ποίηση

Μια διαλεκτική σπουδή θανάτου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Γιώργος Χριστοδουλίδης
λύμνες
Ατέλεια, Κύπρος 2025

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία του θανάτου, και δη του θανάτου του πατέρα, είναι μια αμφίσημη και ταυτόχρονα επώδυνη εμπειρία, αφού συντίθεται από τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων: της απώλειας της αγαπημένης μορφής του πατέρα από τη μια, και της ζωής του ενήλικα παιδιού από την άλλη που, τραυματισμένη και αποκομμένη από τον πατέρα, συνεχίζεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως η πρόσφατη (δέκατη στο σύνολο) και εκδοτικά καλαίσθητη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη Λύμνες είναι αφιερωμένη στον πατέρα του Δώρο Χριστοδουλίδη και φωτίζει πολύτροπα αυτό το καθεστώς απώλειας που συμπυκνώνεται, σύμφωνα με σχόλιο του ίδιου του ποιητή, σε τρεις πολύσημες λέξεις: λίμνη, μνήμη, λύπη.[1]

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή διακρίνεται σε δύο βασικές ενότητες («λύμνες» και «Παραλύμνες»), οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά: η πρώτη και συνθετικότερη έχει επίκεντρο τη δεσπόζουσα μορφή του τεθνεώτος πατέρα και μοιάζει σαν καταβύθιση σε μια βαθιά λίμνη πένθους, ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελείται από ξεχωριστά ποιήματα, συνιστά περιφερειακή, συχνά ειρωνική ή στοχαστική αναδίπλωση γύρω από τις πολλαπλές εκφάνσεις της φθοράς και του θανάτου και μοιάζει σαν περιήγηση στις όχθες της. Στο σύνολό της, η συλλογή συνιστά ένα εκτενές και πολυεπίπεδο συνθετικό ποίημα, το οποίο αρθρώνεται γύρω από τον πυκνό πυρήνα της απώλειας, αλλά ταυτόχρονα διαχέεται σε ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακών, πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών και μεταφυσικών προβληματισμών μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται.

Το πρώτο, συνθετικό μέρος της συλλογής, το οποίο εκφέρεται σε β’ πρόσωπο ως φανταστική αποστροφή στον πατέρα δεν μετουσιώνει μόνο τα βαθύτερα βιώματα του ποιητή (μνήμες της παιδικής ηλικίας, εστίαση στην προσωπικότητα, την αντιστασιακή, δημοκρατική, πολιτική και κοινωνική δράση του πατέρα κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα ανακινεί καθολικότερα θέματα τα οποία πιστοποιούν πως η ρέουσα ελευθερόστιχη γραφή χτίζεται εν προόδω, αφενός ως προσπάθεια ανακοπής και αντιμετώπισης του αναπόφευκτου και, αφετέρου ως αποδοχή της πικρής συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί εντέλει να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Η αναπάντεχη απώλεια της αγαπημένης μορφής του πατέρα, με άλλα λόγια, αποτελεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου το κυρίαρχο σημείο αφετηρίας και ανακίνησης της ψυχής και της γραφής του Γιώργου, καθώς ο βαθύς κρατήρας του πένθους αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και το βαθύ υπαρξιακό και βιωματικό υπόστρωμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει εκκωφαντικά με την επιγραμματικά διατυπωμένη φράση «Ο θάνατος δεν έχει συνώνυμα», η οποία και λειτουργεί ως υπαρξιακό και ποιητικό κομψοτέχνημα. Κι αυτό γιατί η αφοπλιστική αυτή διατύπωση δεν αποτελεί επιδεικτικό ρητορικό και ποιητικό εύρημα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και οντολογική τοποθέτηση με την οποία ο ποιητής επιλέγει να αφαιρέσει από τον θάνατο κάθε δυνατότητα μεταμφίεσης, κάθε ευφημισμό, κάθε πέπλο που θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο υποφερτό, πιο αποδεκτό, πιο οικείο. Έτσι η ίδια η λέξη «θάνατος» στέκεται εξαρχής γυμνή, σκληρή και άκαμπτη, χωρίς τα απαλότερα συνεκδοχικά συνώνυμά της: εκδημία, ταξίδι, κοίμηση˙ γεγονός που εντείνει από τον πρώτο στίχο του βιβλίου τον οριστικό, απόλυτο και ανυπέρβλητο χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, ίσως, ο ποιητής εγκαθιδρύει εξαρχής στη διαδικασία της ανάγνωσης ένα αντίρροπο ποιητικό σύμπαν όπου η γλώσσα δεν δύναται να λειτουργήσει ως εξιδανικευτικό παραπέτασμα, αλλά αντίθετα επιχειρεί με τον ασθματικό ρυθμό ενός μακροπερίοδου και πολύσημου ποιητικού λόγου να αποκαλύψει τον οριστικά αμετάκλητο πυρήνα του θανάτου. (περισσότερα…)

