Συντάκτης: il Notaro

sonettista

Περιμένοντας τους τουρίστας

 

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ

— Τι περιμένουμε στην αμμουδιά συναθροισμένοι;
Είναι να φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.

— Γιατί στο Κοινοβούλιον μια τέτοια απραξία;
Τι κάθετ’ η κυβέρνησις και δεν εκδίδει νόμους;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Τι νόμους η κυβέρνησις να εκδώσει;
Οι ίδιοι σαν φτάσουν θα μας πουν τι θέλουν.

— Γιατί ο Καταλληλότερος τόσο νωρίς σηκώθη
στου Ελ Βενιζέλος να σταθεί την πιο μεγάλη πύλη,
γιατί παλάμη άπλωσε σαν να ’ταν διακονιάρης;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Κ’ ελπίζει μήπως τον προσέξει εκεί
κανένας ξεναγός των. Μάλιστα ετοίμασε
ένα λογύδριο να τον πει. Εκεί
τον έγραψε χίλια μύρια γλειψίματα.

— Γιατί και όλοι οι άρχοντες οι τοπικοί εβγήκαν
με ζήλον τόσον κ’ έπιασαν τες ρούγες, τες πλατείες·
γιατί γκαρσόνας φόρεσαν ποδίτσα με φιογκάκι
και ξεσκονόπανο κρατούν κ’ απ’ το πρωί γυαλίζουν·
γιατί μπρος στον καθρέπτην των προβάρουν ρεβεράντζες
που απ’ το πολύ το σκύψιμον τούς κόπηκεν η μέση;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
και οι τουρίσται απαιτούν σέρβις και προθυμία.

— Γιατί οι ρεπόρτερ οι άξιοι δεν βγαίνουν στα κανάλια
να πουν πως η ανάπτυξις μάς τρέχει απ’ τα μπαντζάκια;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
κ’ αυτοί απ’ την πάρλα προτιμούν την ηλιοθεραπεία.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία.
(Οι φάτσες οι υπουργικές τι πελιδνές που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα πλαζ και ξενοδοχεία,
κ’ όλοι γυρνούν στα σπίτια τους σαν φιδοδαγκωμένοι;

Γιατί ενύχτωσε αλλά τουρίσται δεν φανήκαν.
Και οι ειδήσεις που έφθασαν από την Αλβιόνα
λένε πως τους εκράτησε μακριά λοιμού τρομάρα
και πως τουρίσται φέτος πια δεν πρόκειται να ’ρθούνε.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τουρίστας.
Ο τουρισμός ήτο για μας το μόνον χαρτζιλίκι.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

 

Λεωνίδας Κακάρογλου, Τέσσερα ποιήματα

 

423 π.Χ

Μνημείο ελληνικό
Μαρμάρινο χέρι
Ανάμεσα σε χόρτα και σκουπίδια
Με την σκόνη μιας ηλιόλουστης μέρας
Ανυπολόγιστου χρόνου

Κράτησε αιώνες την ανωνυμία του
Πριν το τοποθετήσουν σε βιτρίνα
Με ημερομηνία

Αυτό τουλάχιστον απόμεινε
Λευκό στο φως

Τα υπόλοιπα τα ξέρανε ο χρόνος
Όπως και την δική μου ζωή
Που γέμισε
Χόρτα και σκουπίδια
Χωρίς ημερομηνία σε βιτρίνα

~.~

ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΛΕΙΨΑΝΩΝ

Ανακομιδή λειψάνων
Αγίου φθινοπώρου
Χωρίς ημερομηνίες γενεθλίων
Όλα ήσυχα
Ιδίως τα βράδια
Που τα τζιτζίκια κοιμήθηκαν
Και άφησαν το κατάλυμα
Των ήχων
Στο σώμα σου
Να του ψιθυρίζουν οι προσκυνητές
Το Ωσαννά
Του Μπλέ
Και όχι του Ποτέ

~.~

ΣΠΙΟΥΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Στην πόλη τριγυρνώ
Και προσπαθώ ν΄ ανακαλύψω τα περάσματα
Στις γειτονιές που συναντιόμαστε

Μα πια δεν υπάρχουν γειτονιές
Όλες μοιάζουν μεταξύ τους
Εκτός των δρόμων τα λαμπρά ονόματα
Που όμως τίποτα δεν θυμίζουν
Στους κατοίκους που
Από άλλα μέρη φερμένοι
Μαθαίνουν στη σιωπή
Και με κοιτούν με βλέμμα ύποπτο
Νομίζοντας πως είμαι σπιούνος της αστυνομίας
Δεν μπορώ να τους εξηγήσω
Πως σπιούνος της αγάπης είμαι
Και μάταια προσπαθώ να ταιριάξω
Χαμένες λέξεις
Σπαταλημένη μνήμη
Σ’ αυτό
Που το ονομάζουν
Η πόλη μας

~.~

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΚΙ

Μου άφησες ένα σαπούνι
Με σήμα το καραβάκι
Δεν είχε θάλασσα να ταξιδέψει
Γι’ αυτό κι απόμεινε στο τραπέζι
Να την περιμένει
Όπως την έβλεπε
Να καθρεφτίζεται στα μάτια σου
Εκείνη η Κυριακάτικη θάλασσα
Με τις ελπίδες για το ταξίδι
Που χάθηκε

Λίγο πριν έρθει η Άνοιξη

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΚΑΡΟΓΛΟΥ

 

 

Θάνος Γιαννούδης, Χριστόφορος Κολόμβος

 

Χριστόφορος Κολόμβος

Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Λιγοστά τα χρόνια μας και θα προσπεράσουν
σαν το φως του δειλινού που όλους μας νικά.
Την αγάπη γύρεψα, κόσμε, στη φορά σου
– κι έλεγα πως ψάχναμε για μπαχαρικά.

