Month: Ιανουαρίου 2022

To Be the Best, You Have to Beat the Best! Μικρό εγκώμιο σ’ έναν θρύλο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν παρακολουθήσεις λίγο τα μεγάλα αμερικανικά πρωταθλήματα, το NBA, το NFL, το χόκεϋ, τα κολλεγιακά, (εκείνο το μπέηζμπωλ ποτέ δεν το κατάλαβα…), ο ευρωπαϊκός συλλογικός αθλητισμός σού φαίνεται μια άνοστη σούπα – και επιπλέον μαγειρεμένη αποκλειστικά από σεΐχηδες και ολιγάρχες.

Είναι παράδοξο αυτό, αλλά η φιλοπρωτία που τρέχει στο αίμα των Αμερικανών, εδώ συνδυάζεται με μια εξισωτικού (!) τύπου οργάνωση που εγγυάται θεσμικά τον γνήσιο ανταγωνισμό – ό,τι δηλαδή δεν θα δεις ποτέ στην αμερικανική οικονομία και πολιτική. Οι ομάδες, όσο εύπορες κι αν είναι, δεν επιτρέπεται να ξοδέψουν πάνω από ένα ποσό ετησίως, οι τελευταίες στη βαθμολογία επιλέγουν πρώτες τους καλύτερους νέους παίκτες, ακόμη και αναδιανομή χρημάτων γίνεται ενίοτε, από τις σπάταλες ομάδες στις πιο φειδωλές – όπως με το luxury tax στην καλαθόσφαιρα.

Πλάι στη δεινή χρηματοθηρία, φαίνεται ότι στην Αμερική λειτουργεί ακόμη η παράδοση του κομμουνιταρισμού, αυτή που στηρίζει λ.χ. τα κοινωφελή ιδρύματα, τα περίφημα πανεπιστήμια, τις συμφωνικές ορχήστρες, τις όπερες, τα μουσεία. Οι περισσότερες ομάδες δεν αποφέρουν κέρδη, σημαντικά τουλάχιστον, πέρα από τα περιστασιακά που αποδίδει μια κούρσα των μετοχών στο χρηματιστήριο. (Και πάλι όμως, σπανίως ένας ιδιοκτήτης βγάζει την ομάδα του στο σφυρί για να τσεπώσει το διάφορο!) Οι πόλεις μάλιστα ανταγωνίζονται μεταξύ τους με δωρεές και διευκολύνσεις για να εξασφαλίσουν στις ομάδες τους ευνοϊκό περιβάλλον.

Φυσικά, όλ’ αυτά έχουν και οικονομική διάσταση, είναι ζήτημα πρεστίζ, επιρροής και τα συναφή. Επιβιώνει όμως στον επαγγελματικό αθλητισμό, είναι φανερό, το ίδιο πνεύμα που τρέφει τον σχολικό ή κολλεγιακό αθλητισμό: η αγάπη για την άμιλλα. To be the best, you have to beat the best! Ακόμη και οι νίκες εκεί, δεν είναι ίδιας αξίας αν ο αντίπαλος δεν ήταν τόσο ισχυρός, αν αντιμετώπιζε τραυματισμούς κ.λπ. Η Μπάγερν στη Γερμανία παίρνει κάθε χρόνο πρωτάθλημα, δεν είδα ποτέ σχολιαστή εκεί να βάζει αστερίσκο στις επιτυχίες της, επειδή οι άλλες ομάδες σερνόντουσαν… (περισσότερα…)

Michele Montorfano, Μνημοσύνη

*

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη

*

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Θάλαμος των προλεγόμενων: Arbeit macht frei

I
Το σώμα ξαναβγαίνει στην επιφάνεια
ενώ χειρίζονται τις πληγές.
Οι μουσούδες δένονται με λαβίδες,
τα μάτια μ’ εγκαύματα από το αλάτι, ανοιχτά.

Και βλέπουν τα στόματα των λεόντων
αναποδογυρισμένα στη γη.

II
Άκουγαν τον μυελό να ταλαντεύεται
να ουρλιάζει από χαμηλά,
να υποχωρεί.

Οι γαλαξίες στέκονταν γυμνοί πάνω από ξύλινες μορφές
στερεωμένες στο στόμα από κελύφη που έσπαζαν έρποντας.
Καθετί ήταν εν αναμονή του αίματος.

IX
Το αιώνιο επιστρέφει μες στο νερό που τα κοιτάει να πέφτουν στο κατώφλι.
Σώματα παρασυρμένα στον αφανισμό, διαλύονται σαν χαρτί
ούτε ατμόσφαιρα ούτε ουρανός τα περιβάλλει. Δεν υπάρχει μέρα ή νύχτα,
μόχθος ή ανάπαυση. Δεν υπάρχει οίκτος στο σύμπαν.

