πολιτική

Περί σιωπής των «διανοουμένων»

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

…η ρημαγμένη από ετών αξιοπρέπεια του πολίτη.
Τι προπατορικό χρέος κι αυτό της διάσωσής της…
ΧΡΟΝΟΥ ΣΚΙΑ

Άκουσα πάλι προσφάτως σε τηλεοπτικό σταθμό, εν είδει καταγγελίας, την άποψη ότι σήμερα έχουν χαθεί οι φωνές των «διανοουμένων» που οφείλουν να καταγγείλουν όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στον τόπο μας και στον κόσμο, όσα πλήττουν κάθε έννοια στοιχειώδους Ανθρωπισμού, Δικαίου, Δημοκρατίας, Ελευθερίας κ.ά. Και σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ.

Αρχικώς διαφωνώ με τον συχνά χρησιμοποιούμενο όρο «διανοούμενος», αφού όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, διανοούνται. Προφανώς, η καταγγελία περί σιωπής εκλαμβάνει σαν διανοούμενους τους ανθρώπους της Τέχνης, του Λόγου, ίσως και της επιστήμης.

Αναρωτιέμαι: Είναι σημαντικότερη και επιδραστικότερη μία πολιτική δήλωση, ανάμεσα στις εκατοντάδες δηλώσεις καθημερινά, από τη δημοσιοποίηση του έργου ενός δημιουργού; Κάθε δημιουργός δρα πολιτικά. Ύψιστη πολιτική πράξη συνιστά, το να δίνεις με έργο μια ψηφίδα πολιτισμού στην κοινωνία, στοιχείο που ενεργοποιεί τη σκέψη, καλλιεργεί την αισθητική, συντείνει σε αφύπνιση, εγρήγορση του νου, της κριτικής σκέψης του πολίτη. Ναι, είναι επαναστατικό να κεντρίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος από την υψηλή αισθητική. Αρκεί να συναντηθείς με το έργο λόγου ή τέχνης για να νιώσεις όσα στηρίζουν την αξιοπρέπεια του πολίτη. Πόσοι έφυγαν χωρίς την ουσιώδη αυτή συνάντηση;

Δεν απουσιάζουν οι δημιουργοί από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Με το έργο τους προσφέρουν πολύ περισσότερο, από ό,τι με μια πολιτική δήλωση. Η δημιουργία σε κάθε έκφανσή της αποτελεί πολιτική πράξη από τη στιγμή που μοιράζεσαι το δημιούργημά σου. Η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει κοινωνική συνείδηση και όχι απλώς ανάγκη για μοιρασιά. Είναι συστατικό της έγνοιας για τον διπλανό. Συστατικό πολύτιμο στους καιρούς της απομόνωσης που ζούμε.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τον άνθρωπο της τέχνης, του στοχασμού, από τον δημιουργό, να έχει άποψη για τα πάντα, να παρεμβαίνει παντού με δηλώσεις. Μιλά με το έργο του. Αυτό το ελάχιστο-μέγιστο μπορεί, αυτό κάνει. Η παραγωγή πολιτισμού, έργου, είναι πολιτική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λόγος της γνήσιας τέχνης ήταν πάντα αντιεξουσιαστικός, μιας και καμιά τέχνη δεν μπορεί να υπηρετήσει τη βία που πηγάζει από κάθε μορφή εξουσίας. Και βέβαια θα συμφωνήσω με τον Σεφέρη πώς ένα έργο «εκτός από τις ουσιαστικές αρετές του, οδηγεί, ακόμα και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες».

Σαφώς προτιμητέοι όσοι ορθώνονται πνευματικά και δυναμώνουν εαυτούς και αλλήλους με τη γόνιμη διαχείριση της γνώσης, από αυτούς που προσκυνούν είδωλα «σωτήρων» τα οποία γκρεμίζονται νομοτελειακά, σαν αφίσες σε παιδικά δωμάτια που ξηλώνονται με την εγκατάλειψη της εφηβείας. (περισσότερα…)

Ο δήμος και το όνειρο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.

Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.

Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)

Γιὰ μιὰν ἀληθινὴ ἱστορία

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Εἴμαστε στὸν 2ο αἰ. μ.Χ. καὶ ὁ Λουκιανὸς περπατᾶ στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ, ἀκροβατῶντας ἀνάμεσα στὴν ἀλήθεια καὶ τὸ ψέμα. Ἐκεῖ ὅπου, ὅπως εὔγλωττα γράφει στὴν Ἀληθινὴ Ἱστορία, ἀποφασίζει νὰ κάνει ὅ,τι οἱ προγενέστεροι καὶ σύγχρονοί του συγγραφεῖς, μόνο ποὺ αὐτὸς τολμᾶ τὸ βῆμα περαιτέρω: θὰ γράψει «γιὰ πράγματα ποὺ δὲν εἶδε, δὲν ἔπαθε, δὲν τὰ ἄκουσε ἀπὸ ἄλλους· γιὰ πράγματα ποὺ δὲν ὑπάρχουν καὶ δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν», παροτρύνοντας τοὺς ἀναγνῶστες του «νὰ μὴν τὰ πιστεύουν καθόλου». Ἔτσι, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς ὁμοτέχνους του ἀλλὰ καὶ τοὺς φιλοσόφους, ἐπιλέγει νὰ πεῖ ψέματα παραδεχόμενος ἐκ προοιμίου τὴν πρόθεσή του αὐτή, ὁδηγῶντας τὴ δημιουργούμενη αὐτὴ συγγραφικὴ συνθήκη στὸ τέλμα της. Ἐφόσον παραδέχεται τὸ ψέμα, τελικὰ λέει ἀλήθεια. Ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο βρισκόμαστε.