Τὸ «πῶς» τοῦ «μετὰ»

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Κήρυξις ἀφανείας. Μικρὴ μελέτη
θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή
,
Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν, 2025

Ὁρισμένα βιβλία δὲν μποροῦν νὰ εὔκολα καταχωριστοῦν εἰδολογικὰ σὲ μιὰν ὁριστικὴ κατηγορία, μὲ τὴν ἰδιότητά τους αὐτὴ νὰ μὴν δηλώνει τίποτα θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ γιὰ τὴν ποιότητά τους. Ὡστόσο, ἕνα βιβλίο ποὺ καλλιεργεῖ αὐτὴ τὴν ἀναρώτηση καὶ τελικὰ καταλήγει νὰ ἀμφιρρέπει ἐντέχνως ἀνάμεσα στὰ εἴδη τοῦ λόγου, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα βιβλίο ἄξιο λόγου ποὺ μᾶς καλεῖ θελκτικὰ νὰ τὸ ἐξετάσουμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς προκειμένου νὰ δοῦμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ καθιστᾶ ξεχωριστὸ τόσο στὸν φαινότυπο, ὅσο μοιραῖα καὶ στὸν γονότυπό του. Τὸ πιὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου ἀνήκει στὴν παραπάνω κατηγορία, καὶ σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω τόσο νὰ ἐξετάσω τὴν εἰδολογικὴ ἔνταξή του ὅσο καὶ νὰ ἀποπειραθῶ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν σχολιασμὸ τῶν κεντρικῶν του νοηματικῶν, ἰδεολογικῶν —καὶ ὄχι μόνο— ἀρτηριῶν.

Οἱ προκλήσεις τίθενται ἤδη ἀπὸ τὸν ἔκτυπο τίτλο του. Κήρυξις ἀφανείας: Μικρὴ μελέτη θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή. Κι’ ἂν ὁ τίτλος εἶναι ἀνοιχτὸς ἑρμηνευτικά, ὁ ὑπότιτλος ἔρχεται νὰ τὸν διευκρινίσει. Ἡ κήρυξη τῆς ἀφάνειας, δηλ. ὁ θάνατος, τίθεται στὸ κέντρο τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐκπονεῖ μιὰ μικρὴ μελέτη μὲ στόχο τὴν παρουσίαση ἑνὸς πορίσματος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν δέκτη σὲ μιὰ καλύτερη ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξέταση τοῦ θανάτου σὲ διάφορες ἐκδοχές, διάφορες συνθῆκες, διάφορες περιστάσεις, ὁ στοχασμὸς πάνω στὸν θάνατο καὶ τὰ πολλαπλὰ πρόσωπά του, ἡ στάση ἀπέναντί του καὶ ἡ προσδοκία (ἢ ἡ ἀμφιβολία) γιὰ τὸ μετά, ὅλα αὐτὰ μαζὶ δημιουργοῦν προϋποθέσεις —ἐκ τοῦ ἀντιθέτου— γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή.

Δείγματα τοῦ τί ἀκολουθεῖ δίδονται ἐπίσης κι’ ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, μὲ τὸ εἰκαστικὸ ἔργο Μετουσίωσις τοῦ Χρίστου Παπαδάκη, ὅπου μιὰ φρατζόλα ψωμί, ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί, κι’ ἕνα μακρινὸ φῶς σὲ ἕνα σκοῦρο φόντο προϊδεάζουν τὸν ὑποψιασμένο ἀναγνώστη ὄχι τόσο γιὰ τὸ περιεχόμενο, ὅσο γιὰ τὴν “πρόταση” τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἕνα ζήτημα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθουμε καὶ παρακάτω.