Καμιά λύτρωση παρά μόνο από το τίποτα.

(περισσότερα…)

Δέκα μικρές στιγμές

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ

Τυχαίνει κάποτε, διαβάζοντας ἕνα λογοτεχνικό ἔργο, συχνά ποιητικό, νά πέφτουμε πάνω σ᾿ ἕνα σημεῖο πού μᾶς κόβει τή φόρα. Ἕνα σημεῖο πού μᾶς αἰφνιδιάζει ἔτσι πού νά μοιάζει σάν ἕνα ἐσωτερικό σκούντημα, ἄλλοτε σιγανό κι ἄλλοτε ὄχι τόσο σιγανό. Κι ὄχι σπάνια νά μᾶς κάνει ἄνω κάτω καί κάποτε νά βλέπουμε τόν οὐρανό σφοντύλι. Γιατί αὐτό; Ἴσως γιατί πρόκειται γιά κάτι τό διαφορετικό, κάτι τό ἄγνωστο, τό ἀσυνήθιστο, τό ἀπρόσμενο, τό ξένο. Ἴσως ἀκόμα περισσότερο, ἀκόμα παραπέρα, ἕνα σκαλί ψηλότερο, ἕνα σκαλί παραπάνω ἀπό τό δικό μας ἐπίπεδο. Ἐπίπεδο αὐτογνωστικό πού ἔρχεται στήν ἐπιφάνεια τήν ὥρα τῆς ἀνάγνωσης, ἀλλά καί ἔκτοτε. Μιά στιγμή πάντως ὀντολογικοῦ γίγνεσθαι, κορυφαία γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ καθένα μας. Χωρίς ὡστόσο νά ἔχουμε τή δυνατότητα νά τήν προκαλέσουμε θεληματικά. Χωρίς νά εἴμαστε κάν ὑποψιασμένοι γιά κάποιον ἐνδεχόμενο ἐρχομό της. Μιά καί ἡ πραγμάτωσή της δέν ἔχει τίποτα τό προειδοποιητικό καί τό θορυβῶδες. Μᾶλλον εἶναι ἀλαφροπερπάτητη καί προκαλεῖ ἐκστατική ἔνταση, κατά τρόπο πού θά λέγαμε πώς τήν πραγματώνουμε μές στή σιγή μέ κομμένη τήν ἀνάσα ἤ κάπως ἔτσι. Εἶναι, νομίζω, ἀχώριστο, κατά τήν ἑκάστοτε ἀναγνωστική πραγμάτωση μιᾶς τέτοιας στιγμῆς, τό αἴσθημα τῆς ἔκστασης. Ὅτι δηλαδή γιά λίγο νιώθουμε χαμένοι, ἔξω ἀπό τά νερά μας. Ἔξω ἀπό τό συνηθισμένο περιβάλλον καί ἀπό τόν ἑαυτό μας. Ἄν κάποιος παράγοντας τήν εὐνοεῖ αὐτός, καθώς πιστεύω, εἶναι ἡ ἔφεση πρός τήν ἐλευθερία. Τό νά μένει κανείς ἀνοιχτός στά ἐνδεχόμενα τῆς ἀναγνωστικῆς περιπέτειας, προπάντων τῆς χωρίς ὅρους περιπέτειας, χωρίς σταθερές ἀντιλήψεις, χωρίς ἔμμονες ἰδέες, χωρίς ἰσχυρισμούς. Νά μήν ἀποκλείουμε τίποτα, οὔτε νά προϋποθέτουμε τίποτα.

Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος φαίνεται πώς δέν εἶναι κάτι περαστικό, κάτι πού τό δοκιμάζεις κι ἔπειτα τό ξεχνᾶς, ὅπως λ.χ. τά ὀρεκτικά, τά γλυκά, τά «ὡραῖα» τῆς καθημερινότητας. Μᾶλλον τό ἀντίθετο, φαίνεται νά ἔχει διαρκή παρουσία, ὡς συνοδό στοιχεῖο ἤ, καλύτερα, ὡς συστατικό τῆς ἐσωτερικῆς μας ζωῆς. Πῶς πραγματώνεται αὐτός ὁ ὀντολογικός μεταβολισμός δέν ξέρω, ὅμως νιώθεται καί μάλιστα πολύ ἔντονα, σάν ἕνα κάποιο σκούντημα, σάν ἕνα ὑποστασιακό καμπανάκι. Τό σίγουρο εἶναι πώς ἡ σχετική ἀντίδραση δέν ἀποτελεῖ πλεονέκτημα λίγων ἀτόμων. Δυνητικά ὅλοι ἔχουν τή δυνατότητα νά τή βιώσουν, ἀρκεῖ νά εἶναι διαθέσιμοι, ἀνοιχτοί σέ κάθε ἐνδεχόμενο. Ἡ ὕπαρξη τέτοιων «ξαφνιασμάτων», γιά τά ὁποῖα μιλῶ, σημαίνει πώς κάποιοι πού ἔχουν προηγηθεῖ (χρονικά καί οὐσιαστικά) μᾶς δείχνουν, ἤ μᾶς ὑποδείχνουν, τόν δρόμο ἀπό τόν ὁποῖο πέρασαν. Καί κατά ἕναν τρόπο μᾶς καλοῦν νά περπατήσουμε πάνω στά χνάρια τους. Ὑποθέτω πώς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά «ξαφνιάσματα» δέν εἶναι πολύ σπάνια, ἀρκετοί θά εἶναι αὐτοί πού τά ἔχουν αἰσθανθεῖ, ἴσως καί πολλοί. Σέ μέγιστο ὡστόσο ποσοστό αὐτά τά ἐσωτερικά περιστατικά παραμένουν χωρίς ἐξηγήσεις. Λέγονται σάν χρησμοί ἤ περίπου καί μένουν στήν προαίρεση τοῦ καθένα. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς μπορεῖ νά τά βιώνει κανείς, ἀλλά καθόλου εὔκολο νά τά ἐξηγήσει, νά τά πραγματευτεῖ. Χωρίς νά σημαίνει τοῦτο πώς γιά κάποιο λόγο δέν εἶναι θεμιτός ὁ δημόσιος σχολιασμός τους. Κάθε ἄλλο, μιά καί ἔμμεσα τουλάχιστο ἐπισημαίνονται καί ἐπανέρχονται συχνά στόν δημόσιο κριτικό λόγο, μέ ἐπαναληπτικό τρόπο. Ἐνῶ ἀναφέρονται δηλαδή, δέν παρουσιάζονται ἀναλυτικά. Ἡ φράση π.χ. τοῦ Ἰ. Πολυλᾶ ὅτι ὁ Σολωμός ἔτεινε ἀδιάκοπα «νά σβήνη τήν προσωπικότητά του μέσα εἰς τήν ἀπόλυτη ἀλήθεια», μνημονεύτηκε ἀπό τόν Κ. Παλαμᾶ, τόν Γ. Ἀποστολάκη, τόν Γ. Σεφέρη, τόν Ὀ. Ἐλύτη καί τόν Τ. Σινόπουλο, χωρίς ἀναλυτική πραγμάτευση.[1] Ἡ φράση, μ᾿ ἄλλα λόγια, τοῦ Ἰ. Πολυλᾶ, ἄν καί πειστική, κρύβει ἕνα βάθος πού δέν ἀναλύεται. Ἐπιδοκιμάστηκε ἔντονα, ἀλλά χωρίς νά σχολιαστεῖ εἰδικότερα. (περισσότερα…)

Αυστηρή αγωγή ενός εντόπιου λόγου

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Χρήστος Κολτσίδας,
Βροχή περασμένη,
Μελάνι, 2020

Ο Χρήστος Κολτσίδας, αν και 31 ετών, μοιάζει να κατέρχεται από την παράδοση των ποιητών που έχουν βιώσει την μυθολογία της δημοτικής ποίησης ως πραγματικότητα και εσωτερικεύσει την δωρική λιτότητα του τόπου καταγωγής στη γραφή τους. Ο ίδιος είναι Θεσσαλός, από την Καρδίτσα, αλλά σε αυτό θυμίζει τους Ηπειρώτες ποιητές (Χρήστο Μπράβο, Μιχάλη Γκανά, Βασίλη Γκουρογιάννη και άλλους), οι οποίοι μεταπλάθουν το υλικό του μύθου με μέσο τα σπαράγματα της περασμένης ζωής του τόπου που απαρτίζεται από ανθρώπους σημασιακούς, άρωμα παλιάς γιορτής με τα κλαρίνα, κρυφά περάσματα του τόπου που έχει στοιχειώσει από τα αγαθά πνεύματα της μνήμης. Όλη αυτή η μισοσβησμένη ανθρωπογεωγραφία της κοινότητας εγγράφεται σαν ρίζωμα στο γενετικό κύτταρο της όρασης. Ο Κολτσίδας, βέβαια, σε μια γενιά νεότατη ακόμα, έχει και μια άλλη προοπτική στο θεματολόγιό του, αλλά η ψυχική καταγωγή είναι αυτή της ορεσίβιας επαρχίας που μετρήθηκε πόντο πόντο από τον αυτόχθονα μύθο και ιστορία.

