πολιτική

Ελλαδέξ

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 10:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Αντιθεσμική και προσβλητική η μη προσέλευση servicers και funds στην Βουλή», γράφουν τα ΜΜΕ, όσα το αναφέρουν καν. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Όταν δεν χρησιμοποιείς καν λέξη ελληνική για να κατονομάσεις τα αρπακτικά που λυμαίνονται την χώρα, γιατί παραξενεύεσαι που αυτά γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους κρατικούς θεσμούς σου και τους πολιτικούς σου; (Που είναι άλλωστε και οι κυρίως υπαίτιοι για τη δική τους αυθαιρεσία, απόδειξη η τελευταία νομοθετική διάταξη που αποπειράθηκαν να περάσουν στη ζούλα υπέρ τους.)

Η ελευθερία ξεκινάει από τις λέξεις, δηλαδή από την εκφραστική αυτοδιάθεση, από την ανεξάρτητη αυτοκατανόηση κάθε υποκειμένου, ατομικού ή συλλογικού. Και το Ελλαδέξ, όπως το αποκαλούσε προφητικά ο Σεφέρης ήδη από τη δεκαετία του 1960, από την ελληνική γλώσσα έχει πάρει διαζύγιο. Αυτά τα δυο, ξενογλωσσία και υποτέλεια πάνε μαζί κι αχώριστα.

Η εικόνα από τον ομότιτλο, εμπνευσμένο από τον ποιητή, δίσκο του 1975.

///

«Ξεκίνα από τη μέση. Είναι ο μόνος κανόνας που έχω». Αυτή τη συμβουλή, διαβάζω σε τίτλο δημοσιεύματος, έδωσε σε κάποιον αναγνώστη της η αρτιβράβευτη νομπελίστρια Ανν Κάρσον. Και αναρωτιέμαι με τη σειρά μου: πόσοι έπιασαν την αναφορά στον Όμηρο και την Ιλιάδα, στον αρχαίο επικό κανόνα «In medias res» που κάποτε ήταν η «κοινή μέθοδος» στην τέχνη της αφήγησης; Γι’ αυτήν δεν μιλάει και ο Ροΐδης στην Πάπισσα Ιωάννα;

«Ἀπὸ τοῦ μέσου ἄρχονται συνήθως οἱ ἐπικοὶ ποιηταί· ταὐτὸ ποιοῦσι καὶ οἱ μυθιστοριογράφοι, ὅσοι τὰς δεκατόμους τύχας τῶν Πόρθων καὶ Ἀραμίδων παραγγέλουσιν ὑπομισθίῳ ἐφημερίδι νὰ ὀνομάσῃ, ἀριστοτελικῇ ἀδείᾳ, ἐποποιίας· ἔπειτα ὁ ἥρως, ὅταν εὕρῃ εὐκαιρίαν, ἐντὸς σπηλαίου ἢ ἀνακτόρου, ἐπὶ εὐώδους χλόης ἢ μαλακῆς κλίνης διηγεῖται τὰ προηγούμενα τῇ ἐρωμένῃ, «ἐπεὶ εὐνῆς καὶ φιλότητος ἐξ ἔρον ἕντο». Οὕτω θέλει ὁ Λατῖνος Ὀράτιος ἐν τῇ Ποιητικῇ· τοῦτο συνιστῶσι καὶ οἱ βιβλιοπῶλαι, ὁσάκις παραγγέλλουσι βιβλίον, ὁρίζοντες εἰς τὸν συγγραφέα τὸ μῆκος, τὸ πλάτος καὶ τὴν ὕλην αὐτοῦ ὡς τοῦ ἐνδύματος εἰς τὸν ῥάπτην. Τοιαύτη τέλος εἶναι ἡ κοινὴ μέθοδος».

Στην ίδια στιχομυθία, εξάλλου, η Κάρσον ως πηγή έμπνευσης για το έργο της αναφέρει ένα και μόνο όνομα: τον Όμηρο. Και δεν μπορώ εδώ παρά να σκεφτώ την ειρωνεία, αναλογιζόμενος από ποιαν πλευρά του λογοτεχνικού μας φάσματος αναθρώσκουν κυρίως τα εγκώμια προς την Καναδή: αν ο θαυμαστής δεν καταλαβαίνει την πηγή απ’ όπου τρέφεται το έργο της συγγραφέως που υποτίθεται ότι θαυμάζει, τι κατανοεί εντέλει από το έργο αυτό;…

Η τραγωδία του μοντερνισμού, από τον καιρό του πολεμιστήριου «Make it New!» του Έζρα Πάουντ, ήταν πάντα αυτή. Ότι ενώ οι πρωτοστάτες του γνώριζαν πολύ καλά τι ακριβώς επεδίωκαν να ανανεώσουν, ποιους κανόνες αθετούσαν και γιατί, οι επίγονοί τους εκλάμβαναν πάντα το έργο τους ως απροϋπόθετο. Εκλάμβαναν τη δεδηλωμένη συνέχεια ώς αυτόφωτη αφετηρία. Και έτσι, γυμνώνοντάς τους από το ουσιώδες περιεχόμενό τους, συρρίκνωναν και τους νεωτερικούς μέντορές τους στον ξηρό τρόπο, στην μορφική ιδιοτροπία καλύτερα, στην παραξενιά του εκφέρεσθαι. Ή πάλι τους άφηναν να πνιγούν σε μια θάλασσα υποσημειώσεων. Δεν ξέρω αν η Κάρσον κατάφερε ποτέ να βγει απ’ αυτήν. Διαβάζω με συγκίνηση τις πρώτες φράσεις του κειμένου της όπου μιλάει για το πάρκινσον (ελληνική μετάφρασή του δημοσιεύθηκε στο Νέο Πλανόδιον πέρυσι).

