ποίηση

«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας». (περισσότερα…)

«Χωρίς ν’ αφήσεις ίχνος στο σκοτάδι»: Χρήστος Σαμουηλίδης (1927-2022)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που με τα όνειρα γεμίζαν τις φαρδιές τους τσέπες
Με τα κουρέλια της ζωής πολιορκούσαν την αθανασία
Με των δαχτύλων τους τα χιόνια θώπευαν τις ερωμένες
Απ’ τη ματιά τους ξεκινούσαν τα τοπία
τ’ ουρανού
Κι απ’ την καρδιά τους η αυγή ξυπνούσε ροδοδάχτυλη.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν άρρωστοι γιατροί
Αποτυχόντες δικηγόροι και αργοί μηχανικοί
Που τα σοφά τους κρίματα εμφυαλώνουν στο χαρτί
Τα πλήκτρα της ανίας εν παρέργω πλήττουν
Αναμασούν με τα καρμπόν τα ξένα ρήματα
Και τέμνουν τις πρωτεύουσες σε ζώνες απορρήτων.

Πώς χάθηκαν εκείνα τα τρελλά παιδιά
οι ποιητές
Που τα τραγούδια τους ρυθμίζανε των ποταμών το κύλισμα
Το μπόι τους υψώνονταν πάν’ απ’ τις πολιτείες
Τα βήματά τους χάριζαν σημάδια στις πλατείες
Οι κοφτερές τους οι φωνές ματώναν τον αγέρα
Κι οι ανυπόταχτοι θυμοί τους απολυμαίνουν τον ήλιο.

Τώρα στον πήγασο καθίζουν οι σακάτες κι οι λεροί
Που στα κόμπλεξ αναζητούν της έμπνευσης τη χάρη
Στ’ ανήλια και στ’ αφύσικα, στ’ αδέσποτα και στη φυγή
Τον ουρανό περιφρονούν, το χώμα το φοβούνται
Κάνουν το δέρμα τους χορδή, δοξάρι το μονόλογο
Και ρέβουνε ανάμεσα στον κυνισμό και τη ντροπή.

Σε τεύχος της Νέας Πορείας είναι δημοσιευμένο το ποίημα του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο «Φωνές του δρόμου», όπου υπογράφει ως «Γιώργος Γιαννόπουλος (Σορολόπης)», το οποίο λειτουργεί ως “πρόλογος” μιας επιστολής που θα ακολουθήσει και αφορά ακόμη άλλα τέσσερα ποιήματα, τα οποία ο Ιωάννου τα εμπιστεύτηκε στον Χρήστο Σαμουηλίδη και αυτός με τη σειρά του τα έστειλε στον Αυρήλιο Ευστρατιάδη προς κρίση.

Αυτά τα ποιήματα υπάρχουν στη βιτρίνα του Γιώργου. Δεν έχω ούτε καιρό ούτε την διάθεση να τα ξαναγράψω καθαρά για να τα χαρής πιο άνετα. Αν δεν σου είναι δύσκολο, στείλε τα μου πίσω, και, σε παρακαλώ άκρα εχεμύθεια, γιατί ο Γιώργος θα θυμώσει μαζί μου. Περιμένω κρίση σου, γεια σου Βίλη. Χρήστος.

Σε αυτήν την επιστολή, ο Σαμουηλίδης αναφέρει πώς βρέθηκαν τα ποιήματα στο αρχείο του ‒καθώς ο εκκολαπτόμενος τότε Ιωάννου τα έστελνε μαζί με γράμματα‒ και χρονικά τα τοποθετεί στο 1949-1951, συμπληρώνοντας:

Και τα τέσσερα ποιήματα είναι γραμμένα με μολύβι, όπως και τα γράμματά του, πράγμα που συνήθιζε να κάνει ως το τέλος της ζωής του ο Ιωάννου. Αλλά εγώ τότε, για να τα τονίσω ώστε να γίνουν πιο ευανάγνωστα, τα ξανάγραψα από πάνω με μελάνη, οπότε τώρα στα χειρόγραφα, φαίνεται δυστυχώς ο δικός μου γραφικός χαρακτήρας. Για να καθαρίσω μάλιστα ακόμη πιο πολύ τα χειρόγραφα σήμερα, έπειτα από περίπου πενήντα χρόνια, έσβησα από πάνω με μια μαλακή γομολάστιχα, και τα τελευταία ίχνη από την πρώτη, την μολυβένια γραφή του Ιωάννου, που έμοιαζε με μουτζούρα κάτω απ’ τη δική μου, με μελάνη, έντονη γραφή. Το καθάρισμα αυτό το έκανα για να μπορέσω να φωτοτυπίσω τα ποιήματα καθαρά. Λυπάμαι για τις επεμβάσεις μου. Ήταν περιττές όπως αποδείχθηκε γιατί και οι επιστολές του που ήταν γραμμένες με μολύβι, δεν αλλοιώθηκαν σοβαρά μετά την διαμονή τους πάνω από σαράντα χρόνια στο αρχείο μου.

Το μοναδικό ποίημα από εκείνα τα νεανικά του Ιωάννου που γράφτηκε όχι με μολύβι αλλά με μελάνη στο πίσω μέρος ενός έντυπου σήματος ‒ο ποιητής υπηρετούσε τότε ως λοχίας/ασυρματιστής στις Διαβιβάσεις‒, φέρει την ημερομηνία 31/12/51, έχει τίτλο «Θεία Κωμωδία» και είναι αφιερωμένο στον Σαμουηλίδη. Υπογράφει δε ο Ιωάννου με το επώνυμο Καρυστινός. (περισσότερα…)

Η βία κι η εγκυρότητα στη λέξη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026

Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.

Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.

Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;

Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».

Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.

Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)

«Στο ψέμα είν’ η ποίησις ή στην αλήθεια»: Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος ή Ραμπαγάς (1850-1889)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στη Σίφνο. Δασκαλοπαίδι ο ίδιος, ακολούθησε τα ίδια χνάρια και διορίστηκε στην Άνδρο. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, ανώνυμα. Ο ίδιος υπήρξε ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία στη νεοελληνική λογοτεχνία. Λόγιος, ποιητής, ευθυμογράφος και δημοσιογράφος, με το παιγνιώδες ύφος του αποτέλεσε μιαν αντίθεση εν μέσω της τότε σχολαστικής αρθρογραφίας του βυζαντινού τύπου.

Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!

Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί . . .  πεθαίνω για τσιροσαλάτα […]

Εξαιτίας του καυστικού του ύφους διώχθηκε από τις οθωμανικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα. Μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη, ίδρυσε το πολιτικό και σατιρικό περιοδικό Ραμπαγάς –που κυκλοφόρησε δισεβδομαδιαία από το 1878 έως το 1889, έντεκα ολόκληρα χρόνια με 976 φύλλα–, όνομα που προήλθε από την ομώνυμη τετράπρακτη κωμωδία του Βικτοριέν Σαρντού, (στην οποία ένας αμοραλιστής πολιτικός, ο Rabagas, ζώντας στο ημιαυτόνομο πριγκιπάτο του Μονακό, ασκούσε έντονη και ανατρεπτική πολιτική εναντίον του αρχηγού του μικρού πριγκιπάτου, όμως όταν ο πρίγκιπας τον κάλεσε στην εξουσία, άλλαξε ρότα), που τότε είχε μεταφραστεί από τον Ιωάννη Καμπούρογλου, αλλά είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου.

*

*

Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες εν Ελλάδι. Από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου. Όσον μάλιστα υψούσαι εις τα κοινωνικά και πολιτικά μας στρώματα, τόσον ανευρίσκεις παχύτερον, φαυλότερον ραμπαγαδισμόν. Έφθασες εις το κατακόρυφον σημείον; Εκεί, στάσου, αποκαλύφθητι και προσαγόρευσον τον Αρχιρραμπαγάν […]

Στους τακτικούς συνεργάτες της εφημερίδας, συμπεριλαμβάνονταν οι νέοι τότε ποιητές Κωστής Παλαμάς, Νίκος Καμπάς, Δημήτρης Ταγκόπουλος και κατά διαστήματα φιλοξενήθηκαν αράδες των Γεωργίου Δροσίνη, Μπάμπη Αννίνου, Αριστομένη Προβελέγγιου και βεβαίως του Σουρή και του Ροΐδη, ενώ οι περισσότεροι υπέγραφαν ψευδωνύμως.