«Μετα-ἀλήθεια», «διασπορὰ ψευδῶν εἰδήσεων», «psy-ops», «fake news», «θεωρίες συνωμοσίας», «κυνήγι μαγισσών», «δολοφονίες χαρακτήρων», «προσομοίωση». Λέξεις καὶ ἔννοιες ποὺ μονοπωλοῦν τὴν καθημερινότητα, ἐπίδικα ζητήματα ποὺ ἀπαιτοῦν λύσεις, νομοθεσίες ποὺ περιορίζουν τὴν πληροφορία ἢ/καὶ τὴν ἑρμηνεία της, κινήματα πρὸς τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη κατεύθυνση. Ὅλα τὰ παραπάνω μοιάζουν νὰ δημιουργοῦν ἕνα σαθρὸ ἔδαφος πάνω στὸ ὁποῖο ὁ κοινωνικὸς βίος παλινδρομεῖ μεταξὺ τοῦ κατακερματισμοῦ τῶν καταστατικῶν ἀφηγημάτων καὶ τῆς ὑποχώρησης τῶν μαζικῶν ροῶν σκέψης, δίνοντας θέση στὶς ἐπιμέρους μονώσεις, στὶς προσωπικὲς σταυροφορίες, στὴν ἐσωστρεφῆ ἐξωστρέφεια μιᾶς νέας γενιᾶς ποὺ στρατεύεται στοὺς ὑποκειμενικούς της σκοπούς, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὴν εὐρεία συλλογικότητα.

Ὁ πόλεμος στὴ Μέση Ἀνατολὴ μοιάζει μὲ μιὰ χολλυγουντιανὴ παραγωγὴ μὲ χιλιάδες ἀναλώσιμους κομπάρσους. Οἱ τηλεοπτικοὶ δέκτες καὶ οἱ ὀθόνες τῶν ὑπολογιστῶν ἢ τῶν κινητῶν καταθέτουν σὲ τίτλους εἰδήσεων μιὰ πραγματικότητα ποὺ μοιάζει νὰ διαδραματίζεται σὲ ἄλλον πλανήτη, ἄλλον γαλαξία, σὲ ἄλλην ἐποχή, μὲ ἀκίνδυνες μεσομακροπρόθεσμες συνέπειες. Ἡ στατιστικοποίηση τῶν θυμάτων ἔρχεται νὰ ἀντικαταστήσει τὴν καθημερινὴ ἀναγγελία κρουσμάτων καὶ νεκρῶν τῆς πανδημίας. Ἡ παρουσίαση τῶν ὁπλικῶν συστημάτων μοιάζει μὲ μετα-μεταμοντέρνα μπιενάλε θανάτου. Τὰ πολιτικὰ ἀνακοινωθέντα θυμίζουν ἑνότητα σχολίων ἀθλητικοῦ ραδιοφώνου μετὰ ἀπὸ ντέρμπι ποὺ κρίθηκε μὲ πέτσινο πέναλτυ. Ὅλα, ἐν πάσῃ περιπτώσει, γίνονται κοινὸ κτῆμα φυσικοποιῶντας μιὰν ἐξαχρείωση ποὺ ἐμφανίζεται ὡς κανονικότητα. Ὅλα εἶναι τόσο ἀληθινὰ ποὺ τελικὰ μοιάζουν ψεύτικα ‒ καὶ μοιάζουν τόσο ψεύτικα ποὺ τελικὰ διὰ τῆς ἀναμετάδοσής τους γίνονται τόσο πολὺ ἀληθινά, ὥστε τελικὰ νὰ μοιάζουν αὐτονόητα, κατὰ φύσιν. (περισσότερα…)