«Όταν διαγνώστηκα με πάρκινσον το σύμπτωμα που πραγματικά με τρόμαξε ήταν ότι παραμορφώθηκε το γράψιμό μου. Ευχαριστιόμουν να γράφω σε σημειωματάρια, γέμιζα ολόκληρα ράφια, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο. Τώρα οι κάθετες μολυβιές λυγίζουν ή σπάνε ή πάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, τα φωνήεντα συρρικνώνονται σε σφαιρίδια, οι ουρές χάνουν τις ήπιες, έξυπνες γωνίες τους, όλα γενικά φαίνονται πολύ άσχημα. Ή, όπως θα έλεγε ο Μπαρτ, ηλίθια. Κάθομαι και σβήνω ολόκληρες παραγράφους από ντροπή. Δύσκολο να περιγράψεις ή να εξηγήσεις την αισχύνη του κακού χειρογράφου. Το κακό χειρόγραφο είναι άσχημο. Φαίνεται κάπως βλακώδες. Ήμουν έτοιμη να πω πως δείχνει ψεύτικο, αλλά μετά συνειδητοποίησα πως το αντίθετο συμβαίνει. Μέσα στην αταξία της, η χαοτική γραφή μοιάζει να μου αποκαλύπτει κάτι που θα προτιμούσα να μην το κοιτάξω. Φέρνει στο προσκήνιο εκείνο που ο Τζέραλντ Μάνλεϋ Χόπκινς αποκαλούσε «εσωτερικό τοπίο». «Πρόσεχε εκείνον που η γραφή του ταλαντεύεται όπως το καλάμι στον άνεμο» έλεγε ο Κομφούκιος. Η γραφολογία, όπως φαντάζομαι θα γνωρίζετε, είναι η μελέτη της γραφής ενός ανθρώπου που μπορεί να μας δώσει στοιχεία για την ανάλυση του χαρακτήρα του.»

Ύστερα όμως κοντοστέκομαι. Είναι στ’ αλήθεια αναγκαίες όλες αυτές οι μνείες στον Μπάρτ, στον Χόπκινς, στον Κομφούκιο για να μιλήσουμε για κάτι τόσο στοιχειωδώς ανθρώπινο, όπως ο πόνος και η ασθένεια; Φαίνεται πως, για μας, σήμερα, είναι. Η σχολαστική μανιέρα των λίγων τώρα πια τροφίμων του όψιμου μοντερνισμού μας (ας προσθέσει κανείς στη λέξη όσα μετά- και post- επιθυμεί) ριζώνει στην υπερτροφία της μνήμης. Ίσως ακριβώς επειδή απευθύνεται στην λησμοσύνη του πλήθους.

///

Τὸ μὲν συγχωρῆσαι, συγκεχώρηται ὑμῖν· τὸ δὲ μεῖναι, οὐκέτι μένω μεθ’ ὑμῶν, διότι οὐχ εὑρέθη εἷς ἐξ ὑμῶν ἔχων διάκρισιν τοῦ συμπαθῆσαί μοι.

ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ

///

Για κάθε παιδί που πηγαίνει σ’ ένα όποιο συνοικιακό φροντιστήριο, οι γονείς τους λαμβάνουν έξι-εφτά σελίδες πυκνογραμμένες με νομικές ανοητολογίες, φόρμες προς συμπλήρωση, αιτήσεις προς έγκριση και τα παρόμοια. Διασφαλίσεις όλα αυτές τάχα ότι τηρείται ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων και άλλα τέτοια σπουδαιοφανή. Κι αυτό τη στιγμή που τα πραγματικά προσωπικά μας δεδομένα είναι εντελώς κοινά, πουλιούνται κι αγοράζονται ελευθέρως στην ψηφιόσφαιρα, παρακολουθούνται από κάθε λογής κρατικές και παρακρατικές υπηρεσίες, αποθηκεύονται και αξιοποιούνται κατά το δοκούν και κατά σύστημα.

Το ίδιο και με την λεγόμενη ανακύκλωση. (περισσότερα…)

Μετά τη «μετα-εποχή» τι;

1.

Τα τελευταία 50 περίπου χρόνια ζούμε στην εποχή της μετανεωτερικής μαζικοδημοκρατίας, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, του οικουμενισμού των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων», του σχετικισμού των αξιών, της αποθέωσης του ιδιωτικού, της αναγωγής του χρήματος σε πραγματικό γενικό ισοδύναμο οποιασδήποτε πράξης και σκέψης και, βεβαίως, του υποτιθέμενου τέλους των ιδεολογιών…

Βρισκόμαστε δηλαδή αντιμέτωποι, ως πολίτες και ως κοινωνίες, με ένα πλέγμα απόψεων που όχι μόνο κυριαρχούν αλλά και επιβάλλονται με τρόπο δυναστικό, όχι μέσω της απαγόρευσης και της λογοκρισίας ‒όπως κοινώς πιστεύεται‒, αλλά με όχημα τον κατακλυσμό πληροφοριών, που καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε επιλογή και κριτική επεξεργασία τους από τον ανθρώπινο νου.

Συγχρόνως, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο, όλα τα παραπάνω συνεισφέρουν τα μέγιστα στη μετάλλαξη του λαού σε κατακερματισμένη κοινή γνώμη, στη μετάβαση από την εξέγερση των μαζών στον ατομικό ναρκισσισμό, στη λατρεία του εφήμερου, στον ολοκληρωτισμό μιας ελευθερίας χωρίς ισότητα και χωρίς αδελφοσύνη.

Το άμεσο μέλλον εγγράφεται εμφανώς σε αυτό το πλαίσιο… Η ανισότητα, η αυταρχικότητα, η ανομία, η τεχνοεπιστήμη, κυριαρχούν απολύτως οδηγώντας τον πλανήτη σε άγνωστες και επικίνδυνες ατραπούς.

Η πρώτη εικοσαετία του 21ου αιώνα έφερε μια παράδοξη συνθήκη: όσο πιο γρήγορα άλλαζε ο κόσμος, τόσο πιο αργά άλλαζε το λεξιλόγιό μας για να τον περιγράψει. Οι έννοιες που κληρονομήσαμε από τον εικοστό αιώνα –καπιταλισμός, σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός, αυτοκρατορία, προλεταριάτο – μοιάζουν να γλιστρούν πάνω στα φαινόμενα που καλούνται να ερμηνεύσουν, σαν παλιά νομίσματα που η φθορά έχει σβήσει τη χάραξή τους. Η διάλυση του εννοιολογικού πλαισίου της ύστερης νεωτερικότητας, κάτι που αποδεικνύεται από τη μαζική χρήση της  άκλιτης πρόθεσης «μετά» εμπρός από τις έννοιες που την περιέγραφαν, δεν έχει ακόμη αντικατασταθεί από νέες έννοιες που περιγράφουν τη νέα πραγματικότητα.

