ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Ελλαδέξ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Αντιθεσμική και προσβλητική η μη προσέλευση servicers και funds στην Βουλή», γράφουν τα ΜΜΕ, όσα το αναφέρουν καν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Όταν δεν χρησιμοποιείς καν λέξη ελληνική για να κατονομάσεις τα αρπακτικά που λυμαίνονται την χώρα, γιατί παραξενεύεσαι που αυτά γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους κρατικούς θεσμούς σου και τους πολιτικούς σου; (Που είναι άλλωστε και οι κυρίως υπαίτιοι για τη δική τους αυθαιρεσία, απόδειξη η τελευταία νομοθετική διάταξη που αποπειράθηκαν να περάσουν στη ζούλα υπέρ τους.)

Η ελευθερία ξεκινάει από τις λέξεις, δηλαδή από την εκφραστική αυτοδιάθεση, από την ανεξάρτητη αυτοκατανόηση κάθε υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού. Και το Ελλαδέξ, όπως το αποκαλούσε προφητικά ο Σεφέρης ήδη από τη δεκαετία του 1960, από την ελληνική γλώσσα έχει πάρει διαζύγιο. Αυτά τα δυο, ξενογλωσσία και υποτέλεια πάνε μαζί κι αχώριστα.

Η εικόνα από τον ομότιτλο, εμπνευσμένο από τον ποιητή, δίσκο του 1975.

///

«Ξεκίνα από τη μέση. Είναι ο μόνος κανόνας που έχω». Αυτή τη συμβουλή, διαβάζω σε τίτλο δημοσιεύματος, έδωσε σε κάποιον αναγνώστη της η αρτιβράβευτη νομπελίστρια Ανν Κάρσον. Και αναρωτιέμαι με τη σειρά μου: πόσοι έπιασαν την αναφορά στον Όμηρο και την Ιλιάδα, στον αρχαίο επικό κανόνα «In medias res» που κάποτε ήταν η «κοινή μέθοδος» στην τέχνη της αφήγησης; Γι’ αυτήν δεν μιλάει και ο Ροΐδης στην Πάπισσα Ιωάννα;

«Ἀπὸ τοῦ μέσου ἄρχονται συνήθως οἱ ἐπικοὶ ποιηταί· ταὐτὸ ποιοῦσι καὶ οἱ μυθιστοριογράφοι, ὅσοι τὰς δεκατόμους τύχας τῶν Πόρθων καὶ Ἀραμίδων παραγγέλουσιν ὑπομισθίῳ ἐφημερίδι νὰ ὀνομάσῃ, ἀριστοτελικῇ ἀδείᾳ, ἐποποιίας· ἔπειτα ὁ ἥρως, ὅταν εὕρῃ εὐκαιρίαν, ἐντὸς σπηλαίου ἢ ἀνακτόρου, ἐπὶ εὐώδους χλόης ἢ μαλακῆς κλίνης διηγεῖται τὰ προηγούμενα τῇ ἐρωμένῃ, «ἐπεὶ εὐνῆς καὶ φιλότητος ἐξ ἔρον ἕντο». Οὕτω θέλει ὁ Λατῖνος Ὀράτιος ἐν τῇ Ποιητικῇ· τοῦτο συνιστῶσι καὶ οἱ βιβλιοπῶλαι, ὁσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ὁρίζοντες εἰς τὸν συγγραφέα τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ ὡς τοῦ ἐνδύματος εἰς τὸν ῥάπτην. Τοιαύτη τέλος εἶναι ἡ κοινὴ μέθοδος».

Στην ίδια στιχομυθία, εξάλλου, η Κάρσον ως πηγή έμπνευσης για το έργο της αναφέρει ένα και μόνο όνομα: τον Όμηρο. Και δεν μπορώ εδώ παρά να σκεφτώ την ειρωνεία, αναλογιζόμενος από ποιαν πλευρά του λογοτεχνικού μας φάσματος αναθρώσκουν κυρίως τα εγκώμια προς την Καναδή: αν ο θαυμαστής δεν καταλαβαίνει την πηγή απ’ όπου τρέφεται το έργο της συγγραφέως που υποτίθεται ότι θαυμάζει, τι κατανοεί εντέλει από το έργο αυτό;…

Η τραγωδία του μοντερνισμού, από τον καιρό του πολεμιστήριου «Make it New!» του Έζρα Πάουντ, ήταν πάντα αυτή. Ότι ενώ οι πρωτοστάτες του γνώριζαν πολύ καλά τι ακριβώς επεδίωκαν να ανανεώσουν, ποιους κανόνες αθετούσαν και γιατί, οι επίγονοί τους εκλάμβαναν πάντα το έργο τους ως απροϋπόθετο. Εκλάμβαναν τη δεδηλωμένη συνέχεια ώς αυτόφωτη αφετηρία. Και έτσι, γυμνώνοντάς τους από το ουσιώδες περιεχόμενό τους, συρρίκνωναν και τους νεωτερικούς μέντορές τους στον ξηρό τρόπο, στην μορφική ιδιοτροπία καλύτερα, στην παραξενιά του εκφέρεσθαι. Ή πάλι τους άφηναν να πνιγούν σε μια θάλασσα υποσημειώσεων. Δεν ξέρω αν η Κάρσον κατάφερε ποτέ να βγει απ’ αυτήν. Διαβάζω με συγκίνηση τις πρώτες φράσεις του κειμένου της όπου μιλάει για το πάρκινσον (ελληνική μετάφρασή του δημοσιεύθηκε στο Νέο Πλανόδιον πέρυσι).

«Όταν διαγνώστηκα με πάρκινσον το σύμπτωμα που πραγματικά με τρόμαξε ήταν ότι παραμορφώθηκε το γράψιμό μου. Ευχαριστιόμουν να γράφω σε σημειωματάρια, γέμιζα ολόκληρα ράφια, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τώρα οι κάθετες μολυβιές λυγίζουν ή σπάνε ή πάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, τα φωνήεντα συρρικνώνονται σε σφαιρίδια, οι ουρές χάνουν τις ήπιες, έξυπνες γωνίες τους, όλα γενικά φαίνονται πολύ άσχημα. Ή, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ, ηλίθια. Κάθομαι και σβήνω ολόκληρες παραγράφους από ντροπή. Δύσκολο να περιγράψεις ή να εξηγήσεις την αισχύνη του κακού χειρογράφου. Το κακό χειρόγραφο είναι άσχημο. Φαίνεται κάπως βλακώδες. Ήμουν έτοιμη να πω πως δείχνει ψεύτικο, αλλά μετά συνειδητοποίησα πως το αντίθετο συμβαίνει. Μέσα στην αταξία της, η χαοτική γραφή μοιάζει να μου αποκαλύπτει κάτι που θα προτιμούσα να μην το κοιτάξω. Φέρνει στο προσκήνιο εκείνο που ο Τζέραλντ Μάνλεϋ Χόπκινς αποκαλούσε «εσωτερικό τοπίο». «Πρόσεχε εκείνον που η γραφή του ταλαντεύεται όπως το καλάμι στον άνεμο» έλεγε ο Κομφούκιος. Η γραφολογία, όπως φαντάζομαι θα γνωρίζετε, είναι η μελέτη της γραφής ενός ανθρώπου που μπορεί να μας δώσει στοιχεία για την ανάλυση του χαρακτήρα του.»

