γραφή

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Η συμφορά τού να γράφει κανείς μυθιστόρημα

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Η συμφορά τού να γράφει κανείς μυθιστόρημα

Κάποτε οι μυθιστοριογράφοι κάθονταν ήσυχα-ήσυχα κι έγραφαν την ιστορία τους, έσπρωχναν τους ήρωες τους στο μπαλκόνι κι αν ήθελαν ένα επιπρόσθετο μερίδιο δόξας έβαζαν και τον εαυτό τους, λιγάκι μεταμφιεσμένο, στα πρόσωπα της δράσης. Δεν το έκαναν όμως με ψευδενοχικές διαμαρτυρίες και κούφιες τύψεις ούτε με την κοκεταρία της άρνησης που υποκύπτει στο τραβάτε με κι ας κλαίω. Ο Γκαίτε και ο Ντίκενς, ο Χένρυ Τζαίημς, ο Μαρσέλ Προυστ και ο Τόμας Μαν, ασφαλώς ιδροκοπούσαν πάνω στο χαρτί, αναγνώριζαν όμως χωρίς τσιριμόνιες πως η απόλαυση υπερτερούσε του μόχθου και δεν έκρυβαν πως η λογοτεχνία ήταν για τη ζωή τους μιά ευλογία που τους εξασφάλιζε ηθικό κύρος και πνευματική καταξίωση.

Έκτοτε όμως τα πράγματα άλλαξαν — και αφού πέρασε η μόδα των καταραμένων συγγραφέων, ήρθε το κακέκτυπό της, η μόδα των βασανισμένων. Άνθρωποι που δεν έφαγαν σφαλιάρες, δεν έκαναν βαριές δουλειές και πληρώνουν άνετα το νοίκι τους, αισθάνονται την ανάγκη να περιφέρονται με κατεβασμένα μούτρα στα λογοτεχνικά στέκια και να διαδηλώνουν σε όλους τους τόνους τη δυστυχία που τους βρήκε διότι – άδικη μοίρα και σκληρή! – κατάντησαν συγγραφείς. Βεβαιώνουν ότι θέλουν να κατεβούν από τον λογοτεχνικό συρμό αλλά επειδή δεν έχουν βρει την προσήκουσα έξοδο, είναι αναγκασμένοι να σιγοπίνουν τη σαμπάνια τους στρογγυλοκαθισμένοι στην πρώτη θέση των καλλιτεχνικών ειδησαρίων ή σε τηλεοπτικά τραπέζια στα οποία – εννοείται – προσάγονται με το ζόρι.

Τελευταία μάλιστα, κάτω από τη μάσκα της αυθιστόρησης, της αυτομυθογραφίας, της ημερολογιακής ενδοσκόπησης ή όπως αλλιώς τέλος πάντων ονομάζουν τη συνήθεια να ξύνεις το κακάδι απ’ το κακό σπυρί οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας, τελευταία λέω, κυκλοφορούν ολόκληρα μυθιστορήματα με αποκλειστικό θέμα τη συμφορά τού να γράφει κανείς ένα μυθιστόρημα. Έτσι, ένας Ισπανός, όμορφος άντρας στον καιρό του, διάσημος και πολυμεταφρασμένος – δεν θ’ αναφέρω τ’ όνομά του επειδή φέρεται ενοχλημένος από την πολλή δημοσιότητα – έγραψε 350 σελίδες για να εκθέσει τη λογοτεχνία ως κακοήθη και μολυσματική νόσο. Μία αρρώστια λέει, που τον κατατρώει διαμέσου των πασχόντων ηρώων του, αλλά και από την οποία, παραδόξως, δεν θέλει να απαλλαγεί ούτε να απαλλάξει τους αναγνώστες από την περιγραφή των μαρτυρίων που τραβάει όταν αναγκάζεται να δίνει συνεντεύξεις με το κιλό, να εισπράττει παχυλές αμοιβές ή να καταχειροκροτείται σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Τέτοια κακοτυχία! — τι να πω, τον λυπάμαι εκ βάθους καρδίας τον άνθρωπο. (περισσότερα…)