Αυτή η εννοιολογική υστέρηση δεν είναι απλώς ακαδημαϊκό πρόβλημα. Είναι στρατηγικό, πολιτικό και, τελικά, υπαρξιακό. Όταν μια κοινωνία δεν έχει τα εργαλεία να περιγράψει αυτό που της συμβαίνει, χάνει και την ικανότητα να αποφασίσει τι πρέπει να κάνει. Οι θεσμοί συνεχίζουν να λειτουργούν σαν να βρίσκονται στον κόσμο του 1985, ενώ η εξουσία έχει μετακινηθεί σε θύλακες που το δημόσιο λεξιλόγιο είτε αγνοεί είτε ονομάζει λανθασμένα. Το αποτέλεσμα είναι μια βαθιά αναντιστοιχία ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην κατανόησή της – μια αναντιστοιχία που εκδηλώνεται ως πολιτική αδυναμία, ως παραλυτική σύγχυση, και ως λαϊκιστική αντιπαράθεση στην οποία όλοι μιλούν για διαφορετικά πράγματα με τις ίδιες λέξεις.

Έχει φθάσει λοιπόν η ώρα να πραγματοποιηθεί  το επόμενο βήμα.

2.

Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται το βιβλίο του Κώστα Μελά Μετά τη «μετα-εποχή» τι; Ο Κώστας Μελάς στο αναφερόμενο βιβλίο, θέτει το ακόλουθο ερώτημα: αφού η μετανεωτερικότητα, η παγκοσμιοποίηση, η μαζικοδημοκρατία και ο νεοφιλελευθερισμός έχουν φτάσει στα όριά τους, τι έρχεται; Ποιο είναι το επόμενο στάδιο της Ιστορίας; (περισσότερα…)

Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

*

Σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες

Η γλώσσα μας έχει δύο πνεύμονες εφάμιλλης αξίας, την δημώδη προφορική και την λόγια –γραπτή– παράδοση. Από τις υπόγειες πλέον νεροσυρμές της δημώδους, εξακολουθεί να αρδεύεται, στάγδην ή πλουσιοπάροχα, το έργο μερικών καλών συγγραφέων και οι αμπελώνες με τις ποικιλίες των τοπικών ιδιωμάτων, παρότι εξαντλημένοι πιά, τροφοδοτούν κατά καιρούς ενστάσεις προτεραιότητας για τον τρύγο τους. Ο αχός των δημοτικών μας τραγουδιών σμίγει με το κελάρυσμα της ιστορικής μνήμης και στη συνεκβολή τους αναδύεται η νοσταλγία μιάς αλλοτινής άνοιξης. Υπερβαίνοντας τα όρια της εξιδανικευμένης ηθογραφίας ή μίας ναυαγοσωστικής επιχείρησης, κάποιοι από τους κορυφαίους πεζογράφους μας ανασύρουν τα τζοβαϊρικά της δημοτικής παρακαταθήκης ως υλικά αναμύθευσης της κοινοτικής συνθήκης – και οι πιο τολμηροί μεθοδεύουν την επανασύσταση των αφηγήσεών της στα συμφραζόμενα των καιρών μας.

Η μοίρα της λόγιας παράδοσης απεναντίας, δεν συγκινεί. Τα κοσμήματά της λογίζονται ως κτερίσματα σκευοφυλακίου, τα κάλλη της υποβλέπονται ως αγαλμάτινα και η τέρψη τους αποδοκιμάζεται, όταν δεν καταγγέλλεται ως νεκροφιλική. Οι μεγάλοι της εκπρόσωποι, ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης και ο Βιζυηνός, δοξολογούνται βέβαια αλλά μόνο σε επιμνημόσυνες τελετές με διαρκώς μειούμενο ακροατήριο. Κατά συνέπεια το έργο τους αποσύρεται σ’ ένα ένδοξο μεν αλλά ασύχναστο περιθώριο και οι φιλολογικές δεήσεις που αναπέμπονται στο όνομά τους δεν φαίνεται να εμπνέουν τους νεότερους συγγραφείς. Η αρχαΐζουσα υψηλοφροσύνη του Κάλβου γίνεται τάσι όπου «το ψυχρόν της αργύριον ρίπτει η σελήνη», ο ιμερικός αναπαλμός του Εμπειρίκου προσλαμβάνεται ως γαργαλισμός με λευκά γάντια ενώ ακόμα και οι λογιότροπες αναφορές του Ελύτη διαβάζονται με μισό –ήγουν εξ ολοκλήρου φιλύποπτο– μάτι.

Η παλίρροια της ελληνικής όμως οφείλεται στην αλληλουχία δημοτικής φουσκονεριάς και λόγιας αμπώτιδος: Η πλημμυρίδα της λαλιάς φέρνει στην ακτή τον πλούτο της και η φυρονεριά της γραφής τον αποκαλύπτει και τον συμμαζεύει. Χωρίς το φιλί των ρευμάτων τους, γλώσσα με γλώσσα, πάμε χαμένοι – σαν τους θλιβερούς Ποσειδωνιάτες του Καβάφη. (περισσότερα…)

Πολλά τα νέα κόμματα, μα όλα τα ίδια μένουν


*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

«Σήμερα υπάρχει ακόμη η στίλβουσα επίστρωση
Που συγκρατεί τις υποτιθέμενες υποσχέσεις
Σε μια επιφάνεια»
JOHN ASHBERY

Υποστηρίζεται ότι η δημιουργία των νέων κομμάτων που ανακοινώθηκαν πρόσφατα, θα προκαλέσει αναταράξεις στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό δημιουργώντας θετικές προσδοκίες για το μέλλον της χώρας. Υποστηρίζονται τα παραπάνω προφανώς από τους ίδιους τους πρωτεργάτες των εν λόγω εγχειρημάτων και από τα ΜΜΕ που για διάφορους λόγους τα στηρίζουν.