Θες την εξουσία πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία γίνε Ραμπαγάς.
Με τους δημοκράτες είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες να καλοπερνάς.
Σκύλος που γαυγίζει όξω απ’ την αυλή,
που τα δόντια τρίζει και σε απειλεί
που γκρινιάζει, στρέφει σαν τον κυνηγάς
κι αν τ’ ανοίξεις γλείφει . . . νά ο Ραμπαγάς.
Πάρ’ την εξουσία, μη μοιρολογάς,
μούπαν και με μία νάμαι Ραμπαγάς!
Όσους μ΄έχουν στύλο της αριστεράς
στο διάουλο θα στείλω, αν φανεί παράς.
Βούρλο που λυγάει όπως κι αν λυγάς
χέλι που γλιστράει, είν’ ο Ραμπαγάς!
Χρώμα πώς αλλάζω! Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω, παρδαλός δειπνώ.

Από το όνομα του περιοδικού, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Ραμπαγάς» και η συμβολή του στη λογοτεχνία βρίσκεται όχι μόνο στα σατιρικά ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό του και αλλού, αλλά και στις μεταφράσεις ποιημάτων ξένων λογοτεχνών. (περισσότερα…)

Προετοιμασία για τις Βαλκυρίες

*

Αν κάποτε πειστώ πως είμαι όντως,
θα είναι πιθανώς εν τω σταδίω
του Έρικσον, που λέγεται, δεόντως,
και λύρα ή παράθυρο-κρανίο.

Μην έχοντας, παρά τις σημασίες
(αμμώδη, χειμασμένα κοτσανάκια)
θα ψάλλω μια βρισιά στους γαλαξίες
που -τότε!- συγγενή με τα κοράκια

με κλήρωσαν, ως μάτι που κυκλώνει
τα φύλλα, συνδετήρες του συμβάντος,
ως γνώση χαραγμένη στο πριόνι,
στο πρόβλημα που στέκεται αχράντως.

Και -τότε!- θα ακούσω τη φωνή τους;
Εγώ, ακόμη μια παραπομπή τους.

Γ. Δ. ΛΕΟΝΤΑΣ

*

**

Μια διαλεκτική σπουδή θανάτου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Γιώργος Χριστοδουλίδης
λύμνες
Ατέλεια, Κύπρος 2025

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία του θανάτου, και δη του θανάτου του πατέρα, είναι μια αμφίσημη και ταυτόχρονα επώδυνη εμπειρία, αφού συντίθεται από τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων: της απώλειας της αγαπημένης μορφής του πατέρα από τη μια, και της ζωής του ενήλικα παιδιού από την άλλη που, τραυματισμένη και αποκομμένη από τον πατέρα, συνεχίζεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως η πρόσφατη (δέκατη στο σύνολο) και εκδοτικά καλαίσθητη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη Λύμνες είναι αφιερωμένη στον πατέρα του Δώρο Χριστοδουλίδη και φωτίζει πολύτροπα αυτό το καθεστώς απώλειας που συμπυκνώνεται, σύμφωνα με σχόλιο του ίδιου του ποιητή, σε τρεις πολύσημες λέξεις: λίμνη, μνήμη, λύπη.[1]

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή διακρίνεται σε δύο βασικές ενότητες («λύμνες» και «Παραλύμνες»), οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά: η πρώτη και συνθετικότερη έχει επίκεντρο τη δεσπόζουσα μορφή του τεθνεώτος πατέρα και μοιάζει σαν καταβύθιση σε μια βαθιά λίμνη πένθους, ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελείται από ξεχωριστά ποιήματα, συνιστά περιφερειακή, συχνά ειρωνική ή στοχαστική αναδίπλωση γύρω από τις πολλαπλές εκφάνσεις της φθοράς και του θανάτου και μοιάζει σαν περιήγηση στις όχθες της. Στο σύνολό της, η συλλογή συνιστά ένα εκτενές και πολυεπίπεδο συνθετικό ποίημα, το οποίο αρθρώνεται γύρω από τον πυκνό πυρήνα της απώλειας, αλλά ταυτόχρονα διαχέεται σε ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακών, πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών και μεταφυσικών προβληματισμών μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται.

