Ένα δοκίμιο για την ταυρομαχία του Γιώργου Γεωργούση
~.~
του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
~.~
[Εν μέρει για να εξακριβώσω μιαν εποχή και εν μέρει για να θυμηθώ έναν σεβαστό και αγαπημένο φίλο, τον ποιητή Γιώργο Γεωργούση (τον Μάρτιο που έρχεται θα κλείσουν δέκα χρόνια από την εκδημία του) αναζήτησα ένα βιβλίο του που είχε εκδοθεί από τον Διάττοντα το 2009 (αργότερα, νομίζω το 2015, και από τον Γαβριηλίδη) και για το οποίο είχα την τιμή και τη χαρά να μιλήσω στις 2 Φεβρουαρίου 2010, στην πάλαι ποτέ Στοά του Βιβλίου. Επρόκειτο περί ενός δοκιμίου για την ταυρομαχία, με τίτλο «Η στιγμή της αλήθειας» (El momento de la verdad). Από τις σημειώσεις για εκείνην την ομιλία συγκροτήθηκε το κείμενο που ακολουθεί]
«Μονάχα εδώ θέλω να δω σκληρόφωνους τους άντρες
Που τιθασεύουν άλογα και κυβερνάν ποτάμια.
Άντρες, όνειρο σκελετού κι όμως να τραγουδάνε
Με στόμα από πυρόλιθο, γεμάτοι από ήλιο».
Όταν ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα αποχαιρετούσε τον Αύγουστο του 1934 με λόγια σαν αυτά εδώ, τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, δεν αποχαιρετούσε απλώς έναν φίλο ή ένα θύμα μιας αλλόκοτης ιδέας που θέλει συχνά να θηρεύουν κάποιοι λόγιοι ακραίες συγκινήσεις χωρίς να λογαριάζουνε κινδύνους. Ένιωθε πως το αίμα του Ιγνάθιο που δισκοπότηρο άγιο δεν βρέθηκε να το γεμίσει και χελιδόνια δεν ήλθαν να το πιούνε, ήτανε σπονδή ιερή, φανέρωση υλική μιας αρχέγονης αντιμαχίας, της αντιμαχίας ζωής και θανάτου που σε πείσμα αθέων και ενθέων θα μένει ως προς την τελική της έκβαση εσαεί ανοιχτή.
Είναι πασίγνωστη νομίζω και θα συνιστούσε τόπο κοινό κάθε αναφορά στην θερμότητα της ισπανικής ιδιοσυγκρασίας. Και μόνο το όνομα της Ισπανίας αντιπροσωπεύει την ζωή, την ταραχή και την κίνηση, τον πυρετό του κόσμου μέσα στον χρόνο. Τολμώ να πω μιαν επιθυμία υπεράνθρωπη να παίξεις με τον θάνατο, μια λαχτάρα να αγγίξεις τον ουρανό. Για κάποιον λόγο, αν θέλαμε να προσδώσουμε μια κύρια ιδιότητα στην ισπανικότητα θα λέγαμε πως αυτή είναι η ροπή να γοητεύεται από ακραίες, από παθιασμένες προσηλώσεις και κυρίως από τον μανιασμένο πόθο να διαρρήξει τον θάνατο («Viva la muerte!»). Είναι η ίδια ροπή που γέννησε μυστικιστές και ιεροεξεταστές, βίαιες τάσεις απιστίας αλλά και ερωτικές καταβυθίσεις, απελπισμένες δονχουανικές αναζητήσεις μα και υψηλές καλλιτεχνικές εξάρσεις. Στάσεις ζωής που όλες τις ενώνει η ίδια βούληση, η βούληση που αψηφά την πραγματικότητα και μάχεται άλλοτε σοβαρά και άλλοτε παίζοντας να την μεταστοιχειώσει.
Βούληση που μεταστοιχειώνει την πραγματικότητα είναι κατ’ εξοχήν και η ποιητική βούληση. Δεν είναι λοιπόν μη αναμενόμενη η ειδική συμπάθεια που αισθάνεται κάθε ποιητική ιδιοσυγκρασία και ειδικά στην χώρα μας, χώρα του εύφλεκτου μεσογειακού νότου, με την ζωή και τους ανθρώπους του ισπανικού κόσμου. Αυτό που έχει την δική του ιδιαίτερη σημασία όμως είναι ο τρόπος που τελείται η συνάντηση. Μια τέτοια ιδανική συνάντηση μας φέρνει εδώ απόψε και έχει αιτία το υποδειγματικό δοκίμιο του Γιώργου Γεωργούση. Ένας από τους σημαντικούς ποιητές του καιρού μας που συνέδεσε έξοχα την λυρική μας παράδοση με επιτεύγματα του μοντερνισμού, με δεδομένη την αγάπη του για την ιβηρική ζωή αλλά και τον ειδικό ρόλο που έχουν στην ποίησή του τα αρχέτυπα και τα σύμβολα, σχεδόν αναπόδραστα θα έλεγα, κάποια στιγμή θα έφθανε στην στιγμή της αλήθειας. Στην στιγμή εκείνη που η ζωή και ο θάνατος συναντώνται στην λόγχη που βυθίζεται στον τράχηλο του ταύρου.