Ύστερα όμως κοντοστέκομαι. Είναι στ’ αλήθεια αναγκαίες όλες αυτές οι μνείες στον Μπάρτ, στον Χόπκινς, στον Κομφούκιο για να μιλήσουμε για κάτι τόσο στοιχειωδώς ανθρώπινο, όπως ο πόνος και η ασθένεια; Φαίνεται πως, για μας, σήμερα, είναι. Η σχολαστική μανιέρα των λίγων τώρα πια τροφίμων του όψιμου μοντερνισμού μας (ας προσθέσει κανείς στη λέξη όσα μετά- και post- επιθυμεί) ριζώνει στην υπερτροφία της μνήμης. Ίσως ακριβώς επειδή απευθύνεται στην λησμοσύνη του πλήθους.

///

Τὸ μὲν συγχωρῆσαι, συγκεχώρηται ὑμῖν· τὸ δὲ μεῖναι, οὐκέτι μένω μεθ’ ὑμῶν, διότι οὐχ εὑρέθη εἷς ἐξ ὑμῶν ἔχων διάκρισιν τοῦ συμπαθῆσαί μοι.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

///

Για κάθε παιδί που πηγαίνει σ’ ένα όποιο συνοικιακό φροντιστήριο, οι γονείς τους λαμβάνουν έξι-εφτά σελίδες πυκνογραμμένες με νομικές ανοητολογίες, φόρμες προς συμπλήρωση, αιτήσεις προς έγκριση και τα παρόμοια. Διασφαλίσεις όλα αυτές τάχα ότι τηρείται ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και άλλα τέτοια σπουδαιοφανή. Κι αυτό τη στιγμή που τα πραγματικά προσωπικά μας δεδομένα είναι εντελώς κοινά, πουλιούνται κι αγοράζονται ελευθέρως στην ψηφιόσφαιρα, παρακολουθούνται από κάθε λογής κρατικές και παρακρατικές υπηρεσίες, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται κατά το δοκούν και κατά σύστημα.

Το ίδιο και με την λεγόμενη ανακύκλωση. (περισσότερα…)

Μην αποπατείτε στην Πνύκα

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

~.~

Υπάρχει τρόπος να σιχαθούμε την Ακρόπολη και τα όσα αντιπροσωπεύει γι’ αυτό που εξακολουθητικά λέμε «Δυτικό πολιτισμό» (που σήμερα πλέον ηχεί σαν το πιο σύντομο ανέκδοτο), ή ό,τι άλλο απόμεινε από ένα μουμιοποιημένο παρελθόν για να πουληθεί στην τουριστική βιομηχανία τής χώρας;  Ναι· αρκεί μία καρτ-ποστάλ με τον αμερικανικό αετό μπροστά της. Χρειάστηκε να το δούμε κι αυτό, να ζήσουμε και αυτή την ταπείνωση, κι επιπλέον να υποστούμε τον χορό των χειροκροτούντων υποτακτικών, αυτού του απέραντου εκτροφείου ερπετών που είναι η σημερινή Ελλάδα. Υποκλιθήκαμε σε ένα ανθρώπινο τίποτα, έναν σαλτιμπάγκο γεμάτον μίσος και σαδισμό για ό,τι υπερήφανο και ανεξάρτητο κινείται σ’ αυτόν τον κόσμο, αρχής γενομένης από την πατρίδα του, την Κούβα, για τον στραγγαλισμό τού γενναίου λαού τής οποίας είναι ο ίδιος αρχιτέκτονας και καυχιέται γι’ αυτό – όπως και για τον άγριο βασανισμό της Παλαιστίνης, για τον βιασμό της Βενεζουέλας και την αιμορραγία ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, για την απάνθρωπη κλίμακα των σφαγών στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στο Ιράν, στον Λίβανο… Είναι ο ίδιος εκείνος που στην πολυσυζητημένη του ομιλία τής 14ης Φεβρουαρίου αυτής της χρονιάς (2026), στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, εξαπέλυσε δηλητηριώδη αντικομμουνισμό και λευκό εθνοσωβινισμό, έπλεξε ύμνο τής ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και ζήτησε τη συσπείρωση όλων των ξεδοντιασμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της «Δύσης» πίσω από την δολοφονική μηχανή των ΗΠΑ για την ανάκτηση μιας παγκόσμιας κυριαρχίας που είναι σε ελεύθερη πτώση σήμερα – και χειροκροτήθηκε γι’ αυτά… Στο ίδιο αυτό πνεύμα ξαναμίλησε την Πνύκα, προσθέτοντας στο ματωμένο του κομπολόι σαν λάφυρο μία ακόμα χάντρα, τον ελληνικό κλασικό πολιτισμό.

Δεν θα σχολιάσω εδώ τον χορό των Ελλήνων χειροκροτητών τού Μάρκο Ρούμπιο, που είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας σε ανέκκλητη σήψη. Απλώς, δεν υπάρχουν λόγια γι’ αυτούς. Πολύ περισσότερο με εξέπληξαν οι «άλλοι», όλοι εκείνοι που μετέφρασαν σωστά, εν πρώτοις, το μήνυμα του Ρούμπιο.  Πολύ σωστά, είπαν ότι ήρθε για ένα ακόμα θηριώδες εμπορικό deal, που περιελάμβανε αφενός την αγορά πρόσθετων όπλων (6 δις in advance), αφετέρου το σχέδιο του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου» που φιλοδοξεί ν’ αντικαταστήσει την προμήθεια ρωσικών υδρογονανθράκων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια με (τρομακτικά ακριβότερο) φυσικό αέριο των ΗΠΑ.[1] Και ακόμη σωστότερα είδαν —και είπαν— ότι ήρθε να ζητήσει την ενεργό συστράτευση των υποτελών στον νέο γύρο πολέμου που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ κατά του Ιράν και του Άξονα της Αντίστασης στη Δυτική Ασία.

Ωραία. Τι περιμένει φυσιολογικά κάποιος ύστερ’ από μια τέτοια διαπίστωση; Μήπως μια συζήτηση του αν πράγματι χρειαζόμαστε, και σε τι, την «προσφορά» (που είναι στην πραγματικότητα ένας ελάχιστα συγκεκαλυμμένος φόρος υποτέλειας), ή μήπως μια έντιμη απάντηση ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο και συμφέρον να μετάσχει σε έναν απ’ όλες τις απόψεις παράνομο πόλεμο, και ότι πάντως η αμερικανική βάση τής Σούδας (ο πολυτιμότερος κόμβος Αμερικανοϊσραηλινών κι Ευρωπαίων στις φονικές τους επιχειρήσεις στην περιοχή μετά την καταστροφή των αμερικανικών βάσεων στο Κόλπο) δεν περιλαμβάνει στη σύμβασή της τη χρήση για επιθετικούς σκοπούς; Όχι όμως… Τίποτε απ’ αυτά δεν απαίτησαν οι κάθε πολιτικής αποχρώσεως «εθνικόφρονες»[2] αντικυβερνητικοί να πει ή να κάνει η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ένα και μόνο ζήτημα θέτουν σε όλους τους τόνους: τι ζητήσαμε εμείς ως αντάλλαγμα για όλ’ αυτά; Λοιδορούν το καθεστώς Μητσοτάκη ότι «πουλάει φτηνά» την κυριαρχία τής χώρας, διατεινόμενοι ότι είναι πολύτιμο εμπόρευμα που μπορεί να πιάσει πολύ καλύτερες τιμές την αγορά· δηλαδή, παζαρεύουν ωμά το τίμημα της υποτέλειας, εκλαμβάνοντας την ίδια την υποτέλεια ως αυτονόητη και δεδομένη. Και σαν φύλλο συκής τής δουλοφροσύνης τους χρησιμοποιούν —ακόμα μία φορά— τη θολή και κατάπτυστη έννοια του «εθνικού συμφέροντος».

