφία του Α. Παπαδιαμάντη που κοσμεί τα έντυπα της διοργάνωσης είναι έργο του ζωγράφου Σωτήρη Σόρογκα, παραχωρημένο ευγενώς από τον δημιουργό του για τις Ημέρες Παπαδιαμάντη 2025. Την ευθύνη για την κατάρτιση και τον συντονισμό του προγράμματος έχει ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης. (περισσότερα…)

Νηρηΐδες: κατάλογοι και φαντασιώσεις

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Περιδιαβαίνοντας την Νικόπολη, στη δυτική πλευρά του δρόμου, πάνω στο ύψωμα, δίπλα από τον οίκο του Έκδικου Γεωργίου κι απέναντι από τη βασιλική του Δουμετίου, από τον 2ο μ.Χ. αιώνα υπάρχει το μικρό Νυμφαίο. Στην αψίδα του σώζεται ξεθωριασμένη αυτή η ψηφιδωτή παράσταση μιας Νηρηίδας που ιππεύει θαλάσσιο κήτος (σπάνιο δείγμα εντοίχιου ψηφιδωτού στον ελληνικό χώρο).

Γράφει στη συνοδευτική επιγραφή:

«Η Νηρηίδα αποδίδεται ημίγυμνη, με το δεξί χέρι, λυγισμένο, να ακουμπά στο λαιμό του κήτους και το αριστερό να στηρίζεται στο σώμα ή στην ουρά του. Το σώμα της θαλάσσιας μορφής εμφανίζεται διάστικτο και παραπέμπει σε αιλουροειδές, ενδεχομένως λεοπάρδαλη, με το κατώτερο τμήμα του να προσομοιάζει σε ουρά ιππόκαμπου ή ιχθύος, με τριπλή θυσανωτή ουρά… Την παράσταση επιστέφει μεγάλων διαστάσεων κοχύλι, σύμβολο του θαλάσσιου κόσμου, το οποίο, ο πρώτος ανασκαφέας της Νικόπολης, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς ερμήνευσε ως “ακτινοβολούντα ήλιο”».

Το γνωστό στην κλασσική αρχαιότητα μυθικό βεστιάριο των θαλάσσιων υποζυγίων, των Τριτόνων (των ιχθυοκενταύρων του Τζέτζη και του Μπόρχες), των ιπποκάμπων ή των δελφινιών, εμπλουτίστηκε στη μετακλασική περίοδο και προσέθεσε στην ελληνιστική και στη ρωμαϊκή Βίβλο των φανταστικών όντων κι άλλους ζωόμορφους συνδυασμούς. Κι έτσι στις παραστατικές τέχνες εμφανίζονται οι Νηρηίδες, κόρες του Νηρέα και της Δωρίδος, να εποχούνται επί ιπποκάμπων, ιχθυοκενταύρων, θαλασσίων δρακόντων, αιγικάμπων, ταυροκάμπων, λεοκάμπων ή και παρδαλοκάμπων, όπως και στην εν λόγω παράσταση από την Νικόπολη. Και εφόσον και μέχρι σήμερα

«ένας άνθρωπος καβαλάει το ξύλινο αλογάκι του ήσυχα και πορεύεται όμορφα-όμορφα…χωρίς να υποχρεώνει ούτ’ εμένα, ούτ’ εσάς να καβαλήσουμε ξοπίσω του, ―πείτε μου, κύριε, εμάς, τι μας νοιάζει;» (περισσότερα…)

Μνήμη Παύλου Καλλιγά (1948-2025)

*

Ο μόλις εχθές εκδημήσας καθηγητής φιλοσοφίας Παύλος Καλλιγάς άφησε πίσω του έργο σημαντικό, κυρίως και πρωτίστως με την υποδειγματική έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου, τη μετάφραση και τα σχόλια του, κι η οποία με τα λόγια του Βασίλη Κάλφα «είναι μάλλον η πληρέστερη και πιο ενημερωμένη έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου σε διεθνές επίπεδο». Στη μνήμη του αναδημοσιεύουμε ένα ποίημα του Λέοντος φιλοσόφου (9ος αι.), που ο ίδιος μετέφρασε στην εφημερίδα Τα Νέα τον Απρίλιο του 2021. Γαίαν έχοι ελαφράν. — Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Λέοντος του Φιλοσόφου

Ψυχρά τα γηρατειά, κι η κράση μου –αλλοίμονο–
φύσει φλεγματική. Αλλά κι ο Φλεβάρης μήνας
υπερβολικά ψυχρός, ενόσω του Υδροχόου το ζώδιο
πλανιέται τούτον τον καιρό στη συνοδεία του ήλιου,
κάνοντας σε κάποια μέρη ίσαμε και το κρασί να πήζει
και τα λαγήνια ακόμη από την παγωνιά να σπάζουν.

