ΝΠ | Ιστορία

Κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη! Σχόλιο για τον δύσμοιρο τον Παρθενώνα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ανέβασα προχθες ένα σημείωμα στο facebook για τον αναστηλωμένο Παρθενώνα μας και την παρδαλή κατά τη γνώμη μου, και κατά την γνώμη πάμπολλων άλλων, όπως φάνηκε (το ποστ έχει ώς τώρα πάνω από 40.000 προβολές), νέα του όψη. Έγραφα εκεί:

«Να είμαι άραγε ο μόνος που αποστρέφεται αυτά τα αναστηλωτικά έμπλαστρα; Αυτά τα κατάσπρα ως χιών, λ.χ., μάρμαρα, που γυαλίζουν πλάι στην πατίνα της παλιάς πέτρας όπως γυαλίζει στον ήλιο η λεύκη πάνω στην υγιή επιδερμίδα; Οι αρχαιολόγοι, όπως το βλέπω εγώ, είχαν δύο επιλογές. Είτε να περιοριστούν στα σωστικώς αναγκαία και ν’ αφήσουν το λοιπό μνημείο στην κατάσταση που το έφερε η ιστορία. Είτε, εκεί που έκριναν ότι πρέπει να συμπληρώσουν τα κενά, να προσαρμόσουν τις νεότερες προσθήκες χρωματικά, όπως το κάναν λ.χ. οι Πολωνοί ξαναχτίζοντας υπέροχα τις ισοπεδωμένες πόλεις τους μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό το κατάλευκο του νιόκοπου μαρμάρου αλήθεια τι δείχνει; Σεβασμό τάχατες στο πρωτότυπο ή το άγχος του επιγόνου να κοτσάρει κι εκείνος κάπου τη σχολαστική τζίφρα του;»

Όπως κάθε φορά που αμφισβητεί κανείς το «δικαίωμα» ενός σιναφιού να αποφασίζει εκείνο κατά το δοκούν για ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, η συζήτηση δεν άργησε ν’ ανάψει. Παραπέμπω στα, ποικιλοτρόπως, ερεθιστικά σχόλια που κατατέθηκαν ένθεν κακείθεν.

Έτσι μου αντιτάχθηκε ότι ουδείς λόγος πέφτει στο κοινό για το τι κάνουν οι αναστηλωτές με τον έρμο τον ναό της Παλλάδας! Ή ότι δεν έχει καμιά σημασία αν το αποτέλεσμα της αναστήλωσης είναι ή δεν είναι όμορφο! Ή ότι η ιστορική σημασία του κτηρίου υπερισχύει της αισθητικής του αρτιότητας, και άλλα γενναιόφρονα τέτοια.

Φυσικά, μου επιρρίφθηκε και άγνοια των περί αναστηλώσεως θεσφάτων… Λες και το ζήτημα που έθεσα εξ αρχής δεν ήταν ακριβώς αυτό: πόσο εύλογες είναι εντέλει αυτές οι ντιρεκτίβες και σε τι αποτέλεσμα έχουν εμπράκτως οδηγήσει…

Φοβάμαι ότι αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τη σημερινή αρχαιολογία από το αντικειμένο της.  Ας προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ. Αφ’ ης στιγμής ο Παρθενώνας δεν λειτουργεί πλέον ως ναός, είναι για μας πρωτίστως έργο τέχνης. Η αισθητική του αξία δεν είναι κάτι το παρεμπίπτον ή το επιπρόσθετο, είναι η ταυτότητά του. Χωρίς αυτήν την αισθητική ταυτότητα, ούτε για σύμβολο της δημοκρατίας θα μιλούσαμε, ούτε για ιστορική σημασία και τα συναφή. Αν κάποια στιγμή πάψει να μας συγκινεί το κάλλος αυτού του «μανδύα από μάρμαρο», που πέφτει πάνω μας καθηλωτικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης, τότε και οι δευτερογενείς ιστορικές και συμβολικές παραδηλώσεις θα εξατμιστούν αυτοστιγμεί.

Τώρα, αυτή η αισθητική αξία βιώνεται πάντοτε παροντικά, αφορά την ζώσα, ενεργό σχέση του θεατή με το αρχιτεκτόνημα. Και είναι μια σχέση που για να λειτουργήσει πρέπει να αναπτυχθεί όσον το δυνατόν άμεσα, αδιαμεσολάβητα. Όταν ο σημερινός αρχαιολόγος θεωρεί καθήκον του να υπογραμμίσει με φωσφοριζέ μαρκαδόρους την όποια συμβολή του, είναι προφανές ότι τη σχέση αυτή έχει πάψει πλέον να την κατανοεί, συνεπώς και να τη σέβεται. Έχει πάρει ένα έργο τέχνης ζωντανό και το έχει υποβιβάσει σε τεκμήριο αρχειακό, έχει πάρει μια παρουσία και την έχει κάνει σκονισμένη αποδελτίωση του παρελθόντος. Και ο ίδιος, από φιλότεχνος και φιλάρχαιος έχει μετατραπεί σ’ εκείνον τον ανέραστο μεσιέ Βερόγκ που τόσο κοροϊδεύει στον Μώμπερλυ ο Έζρα Πάουντ:

Πλάι σ’ εμβρύων μούμιες και σε οστών προθήκες
τον βρήκα τον μεσιέ Βερόγκ, ύστατη κλήρα
των προεστώτων του Στρασβούργου,
συντάκτη καταλόγων τρομερό, τελειοθήρα.

Σκεφτείτε τώρα έναν ηθοποιό να ερμηνεύει τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού και να σταματά σε κάθε στίχο για να πληροφορήσει το κοινό ότι εν προκειμένω ακολουθεί την τάδε ή τη δείνα κριτική έκδοση του κειμένου. Φανταστείτε έναν πιανίστα πριν από καθεμιά Goldberg-Variation να σχολιάζει προς το ακροατήριο πώς ο Μπουζόνι, ή άλλος τις, μετέγραψε το έργο του Μπαχ που θ’ ακούσουν.

Κι όμως αυτό ακριβώς κάνει ο αρχαιολόγος της σήμερον. Μπαίνει στη μέση. Πετάγεται δασκαλίστικα εκεί που η δουλειά του είναι του σιωπηρού υπομνηματιστή. Διεκδικεί το σανίδι εκεί που η θέση του είναι στα παρασκήνια. Λες και η συμβολή του δεν υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι να καταδειχθεί, για όσους τυχόν ενδιαφερθούν γι’ αυτήν. Λες και αν μια πέτρα του Παρθενώνα δεν είναι κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη, θα ξεγελαστεί το κοινό και θα νομίσει ότι βλέπει το ίδιο το χέρι του Ικτίνου εν δράσει… (περισσότερα…)

«Στο ψέμα είν’ η ποίησις ή στην αλήθεια»: Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος ή Ραμπαγάς (1850-1889)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στη Σίφνο. Δασκαλοπαίδι ο ίδιος, ακολούθησε τα ίδια χνάρια και διορίστηκε στην Άνδρο. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, ανώνυμα. Ο ίδιος υπήρξε ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία στη νεοελληνική λογοτεχνία. Λόγιος, ποιητής, ευθυμογράφος και δημοσιογράφος, με το παιγνιώδες ύφος του αποτέλεσε μιαν αντίθεση εν μέσω της τότε σχολαστικής αρθρογραφίας του βυζαντινού τύπου.

Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!

Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί . . .  πεθαίνω για τσιροσαλάτα […]

Εξαιτίας του καυστικού του ύφους διώχθηκε από τις οθωμανικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα. Μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη, ίδρυσε το πολιτικό και σατιρικό περιοδικό Ραμπαγάς –που κυκλοφόρησε δισεβδομαδιαία από το 1878 έως το 1889, έντεκα ολόκληρα χρόνια με 976 φύλλα–, όνομα που προήλθε από την ομώνυμη τετράπρακτη κωμωδία του Βικτοριέν Σαρντού, (στην οποία ένας αμοραλιστής πολιτικός, ο Rabagas, ζώντας στο ημιαυτόνομο πριγκιπάτο του Μονακό, ασκούσε έντονη και ανατρεπτική πολιτική εναντίον του αρχηγού του μικρού πριγκιπάτου, όμως όταν ο πρίγκιπας τον κάλεσε στην εξουσία, άλλαξε ρότα), που τότε είχε μεταφραστεί από τον Ιωάννη Καμπούρογλου, αλλά είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου.