Δεν εκπλήσσει το ότι αυτή η αντίληψη του «εθνικού συμφέροντος» επισωρεύει τα πλήγματα το ένα μετά το άλλο. Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των πανωλεθριών είναι η πρόσφατη ψήφιση από τη Βουλή τής Λιβύης τού λεγόμενου Τουρκολυβικού Μνημονίου, που ήρθε τις τελευταίες ημέρες να επιδεινώσει την «καλωδιάδα» με την οποία μας έχουν ζαλίσει τ’ αυτιά. Πώς θα αποτρέψουμε τις παρενοχλήσεις τής Τουρκίας στην πόντιση ενός καλωδίου που θα διασυνδέει ηλεκτρικά την Ευρώπη (μέσω Ελλάδας και Κύπρου) με το Ισραήλ, ενέργεια η οποία κατοχυρώνει κεκτημένα εις βάρος τής Ελλάδας στο μοίρασμα των θαλάσσιων ζωνών τής Ανατολικής Μεσογείου; Γιατί Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ισραηλινοί, που είναι οι πραγματικά ενδιαφερόμενοι, δεν παρεμβαίνουν ρητά και απερίφραστα υπέρ της Ελλάδας; Γιατί οι Λίβυοι του Χαφτάρ τα βρίσκουν με την Τουρκία, μέχρι χθες ανταγωνιστή, και η Ευρώπη αντιδρά τόσο χλιαρά; Γιατί οι Αιγύπτιοι, μέχρι χθες υποστηρικτές τού Χαφτάρ και ανταγωνιστές τής Τουρκίας (άρα δυνητικοί «σύμμαχοι» της Ελλάδας), όχι μόνο δεν κάνουν το βήμα που περιμένουμε αλλά και «δεν μας τα λένε καλά» με το Σινά; Τέτοια ερωτήματα απασχολούν τους «πατριώτες» μας, αποφεύγοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούν να θέσουν το ερώτημα που προϋποτίθεται όλων αυτών: σε ποιους έχουμε διαλέξει να προσκολληθούμε, και ποιους κάνουμε ασυγχώρητα εχθρούς. (περισσότερα…)

Τα νήματα του κόσμου

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κατά βάθος, η ιδέα ότι τα νήματα αυτού του κόσμου τα κινούν κάποιοι καλά κρυμμένοι συνομώτες, είναι μια ιδέα αισιόδοξη, βγαλμένη κι αυτή από τη δέσμη των ασπρόμαυρων διαφωτιστικών διανοημάτων που κηδεμονεύουν τη σκέψη μας τους τελευταίους αιώνες. Διότι συνοδεύεται πάντα από την διαβεβαίωση: αρκεί να τραβήξουμε τον μπερντέ και όλα θα έρθουν στο φως, οι κατεργάρηδες θα πάνε στον πάγκο τους και τον ρόλο του κουκλοπαίχτη, στα φανερά πια, θα τον αναλάβουν εκείνοι που πρέπει.

Όμως στην πράξη τα νήματα του κόσμου δεν τα κινεί κανείς αποκλειστικά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συνωμοσίες, όπως διδάσκουν οι, αφελείς ή ιδιοτελείς, αντισυνομωσιολόγοι του καιρού μας. Από συνωμοσίες, απάτες, ψεύδη, υποκρισία βρίθει η προσωπική και η συλλογική μας ζωή, στα φανερά λίγα πράγματα γίνονται, όποιοι και να τα κάνουν. Αλλά διότι το έργο που παίζεται είναι χαοτικό εξαρχής και οι πρωταγωνιστές του φιγούρες τυχάρπαστες και εναλλάξιμες ταχύτατα.

Αυτά που παρακολουθούμε να γίνονται στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη, το Ιράν, στην τεχνητή νοημοσύνη, στα πολιτικά πράγματα της Δύσης κ.ο.κ., ναι, κάποιοι τα θέλησαν αρχικά. Τώρα όμως κανείς δεν τα ελέγχει και όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν, καυχιούνται για μια ισχύ που δεν διαθέτουν εμπράκτως.

Μακάρι να την είχαν! Ακόμη και μια καταθλιπτική βεβαιότητα θα ήταν προτιμότερη από το ιλιγγιώδες αυτό σκόρπισμα του κόσμου που όλο και επιταχύνεται μπροστά μας.

///

«Αυτό το ποίημα είναι ένα θαύμα. Η πικρία του είναι η μόνη πικρία που έχει νόημα, εκείνη που πηγάζει από την καθυποταγή του ανθρώπινου πνεύματος στη βία, δηλαδή, εντέλει, στην ύλη. Αυτή η καθυποταγή είναι κοινή μοίρα, αν και κάθε πνεύμα την υπομένει διαφορετικά, κατά τις αρετές του. Κανείς στην Ιλιάδα δεν γλιτώνει από αυτήν, όπως και κανείς άνθρωπος πάνω στη γη. Όμως και κανείς υποτασσόμενος δεν αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση γι’ αυτό. Όποιος, μέσα στην ίδια του την ψυχή και στις ανθρώπινες σχέσεις, ξεφεύγει από την κυριαρχία της βίας, χαίρεται την αγάπη, αλλά μια αγάπη που την σκιάζει πάντα η θλίψη λόγω του ολέθρου που επικρέμεται συνεχώς πάνω της.

Τέτοιο είναι το πνεύμα του μοναδικού αληθινού έπους που διαθέτει η Δύση. Εμπρός της η Οδύσσεια φαντάζει απλώς μια καλή μίμηση, άλλοτε της Ιλιάδας, άλλοτε ανατολικών ποιημάτων. Η Αινειάδα είναι μια μίμηση που, όσο λαμπρή κι αν είναι, την παραμορφώνει η ψυχρότητα, η πομπώδης ρητορική και το κακό γούστο. Τα γαλλικά chansons de geste, στερούμενα της αίσθησης της δικαιοσύνης, δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη μεγαλοσύνη: στο Chanson de Roland, ο θάνατος ενός εχθρού δεν συγκινεί ούτε τον συγγραφέα ούτε τον αναγνώστη με τον ίδιο τρόπο όπως ο θάνατος του Ρολάνδου.

Η αττική τραγωδία, ή τουλάχιστον η τραγωδία του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αποτελεί την πραγματική συνέχεια του έπους. Η έννοια της δικαιοσύνης τη διαφωτίζει, χωρίς ποτέ να παρεμβαίνει άμεσα σε αυτήν. Εδώ η βία εμφανίζεται με την ψυχρότητα και τη σκληρότητά της, πάντα συνοδευόμενη από μοιραίες συνέπειες αναπόφευκτες και γι’ αυτούς που την ασκούν και γι’ αυτούς που την υφίστανται.»

SIMONE WEIL

///

Ο Μαζωνάκης και η Βίσση. Ό,τι γνώμη και να έχει κανείς για τους δυο τους, είναι προφανές: αντικατοπτρίζουν με μεγάλη ακρίβεια αυτό που είμαστε ως συλλογικότητα. Μας αντιπροσωπεύουν.

///

Δύσμοιρα ελληνικά… Ούτε στις μαρκίζες των βιβλιοπωλείων, ούτε στους τίτλους των λογοτεχνικών περιοδικών, ούτε στις αφίσες των ποιητικών φεστιβάλ δεν περισσεύει πια θέση για σας.

