Στήλες | Επιχρωματισμοί στο κενό (από τον Κώστα Χατζηαντωνίου)

Εκκινώντας από την εντύπωση πως η νεοελληνική ζωή έχει εισέλθει σε ένα κενό νοήματος, ο Κώστας Χατζηαντωνίου σχολιάζει πρόσωπα και διαστάσεις αυτής της ζωής, σύγχρονης ή και παλαιότερης, σε μία προσπάθεια να την δει με χρώματα έντασης και νέας ορμής.

Η συγγραφική πατρίδα του Ηλία Βενέζη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

«Τα Κιμιντένια, χαμηλά απ’ την Πέργαμο,
μοιάζουν σαν ένα πελώριο καράβι που στοίχειωσε
και καρφώθηκε μες στο Αιγαίο και περιμένει
το χέρι που θα του δώση ενέργεια να κινηθή,
ψυχή να υπάρξη».
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ, «Γκαν», Αρχιπέλαγος

Πώς γεννιούνται τα πλάσματα της δημιουργικής φαντασίας; Νά ένα ερώτημα που δεν θα απαντηθεί ποτέ. Ο Τόπος, η Περίσταση και το Αίμα (για να θυμηθούμε κάπως τον Ιππόλυτο Ταιν) δεν θα πάψουν, βέβαια, να τροφοδοτούν την ειδική εκείνη ροπή που κάνει τον άνθρωπο συγγραφέα. Ισχυρίζομαι ωστόσο ότι ο Τόπος είναι αυτός που θα καθορίσει το ύφος και παρόμοιες εμπειρίες, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα πλήθος επιλογών, δεν χρωματίζονται απλώς στον ορίζοντα του περιβάλλοντος (και ιδιαίτερα της άδικης απώλειάς του) αλλά υποβάλλουν και τον τρόπο που αδαείς και στεγνοί εύκολα θα χαρακτηρίσουν «επικό», «λυρικό» και άλλα κριτικά παρόμοια, αγνοώντας πως αυτός ο τρόπος είναι ο μόνος που διασφαλίζει εν τέλει την αλήθεια των υπαρκτών συγγραφικών πλασμάτων.

Λίγα μόλις χιλιόμετρα από τις ακτές της Αιολίδας (αντίκρυ στη Λέσβο), στον δρόμο που οδηγεί από το Αϊβαλί προς την Πέργαμο και το Μπαλίκεσιρ, υψώνονται τα Κιμιντένια, μέρος της ορεινής αλυσίδας του Μαντρά νταγ, όπως η Ιστορία θέλησε να ονομάζεται σήμερα ο αρχαίος Πίνδασος. Αν τα Κιμιντένια είναι ο τόπος που ίσως καθόρισε τη φυσική του σώματος και τη μεταφυσική του πνεύματος ενός συγγραφέα, πράξη ευγνωμοσύνης στάθηκε το αντιχάρισμα αυτού του συγγραφέα που παρέδωσε στη μνήμη των επιγενομένων το όνομα ενός τόπου τον οποίο η ματαιότητα των ήχων και η αδιαφορία των ανθρώπων απειλούσε να αφανίσει, όπως τόσα και τόσα άλλα. Ο λόγος για τον Ηλία Βενέζη, τον πιο χαμηλόφωνο μα και πιο ηρωικό –επιτρέψτε μου να πιστεύω– της αιολικής άνοιξης. Αυτόν που έγραψε και αθανάτισε την Αιολική Γη.

Στη μικρασιατική τριλογία του Ηλία Βενέζη (όπως συνήθως αποκαλείται το μυθιστορηματικό του τρίπτυχο: Το νούμερο 31328, Γαλήνη και Αιολική Γη), το τρίτο, το βιβλίο της νοσταλγίας, έρχεται μετά την εξιστόρηση της τραγικής αιχμαλωσίας και της δραματικής προσφυγικής εγκατάστασης που περιγράφονται, αντίστοιχα, στα δύο πρώτα. Ο Ηλίας Μέλλος (που δεκαοκτάχρονος σύρθηκε από το Αϊβαλί στις πορείες θανάτου και είχε την τύχη να είναι ένας από τους μόλις 23 που επιβίωσαν από μιαν αποστολή 8.000 ανδρών), μετά το χρονικό της τραγωδίας αλλά και τα πρώτα του διηγήματα με την πίκρα της μνήμης της Ανατολής, θα νιώσει πως ήρθε η ώρα για την ανάμνηση των γλυκών ημερών της Αιολίδας, τους πρώτους μήνες της Κατοχής. Μια ονειρική διαφυγή και ανάγκη να θυμηθεί πως υπήρξαν και αισθήματα καλοσύνης και γενναιότητας στη γη; Ναι. Αλλά χωρίς να ξεχνάμε πως η πίκρα της απώλειας δεν παύει να διαπερνά, ρητά ή άρρητα, αυτή τη «γλυκιά» αναδρομή που καθόλου γλυκιά άλλωστε δεν την θεωρούσε ο ίδιος: «θα είναι ένα βιβλίο πικρό», εξομολογήθηκε τις μέρες που το έγραφε στον Άγγελο Τερζάκη. Μήπως δεν περιέχει άλγος και μόνον ως έννοια η νοσταλγία; Και μπορεί κανείς να παραβλέψει πως η έκδοση της Αιολικής Γης, τον Δεκέμβρη του 1943, θα βρει τον Βενέζη στα κελιά των μελλοθανάτων των φυλακών Αβέρωφ, εμπειρία που τόσο συγκλονιστικά περιέγραψε σε ένα άλλο βιβλίο του, στο Μπλοκ C;

Η Αιολική Γη έχει χαρακτηριστεί ως σύνθεση από παιδικές αναμνήσεις και ως αγροτικό ελεγείο. Ακριβέστερη είναι νομίζω η διατύπωση του Λώρενς Ντάρρελλ: «ένα ποιητικό σχόλιο για τη ζωή, τέτοια που ήταν άλλοτε στα Κιμιντένια πριν γίνει η έξωση απ’ τον Παράδεισο». Το μυθιστόρημα αυτό, «με τον επιδέξιο συγκερασμό καταστάσεων και διαθέσεων, δημιουργεί μιαν άλλη Εδέμ από τη χαμένη Ανατολή». Αν στην Εδέμ δεν υπήρχε χρόνος, αλλά μόνο μια ευλογημένη ατέλειωτη διάρκεια ευτυχίας, η εδεμική ατμόσφαιρα της Αιολίδας βγαίνει από την αναδημιουργία ενός τρόπου ζωής που έχει χαθεί, από τη λογοτεχνική διάσωση μιας κληρονομιάς που έχει αρπαχθεί. Στην ατμόσφαιρα αυτή κυριαρχεί μια λέξη, ένας τόπος: τα Κιμιντένια. (περισσότερα…)

