Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)
*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.
Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.
Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.
Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.
Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.
Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.
///
«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.
Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.
«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.
Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana.
///
Στην είδηση του θανάτου του Όθωνα, στα 1867, ο Αχιλλέας Παράσχος χρωστάει ένα από τα πιο πηγαία, τα πιο συγκινημένα ποιήματά του. Αφού πρώτα δηλώσει ότι ο ίδιος υπήρξε πολέμιος του μονάρχη και ότι τον αντιπολιτεύθηκε κάποτε παράφορα· κι αφού διαπιστώσει πικρά πως πρώτοι οι άλλοτε φίλοι του τον λησμόνησαν αφότου εξέπεσε από τον Θρόνο («εις λήθην σ’ εγκατέλειψαν θανάτου βαρυτέραν»), ο ποιητής πλέκει το εγκώμιο του ανεξίκακου, ευγενικού ανθρώπου, που παρασύρθηκε από τις μοιραίες συμβουλές του περιβάλλοντός του:
Ο ατυχής!… Κακός αυτός ποτέ, ποτέ δέν ήτο·
Ήτο παράδοξος ψυχή, άλλ’ εκλεκτή καρδία.
Επλάσθη δια το καλόν κ’ είς άλλα έκινείτο·
Τον έρριψεν η πεισμονή, άλλ’ όχ’ η δυστροπία.
Δεν μας εμίσει, και την γην του ύψους του επόνει.
— Κατηραμέν’ οι φίλοι του κ’ η πεισμονή του μόνη!
Ο Παράσχος αναλογίζεται και συμπονεί τη μοίρα του εξόριστου μακριά από τον τόπο που τόσο αγάπησε:
Τί άρα, τί εσκέπτετο εξόριστος; οποίας
Κολάσεις θα υπέφερε σιγών;… Θα ενθυμείτο
Την ώραν, καθ’ ην έφηβος ιππεύς προ της Ναυπλίας
Από εν έθνος ευγενές θερμώς επευφημείτο·
Την τότε μέθην, τας λαμπράς ελπίδας, και ακόμα
Πως επανείδεν ύστερον το πάτριόν του δώμα!…
Και στο όνομα της βαθιάς εκείνης αγάπης, τον συγχωρεί με μια χειρονομία καταλλαγής πάνω από το βάραθρο:
— Εύλογημένη η μνήμη σου, αμέριμνος κοιμήσου !
Σε αμνηστεύει, ω νεκρέ, το έθνος των Ελλήνων.
Δεν έπταισ’ η καρδία σου, αν έσφαλ’ η ζωή σου·
Υπήρξες μόνον ατυχής κ’ εις εποχάς κινδύνων.
Ειρήν’ εις του μνημείου σου, Μονάρχα, την σκοτίαν
Καρδίαν είχες Έλληνος, αν όχι και πορείαν…
«…Δεν έπταισ’ η καρδία σου, αν έσφαλ’ η ζωή σου…» Σ’ αυτόν τον υπέροχο στίχο νομίζει κανείς ότι ακούει προδρομικά τον Διονύση Σαββόπουλο όταν διεκτραγωδεί την αθλιότητα της ελληνικής Αριστεράς: «Εφιάλτης ήταν τ’ όραμα μα αλήθεια ήταν το πάθος»…
Και ο ποιητής κλείνει το «Ελεγείον» του με μια έκκληση. Οι Συνέλληνες να ζητήσουν η σορός του άτυχου ηγεμόνα να τους επιστραφεί και να ταφεί εκεί όπου πράγματι ανήκει, στη γη της Αττικής.
Ω! άνθη, άνθη εύοσμα του Υμηττού του, δότε
Του όρους του τού προσφιλούς την μνήμην του να κάνω·
Ολίγον χώμα δότε με της γης μας, πατριώται,
Να ρίψω εις το σκυθρωπόν μνημείον του επάνω!
Το χώμα της πατρίδος του ως ξένον τον βαρύνει,
Και χώμα θέλει αττικόν η ζοφερά του κλίνη.—
Ναι! φέρετε το λείψανον το παραπονεμένον
Εις την ωραίαν Αττικήν, δι’ ην επόνει τόσον·
Μνημείον σκάψετ’ ευσεβές εις χώρον ανθισμένον,
Του κυανού μας ουρανού να δέχεται τήν δρόσον!