/// (περισσότερα…)

Αυτό που φαίνεται, αυτό είναι – αλλά όχι ολόκληρο

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο κόσμος εντυπώνεται στις αισθήσεις μας και αποκτάμε μαζί του μια τριβή∙ αποκτάμε εμπειρία.  Οι εντυπώσεις συνιστούν μία πρώτη, ανεπεξέργαστη εμφάνιση όσων μας περιβάλλουν.  Δεν αποτελούν μία καταγραφή ψυχρής πληροφορίας: είναι δυνατό να συνυφαίνονται πρωτογενώς με αισθήματα.  Η εμπειρία ενός τόπου μπορεί να συνυφαίνεται με ένα αίσθημα θαυμασμού.

Αλλά η πραγματικότητα είναι όντως αυτή που βλέπω; Με άλλα λόγια, αυτό που μου εμφανίζεται, αυτό είναι; Αν όχι, τίθενται υπό αμφισβήτηση όσα βλέπω, καθώς και οι πεποιθήσεις μου γι’ αυτά. Εν τέλει, ποιά είναι τα όρια της γνώσης μας για την πραγματικότητά που μας περιβάλλει; Μήπως δεν μπορούμε ποτέ να τη γνωρίσουμε όπως είναι; Μήπως βρισκόμαστε μέσα σε ένα σκηνικό ανάλογο με εκείνο της ταινίας «Το σόου του Τρούμαν» (“The Truman show”, 1998); Δηλαδή σε ένα σκηνικό που εκλαμβάνουμε ως ατόφιο κόσμο, ενώ όλα γύρω μας είναι εντέλει έξωθεν σκηνοθετημένα;

Η απόκλιση εντύπωσης και πραγματικότητας συμβαίνει, όταν για παράδειγμα, οι συνθήκες παρατήρησης είναι ελλιπής, όπως οι συνθήκες φωτισμού, ή όταν είναι υπάρχει πρόβλημα στα μέσα παρατήρησης (μια ασθένεια σε κάποια εκ των αισθήσεων). Επιπλέον, η εδραιωμένη αντίληψη ότι κάτι δεν είναι αυτό που φαίνεται, οφείλεται και στο γεγονός ότι για να γίνει αντιληπτό αυτό το κάτι, δηλαδή προσιτό σε εμάς, διαποτίζεται εξαρχής από δυνάμεις της νόησής μας. Μήπως τότε τα αντικείμενα διαθλώνται στις νοητικές δυνάμεις όπως ακριβώς και στο νερό, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται παραμορφωμένα; Σε μία τέτοια περίπτωση θα ήμασταν καταδικασμένοι να προσανατολιζόμαστε στον κόσμο υπό  καθεστώς διαρκούς ζάλης. Μήπως λοιπόν στην εμπειρία μας δεν εντυπώνονται ατόφια τα αντικείμενα, δηλαδή όπως πραγματικά είναι, αλλά διαθλώμενα στη νόηση; Όχι, αν διακρίνουμε την εκδήλωση των δυνάμεων της νόησης σε ενεργητική (ή εκούσια) και παθητική (ή ακούσια). Αυτή τη διάκριση εισήγε ο Μακντάουελ (Νους και Κόσμος, 1992, απηχώντας το αριστοτελικό σχήμα δυνάμει/ενεργεία.

Παθητική και ενεργητική εκδήλωση της νόησης

Οι δυνάμεις της νόησης διαποτίζουν ενεργητικά όψεις του κόσμου υπό την έννοια ότι υπάρχει μια ανάληψη ευθύνης, μια εκούσια στάση έναντι του κόσμου, σχηματίζοντας κρίσεις και πεποιθήσεις γι’ αυτόν.  Οι δυνάμεις της νόησης διαποτίζουν παθητικά όψεις του κόσμου, υπό την έννοια ότι  το υποκείμενο δέχεται γεγονότα του κόσμου, χωρίς να έχει την ευθύνη μιας τέτοιας αποδοχής, δηλαδή χωρίς να διαμορφώνει ακόμα κρίσεις ή πεποιθήσεις για ό,τι αισθάνεται· απλά αφήνεται ακούσια στα γεγονότα του κόσμου, παρασύρεται στη δίνη τους.

Καθώς λοιπόν βλέπω ένα αντικείμενο, εντυπώνεται στις αισθήσεις μου. Οι εντυπώσεις -τα δεδομένα των αισθήσεων- διαποτίζονται από παθητικές εκδηλώσεις δυνάμεων της νόησης. Έτσι, συνιστούν εμφανίσεις των αντικειμένων. Το αντικείμενο μου φαίνεται με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Προκειμένου να σχηματίσω πεποιθήσεις για το αντικείμενο, αναλαμβάνω μία ευθύνη, κάτι που προϋποθέτει η ενεργητική εκδήλωση δυνάμεων της νόησης. Συλλαμβάνω το αντικείμενο μέσα από εκδιπλώσεις του, διακρίνοντας ομοιότητες, διαφορές και αναλογίες. Μία τέτοια ευθύνη είναι πιο αντιληπτή όταν η πεποίθηση είναι υπό τη μορφή κρίσεως. Όταν δηλαδή διατυπώνω μια πρόταση για το αντικείμενο της μορφής «το Χ είναι Ψ», υποστηρίζοντας ότι  είναι έτσι ή αλλιώς, ακόμα και όταν σταματώ να το βλέπω, απομονώνοντάς το από μια συγκεκριμένη περίσταση. (περισσότερα…)

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [2/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Πρώτο Μέρος εδώ

 ΙΙ.

Στις 5 Μαρτίου 2026, έναν μήνα και πέντε μέρες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, διαβάζω μία από τις σπάνιες πλέον δηλώσεις του Τζόρτζιο Αγκάμπεν:

«Μια χώρα δέχτηκε επίθεση χωρίς κανένα πραγματικό λόγο και δολίως, τη στιγμή που υποτίθεται ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μαζί της, και ο πνευματικός της ηγέτης δολοφονήθηκε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση –ή η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα– όχι μόνο δεν καταδίκασε τούτη την κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από δύο κράτη που καθώς φαίνεται έχουν απολέσει κάθε μέτρο αυτογνωσίας και ευθύνης, αλλά και διέταξε τον ιρανικό λαό να πάψει να αμύνεται3.»

Εννοείται ότι μία χώρα, όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες αυτήν την περίοδο, δέχθηκε σοβαρή επίθεση. Όχι μόνον στην επικράτειά της αλλά και στην αξιοπρέπεια και την αυτεξουσιότητά της. Η Δύση, αρχικά, επικαλούμενη το μεταμοντέρνο παραμύθι του δικαιωματισμού που γνωρίζει ως κάκιστος πλασιέ να πουλάει τα τελευταία χρόνια στην υπόλοιπη υφήλιο, εγκατέλειψε την κασέτα που είχε βάλει να παίζει μονίμως, για να βγει στην επιφάνεια το πραγματικό ζητούμενο της επίθεσης στο Ιράν: το πετρέλαιο. Και δεν είναι μόνον το πετρέλαιο αλλά και το ποιος ελέγχει έναν γεωγραφικό τόπο και ένα φυσικό πέρασμα που από αρχαιοτάτων χρόνων ανήκει σε συγκεκριμένους λαούς. Αφού οι ΗΠΑ και οι σκοταδιστές δορυφόροι τους στην περιοχή κατάφεραν να επιβάλουν, έπειτα από δεκαπέντε συναπτά έτη συνεχούς προσπάθειας, το τερατώδες καθεστώς της Αλ-Κάιντα στην Συρία, διέλυσαν εν συνεχεία τον Λίβανο και προχωρούν προς την πλήρη γενοκτονία ενός από τους ελάχιστους λαούς που λειτουργεί ακόμη με σεβασμό στην πατρογονική του γη και του οποίου η αξιοπρέπεια καθορίζει τον τρόπο ζωής του: τους Παλαιστινίους.