Αυτή η εικόνα που επιχειρείται να ενσταλαχτεί στα μυαλά των πολιτών ως νέα και καταλυτική παρουσία ανατροπής του υφιστάμενου δυσώδους πολιτικού σκηνικού, φοβούμαι ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από το επιφαινόμενο αυτού καθαυτού του πολιτικού σκηνικού που θέλει να ανατρέψει. Είναι μέρος του ίδιου προβλήματος. Εξάλλου κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πόσα και πόσα νέα κόμματα δεν δημιουργήθηκαν… Ας μην τα αναφέρω, είναι γνωστά. Όλα ιδρύθηκαν για να ανατρέψουν το σάπιο καθεστώς. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

Ας συλλογιστούμε απλώς τα εξής: συνδυάζοντας ιστορικά και πολιτικά γεγονότα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένας νέος κομματικός σχηματισμός έρχεται στο προσκήνιο ως μια ανάγκη κοινωνική και εθνική για να διανειχθεί ένας νέος ιστορικός ορίζοντας. Οι κοινωνικές διεργασίες είναι τόσο έντονα υποστηρικτικές σε αυτό, που διακρίνονται χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Σε ολόκληρη την ιστορία του νέου ελληνικού κράτους, τα ελληνικά πολιτικά κινήματα αποκτούσαν δυναμική όταν κατόρθωναν να συνδέσουν τις καθημερινές εμπειρίες με μια ευρύτερη ιστορική κατεύθυνση. Όταν συνδύαζαν την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων με την ένταξή τους σε έναν μακροχρόνιο εθνικό και κοινωνικό στόχο.

Το βενιζελικό πολιτικό κίνημα και το φιλελεύθερο κόμμα είχαν εθνικό όραμα την γεωγραφική επέκταση και ολοκλήρωση της χώρας σε απόλυτο συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό της στη βάση ενός πλαισίου κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο καραμανλισμός συνέδεσε την επιτυχημένη παρουσία του μετά τη περίοδο της δικτατορίας με την στερέωση της δημοκρατίας και τον εθνικό στόχο ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο παπανδρεϊσμός του Ανδρέα, αντίστοιχα, συνέδεσε την επίλυση βασικότατων κοινωνικών και θεσμικών προβλημάτων με έναν νέο πατριωτισμό.

Το ερώτημα επομένως είναι όχι η δημιουργία νέων «νέων» κομμάτων, αλλά αν κάποιο από αυτά μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο ανάλογο προς τα αναφερόμενα ιστορικά παραδείγματα. Αν μπορεί, μέσα σε ένα δυστοπικό εγχώριο περιβάλλον, και σε ένα αβέβαιο και ρευστό διεθνές περιβάλλον που όλο και χειροτερεύει, να εμπνεύσει την ελληνική κοινωνία προς την κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού και πολιτιστικού συλλογικού βίου.

Η απάντηση είναι, προφανώς, «όχι». Δεν χρειάζονται εμβριθείς αναλύσεις για να αντιληφθεί κάποιος ότι τα νέα κόμματα απέχουν παρασάγγας από το να εκπροσωπούν ένα παρόμοιο παράδειγμα. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι παλαιοκομματική, ξεπερασμένη και βρίθει στερεοτύπων.

Για παράδειγμα. Τα νέα ελληνικά κόμματα αναφέρονται σε ένα «ραντεβού με την ιστορία», μια από τις συνήθεις και στομφώδεις πολιτικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται διαχρονικά. Η επιλογή τέτοιων εκφράσεων γίνεται συνήθως για να κινητοποιήσει την εκλογική βάση, να δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες και να δώσει έναν τόνο ιστορικής βαρύτητας στις εκάστοτε πολιτικές κινήσεις.

Ουδέν το ψευδέστερον… Ο ριζοσπαστισμός του σήμερα είναι ο συντηρητισμός του αύριο. Αυτό το δείχνει με ακρίβεια η θεωρία της «συστημικής ενσωμάτωσης». Από τη στιγμή που το αφήγημά τους δεν απηχεί έναν νέο εθνικό και κοινωνικό στόχο αποδεκτό «δια βοής» από τον λαό, το αποτέλεσμα είναι πως όλα τα νέα κόμματα μεταλλάσσονται κυνικά σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ό,τι κατηγορούσαν.

*

**

Περί σιωπής των «διανοουμένων»

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

…η ρημαγμένη από ετών αξιοπρέπεια του πολίτη.
Τι προπατορικό χρέος κι αυτό της διάσωσής της…
ΧΡΟΝΟΥ ΣΚΙΑ

Άκουσα πάλι προσφάτως σε τηλεοπτικό σταθμό, εν είδει καταγγελίας, την άποψη ότι σήμερα έχουν χαθεί οι φωνές των «διανοουμένων» που οφείλουν να καταγγείλουν όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στον τόπο μας και στον κόσμο, όσα πλήττουν κάθε έννοια στοιχειώδους Ανθρωπισμού, Δικαίου, Δημοκρατίας, Ελευθερίας κ.ά. Και σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ.

Αρχικώς διαφωνώ με τον συχνά χρησιμοποιούμενο όρο «διανοούμενος», αφού όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, διανοούνται. Προφανώς, η καταγγελία περί σιωπής εκλαμβάνει σαν διανοούμενους τους ανθρώπους της Τέχνης, του Λόγου, ίσως και της επιστήμης.