Το πρώτο, συνθετικό μέρος της συλλογής, το οποίο εκφέρεται σε β’ πρόσωπο ως φανταστική αποστροφή στον πατέρα δεν μετουσιώνει μόνο τα βαθύτερα βιώματα του ποιητή (μνήμες της παιδικής ηλικίας, εστίαση στην προσωπικότητα, την αντιστασιακή, δημοκρατική, πολιτική και κοινωνική δράση του πατέρα κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα ανακινεί καθολικότερα θέματα τα οποία πιστοποιούν πως η ρέουσα ελευθερόστιχη γραφή χτίζεται εν προόδω, αφενός ως προσπάθεια ανακοπής και αντιμετώπισης του αναπόφευκτου και, αφετέρου ως αποδοχή της πικρής συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί εντέλει να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Η αναπάντεχη απώλεια της αγαπημένης μορφής του πατέρα, με άλλα λόγια, αποτελεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου το κυρίαρχο σημείο αφετηρίας και ανακίνησης της ψυχής και της γραφής του Γιώργου, καθώς ο βαθύς κρατήρας του πένθους αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και το βαθύ υπαρξιακό και βιωματικό υπόστρωμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει εκκωφαντικά με την επιγραμματικά διατυπωμένη φράση «Ο θάνατος δεν έχει συνώνυμα», η οποία και λειτουργεί ως υπαρξιακό και ποιητικό κομψοτέχνημα. Κι αυτό γιατί η αφοπλιστική αυτή διατύπωση δεν αποτελεί επιδεικτικό ρητορικό και ποιητικό εύρημα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και οντολογική τοποθέτηση με την οποία ο ποιητής επιλέγει να αφαιρέσει από τον θάνατο κάθε δυνατότητα μεταμφίεσης, κάθε ευφημισμό, κάθε πέπλο που θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο υποφερτό, πιο αποδεκτό, πιο οικείο. Έτσι η ίδια η λέξη «θάνατος» στέκεται εξαρχής γυμνή, σκληρή και άκαμπτη, χωρίς τα απαλότερα συνεκδοχικά συνώνυμά της: εκδημία, ταξίδι, κοίμηση˙ γεγονός που εντείνει από τον πρώτο στίχο του βιβλίου τον οριστικό, απόλυτο και ανυπέρβλητο χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, ίσως, ο ποιητής εγκαθιδρύει εξαρχής στη διαδικασία της ανάγνωσης ένα αντίρροπο ποιητικό σύμπαν όπου η γλώσσα δεν δύναται να λειτουργήσει ως εξιδανικευτικό παραπέτασμα, αλλά αντίθετα επιχειρεί με τον ασθματικό ρυθμό ενός μακροπερίοδου και πολύσημου ποιητικού λόγου να αποκαλύψει τον οριστικά αμετάκλητο πυρήνα του θανάτου. (περισσότερα…)

Τὸ «πῶς» τοῦ «μετὰ»

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Κήρυξις ἀφανείας. Μικρὴ μελέτη
θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή
,
Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν, 2025

Ὁρισμένα βιβλία δὲν μποροῦν νὰ εὔκολα καταχωριστοῦν εἰδολογικὰ σὲ μιὰν ὁριστικὴ κατηγορία, μὲ τὴν ἰδιότητά τους αὐτὴ νὰ μὴν δηλώνει τίποτα θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ γιὰ τὴν ποιότητά τους. Ὡστόσο, ἕνα βιβλίο ποὺ καλλιεργεῖ αὐτὴ τὴν ἀναρώτηση καὶ τελικὰ καταλήγει νὰ ἀμφιρρέπει ἐντέχνως ἀνάμεσα στὰ εἴδη τοῦ λόγου, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα βιβλίο ἄξιο λόγου ποὺ μᾶς καλεῖ θελκτικὰ νὰ τὸ ἐξετάσουμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς προκειμένου νὰ δοῦμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ καθιστᾶ ξεχωριστὸ τόσο στὸν φαινότυπο, ὅσο μοιραῖα καὶ στὸν γονότυπό του. Τὸ πιὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου ἀνήκει στὴν παραπάνω κατηγορία, καὶ σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω τόσο νὰ ἐξετάσω τὴν εἰδολογικὴ ἔνταξή του ὅσο καὶ νὰ ἀποπειραθῶ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν σχολιασμὸ τῶν κεντρικῶν του νοηματικῶν, ἰδεολογικῶν —καὶ ὄχι μόνο— ἀρτηριῶν.