Αλλά αυτά είναι ασήμαντα γεγονότα για τους κατοίκους της ευρωπαϊκής ηπείρου και πολύ περισσότερο για τους κατοίκους του Νότου της Χερσονήσου του Αίμου, που φαίνεται ότι έχουν λύσει όλα τα προβλήματα δημοκρατίας και ελευθερίας μέσω του «έξυπνου» τηλέφωνου και του τουρισμού, και πιστεύουν ότι η καταστροφή τόπων με τους οποίους είχαν άμεση σχέση επί χιλιετηρίδες, δεν τους αφορά άμεσα, ως Έλληνες, αλλά κάποιον άλλον μακρινό γαλαξία.

Κατ’ ελπίδα: ο βαμβαρδισμός του Ντουμπάϊ, ως αντίποινα των Ιρανών στην απειλή αφανισμού της πατρογονικής τους γης, έρχεται να επιβεβαιώσει μια πρόσχαρη υπόσχεση καταστροφής ενός μοντέλου που απειλεί εδώ και δεκαετίες τον πλανήτη. Αρχικά να υπενθυμίσουμε ότι από όλους τους κατοίκους του τόπου που ο Πτολεμαίος αποκαλούσε «Ευδαίμονα Αραβία» τα σημερινά Εμιράτα δεν είχαν ποτέ να επιδείξουν το παραμικρότερο είδος πολιτισμού, ούτε και κάποια ευδαιμονία (εν αντιθέσει, π.χ., με τους κατοίκους της Υεμένης και εν μέρει του προϊσλαμικού Μπαχρέιν), καθότι ο νομαδικός τρόπος ζωής τούς εμπόδιζε να στραφούν προς αυτήν την κατεύθυνση και τα ολιγάνθρωπα ψαροχώρια τους ζούσαν ακριβώς από την αλιεία και ενίοτε από την εύρεση οργανικών πολύτιμων λίθων όπως τα μαργαριτάρια τα οποία και πουλούσαν στους ξένους.

Η κατάσταση άλλαξε χάρη στην εύρεση του πετρελαίου. Από την δεκαετία του 1950, ξεκινάει ένας ασυλλόγιστος αγώνας επιβεβαίωσης των Εμιράτων χάρη στον υλικό πλούτο. Το 1971 όσοι από την ανατολική Αραβία κατάφεραν να βρουν πετρέλαιο στην ξηρή έρημό τους ενώθηκαν σε συνομοσπονδία χάριν ακριβώς του πετρελαίου. Όσοι από τους γηγενείς βεδουίνους δεν συμμετείχαν ή και δεν συμμετέχουν στην μετατροπή της Αραβίας σε Μαϊάμι, εξορίζονται στην έρημο. Για τις ιθύνουσες τάξεις δεν τίθεται ζήτημα: μπορούν πάντα να βρουν σκλάβους από την Αφρική και την Ινδική Χερσόνησο.3 Πράγμα που γίνεται συστηματικά μέχρι σήμερα: Νοτιοαφρικανοί, Κογκολέζοι, Ταζμανοί καθώς και Αιθίοπες παίρνουν τον δρόμο της εξορίας, τον δρόμο της σκλαβιάς που έχουν χαραχθεί εδώ και αιώνες. Είτε από την Σομαλία είτε από το περίφημο Port Sudan οι έμποροι μαύρης σάρκας είναι πάντα σε ετοιμότητα να εφοδιάσουν την, πλέον, Δύσθυμη Αραβία με καινούργιους σκλάβους για τις celebrities που συχνάζουν στο Ντουμπάι. (περισσότερα…)

Από την Αθλιάδα του Βρομήρου (απόσπασμα αιμοσταγές και αρειμάνιο)

Γελοιογραφία από το Grok

*

Έτσι τους απειλούσε ο άθλιος Πούτης.
Όπου μεμιάς πετάχτηκαν εννέα
πάνω γενναία παλληκάρια του Άρη
έτοιμα το κεφάλι να του σπάσουν.
Πρώτος ο Μέρτσης, ο άναξ Φρειδερίκος,
που της Τζερμάνιας έτρεχε το κράτος
κι ήταν της ΜπλακΡοκ άξιος βαστάζος
κι είχε κακοπεράσει απ’ την Αγγέλα.
Μετά ο Μακρόνης, της Μπριζίτ το τέκνο,
άνδρας θεόρατος, δυόμισι πήχες,
που όταν βρουχιόταν τρίζανε τα τζάμια
και οι πορσελάνες των Σεβρών στο Λούβρο.
Οι δυο γιγάντισσες ήρθαν κατόπιν,
η Ούρσουλα η αψίκορη κι η Κάγια
η ρωσσοπνίχτρα η γαύρη· σαν εκείνη
δεν βρίσκετο σ’ όλη την Ασθενία
άλλη στη φρονιμάδα και στη γνώση.
Κι απόκοντα, τις δυο τις Αμαζόνες
ακολουθούσαν δυο τρανά ζαγάρια,
ο αιματοπότης ο Ζελένσκης πρώτος
της Ουκρανιάς ο ευεργέτης κράλης
που ήτανε μπιστικός του Πατριάρχη
και τον πολυαγαπούσαν όλοι οι νάτσοι.
Και, πάνω απ’ όλους, το παιδί τση Κρήτης,
ο Μητσωτός ο ισόθεος ο Κυριάκος·
δεν είχε αυτός το ταίρι του στη μάχη
κι έριχνε μύγα κάτω με σφεντόνα
απ’ τους δυο πόντους, αν είχε ψοφήσει.
Κι άλλοι πολλοί, ο λιόντας της Μπριτάνιας,
που τ’ όνομά του τώρα δα ξεχνάω
–μου το θυμίζεις σαν αδειάσεις, Μούσα–
κι ο Στούμπης ο βαρύμαγκας του Ελσίνκι,
κι ο ατρόμητος ο σεκρετέρ του ΝΑΤΟ,
ο Ρούττης ο ένδοξος κοντραρομάχος.
Κι απ’ τους Ρουμάνους κι απ’ τους Δανιμάρκους,
κι από τους Πολωνούς κι από τους Βάλτους
κι από τους βούρκους κι απ’ τους βόθρους κι άλλοι
βγήκαν καμπόσοι ακόμη πολεμάρχοι
συμπούρμπουλοι, μπαρουτοκαπνισμένοι.
Κι όλοι τους με τον μοχθηρό Μεντβέντη,
του Πούτη τον βροντόλαλο προλάτη,
θέλαν να παραβγούν σώμα με σώμα.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

*

**

Λειμών

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 27.viii.26
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΛΕΙΜΩΝ

Αφήστε τον σε μένα, είπε η χλόη, να  ξαπλωθεί και ν’ αναπαυθεί πάνω στο στήθος μου. Αφήστε τον να πιει το λιμνασμένο μου νερό κι ύστερα να λησμονήσει. Υπάρχει τόση πίκρα εκεί από κάτω μου. Έπειτα θ’ απλωθώ κι εγώ να τον σκεπάσω με τη σιωπή μου, ενώ τ’ ανήσυχα πουλιά ματαίως θα τον ψάχνουν. Θ’ αφήνουν μακρόσυρτες κραυγές ανησυχίας και θα θρηνούν το ανεύρετο. Αφήστε τον, αφήστε τον, είπε ξανά η χλόη,  επειδή εγώ είμαι η αρχαία μητέρα του, εγώ θα τον συνδράμω στο μοναχικό ταξίδι του, όταν τα όνειρά του θα σβήνονται ένα-ένα και τα μουχλιασμένα βρύα θα σκεπάζουν το πρόσωπό του.