Αναρωτιέμαι: Είναι σημαντικότερη και επιδραστικότερη μία πολιτική δήλωση, ανάμεσα στις εκατοντάδες δηλώσεις καθημερινά, από τη δημοσιοποίηση του έργου ενός δημιουργού; Κάθε δημιουργός δρα πολιτικά. Ύψιστη πολιτική πράξη συνιστά, το να δίνεις με έργο μια ψηφίδα πολιτισμού στην κοινωνία, στοιχείο που ενεργοποιεί τη σκέψη, καλλιεργεί την αισθητική, συντείνει σε αφύπνιση, εγρήγορση του νου, της κριτικής σκέψης του πολίτη. Ναι, είναι επαναστατικό να κεντρίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος από την υψηλή αισθητική. Αρκεί να συναντηθείς με το έργο λόγου ή τέχνης για να νιώσεις όσα στηρίζουν την αξιοπρέπεια του πολίτη. Πόσοι έφυγαν χωρίς την ουσιώδη αυτή συνάντηση;

Δεν απουσιάζουν οι δημιουργοί από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Με το έργο τους προσφέρουν πολύ περισσότερο, από ό,τι με μια πολιτική δήλωση. Η δημιουργία σε κάθε έκφανσή της αποτελεί πολιτική πράξη από τη στιγμή που μοιράζεσαι το δημιούργημά σου. Η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει κοινωνική συνείδηση και όχι απλώς ανάγκη για μοιρασιά. Είναι συστατικό της έγνοιας για τον διπλανό. Συστατικό πολύτιμο στους καιρούς της απομόνωσης που ζούμε.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τον άνθρωπο της τέχνης, του στοχασμού, από τον δημιουργό, να έχει άποψη για τα πάντα, να παρεμβαίνει παντού με δηλώσεις. Μιλά με το έργο του. Αυτό το ελάχιστο-μέγιστο μπορεί, αυτό κάνει. Η παραγωγή πολιτισμού, έργου, είναι πολιτική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λόγος της γνήσιας τέχνης ήταν πάντα αντιεξουσιαστικός, μιας και καμιά τέχνη δεν μπορεί να υπηρετήσει τη βία που πηγάζει από κάθε μορφή εξουσίας. Και βέβαια θα συμφωνήσω με τον Σεφέρη πώς ένα έργο «εκτός από τις ουσιαστικές αρετές του, οδηγεί, ακόμα και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες».

Σαφώς προτιμητέοι όσοι ορθώνονται πνευματικά και δυναμώνουν εαυτούς και αλλήλους με τη γόνιμη διαχείριση της γνώσης, από αυτούς που προσκυνούν είδωλα «σωτήρων» τα οποία γκρεμίζονται νομοτελειακά, σαν αφίσες σε παιδικά δωμάτια που ξηλώνονται με την εγκατάλειψη της εφηβείας. (περισσότερα…)

Ο δήμος και το όνειρο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.

Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.

Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)

Γιὰ μιὰν ἀληθινὴ ἱστορία

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Εἴμαστε στὸν 2ο αἰ. μ.Χ. καὶ ὁ Λουκιανὸς περπατᾶ στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ, ἀκροβατῶντας ἀνάμεσα στὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα. Ἐκεῖ ὅπου, ὅπως εὔγλωττα γράφει στὴν Ἀληθινὴ Ἱστορία, ἀποφασίζει νὰ κάνει ὅ,τι οἱ προγενέστεροι καὶ σύγχρονοί του συγγραφεῖς, μόνο ποὺ αὐτὸς τολμᾶ τὸ βῆμα περαιτέρω: θὰ γράψει «γιὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶδε, δὲν ἔπαθε, δὲν τὰ ἄκουσε ἀπὸ ἄλλους· γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν», παροτρύνοντας τοὺς ἀναγνῶστες του «νὰ μὴν τὰ πιστεύουν καθόλου». Ἔτσι, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ὁμοτέχνους του ἀλλὰ καὶ τοὺς φιλοσόφους, ἐπιλέγει νὰ πεῖ ψέματα παραδεχόμενος ἐκ προοιμίου τὴν πρόθεσή του αὐτή, ὁδηγῶντας τὴ δημιουργούμενη αὐτὴ συγγραφικὴ συνθήκη στὸ τέλμα της. Ἐφόσον παραδέχεται τὸ ψέμα, τελικὰ λέει ἀλήθεια. Ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο βρισκόμαστε.

«Μετα-ἀλήθεια», «διασπορὰ ψευδῶν εἰδήσεων», «psy-ops», «fake news», «θεωρίες συνωμοσίας», «κυνήγι μαγισσών», «δολοφονίες χαρακτήρων», «προσομοίωση». Λέξεις καὶ ἔννοιες ποὺ μονοπωλοῦν τὴν καθημερινότητα, ἐπίδικα ζητήματα ποὺ ἀπαιτοῦν λύσεις, νομοθεσίες ποὺ περιορίζουν τὴν πληροφορία ἢ/καὶ τὴν ἑρμηνεία της, κινήματα πρὸς τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη κατεύθυνση. Ὅλα τὰ παραπάνω μοιάζουν νὰ δημιουργοῦν ἕνα σαθρὸ ἔδαφος πάνω στὸ ὁποῖο ὁ κοινωνικὸς βίος παλινδρομεῖ μεταξὺ τοῦ κατακερματισμοῦ τῶν καταστατικῶν ἀφηγημάτων καὶ τῆς ὑποχώρησης τῶν μαζικῶν ροῶν σκέψης, δίνοντας θέση στὶς ἐπιμέρους μονώσεις, στὶς προσωπικὲς σταυροφορίες, στὴν ἐσωστρεφῆ ἐξωστρέφεια μιᾶς νέας γενιᾶς ποὺ στρατεύεται στοὺς ὑποκειμενικούς της σκοπούς, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὴν εὐρεία συλλογικότητα.

Ὁ πόλεμος στὴ Μέση Ἀνατολὴ μοιάζει μὲ μιὰ χολλυγουντιανὴ παραγωγὴ μὲ χιλιάδες ἀναλώσιμους κομπάρσους. Οἱ τηλεοπτικοὶ δέκτες καὶ οἱ ὀθόνες τῶν ὑπολογιστῶν ἢ τῶν κινητῶν καταθέτουν σὲ τίτλους εἰδήσεων μιὰ πραγματικότητα ποὺ μοιάζει νὰ διαδραματίζεται σὲ ἄλλον πλανήτη, ἄλλον γαλαξία, σὲ ἄλλην ἐποχή, μὲ ἀκίνδυνες μεσομακροπρόθεσμες συνέπειες. Ἡ στατιστικοποίηση τῶν θυμάτων ἔρχεται νὰ ἀντικαταστήσει τὴν καθημερινὴ ἀναγγελία κρουσμάτων καὶ νεκρῶν τῆς πανδημίας. Ἡ παρουσίαση τῶν ὁπλικῶν συστημάτων μοιάζει μὲ μετα-μεταμοντέρνα μπιενάλε θανάτου. Τὰ πολιτικὰ ἀνακοινωθέντα θυμίζουν ἑνότητα σχολίων ἀθλητικοῦ ραδιοφώνου μετὰ ἀπὸ ντέρμπι ποὺ κρίθηκε μὲ πέτσινο πέναλτυ. Ὅλα, ἐν πάσῃ περιπτώσει, γίνονται κοινὸ κτῆμα φυσικοποιῶντας μιὰν ἐξαχρείωση ποὺ ἐμφανίζεται ὡς κανονικότητα. Ὅλα εἶναι τόσο ἀληθινὰ ποὺ τελικὰ μοιάζουν ψεύτικα ‒ καὶ μοιάζουν τόσο ψεύτικα ποὺ τελικὰ διὰ τῆς ἀναμετάδοσής τους γίνονται τόσο πολὺ ἀληθινά, ὥστε τελικὰ νὰ μοιάζουν αὐτονόητα, κατὰ φύσιν. (περισσότερα…)