Κερδίζοντας ὡς ἔπαθλο τὶς ἁλυσίδες

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Ἦταν καλοκαίρι τοῦ 1946 σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ Ξηρομέρου Ἀκαρνανίας. Ὅποιος ξέρει ἀπὸ Ξηρόμερο γνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι μιὰ περιοχὴ παῖξε-γέλασε ἀκόμα καὶ σήμερα. Πρόκειται γιὰ ἕναν εὔφορο τόπο μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα ὅμως τὰ πράγματα ἦταν ἀκόμα δυσκολότερα. Ὁ κόσμος ποὺ δὲν κατεῖχε γῆ καὶ ἰδιοκτησία ‒πέρα ἀπὸ ἕνα πετρόχτιστο δωμάτιο στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μιὰ διευρυμένη οἰκογένεια‒ δούλευε σέμπρικα τὰ χωράφια τῶν ἐχόντων, κρατῶντας ἕνα μικρὸ κλάσμα τῆς ἐτήσιας παραγωγῆς καὶ εὐελπιστῶντας σὲ κάποια ἐπωφελῆ κουμπαριὰ μὲ τοὺς προύχοντες ὥστε νὰ καταφέρνει νὰ τὰ βγάλει πέρα. Ἡ σχεδὸν καθολικὴ ἰδεολογικὴ —τάχα μου, τάχα μου— ἐπικράτηση τῆς Δεξιᾶς στὴν περιοχὴ δὲν ἄφηνε περιθώρια γιὰ ἀντεγκλήσεις τέτοιου τύπου, ἑπομένως ὁποιαδήποτε διαφορὰ προέκυπτε λυνόταν ἅμα τῇ ἐμφανίσει ἀπὸ τὴ Χωροφυλακή, ἡ ὁποία καιροφυλακτοῦσε γιὰ τὴν ἐμφάνιση ταραχοποιῶν στοιχείων ποὺ θὰ διατάρασσαν τὴ βολὴ τῶν ἀφεντικῶν τους, δηλαδὴ τῶν κτηματιῶν τῆς περιοχῆς.

Δύο ξαδέρφια, ἕνας Λευτέρης κι’ ἕνας Γιάννης, δὲν εἶχαν τίποτα πέρα ἀπὸ ἕνα σπίτι ἕκαστος, στὸ ὁποῖο φιλοξενοῦνταν περὶ τὰ δέκα ἄτομα τῆς ἑκάστης φαμίλιας. Φτωχοὶ καὶ ἄκληροι, δούλευαν ἀπὸ δῶ κι’ ἀπὸ κεῖ, ὡστόσο τὰ πενιχρά τους ἔσοδα ἀφενὸς δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἀφετέρου καταναλώνονταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σὲ ἀλκοολοῦχα ποτὰ τοπικῆς παραγωγῆς. Μία ἢ ἄλλη, τὰ πράγματα δὲν πήγαιναν καλά.

Ἔτσι, ἀποφάσισαν ἕνα βράδυ νὰ πᾶνε νὰ κλέψουν ἕνα μοσχάρι ἀπὸ ἕναν πλούσιο τῆς περιοχῆς. Ἤξεραν ὅτι ἕνα τμῆμα τοῦ κοπαδιοῦ του ἔβοσκε κοντὰ στὸ χωριὸ Κομπωτη (ἄλλως: Πέρσεβος), κι’ ἔτσι μιὰ καὶ δυὸ ξεκίνησαν πρὸς τὰ κεῖ. Ἔπειτα ἀπὸ ὧρες πεζοπορίας ἔφεραν τὸ μοσχάρι μὲ ἄκρα μυστικότητα στὸ σπίτι τοῦ Λευτέρη καὶ τὸ ἔσφαξαν μέσα στὸν ἀχυρώνα, ἀφοῦ πρῶτα σκόρπισαν πριονίδι στὸ ἔδαφος γιὰ νὰ ἀπορροφήσει τὸ αἷμα τοῦ ζώου. Τὸ ἔγδαραν, τὸ τεμάχισαν καὶ τὸ μοίρασαν. Ὕστερα πῆγαν ὁ καθένας στὸ χωράφι ὅπου ὄφειλαν νὰ βρίσκονται ὡς σέμπροι γιὰ τὴ συγκομιδὴ τοῦ καπνοῦ ὡς νὰ μὴ συνέβη τίποτε. (περισσότερα…)

Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 45 χρόνια διαψεύσεις

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Σαράντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από την επίσημη εισδοχή της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Τρεις υποσχέσεις είχαν λάβει οι Έλληνες, τρεις θετικές εξελίξεις προσδοκούσαν από την ένταξή τους το 1981. Η πρώτη ήταν η βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, η ενδυνάμωση της οικονομίας και των εισοδημάτων. Η δεύτερη, η στήριξη της διεθνούς θέσης της χώρας, ιδίως έναντι του αναθεωρητισμού της Τουρκίας, που ελάχιστα χρόνια πριν είχε καταλάβει τη βόρεια Κύπρο. Τέλος, αίτημα αυτονόητο αφού οι μνήμες της Χούντας ήταν ακόμη νωπές, οι Έλληνες προσδοκούσαν την εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Και οι τρεις αυτές προσδοκίες αποδείχτηκαν φρούδες. Οικονομικά, η Ελλάδα είναι σήμερα πολύ φτωχότερη από το 1981, συγκρινόμενη με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες. Τότε ήμασταν πιο εύποροι από τους Ισπανούς λ.χ., πολύ πιο ευκατάστατοι από τους Πορτογάλους, ενώ απείχαμε παρασάγγες από τις, κομμουνιστικές ακόμη, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σήμερα, οι μετρήσεις μάς φέρνουν έσχατους σε αγοραστική δύναμη, κυριολεκτικά στον πάτο. Και αυτό δεν είναι το μόνο. Το 1981 είχαμε ακόμη ισχυρή αγροτική παραγωγή, αξιόλογη βιομηχανία, ελάχιστο δημόσιο χρέος. Σήμερα είμαστε μια καταχρεωμένη χώρα εξαρτημένη από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.

