*
του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ
~.~
08:26
Μπήκε σαν σίφουνας στο πάρκο και κλώτσησε την πινακίδα: «Μην πατάτε το πράσινο». Αυτή εκσφενδονίστηκε ψηλά και προσγειώθηκε με τα γράμματα προς τα κάτω. Εκείνος άρχισε να χοροπηδάει, ουρλιάζοντας, πάνω της:
«Ναι, ρε, θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάωωω… Όσο θέλω! Όσο μου γουστάρειειει… Θα το πατάω, θα το πατάω, θα το πατάωωω…»
Κι όταν διαπίστωσε πως δεν πάταγε το χορτάρι αλλά την πινακίδα, την παραμέρισε με το πόδι του κι άρχισε να κλωτσάει το γκαζόν, να του ρίχνει μυτιές με το παπούτσι, να το συνθλίβει κάτω απ’ την φτέρνα του, εξακολουθώντας να ουρλιάζει, δυνατότερα τώρα, ενώ οι φλέβες του λαιμού του φούσκωναν σαν λειρί έτοιμες να σπάσουν, κι οι φωνητικές του χορδές, μην αντέχοντας τόσο υψηλές συχνότητες, έκαναν ήδη κοκοράκια.
«Θα το πατάω το πράσινο! Θα το πατάω, θα το πατάωωω…»
Μια βραχνάδα λαβωμένου πάνθηρα έφραξε τον λαιμό του, συντάραξε το στέρνο του, αλλά η φωνή δεν έβγαινε, παρέμενε στην κοιλιά του, κουλουριασμένη όπως η κόμπρα στο καλάθι της, ενώ η φλογέρα του φακίρη εξακολουθούσε να την μαυλίζει παθητικά.
Με αφρισμένο στόμα γονάτισε στο χορτάρι και το δάγκωνε μπουκιές-μπουκιές, το ξερίζωνε, το έφτυνε, το κατάπινε αμάσητο, αφήνοντας στην θέση του αφρούς και σάλια και ψιθυρίζοντας, με μάτια σχεδόν ανάστροφα:
«Θα το πατάωωω… Θα το τρώωω…»
08:15
«Κύριε Σκαρτσή, σας ζήτησε ο διευθύνων σύμβουλος. Είπε να πάτε στο γραφείο του μόλις έρθετε».
«Ευχαριστώ, δεσποινίς, πάω αμέσως!»
Χτύπησε την πόρτα του διευθύνοντος συμβούλου κάπως αμήχανα:
«Τικ-τοκ, τικ-τικ, τοκ!»
«Περάστε…» ακούστηκε από μέσα μια μεταλλική φωνή, σαν δυο ξίφη που διασταυρώνονταν σε μονομαχία.
Μπήκε στο γραφείο και στάθηκε σχεδόν προσοχή.
«Με ζητήσατε;» ρώτησε, λες και πάλευε να καταπιεί έναν κόμπο στον λαιμό του.
Ο διευθύνων σύμβουλος κατέβασε τα γυαλιά του και τον κοίταξε πατόκορφα.
«Μα φυσικά, κύριε Σκαρτσή! Καθίστε παρακαλώ, μην στέκεστε όρθιος και κουράζεσθε!»
«Ό… όχι δεν είναι ανάγκη, εκτός κι αν θέλετε να συζητήσουμε κάτι εκτενώς».
«Μα τι λέτε; Καθίστε σας παρακαλώ! Καφεδάκι;»
«Κα… καφεδάκι; Όχι, ευχαριστώ, έχω πιει».
«Α, ήπιατε! Γι’ αυτό αργήσατε, κύριε Σκαρτσή;»
«Να σας εξηγήσω, κύριε…»
«Δεν χρειάζεται να μου εξηγήσετε! Κάθε μέρα αργείτε, σκοινί-κορδόνι. Ε, βέβαια, να μην πιει το καφεδάκι του ο κύριος Σκαρτσής;»
«Δεν αργώ κάθε μέρα, κύριε σύμβουλε! Απλώς, όταν αργώ φαίνεται, αλλά όταν αργώ να φύγω απ’ την δουλειά, εσείς έχετε κιόλας φύγει και δεν το βλέπετε».