Κερδίζοντας ὡς ἔπαθλο τὶς ἁλυσίδες

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ἦταν καλοκαίρι τοῦ 1946 σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ Ξηρομέρου Ἀκαρνανίας. Ὅποιος ξέρει ἀπὸ Ξηρόμερο γνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι μιὰ περιοχὴ παῖξε-γέλασε ἀκόμα καὶ σήμερα. Πρόκειται γιὰ ἕναν εὔφορο τόπο μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα ὅμως τὰ πράγματα ἦταν ἀκόμα δυσκολότερα. Ὁ κόσμος ποὺ δὲν κατεῖχε γῆ καὶ ἰδιοκτησία ‒πέρα ἀπὸ ἕνα πετρόχτιστο δωμάτιο στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μιὰ διευρυμένη οἰκογένεια‒ δούλευε σέμπρικα τὰ χωράφια τῶν ἐχόντων, κρατῶντας ἕνα μικρὸ κλάσμα τῆς ἐτήσιας παραγωγῆς καὶ εὐελπιστῶντας σὲ κάποια ἐπωφελῆ κουμπαριὰ μὲ τοὺς προύχοντες ὥστε νὰ καταφέρνει νὰ τὰ βγάλει πέρα. Ἡ σχεδὸν καθολικὴ ἰδεολογικὴ —τάχα μου, τάχα μου— ἐπικράτηση τῆς Δεξιᾶς στὴν περιοχὴ δὲν ἄφηνε περιθώρια γιὰ ἀντεγκλήσεις τέτοιου τύπου, ἑπομένως ὁποιαδήποτε διαφορὰ προέκυπτε λυνόταν ἅμα τῇ ἐμφανίσει ἀπὸ τὴ Χωροφυλακή, ἡ ὁποία καιροφυλακτοῦσε γιὰ τὴν ἐμφάνιση ταραχοποιῶν στοιχείων ποὺ θὰ διατάρασσαν τὴ βολὴ τῶν ἀφεντικῶν τους, δηλαδὴ τῶν κτηματιῶν τῆς περιοχῆς.

Δύο ξαδέρφια, ἕνας Λευτέρης κι’ ἕνας Γιάννης, δὲν εἶχαν τίποτα πέρα ἀπὸ ἕνα σπίτι ἕκαστος, στὸ ὁποῖο φιλοξενοῦνταν περὶ τὰ δέκα ἄτομα τῆς ἑκάστης φαμίλιας. Φτωχοὶ καὶ ἄκληροι, δούλευαν ἀπὸ δῶ κι’ ἀπὸ κεῖ, ὡστόσο τὰ πενιχρά τους ἔσοδα ἀφενὸς δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἀφετέρου καταναλώνονταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σὲ ἀλκοολοῦχα ποτὰ τοπικῆς παραγωγῆς. Μία ἢ ἄλλη, τὰ πράγματα δὲν πήγαιναν καλά.

Ἔτσι, ἀποφάσισαν ἕνα βράδυ νὰ πᾶνε νὰ κλέψουν ἕνα μοσχάρι ἀπὸ ἕναν πλούσιο τῆς περιοχῆς. Ἤξεραν ὅτι ἕνα τμῆμα τοῦ κοπαδιοῦ του ἔβοσκε κοντὰ στὸ χωριὸ Κομπωτη (ἄλλως: Πέρσεβος), κι’ ἔτσι μιὰ καὶ δυὸ ξεκίνησαν πρὸς τὰ κεῖ. Ἔπειτα ἀπὸ ὧρες πεζοπορίας ἔφεραν τὸ μοσχάρι μὲ ἄκρα μυστικότητα στὸ σπίτι τοῦ Λευτέρη καὶ τὸ ἔσφαξαν μέσα στὸν ἀχυρώνα, ἀφοῦ πρῶτα σκόρπισαν πριονίδι στὸ ἔδαφος γιὰ νὰ ἀπορροφήσει τὸ αἷμα τοῦ ζώου. Τὸ ἔγδαραν, τὸ τεμάχισαν καὶ τὸ μοίρασαν. Ὕστερα πῆγαν ὁ καθένας στὸ χωράφι ὅπου ὄφειλαν νὰ βρίσκονται ὡς σέμπροι γιὰ τὴ συγκομιδὴ τοῦ καπνοῦ ὡς νὰ μὴ συνέβη τίποτε. (περισσότερα…)

Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 45 χρόνια διαψεύσεις

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Σαράντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από την επίσημη εισδοχή της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Τρεις υποσχέσεις είχαν λάβει οι Έλληνες, τρεις θετικές εξελίξεις προσδοκούσαν από την ένταξή τους το 1981. Η πρώτη ήταν η βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, η ενδυνάμωση της οικονομίας και των εισοδημάτων. Η δεύτερη, η στήριξη της διεθνούς θέσης της χώρας, ιδίως έναντι του αναθεωρητισμού της Τουρκίας, που ελάχιστα χρόνια πριν είχε καταλάβει τη βόρεια Κύπρο. Τέλος, αίτημα αυτονόητο αφού οι μνήμες της Χούντας ήταν ακόμη νωπές, οι Έλληνες προσδοκούσαν την εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Και οι τρεις αυτές προσδοκίες αποδείχτηκαν φρούδες. Οικονομικά, η Ελλάδα είναι σήμερα πολύ φτωχότερη από το 1981, συγκρινόμενη με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες. Τότε ήμασταν πιο εύποροι από τους Ισπανούς λ.χ., πολύ πιο ευκατάστατοι από τους Πορτογάλους, ενώ απείχαμε παρασάγγες από τις, κομμουνιστικές ακόμη, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σήμερα, οι μετρήσεις μάς φέρνουν έσχατους σε αγοραστική δύναμη, κυριολεκτικά στον πάτο. Και αυτό δεν είναι το μόνο. Το 1981 είχαμε ακόμη ισχυρή αγροτική παραγωγή, αξιόλογη βιομηχανία, ελάχιστο δημόσιο χρέος. Σήμερα είμαστε μια καταχρεωμένη χώρα εξαρτημένη από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.

