Month: Μαΐου 2021

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

Ο γλάρος

Η σπασμένη ορμιά
ένα αγκίστρι περνά
στα χειλάκια του γλάρου (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες κ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Πόσο διαφέρουν μεταξύ τους η γλώσσα της καθημερινότητας κι εκείνη της λογοτεχνίας; Μια έρευνα που έγινε πρόσφατα στη Γερμανία αποφάνθηκε: πολύ. Από τις είκοσι πλέον συχνόχρηστες λέξεις στη μια και την άλλη κατηγορία, μόνον επτά είναι κοινές και στις δύο: οι λέξεις χρόνος/έτος (Jahr), χρόνος/καιρός/εποχή (Zeit), ημέρα, άνθρωπος, παιδί, γυναίκα και άνδρας.

Πέρα απ’ αυτές, στη γλώσσα την καθημερινή ψηλά είναι οι λέξεις: ευρώ, ώρα/ρολόι (Uhr), ποσοστό, Γερμανία, χώρα, εκατομμύριο, εταιρεία, πόλη, τέλος, Βερολίνο, εβδομάδα, (περί)πτωση (Fall) και πλευρά/σελίδα (Seite).

Αντίθετα, στη γλώσσα τη λογοτεχνική πρωταγωνιστούν οι λέξεις: χέρι, μάτι, κεφάλι, πρόσωπο, μητέρα, πατέρας, σπίτι, βλέμμα, ζωή, πόρτα, λέξη, φωνή και κύριος/Κύριος (Herr).

Κατάλογοι που βάζουν σε σκέψεις.

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

Στέλιος Ράμφος, Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Ράμφος        282_kondilis_panagiotis

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

Πρώτη δημοσίευση 6. 5. 2015

[Σημείωση ΝΠ της 6.5.2015: Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ καινούργιο βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ ποὺ θὰ κυκλοφορήσει προσεχῶς ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμός. Ἀπὸ τὸν ἐκτενέστατο (120 σελίδων) καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης διάλογο τοῦ Ράμφου μὲ ὀμάδα συγγραφέων ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα πέρσι τὸν Ὁκτώβρη. Τὴν πρωτοβουλία τῆς συνάντησης εἶχε ὁ Γιῶργος Θ. Χατζηιακώβου, ἐκδότης τοῦ Ἁρμοῦ. Ἀπὸ τὸ ΝΠ, μετεῖχαν ὁ Κωνσταντῖνος Πουλῆς καὶ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης.]

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 2. Οι αποδόσεις του Π. Α. Σινόπουλου (2/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ
(περισσότερα…)

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές που διέπουν την ελληνική κοινωνία

Διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821:

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές

που διέπουν την ελληνική κοινωνία[1]

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Να πεθαίνεις για την “αλήθεια”. Δεν θα δεχόμαστε να καούμε για τις απόψεις μας. Δεν είμαστε τόσο σίγουροι γι’ αυτές. Αλλά θα δεχόμαστε ίσως να καούμε για να μπορούμε να έχουμε απόψεις και να μπορούμε να τις αλλάζουμε.

Εχθροί της αλήθειας. Οι πεποιθήσεις είναι χειρότεροι εχθροί της αλήθειας απ’ ό,τι τα ψέματα.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

1

Η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να προσεγγισθεί με βάση τις πολιτιστικές λογικές που συνέχουν τη δημόσια σφαίρα της. Είναι γνωστόν, ότι σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια κυρίαρχη πολιτισμική λογική. Συγχρόνως όμως, ενυπάρχουν και άλλες μικρότερες εμβέλειας πολιτιστικές λογικές που είτε βρίσκονται σε αποδρομή (είναι φθίνουσες) είτε αναδύονται σιγά-σιγά, επιχειρώντας να αναδειχθούν σε κυρίαρχες.[2]

(περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Bicycle Waltz

20190801_103048.jpg

Δημήτρης Καρακίτσος

Bicycle Waltz

Ξεκινάς από το σπίτι, είναι, λες, ένα μικροαστικό δυάρι στα Πατήσια. Βιβλία παντού και κούτες με περιοδικά, προφυλακτικά στο πάτωμα, ένα κλουβί με παπαγαλάκια… ή μάλλον σκατά, δεν χρειάζεται παπαγαλάκια η ιστορία σου, έχεις έναν ταύρο εν υαλοπωλείω, ένα τηλεβόλο που ισοπεδώνει την ετοιμόρροπη γλώσσα μας: έχεις τον μεγαλύτερο συγγραφέα από καταβολής κόσμου. Το δυάρι του λοιπόν είναι γεμάτο εξωτικά φυτά και αντίγραφα έργων του Πικάμπια – αρκούν αυτά. Ένα τραπεζάκι με λίγα μπουκάλια, ουίσκι, ρούμι και μπράντι… όχι, μεθύσι και γραφομηχανές δεν φτιάχνουν καλούς συγγραφείς αλλά ηλίθιους θαυμαστές, σκέτος καφές, φτάνει, μια χαρά. Και τώρα στο ζουμί: να περιγράψεις το υποτιθέμενο έργο του. Ότι έγραψε τι; Οπότε στύβεις τη φαντασία σου και ξεκινάς. Έκανε το ντεμπούτο του στα έντεκα, μπλα μπλα, με ένα βιβλίο που τυπώθηκε με λεφτά του πατερούλη. Η Ιστορία της αεροπλοΐας. Εξήντα εννιά αεροπλάνα, οι πρώτες πτήσεις και οι πρώτες ανακαλύψεις. Οι πρωτοπόροι, ο Voisin, οι αδερφοί Ράιτ, τα μονοκινητήρια, οι αεροπλανικές επιδείξεις, τα καρδιοχτύπια και τα λιβάδια με τα ανεμόπτερα, τα αερόστατα και οι εκκεντρικοί μηχανικοί. Οι στολές, τα ατυχήματα, τα υπερατλαντικά εγχειρήματα, τα μεσοπολεμικά πόστερ και οι σαμπάνιες ύστερα από κάθε πέρασμα της Μάγχης – έντεκα χρονών, διάολε! Κι ύστερα περνάς στο δεύτερο, ένα μυθιστόρημα με τίτλο, ξερωγώ, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας με γιγάντιο ψάρι. Λήγει ο Πρώτος Παγκόσμιος, κι ένας Γάλλος φαντάρος γυρίζει στο χωριό του. Κοιμάται σε αχυρώνες και παλιές αποθήκες, πιάνει δουλειά ως εργάτης των Σιδηροδρομικών Γραμμών Υπερδνειστερίας, αλλά δεν στεριώνει εκεί, ξέρεις, κάποια γυναίκα. Ύστερα περιπέτειες, καβγάδες, πόρνες και ο δρόμος που τον οδηγεί στο κεντροευρωπαϊκό κρατίδιο Μαρντούκ κλπ κλπ, σε ένα ψιλοερειπωμένο ξενοδοχείο, παρέα με δυο περιπλανώμενους πεζικάριους (έναν πρώην μάγειρα κι έναν πρώην νευρολόγο-ψυχαναλυτή). Αποφασίζουν να στήσουν το ξενοδοχείο από την αρχή, αλλά ως ησυχαστήριο αυτή τη φορά για ολίγους εκλεκτούς. Ιδού το «Οτέλ Μιραμάρε», που αφορά στρατιώτες και αξιωματικούς που θυμούνται τα όνειρα και τους εφιάλτες τους στα χαρακώματα. Ο νευρολόγος καταγράφει τις αφηγήσεις και τις καρφιτσώνει στις κόκκινες κουρτίνες της σάλας, τίποτα πιο φρικιαστικό και παράλληλα όμορφο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα πεις εσύ, τα νοσταλγικά όνειρα, το σπιτικό που περιμένει, η τσαγιέρα και το πιάτο με τα βουτήματα, η σοφίτα, το ξύλινο αλογάκι, ο αχυρώνας και οι κότες του παππού, ενώ, από την άλλη, οι εφιάλτες, τα μάτια των κατακρεουργημένων, τα