Είναι που σαλπάραμε –λες– με προθυμία;
Είναι που τα βάσανα μάς παρανοούν
Κάποτε νομίζαμε είν’ η πλάση μία
απ’ τους Υπερβόρειους ως το Καμερούν.

Πέρα απ’ τον ορίζοντα που ’βαλαν στο χάρτη
για να μην κοιτάξουμε οι άνθρωποι ψηλά
φώλιασαν τα τέρατα – κι είν’ οι χρόνοι σκάρτοι
για να ξαναελπίσουμε στην ανεμελιά.

Πάνω που κατόρθωσα να τα καταλάβω
της ζωής τ’ αστέριωτα κι άκαφτα κεριά,
πάνω που παράτησα πια τον αστρολάβο,
κάποιος ναύτης ξέμπαρκος κραύγασε: “Στεριά!”

Κι είναι τώρα η ζήση μας πλήρης αγωνίας,
του Καινούριου, του Λαμπρού, του Μοναδικού
– μες στην καραβέλα μας φέρω σαν Αινείας
ενός πύργου θρύψαλλα πατρογονικού.

Μα ό,τι μας γονάτισε, ξέρεις, δεν ξεγράφει:
σύνορα στα μάτια μας, στις καρδιές στρατός.
Νιώθω πως το δρόμο μας φράξαν χαρτογράφοι
νύχτες θεοσκότεινες, μ’ άγνοια του φωτός.

Τόσες τολμηρές φυλές και θαλασσοπόροι!
Τόσος κάθε ποιήματος πόθος να γραφτεί!
Τόση ελπίδα κρύφτηκε, θε μου, στο βαπόρι!
– κι όμως, μόνη μοίρα τους η καταστροφή…

Γέρε θαλασσόλυκε, του χαμού μας κρότε,
που ’ρθες και ψιθύρισες μυστικά στ’ αυτί:
“Δε γυρίζει ο κόσμος πια όπως ήταν τότε!”
Και να μην υπήρχα εγώ, θα ’χα εφευρεθεί!

Στις καινούργιες μας στεριές που παλιώσαν ήδη,
στ’ άστρα που θ’ αλλάζουνε κάθε λυκαυγές,
στων ρευμάτων το χορό που όλοι σαν παιχνίδι
πέσαμε μ’ ηδονικές κι άναθρες κραυγές,

στο βαθύ τ’ απέραντο που τις ρότες σβήνει
κι όσοι τις ποθήσανε ρήμαξαν πιο ’κει,
στα μποφώρ που μαίνονται, στων καιρών τη δίνη:
Σας γνωρίζω, φίλοι μου, την Αμερική…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 

 

Το πτίλο στον αρσιβαρίστα

 

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Στις αρχές Ιουλίου έλαβα μία σειρά από ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία μου ζητείτο να παρέμβω σε μια δημόσια αντιπαράθεση στην οποία, σύμφωνα με τους αποστολείς των μηνυμάτων, όφειλαν άπαντες να ταχθούν υπέρ ή κατά καθώς αυτή αφορούσε την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Αντιπαρατιθέμενοι ήταν ένας κύκλος σχολιαστών και ένας εκδοτικός οίκος.

Λέω σήμερα, κατόπιν εξέτασης των δεδομένων της αντιπαράθεσης, πως τόσο ο κύκλος των σχολιαστών όσο και ο εκδοτικός οίκος, αποτελούν φατρίες, ανήκουν αμφότεροι σε ημικύκλια γνωμιακών αντιλήψεων. Εάν λοιπόν έχω κάτι να πω, δίχως αυτό να σημαίνει πως εάν δεν το εκφράσω η εν λόγω αντιπαράθεση θα απομείνει λειψή στην αποτίμησή της, ή, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην ενεχυρίασή της, είναι τα παρακάτω∙ τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από απλοποιημένα ψήγματα κειμένων που είχα συντάξει παλαιότερα. Εν ολίγοις θα επαναληφθώ.

Η ποίηση, εφόσον είναι τέχνη, διότι εάν δεν είναι τέχνη επιβάλλεται άλλου είδους προσέγγιση, επικυρώνεται με τεκμήρια. Τα τεκμήρια που συνθέτουν την ύπαρξη της ποίησης είτε είναι τεκμηριωμένα είτε είναι τεκμαιρόμενα, μπορούν, δηλαδή, να αποδειχθούν και ως τεκμαρούμενα. Τα τεκμήρια προέρχονται από έρευνες, μελέτες, μα ειδικότερα από την ιδία σχέση που έχουν με την ποίηση οι ποιητές, ή,  ορθότερα, από την ποίηση που δημιουργούν οι ποιητές.

Η γνώμη, λοιπόν, οι γνώμες, δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη ποίησης. Η γνώμη, είτε ως ασαφής δήλωση είτε ως σαφής, αποτελεί μεροληπτική πληροφορία, ενημέρωση μη δοκιμασμένη, μη αληθής -σε σχέση με το φαινόμενο της ποίησης ή επί της ποιητικής διάστασης–  η οποία εκφράζει σκέψεις, επιθυμίες, πεποιθήσεις, ανάγκες και αποβλέψεις.

Στον τομέα της ποίησης κάθε ομοθυμία όπως και κάθε διαφωνία εδράζει στις προαναφερθείσες χρονικές αξίες τεκμηρίωσης. Η διαφορά στον τομέα της ποίησης, δε, εδράζει εξίσου σε όλες αυτές τις χρονικές αξίες.