Εγκώμιο στις ωμοπλάτες

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Εγκώμιο στις ωμοπλάτες

Όλα τα μέρη του γυναικείου σώματος έχουν εξυμνηθεί δεόντως αλλά ενώ πολλοί παρατηρούν με ζώπυρο ενδιαφέρον τις ωμοπλάτες που εξέχουν από ένα ξώπλατο φόρεμα ή διακρίνονται κάτω από λεπτό σάλι, λίγοι αποπειρώνται να γράψουν γι’ αυτές και ελάχιστοι καλλιτέχνες έχουν επιμείνει στην αισθητική τους ιδιοσυστασία. Οι ωμοπλάτες εντούτοις, αμέσως μετά τη γέφυρα του λαιμού που ενώνει το κεφάλι με το κορμί, είναι το πρώτο σημείο αποβίβασης του βλέμματος στη σωματική ήπειρο. Η ανάγλυφη γεωμετρία τους, ημιτελώς τριγωνική, συνδυάζοντας την ένταση της ακμής με την ηδύτητα της καμπύλης προδιατυπώνει τον χάρτη των επικείμενων ανακαλύψεων. Οι ωμοπλάτες χαρίζουν στους βραχίονες το ιδιαίτερο κινητικό τους ύφος και αποτελούν το ιδεώδες αντίδωρο για τα μαλλιά που ξεχύνονται πάνω τους. Το ρίγος που διατρέχει τη σπονδυλική στήλη ξεκινώντας από τις λαγόνες για να φτάσει σερπετό ως τον αυχένα κυλάει ανάμεσά τους. Τα υπερήφανα τόξα τους δίνουν τη δεσπόζουσα γραμμή στη έγερση του παραστήματος και το σφρίγος τους προικοδοτεί όλους τους τεταμένους χορούς από το τάνγκο ως το φλαμένκο. Οι στίλβουσες ωμοπλάτες είναι τα προγεφυρώματα της ανυπότακτης ομορφιάς. (περισσότερα…)

Ένας προβληματισμός πάνω στις μεταμορφώσεις της γραφής

*

της ΒΕΡΑΣ ΧΑΤΖΗ

Σε διάσημη σειρά διάσημης πλατφόρμας παροχής συνδρομητικών διαδικτυακών τηλεοπτικών υπηρεσιών εκτυλίσσεται ο κάτωθι διάλογος, με πρωταγωνιστές μια άκρως γοητευτική επιχειρηματία μέσης ηλικίας και τον κατά πολύ νεώτερο —με καλλιτεχνική φυσιογνωμία— σύντροφό της. Η επιχειρηματίας αγωνιά για το εάν και κατά πόσο ένα λαοφιλές έντυπο μέσο θα έχει συμπεριλάβει τη νεοσύστατη εταιρεία της —δομημένη βέβαια στη βάση του διαδικτυακού κόσμου και των μέσων δικτύωσης— και την ίδια στη λίστα με τις καλύτερες και πιο επιδραστικές επιχειρηματικές προσωπικότητες, όταν με έκπληξη και περίσσεια δυσαρέσκεια διαπιστώνει ότι ο στόχος της δεν επετεύχθη. Τότε ο σύντροφός της, σε μια προσπάθεια παρηγοριάς, της αναφέρει: «Ποιος διαβάζει έντυπα πια;» Η επιχειρηματίας, οργισμένη, ανταπαντά: «Όσοι είναι σημαντικοί».

Στον αντίλογο αυτό μου φάνηκε αίφνης ότι συνοψίστηκε ένα από τα πιο ουσιώδη σύγχρονα δίπολα περί γραφής: έντυπη versus ηλεκτρονική. Παρά την καθολική κυριαρχία του ηλεκτρονικού στο σύνολο των εκφάνσεων που αφορούν στην καθημερινή ατομική και συλλογική μας υπόσταση, υπάρχει ένας σχεδόν “δυσπρόσιτος” χώρος, ο οποίος ανθίσταται στην ολική επικράτεια του ψηφιακού· και αυτός δεν είναι, βέβαια, άλλος από τον χώρο της γραφής και δη της λογοτεχνικής. Εστιάζοντας στην τελευταία, αξίζει να διερευνηθεί ο βαθμός ανταπόκρισης της σύγχρονης λογοτεχνικής δημιουργίας και των εκφραστών της στα νέα τεχνολογικά μέσα και στις δυνατότητες που προσφέρει η ηλεκτρονική γραφή.