Γιώργος Θεμέλης, 50 χρόνια από την κοίμησή του

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Δεν είναι λίγοι οι σημαντικοί δημιουργοί που, γεννημένοι στον ομιχλώδη βορρά, ζήτησαν στο φως του νότου τη διαφυγή από τον κλειστό τρόπο ύπαρξης. Κάποιοι άλλοι ωστόσο, ερχόμενοι από την Ιωνία και το Αιγαίο, όπως ο γεννημένος στη Σάμο Γιώργος Θέμελης, αναζήτησαν και εν τέλει βρήκαν στο ημίφως της Θεσσαλονίκης και στο κλίμα ενός τενάγους, τη μυστική δίοδο προς την ερμηνεία της φθοράς που μοιάζει ανέκκλητη. Πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Γιώργος Θέμελης, πέρα από ρεύματα, ομάδες και κριτικές παραναγνώσεις, παραμένει ποιητής από τους πιο σύγχρονους, κομιστής της ίδιας εξουθενωτικής για τον άνθρωπο των καιρών μας μαρτυρίας και συγχρόνως πολύτιμος αγωγός φωτός. Μας μεταφέρει, όπως κανείς άλλος, νομίζω, από τον ποιητικό κανόνα της συμπρωτεύουσας, χωρίς αυταπάτες, στον χώρο της οντολογικής ένδειας, εκεί όπου σμίγουν και καταλήγουν όχι μόνον η ποίηση, αλλά και η θρησκευτική παράδοση, ακόμη και η φιλοσοφική διάθεση, όταν δεν απαντούν στο πρωταρχικό ερώτημα της υπόστασης.

Ενθυμούμενοι σήμερα έναν ποιητή που με την υπαρκτική του αγωνία και τη λυρική έκφραση όλων των προβλημάτων του μεταπολεμικού κόσμου μάς έδωσε μια ποίηση βάθους, μέσω στοχαστικών προσαρμογών αλλά και διά μέσου επώδυνων παρατηρήσεων για τον ψυχισμό του σύγχρονου ανθρώπου –ποιητή που συνέθεσε μεταφυσική και φύση του σώματος, με πειθαρχημένο σπαραγμό και το χρώμα μιας βαθιάς νοσταλγίας όχι για έναν κόσμο οριστικά έκπτωτο, αλλά για ένα λυτρωτικό μέλλον– έχει κανείς ένα απτό υπόδειγμα πώς μπορεί, χωρίς ν’ αποκοπεί από τη λυρική θέαση του κόσμου, να εξυψώνει τον βίο του, όπως εκείνος, με τη διαρκή μνήμη του θανάτου αλλά και ασάλευτη πίστη στην αδιαίρετη ενότητα σώματος και ψυχής.

Ήταν το 1930 όταν ο τριαντάχρονος φιλόλογος Γιώργος Θέμελης πήρε την καθοριστική για τη ζωή του απόφαση να εγκατασταθεί μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, εκκινώντας μια εκπαιδευτική διαδρομή που θα αποδειχθεί λαμπρή: Δεύτερο Γυμνάσιο, Πειραματικό Γυμνάσιο του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Εκπαιδευτήρια Βαλαγιάννη. Μέλος του κύκλου του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες, ο Θέμελης δίνει το υψηλό μέτρο των κριτικών του προσόντων ήδη από τη δεκαετία του 1930, με τα πρώτα του μελετήματα για τη Διδασκαλία των Νέων Ελληνικών, για τα Μακεδονικά επιγράμματα και για τη Νεοελληνική μυθολογία. Κάποια πρώτα του ποιήματα (που επέλεξε τελικά να παραμείνουν αθησαύριστα) αλλά και διηγήματα, δημοσιεύονται πριν από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο αλλά η στιγμή της ποιητικής του γέννησης δεν έχει έρθει ακόμη. Θα χρειαστεί η κατοχική τραγωδία αλλά και, νωρίτερα, μια βαριά προσωπική δοκιμασία. Το 1938 ο Γιώργος Θέμελης χάνει τη σύζυγό του, την Ικαριώτισσα Λεμονιά Ανταράκη, με την οποία είχε αποκτήσει τρεις κόρες, την Ελένη (σύζυγο του Γιώργου Κιτσόπουλου), την Αικατερίνη και τη Γεωργία και δύο γιους, εξίσου διακεκριμένους: τον μουσικολόγο Δημήτριο και τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη.

Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε την τραγική επίπτωση του γεγονότος αυτής της απώλειας σε ένα νέο άνθρωπο ευαίσθητης ιδιοσυγκρασίας που λάτρευε τη γυναίκα του. Ο θάνατός της θα λάβει συμβολική σημασία, σε συνδυασμό δε με το πολλαπλό ελληνικό δράμα της δεκαετίας του 1940, θα σφραγίσουν την προσωπικότητά του με το αίσθημα της φθοράς, της αποξένωσης και της εξορίας. Έτσι η πρώτη του ποιητική εμφάνιση με τη συλλογή Γυμνό παράθυρο το 1945 (που θα τον κατατάξει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά κι όχι στη γενιά του Τριάντα, τη γενιά των ομηλίκων του, όπως ο γεννημένος επίσης το 1900 Γ. Σεφέρης), έχει εξαρχής τον αβρό ελεγειακό τόνο από τον οποίο θα διέπεται το συνολικό έργο του, την πικρή γεύση του ανεπανόρθωτου.

Από το πρώτο του εκείνο βιβλίο ο Θέμελης έδειξε πως κομίζει μια λιτή εκφραστικά αλλά μεστή από άποψη ουσίας ποίηση. Ανανεωτικός και πρωτοποριακός, πείθει με τον άψογο αισθητικό χειρισμό της εσωτερικής του δοκιμασίας και οδηγεί τον αναγνώστη με τελετουργικό βάδισμα στους κόσμους του καθαρτηρίου του, για να κοινωνήσει στα καθέκαστα του σιωπηλού μαρτυρίου, χωρίς ρεαλιστικές εκπτώσεις. Το σκηνικό ζοφερό: «το πεθαμένο σπίτι» που «σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές,/ [κι] εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες/ [ένα] παράθυρο [που] γέρνει γυμνό μέσα στη νύχτα». Θα ’θελε να φύγει, να πάει να κατοικήσει κοντά στην πατρική θάλασσα, αλλά μένει, πρέπει να μείνει και ν’ αγωνιστεί «να βρει τη σκιά του», «ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο» και από αναμνήσεις χαράς:

Ψάχνω να βρω σημάδια
Είχα θαρρώ φυλάξει
Κάτι απομεινάρια
Κάτι ωραία φτερά. (περισσότερα…)

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι B΄

Alphonse-Marie de Neuville (1835-1885), Η Υπεράσπιση του Μεσολογγίου
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  B΄
( Μέρος Α’ εδώ )