(περισσότερα…)

Ο δήμος και το όνειρο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.

Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.

Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)

«Ίσως κι εγώ να είχα ξεδιψάσει»: Κώστας Πασβάντης (1938-2026)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
 
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται·
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
 
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
 
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα·
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
 
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
 
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.

Τον Γενάρη που μας πέρασε, έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πασβάντης, ένας εξαιρετικός και χαμηλόφωνος ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μέσα από την ποίησή του αναδύεται με πολλούς τρόπους η αίσθηση της γενιάς αυτής ‒ πρωτίστως μέσω της μνήμης («[…] άλλη νύχτα της κατοχής ο πατέρας μπαίνει λαχανιασμένος “ξέφυγα τον μπλόκο, πιάσανε τον Πολυχρόνη” […]»), της έλλειψης («[…] όπως άδειες κονσέρβες / όπως τα χρόνια μας / όπως […]»), αλλού της διάψευσης («[…] δεν ήξερα τότε… Άλλωστε, όπως σ’ έβλεπα σκυφτή, θάρρευα πως μάζευες αγριολούλουδα, δεν ήξερα ότι μιλούσες με τον πεθαμένο αρραβωνιαστικό σου […]»), της διαμαρτυρίας και της κριτικής («Σκύβοντας κι ολοένα σκύβοντας / Γυρεύοντας τον επιούσιο / Σε σκουπιδότοπους […]»), κι αλλού («Ο τόπος γιόμισε γλείφτες»), καθώς και με τον τρόπο του απολογισμού που ξεκινά από τα του εαυτού του («Όταν κάποιος ρωτήσει ποιος είμαι, / από πού έρχομαι, του απαντώ: / Είδα Πολιτείες, είμαι μονάχος. / Βραδιάζω»), κι έπειτα ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: «Κάπου, στα χίλια εννιακόσια εξήντα / Τα πράγματα έδειχναν ευνοϊκά / Έπειτα, ο καθένας και οι ζημιές του». (περισσότερα…)

Ο χώρος ως προϋπόθεση δημιουργίας

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Θωμᾶς Ἰωάννου
Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία
Πόλις, 2025

Δύσκολη ἡ παρουσίαση ἑνὸς βιβλίου ὅταν αὐτὸς ποὺ καλεῖται νὰ μιλήσει γι’ αὐτὸ ἔχει παρακολουθήσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατασκευή του. Ἡ στενὰ φιλική, ἀδελφικὴ σχέση μὲ τὸν συγγράφοντα, ἡ σύμπνοια καὶ συμφωνία σὲ ζητήματα ἀρχῆς καὶ τάξης ἀναφορικὰ μὲ τὸν πολιτιστικὸ καὶ ὄχι μόνο χῶρο, οἱ κοινὲς ἀναφορὲς καὶ ἐκκινήσεις ἰδίως ἀπὸ σημαντικὲς μορφὲς τῆς Β΄ Μεταπολεμικῆς Γενιᾶς, ἡ κοινὴ καταγωγὴ ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ φὰρ οὐέστ (αὐτὸς ἀπὸ τὴν καταθλιπτικὴ γιὰ τοὺς διαμένοντες καὶ γραφικὴ γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες Πρέβεζα, ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἡρωϊκὴ —ἢ καὶ ὄχι— Κατούνα Ξηρομέρου στὴν Ἀκαρνανία, κατ’ ἐξοχὴν τόπο φονέων, μαχαιροβγαλτῶν, μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν), τὸ μοιραζόμενο πάθος γιὰ τὸ ἑλληνικὸ τρὰς σὲ τηλεόραση καὶ διαδίκτυο, καὶ τέλος τὸ Μάρλμπορο Λάιτ —ποὺ πιὰ σὲ μιὰ κρίση μεγαλείου μετονομάστηκε σὲ Μάρλμπορο Γκόλντ— και δὴ στὸ νέο 24άρι πακέτο τῶν 5€ μιᾶς καὶ ἀποφεύγουμε —γιὰ διαφορετικοὺς λόγους ὁ καθένας— νὰ κουβαλᾶμε ψιλά, εἶναι αὐτὰ ποὺ ἐνῶ βοηθοῦν ἰδιοσυγκρασιακὰ στὴν προσέγγιση τοῦ βιβλίου, τὴν ἴδια στιγμὴ δημιουργοῦν τυφλὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα μὲ ἀπωθοῦν ἀπὸ τὸ νὰ ἀξιοποιήσω στὴν ἑρμηνευτική μου προσέγγιση ἐμπειρικὰ ἐργαλεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὸ καθαρὰ αὐτοβιογραφικὸ κομμάτι ποὺ κρύβεται σὲ κάθε ἄξιο λόγου λογοτεχνικὸ ἔργο.