«Α, θα μας ζητήσετε και υπερωρίες από πάνω; Και τον πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, κύριε Σκαρτσή;»
«Ποιος μίλησε για υπερωρίες; Αλλά η αλήθεια είναι…»
«Η αλήθεια; Ποια αλήθεια; Για το συμφέρον σας ή για το συμφέρον της εταιρείας; Μένετε παραπίσω γιατί αργείτε να έρθετε. Κι επειδή –αυτό είναι διαπιστωμένο– δεν δύνασθε εντός του ωραρίου σας να διεκπεραιώσετε την εργασία για την οποία λαμβάνετε τον μισθό σας κάθε μήνα στην ώρα του, κύριε Σκαρτσή! Στην ώρα του –επαναλαμβάνω– κι όχι όποτε βρει χρόνο το λογιστήριο να σας πληρώσει!»
Εκείνος σωριάστηκε στην καρέκλα μπροστά του και κατέρρευσε.
«Μαζεύτηκαν πολλά, κύριε διευθυντά! Κάνω τιτάνια προσπάθεια ν’ αντεπεξέλθω. Ο μισθός μειώθηκε, όπως ξέρετε. Το σπίτι το χρωστάω στην τράπεζα, με δυσκολία πληρώνω τις δόσεις. Το αμάξι το πούλησα, μετακινούμαι με λεωφορεία, καμιά φορά τρέχω κατοστάρι απ’ την μία στην άλλη στάση για να φτάσω έγκαιρα στην δουλειά».
«Ελάτε, κύριε Σκαρτσή, αφήστε την κλάψα! Δεν ενδιαφέρουν τα προσωπικά σας την εταιρεία. Και για να μην μακρηγορούμε, περάστε απ’ το λογιστήριο να εξοφληθείτε για τις ημέρες που εργαστήκατε αυτόν τον μήνα και… να πάτε στο καλό!»
«Με απολύετε, κύριε σύμβουλε; Τόσα χρόνια εδώ μέσα έφτυσα αίμα για την εταιρεία! Όταν προεσελήφθην εγώ, εσείς θα τελειώνατε το στρατιωτικό σας…»
«Δεν υπηρέτησα, κύριε Σκαρτσή! Την θητεία μου την εξαγόρασα εξ ολοκλήρου. Πλήρωσα μέχρι τελευταίο ευρώ τον ελληνικό στρατό κι έφυγα για μεταπτυχιακά στην Αμερική».
«Πλη… πληρώσατε για να μην υπηρετήσετε;»
«Μα υπηρέτησα! Υπηρέτησα κι εξακολουθώ να υπηρετώ: το χρήμα, κύριε Σκαρτσή, το χρήμα! Πίσω απ’ όλους τους στρατούς, ποιος δεν το ξέρει αυτό; –ελάτε που δεν το έχετε ακούσει ακόμα κι εσείς!– πίσω απ’ τους πολέμους και τους εξοπλισμούς κρύβεται το χρήμα».
«Και η πατρίδα, κύριε σύμβουλε;»
«Η “παρτίδα” θέλετε να πείτε. Εμπρός, προβείτε στον αναγραμματισμό της λέξεως, κύριε Σκαρτσή, μην φοβάστε! Πίσω απ’ όλα κρύβεται το χρήμα! Κάπου το είδα και σε στίχο αυτό. Σε βιβλίο; Σε τοίχο; Κάπου τέλος πάντων: “Άλλοι με κράζουν φασισμό / κι άλλοι με λεν δημοκρατία, / μα πίσω τους κρύβομαι εγώ / το χρήμα το κυρίαρχο, / μόνο που αλλάζω προσωπεία”».
«Ο Πάνος Παναγιωτούνης το έγραψε, στο βιβλίο του “Όχλος και Ηλιαχτίδες”».
«Α, μάλιστα, να που μάθαμε και τον ποιητή! Μήπως γράφετε και ο ίδιος στίχους; Ξέρετε, κάπου έχω διαβάσει –κάτι διαβάζουμε κι εμείς– πως η ποίησις είναι νόσος μεταδοτική. Νοσείτε κι εσείς, κύριε Σκαρτσή; Νοσείτε;»
«Εγώ όχι! Η μάνα μου…»
«Η μαμά σας; Γράφει στίχους; Απίστευτο!»
«Η μάνα μου έχει άνοια, κύριε σύμβουλε, έτσι νοσεί!»
«Λυπηρόν! Πολύ λυπηρόν, φίλε μου!»