Ήταν οι μέρες που κυρίευε την ψυχή του Σολωμού η αγωνία για την τύχη της αποκλεισμένης πολιτείας αλλά και της Επανάστασης, όταν αντιχτυπούσαν ως τη Ζάκυνθο οι αντίλαλοι κανονιών από τα ρήχη του Μεσολογγιού, ενώ γυναικόπαιδα «θλιμμέν’ απομεινάρια της φυγής και του χαμού» γέμιζαν τους δρόμους και τα καντούνια του νησιού, και άλλες πόρτες άνοιγαν κι άλλες κλείνανε ερμητικά. Η αγωνία εκείνη θα γεννήσει μια σύνθεση που για χρόνια θα υφαίνει και θα ανυφαίνει, θα καταλύει και θα αναπλάθει όλο και τεχνικώτερα, μέχρι να αποδώσει τέλεια το ύψος του ακέραιου ανθρώπου, «το ύψος της ψυχής και εν ταυτώ τα φυσικά αισθήματα εις όλη τους τη σφοδρότητα» αλλά και «τα ιδιώματα του θείου πλάσματος», όπως σημειώνει ο Πολυλάς. Το έργο αυτό, που θα συγκεφαλαιώσει τη ζωή και τις ιδέες του, ο Σολωμός το δούλεψε περισσότερο από κάθε τι, σε όλη του τη ζωή σχεδόν. Το μέγα γεγονός της Εξόδου θα μετουσιωθεί τελικά με στέρεες λέξεις, τομές παραδειγματικές και έναν έξοχο συνδυασμό αφηγηματικών τρόπων και προσωπικών λόγων, στον ύψιστο συμβολισμό του ανθρώπου που ξεπερνά κάθε ανάγκη μα και κάθε ομορφιά της ζωής, για να λάμψει η ελευθερία ως ουσία του.

Πολυσήμαντο θα ήταν ένα τέτοιο ποίημα («η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη» όριζαν εξαρχής οι προλεγόμενοι Στοχασμοί), και ως τέτοιο δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολυεπίπεδο –αισθητικά, φιλοσοφικά, αφηγηματικά– ώστε να μορφοποιηθεί η Ιδέα και να γίνει εφικτή η απόδοση της υπεραισθητής φύσης του ανθρώπου και η συμφιλιωτική αρμονία μεταξύ της εξωτερικής ύπαρξης των όντων και της βαθύτερης ουσίας τους. «Μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό, από την αρχή ως το τέλος, όπου είναι η λέξη αιματοτσακισμένα». Η βία του εχθρού, η πείνα, η αρρώστια, οι πειρασμοί του έρωτα και του ξανθού Απρίλη, η σαγηνευτική φύση που είναι στην πιο καλή της ώρα, δεν θα μετακινεί τους Πολιορκημένους ούτε βήμα από την προσήλωση στο Ιδανικό και στο Χρέος.

Πάθη και αισθήματα, ορμήματα και φρονήματα, όλα σε αρμονική ισοζυγία και με δέος: έρωτας, μητρική αγάπη, τα κάλλη της φύσης, η δόξα, σύμπασα η ζωή. Μα όταν εναντιώνονται στο Πνεύμα όλα τούτα, όταν γίνονται απειλές για την Ιδέα, αυτή, κυρίαρχη, πανωραία και παντοδύναμη, υποτάσσει κάθε ατομικότητα, κάθε πάθος. Σε αυτό το Χρέος (αρχικός τίτλος που σκεπτόταν να δώσει στο έργο τούτο ο Σολωμός) βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της τέχνης αλλά και της ζωής τελικά. Γιατί η τέχνη έχει νόημα μόνον όταν ελευθερώνει τον άνθρωπο. Στο ποίημα του Χρέους, όπως σημειώνεται στους Στοχασμούς, «μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος». Στο τέλος, οι πολιορκημένοι θα θριαμβεύσουν επί της Οδύνης και θα φτάσουν όχι απλώς στην ηθική αυτοσυνειδησία αλλά στη Λύτρωση. (περισσότερα…)

Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι

Johann Lorenz II Rugendas (1775-1826), Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1826
Επιχρωματισμένη ακουατίντα, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  Α΄

Αν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν αποτελεί το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα του ελεύθερου πια νεοελληνικού πνεύματος, τραγούδι ζωής και πίστης στην ιδέα του ανυπότακτου ανθρώπου, επίτευγμα που χαρακτηρίστηκε δίκαια ως ο «πρώτος γνήσιος καρπός της Ελληνικής φαντασίας, ύστερα από αιώνες μαρασμού της» (Ιάκωβος Πολυλάς), η ύψιστη στιγμή της ποιητικής ιδιοφυίας του Διονυσίου Σολωμού είναι μια σύνθεση η οποία, ημιτελής φαινομενικά, συνιστά το τέλειο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι το κατ’ εξοχήν Ποίημα, αυτό στο οποίο αναδεικνύεται, σε όλο της το βάθος και με όλη της την καθαρότητα, η ουσιώδης, η τραγική αλήθεια του κόσμου: η Ελευθερία. Πέρα όμως από τα τυπικά αισθητικά κριτήρια του τραγικού, πέρα από τον αγώνα εναντίον της Ανάγκης, στο έργο αυτό φανερώνεται και η ελληνική ιδιοσυστασία, που αναγνωρίζει τις χαρές της ζωής, τη φύση, τον έρωτα, την αυταξία της βιωτής, αλλά και που συγχρόνως δεν διστάζει να θυσιάσει τα πάντα χάριν της Ελευθερίας, της θεμελιώδους μυστικής αρμονίας των πάντων. Μια ταπεινή πολιτεία, στο άκρο μιας λιμνοθάλασσας της Ρούμελης που ξανοίγεται στον Κορινθιακό και της τεναγώδους πεδιάδας μεταξύ Αρακύνθου και βουνών της Βαράσοβας, το Μεσολόγγι, όρισε η Μοίρα ως σκηνή αυτής της φανέρωσης. Ας παρακολουθήσουμε πώς υψώθηκε τούτο το μέγα επίτευγμα, πρώτα ως ιστορικό γεγονός (όπως το αποτύπωσε στα απομνημονεύματά του ένας πολεμιστής από την αδούλωτη Χιμάρα της Ηπείρου, ο Σπύρος Μίλιος) και κατόπιν, πώς ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης το απαθανάτισε με το ανυπέρβλητο οικοδόμημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

