Θάνος Γιαννούδης

Γιατί βρίζουν τόσο τις Σκιαδαρέσες; Επεξηγώντας ένα μουσικό φαινόμενο

Η φωτογραφία από τη σελίδα των καλλιτέχνιδων στο fb

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~ 

Παρουσιάζει συχνά ιδιαίτερα αυξημένο ενδιαφέρον για τον ερευνητή να παρατηρεί και να περιγράφει καταστάσεις και φαινόμενα όχι τόσο από τη βολική χρονική απόσταση του μέλλοντος, αλλά ακριβώς τη στιγμή εκείνη που εξελίσσονται, σχηματοποιούνται και διαμορφώνονται. Μια τέτοια προοπτική, δεδομένης της αδιαμόρφωτης ακόμα κατάστασης και της μη γνώσης του πού η μπίλια θα κάτσει (αν «κάθεται» εντέλει και ποτέ κάπου οριστικά) επιτρέπει στον εκάστοτε μελετητή, όταν το εκάστοτε εφήμερο πρόταγμα δεν του θολώνει την κρίση και τη ματιά, να προβεί σε προβλέψεις για τη μετέπειτα εξέλιξη των πραγμάτων, οι οποίες στη μακροχρονία μπορεί να καταστούν ακόμα και εντελώς άστοχες και αδικαίωτες, αλλά θα προέρχονται σε κάθε περίπτωση από τα δεδομένα  που έχει ενώπιόν του.

Έχοντας το παραπάνω αξίωμα ως βάση, θα προσπαθήσουμε να επεξηγήσουμε ένα εγχώριο μουσικό και κοινωνικό φαινόμενο των τελευταίων ετών ως προς το girl band που διχάζει και πολώνει και το οποίο γνωρίζει τεράστια απήχηση σε ένα σημαντικό τμήμα της νεολαίας, ιδιαίτερα εκείνης που βρίσκεται στη λεγόμενη «πρώτη νιότη» και δεν έχει συμπληρώσει ακόμα το 30ό έτος της ηλικίας της. Γιατί, λοιπόν, από σχεδόν όλους τους καλλιτέχνες που δραστηριοποιούνται σήμερα στο πεδίο της μουσικής και του τραγουδιού, ακόμα και από τους trappers εκείνους που κάνουν καριέρα πάνω σε τραγούδια που μιλούν ανοιχτά και απροκάλυπτα για όπλα, ναρκωτικά και σωματεμπορία, οι «Σκιαδαρέσες» (γκρουπ που αποτελείται από τις δίδυμες αδελφές Νίκη και Όλγα και τραγουδά κατά βάση για θέματα ερωτικά και υπαρξιακά) είναι αυτές που έχουν δεχτεί αθροιστικά δυσανάλογα πολλές περισσότερες διαδικτυακές επιθέσεις, χλευασμό και υποτίμηση; Περιγράφοντας ορισμένους λόγους που κατά την κρίση μας επεξηγούν το φαινόμενο, θα προβούμε, παράλληλα, και σε μια αντικειμενική και ουδέτερη σκιαγράφηση του ως τώρα έργου και της πορείας τους, προσπαθώντας να αφήσουμε στην άκρη το γεγονός πως και ο αρθρογράφος ανήκει στους θαυμαστές του συγκεκριμένου μουσικού σχήματος, καθώς θεωρεί πως έχει κομίσει κάτι το ιδιαίτερα φρέσκο και ελπιδοφόρα καινοτόμο στη βαλτωμένη επικράτεια του λεγόμενου «έντεχνου» τραγουδιού (παρόλο που είμαστε βέβαιοι πως οι καλλιτέχνιδες δεν θα αυτοπροσδιορίζονταν ως εκπρόσωποί του).

Αν προσπαθούσαμε, επομένως, να επεξηγήσουμε το γιατί οι Σκιαδαρέσες δέχονται τόσο έντονες και επίμονες μέσα στα χρόνια επιθέσεις στα κοινωνικά δίκτυα, θα καταλήγαμε μάλλον στους ακόλουθους λόγους:

–> Γιατί θεωρούνται ένα ποπ φαινόμενο του διαδικτύου

Οι Σκιαδαρέσες βρέθηκαν από τα πρώτα τους βήματα εκτεθειμένες στα κάθε λογής σχόλια, μιας και αναδείχθηκαν και δόμησαν το ύφος και την ταυτότητά τους από την αποκλειστική ανάρτηση των τραγουδιών τους στον χώρο του διαδικτύου, έτσι ώστε σήμερα να έχουν θεωρηθεί ως ένα ακόμα «ποπ φαινόμενο», το οποίο εκείνο γέννησε κατά την περίοδο του covid. Κάνοντας τα πρώτα τους μουσικά βήματα σε μια εποχή καθολικής κατάρρευσης της δισκογραφίας, επέλεξαν απλά να την αγνοήσουν (μέχρι σήμερα δεν έχουν κυκλοφορήσει ούτε ένα cd ούτε καν κάποιο συλλεκτικό βινύλιο) και αντ’ αυτής να εστιάσουν απόλυτα την προσοχή τους στον κυβερνοχώρο, με low-budget ηχογραφήσεις και ανάρτηση των τραγουδιών τους στις κοινωνικές και μουσικές πλατφόρμες, με επιμερισμό τους ανά σελίδα (άλλα εξ αυτών στο YouTube, άλλα στο Spotify που στις νεότερες ηλικίες έχει υποκαταστήσει το πρώτο, άλλα μονάχα συναυλιακά, ορισμένα απευθείας στα κοινωνικά δίκτυα), με διαφορετικές και αυτόνομες αναρτήσεις στο καθένα από τα τελευταία, με παράλληλο vlogging, με βίντεο καθημερινής ζωής δίχως ωραιοποιήσεις, με ατομική αλληλεπίδραση με μεμονωμένους θαυμαστές και θαυμάστριες, αλλά και με μια γενικευμένη αίσθηση αυθεντικότητας και αδιαμεσολάβητης επαφής (εν μέρει αληθινής εν μέρει τμήματος της περσόνας τους), η οποία διατηρείται στο ακέραιο μέχρι και σήμερα που θεωρούνται πλέον πλήρως «καθιερωμένες». Τα ξένα παραδείγματα αυτού του είδους είναι πολλά και χαρακτηριστικά, με την ελληνική περίπτωση μονάχα του ατυχούς Παντελή Παντελίδη (σε ένα τελείως διαφορετικό, βέβαια, μουσικό ελαφρολαϊκό είδος και «μαζικό» κοινό) να ξεχωρίζει ως προς το διαδικτυακό της ξεκίνημα, αλλά κι εκείνον πολύ σύντομα να απορροφάται από την κανονικοποίηση του δισκογραφικού χώρου. Οι Σκιαδαρέσες, αντιθέτως, επιμένουν συνειδητά στο alternative και στη σάτιρα του μέινστρημ, ακόμα κι όταν αξιοποιούν και οικειοποιούνται επιδεικτικά όλα τα όπλα και τα μοτίβα του, ως μια οργανικά ενταγμένη αντίρρησή του. Με το αρχικό τους μουσικό ύφος («Στο Ναύπλιο», «Καραόκε πάρτυ») να θυμίζει αρκετά το καθιερωμένο «έντεχνο» της περασμένης δεκαετίας, όπως εκείνο σχηματοποιήθηκε από ερμηνεύτριες όπως τη Νατάσα Μποφίλιου, στην πορεία εξελίσσονται και βρίσκουν τη δική τους αυτόνομη μουσική ταυτότητα, συνενώνοντας στοιχεία της ποπ και της ροκ, indie επιρροές, πολυφωνικά μοτίβα και ηλεκτρονικές πινελιές που δένουν, όλως παραδόξως, απολύτως οργανικά κι επιτυχημένα. Το διαδίκτυο αποτέλεσε μονάχα την αφορμή, ώστε να ανάψει η πρώτη σπίθα και αυτή να διαχυθεί ύστερα από τους διαύλους του προς όλες τις κατευθύνσεις. (περισσότερα…)

To φρούριο στην γκρίζα ζώνη

του ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Θάνος Γιαννούδης
Μοντέρνα Τέχνη
Περισπωμένη, 2025

Αν έπρεπε να περιγράψω την νέα συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, Μοντέρνα Τέχνη, με μία μόνο φράση, θα ήταν αυτή: Γκρίζα ζώνη. Η συλλογή κινείται σε μια περιοχή, η οποία δεν μπορεί ακριβώς να οριστεί, καθώς φαίνεται το όραμα, η στόχευση, το μήνυμα και η τεχνική πολλές φορές βρίσκονται σε ασυμφωνία μεταξύ τους. Τι είναι ακριβώς η συλλογή; Μια σπουδή στην μοντέρνα τέχνη; Ένας σαρκασμός της από την σκοπιά του νεοφορμαλισμού; Είναι ένα μανιφέστο για την κατάρριψή της; Είναι ο οραματισμός του καλλιτέχνη για το μέλλον; Είναι ένας διάλογος με το παρελθόν; Ίσως όλα αυτά μαζί, ίσως κάποια από αυτά, ίσως πάλι και τίποτα απολύτως. Ποιήματα με σαφή νοήματα και σταθερά θεμέλια, που όμως κινούνται σε μια αόριστη γκρίζα ζώνη.

Ίσως ακόμη πιο εύστοχα η συλλογή περιγράφεται με το δίστιχο στην πρώτη σελίδα της συλλογής:

Να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θα ’ρθει.

Είναι η συλλογή λοιπόν ένας πρόδρομος για το μέλλον που θα έρθει; Βρίσκεται (όπως κάθε πρόδρομος) στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ του παρόντος (που θέλει να αλλάξει) και του μέλλοντος που ακόμη δεν έχει γεννηθεί; Θεωρώ, ξαναδιαβάζοντάς την, πως η απάντηση είναι θετική. Η Μοντέρνα τέχνη είναι ένα ξεκάθαρο μεταβατικό στάδιο στην ποιητική του Γιαννούδη, που μετά το «Του Ουρανού και της Γης» επιχειρεί να κάνει το επόμενο βήμα στο ευρύτερο λογοτεχνικό-ποιητικό του έργο.

Ως μεταβατικό στάδιο – πρόδρομος – γκρίζα ζώνη, η Μοντέρνα τέχνη έχει αυτά που θεωρώ πισωγυρίσματα. Ενώ υπάρχουν σημεία στα οποία πιστεύω πως ο Γιαννούδης θα μπορούσε να είχε κάνει πραγματική υπέρβαση, υπάρχουν άλλα σημεία που τα οποία τον κρατάνε «δέσμιο». Για παράδειγμα, στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής «Αναγέννηση», ο ποιητής-αφηγητής αναφωνεί πως «ξαναγεννιέται ο ποιητής-προφήτης», εντούτοις η παρουσία του ποιητή-προφήτη δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά. Ο Γιαννούδης εντέχνως μας συστήνει την μοντέρνα εποχή στο πρώτο μέρος της συλλογής, αλλά μετά από το πρώτο ιντερμέδιο ασχολείται με τα «Πρόσωπα της μοντέρνας Τέχνης» και μετά το δεύτερο ιντερμέδιο, με τα «Τοπία της Μοντέρνας Τέχνης». Η εποχή του προφήτη, το μέλλον δεν έρχεται ποτέ. Το βήμα για το ξεπέρασμα της μοντέρνας συνθήκης δεν γίνεται και ο επίλογος δεν λειτουργεί ως κατακλείδα, αλλά μάλλον ως “cliffhanger” για το επόμενο εγχείρημα.