«Γι’ αυτήν κυρίως αργώ. Καταλαβαίνετε… Μέχρι να την ξυπνήσω, να την λούσω, να την ντύσω, να της δώσω τα φάρμακά της…»
«Και γιατί δεν προσλαμβάνετε μια γυναίκα να την φροντίζει;»
«Γυναίκα;»
«Ε, ναι! Μια Βουλγάρα, μια Ρωσίδα, μια Γεωργιανή… Βρώμισε η Αθήνα από δαύτες! Ας ξεσκατίσουν και καμιά γριά, τώρα που πέρασε πια η μπογιά τους και δεν τις παίρνουν ούτε στο μπουρδέλο».
«Δεν φτάνουν τα λεφτά, κύριε σύμβουλε! Γι’ αυτό, λέω, αντί να πάω στο λογιστήριο, να επιστρέψω στο γραφειάκι μου και να συνεχίσω την δουλίτσα μου…»
«“Γραφειάκι, δουλίτσα…” Αμάν, κύριε Σκαρτσή! Με τόσα υποκοριστικά που χρησιμοποιείτε υποβιβάζετε τον εαυτό σας –εσείς ο ίδιος– σε ανθρωπάκι. Ποιος θα ήθελε ένα ανθρωπάκι σε μια μεγάλη εταιρεία;»
«Δεν θα ήταν μεγάλη η εταιρεία σας αν δεν υποβίβαζε –αυτή η ίδια– τους ανθρώπους σε ανθρωπάκια, κύριε σύμβουλε!»
«Απ’ το “Ορατότης Μηδέν” ξεσηκώσατε την ατάκα; Πολύ ωραία, αλλά πολύ μπανάλ, κύριε Σκαρτσή! Για δοκιμάστε να στήσετε κι εσείς μια εταιρεία!»
«Αν ήμουν απατεώνας, θα τα κατάφερνα!»
«Α, δηλαδή τώρα που παρακαλάτε να σας κρατήσουμε στην εταιρεία μας, εμείς οι απατεώνες –όπως μας λέτε– είστε λιγότερο απατεώνας; Είδατε πόσο σχετικές είναι οι έννοιες;»
«Για την μάνα μου… Μόνο για την μάνα μου κρατήστε με… Μόνον γι’ αυτήν!»
«Αχ, ελάτε, με την φουκαριάρα την μάνα σας! Αυτά τα έλεγε ο Ξανθόπουλος το ’60. Μ’ αν δεν κάνω λάθος, η μάνα σας ήταν εκείνη που σας μεγάλωσε, που σας έδωσε αυτές τις αρχές κι αυτές τις αξίες. Ποια υποχρέωση μπορεί να έχει η εταιρεία στην μάνα σας; Πορευτείτε σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες της μάνας σας, κύριε Σκαρτσή! Κι αφήστε μας εμάς, τους απατεώνες, να πορευόμαστε σύμφωνα με τις δικές μας».
«Θα το βρείτε απ’ τον Θεό, κύριε σύμβουλε!»
«Α, ο Θεός! Ίσως αγνοείτε, αγαπητέ μου, πως και τον Θεό εμείς τον δημιουργήσαμε, την ίδια μέρα που φτιάξαμε και την ηθική σας. Όχι εμείς, η εταιρεία μας δηλαδή, αλλά άλλες εταιρείες, ας τις πούμε, προγενέστερες – ομοϊδεάτες μας πανάρχαιοι, που εφηύραν τα αόρατα δεσμά σας, αυτά με τα οποία σας δένουμε για να μην λυθείτε ποτέ, παρεκτός όταν πάτε στον παράδεισο… της ανυπαρξίας σας, ελπίζοντας πως εκεί “οι δίκαιοι χορτασθήσονται”».
«Κύριε σύμβουλε, θα μπορούσατε να ήσαστε ο ίδιος ο διάβολος!»
«Λυπάμαι, κύριε Σκαρτσή, μα και τον διάβολο εμείς τον δημιουργήσαμε!»
«Μην κουράζεστε άλλο, θα φύγω! Θα πάρω την νόμιμη αποζημίωσή μου και θα φύγω».
«Αποζημίωση; Ποια αποζημίωση; Αφού παραιτείστε!»
«Μα, τι λέτε; Φυσικά και δεν παραιτούμαι – εσείς με απολύετε!»