Μα κι εδώ που κατοικώ το χιόνι είναι σαν βουνό
και το σπίτι ολωσδιόλου παγωμένο,
ενώ ο βοριάς φυσά δριμύς, όλο φαρμάκι,
οξύς και διαπεραστικός σαν απ’ τα Τάρταρα να πνέει,
αφού, όπως φαίνεται, ο νοτιάς έχει τα μέρη μας αφήσει. (περισσότερα…)

Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσία τον 18. και 19. αιώνα

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

Μιλώντας για Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσία δεν μπορεί κανείς να προσπεράσει τον ιατρό και περιηγητή Παναγιώτη Ποταγό, έστω κι αν τα όσα λιγοστά μας άφησε ―ακόμα και― για το πέρασμά του από την περσική γη δεν είναι παρά συντομότατες, περιληπτικές, αναφορές, διανθισμένες με τα κλασικά και βιβλικά αναγνώσματά του που χρησιμοποιούσε ως γεωγραφικούς και ιστορικούς οδηγούς του. Περίληψις Περιηγήσεων εξάλλου ονόμασε κι ο ίδιος τα γραπτά του για τα ταξίδια του στην Ασία και την Αφρική. Ο Ποταγός πραγματοποίησε τα εξερευνητικά του ταξίδια ―έφιππος ή οδοιπόρος― επί μία πενταετία, από τα τέλη του 1867 έως το 1873. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1883, εξέδωσε τον πρώτο και μόνο τόμο από το συνολικά δίτομο έργο που είχε εξαγγείλει. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί κάποιο άλλο γραπτό του, πιθανότατα γιατί, όπως γράφει ο Φώτης Κόντογλου, οι συγγενείς του απογοητευμένοι που δεν βρήκαν στα κατάλοιπά του τα πετράδια και τα πλούτη που νόμιζαν ότι θα κληρονομούσαν «ξεσκίσανε απ’ τη μανία τους ό,τι χαρτιά πέσανε στα χέρια τους».

Στο πρώτο του ταξίδι επισκέπτεται την Περσία ερχόμενος από τα δυτικά, από την Βαγδάτη, και, διασχίζοντας το Κερμανσάχ, το Χαμαντάν και την Τεχεράνη, κάνει μια μακρά στάση 20 ημερών στην Μασχάντ, καθ’ οδόν προς το Αφγανιστάν και την Κίνα, από όπου παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για την Θεσσαλονίκη μέσω Ρωσίας. Ιδού πώς περιγράφει την είσοδό του στην ιερότερη πόλη της Περσίας:

«Ἔφιππος ἐπὶ τοῦ ἵππου μου Μουνσίμπαση, καὶ ἀκολουθούμενος ὑπὸ τοῦ ἑτέρου μου ἵππου Κονσοὺλ προυχώρουν ἐν τῇ λεωφόρῳ μόνος, ἐπειδὴ ἐγκατελείφθην ὑπὸ τῶν συνοδοιπόρων μου φοβουμένων μὴ ὀραθῶσιν ἐν τῇ ἁγίᾳ πόλει συμβαδίζοντες μετ’ ἀπίστου, ἐνῷ καθ’ ὁδὸν συνεφιλοτιμοῦντο, ἵνα μετ’ ἐμοῦ πορεύωνται». Η «αγία πόλις» Μασχάντ, η πόλη αυτή του Χορασάν, χτίστηκε γύρω από τον τάφο του όγδοου ιμάμη των σηϊτών Αλί αλ-Ρίντα, συγκαιρινού του αλ-Μααμούν, εξού και η διακηρυγμένη ιερότητά της. Κι ακριβώς η παρετυμολογία της ονομασίας της πόλης που μας προτείνει ο Ποταγός ομολογεί αυτή την ιδιαίτερη θέση της στην ιρανική θρησκευτική γεωγραφία: «ᾖς τὸ ὄνομα σημαίνει τόπον τοῦ ὁρᾶν τὴν ἁγιότητα· διότι εὑρίσκεται ἐν αὐτῇ τὸ μνημεῖον τοῦ Ἰμὰμ Ριζά, περὶ τὸ ὁποῖον ἐκ μεμακρυσμένων χωρῶν φέροντες οἱ Πέρσαι ἐνταφιάζουσι τοὺς αὐτῶν τεθνεῶτας, ποιοῦντες οἵα καὶ πρὶν γίνωσι πιστοί».