Κι αυτά εγώ τα άκουγα και όλο κοιμόμουν.

* (περισσότερα…)

Ζωή Καρέλλη, Η Στενή Πύλη

*

H ΣΤΕΝΗ ΠΥΛΗ

Μακριά δεν είναι η εκκλησία, όπου
η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά,
στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά.

Παλιά κι άλλη εκκλησία, γλυκειά η Γρηγορήτρα
«η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν
η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες
φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές,
στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν
τις κατανυκτικές τους επικλήσεις,
αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν
παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες
δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια,
στις αγρυπνίες ολονύκτιες κι άνοιγαν
τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες,
υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων,
όταν ασθενούσαν, και διάβαζαν ευχές.

Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς,
εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα
της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβομένων η χαρά»,
διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου,
την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι
μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή
κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

*

*

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)

Περί λογοτεχνικών καλλιστείων

Πηγή εικόνας: Bookpress

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Διαβάζει κανείς με ενδιαφέρον και απορία τα αποτελέσματα της «μεγάλης έρευνας» της Bookpress και του βιβλιοπωλείου Πολιτεία, κατά την οποία, αντιγράφω από τον σχετικό ιστότοπο,

«55 προσωπικότητες από τον χώρο του βιβλίου, 55 ειδικευμένοι αναγνώστες —λογοτέχνες, κριτικοί, πανεπιστημιακοί φιλολογικών τμημάτων, βιβλιοπώλες, δημοσιογράφοι— κλήθηκαν να επιλέξουν η καθεμιά και ο καθένας 20 τίτλους ελληνικής ποίησης και πεζογραφίας που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά από το 1975 μέχρι και το 2025.

Στόχος να αναδειχτούν

«τα καλύτερα ελληνικά λογοτεχνικά βιβλία των τελευταίων 50 ετών (1975-2025)».

Με ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη διαβάζουμε την διαπίστωση των υπευθύνων της έρευνας πως ο καταρτισθείς κατάλογος αποτελεί

«Μια δεξαμενή βιβλίων που μπορεί να χρησιμεύσει ως σημείο αναφοράς για τους μελετητές του παρόντος και του μέλλοντος, αλλά και ως έγκυρος ενδεικτικός κατάλογος με αναγνωστικές προτάσεις για το ίδιο το κοινό.»

Ως προς το πρώτο σκέλος, θα συμφωνούσαμε ότι πράγματι μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο για να μελετηθούν οι τάσεις που διαμορφώνουν το προσωπικό γούστο, η εποπτεία που έχει ο αναγνώστης-κριτής, η προβολή που τυχαίνει να έχουν λάβει –κάποια από– τα βιβλία, προβολή που διαμορφώνεται συχνά από το πυκνό πλέγμα των δικτύων επικοινωνίας κ.λπ., οι αναγνωστικές προτιμήσεις και σε δεύτερο βαθμό η αξία του κρινόμενου έργου. Πεδίο ερεύνης λαμπρό για τον ερευνητή του παρόντος και του μέλλοντος. Ως προς το δεύτερο σκέλος της διαπίστωσης, ότι ο κατάλογος αποτελεί έγκυρο ενδεικτικό κατάλογο με αναγνωστικές προτάσεις για το ίδιο το κοινό, εγείρεται ακόμα μεγαλύτερη απορία πώς είναι δυνατόν να θεωρηθεί έγκυρος ένας κατάλογος ο οποίος δεν περικλείει τον ύστερο Λειβαδίτη ή την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ή από τους νεότερους την Δήμητρα Χριστοδούλου. Αν ανατρέξει βέβαια κάποιος στην αναλυτικότερη λίστα των βιβλίων που ψηφίστηκαν έστω και με μία ψήφο, θα βρει τα ονόματα που προανέφερα όπως και άλλα σημαντικά, αν περιοριστεί ωστόσο στα αποτελέσματα της βραχείας λίστας αυτών των καλλιστείων, ματαίως θα ψάχνει. Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, οι Βιολέτες για μια εποχή, το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα, έργα-σταθμός στην ελληνική ποίηση δεν απαντούν πουθενά.

Πόσο χρήσιμος μπορεί να είναι ένας τέτοιος κατάλογος που στον λιγότερο υποψιασμένο, στον νεότερο ίσως αναγνώστη προτείνει αυτά και όχι άλλα βιβλία; Τι καταλαβαίνει αυτός ο αναγνώστης όταν βλέπει άξιους βέβαια πεζογράφους να εκπροσωπούνται με τρία βιβλία αλλά μείζονες ποιητές να απουσιάζουν; Πόσο δικαιούται μια τέτοια λίστα να αποτελέσει οτιδήποτε άλλο πέρα από ένα στατιστικό εργαλείο που αποτυπώνει, στο μεγαλύτερο τουλάχιστον μέρος της, τα πεπερασμένα, υποκειμενικά, παρατυχόντα συμπεράσματα ενός μέρους, έστω και του «αρμοδιοτέρου», των αναγνωστών; Πόσο επίσης επικίνδυνο και παραπλανητικό μπορεί να είναι κάτι τέτοιο όταν εγείρει αξιώσεις λογοτεχνικού κανόνα; Πράγμα που φαίνεται βέβαια να έχουν υπόψιν οι υπεύθυνοι της έρευνας γράφοντας:

«Η υποκειμενική ματιά, το προσωπικό γούστο, ο πλουραλισμός, παραμένουν οι πλέον ισχυροί παράγοντες που καθορίζουν τον λογοτεχνικό κανόνα στις μέρες μας – αν μας επιτρέπεται, με τόση μεγάλη διασπορά στις προτιμήσεις, να κάνουμε ακόμη χρήση αυτής της έννοιας.»