«Δεν σας απολύουμε! Σαν μεταθέτουμε, εάν δεν παραιτηθείτε, στο υποκατάστημα Θεσσαλονίκης».
«Θεσσαλονίκης; Τι να κάνω εκεί; Έχω το σπίτι μου εδώ, την μάνα μου…»
«Είδατε; Παραιτείστε!»
«Σας παρακαλώ, απολύστε με εικονικά έστω, να πάρω τουλάχιστον το ταμείο ανεργίας, και θα παραιτηθώ από την αποζημίωσή μου».
«Εικονικά εργαζόσαστε εσείς εδώ, κύριε Σκαρτσή, εμείς σας απολύουμε κανονικά!»
«Θα πάω στην Επιθεώρηση Εργασίας, θα…»
«Δικοί μας είναι κι αυτοί στην Επιθεώρηση, αγαπητέ! Δικοί μας είναι όλοι, εκτός από σας».
«Και γιατί… εκτός από μένα;»
«Γιατί εσείς δεν προάγετε το συμφέρον της εταιρείας. Κι όχι μόνο με την εργασία σας –ας την πούμε έτσι– αλλά και με την ζωή σας».
«Με… την ζωή μου;»
«Δεν ξέρουμε, λέτε, τι ακριβώς κάνετε εκτός δουλειάς, κύριε Σκαρτσή;»
«Τι… τι κάνω, δηλαδή;»
«Το τι κάνετε το ξέρετε καλά εσείς. Εμείς ασχολούμαστε, κυρίως, με ό,τι δεν κάνετε».
«Τι μου λέτε, δηλαδή; Πως με παρακολουθείτε; Πως μ’ έχετε φακελωμένο εν έτει 2025;»
«Σας “παρακολουθούμε”, σας έχουμε “φακελωμένο”, είστε πολύ πίσω, αγαπητέ! Υπάρχει Facebook, υπάρχει Instagram, υπάρχουν cookies…»
«Ε, και;»
«Ξέρουμε πού κάνετε like, πού βάζετε καρδούλες, τι βιντεάκια βλέπετε στο You Tube και τι σχόλια γράφετε: όλο για αναρχία μιλάτε και για κρέμασμα στ’ αφεντικά. Ξεχειλίζει η οργή απ’ τα μπατζάκια σας, κύριε Σκαρτσή!»
«Εμένα ξεχειλίζει η οργή απ’ τα μπατζάκια μου κι εσάς ξεχειλίζουν τα φράγκα απ’ τις τσέπες σας – ψέματα;»
«Μα σας το δήλωσα εξ αρχής. Είμαστε μία πολυεθνική, θεός μας είναι το χρήμα. Κι ο θεός μας είναι εδώ, με όλους τους αποστόλους του παρόντες: βαθύ κράτος, δικαιοσύνη, αστυνομία, στρατό, μέσα κοινωνικής δικτύωσης… Και μας βοηθάνε, όταν τους επικαλούμαστε, ώστε να μπούμε στον παράδεισο της κερδοφορίας. Ο δικός σας θεός ποιος είναι, κύριε Σκαρτσή, η οργή; Αν υπάρχει τέτοιος θεός, επικαλεστείτε τον να σας βοηθήσει, γιατί αν δεν το καταλάβατε καλά, αν δεν το εμπεδώσατε πλήρως: Α-πο-λύ-ε-στε!»
«Κύριε σύμβουλε…»
«Ο χρόνος σας τελείωσε, κύριε Σκαρτσή! Πηγαίνετε…»
«Μα…»
«Παρακαλώ, πηγαίνετε!»
«Ε, λοιπόν, όχι, δεν πάω πουθενά! Τώρα θα δείτε τον δικό μου θεό, την οργή!»
Και λέγοντας αυτά, όρμηξε στον σύμβουλο, τον γράπωσε απ’ τον λαιμό κι η μέγγενη των χεριών τού έκοψε την ανάσα.
Εκείνος πάνιασε, άνοιγε το στόμα ν’ ανασάνει κι αέρας δεν έμπαινε. Την τελευταία στιγμή, με το μικρό του δάχτυλο, ίσα που πρόλαβε να πατήσει το κουμπί έκτακτης ανάγκης.