Ένας από τους λόγους που υποπτεύομαι πως συμβαίνει αυτό το πράγμα, είναι το γεγονός πως όλα τα ποιήματα της συλλογής έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα σε κάποιο φιλολογικό-λογοτεχνικό blog. Η γενικότερη εντύπωση που δίνεται είναι πως ο ποιητής απλώς έχει μαζέψει τα ποιήματα που έχει γράψει την προηγούμενη περίοδο, τα έχει επεξεργαστεί και απλώς τα ανθολογεί στη συλλογή του, κάτω από την ομπρέλα της Μοντέρνας τέχνης. Όμως αυτό παραμένει μια ανθολογία, όχι ένα συντεταγμένο μανιφέστο, το οποίο έχει γραφεί με σκοπό να υπηρετήσει το ποιητικό όραμα. Προφανώς, τα ποιήματα αυτά έχουν σχέση με την μοντέρνα τέχνη (αν και π.χ αδυνατώ να συλλάβω πως ο Κολόμβος είναι ένα πρόσωπο της μοντέρνας τέχνης και όχι π.χ ο Έλιοτ). Είναι μια πάγια αισθητική θέση του Γιαννούδη η αποκήρυξη του (μετα)μοντερνισμού και αυτό φαίνεται σε κάθε του ποίημα. Δεν είναι λοιπόν ασύμβατη η παρουσία των ποιημάτων με την γενική σύλληψη, αλλά διαδικασία έχει αντιστραφεί: Δεν είναι η Μοντέρνα τέχνη που απαιτεί τα συγκεκριμένα ποιήματα, αλλά τα συγκεκριμένα ποιήματα που πρέπει να βολευτούν κάτω από την Μοντέρνα τέχνη.

Αυτή η κριτική αποτελεί μόνο την μία πλευρά του νομίσματος. Αν αφήσουμε στην άκρη το όραμα και την γενικότερη ιδέα της Μοντέρνας Τέχνης και τα δούμε ένα προς ένα (όπως δηλαδή θα τα έβλεπε η μοντέρνα τέχνη, κατακερματισμένα, χωρίς την μεγάλη αφήγηση του παρελθόντος), θα αντιληφθούμε πως ο ποιητής όχι μόνο έχει να επιδείξει τεράστια ποιητική εξέλιξη από την πρώτη του ποιητική συλλογή, αλλά ανεβάζει υψηλότερα τον πήχη του έμμετρου στίχου. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #8 Νίκος Καζαντζάκης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

NIKOΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ
(1883-1957)

-> Από πού να ξεκινήσω;

Αποτελεί ιδιαίτερη αντίφαση και χαρακτηριστικό γνώρισμα της (κυριολεκτικά) εξαιρετικής περίπτωσης Καζαντζάκη το γεγονός ότι ο Κρητικός ποιητής μνημονεύεται και εξακολουθεί σήμερα την παγκόσμια πορεία του βάσει της παράπλευρης πεζογραφικής του ιδιότητας κι όχι της ποιητικής, η οποία τον είχε συντροφεύσει κατά τα περισσότερα χρόνια του βίου του. Από αυτήν την ιδιότητα, λοιπόν, καθ’ υπέρβαση της παρούσας στήλης, θα προτείνουμε κι εμείς τον νέο αναγνώστη να ξεκινήσει και πιο συγκεκριμένα από τα ταξιδιωτικά του κείμενα που κυκλοφορούν σε τόμους υπό τον γενικότερο τίτλο Ταξιδεύοντας και βρίθουν εντέλει ποιητικότητας στις περιγραφές και στον τρόπο εκφοράς του λόγου. Ο Νίκος Καζαντζάκης ταξιδεύει σε περιοχές της Ελλάδας, της Ευρώπης και της Ασίας σε χρόνια κοσμοϊστορικά, στην εποχή ακριβώς της αλλαγής παραδείγματος και της εισόδου στη νεωτερικότητα, όταν ένας κόσμος καταρρέει και ο καινούριος παλεύει να διαμορφωθεί. Δίχως να μένει κλειστός και αμέτοχος, ο συγγραφέας δένεται με τη βαθιά δομή του κάθε τόπου, με τους αγώνες και τις δοξασίες του, προσπαθώντας, παράλληλα, να διευρύνει και ο  ίδιος μέσω αυτής της διαδικασίας τα πνευματικά του όπλα. Ο αναγνώστης θα γνωρίσει, έτσι, τον λυρισμό του Καζαντζάκη που εδώ πατά πάνω στο συγκεκριμένο άνευ κάποιας (προφανούς) μυθοπλασίας και θα έρθει συχνά σε επαφή με εμβόλιμα ποιήματα και τραγούδια. Αν τώρα, ο νέος αναγνώστης επιδιώκει να προσεγγίσει το καζαντζακικό έργο με πιο «φιλοσοφικούς» όρους, προφανώς και μια πιο σωστή εισαγωγή θα ήταν η Ασκητική που δρα ως το ιδιότυπο «πιστεύω» και μανιφέστο του (ασχέτως αν τα προτάγματά του δεν τηρήθηκαν έκτοτε απόλυτα από πλευράς συγγραφέα).