Όταν λοιπόν γεννάται αφορμή ή ανάγκη απόδειξης, κριτικής ή εξέτασης της ποίησης, συνολικά ή επί μέρους, δεν είναι λογικό να ερωτώνται μόνο όσοι φέρουν γνώμες, αυτό είναι εντελώς παράλογο, χρειάζεται να ερωτώνται κι εκείνοι οι λίγοι οι οποίοι προσφέρουν τεκμήρια, όσο αντιθετικά, ανόμοια ή αντικρουόμενα μπορεί μεταξύ τους να είναι, καθώς τέτοια είναι τα είδη της ποίησης.

Η «δαψιλής δημοκρατικότητα» των γνωμών δεν αφορά την ποίηση, μολονότι αφορά το εύρος μιας αυταπάτης: υπεραφθονία τοποθετήσεων οι οποίες συγκλίνουν απολύτως σε ένα πράγμα, στο αλάθητο της από κοινού έγκρισής τους, θα μπορούσε να πει κανείς, μα είναι πιο ακριβές να πω ότι πρόκειται για μία και μόνη τοποθέτηση η οποία συντίθεται από παραλλαγές ομολογίας πίστης στο δόγμα της αισθητικής επιστασίας.

Μηχανισμό αξιοποίησης και παγιοποίησης των αποκυημάτων μιας τέτοιας αυταπάτης αποτελούν οι διαπιστώσεις και οι αξιολογήσεις οι οποίες έγκεινται σε κερδοσκοπίες μη κερδοσκοπικών εταιριών, σε εξουσίες μη κυβερνητικών οργανώσεων, σε κινήματα πτωμάτων, σε συλλογικότητες ημιμαθών, σε ανθρωπάρια μικροφώνων και τραπεζοκαθισμάτων, σε επιτροπές διεκπεραιωτών ή υπαλλήλων.

Η δαψίλεια αυτή αποτελεί φαινόμενο κοινωνικό, όχι ποιητικό. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μηχανισμός αξιοποίησης και παγίωσής της είναι κατά πολύ σημαντικότερος από τις σημειωμένες λέξεις που, τρόπον τινά, εξυπηρετεί, καθώς δίχως αυτόν το μηχανισμό, οι σημειωμένες λέξεις δεν αρκούν για να γίνεται λόγος, για να προτείνεται μια «ταμπακιέρα», όπως συνηθίζουν να λένε.

Ο ντόρος είναι η ποίηση αυτού του μικρόκοσμου διότι η ποίηση δεν είναι ντόρος. Ανάμεσα στην ποίηση και στον διαχειριστικό, διαφημιστικό, ντόρο των εκδόσεων και των εκδηλώσεων υπάρχει χάσμα, το οποίο όσο περνούν τα χρόνια διευρύνεται αντί να περιορίζεται.

Το ζήτημα δεν είναι άλλο από το ποιόν και το περιεχόμενο της ποίησης, στο οποίο αναφέρομαι εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των δεκαπέντε χρόνων η κατάσταση δεν έμεινε στάσιμη, υπήρξε αξιοσημείωτη πρόοδος, από λυπηρή έγινε κατάπτυστη. Τα τεκμήρια αξιολόγησης αυτής της κατάστασης υπάρχουν, είναι δημοσιευμένα. Δεν περιέχονται σε κάποιου προϊσταμένου ποίησης το ευαγγέλιο, μα ούτε σε κάποια από τις ιδεολογικές ντιρεκτίβες που διακινούνται ως ιερά κείμενα της ποίησης.

Ο ρόλος της ποίησης είναι ασυγκέραστος. Το πρόβλημα που περιέχει τη λύση. «Το πτίλο στον αρσιβαρίστα».

Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η απόβλεψη αφορά τον μέσο όρο.

Ο μέσος όρος δεν είναι αμετάβλητος. Η εξέλιξη της ποίησης είτε από κακή γίνεται χείριστη είτε από καλή γίνεται καλύτερη, είτε το αντίστροφο, διαμορφώνει αδιάλειπτα έναν μέσο όρο. Αυτός ο μέσος όρος, εξελίσσεται και μεταβάλλεται επίσης, ο μέσος όρος γίνεται από κακός χείριστος και από καλός καλύτερος, είτε το αντίστροφο. Αυτό ονομάζεται νόρμα. Η νόρμα είναι εκείνη που διατηρεί τον εκδοτικό και τον «πολιτιστικό» μηχανισμό σε λειτουργία. Το ελάχιστο ποσοστό της ποίησης δεν είναι αρκετό για να διατηρεί αυτόν τον μηχανισμό σε διαρκή λειτουργία. Εάν η ποίηση είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ο κανόνας είναι το έρμα του εκδοτικού-πολιτιστικού μηχανισμού. Ας μη λησμονούμε πως κάθε βράβευση και κάθε επιδότηση ενέχει κάποια συγκεκριμένη κριτική/πολιτιστική, και συχνά πολιτική, στόχευση. Ο βραβευμένος ή ο επιδοτούμενος συναινεί απολύτως σε αυτή κι επιπλέον παραδέχεται το ήθος και την ειδικότητα των μελών που την εξέφρασαν – εφόσον δεν την αρνείται.

Αυτά τα λίγα, επαναλαμβανόμενα, ως προκαταρκτικά.

Οι δημοτερπείς δεκαρολογίες δεν μπορούν παρά να είναι δημοσυντήρητες, όποιες κι αν είναι αυτές, γιατί οι προτιμήσεις δεν είναι σταθερές.

Παρίσι, 13 Ιουλίου 2021

 

 

 

 

Τετάρτη 28/7 | 1821-2021, Η Ελλάς των Ελλήνων

~.~ 

Νύχτες του Ιουλίου, Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία


«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη


Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης,

Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.

Νίκος Φωκάς (1927-2021) – Εις μνήμην

 

Αντί άλλης νεκρολογίας, για να τιμήσει τη μνήμη του σπουδαίου ποιητή το Νέο Πλανόδιον αναδημοσιεύει εδώ ένα παλαιότερο δοκίμιο του Κώστα Κουτσουρέλη για το έργο του.