*

Παράξενη η τύχη των πόλεων. Πενήντα χρόνια πριν, στα Ορλωφικά, το Μεσολόγγι, η πολιτεία που έμελλε να γίνει ιερή, είχε πυρποληθεί από τους Τουρκαλβανούς και παραμονές της Παλιγγενεσίας δεν είχε ακόμη καλά- καλά συνέλθει. Δεν αριθμούσε πάνω από 800 σπίτια και 4.000 κατοίκους. Παρότι υπήρξαν μεμονωμένα επεισόδια, όπως η επίθεση του οπλαρχηγού του Ζυγού Δ. Μακρή στη Σκάλα, στις 5 Μαρτίου, κατά τουρκικού θησαυρού προοριζόμενου για τη Ναύπακτο, πράξη που μπορεί να θεωρηθεί πρώτο επαναστατικό επεισόδιο, ο σηκωμός εδώ δεν άρχισε αμέσως, όπως στην Ανατολική Στερεά. Δεν υπήρχαν οπλαρχηγοί με την ισχύ ενός Οδυσσέα Ανδρούτσου, το σθένος του Διάκου ή ένας Πανουργιάς. Η εγγύτητα των οθωμανικών στρατιωτικών κέντρων, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπου βρισκόταν ο Χουρσίτ με μεγάλες δυνάμεις για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά, οι δυσκολίες επικοινωνίας και συγκοινωνιών, οι μνήμες από την επανάσταση του 1770 και η αναποφασιστικότητα των αρματολών του Βάλτου και του Ξηρόμερου Τσόγκα και Βαρνακιώτη, συνετέλεσαν η Επανάσταση στο Μεσολόγγι ν’ αρχίσει μόλις στις 20 Μαΐου 1821, όταν φάνηκαν τα υδραίικα και τα σπετσιώτικα πλοία και οι Μεσολογγίτες, με επικεφαλής τους προκρίτους Ραζηκότσικα, Παπαλουκά και Καψάλη, πήραν τα όπλα και ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο τουρκικό διοικητήριο.

Γρήγορα το Μεσολόγγι θα εξελιχθεί σε κέντρο των οπλαρχηγών της Δυτικής Στερεάς αλλά και «στρατηγείο» του δαιμόνιου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που έφθασε διά θαλάσσης στις 21 Ιουλίου. Ικανότατος αλλά και φιλόδοξος ο Φαναριώτης πρίγκιπας προσεταιρίστηκε αμέσως προκρίτους και οπλαρχηγούς, όπως ο Δημήτριος Μακρής και ο Ανδρέας Ίσκος, υποσχόμενος τίτλους και αμοιβές, αλλά και τον Αλέξη Νούτσο που ήρθε από την αυλή του Αλή για να προτείνει στους φιλέλληνες αξιωματικούς που έρχονταν στην περιοχή, να… καταταγούν στο στρατό του πασά των Ιωαννίνων προς αντιμετώπιση της πολιορκίας του από τον Χουρσίτ. Χάρη στη μεσολάβηση του Νούτσου ο Μαυροκορδάτος θα επιτύχει να φέρει κοντά του και τους Σουλιώτες, δύναμη σπουδαία στην οποία θα στηρίζεται σταθερά ενώ παράλληλα θα οργανώσει τη συνέλευση που θα ψηφίσει τον Νοέμβρη του 1821 το δικό του πολιτικό σχήμα, τον Οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. (περισσότερα…)

Ίων Δραγουμης: Το λάγιο αρνί του ελληνισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Το εκδοτικό ημερολόγιο του 2025 έκλεισε με ένα μείζονος φιλολογικής σημασίας γεγονός. Την έκδοση, χάρη στην πολύχρονη συστηματική εργασία του αφιερωμένου στις δραγουμικές σπουδές Νώντα Τσίγκα, ενός ακόμη τμήματος από τα αδημοσίευτα Τετράδια του Ίωνος Δραγούμη. Ίσως μάλιστα του πιο καίριου για να αντιληφθούμε τη βαθύτερη ηθική και ψυχική ιδιοσυστασία του συγγραφέα τους, που καιρός είναι πια να πάρει την υψηλή θέση την οποία δικαιούται στα ελληνικά γράμματα. Σε αυτά τα Τετράδια (της περιόδου 1902- 1904), δεν λάμπει απλώς μια ψυχή δυνατή, βαθιά και πλούσια που αγωνίζεται σε κατάσταση διαρκούς ταραχής να συλλάβει το νόημα της ύπαρξής της. Δεν ανατέμνεται μόνο το περιβάλλον προσώπου με σημαντικότατο ρόλο στον επικό αγώνα της μακεδονικής ελευθερίας. Μέσα στις σελίδες του τόμου αυτού, ακολουθώντας τα βήματά του στα βουνά της Μακεδονίας (αλλά και της Ανατ. Ρωμυλίας), φωτίζεται ένας χαρακτήρας που θα γινόταν, μερικά χρόνια αργότερα, από λάγιο αρνί του Ελληνισμού ο Άμλετ του εθνικού διχασμού. Επιπρόσθετα: δεν είναι μικρότερης αξίας, ότι από τη μελέτη των Τετραδίων αυτών γίνεται πλέον σαφές και αναμφίλεκτο, από άποψη γραμματολογική, πως ο Δραγούμης, «η πιο βασανισμένη ψυχή στη λογοτεχνία μας», όπως επισήμαινε ο Γ. Θεοτοκάς, ήταν όντως «ο πρώτος Έλληνας πεζογράφος που ένιωσε την ύπαρξη του εσωτερικού ανθρώπου». Όποιος μελετήσει τα ημερολόγια του Ίδα, δεν θα βρει συμπυκνωμένο απλώς έναν συγγραφέα (όπως σημείωνε ο ίδιος στις 4 Απριλίου 1904) αλλά θα νιώσει τη σπάνια ηλεκτρική σπιθοβολή, για την οποία εκείνος έκανε λόγο. Αρκεί να είναι Ζωντανός.

Η περίοδος που καλύπτουν τα δημοσιευόμενα Τετράδια περιλαμβάνει όλη την πρώτη φάση του Μακεδονικού Αγώνα. Οι εγγραφές ξεκινούν από τις 12 Μαΐου 1902 στην Αθήνα, έξι μήνες πριν από τον διορισμό του Ι. Δραγούμη ως γραμματέα του προξενείου Μοναστηρίου, στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και κλείνουν στις 26 Δεκεμβρίου 1904, πάλι στην Αθήνα, όπου μόλις έχει επιστρέψει από τη θητεία του στο ελληνικό προξενείο Φιλιππουπόλεως, λίγο πριν αναχωρήσει για το προξενείο της Αλεξάνδρειας. (περισσότερα…)

Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης αυτοβιογραφούμενος

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Η παραδειγματική αξία ενός αυτοβιογραφικού έργου, τουτέστιν μιας ζωής, δεν βρίσκεται στην προβολή ή σε μια αποκομμένη παρατήρηση αυτής της ζωής, αλλά στη σχέση της με τη ζωή των άλλων. Στη διαφανή διαδρομή του δημιουργού που υπερβαίνει την ατομικότητά του όταν συνδέεται με τον μύθο και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δηλαδή σε φορέα αξιών. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Πετσάλης επέλεξε να δώσει στην τρίτομη αυτοβιογραφία του τον γενικό τίτλο «Διαφάνειες». Καρπός γνήσιας δημιουργικής επιθυμίας ανάκτησης του παρελθόντος του, οι «Διαφάνειες» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Δεν είναι βέβαια ούτε απομνημονεύματα ή αναμνήσεις. Μήτε πρόκειται για μια προσεχτικά συγκροτημένη, ιστορημένη σειρά συμβάντων της ζωής του ή των γεγονότων της ιστορίας του τόπου και του περιβάλλοντός του. Ο Πετσάλης γράφει ακολουθώντας τις αυθαίρετες ιδιοτροπίες της μνήμης του με χάσματα λησμονημένα ή άρρητα αποθηκευμένα, με συχνές παρεκβάσεις και αιφνίδιες παλινδρομήσεις. Κυρίως όμως γράφει βιώνοντας το τέλος ενός κόσμου, του αστικού κόσμου και με το βαρύ αίσθημα μιας αποστολής: να διασώσει στη μνήμη των περιλειπομένων τα αγαθά ενός πολιτισμού που χάνεται.