Αυτό που σε μια άλλη εποχή θα ήταν ένα δημοτικό της αγάπης, της τάβλας του χορού ή μοιρολόγι τώρα απεκδύεται τη διαφάνεια του περιστατικού. Κρατάει το απόσταγμα μιας διήγησης όταν έχουν διαφύγει τα συμβάντα και μένει η κρυπτική χειρονομία της, απαθανατισμένη αποσπασματικά, διατηρώντας όχι το σώμα αλλά την μυθική της επιβίωση. Γι’ αυτό και αυτό το αποθησαύρισμα εκβάλλει στο σώμα του ποιήματος με τα πιο απλά υλικά της γλώσσας: φράση μικρή, ολιγόστιχο ανάπτυγμα, φειδωλά επίθετα, περιορισμένη πρωτοπρόσωπη αναφορά. Κάποιες φορές, μια κύμανση από ρυθμικές παραδοσιακές φόρμουλες («Θα ξανάρθει τότε το πουλί – το πιο μικρό, το τρίτο – που δε λαλούσε σαν πουλί, σαν όλα τα πουλάκια […]») και καταποντισμένα πρόσωπα (η φωνής «εκείνης της Χρυσούλας», η μνήμη ενός ακίνητου Θωμά που «Μάνα δε γνώρισε και βύζαξε / μαστάρι της κατσίκας.»). Πρόσωπα και τρόποι ως αινιγματικές επιβιώσεις αυτού που θα ήταν η μεγάλη συνεκτική ιστορία της ανθρώπινης ζωής και που τώρα λειτουργούν ως σκιώδεις μνημοδείκτες μιας εξίσου μεγάλης ιστορίας που είναι ο χρόνος: απαλείφει μεν τα καθέκαστα ταπεινώνοντας τον άνθρωπο στο κοινό μέτρο της λησμονιάς, αλλά μνημειώνει το πέρασμά του. Ανάλογα και η ποίηση, απαλείφει τους παλιούς σκοπούς, αλλά ο μυελός της εντόπιας μνήμης της μεταστοιχειώνεται ως ένας διακριτός τροπισμός του γηγενούς στα λόγια των νεότερων. (περισσότερα…)

Ελάχιστες σκέψεις περί λαϊκισμού και αντιλαϊκισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

1.

Μια από τις βασικές αναλυτικές έννοιες, μέσω της οποίας επιχειρείται να επεξηγηθούν οι σύγχρονες πολιτικές εξελίξεις, είναι αναμφισβήτητα αυτή του λαϊκισμού.

Στην περίοδο που διανύουμε, τα τελευταία περίπου 30-40 χρόνια, η έννοια είναι φορτισμένη κυρίως με αρνητικές συνδηλώσεις. Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη[1] αναφέρεται η διάκριση μεταξύ λαϊκισμού και λαϊκότητας:

Οι δύο λέξεις αποτελούν όψεις της έννοιας «λαϊκός» : την εύσημη, που είναι η λαϊκότητα, δηλ. το γνήσιο λαϊκό στοιχείο με χαρακτηριστικά την απλότητα και τη λιτότητα, και την κακόσημη πλευρά, που είναι ο λαϊκισμός, δηλ. το ψεύτικο, φτιαχτό λαϊκό στοιχείο, που μιμείται τη συμπεριφορά του λαού, για να εκμεταλλευθεί (πολιτικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά κ.τ.λ.). Μιλούμε με θετικό πνεύμα για τη λαϊκότητα της σκέψης και της συμπεριφοράς των απλών ανθρώπων του λαού, αλλά με αρνητική χροιά για τον λαϊκισμό στην πολιτική, στα συνθήματα, στη σκέψη, στη συμπεριφορά ανθρώπων, που, χωρίς να προέρχονται από τον απλό λαό, επιζητούν να τον κολακεύουν, για να αποκομίσουν προσωπικά, πολιτικά ή άλλα οφέλη.