 ~.~

Επτά αποσπάσματα για τον Νίκο Φωκά

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ι.

Την μακρόσυρτη πορεία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης ο Νίκος Φωκάς την ακολούθησε πάντα απ’ τον παράδρομο, ποτέ από την κεντρική δημοσιά. Η δική του ατραπός είναι εκείνη που πρωτάνοιξε ένας Τάκης Παπατσώνης και που, αργότερα, ήρθε να τη διαβεί ένας Άθως Δημουλάς. Σ’ αυτούς τους τρεις βλέπει κανείς καλύτερα ό,τι θα ονόμαζα πεζοφανή στοχαστικό λυρισμό: έναν λυρισμό που μέσο του κύριο έχει όχι το θυμικό επιφώνημα ή τα στιλπνά κοσμήματα της γλώσσας, αλλά τον συμπερασμό. Ο λυρισμός του Φωκά δεν μας τραβάει, δεν μας θέλγει απ’ την αρχή. Αναδύεται μέσα από το ξετύλιγμα της σκέψης, αναπτύσσεται βραδέως μέσα από έναν βηματισμό μάλιστα γὰρ λεκτικόν, πολύ κοντά δηλαδή στον βηματισμό του κοινού πεζού λόγου όπως θα ’λεγε ο Αριστοτέλης, και μας βρίσκει, εκεί στην κατακλείδα του ποιήματος, με μια παράξενη ένταση – αιφνιδιάζοντάς μας σχεδόν.

Συχνά αυτοί οι ακροτελεύτιοι στίχοι του Φωκά κλείνουν με θαυμαστικό ή ερωτηματικό, σαν για να υπογραμμίσουν ακόμη πιο χτυπητά το αναπάντεχο, ίσαμε τότε, πάθος που τους διέπει:

Μάτια που εκστασιάζονται πριν κλείσουν!
(«Μεγέθυνση», Ποιητικές συλλογές 1954-2000, σ. 270)

Γιατί πιο αλλέγκρο, ποιο βιβάτσε, ποιο σκερτσάντο
Δεν πνίγεται στο τέλος σ’ ένα γαύγισμα;
(«Μαγνητοφωνημένο κουαρτέτο», σ. 280)

Ή τα μεσάνυχτα κάτω απ’ τον έναστρο ουρανό!
(«Συντονισμός», σ. 377) (περισσότερα…)

Δευτέρα 26/7 | Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Νύχτες του Ιουλίου, Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση 

ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ (1933-2008)


Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές, Κίχλη 2021, μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος. Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.
~.~
Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.
~.~

Για την ελληνική οικονομία μικρό σχόλιο

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η ελληνική οικονομία στα 200 χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους έχει πραγματοποιήσει διαχρονικά σημαντική πρόοδο ώστε σήμερα να βρίσκεται, παρά την υπερδεκάχρονη βαθιά κρίση, στις 30 πρώτες αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη.

Η ιστορική πορεία της ελληνικής οικονομίας στηρίχθηκε σε ένα ιδιόμορφο παραγωγικό υπόδειγμα το οποία ποτέ δεν κατάφερε να ενσωματώσει ουσιαστικά τις μεγάλες τεχνολογικές εξελίξεις που εμφανίστηκαν από την ύπαρξη του ελληνικού κράτους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επί της ουσίας «έχασε» τις δύο βιομηχανικές επαναστάσεις του 19ου αιώνα, και την ηλεκτρονική επανάσταση του τέλους του 20ου αιώνα. Στο παραγωγικό της υπόδειγμα ενσωμάτωσε πάντοτε μια μέση και χαμηλή τεχνολογία με ελάχιστες ίσως, κατά καιρούς, νησίδες υψηλότερης τεχνολογίας. Σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με την επανάσταση της ψηφιακής-τεχνικής νοημοσύνης η οποία ειρήσθω εν παρόδω ήδη έχει ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στις προηγμένες οικονομίες. Σημειώνω ότι η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε καταναλωτής τεχνολογίας και παραγωγός.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με αφορμή τους πόρους που θα εισαχθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης επαναφέρει πάλι σε πρώτο πλάνο την αλλαγή του υφιστάμενου παραγωγικού υποδείγματος κυρίως με την ενσωμάτωση της νέας ψηφιακής τεχνολογίας. Η αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας είναι μια παλιά συζήτηση η οποία διαρκεί στην χώρα τουλάχιστον από τις αρχές της μετεμφυλιακής περιόδου. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν αυτό που συνέβη ήταν ένας «ποσοτικός εκσυγχρονισμός» της οικονομίας που δεν ήταν πάντοτε προς τη σωστή κατεύθυνση. Ως παράδειγμα αναφέρω την υπέρμετρη διόγκωση του τομέα των υπηρεσιών (με ενσωμάτωση χαμηλής τεχνολογίας, π.χ. τουρισμό και εμπόριο), αλλά και την ουσιαστική εγκατάλειψη του μεταποιητικού τομέα. Είναι τουλάχιστον άξιον απορίας από που απορρέει η υπέρμετρη αισιοδοξία της κυβέρνησης ότι μπορεί να δρομολογήσει τέτοιες αλλαγές που θα θίξουν τα δομικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας που ανιχνεύονται σχεδόν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Το ότι ομιλεί για αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος το 2021 και όχι για εκσυγχρονιστική προσαρμογή σε επιμέρους τομείς και σημεία δείχνει το μέγεθος του εγχειρήματος στο οποίο ενυπάρχουν εξ αρχής όλα τα σπέρματα της αποτυχίας. Τι είναι αυτό που κάνει την κυβέρνηση να πιστεύει ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν τα πράγματα να είναι διαφορετικά;