αέρια, οι αρουραίοι, ένα άλογο χτυπημένο από οβίδα. Και μπλα μπλα. Και το τρίτο τώρα, μια φιλοσοφική νουβέλα είκοσι χιλιάδων λέξεων με τον τίτλο Ex nihilo. ένας δυσλεκτικός που προσπαθεί μέσα από βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης να κατανοήσει το σύμπαν. Το ηλεκτρόνιο (γιατί έχει μάζα 1,836 x 10³ φορές μικρότερη από το πρωτόνιο;), η βαρύτητα, η σκοτεινή ύλη, η θεωρία των πάντων, η κβαντομηχανική κλπ κλπ. Ξαφνικά ο ήρωας συλλαμβάνει μια υπέροχη ιδέα. Αν υποθέσουμε ότι η ιστορία της φυσικής είναι σαν να ξετυλίγεις ένα μπλεγμένο κουβάρι, τότε τι θα βρούμε (αν φτάσουμε ποτέ) στο τέλος του νήματος; Τι υπάρχει έξω από το σύμπαν, πότε γεννήθηκε ο χρόνος, συνέβη το Big bang, και αν ναι τι το προκάλεσε; Τι προκάλεσε αυτό που προκάλεσε το Big Bang και ούτω καθεξής. Μα είναι απλό, σκέφτηκε ο καθηγητής, τα δομικά στοιχεία του σύμπαντος δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, το σύμπαν έχει χάσει τη μνήμη του, δηλαδή όφειλε, ως αιτιατό, να χάσει τη μνήμη του για να μπορέσει να κόψει τις βαριές αλυσίδες που το καταδίκαζαν στο ίδιο κελί με την άπλυτη και αυταρχική αιτία. Αν τα υποατομικά σωματίδια, τα μποζόνια φερ’ ειπείν και τα γκλουόνια, ήξεραν τι κάνουν θα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις, αλλά οι απαντήσεις (π.χ. τι προηγήθηκε του χρόνου;) θα έσπρωχναν τα πάντα στο χείλος μια προ-κοσμικής αβύσσου. Ζούμε λοιπόν σε έναν αμνήμονα κόσμο, και είναι η ιδιότητά του αυτή που τον καθιστά πραγματοποιήσιμο εκ του μηδενός. Φοβερό βιβλίο. Φοβερή σύλληψη. Ή, όπως έγραψε ένας κριτικός, μια συμπαντική αντισύλληψη. Και μπλα μπλα. Πραγματικά, είναι άχαρο αυτό που πρέπει να υποστώ, η αρχική ιδέα μου δεν ήταν τόσο φιλόδοξη: ήθελα να γράψω για έναν μέτριο συγγραφέα που κάθε λίγο τού χτυπούν την πόρτα. Μια απλοϊκή ιστορία: Είναι πανέμορφες γυναίκες, η Κατερίνα από τον πρώτο, που ξέμεινε από ζάχαρη, η Σοφία με την πετσέτα στα κεφάλι, που της κάηκε το πιστολάκι, η Έφη από το διπλανό, που του ζητά ευγενικά να χαμηλώσει την τηλεόραση γιατί μελετά για το διδακτορικό της – μα ποια τηλεόραση; Δεν έχω τηλεόραση, όπως βλέπεις βασανίζομαι σε μια παλιά γραφομηχανή, λέει ο συγγραφέας. Όλες τους γυρεύουν αφορμή για σεξ. Είναι θεές και αχαλίνωτες. Δεν μ’ αφήνουν να γράψω, σκέφτεται ο τύπος βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της τάδε και της τάδε, υπνωτισμένος από την ηδονή και τα αρώματα. Θα ήταν κωμικό το διήγημά μου, είχα γράψει τέσσερις σελίδες και είχα βρει το κατάλληλο ύφος, αλλά ξαφνικά κεραυνοβολήθηκα από αυτό που λέμε συγγραφική σοβαρότητα. Μυρίζει καψόνι εδώ, μυρίζει τιμωρία αυτό με τις γυναίκες που δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Και το ερώτημα που γεννάται είναι ποιος