Ανάλογα ισχύουν για την ασφάλεια της χώρας. Από το 1981 και εντεύθεν, οι τουρκικές διεκδικήσεις όχι μόνο δεν ανασχέθηκαν, αλλά γιγαντώθηκαν κιόλας, φέρνοντάς μας στα πρόθυρα του πολέμου τουλάχιστον τρεις φορές. Η μεν Κύπρος μπήκε και αυτή στην Ένωση, ωστόσο αυτό δεν παρενόχλησε καθόλου την ερωτοτροπία των εταίρων μας με την Άγκυρα. Εμείς υποχρεωθήκαμε να πάρουμε πίσω κάθε βέτο και ένσταση σχετική με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, οι Τούρκοι δεν εξαναγκάστηκαν στην παραμικρή υποχώρηση. Στην πράξη, οι ευρωπαϊκοί θεσμικοί μηχανισμοί (τελευταίο παράδειγμα τα επιχειρούμενα, έστω, περί ευρωάμυνας) έγιναν προνομιακό πεδίο της γείτονος διά των οποίων ενισχύουν την πίεση που μας ασκούν. (περισσότερα…)

Πολιτική / Κατανάλωση

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

“A Better Life, A Better World”, “Building a World That Works”, “Building a better working world”, “A Better World has to be Built”, “Building a smarter planet”, “Caring for the world, one person at a time”, “Creating a better everyday life for the many people”, “Bring the world closer together”, “Belong anywhere”. Ὅλα τὰ παραπάνω εἶναι λίγα μόλις ἑταιρικὰ σλόγκαν ἢ φράσεις ποὺ βρίσκονται στὴ δήλωση σκοποῦ μεγάλων ἐμπορικῶν ὀργανισμῶν ποὺ δραστηριοποιοῦνται σὲ κάθε σχεδὸν πεδίο τοῦ ἐπιστητοῦ. Κοινός τους παρονομαστὴς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν προφανῆ: ἡ ὑπόσχεση ἑνὸς νέου, πιὸ καινοτόμου, πιὸ λειτουργικοῦ, πιὸ συμπεριληπτικοῦ, πιὸ καλοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει κόσμου, ἀνεξαρτήτως παρεχόμενου προϊόντος ἢ προσφερόμενης ὑπηρεσίας. Πλάι ὅμως στὴ σημαντικὴ αὐτὴ δήλωση κρύβεται μιὰ ἀκόμα σημαντικότερη παραδοχή. Ὁ ὑπαρκτὸς κόσμος εἶναι ἀνεπαρκής, προβληματικός, ἀνολοκλήρωτος· τὰ δὲ —πλασματικὰ μονάχα— κυρίαρχα ὑποκείμενά του, δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι, εἶναι ἐξίσου εὐάλωτα, ἐπισφαλῆ καὶ μόνα. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, οἱ ὑπηρεσίες καὶ τὰ προϊόντα αὐτὰ νὰ χτίσουν ἕναν καλύτερο κόσμο· καλύτερο, ναί, ὅμως ὄχι «πιὸ καλὸ» ἀπ’ τὸν ὑπάρχοντα. Αὐτὸς ἐκ προοιμίου ἔχει ἀποφασιστεῖ ὅτι εἶναι ἀτελὴς καὶ γεμάτος τυφλὰ σημεῖα, παγίδες, βλάβες καὶ τέλος πάντων «ὄχι καλός». Θὰ ἦταν ἐνδεχομένως ὑπερβολὴ νὰ εἰκάσουμε ὅτι γιὰ τὸν διαφημιστικὸ λόγο ὁ κόσμος εἶναι ἁπλὰ «κακός» ‒ μὲ κάθε πιθανὴ ἐξακτίνωση τῆς λέξης;

Θὰ ἦταν ὑπερβολικὸ καὶ ἄδικο νὰ μποῦμε σὲ μιὰ συζήτηση ὀντολογικῆς τάξεως γιὰ τὸν κόσμο μὲ μιὰ τόσο ἀσήμαντη φαινομενικὰ ἀφορμή. Ἄλλωστε, σὲ κάθε ἐνδεχόμενη ἐπιχειρηματολογία θὰ φτάναμε στὸ ἀδιέξοδο, ἂν σκεφτοῦμε ὅτι διάφορες πολιτισμικὲς παραδόσεις ἔχουν ἀποφανθεῖ γιὰ τὴν ἠθικὴ ταυτότητα τοῦ κόσμου. Ἀλλοῦ ὁ κόσμος κι’ ὁ ἄνθρωπος ἐντός του εἶναι ριζικὰ ἐκ γενετῆς κακοὶ καὶ πειθαρχοῦν σὲ ἕνα κοινωνικὸ συμβόλαιο ποὺ τοὺς τρέπει σὲ μὴ-κακούς, τῇ ἐξαιρέσει τῶν ἁγίων ποὺ καταφέρνουν καὶ γίνονται καλοί, ἂν δὲν εἶναι ἤδη ἐξαρχῆς. Ἀλλοῦ τὸ καλὸ κυριαρχεῖ καὶ θεωρεῖται ἀναγκαῖα προϋπόθεση· ἐξωγενεῖς συνθῆκες ὁδηγοῦν στὸ κακὸ καὶ τὸ ἐπίβουλο, συνήθως πιστώνοντάς το σὲ ἀλλογενεῖς δυνάμεις ποὺ συγκεντρώνουν τὶς δυνάμεις τους γι’ αὐτὸν τὸν σκοπό. Ἀλλοῦ, τέλος, ὅλα εἶναι ἐπιλογὲς καὶ ἐξωτερικὲς πιέσεις. (περισσότερα…)

Yποτροπίασα!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Υποτροπίασα!