Σε δευτερόλεπτα μέσα, δυο φουσκωτοί εισέβαλαν στο γραφείο κι άρχισαν να χτυπούν με σιδερογροθιές τον υπάλληλο στο πρόσωπο. Το βλέφαρο σκίστηκε, τα αίματα μούσκεψαν το πουκάμισο. Ένα δόντι πετάχτηκε σαν στραγάλι στο πάτωμα και το κάτω χείλος κρεμάστηκε σκισμένο προς το σαγόνι. Άρχισαν τώρα να τον κλοτσάνε πεσμένο στο πάτωμα, να τον ποδοπατούν, να τον βρίζουν με λέξεις ακατάληπτες…
Ο κύριος σύμβουλος, αφού εισέπνευσε άπληστα αέρα και γέμισαν τα πνευμόνια του κι αφού ικανοποιήθηκε υπέρ το δέον απ’ την κλοτσοπατινάδα, φώναξε:
«Φτάνει!»
Τον πέταξαν έξω, κουλουριασμένο σαν μπάλα, στο παρκάκι, δίπλα απ’ τους κάδους των σκουπιδιών.
08:25
Σκουπίζοντας τα αίματα με την παλάμη του, άκουσε μια μαμά που έλεγε στον γιο της:
«Μην πατάς το πράσινο, αγόρι μου, απαγορεύεται!»
Ένα μαστίγιο ξεκουλουριάστηκε πάνω απ’ το κεφάλι του και βίτσισαν τ’ αυτιά του οι διαταγές:
«Απαγορεύεται να πατάτε το πράσινο!
Απαγορεύεται να περνάτε με κόκκινο!
Απαγορεύεται το κάπνισμα στους δημόσιους χώρους!
Απαγορεύεται να μιλάτε!
Απαγορεύεται να σκέφτεστε!
Απαγορεύεται ν’ ανασαίνετε!
Απαγορεύεται να υπάρχετε!
Απαγορεύεται, απαγορεύεται, απαγορεύεται…»
Έβρεχε πινακίδες με «απαγορεύεται» ο ουρανός: μικρές, μεγάλες, τεράστιες· ξύλινες, σιδερένιες, πλαστικές· στρογγυλές, οβάλ, τρίγωνες, τετράγωνες, πολύγωνες, παραλληλόγραμμες. Πινακίδες με μπογιά, με αυτοκόλλητα γράμματα, με neon, με παλαιόν: «Απαγορεύεται, απαγορεύεται, απαγορεύεται…»
Έπιασε το κρανίο του, να μην σπάσουν τα ράμματα. Σφάλισε τ’ αυτιά του, να μην ακούει. Έκλεισε τα μάτια του, να μην βλέπει. Και τότε του ’ρθε ξαφνικά να γελάσει, αλλά δεν μπόρεσε: το σκισμένο κάτω χείλος κρέμασε περισσότερο προς το σαγόνι και τον έκανε να ουρλιάξει απ’ τον πόνο. Το ’πιασε με το χέρι και το ’βαλε στην θέση του, ενώ το αίμα πλημμύρισε το στόμα του. Σαν υγρό πυρ του φάνηκε το αίμα εκείνη την ώρα, φωτιά που κατάκαιγε τα «απαγορεύεται» της ζωής του.
Άρχισε να ψελλίζει πρώτα:
«Απαγορεύεται να γίνονται πόλεμοι…
Απαγορεύεται να σκοτώνονται άνθρωποι…
Απαγορεύεται να πεινούν τα παιδιά…»
Να μουρμουρίζει μετά:
«Απαγορεύεται να υπάρχουν φτωχοί…
Απαγορεύεται ν’ απολύουν τον κόσμο…»
Να φωνάζει κατόπιν:
«Απαγορεύεται να καίνε τα δάση…
Απαγορεύεται να χτίζουν αυθαίρετα…»
Να ουρλιάζει ύστερα:
«Απαγορεύονται οι τράπεζες!
Απαγορεύονται τα δάνεια!
Απαγορεύονται οι τόκοι!
Απαγορεύονται τα spreads!
Απαγορεύονται τα funds!
Απαγορεύονται οι εισπρακτικές εταιρείες!»
Κι όσο ούρλιαζε, τόσο πονούσε. Κι όσο πονούσε, τόσο ούρλιαζε:
«Απαγορεύεται να σου παίρνουν το σπίτι!
Απαγορεύεται να σε πετάνε στον δρόμο!
Απαγορεύονται οι πολιτικοί, επιτρέπεται η δημοκρατία!