θέλει την τιμωρία του, και κυρίως γιατί; Η απάντηση είναι εύκολη: ο Θεός. Ναι, είναι έργα του Θεού οι παρενοχλήσεις. Ο Θεός αποφάσισε να φέρει προσκόμματα στον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Γιατί όμως; «Έχεις διαπράξει ύβρη», του λέει μέσα από τα μάτια της Σοφίας, της Έφης και της Κατερίνας, «για την ακρίβεια μαζί τη διαπράξαμε, πηλέ μου έμψυχε. Δεν έπρεπε να σε πλάσω, είσαι ένα λάθος της Δημιουργίας, είσαι ένα τεράστιο λάθος, μα τώρα είναι αργά – σε έχω αγαπήσει. Τι μου μένει; Να θέσω εμπόδια στη γραφή σου. Και θα το κάνω, γλίσχρε και ουτιδανέ, θα σου επιβάλω μια θεσπέσια τιμωρία. Ετοιμάσου για ορδές γυναικών, καλλονές που θα σου χτυπούν την πόρτα κάθε φορά που πας να γράψεις, είσαι επικίνδυνος, τα γραπτά σου πρόκειται να σπείρουν το χάος – κι αυτό δεν θα το επιτρέψω. Θα σου στείλω πολλές γυναίκες: την Νάντια από τον πέμπτο και την παντρεμένη από το ημιυπόγειο, την Κερασία, αλλά και την Πόπη, την ντελιβερού, που μπέρδεψε τα κουδούνια – σεξ και πίτσες!» Το κλειδί της παρουσίας του Θεού σ’ αυτό το διήγημα είναι η λέξη χάος. Η σπορά χάους. Και είναι αυτό που φοβάται ο Θεός. Πώς ένα πλάσμα τρωτό μπορεί να θέσει τους όρους για κάτι αναλλοίωτο και άφθαρτο; Λένε ότι το σύμπαν κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει, η ανθρωπότητα, η Γη, ο γαλαξίας μας, η Λανιακέα και όλα τα σούπερ κλάστερ γαλαξιών θα έχουν ήδη καταποντιστεί στις μαύρες τρύπες, αλλά εμείς, με μόλις τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, γράφουμε κριτικές λογοτεχνίας και επιδιδόμαστε, μεταξύ τύρου και αχλαδίου, σε μια αναζήτηση πλατωνικού καθρεφτίσματος στους αιθέρες της ποιητικής (θυμάμαι τους δυσκοίλιους στοχασμούς του Διονύσιου Σολωμού). Τι αβάσταχτο λάθος θα ήταν, όντως, ένας τόσο μεγάλος συγγραφέας! Μα ας δούμε κι αυτό: Τέλεια διηγήματα, τέλεια ποιήματα και μυθιστορήματα – ψυχανεμίζεστε το περιεχόμενό τους; Είναι μάταιο να πεις ναι. Τα βιβλία του θα ήταν κορνίζες χωρίς καθρέπτη. Δεν με βλέπω, δεν με βλέπω πουθενά, δεν βρίσκομαι εκεί, δεν υπάρχω. Ανοικείωση. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πνεύματα, τρομάζουν αν δεν δουν σκιά ή είδωλο. Μεταμφιέζονται καθημερινά (κάζουαλ ντύσιμο ή κοστούμια εποχής) και ποζάρουν – είναι ζήτημα ουσίας αυτό. Θαυμάσιοι βιεννέζικοι καθρέπτες, Φρόιντ, Χόφμανσταλ, Μπροχ, Σνίτσλερ. Εσάς σας αρέσει ο Σαίξπηρ; Μα ναι, επιχρυσωμένη η κορνίζα, κοιταζόμαστε και είναι σαν να γίναμε εκείνα τα σοκολατάκια με την Μόνα Λίζα. Τι λέτε φίλοι, περνάμε κι από του Ομήρου; Και τι θα λέγατε αν κρεμούσαμε τον θαμπό του Κάφκα στο κουρείο που ξυρίζεται ο κύριος υπουργός; Χαχα, έχετε δίκιο.
]]]]]Μπορεί. Συμπεράσματα ας βγάλουν οι αναγνώστες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