-> Τι να διαβάσω στη συνέχεια;

Με δεδομένη την πρώτη επαφή με τη γραφή και τον εντελώς προσωπικό τρόπο θέασης του κόσμου από πλευράς Καζαντζάκη, το επόμενο βήμα του αναγνώστη οφείλει, κατά την κρίση μας, να ανοίξει ταυτόχρονα στο ποιητικό/πεζογραφικό, αλλά και συμπληρωματικά στο υπόλοιπό του έργο (μεταφραστικό, θεατρικό, επιστολογραφικό, παιδική λογοτεχνία). Ως ποιητής, ο Νίκος Καζαντζάκης, με έργα όπως οι Τερτσίνες, συνομιλεί ταυτόχρονα με την εποχή του και με το αιώνιο, ενώ στις ποιητικές μεταφράσεις των κλασικών (Δάντης, Λόρκα, αρχαία ελληνική γραμματεία κ.ά.) συνενώνει τα στοιχεία της ντόπιας κρητικής του παράδοσης με την παγκόσμια Ιστορία της Λογοτεχνίας. Ως (πασίγνωστος) πεζογράφος, ο Νίκος Καζαντζάκης, με έργα όπως τα Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, Ο καπετάν Μιχάλης και Ο Τελευταίος πειρασμός, επιχειρεί να εκλαϊκεύσει μυθιστορηματικά τις φιλοσοφικές και μεταφυσικές του ιδέες και να υπερτονίσει την κρητική του ταυτότητα με έναν όσο το δυνατόν πιο απτό και εύληπτο αφηγηματικό τρόπο (αν και δέσμιο ορισμένες φορές έτοιμων σχημάτων και απλουστεύσεων). Ο αναγνώστης πλέον θα είναι σε θέση να ανοιχτεί και στα υπόλοιπα πεδία του πολύπτυχου καζαντζακικού έργου, τα οποία θα του δώσουν συχνά την εντύπωση μιας ιδιαίτερης λυρικής τόλμης, μιας ευρύτητας μεταφραστικών επιλογών (Νίτσε, Βερν κ.ά.), αλλά και μιας άνισης εντέλει αισθητικής αποτύπωσης, ιδιαίτερα στα πεδία εκείνα που ο συγγραφέας δοκιμάζεται στο θέατρο και την παιδική λογοτεχνία. (περισσότερα…)

Γιατί η αριστερά δεν είναι woke

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~ 

Susan Neiman
Η αριστερά δεν είναι woke
Επίκεντρο, 2025

Η φιλοσοφικοκοινωνική μελέτη της Σούζαν Νείμαν με τίτλο Η αριστερά δεν είναι woke έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια πλήθος αντιδράσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τη συγγραφέα να επιχειρεί μετ’ επιτάσεως να διαχωρίσει δύο όρους που πλέον τείνουν να θεωρούνται ταυτόσημοι. Η πρόσφατη, ωστόσο, μετάφραση του βιβλίου και στην ελληνική γλώσσα δεν φαίνεται πως έχει τύχει ως τώρα μιας διεξοδικής και αντικειμενικής εξέτασης, με την κάθε πλευρά του ανοιχτού και ζωηρού διαλόγου να μένει μονάχα στον τίτλο και να επιβεβαιώνει τα ήδη προκατασκευασμένα συμπεράσματά της. H διαφήμισή του, αρχικά, σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε έναν κοινωνικό αυτοματισμό από σχολιαστές του εθνικιστικού χώρου που ουδεμία σχέση είχε με το περιεχόμενό του και επαναλάμβανε ψυχροπολεμικές απλουστεύσεις. Αντίστοιχα, η ευμενής κριτική ενός ιερέα για το βιβλίο στην Εφημερίδα των Συντακτών, μόλις εκείνο κυκλοφόρησε, δεν βοήθησε εξίσου, μιας και ταύτισε αυτομάτως τη συγγραφέα στο αριστερό φαντασιακό με το τμήμα εκείνο του συντηρητικού χώρου που ξιφουλκεί από διαφορετική αφετηρία έναντι του εκείνου που αποκαλεί ως ‘‘woke’’. Ωστόσο, το συγκεκριμένο βιβλίο απέχει παρασάγγας από την ως τώρα πολεμική έναντι του φαινομένου, μιας και εγγράφεται ξεκάθαρα εντός του αριστερού χώρου και της ριζοσπαστικής παράδοσης, κρατώντας στο ακέραιο στον πυρήνα του την αταλάντευτη πάλη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και την πεποίθηση του ασταμάτητου αγώνα για έναν κόσμο χωρίς διακρίσεις. Ορισμένες επεξηγήσεις, επομένως, κρίνονται κάτι παραπάνω από αναγκαίες.

Αν αφήσουμε στην άκρη τον (συνειδητά) προκλητικό τίτλο του βιβλίου που αγγίζει ακόμα και τα όρια του clickbait, κρίνουμε πως ο δικαιότερος και αντικειμενικότερος θα ήταν: Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού. Η Νείμαν παρατηρεί πως η γραμμή της επίθεσης στη νεωτερικότητα (που μεσουρανούσε στο ακαδημαϊκό και φιλοσοφικό δοκίμιο έναν αιώνα πριν) έχει πλέον αντικατασταθεί από την επίθεση στον Διαφωτισμό και από τη –συναφή με την τελευταία– διαρκή αποδόμησή του. Ως ιδιότυπο «γενάρχη» αυτής της τάσης, η συγγραφέας ονοματίζει ανοιχτά τον Μισέλ Φουκώ, το έργο του οποίου κατακεραυνώνει με κάθε ευκαιρία στις σελίδες της μελέτης της, τονίζοντας τις αντιφάσεις του και παρατηρώντας απρόβλεπτες ιστορικές συνάφειές του με απολυταρχικές αντιλήψεις. Ο Φουκώ είναι, κατά την ερευνήτρια, εκείνος που έθεσε, σε τέτοια έκταση, σε τέτοιο εύρος και γνωρίζοντας τόση απήχηση, τις βάσεις για μια ανοιχτά μηδενιστική κριτική στο διαφωτιστικό πρόγραμμα, ακυρώνοντας εντέλει τις κοσμοϊστορικές επιτεύξεις του. Η αναίρεσή τους από τον μετέπειτα αυτοματισμό των ακαδημαϊκών επιγόνων και των συναφών λόμπι πίεσης, η οποία, μάλιστα, λαμβάνει χώρα στο όνομα της «προόδου» και της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φαίνεται πως νομοτελειακά οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς για τον ίδιο τον Διαφωτισμό και την Αριστερά ως ώριμο τέκνο του, όπως η μελετήτρια επισημαίνει. (περισσότερα…)