Όπως σημειώνει ο Α. Ελεφάντης[2]

Ο λαϊκισμός είναι μια αρνητική ιδεολογία […] Αυτή η αρνητική, η μειωτική σημασία του λαϊκισμού δεν είναι άσχετη από την ίδια την ορολογία, τη λέξη που χρησιμοποιήθηκε και επικράτησε για να προσδιορισθεί ένα σύνολο πολιτικών αντιλήψεων και συμπεριφορών. Το αποτέλεσμα της παραποίησης και της παραφθοράς αποτυπώνεται στην ίδια τη λέξη. Το ονομάζει η λέξη. Ο όρος populism προέρχεται από το popolo, τη λατινική ρίζα του λαού και καταδηλώνει ιδεολογίες ενύπαρκτες στο λαό, απορρέουσες από το λαό, του λαού ή «το φρονείν ως ο λαός» (Κατά τον ορισμό του Σ. Κουμανούδη. Βλ. Συναγωγή Νέων Λέξεων, Ερμής, 1980, που εντοπίζει τον όρο για πρώτη φορά στην Ακρόπολη, 2.4.1887). Η ακριβής του μετάφραση στα ελληνικά θα έπρεπε να ξεκινά από το ουσιαστικό “λαός”, όπως στις λατινογενείς γλώσσες απ’ όπου και προέρχεται κι όχι από το παραγόμενο επίθετο “λαϊκός”. Η αφετηρία από το επίθετο λαϊκός για να φτιαχτεί ο όρος λαϊκισμός με την κατάληξη -ισμός παραπέμπει ευθέως σε ένα παραποιητικό περί λαού λόγο, σε μια παραφθορά, μίμηση και εκπτώχευση επομένως του λαϊκού λόγου.

Επομένως η παραγωγή της λέξεως λαϊκισμός από το επίθετο λαϊκός, στην Ελληνική γλώσσα, σηματοδοτεί ευθέως την αρνητική σημασία της λέξεως όπως παραπάνω έχει αναφερθεί. Με τον επιθετικό προσδιορισμό στην ελληνική γλώσσα, τα πράγματα γίνονται καθαρά εξαρχής. (περισσότερα…)

Η ψυχίατρος Κιούμπλερ-Ρος, οι ετοιμοθάνατοι και τα «πέντε στάδια του πένθους»

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Η πρόσφατη και ακόμη παρούσα πανδημία μετέβαλε σοβαρά την καθημερινή μας ζωή, κλονίζοντας τις έως τότε ακλόνητες βεβαιότητές μας, δίνοντας την ευκαιρία συζητήσεων για τον θάνατο και την απειλή του σε εμάς. Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Κατά την ψυχροπολεμική εποχή, όπου η Αμερική εμφανιζόταν με υπερηφάνεια ως μια “κοινωνία της χαράς” και η οποιαδήποτε αναφορά στον θάνατο ήταν γενικά κρυμμένη στη σιωπή, σαν να αποτελεί αυτό το γεγονός ένα είδος ταμπού. Το περίφημο βιβλίο Πλησιάζοντας τον θάνατο (On death and dying [1969], εκδόθηκε στα ελληνικά για πρώτη φορά μόλις το 2019*, από τις εκδόσεις Ίκαρος), της Ελβετίδας ψυχιάτρου και ψυχαναλύτριας Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος (1926-2004), προϊόν δυόμισι ετών έρευνας και προσωπικών συνεντεύξεων με παραπάνω από διακόσιους νοσοκομειακούς ασθενείς, υπήρξε ορόσημο στη διάλυση αυτού του ταμπού, καθώς ανέδειξε την έως τότε αδιάφορη, αν όχι απάνθρωπη, αντιμετώπιση των ανίατα ασθενών στα νοσοκομεία του δυτικού κόσμου, δίνοντας στους τελευταίους τη δυνατότητα να μιλήσουν στην κοινωνία οι ίδιοι για την κατάστασή τους. Οι συνεντεύξεις της, στις οποίες συμμετείχαν (αν και αρχικά με μεγάλη δυσπιστία) γιατροί, ιερείς, καθώς και πλήθος φοιτητών πανεπιστημίου, έμοιαζαν με συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο ασθενής έκανε διάλογο με τους συμμετέχοντες και ηχογραφούνταν, με στόχο να βοηθηθούν και άλλοι. Η Κιούμπλερ-Ρος ήταν λοιπόν η πρώτη που επεδίωξε την επικοινωνία με τους ανίατα ασθενείς και αναδείχθηκε ως πρωτοπόρος στον νέο ερευνητικό κλάδο της θανατολογίας, καθώς και στα άσυλα ανιάτων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το περιοδικό Time τη συμπεριέλαβε στους 100 μεγαλύτερους διανοητές του εικοστού αιώνα. (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΣΤ΄: Γρηγόριος Ναζιανζηνός | Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (1/4)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ

«Περὶ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως»

Αποδόσεις του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη  (1/4)