*

*

Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες εν Ελλάδι. Από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου. Όσον μάλιστα υψούσαι εις τα κοινωνικά και πολιτικά μας στρώματα, τόσον ανευρίσκεις παχύτερον, φαυλότερον ραμπαγαδισμόν. Έφθασες εις το κατακόρυφον σημείον; Εκεί, στάσου, αποκαλύφθητι και προσαγόρευσον τον Αρχιρραμπαγάν […]

Στους τακτικούς συνεργάτες της εφημερίδας, συμπεριλαμβάνονταν οι νέοι τότε ποιητές Κωστής Παλαμάς, Νίκος Καμπάς, Δημήτρης Ταγκόπουλος και κατά διαστήματα φιλοξενήθηκαν αράδες των Γεωργίου Δροσίνη, Μπάμπη Αννίνου, Αριστομένη Προβελέγγιου και βεβαίως του Σουρή και του Ροΐδη, ενώ οι περισσότεροι υπέγραφαν ψευδωνύμως.

Θες την εξουσία πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία γίνε Ραμπαγάς.
Με τους δημοκράτες είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες να καλοπερνάς.
Σκύλος που γαυγίζει όξω απ’ την αυλή,
που τα δόντια τρίζει και σε απειλεί
που γκρινιάζει, στρέφει σαν τον κυνηγάς
κι αν τ’ ανοίξεις γλείφει . . . νά ο Ραμπαγάς.
Πάρ’ την εξουσία, μη μοιρολογάς,
μούπαν και με μία νάμαι Ραμπαγάς!
Όσους μ΄έχουν στύλο της αριστεράς
στο διάουλο θα στείλω, αν φανεί παράς.
Βούρλο που λυγάει όπως κι αν λυγάς
χέλι που γλιστράει, είν’ ο Ραμπαγάς!
Χρώμα πώς αλλάζω! Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω, παρδαλός δειπνώ.

Από το όνομα του περιοδικού, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Ραμπαγάς» και η συμβολή του στη λογοτεχνία βρίσκεται όχι μόνο στα σατιρικά ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό του και αλλού, αλλά και στις μεταφράσεις ποιημάτων ξένων λογοτεχνών. (περισσότερα…)

Λακτάντιος, «Ποιός πού ’χει μιὰ στάλα νοῦ δὲν γελᾶ μ’ αὐτὰ τὰ καμώματα;»

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων τοῦ Νέου Πλανόδιου, παρουσιάζουμε χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ 

Γιὰ τοὺς ἴδιους τοὺς θεοὺς μιλήσαμε. Τώρα πρέπει νὰ λεχθοῦν καὶ λίγα πράγματα γιὰ τὰ ἱερά τους μυστήρια. Στὴν Κύπρο ὁ Τεῦκρος[1] θυσίασε στὸν Δία ἀνθρώπινο σφάγιο καὶ τὴν θυσία αὐτὴ τὴν κληροδότησε στοὺς ἑπόμενους, κάτι ποὺ καταργήθηκε πρόσφατα μὲ διαταγὴ τοῦ Ἁδριανοῦ. 2 Στὴν χώρα τῶν Ταύρων, ἔθνος ἀπολίτιστο κι ἄγριο, ὑπῆρχε νόμος νὰ θυσιάζουν τοὺς ξένους στὴν Ἀρτέμιδα[2] κι ἡ τέλεσι αὐτῆς τῆς θυσίας διατηρήθηκε γιὰ πολὺ καιρό. 3 Οἱ Γαλάτες ἐξευμένιζαν τὸν Ἠσὸ καὶ τὸν Τευτάτη μ’ ἀνθρώπινο αἷμα[3]. Ἀμέτοχοι αὐτῆς τῆς κτηνωδίας δὲν ὑπῆρξαν οὔτε οἱ Λατῖνοι, ἐφόσον ὁ Λατιάριος Ζεὺς[4] λατρεύεται ἀκόμη καὶ σήμερα μ’ αἷμα ἀνθρώπινο. 4 Τί τὸ καλὸ ζητοῦν ἀπ’  τοὺς θεοὺς ὅσοι προσφέρουν τέτοιες θυσίες; Κι ἀπὸ τί μποροῦν νὰ προστατεύσουν τέτοιοι θεοὶ τοὺς ἀνθρώπους ἀφοῦ ἐξευμενίζονται μὲ τὸν πόνο τους; Ἀλλὰ γιὰ τοὺς βάρβαρους δὲν εἶναι ν’ ἀπορῇ κανεὶς καὶ τόσο, ἀφοῦ ἡ θρησκεία τους συμβαδίζει μὲ τὰ ἤθη τους. Οἱ δικοί μας ὅμως, ποὺ ἀνέκαθεν διεκδικοῦσαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τὴν δόξα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, μήπως δὲν ἀποδεικνύονται κτηνωδέστεροι μ’αὐτὰ τ’ ἀνόσια τελετουργικά; 5 Πιότερο πρέπει νὰ θεωροῦνται ἐγκληματίες αὐτοὶ ποὺ ἐνῷ ἔχουν στιλβωθῆ μὲ τὶς σπουδὲς τῶν ἐλευθέριων τεχνῶν ἐγκαταλείπουν τὸν ἀνθρωπισμό, παρὰ ὅσοι ἀπαίδευτοι κι ἁπλοϊκοὶ ὀλισθαίνουν ἀπὸ ἄγνοια τῶν ἀγαθῶν σὲ πράξεις ἐγκληματικές. 6 Φαίνεται ὡστόσο πὼς αὐτὴ ἡ τελετουργία τῶν ἀνθρωποθυσιῶν εἶναι παλιά, δεδομένου πὼς μ’ αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας λατρεύτηκε ὁ Κρόνος στὸ Λάτιο, ὄχι βέβαια νὰ σφάζεται ἄνθρωπος στὸν βωμό, ἀλλὰ νὰ ῤίχνεται στὸν Τίβερι ἀπὸ τὴν Μουλβία γέφυρα[5]. 7 Ὁ Βάρρων[6] μαρτυρεῖ ὅτι αὐτὸ γινόταν ἔπειτα ἀπὸ κάποιον χρησμό, τοῦ ὁποίου ὁ τελευταῖος στίχος ἔχει ὡς ἑξῆς:

καὶ κεφαλὰς ᾍδη καὶ τῷ πατρὶ πέμπετε φῶτα[7].

Κι ἐπειδὴ αὐτὸ φαίνεται δισήμαντο ὑπάρχει συνήθεια νὰ ῤίπτεται καὶ δᾷδα καὶ ἄνθρωπος[8]8 Ὡστόσο λέγεται πὼς αὐτὸ τὸ εἶδος θυσίας καταργήθηκε ἀπὸ τὸν Ἡρακλῆ ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὴν Ἱσπανία, διατηρουμένου ὅμως τοῦ τελετουργικοῦ, ὥστε ἀντὶ ἀληθινῶν ἀνθρώπων νὰ ῤίπτωνται ὁμοιώματα ἀπὸ βοῦρλα. Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Ὀβίδιος στὸ Ἡμερολόγιο:

Ὡς ὁ Τιρύνθιος νὰ  ’ρθῇ στὸν τόπο
θυσίες γίνονταν μὲ Λευκάδιο τρόπο,
ἐκεῖνος ὅμως ἀρχὴ θὰ κάμῃ
σκιάχτρα νὰ ῤίχνουνε μὲς στὸ ποτάμι [9].

9 Τὴν ἱερουργία αὐτὴ τελοῦν οἱ Ἑστιάδες παρθένες ὅπως λέει ὁ ἴδιος πάλι: (περισσότερα…)

Ἐπιστολὴ καρατομηθέντος ληστοῦ

Το ατμόπλοιο “Σαλαμινία”, που μετέφερε τη λαιμητόμο, τους δήμιους και τους κατάδικους.

 

Εισαγωγή – Επιμέλεια: Γιώργος Πάλλης

Το 1870, η παλαιά Ελλάδα ζούσε υπό τη μάστιγα της ληστείας. Ένοπλες συμμορίες λυμαίνονταν την ύπαιθρο, ληστεύοντας ταξιδιώτες, αρπάζοντας ομήρους για λύτρα και τρομοκρατώντας ολόκληρες περιοχές. Η αγριότητά τους είχε παραλύσει τη ζωή των παραμεθορίων κυρίως επαρχιών, καθώς πολλοί λήσταρχοι χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο την τουρκοκρατούμενη τότε Θεσσαλία —«το Οθωμανικόν». Εκείνο το έτος η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο με τη λεγομένη σφαγή του Δήλεσι, τον φόνο των Άγγλων και Ιταλών διπλωματών και περιηγητών που αιχμαλώτισε στο Πικέρμι η συμμορία των Αρβανιτάκηδων, γεγονός που προκάλεσε την πτώση της κυβέρνησης και τον διεθνή διασυρμό της χώρας.