Πρώτη δημοσίευση: 25.12.2019

Φωτογραφία: L’apprendista, Νεκρὴ ἀστικὴ φύση (Λ. Πεντέλης, 2019)  

Όταν η λογοτεχνική δυστοπία προβλέπει το βιωμένο παρόν

Γιόκο Ογκάουα

Η Αστυνομία της Μνήμης

(μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου)

Αθήνα, Πατάκης, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Πολλοί είναι οι συγγραφείς, γνωστοί και άγνωστοι, οι οποίοι φιλοδόξησαν να γράψουν ένα καινούριο 1984, έναν νέο Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο ή διηγήματα επιστημονικής φαντασίας σαν του Ισαάκ Ασίμοφ ή του Πρίμο Λέβι. Ένα τέτοιο εγχείρημα ή όραμα είναι πάντοτε αξιοθαύμαστο και ποτέ παράκαιρο ή ετεροχρονισμένο· γίνεται όμως επιπλέον αξιοσημείωτο, όταν δεν έχει προηγηθεί –σε έναν άμεσα αντιληπτό ή βιωμένο ορίζοντα– το κοσμοϊστορικό γεγονός εκείνο το οποίο εμφανώς πυροδοτεί τον θεματικό πυρήνα του εκάστοτε καινούριου (και εύλογα συχνά πολυσυζητημένου) έργου. Συναφώς, η περίπτωση της Αστυνομίας της Μνήμης αφορά στην άκρως οξυδερκή ματιά της Γιόκο Ογκάουα, η οποία δεν εκδίδει το μυθιστόρημα αυτό το 2019 ή το 2020, κατά τη διάρκεια της πανδημίας και κυρίως κατά το ντόμινο εκπτώσεων και πτώσεων που αυτή επιφέρει —για τα κράτη, τους πολίτες, τους θεσμούς— αλλά μόλις το 1994. Σχολιάζει μάλιστα εμμέσως τον διαφαινόμενο τότε, στα μέσα της δεκαετίας του ’90 —και εκπληρούμενο στη συνέχεια— αργό θάνατο της φωτογραφίας, του hard copy, της αναλογικής μαγείας του μοναδικού τεκμηρίου του συμβεβηκότος και της ύπαρξης, στοιχείο πολύτιμο το οποίο απουσιάζει από τον ψηφιακό κόσμο των πολλαπλών αντιγράφων και του παραφουσκωμένου νέφους πληροφοριών.  Αποτελεί επίσης ένα καυστικό σχόλιο για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στον πλανήτη, η οποία δεν επιμηκύνει μόνο τις εποχές ακραίων καιρικών φαινομένων, δεν εξαφανίζει μόνο τα είδη, αλλά πλήττει τη γεωργία ανεπανόρθωτα, αφήνοντας στο τραπέζι ελάχιστα και δυσεύρετα τρόφιμα.

(περισσότερα…)

Στη δίνη των ΜΜΕ

Μια απόπειρα συμφιλίωσης της λογοτεχνίας του Χρήστου Βακαλόπουλου

με τη φιλοσοφία του Ζαν Μπωντριγιάρ

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΠΥΘΟΥΡΗ

Η παράξενη φωνή προέτρεπε τους ακροατές να εξωτερικεύσουν τα συναισθήματά τους

και συμβούλευε τον καθένα να γίνει πραγματικά ο εαυτός του.[1]