Ποιητής με αυστηρό μουσικό ρυθμό, λιτότητα στην έκφραση, με ηρεμία που είναι καρπός όχι απάθειας αλλά αυτοκυριαρχίας, με ευγενέστατη ειρωνεία και έλεγχο της συγκίνησης χωρίς ωστόσο να μειώνεται ουδέ κατ’ ελάχιστον η ένταση της γλώσσας, ο Γιώργος Γεωργούσης διακρίνεται για τον τρόπο με τον οποίο μεταπλάθει την έκφραση σε έκθεση νοήματος και ξανά σε έκφραση. Ξέροντας να φιλοτεχνεί ατμόσφαιρα, διάθεση, ορισμένο ψυχικό κλίμα και με θητεία στην ιδέα της απρόσμενης έκπληξης, από τα πρώτα του ποιήματα, είχε αποκαλύψει πόσο τον συγκινούν οι χορταριασμένοι τόποι των λησμονημένων ιερών. Όχι βέβαια για να παραδοθεί σε φαντασιώσεις λυτρωτικές αλλά για να βιώσει με στοχασμό γενναίο και γιατί όχι, γιορταστικό, το κενό στο οποίο μια ανεξερεύνητη βούληση μας έριξε. Πρόκειται για μια στάση ζωής που παραπέμπει κατευθείαν σε αρχέγονες υπαρκτικές εμπειρίες.
Τη χρονιά που μόλις μας πέρασε (2009) ο Γεωργούσης ξεδίπλωσε την τριμερή του δημιουργικότητα με έναν ιδανικά ζυγισμένο τρόπο. Μια ποιητική συλλογή, Τα παλαιά χιόνια, ένα δοκίμιο (αυτό για το οποίο μιλούμε απόψε) και μια νέα μετάφραση των Βακχών του Ευριπίδη (που με την έμμετρη μορφή της μας ανασυνδέει με μια λαμπρή ποιητική παράδοση) υπογραμμίζουν την ξεχωριστή του παρουσία στην πνευματική ζωή. Τιθασεύοντας και οργανώνοντας αυτή την έμφυτη ποιητική του ευφορία, δεν κατάφερε απλώς να την προσανατολίσει στο αισθητικά καίριο για να ριχτεί ευθύς στο απεριόριστο και στο ανεξάντλητο. Επέτυχε να αναχθεί με τον λόγο του στις πηγές της ιερότητας, πέρα από την ένταση της στιγμής. Κι αυτές οι πηγές πού αλλού είναι αν δεν είναι στην αρχέγονη φύση…
Η φύση λοιπόν. Φύση σημαίνει ωστόσο, πέρα από οικολογικές ελαφρότητες, βία. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο ρομαντικός, ο άνθρωπος που επιζητεί διαρκώς να εκφράζεται, λατρεύοντας την φύση, ανακαλύπτει αναπόφευκτα την βία. Τότε, αν είναι αδύναμος, θα κρύψει πίσω από θεωρητικά σχήματα ή πλαδαρές ηθικολογίες την ανακάλυψή του. Αν είναι γενναίος, θα προσπαθήσει να βρει τι κρύβεται πίσω από τα σκοτεινά βίαια μυστήρια που καλύπτουν τις απαρχές του πολιτισμού μας. Κάπως έτσι η πόρτα της αρένας δεν είναι παρά ένα παραπόρτι του μυστηρίου. Αν προτιμάτε παραθύρι ενός χαμένου ουρανού.
Ένας γενναίος των γραμμάτων μας, ο Νίκος Καζαντζάκης, που επισκέφτηκε την Ισπανία και μας χάρισε το γνωστό ταξιδιωτικό βιβλίο, είναι αυτός που έγραψε πως «τα ζώα μοιάζουν περισσότερο από τον άνθρωπο με τις πρωτόγονες αιώνιες δυνάμεις που δημιουργούν κι εξοντώνουν τον κόσμο. Βρίσκουνται πιο κοντά στο Θεό». Είναι αλήθεια αξεδιάλυτο το σκοτεινό μυστήριο του ζώου, που προσφέρεται από την φύση ως τροφή στον πρωτόγονο άνθρωπο. Ο φόνος του ήταν πράξη σχεδόν μαγική, τελετουργική. Εκείνη η πανάρχαια ανατριχίλα μπροστά στο ζώο δεν χάθηκε ποτέ. Τι είναι όμως αυτό που έκανε τον ταύρο να μοιάζει «ιερός ευαγγελιστής, που κρατεί στερεά στη γυαλιστή του ράχη και στα κέρατα το Λόγο», για να αναφέρω άλλη μια φράση του Καζαντζάκη;
Ο ταύρος είναι το θαύμα της φύσης. Έτσι ξεκινά το δοκίμιο του Γεωργούση βάζοντας εξ αρχής τα πράγματα στην θέση τους. Κάτω από τις οπλές του ταύρου η γη δονείται κι αντηχεί. Κανένα ζώο δεν συνδέθηκε τόσο στενά με αρχέγονους, λατρευτικούς, θρησκευτικούς μύθους. Αρχέτυπο που ανασυνδέει την ψυχή με το παρελθόν της, η μάχη με τον ταύρο, είναι η μόνη επιζώσα μορφή αρχαίας λατρείας, τελετουργία θυσίας του αενάως αλλά μηδέποτε θνήσκοντος θεού. Ας θυμηθούμε τα ιερά μικρασιατικά ταυροβόλια κατά τα οποία ο πιστός λούεται με αίμα ταύρου ή την λατρεία του Μίθρα, του θεού του ήλιου που σκοτώνει με τα βέλη του (τις ηλιακές ακτίνες) τον κοσμικό ταύρο και με το αίμα του, την βροχή, γονιμοποιεί την γη. Να λοιπόν κι ένας άλλος ίσως τρόπος να διαβάσουμε το ποίημα του Αντόνιο Ματσάδο «Όχθες του Ντουέρο»: (περισσότερα…)