///

«Όταν ανατρέχω στην περασμένη μακρύτατη ζωή μου, αισθάνομαι σαν να ενώνομαι με ένα απώτατο παρελθόν, όπως βλέπεις από ψηλά έναν ίσιο δρόμο που μπλέκεται και χάνεται σε βάθη απροσπέλαστα, σε αποστάσεις δίχως τέλος. Και τότε νιώθω να γίνεται η ζωή μου, η ταπεινή ζωούλα μου, ένα με την ιστορία του κόσμου, με τον αρχέγονο μύθο της Γενέσεως και τα παμπάλαια παραμύθια».

Η αυτοβιογραφία ως λογοτεχνικό είδος προκαλούσε ανέκαθεν έντονο αναγνωστικό ενδιαφέρον αλλά και την καχυποψία, επιφυλάξεις, τόσο των ειδικών όσο και του κοινού. Παρατονισμοί ή παραλείψεις κρίσεων, αισθημάτων, ή ακόμη και γεγονότων, προδίδουν συχνά την αυταρέσκεια και τον σκόπιμο εξωραϊσμό. Τα πιο πάνω λόγια ωστόσο του παραθέματος του Θανάση Πετσάλη- Διομήδη (από τον θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν φέτος 30 χρόνια), είναι νομίζω χαρακτηριστικά ανθρώπου που όταν στο τέλος της μακράς και ευδόκιμης πεζογραφικής του πορείας, αποφάσισε να κλείσει το αφηγηματικό του έργο με μιαν αυτοβιογραφία, μας χάρισε σπάνιο και πολύτιμο παράδειγμα συγγραφικής ειλικρίνειας και πνευματικής ακεραιότητας.

Η παραδειγματική αξία ενός αυτοβιογραφικού έργου, τουτέστιν μιας ζωής, δεν βρίσκεται στην προβολή ή σε μια αποκομμένη παρατήρηση αυτής της ζωής, αλλά στην σχέση της με την ζωή των άλλων. Στην διαφανή διαδρομή του δημιουργού που υπερβαίνει την ατομικότητά του όταν συνδέεται με τον μύθο και μετατρέπεται σε σύμβολο. Δηλαδή σε φορέα αξιών. Υπ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι ο Πετσάλης επέλεξε να δώσει στην τρίτομη αυτοβιογραφία του τον γενικό τίτλο «Διαφάνειες». Καρπός γνήσιας δημιουργικής επιθυμίας ανάκτησης του παρελθόντος του, οι «Διαφάνειες» δεν είναι μια τυπική αυτοβιογραφία. Δεν είναι βέβαια ούτε απομνημονεύματα ή αναμνήσεις. Μήτε πρόκειται για μια προσεχτικά συγκροτημένη, ιστορημένη σειρά συμβάντων της ζωής του ή των γεγονότων της ιστορίας του τόπου και του περιβάλλοντός του. (περισσότερα…)

«Ο Αποσυναρμολογημένος Άνθρωπος» 

*

 Ή πώς η ψηφιακή τεχνολογία κατατρώει την ύπαρξή μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Είναι μόλις 24 ετών. Και δεν έχει γνωρίσει τον κόσμο πριν από την ψηφιακή εποχή. Κι όμως. Το βιβλίο του, που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη Γαλλία, θέτει το ζήτημα του καιρού μας χωρίς περιφράσεις. Αυτό που κατά τον Baptiste Detombe –αυτό είναι το όνομα νέου Γάλλου δοκιμιογράφου– διακυβεύεται με την ψηφιακή επανάσταση δεν είναι τίποτα λιγότερο από την επιβίωση ή την κατάρρευση του ανθρώπινης ύπαρξης. Το βιβλίο επιχειρεί να αποκρυπτογραφήσει τον χώρο στον οποίο κινείται η ολοένα και πιο εικονικοποιημένη ύπαρξή μας, δείχνοντας πώς η αναδιαμόρφωση της πραγματικότητας που προκαλείται από την ψηφιακή τεχνολογία διαβρώνει σταδιακά ορισμένες από τις πιο βασικές ανθρωπολογικές μας σταθερές εκ των έσω, τόσο στην κατασκευή της ταυτότητάς μας όσο και στη σχέση μας με τον Άλλο.

Εκκινώντας από την στατιστική διαπίστωση ότι τα παιδιά στη Γαλλία περνούν πλέον τόσο χρόνο μπροστά σε μια οθόνη όσο και στην τάξη και οι έφηβοι αφιερώνουν μόνο 12 λεπτά την ημέρα στο διάβασμα έντυπου βιβλίου –σε σύγκριση με 5 ώρες και 10 λεπτά σε οθόνες– ο ταλαντούχος δοκιμιογράφος εξετάζει πώς η ψηφιακή τεχνολογία «κατατρώει τη ζωή μας». Βασιζόμενος σε μια σύνθεση μελετών και δημοσιεύσεων από ερευνητές διαφορετικών ιδεολογικών χώρων, ο Μπατίστ Ντετόμπ σχολιάζει μια πρόσφατη μελέτη του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ που έδειξε ότι, κατά μέσο όρο, οι άνθρωποι προτιμούν «να υποβληθούν σε ηλεκτροσόκ παρά να υπομείνουν 6 έως 15 λεπτά σιωπής». Το ποσοστό των ανθρώπων που περιηγούνται στο διαδίκτυο κατά τη διάρκεια του χρόνου διακοπών τους, προσθέτει, «έχει αυξηθεί κατά 40 μονάδες από το 2013 (70%!)». Μέσα σε μια δεκαετία! Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους νέους, των οποίων το εύρος προσοχής κατακερματίζεται ολοένα και περισσότερο και των οποίων οι ζωές υπαγορεύονται από εφαρμογές που, χάρη σε ολοένα και πιο εθιστικούς αλγόριθμους και διαδικασίες (βίντεο 20 δευτερολέπτων, σάρωση με το δάχτυλο, ατελείωτη κύλιση), καθορίζουν τι βλέπουν, τι ακούν και τι τους αρέσει.