Οἱ προκλήσεις τίθενται ἤδη ἀπὸ τὸν ἔκτυπο τίτλο του. Κήρυξις ἀφανείας: Μικρὴ μελέτη θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή. Κι’ ἂν ὁ τίτλος εἶναι ἀνοιχτὸς ἑρμηνευτικά, ὁ ὑπότιτλος ἔρχεται νὰ τὸν διευκρινίσει. Ἡ κήρυξη τῆς ἀφάνειας, δηλ. ὁ θάνατος, τίθεται στὸ κέντρο τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐκπονεῖ μιὰ μικρὴ μελέτη μὲ στόχο τὴν παρουσίαση ἑνὸς πορίσματος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν δέκτη σὲ μιὰ καλύτερη ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξέταση τοῦ θανάτου σὲ διάφορες ἐκδοχές, διάφορες συνθῆκες, διάφορες περιστάσεις, ὁ στοχασμὸς πάνω στὸν θάνατο καὶ τὰ πολλαπλὰ πρόσωπά του, ἡ στάση ἀπέναντί του καὶ ἡ προσδοκία (ἢ ἡ ἀμφιβολία) γιὰ τὸ μετά, ὅλα αὐτὰ μαζὶ δημιουργοῦν προϋποθέσεις —ἐκ τοῦ ἀντιθέτου— γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή.

Δείγματα τοῦ τί ἀκολουθεῖ δίδονται ἐπίσης κι’ ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, μὲ τὸ εἰκαστικὸ ἔργο Μετουσίωσις τοῦ Χρίστου Παπαδάκη, ὅπου μιὰ φρατζόλα ψωμί, ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί, κι’ ἕνα μακρινὸ φῶς σὲ ἕνα σκοῦρο φόντο προϊδεάζουν τὸν ὑποψιασμένο ἀναγνώστη ὄχι τόσο γιὰ τὸ περιεχόμενο, ὅσο γιὰ τὴν “πρόταση” τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἕνα ζήτημα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθουμε καὶ παρακάτω.

(περισσότερα…)

Ο δήμος και το όνειρο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.

Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.

Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)

«Ίσως κι εγώ να είχα ξεδιψάσει»: Κώστας Πασβάντης (1938-2026)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες
φύτεψα μα δεν είδα τον καρπό.
 
Τώρα που άρχισα να καταλαβαίνω κάπως
οι λέξεις μού αντιστέκονται·
ακούω άδεια τα λόγια μου που κουδουνίζουν.
 
Άλλωστε, ζώντας σε καιρούς ευτελείς
μιλώντας μιαν άλλη γλώσσα που δε συμφύρεται στην αγορά
εκφράζοντας συγκινήσεις τόσο φιλάργυρα ιδιωτικές και για πράγματα έτσι ανώφελα
 
Έχω περάσει ήδη τη γραμμή και απομονώθηκα·
συχνά που νιώθω ξένος στις αναπόφευκτες συναναστροφές.
 
Δοκίμασα λέξεις ανεκτίμητες γύρεψα να περάσω την άλλη σιωπή θα τελειώσω
μεταπράτης λέξεων.
 
Ταμίευσα τη ζωή μου τη διασκεύασα∙ ωστόσο
κουβεντιάζω ακόμα.
Λιγάκι κάθε μέρα
να μη σκουριάσει η γλώσσα.