Φύση λεπταίσθητη και μοναχική, ο Γρηγόριος γεννιέται και πεθαίνει στην Αριανζό της Καππαδοκίας (329/330 – π. 390). Στενός φίλος του Βασιλείου, έχοντας συνδεθεί μαζί του κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στην Καισάρεια και κατόπιν στην Αθήνα, αποσύρεται μαζί του στην ερημία κι ασκητεύει στα ερημητήρια του Πόντου, μετά –και παρά– τις λαμπρές σπουδές του στα μεγάλα κέντρα της ελληνικής σοφίας (Καισάρεια Παλαιστίνης, Αλεξάνδρεια, Αθήνα). Απροθύμως προσέρχεται στην ιερωσύνη ύστερα από την επίμονη ώθηση του πατέρα του και γίνεται επίσκοπος Ναζιανζού, εξού και ο τοπωνυμικός προσδιορισμός που έκτοτε τον συνοδεύει. Ανέρχεται εν συνεχεία στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Βασιλεύουσας πόλης, υπερασπιζόμενος την ορθοδοξία της Συνόδου της Νίκαιας έναντι του αρειανισμού που κυριαρχεί στην Κωνσταντινούπολη· από όπου με αποφασιστική προθυμία κι αυτόβουλη διάθεση θα παραιτηθεί, όταν φουντώνουν έριδες, αντιπαλότητες και φρατριασμοί, καθώς «ἐστερεῖτο τῆς ἀδαμάστου καρτερίας καὶ τῆς ἀκορέστου φιλαρχίας, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὸν περὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα ἀσχολούμενον ἄνδρα» (Κ. Παπαρρηγόπουλος). Επέστρεψε για να ζήσει τον επίλοιπο βίο του στην άσημη γενέτειρά του, μέσα στην ησυχία της προσευχής και της ποιητικής συγγραφής, έχοντας βασανιστεί επί χρόνια από βαριά ασθένεια.

Βαθύνους και υψιπέτης θεολόγος, (προσωνύμιο μετ’ οριστικού άρθρου –ο θεολόγος– παγίως συνοδευτικό του ονόματός του, απονεμημένο από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο), διακήρυξε και υπεράσπισε την ορθόδοξη πίστη της Νίκαιας έναντι του αρειανισμού, με τα βαρυσήμαντα θεολογικά και δογματικά γραπτά του –ιδίως με την Πνευματολογία του– τα οποία καθοριστικά επέδρασαν και διαμόρφωσαν τις δογματικές αποφάσεις της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Πολυγράφος συγγραφέας, με έντονη και βαθιά αποτυπωμένη την κλασική του παιδεία στα έργα του, αγωνίστηκε ώστε η κλασική παιδεία να γίνει κτήμα των χριστιανών και κατέλιπε πλήθος Λόγων δογματικών, Ομιλιών αγιολογικών, πανηγυρικών, ηθικών κι επιταφίων μα και πολλές Επιστολές. Ιδιαίτερη θέση στο όλο συγγραφικό του έργο κατέχει όμως η ποίησή του, η οποία περιλαμβάνει τα Επιγράμματά του, που αποτελούν το Η΄ βιβλίο της Ελληνικής (ή Παλατινής) Ανθολογίας, κυρίως όμως και πρωτίστως τα Έπη του (18000 περίπου στίχοι), κατανεμημένα σε Έπη θεολογικά και Έπη ιστορικά. Ο Γρηγόριος στα ποιήματά του «χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά […] τα αρχαία πρότυπα, δηλαδή το εξάμετρο, το ελεγειακό δίστιχο, το ιαμβικό τρίμετρο και (σπανίως) τα ανακρεόντεια. Κατά βάση τηρεί τους κανόνες της προσωδίας, με μερικές σποραδικές εξαιρέσεις, οι οποίες ήδη αντικατοπτρίζουν ελαφρώς τη γλωσσική εξέλιξη της εποχής. Είναι φυσιολογικό που μαζί με το μετρικό σχήμα έχει υιοθετήσει, ως ένα βαθμό, και το λεξιλόγιο των προτύπων: για τους εξαμέτρους το λεξιλόγιο του Ομήρου και για τα ιαμβικά τρίμετρα το λεξιλόγιο των τραγικών, κατά κύριο λόγο του Ευριπίδη» (Wofram Hörandner).