Παράλληλα με τις συχνότατες και πυκνές κλασικές και βιβλικές του συσχετίσεις της γεωγραφίας και της ιστορίας της χώρας, που κατακλύζουν την αφήγησή του, παρατηρεί και περιγράφει το τοπίο, καταγράφει ορισμένες ιδιαιτερότητες εθιμικές, θρησκευτικές, πολιτισμικές που συναντά, μιλά για τα ντόπια προϊόντα και τις τεχνολογικές ιδιομορφίες της χώρας, τις συναντήσεις και τις συζητήσεις που είχε, συντομευμένα όμως και συνοπτικά όπως ήδη ανέφερα. (περισσότερα…)

Δυο Έλληνες ταξιδιώτες στην Περσέπολη

Περσέπολη, 1971

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

Περσέπολη: το μεγάλο θρησκευτικό κέντρο των Αχαιμενιδών, μία από τις περίλαμπρες πρωτεύουσές τους. Ο τόπος όπου εορταζόταν με θριαμβική και αυτοκρατορική λαμπρότητα ο ερχομός της άνοιξης και του Νέου Έτους (Νοουρούζ). Η Περσέπολη, για την ακρίβεια ό,τι έχει απομείνει από αυτήν μέχρι σήμερα, αποτελεί το επιβλητικότερο μνημείο της Αχαιμενιδικής περιόδου του Ιράν. Ταυτόχρονα και τον κύριο προορισμό των περισσότερων επισκεπτών στην χώρα. Είναι τόσο ισχυροί οι συμβολισμοί που ανακαλεί και συμπυκνώνει ώστε εκεί δεξιώθηκε κι ο σάχης τους υψηλούς προσκεκλημένους του (1971) για τον εορτασμό των 2500 χρόνων ίδρυσης της περσικής αυτοκρατορίας από τον Κύρο τον Μέγα. Σε μια δεξίωση εξωφρενικά επιδεικτικής χλιδής, που κόστισε αστρονομικά ποσά, άδειασε τα κρατικά ταμεία και συνέβαλε στην πτώση του ίδιου του σάχη. Αυτά όμως συνέβησαν αργότερα. Εδώ έχω κατά νου δυο ταξιδιώτες που περιτριγύρισαν την ένδοξη αχαιμενιδική πόλη, πριν την πτώση του σάχη.

Ο Πατρινός αρχιτέκτονας και πολυταξιδεμένος συγγραφέας Ι. Βασιλείου, επισκέφτηκε τον χώρο, ελάχιστους μήνες μετά την περιλάλητη δεξίωση, και την εμπειρία του αυτή τη δημοσίευσε στο αφιερωματικό τεύχος για το Ιράν της Νέας Εστίας, στις 15 Ιουνίου 1972 («Μια μέρα στην Περσέπολη»). Οι πρόσφατες μνήμες κι οι εντυπώσεις από την δεξίωση επανέρχονται στην αφήγησή του. Γράφοντας για τον εορτασμό του νέου έτους επί Αχαιμενιδών και την προσέλευση των υποτελών ηγεμόνων και σατραπών της αυτοκρατορίας, σημειώνει:

«Όσο βρίσκονταν στην Περσέπολη, έμεναν σε πολυτελείς σκηνές έξω από το χώρο των ανακτόρων. Ίσως στην ίδια θέση που είχε στήσει ο Σάχης της Περσίας τις σκηνές για τους βασιλιάδες όλου του κόσμου, όταν τους κάλεσε στις γιορτές για τα 2500 χρόνια της αυτοκρατορίας».