Χρειαζόμαστε βραβείο αποκλειστικά για την έμμετρη ποίηση;

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Πολλές φορές κατά τα τελευταία χρόνια στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις μεταξύ των έμμετρων ποιητών και ποιητριών έχει τεθεί ανοιχτά και μετ’ επιτάσεως το ζήτημα των λογοτεχνικών βραβεύσεων, της ισχνής έως ανύπαρκτης παρουσίας της σύγχρονης έμμετρης ποιητικής παραγωγής στις λίστες τους και στην πριμοδότηση εντέλει εκείνων των ποιητικών συλλογών που συναινούν αγόγγυστα στη διαιώνιση του μοντερνιστικού παραδείγματος. Ως αντιπρόταση ορισμένων, έχει τεθεί η πρακτική της αγνόησης των συμβατικών επιτροπών και η ανακήρυξη ετήσιου βραβείου ή επάθλου έμμετρης ποίησης, το οποίο και θα πιάνει ομαλά το νήμα με τον προαιώνιο ορισμό της τέχνης, επανατοποθετώντας τον επάνω στον αρχικό του άξονα. Στο συγκεκριμένο άρθρο, δίχως να παίρνουμε ανοιχτά θέση, επιδιώκουμε να καταγράψουμε επιγραμματικά τις σημαντικότερες θέσεις της μίας και της άλλης πλευράς, διευρύνοντας και βαθαίνοντας τον σχετικό διάλογο. (περισσότερα…)

Στους ομοτέχνους του Νέου Πλανοδίου – Ένα ποιητικό δώρο Χριστουγέννων

*

ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ

Χριστέ μου, δεν θ’ αντισταθώ καθόλου αυτό το βράδυ,
πετώ με θάρρος την αιδώ μες στο ξερό πηγάδι.
Καλπάζει η αγάπη μου η σφοδρή με του έρωτα τον ίππο
και στάθηκε να πιει νερό στον μυστικό μου κήπο.
Μακάριο το πένθος μου και το πικρό μου δάκρυ
αν έβρισκα το ταίρι μου στου πέλαγου την άκρη,
μα αν κάποτε ξεστράτιζε το γλυκερό της βέλος
δεν θα έκλεινα τα μάτια μου μπροστά στο βίαιο τέλος.

Τριγύρω μου καλή χορεία
φωτίζει την τρωτή πορεία
και δώρα τέτοια με κερνάει
στη θλίψη που με προσπερνάει:

σονέτα απ’ τη Μαρία πρίμα
της Άννας την ωραία ρίμα
του Νίκου τους στεντόρειους ήχους
μελωδικούς του Θάνου στίχους
σφοδρές απ’ τον Θανάση δόσεις
στον Ρίλκε τέλειες αποδόσεις
από του Κώστα τη γραφίδα.
Ζαλίζει το άγγιγμα του Μίδα
όμως το φρούτο δεν αλλάζει·
η γεύση πάντα συναρπάζει.

Στην πτώση μου με τέτοια συνοδεία
ξορκίζω την πανάρχαιη τραγωδία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

Ο θάνατος του Σαββόπουλου ως αστάθμητος παράγοντας στο Έτος Θεοδωράκη

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #8

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Στο όγδοο μέρος της ετήσιας στήλης μας για το «Έτος Μίκη Θεοδωράκη», προβαίνουμε σε μια έκτακτη και παρενθετική καταγραφή που γέννησαν οι συνθήκες, μιας και ο θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου παρείχε σε πολλούς ερευνητές και (ταυτόχρονα) σε κάθε λογής σχολιαστές την ευκαιρία για πολλαπλές συγκρίσεις με τον Θεοδωράκη στους άξονες της παράλληλης πορείας, της αντίστοιχης και μη δημιουργίας, της ιδεολογικής μεταστροφής, ακόμα εντέλει και του στερνού αποχαιρετισμού που έλαβαν οι δύο καλλιτέχνες. Επιχειρώντας να συνενώσουμε τους βασικούς και μόνο άξονες αυτής της σύγκρισης, θα προβούμε κι εμείς με τη σειρά μας τόσο στην καταγραφή των έλξεων και των αποκλίσεων τους όσο και σε μια επιλογική (και ενδεχομένως εύλογη) εικασία.

///

–> Στο δεύτερο μισό του Αφιερωματικού Έτους Μίκη Θεοδωράκη που διανύουμε, ενώ είχαν αρχίσει ήδη να διατυπώνονται ορισμένες ενστάσεις με αφορμή την επέτειο εκατό χρόνων από τη γέννηση του Μάνου Χατζιδάκι για τη μη συμπερίληψη του τελευταίου ως ισότιμου στην επέτειο, ο ξαφνικός θάνατος του Διονύση Σαββόπουλου, η κηδεία του και οι αντιδράσεις που την ακολούθησαν, μετατόπισαν σημαντικά την ατζέντα και τον δημόσιο διάλογο. Ενδιαφέρουσα δε σύμπτωση αποτελεί το γεγονός πως ο πρωτοπόρος τραγουδοποιός, το έργο του οποίου έχει, εξάλλου, συνεξεταστεί ερευνητικά και επιστημονικά ως παραπληρωματικό και εναλλακτικό στα παραδείγματα Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, στο τελευταίο του εν ζωή δημόσιο κείμενο είχε αρθρογραφήσει κι εκείνος με τη σειρά του υπέρ της τιμής στη μνήμη του Χατζιδάκι ισότιμα μ’ εκείνη του Θεοδωράκη, κλείνοντας, έτσι, άθελά του έναν ιδιότυπο κύκλο.

–> Παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η στάση ενός μεγάλου τμήματος του προοδευτικού χώρου έναντι των δύο καλλιτεχνών, όπως αυτή εκφράστηκε μετά τον θάνατό τους (περισσότερα…)

Θέρετρα

*

Φριχτά μαντέματα λεν για τα γηρατειά:
Το κύμα, λεν, αφρούς στ’ αστέρια δεν θα υψώνει.
Χωρίς χαμόγελο η χλόη, τα νερά
χωρίς καρδιάς παλμό, χωρίς Θεό οι κλώνοι.
ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ (μετάφραση Γ. Κοροπούλης)

Και τώρα αρχίζει το φθινόπωρο:
Πού θα μας βγάλει αυτό; Ποιος ξέρει;
Η μέρα χάραζε πρωτόφαντη
κι ήταν η πλάση καλοκαίρι.

Κάποτε νόμισα μας μίλησαν,
Χαλκιδική, τα κύματά σου,
για μια στιγμή το σύμπαν άνοιξε…
Καιρέ, γιατί πια τρέχεις; Στάσου!

Ο ήλιος στην κορφή του ανέμιζε
κι εμείς, μικροί, δεν ξέραμ’ ότι
(καθώς χωρίς σκοπό γυρνούσαμε)
δεν είν’ αιώνια η νιότη.

Και τώρα αρχίζει το φθινόπωρο:
Αργά τα θέρετρα θ’ αδειάσουν.
Θα ’ρθούν βροχές, βροντές κι αγέρηδες
σωρούς τις μνήμες ν’ αραδιάσουν. (περισσότερα…)

Ο Μίκης Θεοδωράκης, το Βραβείο Νομπέλ και η Προεδρία της Δημοκρατίας

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #7

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Κατά την ύστερη περίοδο της ζωής και του έργου του και κατά τη φάση της πάνδημης και διεθνούς του αναγνώρισης, ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε υποψήφιος για το Νομπέλ Ειρήνης το 2000 για τη κοινωνική του δράση για τη Δημοκρατία ανά την υφήλιο μέσα στις δεκαετίες. Πέντε χρόνια αργότερα, η λήξη της θητείας του Κωστή Στεφανόπουλου στην Προεδρία της Ελληνικής Δημοκρατίας το 2005, είχε φέρει έντονα στο προσκήνιο το όνομα του συνθέτη για το ανώτατο πολιτειακό αξίωμα, ως μια προσωπικότητα κοινής αποδοχής που ήταν σε θέση να ενώσει έμπρακτα τον ελληνικό λαό πέρα από κόμματα και ιδεολογίες. Σήμερα, γνωρίζοντας καλά πως και οι δύο υποψηφιότητες (αν η δεύτερη υπήρξε όντως πέραν των αρχικών σκέψεων και των διαρροών) δεν ευδοκίμησαν, αξίζει τον κόπο να στήσουμε στο πλαίσιο της σταθερής φετινής μας στήλης ένα ακόμα ακαδημαϊκό σενάριο, εξετάζοντας τις πιθανές κατευθύνσεις μιας εναλλακτικής πραγματικότητας με τον Μίκη Θεοδωράκη νομπελίστα ή Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Σε τι μπορεί να είχαν αλλάξει η φωνή του, οι δημόσιες τοποθετήσεις του ή η πρόσληψη του έργου του σε μια τέτοια περίπτωση;

///

–> Αν ο Μίκης Θεοδωράκης είχε τιμηθεί με το βραβείο Νομπέλ, η κίνηση αυτή θα προσέδιδε ένα ακόμα μεγαλύτερο κύρος στην ήδη σπουδαία διεθνή του ακτινοβολία, δρώντας, ταυτόχρονα, υποστηρικτικά τόσο για τη διαφήμιση (και) του καλλιτεχνικού του έργου όσο και της ίδιας της Ελλάδας και του πολιτισμού της εν γένει. Συγχρόνως, ο συνθέτης θα ήταν ο μοναδικός Έλληνας καλλιτέχνης που θα βραβευόταν και με το βραβείο Νομπέλ και με το βραβείο Λένιν, γεγονός που δεν θα μπορούσε ντε φάκτο να επαναληφθεί ποτέ ξανά εξαιτίας των ιστορικών ανατροπών που μεσολάβησαν, ξεπερνώντας, έτσι, τις περιπτώσεις Σεφέρη, Ελύτη και Ρίτσου, αντίστοιχα και αποδεικνύοντας το καθολικό εκτόπισμά του mανεξαρτήτως πολιτικών ιδεολογιών και γεωπολιτικών μπλοκ δυνάμεων. (περισσότερα…)

«Δε θέλω εγώ να μ’ αποκαλούνε ποιητή»: Ένας πρώιμος Βενέζης σε μια σύγχρονη έκδοση

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Ηλίας Βενέζης, Ανέκδοτα διηγήματα και ποιήματα [1920-1922],
Εισαγωγή Α. Καστρινάκη, Μελέτη-Επιμέλεια Κ. Καλαϊτζάκης,
Εκδόσεις Σοκόλη, Αθήνα 2025