Το κράτος κατεδίωκε τους ληστές με αποσπάσματα της χωροφυλακής και του στρατού. Όσοι συλλαμβάνονταν ζωντανοί, καταδικάζονταν σε θάνατο δι’ αποκεφαλισμού. Η λαιμητόμος ταξίδευε ανά το βασίλειο, μαζί με τους δήμιους, και εκτελούσε τις ποινές. Στις αρχές του Μαΐου του 1870, μεταφέρθηκε με το ατμόπλοιο “Σαλαμινία” στη Φθιώτιδα, για να εκτελέσει θανατοποινίτες στη Στυλίδα, τη Λαμία και την Υπάτη, και κατόπιν επέστρεψε στον Πειραιά για να στηθεί ξανά στη Λιβαδειά. Εν πλω προς την εκτέλεσή του, ο ληστής Θωμάς Ιωάννου από το Λιμογάρδι της Φθιώτιδας έγραψε —ή το πιθανότερο υπαγόρευσε— ένα γράμμα προς τον αδερφό του. Υπό τον τίτλο «Ἐπιστολὴ καρατομηθέντος λῃστοῦ», το γράμμα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Aλήθεια” (φύλλο 1140 της 25ης Μαΐου 1870), ως «αὐτοσχέδιον κήρυγμα ἀνθρώπου θανατουμένου ποὺ συγκινεῖ τὰς ψυχὰς πλειότερον ἢ ἔντεχνος ἱεροκήρυκος λόγος».

Η επιστολή του Θωμά Ιωάννου είναι αξιοσημείωτη για την αμεσότητά της, την εσωτερική της ένταση και τη γλώσσα της. Ένας μελλοθάνατος ανασκοπεί τη ζωή του και δίνει στον αδελφό του οδηγίες και παραγγελίες για τάματα, για το κορμί του, για τη γυναίκα, το παιδί και το ρολόι του, για φίλους και εχθρούς. Συγχωρεί και μεταμελείται, ανακαλεί πρόσωπα και επεισόδια, τακτοποιεί πρακτικά ζητήματα και ανθρώπινες αντιδικίες, και προσπαθεί να διασφαλίσει τη μνήμη που αφήνει πίσω του. Στα λόγια του συνυπάρχουν η ντροπή για τον ατιμωτικό αποκεφαλισμό, η αγωνία για το νεκρό σε λίγο σώμα, η έγνοια για το ορφανό παιδί, η αγάπη για τη γυναίκα (που δεν κατονομάζεται), ο σεβασμός προς τον νεκρό πατέρα —«το αφεντικό μου»—, η νοσταλγία για τον τόπο όπου μεγάλωσε, η θρησκευτική πίστη, οι δεισιδαιμονίες, όλα με την ειλικρίνεια που επιβάλλει ο επερχόμενος θάνατος.

(περισσότερα…)

«Μια στάλα τύχη, ναι!» Η άγνωστη Κασσιανή

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τώρα που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας τη Μεγάλη Τρίτη, τη μόνη ημέρα του έτους που κάπως αυτοματικά τη θυμόμαστε (χάρη σ’ εκείνο το ωραίο τροπάριό της, φυσικά, περί της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός, όπου αναθεματίζονται ο οίστρος και ο έρως, ο πόθος και το πάθος, συνταυτιζόμενα –τι άλλο– με τον ζόφο και την ακολασία), τώρα που έχει παρέλθει για φέτος «η μέρα της», αναρωτιέμαι και πάλι. Ποια ήταν άραγε αυτή η Κασία ή Εικασία ή Κασσιανή μοναχή, ονόματα όλα εναλλακτικά με τα οποία πέρασε στα χαρτιά μας;

Αν προσφύγει κανείς στους εκκλησιαστικούς ύμνους που η παράδοση τής αποδίδει, άκρη δεν πρόκειται να βρει. Ναι μεν, θα βρει λυρικούς στίχους-διαμάντια, όπως εκείνο το

πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω;
ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;

και άλλους, αλλά θα πρόκειται για στίχους απρόσωπους, ενταγμένους πλήρως στα υμνολογικά προαπαιτούμενα, χωρίς αποτύπωμα εκφραστικό εντελώς δικό τους, πλην ίσως της πρόδηλης θηλύτητας.

Την Κασσιανή κανείς θα την ανακαλύψει, όχι στα εκκλησιαστικά, αλλά στα εξωεκκλησιαστικά της ποιήματα, εν προκειμένω στους αποφθεγματικούς γνωμικούς της στίχους. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, καμιά οχτακοσαριά της αποδίδονται εν όλω. Και ω της εκπλήξεως, οι τρόποι της εκεί είναι όλως άλλοι.

Τρία είναι τα μεγάλα θέματα αυτής, της γνωμικής, Κασσιανής, και όλα αιφνιδιάζουν: η τύχη, το μίσος και η μωρία. Η τύχη πρώτα απ’ όλα:

Ῥανίδα τύχης εἰκότως αἱρετέον
ἢ κάλλος µορφής ἄγαν ἐξῃρηµένον.

[Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.]

Εὑρὼν δυστυχὴς χρυσίον εἷλε τοῦτο
καὶ γέγονε κίνδυνος ἐκ τούτου τούτῳ·
ὁ δ᾽ εὐτυχής, κἂν ὄφιν εὕρῃ ζῶντα,
εῖς ὄφελος γίνεται τούτῳ καὶ κέρδος.

[Χρυσάφι ο άτυχος κι αν βρει
θα μπλέξει σε μπελάδες.
Σε φίδι αν πέσει ο τυχερός
και πάλι κέρδος θα ’χει.]

Αυτή η εικόνα της Τύχης ως δύναμης κοσμικής αντιπολιτεύεται σφόδρα, βεβαίως, τη χριστιανική ιδέα της Πρόνοιας. Ο Θεός ος τα πάντα εν σοφία εποίησεν, εδώ σαν να βουβαίνεται, ακόμη και το Κάλλος εμπρός στην Τύχη χλωμιάζει, η ισχύς της είναι τόση ώστε μεταμορφώνει τον χρυσό σε βραχνά και τα φίδια σε καλό συναπάντημα. Μια προμεσσιανική κοσμοεικόνα αναδύεται εδώ, που διατηρήθηκε ωστόσο θαλερή αν και κρυμμένη στους Μέσους Χρόνους, αν κρίνουμε και από τα Carmina burana: (περισσότερα…)

Η αράχνη, η κουκουβάγια και ο Πορθητής: Μια ιστορία από την Άλωση της Πόλης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Όλα ξεκίνησαν με αφορμή την Άλωση της Πόλης. Εκεί λοιπόν που διάβαζα

«πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.
Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης»,

ξανάπιασα στα χέρια μου την Άλωση του Ράνσιμαν. Γρήγορα το μάτι μου έπεσε σε κάτι που είχα υπογραμμίσει ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια και σχετίζεται με μια υποτιθέμενη απαγγελία ενός περσικού δίστιχου από τον Πορθητή Μωάμεθ.

Ας ξαναθυμηθούμε όμως εκείνες τις στιγμές της εισόδου του νικητή, εκπορθητή Μωάμεθ στην Πόλη των Πόλεων, το απόγευμα της ίδιας μέρας, αφού ο στρατός του είχε επί το πλείστον καταλεηλατήσει πια και διαγουμίσει τις ζωές και το βιος της θεοφρούρητης Βασιλίδος, της περιλάλητης Κωνσταντινούπολης.[1]

«Ο ίδιος ο σουλτάνος μπήκε στην πόλη αργά το απόγευμα. Συνοδευόμενος από την εκλεκτότερη φρουρά του από γενίτσαρους και ακολουθούμενος από τους υπουργούς του, προχώρησε αργά μέσ’ από τους δρόμους ως την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Μπροστά από τις από τις πύλες της ξεκαβαλίκεψε και έσκυψε για να σηκώσει μια φούχτα χώμα που έριξε απάνω στο τουρμπάνι του, ως πράξη ταπεινοφροσύνης μπροστά στο Θεό του. Μπήκε μέσα στην εκκλησία και έμεινε για μια στιγμή σιωπηλός. Κατόπιν, καθώς βάδιζε προς το ιερό, παρατήρησε έναν Τούρκο στρατιώτη που προσπαθούσε ν’ αποσπάσει ένα κομμάτι μάρμαρο από το δάπεδο. Γύρισε προς αυτόν με οργή και του είπε ότι η άδεια για λαφυραγωγία δεν περιλάμβανε την καταστροφή των κτιρίων. Αυτά τα προόριζε για τον εαυτό του. Υπήρχαν ακόμα και μερικοί Έλληνες ζαρωμένοι στις γωνίες που οι Τούρκοι δεν είχαν ακόμα δέσει για να τους απαγάγουν. Διέταξε να τους αφήσουν να πάνε ήσυχα στα σπίτια τους. Κατόπιν βγήκαν μερικοί ιερείς από τα μυστικά περάσματα πίσω από το ιερό και του ζήτησαν έλεος. Και αυτούς επίσης άφησε να φύγουν κάτω από την προστασία του. Αλλά επέμεινε να μετατραπεί αμέσως η εκκλησία σε τζαμί. Ένας από τους ουλεμάδες του ανέβηκε στον άμβωνα και κήρυξε ότι δεν υπήρχε άλλος θεός από τον Αλλάχ. Ο ίδιος κατόπιν ανέβηκε στο ιερό και προσκύνησε τον νικηφόρο Θεό του. Όταν βγήκε από την εκκλησία ο σουλτάνος, πέρασε την πλατεία και πήγε στο παλιό Ιερό Παλάτι. Καθώς περνούσε μεσ’ από τις μισοερειπωμένες αίθουσες και διαδρόμους του, λέγεται ότι μουρμούρισε τους στίχους ενός Πέρση ποιητή:

Η αράχνη υφαίνει τον ιστό της στο παλάτι των Καισάρων
και η κουκουβάγια κρώζει στους πύργους του Αφρασιάμπ».