Ο διάλογος της λογοτεχνίας με την επιστήμη της φιλοσοφίας συνιστά ένα ευρύ και ανεξερεύνητο πεδίο για τα δεδομένα της ελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται, αν μη τι άλλο, για ένα πεδίο μελέτης, ικανό να προσφέρει νέες αναγνώσεις και να ανατροφοδοτήσει τα λογοτεχνικά κείμενα με σύγχρονες ερμηνείες. Η διαπίστωση, επίσης, νεότερων αλλά και σύνθετων προβληματισμών πάνω στα λογοτεχνικά κείμενα με βάση την επιστήμη της φιλοσοφίας, συνεισφέρει στη σύγκλιση των δύο επιστημών, φέρνοντας εγγύτερα τη φιλολογία με τη φιλοσοφία και ανοίγοντας έτσι το γόνιμο διάλογο ανάμεσα στις επιστήμες.

(περισσότερα…)

Ξάνθος Μαϊντάς, Φυσική: η επιστήμη που αρνείται τον εαυτό της

physics

~.~
Εισαγωγή
Ι. Παλαιά και νέα φυσική
ΙΙ. Η γραφειοκρατική επιστήμη
ΙΙΙ. Τα ελληνικά πανεπιστήμια
Επίλογος
~.~

Εισαγωγή

Από τη σημερινή πρακτική της φυσικής και από το σύνολο των πρόσφατων δεδομένων της απουσιάζει η κριτική σκέψη που θα ήταν ικανή να εκτιμήσει την αξιοπιστία των νεότερων θεωρητικών προτάσεων, οι οποίες από τη δεκαετία του ’80 αφειδώς και πληθωρικά κατατίθενται. Συχνά μάλιστα οι σύγχρονοι συγγραφείς –δόκιμοι ερευνητές με υψηλούς πανεπιστημιακούς τίτλους– αδιαφορούν για την επιβεβαίωση των εργασιών τους, ακόμη και για τον έλεγχο των αποτελεσμάτων τους, έξω από τα στενά πλαίσια μιας στοιχειώδους αυτοσυνέπειας. Αδιαφορούν για τη μακροβιότητα του πονήματός τους, του οποίου η τύχη σύντομα συνδέεται με το καλάθι της λήθης. Και όλα αυτά μοιάζει να μη βαραίνουν καμιά επιστημονική συνείδηση και να μη φέρνουν καμιά ανησυχία. Επιπλέον, η αξιολόγηση των δημοσιευμάτων από τους εκάστοτε κριτές των περιοδικών αλλά και την παγκόσμια κοινότητα των φυσικών εντάσσεται στο πνεύμα της επικύρωσης των συγκεκριμένων και παραδεκτών δρόμων της πολύ πρόσφατης πορείας της φυσικής, χωρίς όμως να αποτολμά τη συνολική θεώρηση των δρόμων αυτών.

Αποτέλεσμα αυτής της σύγχρονης παραζάλης (περισσότερα…)

Χρῆστος Μποκόρος, Ἀσπρόμαυρη φωτογραφία

~.~

Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου «e-μερολογιο ΙΙ» , ποὺ θὰ κυκλοφορήσει αὐτὴ τὴ βδομάδα μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἔκθεσής του «1821, ἡ γιορτή» στὸ Μουσεῖο Μπενάκη (19 Μαΐου – 10 Ὀκτωβρίου 2021).