Περιγράφοντας τον χώρο, τα μνημεία και την ιστορία, καθώς και την πυρπόληση από τον Αλέξανδρο, κάνει μία αξιοπρόσεκτη παρατήρηση:

«Στα ανάκτορα του Ξέρξη, γύρω από την αίθουσα του θρόνου με τις πολλές κολώνες, διάφοροι άλλοι χώροι. Πίσω απ’ αυτούς πλήθος δωμάτια με σειρές για το Αντερούν, το βασιλικό χαρέμι. Βλέποντας κάνεις τόσα πολλά δωμάτια για το χαρέμι, σκέφτεται πόσες όμορφες γυναίκες πέρασαν εκεί όλη τη ζωή τους, περιμένοντας πότε θα ευδοκήσει να τις καλέσει ο βασιλιάς… Κι όμως στα τόσα ανάγλυφα που βλέπεις σ’ όλη στην Περσέπολη δεν υπάρχει ούτε μιά γυναικεία μορφή. Όλα παριστάνουν άνδρες. Οι περισσότεροι είναι ντυμένοι με μακριούς χιτώνες κ’ έχουν χαμηλό κυλινδρικό καπέλο στο κεφάλι. Θυμίζουν κάπως τους μοναχούς με τα ράσα στο Άγιον Όρος και την απαγόρευση να πατήσει εκεί γυναίκα. Πόση διαφορά από τους ναούς του Ανγκόρ με τις όμορφες ουράνιες νύμφες, τις μισόγυμνες απσάρες, σ’ όλους τους τοίχους τους». (περισσότερα…)

Ο Τσέχωφ ταξιδεύει στην «Ελβετία του Ντονέτς» και στα μοναστήρια του

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Στις 5 Μαΐου 1887, ο Άντον Τσέχωφ γράφει στον Λέϊκιν (ακολουθώ τη μετάφραση της Μέλπως Αξιώτη):

Τώρα πάω στο Σλαβιάνσκ κι’ από κει στα Άγια Όρη όπου θα περάσω τρεις-τέσσερεις μέρες με νηστεία και προσευχή. Από τα Άγια Όρη, επιστροφή στο Ταϊγάνι.

Φοβερό πράμα: έχω πενήντα τρία ρούμπλια όλα κι’ όλα. Πρέπει να σφιχτώ και να καταπίνω το σάλιο μου αντί να τρώω. Τώρα ταξιδεύω Τρίτη θέση κι’ όταν δε θα μου μένουν παραπάνω από είκοσι ρούμπλια, θα του δίνω για τη Μόσχα, για να μην πέσω στην αλητεία. […]

Τον τελευταίο καιρό ήμουν στην «Ελβετία του Ντονιέτς», στο κέντρο αυτού που λέγεται οροσειρά του Ντονιέτς: βουνά, λίμνες, δασάκια, ποτάμια και η στέπα όπου γυρίσεις να δεις! Έμεινα στο σπίτι ενός απόστρατου κοζάκου υπολοχαγού, που έχει ένα απόμερο κομμάτι γης. Μου μαγειρέψανε χήνα βραστή, με βάλανε να κοιμηθώ σ’ ένα ξύλινο ντιβάνι, τη νύχτα με ξυπνούσαν οι τουφεκιές –εδώ τις κότες και τις χήνες δεν τις σφάζουν, τις σκοτώνουν με το τουφέκι– και τα γαυγίσματα των σκύλων που δέρνουν, ωστόσο η ζωή ήταν πολύ ευχάριστη. Και πλήθος οι εντυπώσεις.

~·~

Έχοντας ήδη πια επιστρέψει στο Ταγκανρόγκ (το Ταϊγάνι των Ελλήνων), στις 11 Μαΐου 1887, περιγράφει στην αδελφή του Μαρία και στην οικογένειά του, αυτή την επίσκεψή του στην Λαύρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην απόκρημνη δεξιά όχθη του ποταμού Σεβέρτσκι Ντονέτς, στα Άγια Όρη της περιφέρειας του Ντονέτσκ. Αντιγράφω: (περισσότερα…)