Ποιητής με βαθύτατα λυρικό και προσωπικό ύφος ο Γρηγόριος αποδέχεται το κάλεσμα της ποίησης (την ποιητική μανία των Ελλήνων) ως προφητική αποστολή, όπως αποτυπώνεται στην Παλαιά Διαθήκη κι ιδίως στον Δαβίδ. Παρά τον διδακτικό τόνο πολλών ποιημάτων του (κι ιδίως των θεολογικών), ο διάχυτος λυρισμός του διαφέρει από των αρχαίων αλλά και συγκινεί τους νεώτερους αναγνώστες ως τις ημέρες μας, καθώς εκφράζεται με μία θλίψη και μυστηριώδη μελαγχολία προσωπική (υποκειμενική), παντελώς σχεδόν άγνωστη στους αρχαίους (Παπαρρηγόπουλος), κυριαρχεί η αυτοπαρατήρηση (H.-G. Beck), η εκμυστήρευση και η εξομολόγηση. Διόλου τυχαία εξάλλου, στο πρόσωπο του Γρηγορίου έχουν αναγνωρίσει οι μελετητές την ενσάρκωση της στροφής της πρώιμης βυζαντινής λογοτεχνίας προς την αυτοβιογραφία.

Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, ο εξάδελφος του Παπαδιαμάντη, καταπιάστηκε ενωρίς να μεταφράσει εμμέτρως τμήματα από το ποιητικό έργο του Γρηγορίου, σε δύο τεύχη: το 1914 δύο μακρά ποιήματα περί Παρθενίας, και (πιθανότατα) το 1925 μία μεγαλύτερη εκλογή από τα Έπη. Τις αποδόσεις αυτές ξεκινούμε σήμερα, ανήμερα της μνήμης του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού (του θεολόγου και ποιητή), να σταχυολογούμε στην ανθολογία μας.

(περισσότερα…)

Μια σπουδαία ανθολογία

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ Γ. ΜΠΕΧΛΙΚΟΥΔΗ

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση. Ανθολογία, Ανθολόγηση: Θανάσης Γαλανάκης – Μάνος Κουμής, Έρευνα υλικού, γενική φιλολογική επιμέλεια, υπομνηματισμός: Θανάσης Γαλανάκης, Κοσμήματα, επεξηγηματικά υπομνήματα: Ηρώ Νικοπούλου, Αθήνα, Τράπεζα Πειραιώς – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος 2021.

Στα τόσα βιβλία που κυκλοφόρησαν τα τελευταία δύο χρόνια με αφορμή τη συμπλήρωση διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση του 1821 -μεταξύ των οποίων και αξιόλογες προτάσεις ανθολόγησης νεοελληνικής ποίησης σχετικής με το γεγονός- έρχεται να προστεθεί ένας εμβληματικός τόμος 967 σελίδων, ένας τόμος-περιέκτης ελληνικής και ξένης ποίησης αναφερόμενης στον Αγώνα του 1821. Πρόκειται για μια σπουδαία ανθολογία -οι λόγοι θα εξηγηθούν στη συνέχεια- που εκδόθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς και το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος.

Η ανθολόγηση των περιεχομένων πραγματοποιήθηκε από τους φιλολόγους Θανάση Γαλανάκη και Μάνο Κουμή, ο πρώτος μάλιστα εργάστηκε στην έρευνα, τον υπομνηματισμό και τη φιλολογική επιμέλεια του τόμου. Τα κοσμήματα επέλεξε η εικαστικός Ηρώ Νικοπούλου, η οποία συνέθεσε και τα επεξηγηματικά τους υπομνήματα, που απαντώνται στο εικονογραφικό παράρτημα κοσμημάτων (σσ. 939-951).Το έργο αυτό είναι αφιερωμένο «στη μνήμη όλων εκείνων, Ελλήνων και Ξένων, που αγωνίστηκαν για την Ελευθερία της Ελλάδας», αφιέρωση λιτή και περιεκτική. Τα προλογικά σημειώματα των Γεωργίου Χατζηνικολάου, Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Πειραιώς, Χρήστου Μεγάλου, Διευθύνοντος Συμβούλου της Τραπέζης, Ξάνθου Μαϊντά, Προέδρου του “Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος” και των ανθολόγων προσφέρουν στον αναγνώστη επαρκέστατη πληροφόρηση σχετικά με τους στόχους και τη λογική  σχεδιασμού και υλοποίησης του φιλόδοξου αυτού εγχειρήματος.