Τον Γενάρη που μας πέρασε, έφυγε από τη ζωή ο Κώστας Πασβάντης, ένας εξαιρετικός και χαμηλόφωνος ποιητής. Γραμματολογικά ανήκει στη Β΄ Μεταπολεμική Γενιά και μέσα από την ποίησή του αναδύεται με πολλούς τρόπους η αίσθηση της γενιάς αυτής ‒ πρωτίστως μέσω της μνήμης («[…] άλλη νύχτα της κατοχής ο πατέρας μπαίνει λαχανιασμένος “ξέφυγα τον μπλόκο, πιάσανε τον Πολυχρόνη” […]»), της έλλειψης («[…] όπως άδειες κονσέρβες / όπως τα χρόνια μας / όπως […]»), αλλού της διάψευσης («[…] δεν ήξερα τότε… Άλλωστε, όπως σ’ έβλεπα σκυφτή, θάρρευα πως μάζευες αγριολούλουδα, δεν ήξερα ότι μιλούσες με τον πεθαμένο αρραβωνιαστικό σου […]»), της διαμαρτυρίας και της κριτικής («Σκύβοντας κι ολοένα σκύβοντας / Γυρεύοντας τον επιούσιο / Σε σκουπιδότοπους […]»), κι αλλού («Ο τόπος γιόμισε γλείφτες»), καθώς και με τον τρόπο του απολογισμού που ξεκινά από τα του εαυτού του («Όταν κάποιος ρωτήσει ποιος είμαι, / από πού έρχομαι, του απαντώ: / Είδα Πολιτείες, είμαι μονάχος. / Βραδιάζω»), κι έπειτα ανοίγει σε κάτι ευρύτερο: «Κάπου, στα χίλια εννιακόσια εξήντα / Τα πράγματα έδειχναν ευνοϊκά / Έπειτα, ο καθένας και οι ζημιές του». (περισσότερα…)

Ο χώρος ως προϋπόθεση δημιουργίας

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Θωμᾶς Ἰωάννου
Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία
Πόλις, 2025

Δύσκολη ἡ παρουσίαση ἑνὸς βιβλίου ὅταν αὐτὸς ποὺ καλεῖται νὰ μιλήσει γι’ αὐτὸ ἔχει παρακολουθήσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατασκευή του. Ἡ στενὰ φιλική, ἀδελφικὴ σχέση μὲ τὸν συγγράφοντα, ἡ σύμπνοια καὶ συμφωνία σὲ ζητήματα ἀρχῆς καὶ τάξης ἀναφορικὰ μὲ τὸν πολιτιστικὸ καὶ ὄχι μόνο χῶρο, οἱ κοινὲς ἀναφορὲς καὶ ἐκκινήσεις ἰδίως ἀπὸ σημαντικὲς μορφὲς τῆς Β΄ Μεταπολεμικῆς Γενιᾶς, ἡ κοινὴ καταγωγὴ ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ φὰρ οὐέστ (αὐτὸς ἀπὸ τὴν καταθλιπτικὴ γιὰ τοὺς διαμένοντες καὶ γραφικὴ γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες Πρέβεζα, ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἡρωϊκὴ —ἢ καὶ ὄχι— Κατούνα Ξηρομέρου στὴν Ἀκαρνανία, κατ’ ἐξοχὴν τόπο φονέων, μαχαιροβγαλτῶν, μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν), τὸ μοιραζόμενο πάθος γιὰ τὸ ἑλληνικὸ τρὰς σὲ τηλεόραση καὶ διαδίκτυο, καὶ τέλος τὸ Μάρλμπορο Λάιτ —ποὺ πιὰ σὲ μιὰ κρίση μεγαλείου μετονομάστηκε σὲ Μάρλμπορο Γκόλντ— και δὴ στὸ νέο 24άρι πακέτο τῶν 5€ μιᾶς καὶ ἀποφεύγουμε —γιὰ διαφορετικοὺς λόγους ὁ καθένας— νὰ κουβαλᾶμε ψιλά, εἶναι αὐτὰ ποὺ ἐνῶ βοηθοῦν ἰδιοσυγκρασιακὰ στὴν προσέγγιση τοῦ βιβλίου, τὴν ἴδια στιγμὴ δημιουργοῦν τυφλὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα μὲ ἀπωθοῦν ἀπὸ τὸ νὰ ἀξιοποιήσω στὴν ἑρμηνευτική μου προσέγγιση ἐμπειρικὰ ἐργαλεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὸ καθαρὰ αὐτοβιογραφικὸ κομμάτι ποὺ κρύβεται σὲ κάθε ἄξιο λόγου λογοτεχνικὸ ἔργο.