Τρεις πήχεις δότε κ’ εις αυτόν εις τα βασίλειά του,
Να μη πλανάτ’ εξόριστος ακόμη κ’ η σκιά του…
Ποιητική γενναιοδωρία θα πει κανείς… Κι όμως, αν η χώρα ετούτη είχε μνήμη αληθινή, αυτογνωσία βιωμένη, αν ήξερε να συγχωρεί τον εαυτό της πρώτα απ’ όλα και μετά τους άλλους, πριν από τα Ελγίνεια και τα μεγαλοφάνταστα σπαράγματα της Αρχαιότητας που παρεπιδημούν εις την ξένην, θα έπρεπε να γυρέψει τούτο το απλό: τα λείψανα του πρώτου της βασιλιά. Κι ας είναι μόνο γι’ αυτό – που από τους κυβερνήτες της, αλλότριος εκείνος, την αγάπησε όσο λίγοι.
///
Τη δεκαετία του 1960, η CIA προμόταρε στο εξωτερικό τον αμερικάνικο αφηρημένο εξπρεσσιονισμό, τη δεκαετία του 1980 επιδοτούσε τη γαλλική μετάφραση της Θεωρίας της δικαιοσύνης του Ρωλς, η USAID αλώνιζε σε όλο τον κόσμο προωθώντας τις «δυτικές αξίες, τώρα μαθαίνουμε ότι και το ΝΑΤΟ δασκαλεύει παραγωγούς και σεναριογράφους του σινεμά και της τηλεόρασης, υπέρ της ειρήνης φυσικά.
Αντιγράφω από τον Guardian:
«Το ΝΑΤΟ πραγματοποιεί κλειστές συναντήσεις με σεναριογράφους, σκηνοθέτες και παραγωγούς του κινηματογράφου και της τηλεόρασης σε ολόκληρη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ εγείροντας τη μομφή ότι η συμμαχία επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τις τέχνες για προπαγάνδα υπέρ του δυτικού μπλοκ.
Η συμμαχία έχει ήδη οργανώσει τρεις συναντήσεις με επαγγελματίες του κινηματογράφου και της τηλεόρασης –στο Λος Άντζελες, στις Βρυξέλλες και στο Παρίσι– και σκοπεύει να συνεχίσει τον «κύκλο ιδιωτικών συζητήσεων» τον επόμενο μήνα στο Λονδίνο, όπου έχεο προγραμματιστεί συνάντηση με μέλη της Ένωσης Σεναριογράφων της Μεγάλης Βρετανίας. […]
Αρκετοί θιασώτες του ΝΑΤΟ έχουν ταχθεί υπέρ της στενότερης σύνδεσής του με τον χώρο των τεχνών. Το ερευνητικό κέντρο Centre for European Reform δημοσίευσε νωρίτερα φέτος έκθεση που καλεί τις κυβερνήσεις να συνεργαστούν με ανθρώπους του πολιτισμού –ανάμεσά τους με σεναριογράφους και παραγωγούς του κινηματογράφου– προκειμένου να ενισχυθεί η δημόσια υποστήριξη προς τις αυξημένες αμυντικές δαπάνες και να “εξηγηθεί πειστικότερα γιατί αυτές οι επενδύσεις στην άμυνα είναι αναγκαίες”.
Το 2024, οκτώ σεναριογράφοι, μεταξύ τους ένας συγγραφέας και εκτελεστικός παραγωγός της τηλεοπτικής σειράς Friends, προσκλήθηκαν στα κεντρικά γραφεία του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες από το αμερικανικό Center for Strategic and International Studies, με σκοπό να ενημερωθούν για ζητήματα πολιτικής ασφαλείας. Η ομάδα, στην οποία συμμετείχαν επίσης ένας σεναριογράφος της μακρόβιας αστυνομικής σειράς Law and Order και ένας παραγωγός της κωμικής αστυνομικής δραματικής σειράς High Potential, συναντήθηκε κατά τη διάρκεια της επίσκεψης της με τον τότε γενικό γραμματέα της συμμαχίας, Γενς Στόλτενμπεργκ.»