Απαγορεύονται οι θρησκείες, επιτρέπεται η αγάπη!
Επιτρέπεται να πατάμε το χόρτο, απαγορεύεται να μασάμε κουτόχορτοοο…»
Και με την τελευταία φράση ματωμένη στο στόμα, εισέβαλε στο πάρκο.
///
Tώρα βρίσκεται σε δημόσια ψυχιατρική κλινική ο κύριος Σκαρτσής. Με τις ενέσεις και τα φάρμακα που τον πλάκωσαν, δύσκολα θα ξαναβγεί από κει. Η μάνα του μεταφέρθηκε σε δημόσιο γηροκομείο. Πέθανε σκουληκιασμένη σε λίγους μήνες.
Τις μέρες του επισκεπτηρίου δεν τον επισκέπτεται κανείς. Κάθεται σ’ ένα παγκάκι της αυλής και κοιτάζει σκεφτικός το χορτάρι.
Σήμερα, όμως, κάποιος κάθισε δίπλα του. Τον σκουντάει στον ώμο.
«Ωραίο το χορτάρι, ε; Έτσι πράσινο που είναι, δεν σου ’ρχεται να το φας;»
Γυρίζει και τι να δει; Ο… κύριος σύμβουλος!
«Εσείς; Εσείς εδώ; Ήρθατε να με δείτε;»
«Δεν είμαι ο κύριος σύμβουλος, είμαι ο ίδιος ο διάβολος! Και δεν ήρθα να σε δω, ήρθα να καμαρώσω το έργο μου!»
«Δεν χάνετε το χιούμορ σας βλέπω, εγώ όμως έχασα την ζωή μου!»
Ο κύριος σύμβουλος ή ο διάβολος –το ίδιο είναι– έβαλε το χέρι στην τσέπη κι έβγαλε μια δεσμίδα λεφτά.
«Πάρτε τα, κύριε Σκαρτσή, πρόκειται για την αποζημίωση που σας χρωστάμε!»
Εκείνος τα κοίταξε με απορία.
«Μου δίνετε στο χέρι τον θεό σας;» είπε.
«Έτσι είναι ο δικός μας θεός: απτός, καταναλώσιμος…»
«Κρατήστε τον! Δεν υπάρχει τίποτα που θα ήθελα ν’ αγοράσω και τίποτα που αγοράζεται δεν το θέλω».
«Προτιμάτε τον δικό σας θεό; Την οργή;»
«Όχι, βρήκα άλλον θεό, καλύτερο και διαρκέστερο, την απάθεια».
«Ίσως και το χρήμα, φίλε μου, εκεί να οδηγεί όταν το κατέχεις και το ξοδεύεις, στην απάθεια».
Σε λίγα λεπτά της ώρας, μια νοσοκόμα έπιασε απ’ τους ώμους τον κύριο Σκαρτσή και τον οδήγησε στον θάλαμο. Έτσι, δεν είδε την άλλη νοσοκόμα που έπιασε απ’ τους ώμους τον κύριο σύμβουλο για να τον οδηγήσει στην απέναντι πτέρυγα. Κι οι δυο πτέρυγες μαζί έμοιαζαν με τα φτερά ενός αγγέλου, απ’ την πλευρά που ο ήλιος ακόμα έφεγγε – και με τα φτερά ενός δαίμονα, από κει που το σκότος βαθμηδόν βασίλευε…
Όταν άδειασε απ’ τους τρόφιμους η αυλή, ο σκύλος του φύλακα, ένας πελώριος μαύρος ποιμενικός, σήκωσε το δεξί πίσω πόδι και κατούρησε το γρασίδι. Ε, και λοιπόν; Ποιος είδε πινακίδα που ν’ αναγράφει: «Μην να κατουράτε το γρασίδι»; Κι αν υπήρχε τέτοια πινακίδα, δεν θα ήταν για σκύλους. Κι αν ήταν για σκύλους, δεν θα ήξεραν να διαβάζουν. Κι αν ήξεραν να διαβάζουν, δεν θα υπάκουαν. Γιατί ο σκύλος υπακούει μόνον στον αφέντη του – ακριβώς αυτό που δεν κάνει πάντα ο άνθρωπος.
Απ’ το βιβλίο του Δημήτρη Ε. Σολδάτου
Στο όνομα του ελληνικού λαού, Λευκάδα 2026
*
*