(“When he left the Cathedral the Sultan rode across the square to the old Sacred Palace. As he moved through its half-ruined halls and galleries it was said that he murmured the words of a Persian poet: ‘The spider weaves the curtains in the palace of the Caesars; the owl calls the watches in Afrasiab’s towers”).

Δίπλα λοιπόν σ’ αυτή την τελευταία φράση με το περσικό δίστιχο είχα σημειώσει –Κύριος οίδε πότε!– ότι το δίστιχο αυτό προερχόταν από το Σαχναμέ του Φερντουσί. Γέλασα με έκδηλη ικανοποίηση μα και παρευθύς βάλθηκα να το επιβεβαιώσω σκαλίζοντας το Σαχναμέ του Φερντουσί. Όσο κι αν έψαχνα όμως, πουθενά δεν βρισκόταν τέτοιο δίστιχο. Αυτό ήταν! Από τη στιγμή που το ξαναντίκρισα, μου έγινε έμμονη, βασανιστική ιδέα να βρω την προέλευσή του, να εξακριβώσω ποιο στόμα το ξεστόμισε πρώτο ή ποια γραφίδα το κατέγραψε. Ήταν όντως περσικής καταγωγής κι εμπνεύσεως ή δημιούργημα αυτοσχέδιο του Μεχμέτ του Πορθητή;

Ας δηλώσω ευθύς εξαρχής πως η εναρκτήρια ορμή για να θηρεύσω τον δημιουργό αυτού του δίστιχου ξεπήδησε κεραυνοβόλα κι αυθόρμητα, λόγω της ποιητικής πυκνότητας, εκφραστικής εικονοποιητικής δεινότητας κι εκθαμβωτικής ενάργειας του ίδιου του δίστιχου. Στα μάτια και στα αυτιά μου (και πάμπολλων άλλων μέχρι πρόσφατα, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια) δεν έχουν αστραποβολήσει άλλοι στίχοι που να μιλούν με τέτοια αλληγορική ακρίβεια (ναι· σύντομα θα εξηγήσω την υποτιθέμενη αντίφαση) και ελεγειακή εικονοποιΐα για την καταστροφή, την πτώση και την ερήμωση ενός πολιτισμού, μιας αυτοκρατορίας, μιας πανίσχυρης  εγκόσμιας κυριαρχίας· για την ανατροπή της τύχης. Συνήθως ό,τι σύστοιχο ανάλογο επικαλείται ο δυτικοστραφής νους μας είναι η κατάφορτη αποσιωπητικών και στοχαστικής διδακτικότητας συμπερασματική φράση sic transit gloria mundi(περισσότερα…)

Η θρησκευτική διάσταση της ποίησης του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

*

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

~.~

Στον ποιητικό λόγο το θρησκευτικό στοιχείο εντοπίζεται σταθερά μέσα από θέματα, εικόνες και σύμβολα που παραπέμπουν στο ιερό συνιστώντας ένα διαχρονικό φαινόμενο στη λογοτεχνία. Η εκκλησιαστική παράδοση – όπως και η ιστορική και η μυθολογική – προσέφεραν στους ποιητές ένα πλούσιο υλικό για να εκφράσουν προσωπικές και συλλογικές ανησυχίες: εθνικές, πολιτικές, κοινωνικές, υπαρξιακές ή ερωτικές. Ο θρησκευτικός συμβολισμός ειδικά ήταν άμεσα προσλήψιμος από το κοινό, καθώς αποτελούσε κομμάτι της λαϊκής συνείδησης.[1] Ειδικότερα στον ελληνικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα και την επτανησιακή ποίηση το θρησκευτικό στοιχείο ταυτίστηκε ιδιαίτερα με τον αγώνα για την ελευθερία και οι ποιητές χρησιμοποίησαν στα έργα τους εικόνες και συμβολισμούς από την ορθόδοξη παράδοση για να εκφράσουν την πίστη στην ελευθερία, την ηθική υπεροχή του αγώνα και την αιώνια δικαιοσύνη του Θεού. Οι κορυφαίοι εκπρόσωποί της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης σφράγισαν με το έργο τους τον εθνικό αγώνα του 19ου αιώνα. Και οι τρεις άνοιξαν τη σειρά των Ελλήνων ποιητών που στοχάστηκαν γύρω από την μοίρα του Ελληνισμού και διατύπωσαν κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές, σταθερές στη διαχρονική πορεία της ιστορίας μας, πριν ακόμα από τους ιστορικούς, θα μας πει ο Νίκος Σβορώνος. Kαι οι τρεις ενσωμάτωσαν θρησκευτικά στοιχεία στο έργο τους υπηρετώντας την λογοτεχνική και εθνική τους στόχευση δίνοντας εικόνες της χριστιανικής μαχόμενης Ελλάδας.[2]

Ο Βαλαωρίτης περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ρομαντικό ποιητή της εποχής του, κατάφερε να διατυπώσει με σαφήνεια τον αντιστασιακό χαρακτήρα που διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία και να ασχοληθεί στο ποιητικό του έργο με τα ορατά, εθνικά, πολιτικά και ιδεολογικά προβλήματα του καιρού του. Ως εκπρόσωπος της Επτανησιακής σχολής και βαθύτατα επηρεασμένος από τον ρομαντισμό και την ανάγκη της εθνικής αναγέννησης, χρησιμοποίησε συχνά το θρησκευτικό στοιχείο ως πολιτισμικό  και πατριωτικό θεμέλιο, συνδεδεμένο με την ορθόδοξη παράδοση και την ελληνική ηρωική ταυτότητα, ως μοχλό ηθικής δικαίωσης, παρηγοριάς και ενίσχυσης της αγωνιστικότητας του έθνους. Η θρησκευτική πίστη και η ορθοδοξία παρουσιάζονται ως οδηγοί και προστάτες του αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία. Στα μεγάλα του ποιήματα Κυρά Φροσύνη, Αθανάσιος Διάκος, Φωτεινός, αλλά και στα μικρότερα στον Κατζαντώνη, στον Αστραπόγιαννο, στον Σαμουήλ, τη Φυγή,  το ποίημα για τον ανδριάντα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ συνοψίζονται οι πράξεις των ηρώων του ’21 και των προηγηθέντων αγώνων των Κλεφτών και των Αρματολών όπου αφηγείται την προσωπική θυσία και το μαρτύριό τους στο βωμό του έθνους εμπνεόμενος από τα θρησκευτικά ιδεώδη και την αυτοθυσία που συνδέεται με το χριστιανικό μαρτύριο. Τα θεολογικά μοτίβα της λειτουργίας, της μετάνοιας, της μετάληψης, της θυσίας, αποτελούν ρητή συμβολική ανατομία της αντίστασης, της ομοψυχίας και της οικοδόμησης του έθνους μέσα από την πίστη.

Όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να δούμε συνοπτικά μέσα από επιλεγμένα αποσπάσματα των έργων του με έμφαση στις θρησκευτικές αναφορές και το θρησκευτικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί.