Αν θεωρεί η κυβέρνηση ότι είναι ο όγκος των πόρων που θα έχει στη διάθεσή της θα πρέπει να γνωρίζει ότι και στα τελευταία εβδομήντα χρόνια έχουν υπάρξει ανάλογες περιπτώσεις, το Σχέδιο Μάρσαλ, τα Μεσογειακά Προγράμματα, τα Πακέτα Ντελόρ και γενικά τα Κοινοτικά Προγράμματα Στήριξης. Με τα προγράμματα αυτά εισέρευσαν στην ελληνική οικονομία μεγάλα χρηματικά ποσά για να χρηματοδοτήσουν διάφορα εμβληματικά έργα που θα οδηγούσαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος και την χώρα σε νέες επιτυχίες. Γνωρίζουμε, εκ του αποτελέσματος, ότι τα μεγάλα αυτά ποσά δεν οδήγησαν στην αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, τα ονομαζόμενα «δομικά προβλήματα» της ελληνικής οικονομίας δεν ξεπεράστηκαν αλλά, ως εκ θαύματος, η ελληνική οικονομία έκανε σημαντικά βήματα προόδου και πήρε θέση στις πλέον αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Οι φοβεροί σχεδιασμοί, τα αλλεπάλληλα μεγαλεπήβολα σχέδια επί χάρτου παρέμειναν στα γραφεία όσων τα σχεδίασαν και οι ανάλογες φιλοδοξίες των κυβερνήσεων που παρέμειναν να αιωρούνται στον αέρα της ανυπαρξίας στοιχειώνουν και τη σημερινή κυβέρνηση.

Αν ακόμη θεωρεί η κυβέρνηση ότι η οικονομική της ιδεολογία της παρέχει την δυνατότητα να διαβάζει σωστά την πραγματικότητα και να επεμβαίνει σε αυτή, όλη η τελευταία περίοδος της κρίσης, σε παγκόσμιο περίοδο, έχει δείξει περίτρανα τις αποτυχίες της και μάλιστα σιγά σιγά έχουν αρχίσει να αναθεωρούνται βασικά της θεωρητικά δόγματα.

Επιπλέον η ανακήρυξη συλλήβδην του προηγούμενου αναπτυξιακού υποδείγματος ως «αντιπαραγωγικού», που αξίζει να καεί στις φωτιές της κόλασης, αποτελεί πράξη εθελοτυφλίας και αποπροσανατολισμού για την ιστορική παραγωγική πραγματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι, στην παρούσα συγκυρία και υπό τις παρούσες συνθήκες, θα επιτευχθεί η πολυπόθητη δραστική αλλαγή στο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας. Όλοι όσοι σκέπτονται με τον τρόπο αυτό λοιδορούν πρωταρχικά τον εαυτό τους και μετά όλους τους υπολοίπους. Αν τα παραγωγικά υποδείγματα των διαφόρων χωρών μπορούσαν να μεταβληθούν σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα με βάση τα προτάγματα της ατελέσφορης οικονομικής discipline1, θα ζούσαμε σε άλλον κόσμο, πιθανά ιδανικό, όπως τα απαγωγικά οικονομικά υποδείγματα τα οποία παράγουν λύσεις μόνο στον πίνακα των αιθουσών διδασκαλίας. Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει κάποιον άχρονο οικονομικό συμβολισμό, όπως ακριβώς δεν μπορεί να επινοήσει άχρονο, οικουμενικό τρόπο ζωής τον οποίο κάποια «ορθολογική ύπαρξη» θα ακολουθεί όπου και όποτε συμβαίνει να ζει. Είναι ο καθένας ό,τι είναι, σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τις ιδιαίτερες κατηγορίες, κοινωνικές και ψυχολογικές, πνευματικές και συγκινησιακές που επικρατούν σε δεδομένο χώρο και χρόνο.

Οι μεταβολές είναι μακρόσυρτες και μακροχρόνιες, απαιτούν μεγάλη προσπάθεια για να ενσωματωθούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι, είναι πολυδιάστατες και πολυεπίπεδες, δεν είναι επ’ ουδενί γραμμικές, οι κινήσεις τους παρουσιάζουν άλματα προς τα εμπρός και μεγάλα πισωγυρίσματα η ιστορία είναι ανοικτή και οι σκοποί της διέπονται από ετερογένεια.

Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πώς θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι είναι η πραγματικότητα. Οι αναλύσεις τέτοιου είδους, στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θάπρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί»2

Η έλλειψη ιστορικής παιδείας επιτρέπει τον υπέρμετρο κομπασμό των οικονομολόγων (εκτός των φιλοσόφων όπως σημειώνει ο Π. Κονδύλης).

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

1 Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη, Εκδόσεις Ευρασία, 2013.
2 N. Machiavelli, «Ο Ηγεμόνας», στο: N. Machiavelli, Έργα, Τόμος Ι, μετάφραση Τάκη Κονδύλη, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1984, σελ. 266-267.

~.~

Ο Γιάννης

~.~

Στους «δεξιούς» ξινίζει επειδή είναι μαύρος και υπερήφανος λέει για τις αφρικανικές του ρίζες. Στους «αριστερούς» βρωμάει επειδή η ζωή του όλη είναι ένας ύμνος στο τρίπτυχο πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια. Οι νάρκισσοι του ατομικισμού παλαβώνουν στην ιδέα ότι δεν δίνει δεκάρα για τις προσωπικές του επιδόσεις και βάζει πάντα την ομάδα, την πόλη, τη χώρα του μπροστά. Οι τραπεζορρήτορες του δικαιωματισμού σκυλιάζουν που δεν αναλώνεται σε καταγγελίες αλλά κάνει σιωπηρά ό,τι μπορεί: χτίζει γήπεδα για τα παιδιά, μοιράζει τρόφιμα, βοηθά όσους έχουν ανάγκη.