Σ’ ένα μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ διαδραματίζεται μια πολύ σπιρτόζικη σκηνή. Ένας ζωγράφος ψάχνει κάποιον συγγραφέα που του έχει υποσχεθεί ένα κειμενάκι για το έντυπο της προσεχούς του εκθέσεως. Μάταια όμως, γιατί ενώ ο καιρός περνά ο συγγραφέας είναι εξαφανισμένος και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα από τα αγωνιώδη μηνύματα που θυμίζουν την υποχρέωσή του. Όταν τελικά ο ζωγράφος αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα του αντικρύζει ένα αλλόκοτο θέαμα. Ο συγγραφέας είναι, άλουστος αξύριστος με μια βρώμικη ρόμπα, εμφανώς παραμελημένος ενώ το σπίτι δεν βρίσκεται σε διόλου καλύτερη κατάσταση. Σ’ ένα τραπέζι βρίσκονται αραδιασμένα όλων των ειδών τα ζαμπονικά και μια μεγάλη ποικιλία σαλαμιών. Στο ερωτηματικό βλέμμα του επισκέπτη ο συγγραφέας απολογείται με σκυμμένο κεφάλι: Ε, ναι λοιπόν! Υποτροπίασα! Ξανάπεσα στα αλλαντικά!

Θυμήθηκα τη σκηνή γιατί αυτή τη βδομάδα υποτροπίασα με τη σειρά μου. Ξανάπεσα στα αστυνομικά! Πήρα από μια φίλη δυό σακούλες από δαύτα και ξημεροβραδιάζομαι μαζί τους. Αλλά μη φανταστείτε αστυνομική λογοτεχνία ποιότητος, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ρέημοντ Τσάντλερ ή τίποτε ανάλογο σε καλαίσθητες εκδόσεις. Μιλάμε γι’ αυτά τα προχειρογραμμένα, μαζικής παραγωγής αστυνομικά, με την υποτυπώδη πλοκή και τους χοντροκομμένους χαρακτήρες, κακοτυπωμένα συνήθως, μεταφρασμένα στο πόδι και με τόσες περικοπές ώστε να χωρέσουν σ’ ένα βιβλιαράκι τσέπης. Παλιότερα είν’ αλήθεια με τον Δημήτρη Αρμάο συνηθίζαμε, μια-δυό φορές τον χρόνο, να κάνουμε νυχτερινές επιδρομές στην Ομόνοια. Αγοράζαμε κατόπιν προσεκτικής επιλογής ό,τι χειρότερο βρίσκαμε στον πάτο του βαρελιού: κόμικς της κακιάς ώρας, ιστορίες βλακώδους φαντασίας ή διαστημικά σκουπίδια. Ύστερα τα βάζαμε στο πάτωμα με συνοδεία ένα μπουκάλι ουίσκυ, καθόμαστε ανακούρκουδα και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια διαβάζοντας εκ περιτροπής λίγες αράδες απ’ το καθένα. Όταν χάθηκε ο Δημήτρης έκοψα αυτή την αλγεινά διασκεδαστική συνήθεια — έλα όμως που όπως γίνεται σε κάτι θριλεράκια της συμφοράς, τα φαντάσματα κάποτε ξυπνούν και διεκδικούν τα απνευμάτιστα δικαιώματά τους!

Υ.Γ. Και μη με ρωτήσετε για τους συγγραφείς αυτών των φτηνιάρικων αστυνομικών: (περισσότερα…)

ΗΠΑ: Ο κίνδυνος δεν έρχεται από έξω αλλά από μέσα

*

ΟΙ ΗΠΑ ΣΗΜΕΡΑ #1
γράφει ο Κώστας Μελάς

~.~

Οι πλανητικές εξελίξεις τα επόμενα χρόνια θα καθοριστούν τα μάλα από τις κινήσεις των ΗΠΑ. Οι επιλογές των ΗΠΑ στην εξωτερική τους πολιτική, όπως και σε όλες τις προηγούμενες περιόδους της ιστορίας τους, θα εξαρτηθούν κυριολεκτικά από τις εγχώριες κοινωνικές διεργασίες. Η κυβέρνηση που κατευθύνει την εξωτερική πολιτική είναι αναγκασμένη –λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες ελιγμών και in ultima istanza– να την υπηρετήσει με τα μέσα και τις μεθόδους που προσιδιάζουν στον κοιωνικοπολιτικό και κοινωνικοϊστορικό χαρακτήρα των δρώντων πολιτικών υποκειμένων.