Η ποιητική συλλογή του Μνημόσυνα[3] είναι διαποτισμένη από θρησκευτικές αναφορές, καθώς ασχολείται με τον θάνατο, τη μνήμη των νεκρών και την ελπίδα της αιώνιας ζωής.  Συνδέει τον πόνο της απώλειας με τη χριστιανική πίστη, αντλώντας παρηγοριά από τα θρησκευτικά σύμβολα (σταυρός, λιβάνι, εκκλησία) και τα έθιμα, όπως τα μνημόσυνα και τα ψυχοσάββατα. Οι ψυχές παρουσιάζονται να συνεχίζουν την ύπαρξή τους στον Άδη, ενώ η επικοινωνία των ζωντανών με τους νεκρούς γίνεται μέσα από προσευχές, τελετές και μυστικιστικές στιγμές, τονίζοντας τη στενή σχέση θρησκείας και λαϊκής παράδοσης. Ενδεικτικά στο ποίημά του Ψυχοσάββατο[4], αφιερωμένο στην πολύ πρόωρα χαμένη κορούλα του Μαρία, περιγράφεται η κηδεία της με «σταυρό, παπάδες, λιβάνια και λαμπάδες», στοιχεία που παραπέμπουν στην ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία: (περισσότερα…)

Τί γύρευε ὁ Ὅμηρος στὴν κοιλιὰ τῆς μούμιας;

*

τοῦ ΠΑΝΤΑΖΗ Α. ΣΑΡΑΦΗ

~.~

Ἡ μᾶλλον πλειοψηφικὴ ἐκείνη πλευρὰ τῶν ἀρχαιογνωστικῶν ἐπιστημῶν ποὺ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ στείρα θετικιστικό, τεχνοκρατικῶς σοβαρό, πνεῦμα τῆς ἐποχῆς (τὸ ὁποῖο, ἐνόσῳ αὐτὲς τὸ ἐναγκαλίζονται, εἶναι θέμα χρόνου νὰ τὶς ἀποτελειώσει) βιάζεται ν’ ἀποφανθεῖ ὅτι ἡ σχετικὰ εὔλογη εἰκασία περὶ ἑνὸς κάποιου φιλόμηρου φιλαναγνώστη γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ ταριχευμένου τῆς Ὀξυρρύγχου εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ ἰσχύει, θεωρῶντας την ἀκόμα καὶ καταγέλαστη ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ «οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὴν πιὸ βαρετὴ ραψωδία ποὺ ἔχει γραφτεῖ ποτέ».

Ἔχει ἤδη βγεῖ ἄτυπα τὸ συμπέρασμα, διατυμπανιζόμενο μάλιστα μέσῳ δημοφιλῶν διαύλων pop-ἐκλαϊκευμένης ἀρχαιολογίας τοῦ ἑλληνικοῦ διαδικτύου, ὅτι τὸ εὕρημα ἦταν ἁπλῶς ἕνα «παλιόχαρτο» χωρὶς καμμία ἀπολύτως συμβολικὴ σημασία γιὰ τὸν νεκρὸ καὶ τὴν ὅλη διαδικασία τῆς ταφῆς, ὅτι ἡ μόνη χρησιμότητά του ἦταν νὰ λειτουργήσει ὡς ἕνα πρόχειρο ὑλικὸ γιὰ νὰ γεμίσει τὴν κοιλιακὴ χώρα ὥστε αὐτὴ νὰ διατηρήσει τὸ σχῆμα της. Ἀποκλείεται νὰ ἰσχύει αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία; Ὄχι ἀπαραίτητα, διότι ξέρουμε ἀπὸ ἄλλες περιπτώσεις ὅτι πράγματι συνέβαινε καὶ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μερίδιό της σὲ μιὰ πειστικὴ ἀπάντηση δὲν μπορεῖ σὲ καμμία περίπτωση ν’ ἀποκλείει ἄλλες ἑρμηνευτικὲς δυνατότητες ποὺ διανοίγονται, δὲν μπορεῖ νὰ κλείνει γρήγορα καὶ βολικὰ τὸ θέμα ἐκεῖ ὅπου φαίνεται νὰ ὑποκρύπτεται ἕνα κάποιο βάθος ποὺ ἐνδεχομένως νὰ κάνει τὸ ὅλο ζήτημα ἀξιερώτητο καὶ ἀξιερεύνητο.

Πάντως τὸ ποιά ἦταν ἀκριβῶς ἡ σκοπιμότητα τῆς τοποθέτησης τοῦ ἰλιαδικοῦ παπύρου ἐντὸς τῆς κοιλιακῆς χώρας τῆς μούμιας μᾶλλον δὲν θὰ τὸ μάθουμε ποτέ, ἐκτὸς ἂν ἐξασφαλίσουμε μιὰ ἐπιτυχημένη νεκρομαντικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ταριχευμένο τῆς Ὀξυρρύγχου. Ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸ εὕρημα ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητα νὰ εἶναι τὸ μοναδικὸ ἑλληνόγλωσσο παπύρινο κείμενο ποὺ χωρὶς νὰ εἶναι «μαγικό/τελετουργικό», ὅπως ἄλλα καθὼς συνηθιζόταν, ἀλλὰ ἁπλῶς «λογοτεχνικό», ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἐσωτερικὰ στὴν διαδικασία τῆς ταρίχευσης, κατὰ πῶς τόνισε ἡ ἱσπανοαιγυπτιακὴ ἀρχαιολογικὴ ὁμάδα – ὡς ἐκ τούτου, ἀπὸ τὰ μέχρι τώρα δεδομένα μας γενικῶς γύρω ἀπὸ τὶς ταφικὲς πρακτικές, ἡ χρησιμοποίηση παπύρου γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ περιτύλιξη μιᾶς ταριχευμένης σοροῦ, ὅπως εἶναι ἡ περίπτωση παπύρου ποὺ μᾶς διέσωσε σημαντικὸ τμῆμα τῶν Σικυωνίων τοῦ Μενάνδρου, δὲν κρίνεται ἰσοσθενῶς ἔμφορτη ἱερῶν συμβολισμῶν ὅσο ἡ ἀπόθεση παπύρου στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ νεκροῦ.

Ἀντὶ λοιπὸν νὰ βρεθεῖ ἕνα μαγικο-τελετουργικὸ κείμενο στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ταριχευμένου νεκροῦ ἄνδρα, ὅπως καὶ θὰ ἦταν ἀρχαιολογικὰ τὸ ἀναμενόμενο, βρέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἕνα λογοτεχνικό. Τί ἔχει συμβεῖ λοιπὸν ἐδῶ; Χρησιμοποιήθηκε ἁπλῶς ὡς ἀνακυκλώσιμο παπύρινο ὑλικὸ γιὰ τεχνικοὺς λόγους πλήρωσης τῆς κοιλιακῆς χώρας; Δηλαδὴ ἀπουσιάζει ἀκόμη καὶ ὁ παραμικρὸς συμβολισμός, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ ἴδιο ἀνασκαφὲν περιβάλλον εἶναι ἀναντίρρητα παρόντες ἱεροὶ συμβολισμοὶ ποὺ στόχευαν σὲ μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἐπέκεινα (ὁ λόγος ἐδῶ γιὰ τὶς εὑρεθεῖσες χρυσὲς καὶ χάλκινες γλῶσσες ποὺ κατὰ τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση βοηθοῦσαν τὸν νεκρὸ νὰ συνομιλήσει μὲ τοὺς θεούς, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι σαφὲς μέχρι στιγμῆς ἂν κάποια ἀπ’ αὐτές ἀνῆκε στὸν νεκρὸ ποῦ μᾶς ἀφορᾶ); Ἢ νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐπιδίωξη ἑνὸς ἱεροῦ συμβολισμοῦ ὑπῆρχε μὲν ἀρχικῶς ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἀνατέθηκε νὰ ἐσωκλείσει ἕνα κάποιο μαγικὸ κείμενο ἔκανε τὸ τραγικὸ λάθος νὰ βάλει ἀντὶ γι’ αὐτὸ ἕνα λογοτεχνικό;

Μήπως πέρα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους προσέγγισης – ποὺ ὅμως ἐκκινοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια ἀφετηρία – λανθάνει κι ἕνας ἄλλος τελείως διαφορετικὸς τρόπος, ὁ ὁποῖος ὅμως μπορεῖ νὰ ἔρθει στὸ φῶς μόνο ἂν σκεφτοῦμε σοβαρὰ τὸ ἐνδεχόμενο τὸ «τραγικὸ λάθος» νὰ τὸ διαπράττουμε τελικὰ ἐμεῖς οἱ τῆς σήμερον μὲ τὶς ἀδιερώτητες βεβαιότητές μας σχετικὰ μὲ τὴν ἀπόλυτη στεγανότητα τῶν εἰδολογικῶν κατηγοριῶν «τελετουργικὸ κείμενο» καὶ «λογοτεχνικὸ κείμενο»; Μήπως λοιπὸν ἡ μεγαλύτερη ἀξία τοῦ εὑρήματος τῆς (κο)Ιλιάδος, ἀκόμη κι ἂν ποτὲ δὲν τὸ ἀποκρυπτογραφήσουμε, συνίσταται στὸ ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα κάλεσμα ν’ ἀναμετρηθοῦμε ἐπιτέλους μὲ τὶς κοντόθωρες καὶ ὄχι τόσο βαθύρριζες βεβαιότητές μας, ἀντὶ τοῦ νὰ τὶς ἐφαρμόζουμε ἀστόχαστα πάνω στὸ εὕρημα μὲ τὸ νὰ τὸ πετᾶμε πάνω στὴν προκρούστεια κλίνη μας προτοῦ κἂν τὸ ἀφήσουμε νὰ μιλήσει τὸ ἴδιο γιὰ τὸν ἑαυτό του;