Ἡ θεωρητικὴ ἐπινόηση τοῦ ἀφηγητῆ ἢ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου εἶναι ὁπωσδήποτε σημαντικὴ συνεισφορὰ στὰ γράμματα, ὡστόσο τὴν ἴδια στιγμὴ λειτούργησε ἀποπροσανατολιστικὰ σὲ ἐπίπεδο ἑρμηνευτικῆς. Κι’ αὐτὸ γιατὶ κάθε σημαντικὸ ἔργο ποὺ γράφτηκε ἀπὸ κτίσεως κόσμου (μὲ τὶς ἐξαιρέσεις ἁπλῶς νὰ ἐπιβεβαιώνουν τὸν κανόνα), δὲν εἶναι τίποτα ἄλλα παρὰ μιὰ αὐτοβιογραφικὴ κατάθεση μὲ ἔντεχνα στοιχεῖα. Ἡ θεωρητικὴ μόδα τῆς αὐτομυθοπλασίας δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα “ἀρχαιομοντέρνο” ἑρμηνευτικὸ σχῆμα ποὺ ἔρχεται ἁπλῶς νὰ διαρρήξει ἀνοικτὲς θύρες. Ἀκόμα κι’ ἂν μιλᾶ γιὰ ἕνα ταξίδι στὸ διάστημα, ὁ Λουκιανὸς στὴν Ἀληθινὴ ἱστορία του παραδέχεται εὐθὺς ἐξαρχῆς ὅτι λέει ψέματα ‒ ἀκόμα κι’ ἐκεῖ λοιπόν, ἡ παραδοχὴ συνιστᾶ πραγματικότητα, δηλαδὴ βίωμα, ἀκόμα κι’ ἂν τὸ ἀφηγούμενο γεγονὸς ὑπερβαίνει τὰ πρόχειρα δεδομένα.

Ἀρκετὰ μ’ αὐτὰ ὅμως. Μπαίνω στὴν ταμπακιέρα λέγοντας ἐξαρχῆς τὸ ἑξῆς: τὸ βιβλίο τοῦ Θωμᾶ Ἰωάννου Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία ἔχει ἕναν χρονικῆς τάξεως ἐνδείκτη στὸν τίτλο του. Ἡ παρελκυστικὴ αὐτὴ νύξη δηλώνει ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τὸ μέγεθος, τὴ διάσταση ποὺ θὰ ἀντικρύσει κατ’ ἀρχὴν ὁ ἀναγνώστης ἐντός του ‒ ἡ διάσταση αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν χῶρο. Τὸν χῶρο ποὺ ἀπεικονίζεται μέσα ἀπὸ τὸν τόπο, ὁ ὁποῖος τελικὰ ξαναγίνεται χῶρος. (περισσότερα…)

«…για να σηκώσει το άπειρο»: Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες (1920-2009)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Τα χρόνια που σε σήκωσα γλαύκο μαράζι
με κάβους και νησιά σε χόχλο ψίθυρο
και μ’ ένα πέλαγο θησαυρισμένο
στην πυρή σταγόνα
καθώς συλλογιέται μεσοχείμωνα
στην άκρη του ματιού
και λογαριάζει πλώρες
που ξόδεψαν τις αναστάσεις.

Είναι βέβαιο ότι στη λογοτεχνική παράδοση του νησιού της Σίφνου φωτοβολούν αρκετές μορφές της ποίησης, όπως ο Ιωάννης Γρυπάρης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος, ο Νίκος Σταφυλοπάτης, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος “Ραμπαγάς” και άλλοι πολλοί. Μέσα σε αυτήν την ποιητική αλληλουχία προβάλλει και ο Αντώνης Μαγκανάρης-Δεκαβάλλες, ο ξενιτεμένος μα μόνιμα νοσταλγός του νησιού.