Ανάλογα ισχύουν για την ασφάλεια της χώρας. Από το 1981 και εντεύθεν, οι τουρκικές διεκδικήσεις όχι μόνο δεν ανασχέθηκαν, αλλά γιγαντώθηκαν κιόλας, φέρνοντάς μας στα πρόθυρα του πολέμου τουλάχιστον τρεις φορές. Η μεν Κύπρος μπήκε και αυτή στην Ένωση, ωστόσο αυτό δεν παρενόχλησε καθόλου την ερωτοτροπία των εταίρων μας με την Άγκυρα. Εμείς υποχρεωθήκαμε να πάρουμε πίσω κάθε βέτο και ένσταση σχετική με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, οι Τούρκοι δεν εξαναγκάστηκαν στην παραμικρή υποχώρηση. Στην πράξη, οι ευρωπαϊκοί θεσμικοί μηχανισμοί (τελευταίο παράδειγμα τα επιχειρούμενα, έστω, περί ευρωάμυνας) έγιναν προνομιακό πεδίο της γείτονος διά των οποίων ενισχύουν την πίεση που μας ασκούν. (περισσότερα…)

Πολιτική / Κατανάλωση

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

“A Better Life, A Better World”, “Building a World That Works”, “Building a better working world”, “A Better World has to be Built”, “Building a smarter planet”, “Caring for the world, one person at a time”, “Creating a better everyday life for the many people”, “Bring the world closer together”, “Belong anywhere”. Ὅλα τὰ παραπάνω εἶναι λίγα μόλις ἑταιρικὰ σλόγκαν ἢ φράσεις ποὺ βρίσκονται στὴ δήλωση σκοποῦ μεγάλων ἐμπορικῶν ὀργανισμῶν ποὺ δραστηριοποιοῦνται σὲ κάθε σχεδὸν πεδίο τοῦ ἐπιστητοῦ. Κοινός τους παρονομαστὴς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν προφανῆ: ἡ ὑπόσχεση ἑνὸς νέου, πιὸ καινοτόμου, πιὸ λειτουργικοῦ, πιὸ συμπεριληπτικοῦ, πιὸ καλοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει κόσμου, ἀνεξαρτήτως παρεχόμενου προϊόντος ἢ προσφερόμενης ὑπηρεσίας. Πλάι ὅμως στὴ σημαντικὴ αὐτὴ δήλωση κρύβεται μιὰ ἀκόμα σημαντικότερη παραδοχή. Ὁ ὑπαρκτὸς κόσμος εἶναι ἀνεπαρκής, προβληματικός, ἀνολοκλήρωτος· τὰ δὲ —πλασματικὰ μονάχα— κυρίαρχα ὑποκείμενά του, δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἐξίσου εὐάλωτα, ἐπισφαλῆ καὶ μόνα. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, οἱ ὑπηρεσίες καὶ τὰ προϊόντα αὐτὰ νὰ χτίσουν ἕναν καλύτερο κόσμο· καλύτερο, ναί, ὅμως ὄχι «πιὸ καλὸ» ἀπ’ τὸν ὑπάρχοντα. Αὐτὸς ἐκ προοιμίου ἔχει ἀποφασιστεῖ ὅτι εἶναι ἀτελὴς καὶ γεμάτος τυφλὰ σημεῖα, παγίδες, βλάβες καὶ τέλος πάντων «ὄχι καλός». Θὰ ἦταν ἐνδεχομένως ὑπερβολὴ νὰ εἰκάσουμε ὅτι γιὰ τὸν διαφημιστικὸ λόγο ὁ κόσμος εἶναι ἁπλὰ «κακός» ‒ μὲ κάθε πιθανὴ ἐξακτίνωση τῆς λέξης;

Θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ καὶ ἄδικο νὰ μποῦμε σὲ μιὰ συζήτηση ὀντολογικῆς τάξεως γιὰ τὸν κόσμο μὲ μιὰ τόσο ἀσήμαντη φαινομενικὰ ἀφορμή. Ἄλλωστε, σὲ κάθε ἐνδεχόμενη ἐπιχειρηματολογία θὰ φτάναμε στὸ ἀδιέξοδο, ἂν σκεφτοῦμε ὅτι διάφορες πολιτισμικὲς παραδόσεις ἔχουν ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἠθικὴ ταυτότητα τοῦ κόσμου. Ἀλλοῦ ὁ κόσμος κι’ ὁ ἄνθρωπος ἐντός του εἶναι ριζικὰ ἐκ γενετῆς κακοὶ καὶ πειθαρχοῦν σὲ ἕνα κοινωνικὸ συμβόλαιο ποὺ τοὺς τρέπει σὲ μὴ-κακούς, τῇ ἐξαιρέσει τῶν ἁγίων ποὺ καταφέρνουν καὶ γίνονται καλοί, ἂν δὲν εἶναι ἤδη ἐξαρχῆς. Ἀλλοῦ τὸ καλὸ κυριαρχεῖ καὶ θεωρεῖται ἀναγκαῖα προϋπόθεση· ἐξωγενεῖς συνθῆκες ὁδηγοῦν στὸ κακὸ καὶ τὸ ἐπίβουλο, συνήθως πιστώνοντάς το σὲ ἀλλογενεῖς δυνάμεις ποὺ συγκεντρώνουν τὶς δυνάμεις τους γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Ἀλλοῦ, τέλος, ὅλα εἶναι ἐπιλογὲς καὶ ἐξωτερικὲς πιέσεις. (περισσότερα…)

Yποτροπίασα!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Υποτροπίασα!