Η συναίνεση της κοινωνίας στην ασκούμενη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ ήταν πάντοτε αποφασιστική, τουλάχιστον μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γενικά θετικά διακείμενη (δημιουργία της Αυτοκρατορίας) ή και αντίθετη κατά περιόδους (Βιετνάμ). Όμως τα τελευταία χρόνια –ειδικά με τον ερχομό του 21ου αιώνα– η αμερικανική κοινή γνώμη άρχισε να εκφράζει όλο και μεγαλύτερη δυσαρέσκεια για τις στρατηγικές επιλογές των αρχηγεσιών της χώρας.

Το διεθνές οικονομικό σύστημα που κατά βάση δημιούργησαν οι ΗΠΑ δεν λειτούργησε υπέρ τους μακροχρονίως όπως σχεδίαζαν. Η παγκοσμιοποίηση έχει εξαθλιώσει αυτούς που υποτίθεται ότι ήταν οι κυρίαρχοι (τις Ηνωμένες Πολιτείες) και ενίσχυσε αυτούς που υποτίθεται ότι υπέφεραν από αυτήν (την Κίνα). Κατέστρεψε τη μεσαία τάξη, αποβιομηχάνισε τη χώρα και ανέπτυξε επικίνδυνες εξαρτήσεις από τους εχθρούς της, από ναρκωτικά μέχρι το ταπεινότερο αντικείμενο που χρειάζεται το αμερικάνικο νοικοκυριό.

Ο κίνδυνος δεν έρχεται από έξω, αλλά από μέσα. (περισσότερα…)

Σκέψεις πάνω στην πολιτική διάσταση της ποίησης

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

Η ποίηση είναι πολιτική όταν στοχάζεται πάνω στη σχέση του ατόμου με το σύνολο, όταν εκφράζει τη ρήξη ή την ενότητα, όταν θεωρεί τη μοίρα του όλου μέσα στη διαχρονία και τη συγχρονία του. Η ποίηση είναι πολιτική όταν ο άξονας περιστροφής της είναι η πράξη. Ενάρετη ή κακή, η πράξη εντός του κοινωνικού πλαισίου ορίζει την πολιτική υπόσταση του ατόμου. Αυτός που απέχει από τη δράση, όχι μόνο τοποθετείται εκτός του πολιτικού ιστού, αλλά ακυρώνει την οποιαδήποτε ταυτότητα. Και η ταυτότητα είναι μνήμη και η μνήμη είναι το σύνολο, ή αλλιώς το άθροισμα των παραγόντων που ορίζουν το είναι του ατόμου. Με άλλα λόγια, η πολιτική είναι μια φυσική οντολογία. Αλλά ποιος είναι ο λόγος της ποίησης σε όλα αυτά;

Λένε ότι κάθε ποίημα είναι μια πολιτική πράξη. Κι όμως, μπορώ να σκεφτώ πολλά ποιήματα που αρνούνται τον πολιτισμό, που επιλέγουν τη φυγή προς τη δήθεν αρχαϊκή κατάσταση του ανθρώπου, που, με άλλα λόγια, ακυρώνουν την έννοια της πολιτείας. Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Τρακλ είναι μερικοί μόνο από τους ποιητές που αρνήθηκαν την ενσωμάτωση, αιχμαλωτίστηκαν από το όνειρο. Αυτή η άρνηση καθιστά την ποίησή τους μη πολιτική; Νομίζω πως όχι. Γιατί αποτελεί μέρος του διαλόγου για την πολιτεία: η άρνηση δεν είναι σιωπή, δεν είναι απραξία. Ακόμη και η φυγή είναι πολιτική. Είναι μια δήλωση με πολιτικό πρόσημο. Σίγουρα, όμως, δεν είναι μια συμμετοχική στάση. Οι πολιτικοί ποιητές πρέπει να ιδωθούν ως αρχιτέκτονες του μέλλοντος της πολιτείας. Κρίνοντας το παρόν, ελέγχοντας το παρελθόν, καταφάσκουν σ’ ένα νέο μέλλον. Η πολιτική ποίηση, λοιπόν, σ’ αυτό το δοκίμιο εξετάζεται περισσότερο ως κατάφαση προς την πολιτεία και τις προϋποθέσεις της.