Ἡ θεωρητικὴ ἐπινόηση τοῦ ἀφηγητῆ ἢ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου εἶναι ὁπωσδήποτε σημαντικὴ συνεισφορὰ στὰ γράμματα, ὡστόσο τὴν ἴδια στιγμὴ λειτούργησε ἀποπροσανατολιστικὰ σὲ ἐπίπεδο ἑρμηνευτικῆς. Κι’ αὐτὸ γιατὶ κάθε σημαντικὸ ἔργο ποὺ γράφτηκε ἀπὸ κτίσεως κόσμου (μὲ τὶς ἐξαιρέσεις ἁπλῶς νὰ ἐπιβεβαιώνουν τὸν κανόνα), δὲν εἶναι τίποτα ἄλλα παρὰ μιὰ αὐτοβιογραφικὴ κατάθεση μὲ ἔντεχνα στοιχεῖα. Ἡ θεωρητικὴ μόδα τῆς αὐτομυθοπλασίας δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα “ἀρχαιομοντέρνο” ἑρμηνευτικὸ σχῆμα ποὺ ἔρχεται ἁπλῶς νὰ διαρρήξει ἀνοικτὲς θύρες. Ἀκόμα κι’ ἂν μιλᾶ γιὰ ἕνα ταξίδι στὸ διάστημα, ὁ Λουκιανὸς στὴν Ἀληθινὴ ἱστορία του παραδέχεται εὐθὺς ἐξαρχῆς ὅτι λέει ψέματα ‒ ἀκόμα κι’ ἐκεῖ λοιπόν, ἡ παραδοχὴ συνιστᾶ πραγματικότητα, δηλαδὴ βίωμα, ἀκόμα κι’ ἂν τὸ ἀφηγούμενο γεγονὸς ὑπερβαίνει τὰ πρόχειρα δεδομένα.

Ἀρκετὰ μ’ αὐτὰ ὅμως. Μπαίνω στὴν ταμπακιέρα λέγοντας ἐξαρχῆς τὸ ἑξῆς: τὸ βιβλίο τοῦ Θωμᾶ Ἰωάννου Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία ἔχει ἕναν χρονικῆς τάξεως ἐνδείκτη στὸν τίτλο του. Ἡ παρελκυστικὴ αὐτὴ νύξη δηλώνει ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τὸ μέγεθος, τὴ διάσταση ποὺ θὰ ἀντικρύσει κατ’ ἀρχὴν ὁ ἀναγνώστης ἐντός του ‒ ἡ διάσταση αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν χῶρο. Τὸν χῶρο ποὺ ἀπεικονίζεται μέσα ἀπὸ τὸν τόπο, ὁ ὁποῖος τελικὰ ξαναγίνεται χῶρος. (περισσότερα…)

«…για να σηκώσει το άπειρο»: Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες (1920-2009)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Τα χρόνια που σε σήκωσα γλαύκο μαράζι
με κάβους και νησιά σε χόχλο ψίθυρο
και μ’ ένα πέλαγο θησαυρισμένο
στην πυρή σταγόνα
καθώς συλλογιέται μεσοχείμωνα
στην άκρη του ματιού
και λογαριάζει πλώρες
που ξόδεψαν τις αναστάσεις.

Είναι βέβαιο ότι στη λογοτεχνική παράδοση του νησιού της Σίφνου φωτοβολούν αρκετές μορφές της ποίησης, όπως ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ο Νίκος Σταφυλοπάτης, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος “Ραμπαγάς” και άλλοι πολλοί. Μέσα σε αυτήν την ποιητική αλληλουχία προβάλλει και ο Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες, ο ξενιτεμένος μα μόνιμα νοσταλγός του νησιού.

Με την ευχή που απόθεσε στο λίκνο μου
ξένος ζυγώνω από τη νύκτα των τόπων των καιρών.
Με τι μάτια να σηκώσω αυτό το φως;
Ποιο σχήμα μου να βάλω να καθήσει στο πεζούλι;
Ποια καρδιά μου να πιάσει το μαντήλι
να σύρει το συρτό; Νῦν ἀπολύοις.