Δεν υπάρχει, ενδεχομένως, μεγαλύτερος σκόπελος στη μελέτη της λογοτεχνίας από το να επιχειρηθεί η ανατροπή ή η διεύρυνση των παγιωμένων ορίων και της προκατασκευασμένης επικράτειας εντός της οποίας οφείλει ντε φάκτο να κινείται κάποιος κλασικός δημιουργός που βρίσκεται στο επίκεντρο του «κανόνα». Αδυνατούμε να δεχτούμε εύκολα εκδοχές του έργου του Παλαμά χωρίς την πατριδολατρεία, του Καραγάτση δίχως τον σεξουαλισμό, του Ρίτσου άνευ της αριστερής στράτευσης, μιας και τέτοιες θεάσεις σπάνε τα βολικά για την έρευνα «καλούπια» εντός των οποίων έχουμε τοποθετήσει τους συγγραφείς του παρελθόντος χωρίς να επιδέχονται εύκολα αλλαγών, πέραν κάποιων επιφανειακών προσθηκών εντός της ίδιας και σταθερής δομής σκέψης και αφήγησης.

Μια τέτοια αντίστοιχη περίπτωση αποτελεί και το πεζογραφικό έργο του Ηλία Βενέζη, το οποίο έχει συνδεθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου με τους απόηχους της Μικρασιατικής Καταστροφής, με τα πάθη των αιχμαλώτων στα τάγματα εργασίας, με το δράμα της προσφυγιάς και με τη συνακόλουθη προσπάθεια για την εκκίνηση μιας νέας ζωής στον ελλαδικό χώρο, ενώ, παράλληλα, κυριαρχούν εντός του εφ όρου ζωής οι αναμνήσεις μιας χαμένης για πάντα πατρίδας στην άλλη πλευρά του Αιγαίου. Αδυνατούμε, λοιπόν, σήμερα ακόμα και να διανοηθούμε πως υπάρχει εκεί έξω μια πλευρά του νεανικού Βενέζη που αγωνίζεται να ανακαλύψει τη φωνή του στην πεζογραφία και την… ποίηση πειραματιζόμενος με τον αισθητισμό, διαλεγόμενος με τα καινοτόμα ρεύματα των αρχών του 20ού αιώνα και πριμοδοτώντας στη γραφή του τη ρευστότητα και την υποβολή αίσθησης έναντι της γραμμικής εξιστόρησης και πλοκής. Αδυνατούμε, μάλιστα, να κατανοήσουμε πως, αν δεν είχε λάβει χώρα η Καταστροφή και η οδυνηρή του εμπειρία, όλα τα στοιχεία του πρώιμου έργου του οδηγούν μαθηματικά στο συμπέρασμα ότι η γραφή του θα εξελισσόταν σε εντελώς διαφορετικούς άξονες και ο λογοτέχνης Βενέζης σήμερα θα ήταν ταυτισμένος με εξ ολοκλήρου άλλα χαρακτηριστικά, ελάχιστα συμβατά με την εικόνα μας για εκείνον.

Αυτή την ως τώρα ανέκδοτη εκδοχή του πρώιμου Βενέζη φέρνει στο φως η τολμηρή και καλοστημένη αισθητικά σειρά «Αναψηλαφήσεις» των Εκδόσεων Σοκόλη σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης και (εν προκειμένω) η ενδελεχής έρευνα του νέου επιστήμονα Κωνσταντίνου Καλαϊτζάκη, ο οποίος κατορθώνει να τοποθετήσει με απόλυτη ακρίβεια το έργο του Μικρασιάτη Λογοτέχνη στα δεδομένα της εποχής του. Ο Καλαϊτζάκης περιγράφει με σαφήνεια και αρκετές παράπλευρες πληροφορίες τη (λησμονημένη σήμερα) φιλολογική κίνηση της Μικράς Ασίας και των παραλίων τα χρόνια πριν την τραγική λήξη της εκεί ελληνικής εμπλοκής και αναλύει την επιρροή αισθητιστικών, νιτσεϊκών και πρωτοπόρων θεωριών σε νέους Λογοτέχνες της περιοχής που επιχειρούν τόσο να ορθώσουν αυτόνομα τη φωνή της δικής τους γενιάς όσο και να προβάλουν το στοιχείο της εντοπιότητας στην παραγωγή πνευματικού λόγου, δίχως να διαμεσολαβούνται από την ισχυρή μαγνητική δύναμη του «κέντρου» των Αθηνών. (περισσότερα…)