Κι εδώ ακριβώς προκύπτει το πρόβλημα: μεγάλο μέρος της πολιτικής ποίησης είναι απλώς μια κριτική του παρόντος. (περισσότερα…)

Τι θα είχε συμβεί αν ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε ασχοληθεί με την πολιτική και τη μελοποιημένη ποίηση

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #4

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Η ιστορία, ως γνωστόν, δεν γράφεται με υποθέσεις και εναλλακτικά σενάρια, αλλά κατά βάση κινείται μπροστά από τα άτομα εκείνα που παίρνουν πρωτοβουλίες στο πεδίο, επηρεάζοντας καθοριστικά τον καιρό και την εποχή τους. Αξίζει, ωστόσο, στο σημερινό μας άρθρο να εισέλθουμε στην επικράτεια μιας εναλλακτικής πραγματικότητας, ερευνώντας το τι θα μπορούσε να έχει συμβεί στο ελληνικό τραγούδι αλλά και στο έργο του ίδιου του συνθέτη, στην περίπτωση που ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε εμπλακεί τόσο ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου και δεν είχε προβεί, ταυτόχρονα, στη συστηματική μελοποίηση του ποιητικού λόγου. Δεδομένου ότι και οι δύο υποθέσεις είναι άμεσα και άρρηκτα συνδεδεμένες με τον πυρήνα της ζωής και του έργου του συνθέτη, σε τέτοιο βαθμό που αδυνατούμε πια να τον φανταστούμε και να τον ανασυστήσουμε άνευ εκείνων, γίνεται προφανές ότι εντέλει αυτό που επιδιώκουμε με το παρόν άρθρο δεν είναι τόσο να στήσουμε ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας παρά περισσότερο να ερευνήσουμε το πώς ήταν το ελληνικό τραγούδι πριν την έλευση του μείζονος δημιουργού και (κυρίως) τι έχει απομείνει την επόμενη μέρα που το παράδειγμά του έχει φαίνεται πως έχει απολέσει οριστικά (;) την άλλοτε δυναμική του.

Αν ο Μίκης Θεοδωράκης δεν είχε ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική, το έργο του μάλλον θα είχε κερδίσει αλλά και ταυτόχρονα… χάσει συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που το προώθησαν ή το χρησιμοποίησαν από τη μία, αλλά και το ανέγνωσαν μονοδιάστατα από την άλλη, βάσει αυτής και μόνο της ιδιότητας του δημιουργού του. (περισσότερα…)

Οι ανάξιοι που μας αξίζουν

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Οι ανάξιοι που μας αξίζουν

Ερωτώμενος γιατί ψήφισε τον εξοστρακισμό του Αριστείδη ένας Αθηναίος πολίτης απάντησε: Βαρέθηκα να τον λένε δίκαιο! Μ’ αυτό το αξεπέραστο πρότυπο πορευόμαστε ως τα σήμερα. Εξοστρακίζουμε τους άξιους και επιβραβεύουμε τους ανάξιους. Δεν επιλέγουμε απλώς κατ’ ομοίωσιν αλλά τη χειρότερη εκδοχή του προσώπου μας. Ο ολίγος τον ολίγιστο, ο μπαγαπόντης τον φαταούλα, ο ημιμαθής το ντουβάρι. Η προσωπικότητα μόνο κατ’ εξαίρεσιν γίνεται ανεκτή ενώ από τη φτυσιά σε υποδεέστερα μούτρα (επισήμως καλείται ψήφος), αντλείται προφανώς κάποιο είδος διαστροφικής ικανοποίησης. Έτσι εξηγείται ότι στην πλειονότητά του το πολιτικό προσωπικό της χώρας απαρτίζεται από λιγονούσηδες που στερούνται έστω και στοιχειώδους μακροσκοπικής οράσεως. Κόπτονται δήθεν για την Οικονομία και εννοούν αποκλειστικά τον αδυσώπητο εκχρηματισμό των κοινωνικών σχέσεων γιατί δεν νογάνε ότι το μέλλον του ανθρώπου εξαρτάται από τη δικαιότερη κατανομή του πλούτου και την ολιγάρκεια στη διαχείριση των φυσικών πόρων. Παριστάνουν τους τεχνοκράτες και δεν νογάνε καν ότι σε συνθήκες παγκόσμιου ανταγωνισμού για την καινοτομία, η ανάπτυξη είναι αδιαχώριστη από την τεχνική παιδεία. Έτσι, κάποιοι αναφέρονται θαυμαστικά στην επιστημονική πρωτοπορία του Ισραήλ και ύστερα ψηφίζουν για την έρευνα και την τεχνολογία ένα κονδύλιο γελοίο. Δεν νογάνε τη διαφορά ούτε σε καθαρούς αριθμούς. Μιλούν για Άμυνα και εννοούν αποκλειστικά αεροπλάνα και βαπόρια γιατί δεν έχουν την ικανότητα μεθερμηνείας της έννοιας του εξοπλισμού. Επομένως δεν νογάνε ότι μια σειρά μεγάλων, διεθνούς εμβέλειας, πανεπιστημιουπόλεων στα ακριτικά νησιά που θα φιλοξενούσαν εκτός από τους Έλληνες εκατό χιλιάδες ξένους καθηγητές, φοιτητές και ερευνητές, στην πλειονότητά τους ευρωπαίους, θα καθιστούσε κάθε επιβουλή από την Τουρκία αδύνατη. Αν αυτό το πρόγραμμα του Μεγάλου Τείχους ξεκινούσε από το 1922, όπου φάνηκε πιά ότι ήταν απολύτως αναγκαίο, ή έστω πενήντα χρόνια αργότερα, σήμερα θα είχαμε προχωρήσει αρκετά στην υλοποίησή του. Αλλά είπαμε, οι άνθρωποι είναι κοντόθωροι, δεν νογάνε — όπως δεν νογάμε κι εμείς που τους ψηφίζουμε. (περισσότερα…)