Πέρα λοιπὸν ἀπ’ τὸ ἂν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διερωτηθοῦμε περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ταριχευθεὶς εἶχε ὡς ἀγαπημένο του «λογοτεχνικὸ ἀνάγνωσμα» τὴν Ἰλιάδα ἢ ὄχι, τὸ σοβαρότερο πρόβλημα αὐτῆς τῆς σπεύδουσας ἀπολυτότητας μιᾶς καθὼς πρέπει «προσγειωτικῆς» ἀνάγνωσης περὶ τεχνικῆς καὶ μόνο χρησιμότητας τοῦ παπύρου εἶναι ὅτι ἀφαιρεῖ βίαια ἀπὸ τὸν ὀπτικὸ ὁρίζοντα κάτι ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρον ποὺ πάει ν’ ἀναδυθεῖ, δηλαδὴ τὴν πιθανότητα νὰ ἔχουμε μπροστά μας, γιὰ πρώτη φορά, μιὰ χειροπιαστὰ πραγματωμένη τελετουργικὴ-θρησκευτικὴ χρήση τοῦ ὁμηρικοῦ κειμένου. Ὅτι εἶχε γενικὰ αὐτὴ τὴν χρήση σὲ φιλοσοφικοὺς-μυητικοὺς κύκλους κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ-ρωμαϊκὰ χρόνια δὲν συνιστᾶ κάποια θεωρία κάποιων σύγχρονων φιλολόγων, ποὺ ὁρισμένοι τὴν δέχονται, οἱ πολλοὶ τὴν ἀπορρίπτουν καὶ κάποιοι στέκονται στὴν μέση, ἀλλὰ κάτι τὸ ἀδιαμφισβήτητο (ἀσχέτως ἂν δὲν εἶναι εὐρέως γνωστὸ) ποὺ τεκμαίρεται μέσῳ μιᾶς πλειάδας ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων καὶ καθ’ ὅλα ἔγκυρων (φιλολογικὰ) ἀρχαίων πηγῶν. Ὡστόσο κάποιο ἐμπράκτως ὑλοποιημένο, κατ’ ἄτομο ἐνεργοποιημένο, δεῖγμα αὐτῆς τῆς τάσης τελετουργικῆς χρήσης ὁμηρικοῦ κειμένου δὲν διαθέταμε μέχρι σήμερα κανένα.

λιάδα (καὶ ἡ δύσσεια) πράγματι εἶχε ἀποκτήσει μιὰ πολὺ μεγάλη φιλοσοφικὴ καὶ μυστικιστικὴ σημασία, εἶχε προσλάβει γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους ἀκριβῶς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὅταν ταριχευόταν ὁ νεκρός μας, τὸ κῦρος ἑνὸς οἱονεὶ ἱεροῦ βιβλίου, γεμάτου μεταφυσικὲς ἀλήθειες, τὸ ὁποῖο προσφερόταν γιὰ ἐσωτερικοῦ τύπου ἀποκρυπτογραφήσεις, ἀνάμεσα σ’ ἄλλα ὡς ὁδηγὸς γιὰ τὴν μετὰ θάνατον πορεία τῶν ψυχῶν (περισσότερα…)

Τα παιδιά του χάους παίζουν με τις λέξεις

*

του ΚΙΜΩΝΑ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗ

~.~

Ο Ραλφ Γουίντερτον ήταν ένας νέος μαθηματικός που έπασχε από αϋπνίες και μελαγχολία. Τον βασάνιζαν ιδιαίτερα, ίσως να είχε διαγνωστεί ως διπολικός σήμερα. Οι συμφοιτητές και συνάδελφοί του τον περιέγραφαν ως δύσκολο άνθρωπο και “somewhat disoriented in his senses”. Αναζήτησε μια διέξοδο στην μελέτη της ιατρικής, όμως ο υποτιθέμενος δύσκολος χαρακτήρας του και ορισμένες ομιχλώδεις θεολογικές διαφορές στάθηκαν εμπόδιο στο να λάβει το πτυχίο του από το King’s College του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ. Χρειάστηκε η μεσολάβηση του αρχιεπισκόπου της Καντερβουρίας, Ουίλλιαμ Λωντ, ο οποίος υπήρξε θαυμαστής του έργου του Γουίντερτον για να ξεπεραστεί αυτός ο τυπικός σκόπελος.

Ας σημειωθεί παρενθετικώς πως ο Λωντ ήταν από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην πολυετή θρησκευτική και πολιτική σύγκρουση που ιστορικά αποκαλούμε Αγγλικό Εμφύλιο. Καρατομήθηκε από τους πουριτανούς κοινοβουλευτικούς το 1645, τέσσερα περίπου χρόνια πριν από τον αποκεφαλισμό του βασιλιά Καρόλου Α΄. Δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι ο Λωντ υπήρξε επίσης ο κινητήριος μοχλός στην σύντομη σύγκλιση της αγγλικανικής με την ελληνορθόδοξη εκκλησία. Υπήρξε συνομιλητής των πατριαρχών Αλεξάνδρειας, Μητροφάνη Κριτόπουλου, και Κωνσταντινούπολης, Κύριλλου Λούκαρι, οι οποίοι διέβλεπαν στην συνεργασία των δυο εκκλησιών μια ισχυρoποίηση της αντικαθολικής τους συμμαχίας, αλλά και μια ευκαιρία για μεταρρύθμιση της ορθόδοξης εκκλησίας σε καλβινιστικά πρότυπα, εγγύτερα στις πεποιθήσεις του ίδιου του Λούκαρι. Πέρα από τις έντονες θεολογικές διαφωνίες, η προσέγγιση του Λούκαρι προκάλεσε την αντίδραση των πρεσβευτών της Γαλλίας και της Ρωσίας στον οθωμανικό θρόνο, οι οποίοι επ’ ουδενί δεν ήθελαν την ενίσχυση της αγγλικής επιρροής. Έτσι, διέδωσαν πληροφορίες περί δήθεν υποκίνησης από τον πατριάρχη επαναστατικών ζυμώσεων των Ελλήνων και ο Λούκαρις συνελλήφθη και στραγγαλίστηκε το 1638, προοικονομώντας –τρόπον τινά– το τέλος του Άγγλου ομολόγου του.

Το σύντομο αυτό επεισόδιο της αγγλοελληνικής θεολογικής σύμπλευσης παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον, όμως ας μου επιτραπεί να επιστρέψω στον Γουίντερτον. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, είχε ολοκληρώσει την κριτική έκδοση και μετάφραση στα λατινικά των Αφορισμών του Ιπποκράτη (με το περίφημο εναρκτήριο «Ὁ βίος βραχὺς, ἡ δὲ τέχνη μακρὴ»). Το βιβλίο αυτό αναγνωρίστηκε ως μνημειώδες έργο και οδήγησε στην εκλογή του ως καθηγητή της ιατρικής, στην έδρα Regius του Καίμπριτζ, το 1635.

Δυστυχώς, ο Γουίντερτον επιβεβαίωσε με τραγικό τρόπο το αρχαίο απόφθεγμα, καθώς έφυγε από την ζωή έναν χρόνο αργότερα, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Κατέλιπε, όμως, διόλου ευκαταφρόνητο έργο, υπηρετώντας την επίστημη και την τέχνη του. Θα σταθώ εδώ σε μια άλλη δουλειά του ως ελληνιστή, στην έκδοση του των Ελλασόνων Ελλήνων ποιητών, μια ανθολόγηση ποιητών με παράλληλη λατινική μετάφραση. Οι ποιητές, βέβαια, δεν είναι πάντοτε ελλάσονες, ο Γουίντερτον λ.χ. ανθολογεί εκτενώς Ησίοδο, με δικά του, ενδιαφέροντα σχόλια. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Καίμπριτζ τo 1635. Βρέθηκε στα χέρια μου σε μία ανατύπωση του 1677, από όπου αντλώ και τις φωτογραφίες. (περισσότερα…)

Ἡ Μάχη τῆς Κρήτης μέ τά μάτια ἑνός ὀχτάχρονου ἀγοριοῦ

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ                  

Ἐπιλογή καί ἐπιμέλεια: Ἀγγελική Καραθανάση

~.~

Πρωί. Μέ ξυπνᾶ μιά ἀδιάκοπη βοή, πού τήνε διακόπτουνε βαθιοί, ὑπόκωφοι βρόντοι. Μοιάζει νά βγαίνει ἀπό παντοῦ: ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τούς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ, ἀπό τό χῶμα. Κατεβαίνω γρήγορα στό κατώι. Ἡ πόρτα ἔχει μπουκώσει ἀπό τά κορμιά τῶν μεγάλων, πού τεντώνουνται γιά νά δοῦνε. Κάτι λένε ἀνάμεσα σ’ ἐπιφωνήματα και κραυγές φόβου τῶν γυναικῶν. Καταφέρνω νά χωθῶ ἀνάμεσα στά πόδια τους καί νά βγῶ ὄξω ἀπό τήν πόρτα. Βλέπω.