* (περισσότερα…)

Ο γλύπτης Πολύγνωτος Βαγής μέσα από τα μάτια του ποιητή Γιώργου Χριστογιάννη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Παρακείμενα της εισόδου του κινηματοθεάτρου “Αριστοτέλειον”, στο κτήριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται ένα μνημείο, αυτό του Απόδημου Ελληνισμού, έργο που ανήκει στον γλύπτη Πολύγνωτο Βαγή (γεν. 14 Ιανουαρίου 1894), τον συγχωριανό μου γλύπτη εκ Θάσου, και κάπου αναμεταξύ εξιστόρησης θαυμάτων χειροπλασιδίων και αναθυμιάσεων παιδικών ιστοριών —το σπίτι της γιαγιάς μοιραζόταν την ίδια αυλή με το μουσείο όπου στεγάζεται μέρος της συλλογής του—, ετούτος ο μάστορας της πέτρας στάθηκε η παιδική μου ασπίδα, αφού μονίμως κρυβόμουν πίσω απ’ τους γρανιτένιους όγκους του, μπας και —υπάρχοντας άφαγο παιδάκι— γλιτώσω από το κουτάλι της γιαγιάς που κάθε καλοκαίρι με απειλούσε απ’ όλες τις γωνιές, με κάθε τρόπο, με ιστούς αδιόρατους ή και χονδρόσχοινα —τα ίδια κυνηγετικά δάχτυλα έπλεκαν συγχρόνως το εγκώμιο της μικρής Ρηνιώς και τον βρόγχο της αγχόνης μου— και κάπως έτσι εκείνοι οι εκθαμβωτικοί πρωταγωνιστές των συμβάντων του γλύπτη, περνώντας από το καθαρτήριο της ιστορίας, ξεροστάλιαζαν ακίνητοι μαζί μου, ως να κατασταλάξουν σε θλιβερούς κομπάρσους, ευτελών —κλάψας— μονόπρακτων.

«Όλα θα σου έλθουν μιαν ημέρα χωρίς προετοιμασίες, χωρίς φανφάρες και χειροκροτήματα, έτσι απλά σαν αύρα στο κατακαλόκαιρο», γράφει ο Γιαννιώτης ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Ι. Χριστογιάννης, ο ποιητής χάρη στον οποίον, το 1981, δεκαέξι χρόνια από τον θάνατό του γλύπτη —ο Χριστογιάννης υπήρξε τότε διευθυντής της Διεύθυνσης Αποδήμων Ελλήνων του ΥΠΕΞ, αν κι η σχέση φιλίας αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δύο άντρες τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο ποιητής υπηρετούσε ως πρόξενος της Ελλάδας στην Νέα Υόρκη και ο Πολύγνωτος Βαγής ήταν ήδη ένας αναγνωρίσιμος εκεί καλλιτέχνης—, όλα τα εναπομείναντα έργα του Θάσιου, «τα παιδιά του», όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί, κατάφερε να μεταφερθούν στην Ελλάδα, για να έρθουν λίγα χρόνια μετά όλες οι μικρές άφαγες Ρηνούλες εκεί στην αυλή, να τα φαρμακώσουν με τις ραδιουργίες, τις μηχανορραφίες, το καθημερινό κρυφτό, κυρίως με τις μικρές φτυστές μπουκιές, ώσπου στο τέλος αναγκάστηκαν, αυτά τα δύο ξεσπιτωμένα της αυλής αγάλματα, χορτάτα πια και τροφαντά από αβγό μελάτο σε φλυτζάνι, να αναζητήσουν καταφύγιο στο μουσείο εντός. (περισσότερα…)

Η εξορία της αγάπης

 *

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Υπάρχει ένα δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου με τίτλο «Χωρομετρήσεις» και υπότιτλο «Τρισάγιο σε τρεις ποιητές» (δες Μελέτες, β΄ τόμος, Δόμος 1994, σ. 357-388). Οι ποιητές είναι ο Αττίλα Γιόζεφ, ο Όσιπ Μαντελστάμ, και η Άννα Αχμάτοβα. Αρχίζοντας, και προτού καταπιαστεί με τις περιπτώσεις τους, σχολιάζει:

«Μας έχουν ζαλίσει το κεφάλι μας. Όλοι ανεβασμένοι σε σανίδια διαφημίζουν τα αγαθά τους, διαλαλούν την πραμάτεια τους, φωτογραφίζονται προσωπικά ή ομαδικά, στα γραφεία τους ή παραταγμένοι σε εξέδρες, και στη μεγάλη ιστορική επέτειο –όλοι γιορτάζουν κάποια ιστορική επέτειο– […] βλέπουμε να παρελαύνουν από κάτω στοιχημένα:

5.800.000 τουφέκια και καραμπίνες,
102.000 οπλοπολυβόλα,
28.000 ολμοβόλα,
53.0000 πεδινά και βαριά πυροβόλα.»

Η αναφορά προέρχεται από την «Θριαμβευτική Παρέλαση» του ασυμπλήρωτου Κοριολανού του Έλιοτ. Βρίσκω το κείμενο άκρως επίκαιρο καθώς η παρούσα περίοδος του πλανήτη σημαδεύεται από συζητήσεις και προετοιμασίες για θηριώδεις εξοπλισμούς και για πιθανότητα πυρηνικού πολέμου. Ο Λορεντζάτος πιο κάτω τα βάζει με τις πολιτικές ιδεολογίες και με αυτούς που τις καλλιεργούν (αν όχι τις επιβάλλουν) και με όλους όσοι κατά την ρήση του Πασκάλ «πέφτουν έξω τόσο περισσότερο επικίνδυνα, όσο ακολουθούν ο καθένας μια δικιά του αλήθεια». Τα βάζει ακόμη με την «μεγαλεπίβουλη ιστορία» (που την θεωρεί αφαίρεση) όπως και με την «ανθρωπότητα» (άλλη αφαίρεση) γιατί τον ενδιαφέρει ο συγκεκριμένος άνθρωπος με σάρκα και οστά. Γράφει: (περισσότερα…)

«Πελέκι που αστράφτει μοναξιά»: ο ποιητής Φαίδων ο Πολίτης (1928-1986)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Τυφλά, διψασμένα λιοντάρια
της γενιάς μου,
που σαπίζετε στην άμμο,
σας χαιρετώ.
 
Τα δάκρυα κι οι βρυχηθμοί
μας είναι κοινά.

«Ο Φαίδων κι ο Βασιλικός κάθονταν τότε σε ένα ωραίο αρχοντικό της οδού  Βασιλίσσης Όλγας, απέναντι από τον κινηματογράφο «Κολοσσαίον». Ο Φαίδων είχε πολλά και ωραία βιβλία, που ποτέ του δεν τα δάνειζε, απευθυνόταν στην υπηρέτριά του με τον πληθυντικό και έλεγε ωραία ανέκδοτα ή σόκιν πολλές φορές στα αγγλικά. Γενικά είχε κάτι το αριστοκρατικό επάνω του, που το επέτεινε η απομίμηση του Ουάιλντ στα λόγια, στους τρόπους, στην εμφάνιση. Ήταν πολύ ευαίσθητος αλλά με αρκετές μεγαλοαστικές υποχοντρίες, που δε σ’ άφηναν να καταλάβεις αν η ποίησή του έβγαινε από ανάγκη ζωής ή αποτελούσε εκδήλωση αισθητισμού».

Ο Φαίδωνας Ιωαννίδης (γνωστός ψευδωνυμικά ως Φαίδων ο Πολίτης) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1928 και λίγο αργότερα η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Θεσσαλονίκη στην οδό Παπακυριαζή. Έκανε σπουδές αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας σε Αγγλία και Αμερική, και μοιάζει να πέρασε και να μην ακούμπησε από το λογοτεχνικό παρεάκι της Θεσσαλονίκης, τον Βασίλη Βασιλικό, τον  Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου, τον Γιώργο Ιωάννου και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. (περισσότερα…)