Μετά από αυτό, θα ρωτούσε κάποιος, προς τι μια τέτοια ή οποιαδήποτε παρόμοιου τύπου έρευνα; Για να εξαχθούν ίσως διδακτικά και ενίοτε πικρά συμπεράσματα: από ποιον γράφεται η ιστορία της λογοτεχνίας, απ’ το κοινό ή τους επαΐοντες; Με τι κριτήρια ψηφίζουν οι επαΐοντες; Από ποιον διαμορφώνονται οι αναγνωστικές προτιμήσεις, από τους αναγνώστες που μειώνονται και που γυρνούν την πλάτη σε όλες τις στατιστικές και τις συνταγές ψυχωφελούς ανάγνωσης ή από τους εκάστοτε ειδικούς, δέσμιους των δικών τους προϊδεάσεων ή ακόμα και προσωπικών σχέσεων;

Ένα άλλο ερώτημα που εγείρεται είναι αν είναι λογικό να συμπεριληφθούν στην ίδια λίστα βιβλία που ανήκουν σε διαφορετικό είδος του λόγου – ποίηση και πεζογραφία – και υπαγορεύουν διαφορετική αναγνωστική πρόσληψη. Μια τέτοια συμπερίληψη εική και ως έτυχεν δημιουργεί ενστάσεις ως προς την ομοιογένεια των κριτηρίων. Θα μπορούσε βέβαια να απαντήσει κάποιος στην ένσταση αυτή με το επιχείρημα της μεγάλης δημοκρατίας της αναγνωστικής αγοράς που αποτυπώνει αδήριτα τη δημοφιλία και την επιδραστικότητα του κάθε είδους λόγου και την αναντίλεκτη πρωτοκαθεδρία του πεζογραφήματος στις αναγνωστικές προτιμήσεις, πραγματικότητα που δεν χωράει αμφισβήτηση ούτε και γκρίνια. Το μυθιστόρημα παρηγορεί και ταξιδεύει μέσα στον πλατύ του χρόνο, παρέχοντας την ψευδαίσθηση ότι μιλά για τη ζωή την ώρα που αυτή ακριβώς συμβαίνει, ενώ η ποίηση συχνά μιλά για τη ζωή μετά την ζωή επιχειρώντας το ακατόρθωτο, να πυκνώσει στη μικρή χωρικότητά της ένα τόσο μεγάλο άνυσμα χρόνου έτσι που αυτός διαρρηγνύει τα τοιχία των λέξεων διαρρέοντας αδιάγνωστος. Γι’ αυτό και η ποίηση συχνά αντιμετωπίζεται με την ευγενική συγκατάβαση απέναντι στα προστατευόμενα, καθότι υπό εξαφάνιση, είδη ζωής που η βιοποικιλότητα των ιδεών επιβάλλει την ύπαρξή της, αν και ανομολόγητα προβλέπεται η φθίνουσα διάρκειά της.

Το μόνο συμπέρασμα που κανείς μπορεί να βγάλει είναι να μην ξεχάσει να θυμηθεί να διαβάσει για πρώτη ή για μια ακόμα φορά Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, τις Βιολέτες για μια εποχή, το Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα.

*

**

Ο γρίφος του ποδοσφαίρου

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εμπρός στον γρίφο του ποδοσφαίρου, οι προοδευτικοί και οι φιλελεύθεροι, οι ανειρήνευτοι εχθροί των συνόρων, όλοι αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους προπάντων πολίτη του κόσμου, μένουν πάντα ενεοί.

Μα τι έχει αυτό το παράδοξο σπορ, τι κρύβει μέσα του τόσο ισχυρό που ωθεί με τρόπο τόσο αφύσικο τους προλετάριους και τους μεγιστάνες, τους κρατουμένους και τους δεσμοφύλακες, τους πάνω και τους κάτω να γιορτάζουν μαζί; Πώς γίνεται να τους χωρίζει απ’ τους πανόμοιούς τους στην άλλη πλευρά της μεθορίου; Δεν είμαστε όλοι γόνοι της ίδιας γης; Γιατί αναριγούμε, γιατί κλαίμε, γιατί ουρλιάζουμε από χαρά κι από πόνο εμπρός σε ένα κομμάτι χρωματιστό πανί, εμπρός σε μια φανέλα ή σημαία που μας θυμίζουν ακριβώς το αντίθετο: πως αυτό που ζυγίζει για μας πιο πολύ, δεν είναι ότι ανήκουμε στην αφηρημένη, νοερή ανθρωπότητα, αλλά σ’ ένα κλάσμα της συγκεκριμένο, χειροπιαστό. Έναν σύλλογο, μια πόλη, έναν λαό.

Κάποιοι άλλοι, κουτοπόνηρα, πασχίζουν να στρέψουν το πράγμα στον αισθητισμό. Ας κερδίσει ο καλύτερος, «a beleza do jogο», η ομορφιά του αθλήματος, διακηρύσσουν, μόνο τούτο βαραίνει! Λες και ο Βραζιλιάνος στη φαβέλα θα σχιζόταν λιγότερο στις κερκίδες αν η ομάδα του συναγωνιζόταν σε χάρη την Εθνική του Ρεχάγκελ…

«Όποιος δεν αντιστοιχίζει την ποίηση του Καβάφη με το ιταλικό ποδόσφαιρο, δεν καταλαβαίνει μήτε από ποδόσφαιρο μήτε από Καβάφη», έγραψε κάποτε θυμόσοφα ο Μίμης Σουλιώτης. Στα σπορ ο αισθητισμός γοητεύει συνήθως τους παρατυχόντες, αυτούς που δεν έχουν σχέση βαθύτερη, σπλαχνική, μ’ αυτό που παρακολουθούν και αρκούνται στην όψη του, στα επιφαινόμενά του. Ανήμποροι να το νιώσουν, οι άνθρωποι αυτοί δεν ψυχανεμίζονται πως όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι “η ωραία μπάλα”, τα “σημασία έχει η συμμετοχή”, τα “ήμουν κι εγώ παρών”, τα “μετράει πάνω απ’ όλα η προσπάθεια” και τα τοιαύτα, σκορπούν σαν πάχνη στον πρωινό ήλιο, ότι το μόνο που μετράει είναι η Νίκη και ότι αυτή η νίκη από μόνη της προσφέρει, ανάμεσα στ’ άλλα, και πλήρωση, μέθη αισθητική τέτοια που οι απ’ έξω ούτε στον ύπνο τους ποτέ δεν θα νιώσουν.

Άλλοι αψίθυμοι καταστρώνουν θεωρητικές αναλύσεις, υποδεικνύουν τις κρυφές συνάφειες του αθλητισμού με τον ρατσισμό και τη βία, προειδοποιούν, κραδαίνουν σαν δασκάλα Αρσακιώτισσα τον επίφοβο δείχτη. Κι όμως, τα ανομικά φαινόμενα στο ποδόσφαιρο δεν διαφέρουν δραματικά από τα παρατράγουδα στα σχολεία ή τα πανεπιστήμιά μας. Στην πράξη μάλιστα, η μπάλα λειτουργεί αντιστρόφως: ως εκτονωτής της νεανικής επιθετικότητας, ως αποφορτιστής της ανδρικής βίας που λιμνάζει αθέατη μέσα σε κάθε κοινωνία, και η οποία εδώ και γενιές πολλές έχει αποξενωθεί από τη φυσική της κοίτη: τον πόλεμο.

Η μπάλα είναι πολεμοπραξία κι αυτή, αλλά άλλης μορφής, συμβολικής, μια αρειμάνια τελετουργία που ανεμίζει λάβαρα κι εκείνη και περιφέρει τρόπαια θριάμβου, αλλά αναίμακτα. Αν δεν υπήρχε, η ειρηνοφόρα εποχή μας, για το δικό της το καλό, θα έπρεπε εξ αρχής να την επινοήσει.