Τί άνθρωπος είναι αυτός που αρνείται να σπιλώσει την ελληνική σημαία κοτσάροντας πάνω την τζίφρα του, την ώρα που τόσοι και τόσοι «συμπατριώτες» του αυτή τη σημαία ζητούν να την κάψουν; Πού ακούστηκε ο αδελφός του ο Θανάσης να πληρώνει από την τσέπη του για να μπάσει χίλιους ομογενείς στο γήπεδο στο κρίσιμο ματς με τους Νετς;

Ο Γιάννης είναι ο εαυτός μας που απαρνηθήκαμε, αυτός που τιμά εκείνα που εμείς περιφρονήσαμε. Από την Ελλάδα είχε την τύχη να πάρει το καλύτερο. Χωρίς τους ιερείς και τους πνευματικούς του εκεί στα Σεπόλια, χωρίς τους σκάουτερ και τους προπονητές της εφηβείας του, χωρίς κάποιους γείτονες, χωρίς όλους αυτούς που στήριξαν την οικογένεια σε δύσκολες στιγμές, δεν θα ’πιανε ποτέ την πορτοκαλιά μπάλα στα χέρια του.

Και αυτή την μπάλα την έφτασε ψηλά. Η παραμυθένια ιστορία της οικογένειας Αντετοκούνμπο είναι η ζωντανή απόδειξη του πόσο δύσκολη είναι η ενσωμάτωση του ξενοφερμένου. Γιατί πρέπει να συντρέχουν και τα δύο αυτά: και η νέα πατρίδα να θέλει να εγκολπωθεί και να ενσωματώσει, και οι νέοι πολίτες της να αγωνιστούν συνειδητά να ενταχθούν και να προσφέρουν. Όταν λείπει η μια απ’ αυτές τις προϋποθέσεις, το τίμημα είναι τα γκέττο και η διάλυση.

Ο Γιάννης είναι περισσότερο Έλληνας απ’ όλους εμάς, για τον απλό, απλούστατο λόγο ότι την Ελλάδα εκείνος την ανέβασε ένα σκαλί ψηλότερα ενώ εμείς την κατακρημνίζουμε καθημερινά. Επειδή δηλαδή την είδε ως ιδεώδες αγαπητικό όχι ως νάυλον σύνθημα. Οι πολιτικάντηδες που μπαίνουν τώρα στην ουρά για να τον συγχαρούν ας μη μας εμποδίσουν να δούμε, να συναισθανθούμε αυτή την πελώρια διαφορά.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

Καλό και κακό μυθιστόρημα

 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Αν μέχρι πριν λίγα χρόνια θέταμε το ερώτημα «υπάρχει καλή και κακή λογοτεχνία;», ο καθένας μας, από τον απλοϊκότερο αναγνώστη μέχρι τον εμβριθέστερο θεωρητικό, θα μπορούσε να δώσει πολύ συγκεκριμένη απάντηση. Οι περισσότεροι μάλιστα θα έτειναν στο ότι φυσικά και υπάρχει διαχωρισμός ανάμεσα σε καλή και κακή λογοτεχνία.

Τις τελευταίες δεκαετίες όμως τείνει να ξεθωριάσει αυτή η βεβαιότητα. Ο Ουμπέρτο Έκο στο Περί λογοτεχνίας ειρωνεύεται τέτοιου είδους διαχωρισμούς και επισημαίνει ότι λογοτεχνικά είδη που για πολύ καιρό είχαν υποστεί τη ρετσινιά της παραλογοτεχνίας (όπως το αστυνομικό μυθιστόρημα π.χ.), μπορούν πλέον να εισχωρήσουν – πανηγυρικά – στον Κανόνα. Ξαφνικά ένα μυθιστόρημα που πουλάει πολύ (κραυγαλέο κριτήριο έλλειψης ποιότητας κάποτε…) μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και καλό μυθιστόρημα.

Ας επικεντρωθούμε λοιπόν στο μυθιστόρημα και ας δούμε αν τελικά νομιμοποιούμαστε να κάνουμε αξιολογικές κρίσεις. Ας ελέγξουμε επίσης ποια εργαλεία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για έναν τέτοιο σκοπό.

Άλλοτε, ένα βασικό κριτήριο για τον διαχωρισμό του καλού και του κακού μυθιστορήματος ήταν η δυσκολία που προέβαλλε το κείμενο κατά την πρόσληψή του. Ένα δύστροπο κείμενο, ένα δυσνόητο, απροσπέλαστο, κουραστικό εν πολλοίς έργο, κρινόταν αυτομάτως καλό, ποιοτικό και βαθύ. Ακολούθως όσο πιο εύκολο, εύπεπτο, «απολαυστικό» το κείμενο, τόσο πιο χαμηλά μπορούσαμε να το κατατάξουμε στην αξιακή κλίμακα. Το παμπάλαιο ζητούμενο της αριστοτελικής «απόλαυσης» είχε εξοβελιστεί στο πυρ το εξώτερον.

Φτάσαμε σε σημείο να πιστεύουμε, για ένα έργο που δεν έχει καθόλου πλοκή ή χαρακτήρες, ότι είναι ποιοτικό για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Η πλοκή και οι χαρακτήρες θεωρήθηκαν παραπλανητικά στοιχεία. Αποσπούν τη προσοχή μας από την ουσία του κειμένου. Και εάν η έλλειψή τους ή ο αχνός σχεδιασμός τους προκαλούν δυσκαμψία στην αφήγηση, αυτό, για τους θιασώτες της plotless πεζογραφίας, αποτελεί αψευδές σημάδι ποιότητας.