Πετράρχης, Η Ομιλία της Στέψης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο Πετράρχης (1304-1374) έτρεφε από την πρώιμη νεότητά του την επιθυμία να καταξιωθεί, και μάλιστα μέσω ενός επισήμου τελετουργικού στέψης, ως δεσπόζουσα μορφή των γραμμάτων. Την επιθυμία του ερέθισε η αναπάντεχη αναβίωση του εθίμου της απόδοσης δημοσίων τιμών σε επιφανείς ποιητές στις αρχές του 14ου αιώνα. Τούτη η αναβίωση βασίστηκε σε μια μάλλον ισχνή κατανόηση των διασωθεισών μαρτυριών για τους ποιητικούς αγώνες που τελούνταν κατά τη διάρκεια των Καπιτωλίων. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το ενδιαφέρον που προκάλεσε σε όλη την Ιταλία, το καθοριστικό έναυσμα δόθηκε με τη βράβευση του ποιητή Αλμπερτίνο Μουσάτο από τις πανεπιστημιακές και διοικητικές αρχές της Πάδοβας, το 1315. Είναι γνωστό πόσο πολύκροτη κατέστη λίγο αργότερα η ματαίωση της επιθυμίας του Δάντη να λάβει αντίστοιχη τιμή από την πόλη της Φλωρεντίας. Για τον νεαρό Πετράρχη δε, έναν πρόσθετο ενθουσιασμό στην προοπτική να στεφθεί με το δάφνινο στεφάνι, γεννούσε η ομοηχία του ποθητού τροπαίου (Laurea) με το αειθρύλητο αντικείμενο του έρωτά του, τη Laura.

Ο Πετράρχης κινήθηκε πετυχημένα ώστε να του προταθεί, το 1340, η απόδοση δημόσιας καταξίωσης. Τούτο αποτελεί από μόνο του ένα παράδοξο, αφού ο ίδιος ήταν τότε μόλις 35 ετών, και δεν είχε ακόμα δημοσιεύσει ούτε ένα έργο από αυτά που θα καθιστούσαν, πράγματι, το όνομά του αθάνατο. Την πρόσκληση την κατέστησε μάλλον εφικτή η αρχαιογνωσία του, και η ιδιότητά του ως πολλά υποσχόμενου ποιητή. Ο ίδιος αναφέρει ότι προσκλήσεις για στέψη έλαβε τόσο από την πόλη του Παρισιού, όσο και από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Με προφανή τη συμβολική διάσταση, προτίμησε η στέψη να γίνει, (περισσότερα…)

«Όλοι ρουφάμε θάνατον»: Ο ποιητής Άνθος Πωγωνίτης (1910-1976)

Σκίτσο του Άνθου Πωγωνίτη από τον ζωγράφο Πολύκλειτο Ρέγκο

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Ηπειρώτης ποιητής Άνθος Πωγωνίτης, κατά κόσμον Βασίλης Καραφύλλης, γεννήθηκε το 1910 στον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου, ένα μικρό χωριό ανάμεσα στην Βήσσανη και το Βασιλικό. «Μιας κι’ έφτασες στης Βήσσιανης τον πλάτανο αδελφέ μου, / αχό ψαλμού να μπόραγα χαιρετισμό να στείλω, / Στον ίσκιο και τα κλώνια του με τα φτερά τ’ ανέμου».

«Να κοιτάς κατάματα τη γη που σε γέννησε / Ας έχουν πεθάνει εκείνοι που θαύμαζες / θα γεννηθούν αυτοί που θα φέρουν / το μεγάλο δώρο στα παιδιά», προέτρεπε, αφού σαφή επιρροή αποτελούσε και το κήρυγμα του Αγίου Κοσμά («οι άνθρωποι θα μείνουν πτωχοί γιατί δεν θάχουν αγάπη στα δέντρα»), που πέρασε από το Βασιλικό δύο φορές για να διδάξει και να προφητεύσει, ενώ συχνά καυχιέται: «Τα καλύτερα ελληνικά μιλιούνται στο Πωγώνι, έχει η κάθε λέξη τη δική της μουσική στο χορό της Πασχαλιάς».

Γεννημένος στην Ήπειρο ήταν λογικό να κοινωνήσει το δημοτικό τραγούδι («Κουλέ με το κλαρίνο σου κρυφές χαρές μου πρώτες») και την παράδοση. Για εκείνον, η λεβεντιά ήταν λέξη ιερή· την χρησιμοποίησε τόσο στην πορεία της ζωής του όσο και στη λογοτεχνική του δημιουργία.