Κωστής Παλαμάς – Μίκης Θεοδωράκης: Ποιητής και συνθέτης προφήτες

*

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #6

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Η ιστορική και δημιουργική πορεία του Μίκη Θεοδωράκη, η ζωή και το έργο του διασταυρώθηκαν και μελετήθηκαν εκτεταμένα από την κριτική σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες πορείες συγκεκριμένων ποιητικών ονομάτων της Ελλάδας (κατά βάση της «Γενιάς του ’30» και του ρεύματος του «μοντερνισμού»), τα οποία ο συνθέτης γνώρισε από κοντά και μελοποίησε (Ρίτσος, Ελύτης, Σεφέρης και από τους «μεταπολεμικούς», Λειβαδίτης, Κατσαρός κ.ά.), αλλά και του εξωτερικού, ιδίως του ευρύτερου χώρου της Αριστεράς (Λόρκα, Νερούδα). Μάλιστα, ακόμα και η (μάλλον άστοχη και μη δικαιωμένη στον χρόνο) μεταπολιτευτική απόπειρα του συνθέτη να διαλεχθεί με το έργο και τον μύθο του Κώστα Καρυωτάκη αποτέλεσε την αφορμή για μια (αποσπασματική) αναλογία του με τον αυτόχειρα ποιητή. Σχεδόν πουθενά, ωστόσο, στην εκτεταμένη βιβλιογραφία για τον συνθέτη δεν έχει επιχειρηθεί ως τώρα μια συντονισμένη σύγκριση και σύγκλιση της πορείας και του έργου του με τον πλέον «μείζονα» νεότερο Έλληνα ποιητή, Κωστή Παλαμά, η συνάρτηση του οποίου με την αντίστοιχη πορεία του Θεοδωράκη κρίνουμε πως έχει πολλά να κομίσει στην έρευνα, μιας και αμφότεροι διεκδικούν (και κατακτούν έπειτα από αγώνες) τον ρόλο του «εθνικού» και του «ποιητή/συνθέτη-προφήτη». Με το παρόν, έκτο άρθρο στη σταθερή φετινή μας στήλη για το «Έτος Μίκη Θεοδωράκη», επιχειρούμε να θέσουμε ως μια πρώτη βάση ορισμένους άξονες αναφοράς και σύγκλισης της πορείας και των κεντρικών κατευθύνσεων του έργου τους.

///

–>Γεννημένοι και οι δύο σε πόλεις της ελληνικής επαρχίας, αναγκάστηκαν να αλλάξουν σπίτι στα κρίσιμα παιδικά χρόνια, ο Κωστής Παλαμάς λόγω της απώλειας των γονιών του, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης εξαιτίας των επαγγελματικών μεταθέσεων του πατέρα του, με τίμημα την απομάκρυνσή τους από μια σταθερή παιδική και εφηβική ηλικία. Όταν, ως ενήλικες πια, φτάνουν στην Αθήνα, ο πρώτος σε μια εποχή εθνικών εξορμήσεων κι ο δεύτερος στην καρδιά της ακμής της Εθνικής Αντίστασης, οι αδιαμόρφωτες επιρροές της ως τότε ζωής τους σχηματοποιούνται ευκρινώς και τους κινητοποιούν δυναμικά και προωθητικά προς τη δράση. Η δε ποίηση του Παλαμά, κατά δήλωση του Θεοδωράκη, υπήρξε ένας από τους βασικούς οδικούς άξονες για τον ίδιο στα εφηβικά του χρόνια, έχοντας ως απότοκο και κάποιες (πρωτόλειες) μελοποιήσεις σε ελάσσονα παλαμικά ποιήματα. (περισσότερα…)

Η ιστορική συγκυρία στη στιχουργία του Μίκη Θεοδωράκη: Λίγα λόγια και μια μικρή ανθολόγηση

 

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #5

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Μιας και στις 29 Ιουλίου έκλεισαν ακριβώς 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη, κρίνουμε πως στο πέμπτο τμήμα του ετήσιου αφιερώματός μας οφείλει να τοποθετηθεί ο ίδιος σε πρώτο πλάνο και να λάβει ανοιχτά τον λόγο. Η σύνδεση με την επέτειο και τη συγκυρία που επιχειρούμε δεν είναι τυχαία, μιας και το μουσικό έργο του Θεοδωράκη, σε όλες του, μάλιστα, τις μορφές και όχι μόνο στην δημοφιλέστερη «έντεχνη – λαϊκή» που εξετάζουμε σε βάθος στην παρούσα στήλη, διαπλέκεται σχεδόν στο πλήρες μάκρος του με την ιστορική συγκυρία και την κοινωνική πραγματικότητα, τέμνοντας εγκάρσια έξι και πλέον δεκαετίες του ιστορικού, πολιτικού και πολιτισμικού ελληνικού βίου, σχολιάζοντας ενίοτε επιμέρους τομές και ρήξεις του, ασκώντας σκληρή κριτική στους τομείς που χρήζουν αλλαγών και προσδοκώντας την ανάνηψή του από τη νοσηρή πραγματικότητα που ο συνθέτης κρίνει (και, κατά την κρίση μας, απολύτως βάσιμα) πως ο τελευταίος έχει περιέλθει.

///

Το συνεκτικό όραμα του Μίκη Θεοδωράκη αποκρυσταλλώνεται, ωστόσο, συχνά και μέσω επιμέρους τραγουδιών στα οποία τόσο η μουσική όσο και οι στίχοι ανήκουν στον ίδιο, πετυχαίνοντας, έτσι, την πλήρη ταύτιση των συνθετικών και στιχουργικών στοχεύσεων που δεν είναι πάντα δεδομένη όταν ο συνθέτης και ο στιχουργός αποτελούν δύο διακριτές, διαφορετικές και αυτόνομες οντότητες (για παράδειγμα, ακόμα και στον ίδιο τον Θεοδωράκη ασκήθηκε κριτική για τις αποδόσεις του στον πιο προωθημένο νεωτερικά λόγο του Κ. Τριπολίτη). Παρόλο που η αμιγώς στιχουργική πλευρά του Μίκη προφανώς και υπολείπεται της αντίστοιχης συνθετικής, γεγονός που αποδεικνύεται και από την ψυχρή πραγματικότητα των αριθμών των πωλήσεων και από την επιβίωση ή μη του κάθε έργου στον χρόνο, εντούτοις αξίζει να σταχυολογήσουμε στο συγκεκριμένο άρθρο επιλεκτικά ορισμένες από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές της, τοποθετώντας τις στα δεδομένα της εκάστοτε συγκυρίας, αλλά και πέρα από αυτήν και ελπίζοντας να ανοίξουμε τον δρόμο για μια ευρύτερη επιστημονική μελέτη στη συγκεκριμένη και ελαφρώς παραγνωρισμένη πλευρά του έργου του. (περισσότερα…)