Με την ευχή που απόθεσε στο λίκνο μου
ξένος ζυγώνω από τη νύκτα των τόπων των καιρών.
Με τι μάτια να σηκώσω αυτό το φως;
Ποιο σχήμα μου να βάλω να καθήσει στο πεζούλι;
Ποια καρδιά μου να πιάσει το μαντήλι
να σύρει το συρτό; Νῦν ἀπολύοις.

* (περισσότερα…)

Ο γλύπτης Πολύγνωτος Βαγής μέσα από τα μάτια του ποιητή Γιώργου Χριστογιάννη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Παρακείμενα της εισόδου του κινηματοθεάτρου “Αριστοτέλειον”, στο κτήριο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών στη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται ένα μνημείο, αυτό του Απόδημου Ελληνισμού, έργο που ανήκει στον γλύπτη Πολύγνωτο Βαγή (γεν. 14 Ιανουαρίου 1894), τον συγχωριανό μου γλύπτη εκ Θάσου, και κάπου αναμεταξύ εξιστόρησης θαυμάτων χειροπλασιδίων και αναθυμιάσεων παιδικών ιστοριών —το σπίτι της γιαγιάς μοιραζόταν την ίδια αυλή με το μουσείο όπου στεγάζεται μέρος της συλλογής του—, ετούτος ο μάστορας της πέτρας στάθηκε η παιδική μου ασπίδα, αφού μονίμως κρυβόμουν πίσω απ’ τους γρανιτένιους όγκους του, μπας και —υπάρχοντας άφαγο παιδάκι— γλιτώσω από το κουτάλι της γιαγιάς που κάθε καλοκαίρι με απειλούσε απ’ όλες τις γωνιές, με κάθε τρόπο, με ιστούς αδιόρατους ή και χονδρόσχοινα —τα ίδια κυνηγετικά δάχτυλα έπλεκαν συγχρόνως το εγκώμιο της μικρής Ρηνιώς και τον βρόγχο της αγχόνης μου— και κάπως έτσι εκείνοι οι εκθαμβωτικοί πρωταγωνιστές των συμβάντων του γλύπτη, περνώντας από το καθαρτήριο της ιστορίας, ξεροστάλιαζαν ακίνητοι μαζί μου, ως να κατασταλάξουν σε θλιβερούς κομπάρσους, ευτελών —κλάψας— μονόπρακτων.

«Όλα θα σου έλθουν μιαν ημέρα χωρίς προετοιμασίες, χωρίς φανφάρες και χειροκροτήματα, έτσι απλά σαν αύρα στο κατακαλόκαιρο», γράφει ο Γιαννιώτης ποιητής και διπλωμάτης Γιώργος Ι. Χριστογιάννης, ο ποιητής χάρη στον οποίον, το 1981, δεκαέξι χρόνια από τον θάνατό του γλύπτη —ο Χριστογιάννης υπήρξε τότε διευθυντής της Διεύθυνσης Αποδήμων Ελλήνων του ΥΠΕΞ, αν κι η σχέση φιλίας αναπτύχθηκε ανάμεσα στους δύο άντρες τις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο ποιητής υπηρετούσε ως πρόξενος της Ελλάδας στην Νέα Υόρκη και ο Πολύγνωτος Βαγής ήταν ήδη ένας αναγνωρίσιμος εκεί καλλιτέχνης—, όλα τα εναπομείναντα έργα του Θάσιου, «τα παιδιά του», όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί, κατάφερε να μεταφερθούν στην Ελλάδα, για να έρθουν λίγα χρόνια μετά όλες οι μικρές άφαγες Ρηνούλες εκεί στην αυλή, να τα φαρμακώσουν με τις ραδιουργίες, τις μηχανορραφίες, το καθημερινό κρυφτό, κυρίως με τις μικρές φτυστές μπουκιές, ώσπου στο τέλος αναγκάστηκαν, αυτά τα δύο ξεσπιτωμένα της αυλής αγάλματα, χορτάτα πια και τροφαντά από αβγό μελάτο σε φλυτζάνι, να αναζητήσουν καταφύγιο στο μουσείο εντός. (περισσότερα…)