Το ποδόσφαιρο βέβαια για τους εχθρούς του αυτούς αδιαφορεί. Όπως όλα τα σοβαρά πράγματα, δεν είναι κάτι στενό, πως να χωρέσει στα απλοϊκά τους κουτάκια; Δεν είναι άθλημα μόνο, ένα κοινό κλωτσοσκούφι, όπως λένε. Δεν είναι εμπόρευμα απλώς, κι ας πουλιέται. Δεν είναι τέχνη μονάχα, κι ας μας θαμπώνει συχνά. Δεν είναι στεγνή πολιτική προπαγάνδα, κι ας στοιχίζονται πίσω του μυριάδες στρατοί και συνθήματα. (περισσότερα…)

Για τη Δύση και την παρακμή της: Συμπληρωματικά στην παρέμβαση της Ιωάννας Τσιβάκου

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Στη συνέχεια της παρέμβασης της Ιωάννας Τσιβάκου, ας μου επιτραπεί να γράψω μερικά συμπληρωματικά στα όσα ειπώθηκαν από εκείνην σχετικά με την εκδήλωση του Ιουλίου του Θεάτρου Κυδωνία και την συζήτηση, στην οποία αναφέρθηκε. Φρονώ ότι τις περισσότερες φορές η κριτική που γίνεται στη Δύση ή στον δυτικό πολιτισμό μένει μέσα στα πλαίσια εκείνου. Δεν μπορούμε οι περισσότεροι να απεμπλακούμε από τον εναγκαλισμό μαζί του. Αυτό έχει πολλές εξηγήσεις. Μία και κύρια είναι οι σπουδές που έχουμε κάνει οι Έλληνες στις διάφορες σχολές του εξωτερικού, οπότε μπολιαστήκαμε ανάλογα με τις δικές τους νοοτροπίες θεωρίες και κοινωνίες και συστήματα. Το γεγονός ότι υπήρξε ένας Σπένγκλερ που έγραψε την Παρακμή της Δύσης δεν αλλάζει πολύ την όλη πραγματικότητα. Πόσοι άραγε στην ίδια την Δύση έλαβαν υπόψη τους αυτό το σύγγραμμα;

Ωστόσο, υπήρξαν νόες σπουδαίοι, μέσα στην Ευρώπη, οι οποίοι μπορεί να μην εκφράστηκαν με αυτή την διατύπωση («παρακμή της Δύσης») εντόπισαν ωστόσο τα σημάδια μιας γενικής έκπτωσης. Ο Νίτσε μίλησε για «αποβαρβάρωση». Ο Έλιοτ είπε ότι ο πολιτισμός αυτός αυτοκτονεί, η Σιμόνη Βέιλ (όχι αυτή του ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) υπέβαλε την δυτικοευρωπαϊκή θεώρηση της ζωής και της κοινωνίας σε τρομερή κριτική (περιλαμβανομένου και του Μαρξισμού), ενώ ο Έλληνας Κ. Παπαϊωάννου (μέγας μαρξολόγος μεταξύ άλλων), έγραψε ότι

«υψώθηκε ένας ουμανισμός ο οποίος ήθελε να είναι η συνέχεια του ελληνικού ουμανισμού αλλά που υπήρξε ακριβώς το αντίθετό του. Για τους Έλληνες η φύση ήταν το μέτρο των πάντων και η επιστήμη προσέφερε την αρετή. Στο εξής η φύση θα είναι αντικείμενο και η επιστήμη θα προσφέρει την εξουσία».

Στην ελληνική περιοχή και γλώσσα διανοητές σαν τον Σπύρο Κυριαζόπουλο, τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, τον πρώτο (χρονολογικά) Στέλιο Ράμφο, τον Χρήστο Γιανναρά, τον Γιώργο Καραμπελιά έχουν διεξοδικά αναφερθεί στις παραμορφώσεις του «δυτικού πνεύματος», με κύριο ζήτημα την ratio και την αναμφισβήτητη διαφορά της από τον Λόγο, όπως έρχεται από τους αρχαίους «εραστές της σοφίας» και τους τραγικούς ποιητές αλλά και όπως περνάει και κορυφώνεται στην πατερική Θεολογία ως σαρκωμένος Λόγος. Μέσα σε αυτούς θα πρέπει να συμπεριληφθούν πρόσωπα όπως ο ποιητής Κ. Π. Καβάφης, ο Α. Σικελιανός, ο Π. Γιαννόπουλος, ο Γ. Σαραντάρης, βεβαίως ο Κόντογλου και πάνω απ’ όλους και πρωτοκορυφαίος ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο οποίος υπήρξε ουσιαστικά ο μέγας «αντιστασιακός», όσον αφορά τη στάση μας απέναντι στον δυτικό πολιτισμό.

Το μεγάλο πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι η χώρα αυτή, το κράτος της και ο λαός της προσκολλήθηκαν σφόδρα στα της Δύσεως, είτε καθ’ ύπόδειξιν εκείνης είτε ακόμη και μεσώ επιβολής της. Ο δυτικός πολιτισμός αρχικά ως δυτικοευραπαϊκός και εν συνεχεία ως αμερικανικός κάλπαζε από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ωστόσο τα μεγάλα ζητήματα και οι παραμορφώσεις είχαν από παλιότερα εμφανιστεί (διάβαζε το τεράστιο μεταφυσικό κενό που εντόπισαν πρώτοι οι Ρώσοι θεολόγοι και φιλόσοφοι της διασποράς) και οδήγησαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους που άφησαν πίσω τους εκατομμύρια νεκρούς και καταστροφές.

Το χειρότερο στην εξέλιξη που παρουσιάζεται σήμερα είναι ότι η Δύση περιμένει να λύσει τα ζητήματά της μέσω των μηχανών και μάλιστα της «τεχνητής νοημοσύνης», που κατά βάθος είναι εφεύρεση ανθρώπων που απέρριπταν τον κόσμο-Κτίση, όπως εθεωρείτο ως δημιουργία Θεού και σκόπευαν να τον αντικαταστήσουν με άλλον που θα έφτιαχναν με την ανάπτυξη της τεχνικής, δημιουργώντας ανελέητη εξάρτηση από αυτήν. Συνακόλουθα ωστόσο, θα πρέπει να αλλάξουν ή μάλλον να μεταλλάξουν και τον ίδιο τον άνθρωπο για να τον προσαρμόσουν στο καινούργιο δημιούργημά τους. Ο Πωλ Βιριλιό προειδοποιούσε από το 2000 ότι «βαδίζουμε προς μια πληροφορική Βαβέλ» και πως η «νεκρή μνήμη του υπολογιστή απειλεί τη ζωντανή μνήμη του ανθρώπου». Ο Βιριλιό συντάσσεται ουσιαστικά με τον Ζακ Ελλύλ και τις αλήθειες που αναπτύσσει στο βιβλίο του Το τεχνικό σύστημα και ο ίδιος μιλάει ως «ιστορικός των τεχνολογιών» και ως «κριτικός της τέχνης της επιστήμης», την οποία γνωρίζει από μέσα και καταγγέλλει την «ειδωλολατρεία της μηχανής» (δες συνέντευξή του στην «Βιβλιοθήκη» της Ελευθεροτυπίας, 20 Οκτωβρίου 2000, και το βιβλίο του Η πληροφορική βόμβα.)

Υπάρχει κάτι που πρέπει να ειπωθεί εδώ: ο αμερικανικός πολιτισμός έχει δυόμισι αιώνες ιστορία μονάχα. Όλη του η πορεία στηρίζεται στην εξαφάνιση των γηγενών πληθυσμών, στο Χρήμα, στην Τεχνική και στον γιγαντισμό του ανθρώπου-Superman. Οι άλλοι πολιτισμοί, οι αρχαίοι, μεταξύ των οποίων και ο ελληνικός, θα κάθονται με σταυρωμένα χέρια να παρακολουθούν την «παρακμή» του, ή θα πρέπει να ανανήψουν πνευματικά και να ενεργοποιήσουν τις μη δυτικογενείς αλήθειες τους και αξίες τους τις οποίες ο δυτικός πολιτισμός παραμόρφωσε και ρασιοναλιστικοποίησε;

*

**