«Το σύγχρονο εγχείρημα της αυτονομίας έχει ολοκληρωθεί με την ψηφιακή επανάσταση», λέει σε πρόσφατη συνέντευξή του στην επιθεώρηση Philitt, ο Ντετόμπ, που όταν μιλάει για ψηφιακό κόσμο τα περιλαμβάνει όλα: (περισσότερα…)

Από τον Λαφόργκ στον Έλιοτ και από τον Καρυωτάκη στον Σεφέρη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Στην «Εισαγωγή στον Θ. Σ. Έλιοτ» του Γιώργου Σεφέρη (1936) και με αφορμή το ζήτημα της «καθαρής ποίησης» (poesie pure) που δέσποζε στις λογοτεχνικές συζητήσεις εκείνου του καιρού, μία παράγραφος έχει ίσως επιπρόσθετη αξία. Αναφερόμενος στην ροπή να τίθεται η συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες του Κ. Καρυωτάκη ως όριο της νέας «καθαρής ποίησης» και αφού θέσει ως απαρχή της σύγχρονης ποίησης το έργο του Μπωντλαίρ (χαρακτηρίζοντας γενικότερα τον συμβολισμό ως το «πρώτο σημαντικό στάσιμο»), ο Σεφέρης αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει και για τις οφειλές του Τ. Σ. Έλιοτ προς τον Ζυλ Λαφόργκ, τον λιγόχρονο και ελάχιστα γνωστό στις ημέρες μας, Γάλλο συμβολιστή που υπήρξε ένας εκ των πρωτοπόρων της νεωτερικής ποίησης.

«Η αποφασιστική επίδραση πάνω στο έργο του Έλιοτ και η πιο γόνιμη, στάθηκε η επίδραση του Jules Laforgue: πικρά συναισθήματα κάτω από μια χιουμοριστική απάθεια, λεπτομέρειες κοινότοπες με μια ροπή να γίνουν συγκλονιστικές, δίψα του απολύτου που καταλήγει σε μηδενισμό, εικόνες ρεαλιστικές εναρμονισμένες με την αίσθηση μιας ψυχικής απομόνωσης, ποίηση γελωτοποιού όπου οι επιστημονικοί όροι και οι λόγιες εκφράσεις χρησιμοποιούνται για να καλύψουν μιαν αμλετική αναποφασιστικότητα, μουσική γεμάτη από παρατονισμούς, όπως και η ψυχολογία. Κάτι γνωρίσαμε κι εμείς από τη διάθεση αυτή με τον Καρυωτάκη».

Ποιος ήταν όμως αυτός ο ποιητής, η «διάθεση» του οποίου επηρέασε δραστικά τον Τ. Σ. Έλιοτ μα και τον Κ. Καρυωτάκη; Ο Ζυλ Λαφόργκ γεννήθηκε το 1860 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, απ’ όπου, μικρό παιδί, επέστρεψε στη Γαλλία για να εξελιχθεί εκεί σε αριστοτέχνη της λυρικής ειρωνείας και σ’ έναν από τους πιο προικισμένους εισηγητές του ελεύθερου στίχου, πριν πεθάνει στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 27 χρονών, φυματικός και πάμπτωχος. Είχε προλάβει να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (περισσότερα…)

Ο Ζαν Πάουλ Ρίχτερ και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Συμπληρώνονται φέτος 200 χρόνια από τον θάνατο του κορυφαίου πεζογράφου της ρομαντικής Γερμανίας, του Johann Paul Friedrich Richter (Βούνσιντελ 1763 – Μπαϊρόυτ 1825), γνωστότερου ως Ζαν Πάουλ, όπως ο ίδιος θέλησε να μείνει στην ιστορία των Γραμμάτων. Επιδιώκοντας σταθερά την σύνθεση επικού και λυρικού/μουσικού στοιχείου και την σύνδεση του ορατού με τα αόριστα ψυχικά βιώματα, αντιστρέφοντας τη σχέση της φωτεινής επιφάνειας με το εσωτερικό βάθος, ο Ζαν Πάουλ, ξεπερνώντας την διάκριση γεγονότος και αίσθησης αλλά και την δουλεία της μορφής, οδήγησε την ρευστή αμορφία του ρομαντικού μυθιστορήματος στα άκρα της.

Το εντυπωσιακό του ξεκίνημα με τις σατιρικές Δοκιμασίες της Γροιλανδίας και το δημοφιλές μυθιστόρημα Έσπερος ή 45 Μέρες με Σκύλους δεν του χάρισαν την πολυπόθητη αναγνώριση που επιθυμούσε. Ο Χέρντερ και ο Βήλαντ τον επαίνεσαν αλλά ο Γκαίτε και ο Σίλλερ έστεκαν ψυχροί ενώ και το αναγνωστικό κοινό έδειχνε διχασμένο. Κάποιοι τον σέβονταν απόλυτα κι άλλοι τον αντιμετώπιζαν με κούνημα του κεφαλιού και αδιαφορία.

«Βρήκε την υγειά του» αφήνοντας την Βαϊμάρη για το Βερολίνο όπου η βασίλισσα της Πρωσίας Λουίζα αποδείχθηκε ενθουσιώδης αναγνώστρια των έργων του. Αυτό ώθησε τον Ζαν Πάουλ να μετακομίσει μόνιμα στο Βερολίνο τον Οκτώβριο του 1800, όπου έγινε φίλος με τους αδελφούς Σλέγκελ και τους άλλους μεγάλους ρομαντικούς, τον Τικ, τον Σλάιερμαχερ, τον Φίχτε. Από το 1804 όμως εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στο Μπαϊρόυτ όπου έζησε απομονωμένος ως τον θάνατό του. Παρά την απομόνωση όμως, ενέπνεε τις γερμανικές φοιτητικές αδελφότητες, τόσο για τον πατριωτισμό του όσο και για τις τολμηρές μεταφορές και τις λαβυρινθώδεις πλοκές των έργων του, στις οποίες ο Ζαν Πάουλ παρενέβαλλε στοχασμούς και ποιητικά ή φιλοσοφικά σχόλια που μαρτυρούν την αποστασιοποίησή του τόσο από τον διαφωτισμό όσο και από την μεταφυσική. Η πνευματώδης ειρωνεία του διανθιζόταν πάντα με απότομη πικρή σάτιρα και ο νηφάλιος ρεαλισμός του με τα πιο μεταμορφωτικά ειδύλλια. Έτσι, κατέληξε σε μια κοσμοθεωρία χωρίς ψευδαισθήσεις, σε συνδυασμό με την χιουμοριστική παραίτηση από κάθε διάθεση κατήχησης. Κέρδισε τελικά την υψηλότερη εκτίμηση μεταξύ των μεταγενέστερων ποιητών και δεν είναι τυχαίο ότι υπήρξε ο μόνος ποιητής του οποίου τα πλήρη έργα πήρε μαζί του στο Παρίσι ο Πάουλ Τσέλαν, στο έργο του οποίου είναι εμφανείς οι επιδράσεις. (περισσότερα…)