Σ’ ένα μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ διαδραματίζεται μια πολύ σπιρτόζικη σκηνή. Ένας ζωγράφος ψάχνει κάποιον συγγραφέα που του έχει υποσχεθεί ένα κειμενάκι για το έντυπο της προσεχούς του εκθέσεως. Μάταια όμως, γιατί ενώ ο καιρός περνά ο συγγραφέας είναι εξαφανισμένος και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα από τα αγωνιώδη μηνύματα που θυμίζουν την υποχρέωσή του. Όταν τελικά ο ζωγράφος αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα του αντικρύζει ένα αλλόκοτο θέαμα. Ο συγγραφέας είναι, άλουστος αξύριστος με μια βρώμικη ρόμπα, εμφανώς παραμελημένος ενώ το σπίτι δεν βρίσκεται σε διόλου καλύτερη κατάσταση. Σ’ ένα τραπέζι βρίσκονται αραδιασμένα όλων των ειδών τα ζαμπονικά και μια μεγάλη ποικιλία σαλαμιών. Στο ερωτηματικό βλέμμα του επισκέπτη ο συγγραφέας απολογείται με σκυμμένο κεφάλι: Ε, ναι λοιπόν! Υποτροπίασα! Ξανάπεσα στα αλλαντικά!

Θυμήθηκα τη σκηνή γιατί αυτή τη βδομάδα υποτροπίασα με τη σειρά μου. Ξανάπεσα στα αστυνομικά! Πήρα από μια φίλη δυό σακούλες από δαύτα και ξημεροβραδιάζομαι μαζί τους. Αλλά μη φανταστείτε αστυνομική λογοτεχνία ποιότητος, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ρέημοντ Τσάντλερ ή τίποτε ανάλογο σε καλαίσθητες εκδόσεις. Μιλάμε γι’ αυτά τα προχειρογραμμένα, μαζικής παραγωγής αστυνομικά, με την υποτυπώδη πλοκή και τους χοντροκομμένους χαρακτήρες, κακοτυπωμένα συνήθως, μεταφρασμένα στο πόδι και με τόσες περικοπές ώστε να χωρέσουν σ’ ένα βιβλιαράκι τσέπης. Παλιότερα είν’ αλήθεια με τον Δημήτρη Αρμάο συνηθίζαμε, μια-δυό φορές τον χρόνο, να κάνουμε νυχτερινές επιδρομές στην Ομόνοια. Αγοράζαμε κατόπιν προσεκτικής επιλογής ό,τι χειρότερο βρίσκαμε στον πάτο του βαρελιού: κόμικς της κακιάς ώρας, ιστορίες βλακώδους φαντασίας ή διαστημικά σκουπίδια. Ύστερα τα βάζαμε στο πάτωμα με συνοδεία ένα μπουκάλι ουίσκυ, καθόμαστε ανακούρκουδα και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια διαβάζοντας εκ περιτροπής λίγες αράδες απ’ το καθένα. Όταν χάθηκε ο Δημήτρης έκοψα αυτή την αλγεινά διασκεδαστική συνήθεια — έλα όμως που όπως γίνεται σε κάτι θριλεράκια της συμφοράς, τα φαντάσματα κάποτε ξυπνούν και διεκδικούν τα απνευμάτιστα δικαιώματά τους!

Υ.Γ. Και μη με ρωτήσετε για τους συγγραφείς αυτών των φτηνιάρικων αστυνομικών: (περισσότερα…)

ΗΠΑ: Ο κίνδυνος δεν έρχεται από έξω αλλά από μέσα

*

ΟΙ ΗΠΑ ΣΗΜΕΡΑ #1
γράφει ο Κώστας Μελάς

~.~

Οι πλανητικές εξελίξεις τα επόμενα χρόνια θα καθοριστούν τα μάλα από τις κινήσεις των ΗΠΑ. Οι επιλογές των ΗΠΑ στην εξωτερική τους πολιτική, όπως και σε όλες τις προηγούμενες περιόδους της ιστορίας τους, θα εξαρτηθούν κυριολεκτικά από τις εγχώριες κοινωνικές διεργασίες. Η κυβέρνηση που κατευθύνει την εξωτερική πολιτική είναι αναγκασμένη –λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες ελιγμών και in ultima istanza– να την υπηρετήσει με τα μέσα και τις μεθόδους που προσιδιάζουν στον κοιωνικοπολιτικό και κοινωνικοϊστορικό χαρακτήρα των δρώντων πολιτικών υποκειμένων.

Η συναίνεση της κοινωνίας στην ασκούμενη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ήταν πάντοτε αποφασιστική, τουλάχιστον μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γενικά θετικά διακείμενη (δημιουργία της Αυτοκρατορίας) ή και αντίθετη κατά περιόδους (Βιετνάμ). Όμως τα τελευταία χρόνια –ειδικά με τον ερχομό του 21ου αιώνα– η αμερικανική κοινή γνώμη άρχισε να εκφράζει όλο και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια για τις στρατηγικές επιλογές των αρχηγεσιών της χώρας.

Το διεθνές οικονομικό σύστημα που κατά βάση δημιούργησαν οι ΗΠΑ δεν λειτούργησε υπέρ τους μακροχρονίως όπως σχεδίαζαν. Η παγκοσμιοποίηση έχει εξαθλιώσει αυτούς που υποτίθεται ότι ήταν οι κυρίαρχοι (τις Ηνωμένες Πολιτείες) και ενίσχυσε αυτούς που υποτίθεται ότι υπέφεραν από αυτήν (την Κίνα). Κατέστρεψε τη μεσαία τάξη, αποβιομηχάνισε τη χώρα και ανέπτυξε επικίνδυνες εξαρτήσεις από τους εχθρούς της, από ναρκωτικά μέχρι το ταπεινότερο αντικείμενο που χρειάζεται το αμερικάνικο νοικοκυριό.

Ο κίνδυνος δεν έρχεται από έξω, αλλά από μέσα. (περισσότερα…)