Παρ’ όλα αυτά ένα μεγαλο έργο μπορεί να είναι δύσληπτο, αλλά μπορεί να καταπίνεται και σαν νεράκι. Μπορεί να έχει ολοκληρωμένους χαρακτήρες ή ανδρείκελα που μιλάνε χωρίς προφανή λόγο και αιτία. Μπορεί να έχει συμπαγή μύθο ή να συντίθεται από σκόρπια επεισόδια. Η πρόσληψη και η ανανοηματοδότησή του έχει να κάνει με την πνευματική σκευή, τις δυνατότητες, τις προδιαθέσεις, το γνωστικό υπόβαθρο και την ψυχολογική κατάσταση του αναγνώση. Κάτι που είναι «δύσκολο» για τον έναν, αποδεικνύεται πολύ «εύκολο» για κάποιον άλλο.

Το πόσο δύσκολο ή εύκολο φαίνεται ένα έργο εξαρτάται ακόμα από την τεχνοτροπία του και τις κατασκευαστικές του προδιαγραφές. Για παράδειγμα, η εκτεταμένη χρήση του εσωτερικού μονολόγου μπορεί να παίζει διαλυτικό ρόλο στην προσοχή του αναγνώστη και να κρύβει ή να αφανίζει την όποια δράση. Οι μακροσκελείς περιγραφές πιθανόν να έχουν ανάλογο αποτέλεσμα. Ενώ για άλλους αναγνώστες μπορεί να είναι η ξερή δράση που αποδεικνύεται απωθητική. Η αξία και η αποτελεσματικότητα των αφηγηματικών τρόπων έχουν να κάνουν με το είδος, τον ρυθμό, την πυκνότητα, τη δοσολογία, τη χρήση τους σε μια ιστορία και τις λειτουργίες που επιτελούν.

Το μυθιστόρημα φτιάχνεται πάνω σε τρεις πυλώνες: την τεχνική, το ύφος και την ιδεολογία. Τα δύο πρώτα, τεχνική και ύφος, είναι στοιχεία που συχνά – όχι πάντα – φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Η ιδεολογία για να ανιχνευτεί θέλει κάποιες φορές να σκάψουμε κάτω από το ύφος και το περιεχόμενο. Η ιδεολογία συνιστά τα θεμέλια του μυθιστορήματος και ενδεχομένως το σημαντικότερο κομμάτι του.

Ιδεολογία είναι το σύνολο των ιδεών που εκφράζονται σε ένα μυθιστόρημα, ρητά ή άρρητα, και δημιουργούν το ιδεολογικό του υπόβαθρο. Η ιδεολογία έχει στενή σχέση με αυτό που λέμε το «νόημα» του κειμένου, αλλά θα την περιορίζαμε αισθητά αν τη συναρτούσαμε μόνο με αυτό. Ουσιαστικά, νόημα και ιδεολογία έχουν σχέση αμφίδρομη. Το νόημα προκύπτει από την ιδεολογία και η ιδεολογία περικλείει – σαν ωκεανός – το νόημα.

Κατά τον Μπαρτ ιδεολογία είναι γενικότερα το «σύνολο της πολιτισμικής γνώσης που ενεργοποιείται από την αφήγηση». Ενώ έναν πιο σαφή ορισμό δίνει ο Ζενέτ, σύμφωνα με τον οποίο η ιδεολογία μιας αφήγησης μπορεί να ανευρεθεί στα αξιώματα και στις προκαταλήψεις που σχηματίζουν από κοινού μια κοσμοθεωρία και ένα σύστημα αξιών και που – αυτό είναι το σημαντικό – ωθεί τον αναγνώστη να δεχθεί αυτόν τον μυθοπλαστικό κόσμο ως πιθανό και εφικτό. Η ιδεολογία σε αυτή την προσέγγιση υπάρχει στο κείμενο για να ενισχύσει την αληθοφάνειά του. Εδραιώνει την αληθοφάνεια του κειμένου. Χτίζει την πειστικότητά του.

Αυτό μας δίνει μια ευκαιρία να κάνουμε έναν διαφορετικό αξιολογικό διαχωρισμό ανάμεσα στην καλή και κακή λογοτεχνία. Το καλό μυθιστόρημα, που έχει πλούσιο ιδεολογικό υπέδαφος και περιμένει από εμάς να το ανακαλύψουμε, είναι πιο πειστικό, πιο αληθοφανές, πιο στέρεο σε σχέση με το λεγόμενο κακό μυθιστόρημα, που είναι φτωχό σε ιδεολογικά κοιτάσματα και, όσο και να σκάψουμε, δεν θα βρούμε τίποτα μέσα του. Δεν θα συναντήσουμε δηλαδή τίποτα πέρα από ένα πλέγμα από στερεότυπα, ρηχές και κλισέ ιδέες, επιφανειακούς στοχασμούς, έλλειψη βάθους, πρωτοτυπίας και πλουραλισμού. Συνήθως ενεδρεύουν εκεί μανιχαϊστικές και απλοϊκές αντιλήψεις για τον κόσμο. Και είναι ευδιάκριτη η ροπή προς έναν στείρο συντηρητισμό που αποσκοπεί στο να εκβιάσει τη συναίνεση των πιο αργόστροφων αναγνωστικών αντανακλαστικών· είναι εκεί για να αποκοιμίζει το κοινό, όχι να το ξυπνάει, να το προβληματίζει ή να του γεννά ερωτήματα. Ενισχύει εκείνες τις πνευματικές και πολιτισμικές βεβαιότητες των αναγνωστών που αποκτήθηκαν με τον πιο ράθυμο τρόπο. Εν τέλει δεν πείθει για την αλήθεια του.

Η καλή λογοτεχνία πρέπει να φέρει πάντα έναν αέρα αμφισβήτησης. Αυτό φυσικά μπορεί να ανευρεθεί στο κομμάτι της τεχνικής ή στην αισθητική του ύφους, αλλά κυρίως πρέπει να το δούμε στο πεδίο της ιδεολογίας.