Χρήμα και λογοτεχνία στη Γαλλία του 19. αιώνα

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Αν η Επανάσταση του 1789 καθόρισε την ιστορική εξέλιξη προς την απόλυτη επιβολή του χρήματος επί της εξουσίας, δηλαδή της οικονομίας επί της πολιτικής, στη Γαλλία, τουλάχιστον, αυτή η διαδικασία χρονολογείται αρκετούς αιώνες πίσω, αν λάβουμε υπόψη την εκτεταμένη εξαγορά αξιωμάτων και τίτλων από τις αρχές του 15ου αιώνα, όταν ο Λουδοβίκος ΙΒ΄ επέτρεψε στους πλούσιους να αναλάβουν σταδιακά τον κρατικό μηχανισμό. Γενικότερα, βέβαια, η λατρεία του χρυσού μόσχου διαπερνά όλα τα κοινωνικά και πολιτικά καθεστώτα: ήταν π.χ. η μοναρχία, δέσμια του υλισμού, αυτή που έδωσε το σύνθημα της υποταγής της ευγένειας στον πλούτο και στη διάλυση της οργανικής και συντεχνιακής μεσαιωνικής κοινωνίας. Και υπήρξε αρκούντως τυφλή και αυτοκαταστροφική η εκδίκηση των ευγενών: αυτοί ήταν που άναψαν την πυρά του διαφωτισμού στην οποία θα καίγονταν τα τελευταία τους προνόμια. Τούτων δοθέντων, το 1789 ήρθε μόνο για να άρει τα τελευταία εμπόδια στη βασιλεία της πλούσιας αστικής τάξης και να εγκαινιάσει έναν αιώνα στον οποίο, όπως θα συνοψίσει ο Αλέξις ντε Τοκβίλ, «η επιθυμία να πλουτίσει κανείς με κάθε κόστος, η αγάπη για το κέρδος, η αναζήτηση της ευημερίας και των υλικών απολαύσεων ήταν τα πιο μεγάλα πάθη».

Μέσα στον 19ο αιώνα, ωστόσο, υπάρχει μια ιστορική περίοδος που καμμία άλλη δεν συγκρίνεται μαζί της (μιλούμε για τη Γαλλία πάντα) ως προς το πάθος για χρήμα, που γίνεται εμμονή, όχι απλώς κοινωνική νόρμα αλλά και κεφαλαιώδες λογοτεχνικό αντικείμενο. Στον αιώνα αυτόν των τραπεζιτών, των τοκογλύφων και των νεόπλουτων, που επέβαλε και στους συγγραφείς τον πνευματικό ζυγό του (το πνεύμα του χρήματος, τι τρομερή αντίφαση!), τον αιώνα κατά τον οποίο η Γαλλία γνώρισε δύο επαναστάσεις, δύο αυτοκρατορίες, δύο δημοκρατίες και δύο μοναρχίες, κομβική στάθηκε η περίοδος της Ιουλιανής Μοναρχίας (1830-1848), όταν ο κλάδος της Ορλεάνης για να στηρίξει την Παλινόρθωση και τον σφετερισμό της μοναρχικής νομιμότητας, παραδίδει όλη την εξουσία στην αστική τάξη. Είναι η εποχή που τα γράμματα αρχίζουν να καταβροχθίζονται από το χρήμα και γεννιέται η λαχτάρα του μπεστ σέλλερ προκειμένου οι εκδότες να πλουτίσουν και οι συγγραφείς να επιζήσουν. (περισσότερα…)

«Το ταξίδι» του Ερνέστου Ψυχάρη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Όταν το 1888 στο αθηναϊκό τέλμα έπεφτε, εξαπολυμένο από το Παρίσι, βαρύ λιθάρι το Ταξίδι του Γιάννη Ψυχάρη, έργο με όσες αρετές και ελαττώματα χρειάζονταν για να αρχίσει ο μεγάλος αγώνας μιας γενιάς που με όπλο τη δημοτική γλώσσα θα πολεμούσε για τη λύτρωση από τις πνευματικές και πολιτικές τροχοπέδες ενός έθνους, ο συγγραφέας του δεν μπορούσε ασφαλώς να φανταστεί πως δεκαπέντε χρόνια αργότερα ο πρωτότοκος γιος του θα άρχιζε ένα άλλο «ταξίδι» που θα τον έβγαζε σε μια άλλη Πίστη, ξένη προς τον ορθολογισμό του πατέρα και κυρίως του παππού του, του περίφημου Ερνέστου Ρενάν. Κι ούτε φυσικά γινόταν να προβλέψει πως η περίφημη και προκλητική φράση «Χαίρουμαι να βλέπω ελληνικό στρατό», με την οποία έκλεινε το Ταξίδι, θα έπαιρνε μιαν άλλη εκδοχή χαράς όταν ο Ερνέστος Ψυχάρης θα παρατούσε κάθε επιστημονική φιλοδοξία για να σταδιοδρομήσει στον γαλλικό στρατό, βρίσκοντας σε αυτόν την οδό προς την αληθινή Γαλλία, την «πρώτη κόρη της καθολικής εκκλησίας». Και, αλίμονο, δεν περνούσε από τον νου του πως τόσο ο Ερνέστος όσο και ο δεύτερος γιος του, ο Μισέλ Ψυχάρης, θα εύρισκαν τον θάνατο στο σφαγείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

~.~

Ερνέστος Σπυρίδων Ιωάννης Νικόλαος Ψυχάρης. Αυτό ήταν το πλήρες όνομα του πρωτότοκου γιου του Γιάννη Ψυχάρη και της Νοεμί Ρενάν (κόρης του κορυφαίου ιστορικού και εθνολόγου Ερνέστου Ρενάν) που γεννήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1883 στο Παρίσι και βαπτίστηκε δύο μήνες αργότερα, κατά το ορθόδοξο τυπικό. Όχι γιατί πατέρας ήταν ο Ψυχάρης αλλά γιατί το ζήτησε επιμόνως η προτεσταντικής καταγωγής μητέρα, η Νοεμί. Θα ακολουθούσαν ακόμη τρία παιδιά. Η Ενριέττ (1884-1972), που από τον γάμο της με τον ψυχίατρο Γκαμπριέλ Ρεβώ ντ’ Αλόν απέκτησε δυο γιους, τον γκωλικό στρατηγό Ζαν Γκαμπριέλ Ρεβώ ντ’ Αλόν και τον φιλόσοφο Ολιβιέ Ρεβώ ντ’ Αλόν, ο Μισέλ (1887-1917, βλ. παρακάτω) και η Κορνηλία (1894-1982), σύζυγος του νεοκλασικού συνθέτη Ρομπέρ Σιοάν. Παρά τα τέσσερα παιδιά, ο γάμος του Γιάννη Ψυχάρη και της Νοεμί Ρενάν δεν θα εξελισσόταν καλά. Μέχρι το τυπικό διαζύγιο το 1913, η σχέση τους θα είναι συμβατική και τα παιδιά θα ζουν κυρίως με τη μητέρα και τη γιαγιά τους.