///
Η «διαφθορά» δεν είναι ζήτημα πολιτικό. Όπως η αμαρτία, το έγκλημα ή ο πόλεμος, σε τελική ανάλυση είναι μέγεθος ανθρωπολογικό, στοιχείο της έμβιας φύσης μας ανεξάλειπτο. Πολιτικό ζήτημα είναι η έκτασή της. Διότι από ένα σημείο και μετά, η διάδοσή της λειτουργεί διαλυτικά, στρέφεται κατά της αυτοσυντήρησης του συνόλου.
Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση όμως, η «πάταξη της διαφθοράς» δεν γίνεται να αναγορευθεί σε κορυφαίο αίτημα της πολιτικής πράξης. Άλλος είναι ο ρόλος της πολιτικής, όχι του χωροφύλακα ή του παιδονόμου.
Από τους διεφθαρμένους, κάποιοι διαφθείρονται ενεργητικά: από ιδιοτέλεια. Άλλοι, οι περισσότεροι, παθητικά: από δειλία. Οι πρώτοι διαφθείρονται επειδή βάζουνε χέρι σ’ ό,τι δεν τους ανήκει. Οι δεύτεροι επειδή καμώνονται ότι αυτούς τους πρώτους δεν τους βλέπουν. Για μια κοινωνία, το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι το πρώτο είδος της διαφθοράς, αλλά το δεύτερο. Χωρίς αυτό, το άλλο δεν θα υπήρχε.
Το χειρότερο στάδιο, το τελευταίο σκαλί για μια κοινωνία, είναι όταν η παθητική διαφθορά είναι τόσο διαδεδομένη ώστε δεν γίνεται καν αντιληπτή ως πρόβλημα. Και επιπλέον, όταν πλέον διαφθείρονται και οι άριστοι: corruptio optimi pessima. Η σημερινή Ελλάδα αυτό το σημείο το έχει υπερβεί προ πολλού.
///
Είτε πρόκειται για δανεικά κεφάλαια, είτε για γλωσσικά δάνεια, είτε για ξενόφερτες συνήθειες και ήθη, ο δανεισμός μεταξύ ατόμων ή πολιτισμών συνδέεται με πολύ απτές και συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Πολύ σπανίως η σχέση δανειστή και δανειζόμενου γίνεται επί ίσοις όροις, αντιθέτως αντικατοπτρίζει σχέσεις και αξιώσεις ισχύος.
Ένας ιστορικός όπως ο Μπρωντέλ καταλαβαίνει πολύ περισσότερο την πολιτική διάσταση του ζητήματος του δανεισμού, ακριβώς επειδή το βλέπει συνολικά, εκ των έξω:
«Κατά κανόνα, ένας πολιτισμός αποφεύγει να υιοθετεί πολιτισμικά αγαθά που θέτουν σε αμφισβήτηση κάποια από τις θεμελιώδεις δομές του. Αυτή η άρνηση του πολιτισμικού δανείου, αυτές οι υποβόσκουσες εχθρότητες είναι σχετικά σπάνιες, αλλά μας οδηγούν πάντοτε στην καρδιά ενός πολιτισμού».
Εν ολίγοις, οι ηττημένοι πολιτισμοί δανείζονται μέχρις ότου απορροφηθούν, μέχρις ότου απεκδυθούν εντελώς την ταυτότητά τους. Υιοθετούν αναγκαία την αυτοκατανόηση των δανειστών τους και σπεύδουν να παρουσιάσουν τον παρασιτισμό τους ως πολιτικά ουδέτερη ή και επωφελή διεργασία.
Οι άρχουσες τάξεις μάλιστα ταυτίζονται με τους δανειστές τους, αποξενώνονται από τον λαό σε τέτοιον βαθμό ώστε, υπόρρητα, φτάνουν στο σημείο να τον απεχθάνονται. Ακριβώς η παρουσία του τούς θυμίζει τον παρασιτισμό τους, το γεγονός ότι είναι τρεχέδειπνοι σε ξένα συμπόσια.