Στόν οὐρανό, ἀπάνω ἀπό τόν κάμπο, πετοῦν ἀεροπλάνα. Τά πιό μικρά γλιστροῦνε γρήγορα, χαμηλά, τ’ ἄλλα, τά βαριά, πηγαίνουνε μέ τό πάσο τους. Κάτω  ἀπό τ’ ἀεροπλάνα κρέμουνται πλῆθος ὀμπρέλες, ἄσπρες οἱ πιό πολλές ἀλλά καί κόκκινες καί πράσινες καί πορτοκαλιές, πού λικνίζουνται κατεβαίνοντας ἀργά πρός τή γῆ. Κι ὥσπου νά χαθοῦν οἱ πρῶτες πίσω ἀπό τίς ἐλιές, ἔχουν ἀνοίξει ἄλλες, ἔτσι πού ὁ οὐρανός εἶναι συνέχεια γεμάτος, σάν ἕν’ ἀέρινο λιβάδι ὅπου ξάφνου φυτρώσανε πλῆθος μεγάλα πολύχρωμα λουλούδια.

Τό ξέρω τοῦτο τό θέαμα ἀπό τίς φωτογραφίες τοῦ Νέου Κόσμου:[1] Ὁλλανδία, Ἐμπέν Ἐμαέλ.[2] Ἀπίστευτο! Οἱ φωτογραφίες ἐξεκόλλησαν ἀπό τό χαρτί κι ἤρθανε κι ἐσταθήκανε μπρός μου, ζωντανέψανε καί κινιούνται. Νιώθω ἕνα κύμα θαυμασμοῦ νά μέ συνεπαίρνει, νά μ’  ἀνεβάζει πάνω ἀπό τό χῶμα τῆς αὐλῆς. Κάτι ἀνάμεσα σ’  ἴλιγγο κι ἔκσταση. Κι ἀμέσως, τήν ἄλλη κιόλας στιγμή, πατῶ πάλι τό χῶμα, και τό χῶμα σαλεύει κάτω ἀπό τά πόδια μου.

Καταλαβαίνω πώς αὐτό πού βλέπω εἶναι πόλεμος –ἀληθινός πόλεμος, πού ’ρθε ἀπροειδοποίητα κι ἐχώθηκε στήν εἰκόνα πού ἀντίκριζα κάθε μέρα. Ἡ ζωή ξάφνου χωρίστηκε στά δυό. Ἐκεῖνο πού ζούσαμε  ὥς τώρα δέν ἔχει καμιά σχέση μ’  αὐτό πού ζοῦμε τούτη τή στιγμή. Κάτι μεγάλο καί φοβερό γίνεται μπρός στά μάτια μας. Κάτι πού κανείς δέν μπορεῖ νά τό σταματήσει ἤ νά τ’  ἀλλάξει.

Τό χέρι τῆς μάνας μου μ’ ἁρπάζει ἀπό τό γιακά.

—Τρελάθηκες; Ἔμπα μέσα!

Ἐπικρατεῖ μιά σύγχυχη. Κανείς δέν ξέρει τί πρέπει νά κάμει.

—Πᾶμε στό καταφύγιο, λέει ὁ πατέρας μου. Ὄχι ὅλοι μαζί, δυό-δυό, τρεῖς- τρεῖς, καί προσοχή στ’ ἀεροπλάνα. Ξεκίνα, Μιχάλη μέ τήν Ἰφιγένεια. Ὕστερα τά παιδιά. Κατόπιν ἡ Στέλλα μέ τή μικρή. (περισσότερα…)

«Το αίμα μας το χύνομε, τ’ άρματα δεν τα δίνομε»: Παναγιώτης Κάλλας «Τσοπανάκος» (1789-1825)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Στις 12 Μαΐου του 1821, ο Κεχαγιάμπεης, με επικεφαλής τον διαβόητο Τουρκαλβανό Αγά Ρουμπή, βγαίνει πανστρατιά από την Τριπολιτσά για να χτυπήσει το Βαλτέτσι και να περάσει στην Καλαμάτα, καταπνίγοντας την Επανάσταση στον Μοριά.

Ο Κολοκοτρώνης έχει παρατάξει ήδη μέσα στο Βαλτέτσι πολεμιστές για να αγκιστρώσουν τους Τούρκους και να τους αναγκάσουν να αναπτυχθούν πέριξ του χωριού, όπου θα τους χτυπήσει σε αποφασιστική μάχη ο ίδιος, ερχόμενος με ενισχύσεις από τα γειτονικά στρατόπεδα, ενώ η παγίδα θα ολοκληρωθεί με απόφραξη της διαφυγής των Οθωμανών προς Τριπολιτσά.

Το πρωί της ίδιας μέρας, οι Τούρκοι χτυπάνε αλύπητα το Βαλτέτσι, αλλά το ελληνικό ντουφέκι αστράφτει, και το σχέδιο του “Γέρου” τηρείται κατά γράμμα.

Τους εκυνηγήσαμεν έως που τους εβγάλαμεν εις τον κάμπον. Ο πόλεμος εκείνος εστάθη η ευτυχία της πατρίδος. Αν εχαλιώμεθα, εκινδυνεύαμε να κάμωμε ορδί πλέον. 

Η μάχη του Βαλτετσίου, θεωρείται ως μία από τις πιο σημαντικές μάχες της Ελληνικής Επανάστασης, καθώς ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη των Ελλήνων από την έναρξή της.

[…] Εδώ θ’ ο Γέρος του Μοριά,
γεια σου χαρά σου λεβεντιά,
με Καρυτινό ντουφέκι,
πέφτει σαν αστροπελέκι.
Στη μέση στη Ντροπολιτσά,
με τον Πλαπούτα δεξιά,
στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι,
πέφτει αλύπητο λεπίδι […]

Ο αγώνας του 1821 δεν υμνήθηκε μόνο από τους εθνικούς ποιητές, αλλά κι από πολλούς λαϊκούς. Χαρακτηριστικοί αυτοί οι στίχοι του ποιητή “Τσοπανάκου” ή επί το επισημότερον Παναγιώτη Κάλλα —που γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Γορτυνίας το 1789—, σχετικά με την επίθεση του Κεχαγιάμπεη.

Τα περισσότερα σατιρικά ποιήματά του έχουν χαθεί, ενώ τα πατριωτικά του εκδοθήκαν το 1838 από τον Τριπολιτσιώτη τυπογράφο Ν. Παπαδόπουλο, με τίτλο Άσματα Πολεμιστήρια, ενώ μια δεύτερη έκδοση κυκλοφόρησε το 1846 από τους μαθητές του Βαρβάκειου.

Ετούτος ο ποιητής, λοιπόν, που «το ανάστημά του ήτον ως δωδεκαετούς νέου, ο δε χαρακτήρ του προσώπου του παιδικός» —γράφει ο βιογράφος και εκδότης των ποιημάτων του Νικόλαος Παπαδόπουλος—, «κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως μὴ δυνάμενος νὰ φέρῃ ὅπλα, διότι ἦτον ἀδυνάτου σώματος καμπούρης καὶ στραβοπόδης», διασκέδαζε τους συμπατριώτες του με ποιητικές αράδες. (περισσότερα…)

Λακτάντιος, Θεῖες Εἰσηγήσεις

*

Ανθολόγηση-Μετάφραση
ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

~.~

Ὁ Λακτάντιος (Lucius Caecilius Firmianus Lactantius, περ. 250 – περ. 325 μ.Χ.) ὑπῆρξε ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους χριστιανοὺς συγγραφεῖς τῆς ὕστερης ρωμαϊκῆς ἀρχαιότητας. Γεννημένος πιθανότατα στὴ Βόρεια Ἀφρική, ἔλαβε λαμπρὴ ρητορικὴ παιδεία καὶ διακρίθηκε ὡς διδάσκαλος τοῦ λόγου στὴ Νικομήδεια, πρωτεύουσα τότε τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ κομψότητα καὶ ἡ καθαρότητα τῆς λατινικῆς του γραφῆς τοῦ χάρισαν ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησι τὴν προσωνυμία «Χριστιανὸς Κικέρων».