Ένα κακό, ένα εμπορικό μυθιστόρημα (και εμπορικό λέμε με την έννοια ότι είναι φτιαγμένο για να κολακέψει το κοινό του, να μην το αναστατώσει, να μην του προκαλέσει μετατόπιση ιδεολογικών τευτονικών πλακών) μπορεί να είναι άψογο στην τεχνική του. Είναι δυνατόν η ιστορία να ρέει, να ταυτιζόμαστε με τους ήρωες, να συγκινούμαστε με όσα γίνονται κτλ. Μπορεί το ύφος να είναι ιδιαίτερα φροντισμένο και να του δίνει μια φινέτσα. Εκεί που χωλαίνει όμως ήταν, είναι και θα είναι το ιδεολογικό κομμάτι. Η ιδεολογική ένδεια, όσο και αν φτιασιδωθεί, δεν κρύβεται.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν πάει ένα βήμα παραπέρα όταν συνδέει την τεχνική του μυθιστορήματος με τον κοινωνικό και οικονομικό παράγοντα και, κατά συνέπεια, με ιδεολογικά πεδία. Σύμφωνα με αυτή την προοπτική οι παραδοσιακές τεχνικές (ο παντογνώστης αφηγητής ας πούμε) αναπαράγουν την αστική νοοτροπία, την αστική κοσμοθεωρία, ενώ νέες και ρηξικέλευθες τεχνικές (για την εποχή τους), όπως ο εσωτερικός μονόλογος, παρεμβαίνουν στο ιδεολογικό συνεχές, το αναδιαμορφώνουν, φέρνουν ανατροπές και αναδεικνύουν καινούργιες οπτικές. «Η τεχνική εξέλιξη είναι για τον συγγραφέα η βάση για την πολιτική του εξέλιξη» λέει ο Μπένγιαμιν[1]. Υπό αυτό το πρίσμα η τεχνική δεν είναι ουδέτερη, ούτε αποφορτισμένη ιδεολογικά.

~.~

Το ύφος ήταν και είναι άλλο ένα πεδίο διάκρισης ανάμεσα στο καλό και κακό μυθιστόρημα. Ένα κακό μυθιστόρημα έχει συνήθως επιτηδευμένο ύφος. Ή, αντίθετα, η γλώσσα του βρίσκεται αγκυλωμένη στην επικράτεια του κλισέ. Η χρήση του λόγου είναι συντηρητική, μονοσήμαντη και απηχεί το πενιχρό ιδεολογικό του φορτίο. Οι λέξεις χάνουν το νεύρο τους. Τα λεκτικά και ρητορικά σχήματα είναι χιλιοακουσμένα. Καμία αίσθηση ρίσκου δεν διαφαίνεται στη γλώσσα.

Το κακό μυθιστόρημα αγαπά την ευρυθμία και είναι υφολογικά ακίνητο, γιατί αποστρέφεται και φοβάται την ειρωνεία. Η ειρωνεία σίγουρα θάλλει σε μια περιοχή νοηματικής αμφισημίας, σε μια περιοχή όπου η σημασία μετεωρίζεται ανάμεσα σε δύο αντίθετους πόλους. Και αυτός ο μετεωρισμός δεν έχει να κάνει με την τυχαιότητα, δεν είναι αυθαίρετος, αλλά ξεκινά από μια παιγνιώδη διάθεση να παίξει με την αίσθηση της ισορροπίας και στη ουσία να διασαλεύσει αυτή την ισορροπία.

Στην πεζογραφία επιτελεί ακόμα μία λειτουργία: η ειρωνεία είναι ένας παράγοντας που διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην επικύρωση της εξουσίας και της αυθεντίας του αφηγητή. Αυτός ξέρει πλευρές της αλήθειας που εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε. Με την ειρωνεία ανοίγουν χώροι αφηγηματικής ευρυχωρίας και μπορούμε να δούμε πράγματα που δεν ήταν ορατά πριν. Η ειρωνεία δεν δείχνει, αλλά σημαίνει. Όπως όλα τα στοιχεία του ύφους, έχει και αυτή επίδραση στο συναίσθημα και αποτελεί πάντα ένα κλείσιμο του ματιού του αφηγητή προς τον φανταστικό αναγνώστη, μια πρόσκληση για συμμετοχή.

Κάποιες φορές η ειρωνεία κλονίζει την αληθοφάνεια του κειμένου (μιας και μας υπενθυμίζει τόσο έντονα την παρουσία του αφηγητή που μπορεί να ξεχάσουμε την ίδια την ιστορία). Έτσι λειτουργεί αντιθετικά σε σχέση με την ιδεολογία η οποία αποσκοπεί, όπως είπαμε, στο εντελώς αντίθετο: επιχειρεί να ενισχύσει την αληθοφάνεια. Ό,τι δημιουργεί σύγκρουση και ένταση μέσα σε ένα μυθιστόρημα, είναι καλό. Η δυναμική των σχέσεων ανάμεσα στην τεχνική, το ύφος και την ιδεολογία δημιουργεί συχνά κατάλληλες συνθήκες για αφηγηματική υπέρβαση. Όταν τα τρία τεκτονικά στοιχεία βρίσκονται σε κατάσταση αγαστής συμφωνίας και απόλυτης σύμπνοιας, η φλόγα του μυθιστορήματος κινδυνεύει να σβήσει.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

[1] Για όλες αυτές τις αναφορές και συνοπτικά για τη σχέση Ιδεολογίας και λογοτεχνικού κειμένου βλ. Luc Herman και Bart Vervaeck, “Ideology and Narrative Fiction”στο The Living Handbook of Narratology, https://www.lhn.uni-hamburg.de/node/99.html