Ἕνα ἀντιμανιφέστο

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Γενάρης τοῦ 1919. Ὁ Μεγάλος Πόλεμος ἔχει τελειώσει, ὁ Κάιζερ ἐκθρονιστεῖ, ἡ Δημοκρατία τῆς Βαϊμάρης εἶναι στὰ σπάργανα, οἱ μπολσεβίκοι ἔχουν δεκατέσσερις μῆνες ποὺ καβάλησαν τὴν ἐξουσία στὴ Ρωσσία, οἱ ὁμοΐδεάτες τους σπαρτακιστὲς μόλις δοκίμασαν νὰ τοὺς μιμηθοῦν στὴ Γερμανία. Σ’ αὐτὴ τὴν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, ὁ μεγαλύτερος πολιτικὸς στοχαστὴς τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τοὺς μέγιστους στὴ διαχρονία, καλεῖται ἀπὸ ἕναν φοιτητικὸ σύλλογο νὰ δώσει στὸ Μόναχο μιὰ διάλεξη γιὰ τὴν πολιτική.

Τὸ νεανικὸ ἀκροατήριό του, τὸ ξέρει, σὲ μεγάλο βαθμὸ εἶναι διαβρωμένο ἀπὸ τὸν τυφλὸ ἠθικισμό. Ὁ ἀκραῖος πασιφισμὸς ἔχει ζευγαρώσει μὲ τὴ σοσιαλίζουσα στράτευση καὶ μὲ θέρμη θρησκευτικὴ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ τοὺς πολιτικοὺς νὰ κάνουν δυνατὰ τὰ ἀδύνατα, νὰ πραγματώσουν τὰ ἐξωπραγματικά.

Ὁ ὁμιλητής, ποὺ ὡς δάσκαλος ἀκαδημαϊκὸς γνωρίζει καλὰ αὐτὰ τὰ παιδιὰ καὶ δὲν ἔχει παραιτηθεῖ ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ τὰ συνετίσει, δὲν θὰ μασήσει τὰ λόγια του. «Κοκορόμυαλους», «ἀνθρώπους χωρὶς ψυχικὴ σταθερότητα», θὰ ἀποκαλέσει ὅσους νομίζουν ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ ἐπιβάλουν στὴν πολιτικὴ πράξη τὴν ἰδεαλιστικὴ ἠθικὴ τοῦ φρονήματος ἀπὸ τὴν ὁποία διακατέχονται. Ὁ πολιτικὸς ὀφείλει νὰ δρᾶ μὲ βάση τὴν ρεαλιστικὴ ἠθικὴ τῆς εὐθύνης, λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ τὶς ἀδυναμίες της. Νὰ μὴ φλερτάρει μὲ τὶς «δαιμονικὲς δυνάμεις» ποὺ ξεμυαλίζουν τοὺς πολλοὺς πετῶντας τους σὰν δόλωμα τὰ ἰδεώδη, γιὰ νὰ τοὺς ρίξουν μετὰ στὸ βάραθρο.

«Ὁ εἰρηνιστὴς ποὺ πράττει κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο τὰ ὅπλα θὰ τὰ ἀρνηθεῖ ἢ θὰ τὰ καταθέσει, ὅπως τὸ πρότειναν μερικοὶ στὴ Γερμανία, ὡς χρέος του ἠθικὸ γιὰ νὰ βάλει τέλος στὸν πόλεμο καί, μαζὶ μ’ αὐτόν, σὲ κάθε πόλεμο. Ὁ πολιτικὸς θὰ πεῖ: μόνο ἀσφαλὲς μέσον γιὰ νὰ ἀποκλειστεῖ ὁ πόλεμος στὸ προβλεπτὸ μέλλον θὰ ἦταν ἡ διηνεκὴς εἰρήνευση ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρόντος status quo. Τότε οἱ λαοὶ θὰ ρωτοῦσαν: πρὸς τί ὁ πόλεμος ἀφοῦ ἡ παροῦσα κατάσταση ἔτσι κι ἀλλιῶς δὲν ἀλλάζει; Ἡ διεξαγωγή του θὰ ὁδηγοῦσε ad absurdum – πράγμα ποὺ τώρα δὲν συμβαίνει. Διότι γιὰ τοὺς νικητές –ἂν μή τι ἄλλο, γιὰ ἕνα τμῆμα τους– ὁ πόλεμος πολιτικὰ συμφέρει. Καὶ φταίει σ’ αὐτὸ ἐκείνη ἡ στάση ποὺ μᾶς ἀπαγόρευσε νὰ τοὺς ἀντισταθοῦμε. Καὶ ἔτσι, ὅταν πιὰ θὰ ἔχει παρέλθει ἡ περίοδος τῆς τωρινῆς ἐξουθένωσης, ἀπαξιωμένη θὰ εἶναι ἡ εἰρήνη, ὄχι ὁ πόλεμος: εἶναι κι αὐτὴ μιὰ συνέπεια τῆς ἀπόλυτης ἠθικῆς.» (περισσότερα…)