Εγώ κι η λαλητάρα μου ψυχή που αντικρύσαμε
πικρό μαχαίρι δίκοπο στης μοίρας το παιχνίδι
σα σε τυφώνα το κορμί ολόρθο το κρατήσαμε
και τη βουνίσια λεβεντιά να μη μας φύγει (περισσότερα…)

Η ποιητική οντολογία του Κώστα Γουλιάμου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Η έβδομη ποιητική συλλογή του Κώστα Γουλιάμου με τον ποιητικότατο τίτλο Το μάτι της λέξης αποτελεί ένα συνθετικό έργο ωριμότητας που επεκτείνει τους βασικούς θεματικούς και μορφολογικούς άξονες μιας δύσβατης και πολύσημης ποιητικής, η οποία συνυφαίνει λειτουργικά και αισθητικά πρωτότυπα τις ποιητικές και πολιτικές (επίκαιρες και διαχρονικές), αλλά και τις υπαρξιακές και οντολογικές ανησυχίες ενός λόγιου ποιητή (poeta doctus) και πολιτικού άνδρα μπροστά σε ένα δυστοπικό μέλλον. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, πως σε όλο το μήκος και πλάτος της συλλογής επιχειρείται ένας διακειμενικός διάλογος τόσο με την προγενέστερη ποίηση (ελληνική και παγκόσμια) όσο και με ποικίλες άλλες μορφές τέχνης (π.χ. ζωγραφική, μουσική. γλυπτική), καθώς και μια αγωνιώδης επαναδιαπραγμάτευση του προσωπικού και συλλογικού παρελθόντος της ελληνικής Αριστεράς, το οποίο επανέρχεται δυναμικά και ανασημασιοδοτεί το παγκοσμιοποιημένο, αλλά παρόλα αυτά αλλοτριωμένο και απάνθρωπο πολιτικό και ποιητικό μας παρόν.

Μέσα στα λεκτικά κύτταρα, επομένως, του ανά χείρας συνθετικού ποιήματος, τίθεται ως ατομικό, κοινωνικό, εθνικό και παγκόσμιο ζητούμενο να ανοίξει μέσα μας  «το μάτι της λέξης», με άλλα λόγια να εξανθρωπιστούμε μέσω της ποίησης, αλλά και να αναζητήσουμε κρυμμένες οντολογικές και υπαρξιακές αλήθειες πέρα από τον θάνατο και το ορατό. Η ποίηση, επομένως, εννοείται εδώ ως οντολογική διείσδυση στη βαθύτερη, την κρυμμένη ουσία των πραγμάτων, με άλλα λόγια ως καταβύθιση στο κατά Παρμενίδην «Είναι». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Η συλλογή αποτελείται από τρία και περίπου ίσα μέρη: «Η λάμψη των οστών», «Φλόγα σωμάτων» και «Στην ερημιά της ύλης». Στο πρώτο μέρος του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Η λάμψη των οστών» δεσπόζει η πολύσημη και καταλυτική λειτουργία του φωτός που φωτίζει οντολογικά, ποιητικά και πολιτικά το άδικα χυμένο αίμα των νεκρών συντρόφων, ζωντανεύοντας το τραύμα της ήττας του εμφυλίου μέσα στη μνήμη. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι το πρώτο ποίημα με τίτλο «Ημερολόγιο λαού (3 Δεκέμβρη 1944)» επαναφέρει το θέμα των Δεκεμβριανών, ενώ το πρώτο μέρος κλείνει επίσης με τρεις σαφείς και τραυματικές αναφορές στον εμφύλιο: το ποίημα «Σαϊδόνα της Μάνης (27/03/1942)» αναφέρεται στο κάψιμο του συγκεκριμένου χωριού κατά τον εμφύλιο, το ποίημα  [«11.9.1943 Αετός Μεσσηνίας» στο ολοκαύτωμα του χωριού Αετός από γερμανικά αντίποινα στις 11 Σεπτεμβρίου 1943, και, τέλος, το ποίημα «16 Αυγούστου 1949 Συνέσοβα Αρκαδίας»] αναφέρεται στην τραγική ιστορία του  ανταρτοεπονίτη  Καπετάν Πέρδικα, ο οποίος αφού σκοτώθηκε σε ενέδρα χωροφυλάκων στις 16 Αυγούστου 1949 στην τοποθεσία Συνέσοβα, κρεμάστηκε παραδειγματικά στην πλατεία Άρεως στην Τρίπολη στο τέλος του εμφυλίου. (περισσότερα…)