Ζωηρό και μαχητικό παιδί ο Ερνέστος, σε διαρκή αντιπαράθεση με τον πατέρα του, αλλά και γενναιόδωρο (αναφέρεται ένα περιστατικό που χαρίζει το καινούργιο του παλτό σε φτωχό συμμαθητή του), όπως είναι φυσικό, μεγαλώνει μέσα σε περιβάλλον ιδεών, γραμμάτων και τεχνών καθώς είναι ισχυρό το αποτύπωμα του πατέρα και του παππού του αλλά και δύο ακόμη προσώπων, του προπάππου του, του ζωγράφου Άρι Σέφερ και της γλύπτριας γιαγιάς του Κορνηλίας Σέφερ. Οι πρώτες εκτός οικογενείας επιρροές, εξέχουσες μορφές της αντιμιλιταριστικής και αντικληρικαλιστικής διανόησης που επισκέπτονται το σπίτι του Ψυχάρη (Εμίλ Ζολά, Ζαν Ζωρές, Ζωρζ Κλεμανσώ) ενώ από τον σύζυγο της μαγείρισσας της οικογένειας, ένα μαχητικό ριζοσπάστη, θα γνώριζε πρώτη φορά τις σοσιαλιστικές ιδέες. (περισσότερα…)

«Παναγούδα: θαυμάσια τοποθεσία για τη σκήτη μας»

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΩΑΝΤΩΝΙΟΥ

Στις 28 Νοεμβρίου 1914 ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Άγγελος Σικελιανός μετρούσαν ήδη δέκα μέρες στο Άγιον Όρος. Το προσκύνημα και η αναζήτηση ενός λυτρωτικού δρόμου που από καιρό η ψυχή τους ζητούσε (αξεδίψαστη από τη δόξα που είχαν προαναγγείλει ο Όφις και το κρίνο ή ο Αλαφροΐσκιωτος), τους είχε φέρει μάλλον απροσδόκητα εδώ. Τρεις μόλις ημέρες μετά την συγκλονιστική και για τους δυο γνωριμία τους στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 1914, όπου ευθύς αναγνωρίστηκαν ως αδελφοί, σε μιαν εποχή που ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμιζόταν (θυμίζω πως το φθινόπωρο εκείνο η Ευρώπη βυθιζόταν στο τέλμα ενός χωρίς προηγούμενο πολέμου), ένα λεύκωμα που τυχαία τράβηξε ο Καζαντζάκης από τη βιβλιοθήκη του Σικελιανού (αν πιστέψουμε τη μυθοποιημένη εκδοχή για την απόφαση του ταξιδιού, όπως στην «Αναφορά στον Γκρέκο» διαβάζουμε), τους είχε φέρει στο περιβόλι της Παναγιάς. Από τις 18 Νοεμβρίου που πήραν το καραβάκι για το Όρος (μετά από ένα τριήμερο στη Θεσσαλονίκη) ως τις 28 οι δύο νέοι φίλοι είχαν ήδη επισκεφθεί τις μονές Ιβήρων, Σταυρονικήτα και Παντοκράτορος.

Ξεκινώντας το πρωί της 28ης Νοεμβρίου από τη μονή Παντοκράτορος για να πάνε στην παρακείμενη (ρωσική τότε) σκήτη του Προφήτη Ηλία, το μονοπάτι τούς βγάζει στην Παναγούδα, στη δασώδη ασκητική περιοχή της Καψάλας, σε ένα ρημαγμένο κάθισμα της οποίας, πολλά χρόνια αργότερα (το 1979) επρόκειτο να εγκατασταθεί ο όσιος Παΐσιος. Η καταγραφή του Νίκου Καζαντζάκη (ο τίτλος που ήδη διαβάσατε) για εκείνη τη μέρα φαίνεται πως είναι μεταγενέστερη, γράφτηκε μάλλον όταν κοίταξε μετά από δεκαετίες ξανά το ημερολόγιό του, πάντως είναι πολύ πριν η εξηρτημένη από τη μονή Κουτλουμουσίου Παναγούδα πάρει την κατοπινή της δόξα εξαιτίας της παρουσίας του Παϊσίου. Σε μια απόληξη λοφίσκου, μέσα σε πυκνή βλάστηση, στον δρόμο από τις Καρυές προς την Ιβήρων, με το παλαιό εκκλησάκι του Γενέσιου της Θεοτόκου (εξ ου Παναγούδα), στη νοτιοανατολική γωνιά της καλύβης και μια πόρτα να βγάζει στην απλωταριά και τη μαγική θέα προς τις Καρυές, ήταν όντως «θαυμάσια τοποθεσία για τη Σκήτη» τους.

Δεν είναι αυτή η πρώτη ή η μόνη αναφορά του Καζαντζάκη στη φιλοδοξία για μια σκήτη. Από την πρώτη μέρα που βρέθηκαν στο Όρος, στις 19 Νοεμβρίου, στον δρόμο από τις Καρυές για τη μονή Ιβήρων, θαυμάζοντας το περιβάλλον, συνεπαρμένοι από το τοπίο αλλά και την ενδιάθετη μεταφυσική ροπή τους (που ξεκινά από την ασκητική αφοσίωση και φτάνει ως την επιθυμία για… ίδρυση θρησκείας), οι δύο φίλοι συζητούν την ιδέα της οργάνωσης μιας σκήτης. Την ιδέα την καταγράφει ο Καζαντζάκης για πρώτη φορά στην ημερολογιακή σημείωση εκείνης της ημέρας («Σκέψεις να χτίσομε μια σκήτη»), πριν προσθέσει λίγο παρακάτω: «Πρέπει να πάρομε μίαν απόφαση ριζική στη Μοίρα μας». Όταν βρεθούν δυο μέρες μετά στη μονή Σταυρονικήτα, βλέποντας το κοιμητήρι της μονής, ο Καζαντζάκης σημειώνει και πάλι: «Θαυμάσιο υπόδειγμα για τη σκήτη μου». Το αντίκρισμα της Παναγούδας είναι λοιπόν η τρίτη αναφορά για τη σκήτη. Και η τελευταία. Στις 29 Νοεμβρίου, το βράδυ, πριν κοιμηθούν στη μονή Καρακάλλου, συζητούν πλέον για κάτι πολύ σοβαρότερο: «για την ουσία της υπέρτατης επιθυμίας μας – να δημιουργήσουμε μια θρησκεία». Μια σκήτη φαντάζει πια χαμηλός στόχος. (περισσότερα…)