~.~

Αὐ­τὴ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α ποὺ ἀ­νέ­συ­ρα ἀπ’ τὸν σω­ρὸ τῶν φευ­γά­των μνη­μεί­ων τῆς παι­δι­κῆς μου ζω­ῆς εἶ­ναι τὸ μό­νο ὀ­πτι­κὸ τεκ­μή­ρι­ο ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε ὄν­τως τὸ ἀ­χού­ρι στὸ κτῆ­μα. Ἕνας πα­ρά­δει­σος τα­πει­νὸς ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ­σα χα­μέ­νος. Μπρο­στά του πα­ρα­τη­μέ­νη ἡ πα­λιὰ κα­ρό­τσα ποὺ προ­σάρ­μο­ζε ὁ κυρ Θω­μᾶς στὸ τρα­κτε­ρά­κι ποὺ εἶ­χε γιὰ νὰ ὀρ­γώ­νει καὶ νὰ φρε­ζά­ρει τὰ ἀν­θο­κή­πι­α. Σ’ αὐ­τὴν πη­γαι­νο­ερ­χό­μα­σταν χα­ρά­μα­τα στὸ κτῆ­μα, ὅ­ταν δὲν παίρ­να­με πε­ζοὶ τὸν δρό­μο. Ἔ­στρω­νε ἡ μά­να μου πί­σω κου­ρε­λοῦ­δες καὶ κοι­μό­μα­σταν ἄλ­λο λί­γο μέ­χρι νὰ φτά­σου­με, ἤ­τα­νε νύ­χτα ἀ­κό­μα. Αὐ­τὴ κι ὁ πα­τέ­ρας μπρο­στά. Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ μοῦ ἔ­δι­νε κι ἐ­μέ­να τὸ τι­μό­νι, κι ἔ­τσι πρω­τό­μα­θα νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ ἐ­πο­χού­με­νος. Τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει ἐκεῖ πιά, τὰ ρη­μά­ξα­νε οἱ γύ­φτοι κι ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη, ἡ ἀ­νε­λέ­η­τη πρό­ο­δος. Τὸ φω­το­γρά­φη­σα μᾶλ­λον τὸν χι­ο­νι­σμέ­νο χει­μώ­να τοῦ 1979. Λο­ξὰ γε­μά­τη νε­ρὸ ἡ κα­ρό­τσα μὲ ἐγ­κλω­βι­σμέ­να πά­νω στὸ κρύ­σταλ­λο τοῦ πά­γου φύλ­λα καὶ κλα­ρά­κια ποὺ ἔ­φερ­νε ἀ­πο­βρα­δὶς τ’ ἀ­νε­μό­βρο­χο στὴν πα­γω­νιά. Εἶ­χε ξε­ρα­θεῖ τό­τε ἀπ’ τὸ χιό­νι κι ἡ γυα­λέ­νια μας ἡ μυ­γδα­λιά, ἔ­σπα­σε ἀπ’ τὸ βά­ρος του καὶ τὸ με­γά­λο κλα­δὶ τῆς σκα­μνιᾶς ποὺ στὴν σκι­ε­ρὴ ἀγ­κα­λιά του ἀ­πὸ κά­τω χω­ρού­σα­με ὅ­λοι ν’ ἀρ­μα­θι­ά­σου­με τὸν σω­ρὸ τοῦ κα­πνοῦ στὴν χω­μά­τι­νη αὐ­λὴ ‒σ’ αὐ­τὸ κρε­μού­σα­με καὶ τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὴν κού­νια‒ κι ἔ­λαμ­πε ὁ ἥ­λι­ος τρι­γύ­ρω, δί­πλα στὴ στέρ­να χρυ­σα­στρά­φτα­νε τὰ χα­μο­μή­λια, εἶ­χε πε­θά­νει ὁ πα­τέ­ρας μου τὸ προ­η­γού­με­νο κα­λο­καί­ρι, κι ἄρ­χι­σαν ἔ­κτο­τε νὰ ἀ­φα­νί­ζον­ται κι ἄλ­λα ση­μά­δια τοῦ τό­που γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζω τὴν ἀ­πο­δο­χὴ –ἂν πο­τέ‒ τῆς μοι­ραί­ας ἀ­πώ­λει­ας, ἡ κα­πνο­καλ­λι­έρ­γει­α τέ­λει­ω­νε, εἶ­χαν ζη­τή­σει νὰ πα­ρα­δώ­σου­με καὶ τὶς ἄ­δει­ες, μεί­να­νε χέρ­σα τὰ κτή­μα­τα, δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ τὰ συμ­μα­ζέ­ψω, σπού­δα­ζα τό­τε ἀλ­λοῦ καὶ δὲν μὲ ἔ­βλε­πα νὰ ξα­να­γυ­ρί­ζω. (περισσότερα…)