Σὲ ἐποχὴ διωγμῶν στράφηκε στὸν χριστιανισμὸ καὶ ἀφιέρωσε τὸ ἔργο του στὴν ὑπεράσπισι τῆς νέας πίστεως ἀπέναντι στὴν εἰδωλολατρία καὶ τὴ φιλοσοφικὴ κριτική. Σημαντικότερο ἔργο του θεωροῦνται οἱ Θεῖες Εἰσηγήσεις (Divinae Institutiones), ὅπου ἐπιχείρησε νὰ παρουσιάσῃ συστηματικὰ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία μὲ τὰ μέσα τῆς κλασικῆς ρητορικῆς καὶ σκέψης. Ἔγραψε ἐπίσης τὸ περίφημο Περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν (De mortibus persecutorum), ἔργο ἱστορικὸ καὶ ἀπολογητικό, στὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν πτώσι τῶν αὐτοκρατόρων ποὺ καταδίωξαν τοὺς χριστιανούς.

Κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του συνδέθηκε μὲ τὴν αὐλὴ τοῦ Κωνσταντίνου Α΄ καὶ φέρεται ὅτι ἀνέλαβε τὴν ἐκπαίδευσι τοῦ υἱοῦ του, Κρίσπου. Ἡ συμβολή του ὑπῆρξε καθοριστικὴ γιὰ τὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς πίστεως μὲ τὴν κλασικὴ λατινικὴ παιδεία καὶ γιὰ τὴν διαμόρφωσι τῆς πρώιμης χριστιανικῆς γραμματείας.

Οι Institutiones Divinae  στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρονται συνήθως ὡς Θεῖες Διδαχὲς κι σπανιότερα, ἀνακριβῶς, ὡς Θεῖοι Θεσμοί. Ὁ τίτλος Διδαχὲς δὲν εἶναι ἐσφαλμένος, ἀλλὰ ἐδῶ προτιμήσαμε τὸ Θεῖες Εἰσηγήσεις, διότι Εἰσηγήσεις μεταφράζονται παγίως οἱ Institutiones τοῦ ῥωμαϊκοῦ δικαίου, κατὰ μίμησι τῶν ὁποίων τιτλοφόρησε ὁ Λακτάντιος (ὅπως ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ) τὸ ἔργο του. Τὸ πλῆρες ἔργο δὲν ἔχει μεταφραστῆ στὰ ἑλληνικά ποτέ. (Πέρυσι κυκλοφόρησε μιὰ μετάφρασι τῆς ἐπιτετμημένης ἐκδόσεως ποὺ ἔγινε ζῶντος ἀκόμη τοῦ Λακταντίου). Στὴ σειρὰ τῶν άναρτήσεων ποὺ ἐγκαινιάζουμε σήμερα στὸ Νέο Πλανόδιον, θὰ παρουσιαστοῦν χαρακτηριστικὰ κεφάλαια ἀπὸ τὰ ἑπτὰ βιβλία ποὺ τὸ ἀπαρτίζουν.

///

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ – ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ

Ἔρχομαι τώρα στὶς ἰδιαίτερες θρησκευτικὲς πεποιθήσεις τῶν Ῥωμαίων, μιὰ ποὺ γιὰ τὶς οἰκουμενικὲς μίλησα. Ἡ τροφὸς τοῦ Ῥωμύλου, ἡ λύκαινα[1],τιμήθηκε ὡς θεά. Καὶ θὰ τὸ ἀνεχόμουν ἐὰν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ ζῷο τοῦ ὁποίου τὴν μορφὴ φέρει. 2 Ὁ Λίβιος βεβαιώνει πὼς πρόκειται γι’ ἀπεικόνισι τῆς Λαρεντίνας[2] καὶ βέβαια ὄχι τοῦ σώματός της, ἀλλὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ της κόσμου καὶ τοῦ χαρακτῆρα της. Ὑπῆρξε δὲ σύζυγος τοῦ Φαυστύλου κι ἐξ αἰτίας τῆς ἔναντι εὐτελοῦς ἀντιτίμου κοινῆς χρήσεως τοῦ κορμιοῦ της ἀποκλήθηκε ἀνάμεσα στοὺς βοσκοὺς λύκαινα, τοὐτέστιν ἐταίρα. Ἐξ οὗ μέχρι καὶ σήμερα τὸ πορνεῖο ἀποκαλεῖται λουπάναρ[3]. 3 Προφανῶς οἱ Ῥωμαῖοι ἀκολούθησαν στὴν ἐξεικόνισί της τὸ παράδειγμα τῶν Ἀθηναίων. Σ’ αὐτούς, ὅταν κάποια ἐταίρα ὀνόματι Λέαινα σκότωσε ἕναν τύραννο[4], ἐπειδὴ ἦταν ἀθέμιτο νὰ στηθῇ ἄγαλμα ἐταίρας σὲ ναό, τοποθέτησαν τ’ ὁμοίωμα τοῦ ζῴου τ’ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἔφερε. 4 Ἔτσι, ὅπως ἐκεῖνοι ἔφτιαξαν τὸ μνημεῖο ἀπὸ τ’ ὄνομα παρομοίως κι αὐτοὶ τὸ ἔφτιαξαν ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα. Ἐπίσης στ’ ὄνομά της ἀφιερώθηκε μία ἑορτὴ καὶ καθιερώθηκαν τὰ Λαρεντινάλια[5]. 5 Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ μόνη ἐταίρα ποὺ λατρεύουν οἱ Ῥωμαῖοι, ἀλλ’ἐπίσης καὶ ἡ Φαῦλα[6] γιὰ τὴν ὁποία ὁ Βέρριος[7] γράφει πὼς ὑπῆρξε ἐταίρα τοῦ Ἡρακλῆ. Ἐπιτέλους, πόσο σπουδαία ἀξίζει νὰ θεωρηθῇ μιὰ τέτοια ἀθανασία ποὺ ἀκόμη καὶ πόρνες τὴν κατακτοῦν; 6 Ἡ Φλώρα, ἀφοῦ ἀποκόμισε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὸ ἐπάγγελμα τῆς πόρνης, ὥρισε τὸν λαὸ κληρονόμο της κι ἄφησε ἕνα συγκεκριμένο χρηματικὸ ποσό, ἀπὸ τὸν ἐτήσιο τόκο τοῦ ὁποίου θὰ ἑορτάζονταν τὰ γενέθλιά της μὲ τὴν παρουσίασι θεαμάτων ποὺ τ’ ἀποκαλοῦν Φλωράλια. 7 Ἐπειδὴ αὐτὸ φαινόταν σκανδαλῶδες στὴν Σύγκλητο ἀποφασίστηκε ν’ ἀντληθῇ ὁ μῦθος της ἀπὸ τὸ ἴδιο της τ’ ὄνομα ὥστε νὰ προσδοθῇ στὴν ντροπιαστικὴ ὑπόθεσι κάποια ἀξιοπρέπεια. Μυθολόγησαν ὅτι εἶναι ἡ θεὰ ποὺ προστατεύει τ’ ἄνθη κι ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξευμενίζουν ὥστε οἱ καλλιέργειες μὲ δένδρα ἢ κλήματα ν’ ἀνθίζουν καλὰ καὶ παραγωγικά. 8 Τὸ ἴδιο πρόσχημα ἀκολουθῶντας στὸ Ἡμερολόγιο[8] ὁ ποιητὴς[9] διηγήθηκε πὼς ὑπῆρξε μιὰ ὄχι ἄσημη νύμφη ποὺ εἶχε τ’ ὄνομα Χλωρίδα[10] κι ὅτι ὅταν παντρεύτηκε τὸν Ζέφυρο δέχθηκε δίκην προικὸς ἀπὸ τὸν σύζυγό της τὸ ἑξῆς δῶρο: νὰ ἔχῃ τὴν κυριαρχία ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνθέων. 9 Αὐτὰ λέγονται ἀσφαλῶς εὐσχήμως, ἀλλὰ εἶναι ἄσχημο κι ἐπαίσχυντο νὰ πιστεύωνται. Κι οὔτε πρέπει, ἐφ’ὅσον ἀναζητοῦμε τὴν ἀλήθεια, νὰ ἐξαπατώμεθα ἀπὸ τέτοιου εἴδους προσχήματα. 10 Ἑορτάζονται δὲ τὰ ἐν λόγῳ θεάματα μὲ πᾶσα ἐλευθεριότητα κατὰ πῶς ταιριάζει στὴν μνήμη μιᾶς πόρνης. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐλευθεριότητα στὴν γλῶσσα, τῆς ὁποίας ἡ χυδαιότητα ξεχειλίζει ἄφθονη, ἐπιπλέον, ὑπὸ τὴν πίεσι τοῦ πλήθους, πετοῦν τὰ ῤοῦχα τους οἱ ἐταῖρες, οἱ ὁποῖες ἀναλαμβάνουν ῤόλο μιμάδων κι ἀπασχολοῦνται μὲ πρόστυχα κουνήματα μπροστὰ στὸν κόσμο μέχρι τὰ λάγνα βλέμματα νὰ μπουχτίσουν. (περισσότερα…)