τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ
~.~
Μαρία Ευθυμίου,
Το καράβι του Ματίς,
Σμίλη, 2025
Τὸ καράβι τοῦ Ματὶς εἶναι ἡ πρώτη ποιητικὴ συλλογὴ τῆς Μαρίας Εὐθυμίου καὶ ὡς τέτοια πρέπει νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε. Μὲ αὐτὸ δὲν ἐννοῶ νὰ φανοῦμε μεγαλόκαρδοι καὶ νὰ συγχωρήσουμε τυχόντα λάθη ποιητικά, ἐκφραστικὲς ἀδυναμίες, στιχουργικὲς ἀτέλειες κ.ο.κ. Ἐννοῶ ὅτι ὅταν κανεὶς προχωρᾶ στὴν ποίηση καὶ καθίσταται, κατὰ κάποιον τρόπο, μεσῆλιξ ἀναπολεῖ τὶς μέρες ὅταν ἦταν καλλιτεχνικὰ νεώτερος καὶ οἱ στίχοι ἔβγαιναν πιὸ αὐθόρμητα, πιὸ πηγαῖα, πιὸ ἀπρόσκοπτα — τότε ποὺ τὸ ἔνστικτο βρισκόταν στὴν πρώτη γραμμὴ καὶ τὸ τί ἀκριβῶς εἶχε κατὰ νοῦ νὰ πράξει δὲν ἦταν καὶ τόσο ξεκάθαρο. Ἀναπόφευκτα, λόγῳ τριβῆς, τὰ μυστικὰ τῆς Τέχνης ἔρχονται σταδιακὰ στὴν ἐπιφάνεια καὶ ὁ δημιουργὸς καλλιεργεῖ (βελτιώνει) τὶς τεχνικές του δεξιότητες μὲ ἀποτέλεσμα τὸ ἔνστικτο, ἀρκετὲς φορές, νὰ παραμερίζεται. Ἐδῶ ἐλλοχεύει ὁ κίνδυνος νὰ σταματήσει νὰ ἐμπιστεύεται, ὅσο κάποτε, τὶς ἐνδόμυχες ποιητικὲς ἐντυπώσεις ποὺ τοῦ γεννιοῦνται —τὴ σωκράτειον δαιμόνιον φωνή του— καὶ ν’ ἀρχίσει ν’ ἀναζητᾶ ἀσφαλὴ ποιητικὸ λιμένα στοὺς κανόνες καὶ τὸν ἀκαδημαϊσμό. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πρίσμα νομίζω μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διατυπώσουμε τὸ Θεμελιῶδες Θεώρημα τῆς Τέχνης τὸ ὁποῖο λέει ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι καλλιτεχνικὰ νέος εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ γνησιώτερος. Ἂν ἡ λέξη ἀκούγεται βαρύγδουπη νὰ ἀναδιατυπώσω καὶ νὰ πῶ ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι καλλιτεχνικὰ νέος ἐκτίθεται περισσότερο. Τοῦτο πηγάζει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι πιὸ θαρραλέος, πιὸ τολμηρός· ἐν ὀλίγοις, ὅπως ἀποτυπώνεται εὔστοχα ὡς κατακλείδα καὶ αἰώνιο μότο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση στὴν ταινία τοῦ 1997 Gattaca: δὲν φυλάει δυνάμεις γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς (never saving anything for the swim back). Τὰ λέω αὐτὰ ἐπειδὴ διαβάζοντας τὴ συλλογὴ τῆς Μαρίας Εὐθυμίου ἐντόπισα κάποια «στοιχεῖα» τὰ ὁποῖα ἐπανέρχονται ξανὰ καὶ ξανὰ στοὺς στίχους της. Τοῦτα εἶναι διάσπαρτα ἔνθεν κεῖθεν στὰ ποιήματά της ἀλλὰ ἐγώ —ὡς καλὸς καὶ πιστὸς Μαθηματικός— τὰ ἔβαλα σὲ σειρὰ καὶ θὰ ἤθελα νὰ σᾶς τὰ παρουσιάσω ὥστε νὰ τὰ συζητήσουμε. Καὶ γιὰ νὰ δικαιολογήσω τὸν τίτλο τῆς σύντομής μου ὁμιλίας, θὰ ἀναπτύξω εὐθὺς ἀμέσως τὶς «πρωτόλειες ἀλήθειες» ποὺ κρύβονται (ἢ φανερώνονται) στὸ Καράβι τοῦ Ματίς.
Πρὶν ξεκινήσουμε, νὰ θυμίσουμε ὅτι ἡ συλλογὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ 45 ποιήματα. Καὶ εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ μορφολογικό της εὖρος: ποιήματα σὲ ἐλεύθερο στίχο, ποιήματα σὲ παραδοσιακὰ τετράστιχα μὲ μέτρο καὶ ρίμα, σονέτα, πεζοποιήματα ἢ ἀκόμη καὶ φόρμες ἰδιαίτερης ἐπινοήσεως (βλ. «Ἐρωτικό»). Εἴπαμε· ἡ ποιήτρια τολμᾶ. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴ φορμαλιστικὴ γενναιότητά της ἡ ποιήτρια τολμᾶ καὶ ἐκφραστικά. Χρησιμοποιεῖ ἐξίσου ἰδιαίτερες, μὴ ποιητικὲς ἐνίοτε, λέξεις (βλ. τσιμεντούργημα, ἠλεκτροφόρος ξενιστής, μερμηδίζεις, περισκόπια, ὀριγκάμι κτλ.) ἐνῶ δὲν φοβᾶται νὰ ἐνσωματώσει — ἐπιτυχημένα συνήθως— καὶ pop στοιχεῖα (βλ. Truman show, black and decker, τσιχλόφουσκα ἰνσταγκραμικὴ κτλ.). Ἐπὶ πλέον, ἡ ποίηση τῆς Μαρίας Εὐθυμίου εἶναι πρωτοπρόσωπη. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μομφὴ ἂν καὶ ὁρισμένοι διατείνονται ὅτι τὸ α’ πρόσωπο δὲν εἶναι τόσο ἀπαιτητικὸ ὅσο, γιὰ παράδειγμα, τὸ β’ πρόσωπο (π.χ. «Σὰ βγεῖς στὸν πηγαιμὸ γιὰ τὴν Ἰθάκη» ἢ «Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε / τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ […]» κτλ.). Σίγουρα, ἐπιλέγοντας τὸ α’ πρόσωπο δὲν συνεπάγεται αὐτομάτως ὅτι τὸ ποίημα ὁδεύει πρὸς τὸν Καιάδα ἢ ὅτι τὸ β’ πρόσωπο θὰ ἀπογειώσει τοὺς στίχους. Ὁπωσδήποτε, μιὰ δόση ἀλήθειας ὑπάρχει· τὸ α’ πρόσωπο μπορεῖ εὐκόλως νὰ βγάλει τὸν συγγραφέα ἐκτὸς πορείας ὁδηγῶντας τον σὲ ρηχοὺς συναισθηματισμοὺς ὁπότε ἀντὶ γιὰ στίχους νὰ γράφει ἡμερολόγιο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη προσφέρεται γιὰ ἀνάπτυξη λυρισμοῦ — στὰ κατάλληλα χέρια τρέπεται σὲ πανίσχυρο λυρικὸ ἐργαλεῖο. Θεωρῶ ὅτι ἡ ποιήτρια δὲν πέφτει στὴν παγίδα καὶ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο ἀναδύεται ἀποστασιοποιημένο, δὲν ταυτίζεται δηλαδὴ μὲ τὴ δημιουργό του. (περισσότερα…)