Υπερκειμενική ποίηση και πεζογραφία, κινητική / οπτική ποίηση, εγκαταστάσεις computer art, προγράμματα συζήτησης, διαδραστική μυθοπλασία, μυθιστορήματα/ διηγήματα σε μορφή διαδικτυακών αναρτήσεων, ποιήματα / πεζά παραγόμενα από γεννήτριες κειμένων, συλλογική γραφή[1], μικροκείμενα που αναρτώνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι οι βασικότερες μορφές νέων ηλεκτρονικά παραγόμενων λογοτεχνικών δημιουργημάτων. Παρά το γεγονός ότι αρκετοί από τους παραπάνω όρους προκαλούν ένα αίσθημα ανοικείωσης ακόμα και στο σημερινό αναγνωστικό κοινό, αξίζει να αναφερθεί ότι η βασική αλλαγή που επέφερε η επονομαζόμενη ηλεκτρονική λογοτεχνία αφορά στο μέσο και όχι στην ίδια τη γραφή. Παραφράζοντας τον Marshall McLuhan και την καίρια διαπίστωσή του ότι «το μέσο είναι το μήνυμα» οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ναι μεν τα υπερμέσα επαναπροσδιορίζουν τον οπτικό και εννοιολογικό χώρο της γραφής, ωστόσο τα παραγόμενα κείμενα εξακολουθούν να διαλέγονται δημιουργικά με τα κανονικοποιημένα λογοτεχνικά είδη και να φέρουν στοιχεία από το έντυπο παρελθόν τους. Μια σελίδα υπερκειμένου φαντάζει ως ένα “τυπικά” οργανωμένο, σε έντυπη μορφή, διήγημα / μέρος μυθιστορήματος μέχρις ότου ο αναγνώστης φτάσει στη λέξη-«θερμό»[2] σημείο και κληθεί να αποφασίσει αν θα συνεχίσει τη γραμμική ανάγνωση ή αν θα μεταβεί μέσω του υπερσυνδέσμου σε άλλη σελίδα με λεκτικό, οπτικό ή ηχητικό περιεχόμενο. Ένα έργο αναρτημένο στο Facebook ή το Twitter, που πληροί τη βασική προϋπόθεση των εν λόγω μέσων για συντομία στις δημοσιεύσεις, μοιάζει με ένα μικροδιήγημα, συνοδευόμενο ίσως με εικονικό υλικό, που θα μπορούσαμε να διαβάσουμε σε οποιαδήποτε έντυπη συλλογή, αν δεν υπήρχαν τα likes, τα σχόλια των αναγνωστών με τις συνακόλουθες απαντήσεις του δημιουργού και η δυνατότητα διαμοιρασμού (share) του έργου· πληροφορίες που συνοδεύουν την ανάρτηση, αναδιαμορφώνουν την αλληλεπίδραση συγγραφέα και αναγνώστη, καθιστώντας τη πιο διαδραστική, και θέτουν νέα δεδομένα στην πρόσληψη και αναγνωστική ανταπόκρισή μας προς το έργο. Ακόμα και η ψηφιακή οπτική ποίηση δεν διαφοροποιείται ιδιαίτερα στην απόδοση και αναπαράσταση του έργου από τα ποιήματα του Mallarmé, τα καλλιγράμματα του Apollinaire, έργα των ντανταϊστών, του Lemaître, αλλά και των εκπροσώπων της «συγκεκριμένης ποίησης»[3]. Αντίστοιχο ζήτημα ανακύπτει και από την ορολογία που χρησιμοποιείται για να αποδοθούν τα συστατικά γνωρίσματα της ηλεκτρονικής λογοτεχνικής γραφής a contrario με την έντυπη. Διακρίνεται, λοιπόν, αφενός η σταθερή, αναλλοίωτη, γραμμική, διαυγής, με αιτιώδεις νοηματικές σχέσεις και με κύρος έντυπη γραφή και, αφετέρου, η ευπροσάρμοστη, μεταβλητή, ασταθής, μη γραμμική ή πολυγραμμική, ανοιχτή, χωρική, με υλικότητα, χωρίς διαύγεια και αιτιότητα ηλεκτρονική γραφή. Ο συσχετισμός έντυπου και ψηφιακού καταλήγει με τους όρους του Bolter σε μία αντίστιξη κέντρου και παρεκβάσεων, σταθερότητας και παλινωδίας[4]. (περισσότερα…)