(περισσότερα…)

περαστικά & παραμόνιμα | 01:22

*

Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο Καποδίστριας δολοφονήθηκε γιατί αρνήθηκε ν’ αφήσει τους δασμούς της Μάνης στους προύχοντές της. Πράγματι, μετά τον φόνο του η περιοχή έκανε του κεφαλιού της για έναν σχεδόν αιώνα. Το 1885, ο Δηλιγιάννης νίκησε τον Τρικούπη με εκλογικό του σύνθημα το «Κάτω οι φόροι». Η πρώτη του δουλειά στην πρωθυπουργία ήταν να επιδεινώσει το δημόσιο έλλειμμα και να ανοίξει το δρόμο προς την χρεοκοπία. Ο Βενιζέλος ήταν επαναστάτης και στη φορολογική του πολιτική. Σε ελάχιστο διάστημα, υπερτετραπλασίασε τα μηνιαία έσοδα του κρατικού ταμείου, εισπράττοντάς τα από τους έχοντες. Νέοι φόροι στις κληρονομιές και τις δωρεές, νέος και μάλιστα αναδρομικός φόρος στα κέρδη των επιχειρήσεων, και φυσικά ο ΕΝΦΙΑ της εποχής: η αυτόματη υπερτίμηση της ακίνητης περιουσίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο πέτυχε όσα πέτυχε. Και γι’ αυτό μισήθηκε τόσο από την Παλαιά Ελλάδα.

* * *

Όλοι οι άξιοι λόγου πολιτικοί της νεώτερης ιστορίας, ο Καποδίστριας, ο Τρικούπης, ο Βενιζέλος, ο Καραμανλής, κυβέρνησαν συγκεντρωτικά. Οι αντίπαλοί τους (ενίοτε και οι φίλοι τους οι ίδιοι…) τους αποκαλούσαν «αυταρχικούς», «αρχομανείς», ώς και «δικτάτορες». Τους «τυραννοκτόνους» παρίσταναν οι Μαυρομιχαλαίοι και οι κωνσταντινικοί επίδοξοι φονείς του Βενιζέλου. Από τον 19ο αιώνα ώς σήμερα δεν υπήρξε σινάφι οπισθοδρομικό που να μη κρύψει τη μουσούδα του πίσω απ’ το αναπεπταμένο λάβαρο της ελευθερίας.

* * *

Υπερφορολόγηση και υποφορολόγηση πάνε πάντα μαζί. Για να φορολογείς κάποιους παραπάνω σημαίνει ότι δεν φορολογείς κάποιους αρκετά. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι είσαι «κρατιστής», αλλά ακριβώς το αντίθετο: ότι για να απαλλάξεις τους προστατευόμενους σου από τα βάρη, είσαι πρόθυμος καί τα συμφέροντα του κράτους να εκποιήσεις καί να μετακυλήσεις το κόστος στη ράχη του άλλου. (περισσότερα…)

Gottfried Benn, Μπορούν οι ποιητές να αλλάξουν τον κόσμο;

~ . ~

Επιλογή-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ

~ . ~

Ο περίφημος αυτός διάλογος μεταδόθηκε από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό του Βερολίνου στις 6 Μαρτίου 1930. Συνομιλητής του Gottfried Benn ήταν ο Johannes R. Becher (1891-1958). Παρότι ομότεχνοι και συνοδοιπόροι στο εξπρεσσιονιστικό κίνημα, τους δύο διαλεγόμενους χωρίζει ήδη τότε πολιτικό χάσμα. Αυτό θα καταστεί δυσθεώρητο τα χρόνια που θα ακολουθήσουν: ο μεν Μπεν θα υποστηρίξει για ένα διάστημα τον εθνικοσοσιαλισμό· ο δε Μπέχερ θα περάσει στην κομμουνιστική αντίσταση, μετά το τέλος του Πολέμου μάλιστα θα γίνει υπουργός πολιτισμού της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. ΄

Όπως προκύπτει καθαρά από τον τίτλο του, αντικείμενο του διαλόγου είναι ο κοινωνικός ρόλος της ποίησης – με τον Μπέχερ να τον θεωρεί αυτονόητο και τον Μπεν να τον αρνείται διαρρήδην. Ας σημειωθεί ότι οι όροι Dichter/Dichtung (Ποιητής/Ποίηση), χρησιμοποιούνται εδώ με την ευρεία τους έννοια, ως δηλωτικοί του συνόλου της λογοτεχνίας, όχι μόνον του λυρικού της γένους.

Με το κείμενο αυτό το Νέο Πλανόδιον εγκαινιάζει μια νέα δισεβδομαδιαία στήλη αφιερωμένη αποκλειστικά στο, ελάχιστα γνωστό στην Ελλάδα, δοκιμιακό και θεωρητικό έργο του Γκόττφρηντ Μπεν (1886-1956), μείζονος ποιητή και πρωταγωνιστικής φυσιογνωμίας των γερμανικών γραμμάτων του 20ού αιώνα. Την επιλογή και τη μετάφραση των κειμένων υπογράφει ο Κώστας Ανδρουλιδάκης.

(περισσότερα…)