Οι ελληνικές ελίτ σήμερα είναι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Είτε ευρωπαΐζουν, είτε αμερικανοφέρνουν, είναι διπλά συμπλεγματικές. Προς τα έξω, επειδή οι εκεί ισχυροί τις αντιμετωπίζουν ώς αυτό που είναι: ως κακομοίρηδες επαρχιώτες που αν αξιώθηκαν να πατήσουν το πόδι τους σ’ ένα σπουδαίο ξένο πανεπιστήμιο ή σε κάνα ονομαστό μουσείο, λ.χ., είναι επειδή φρόντισε το πλούσιο σόι τους να κάνει μια δωρεά. Και προς τα έσω, επειδή καθετί το ελληνικό που αντέχει και έχει περισωθεί απ’ το μένος τους τούς υπενθυμίζει διαρκώς πόσο κενοί και κίβδηλοι είναι.
///
Ρεσάλτα και νάρκες στην Κρήτη, δρόνοι στη Λευκάδα, πυραυλάκατοι στην Αστυπάλαια, Ισραηλινοί, Ουκρανοί, Τούρκοι, οι μισές ένοπλες δυνάμεις σε αποστολές προς όφελος τρίτων στο εξωτερικό, τα αεροδρόμια και ο τουρισμός στους Γερμανούς, ο πολιτισμός στα μεγαλοϊδρύματα και τους «δωρητές», οι τράπεζες στα φαντς, ακίνητα, επιχειρήσεις, ξενοδοχεία, σχολεία (!) σε ξένα συμφέροντα, δάση, νησιά, παραλίες στις μπουλντόζες, η εξωτερική μας πολιτική στις ξένες πρεσβείες… Κι όμως, με κάποιον παράδοξο τρόπο, αυτή η Ελλάδα κρατάει ακόμη μιαν αίγλη, μια γοητεία. Ας μην τα συγχέουμε όμως αυτά της τα κάλλη με τη ζωή. Πώς το είπε ο ποιητής: «Η Ελλάδα είν’ ωραία και ως πτώμα…»
///
Ο λόγος που η βία σαρώνει στα σχολεία της Δύσης είναι ο ίδιος που σπρώχνει τις κυβερνήσεις της στους πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς: η έκλειψη του νοήματος. Όταν κάθε κανόνας, κάθε ιεραρχία, κάθε σκοπός ζωής έχει ναυαγήσει, το εξανθρωπισμένο ζώο αυτοματικά επιστρέφει και ξαναζητά την πηγή του νοήματος στη βιολογία. Πρώτος και έσχατος νοηματοδότης είναι εντέλει ο νόμος του αίματος, αυτός ρίχνει τα θεμέλια που πάνω του οικοδομούνται οι πολιτισμοί. Κι όταν αυτοί κλυδωνίζονται και λησμονούν για ποιον λόγο υπάρχουν, στα θεμέλια επιστρέφουμε για να τους ξαναχτίσουμε εξ ερειπίων. Μόνο οι βάρβαροι είναι σε θέση να αμυνθούν, έλεγε ο Νίτσε. Γιατί οι βάρβαροι θέλουν να ζήσουν.
///
Στο παγκόσμιο ίντερνετ, το ποσοστό της ΤΝ σε παραγωγή κειμένου και εικόνας υπολογίζεται αυτή τη στιγμή στο 50% του όλου περιεχομένου. Όπερ σημανει ότι όλοι εθιζόμαστε να καταναλώνουμε κείμενα που κανείς δεν τα σκέφτηκε, κανείς δεν τα αισθάνθηκε, σε ύφος ψυχικά αποστειρωμένο, αμέτοχο εντελώς στα ανθρώπινα. Κι αυτό είναι πλέον το ύφος της εποχής μας, το ύφος το κυρίαρχο, αυτό το ύφος φτιάχνει τις νόρμες και τα πρότυπα, αυτό ηθελημένα ή αθέλητα μιμούνται, σ’ αυτό εκπαιδεύονται όλοι.
Ήδη σήμερα, το φροντισμένο, το δουλεμένο ύφος φαντάζει στα μάτια των περισσότερων κάτι το επιτηδευμένο, το τεχνητό. Και φυσικό, μοιάζει το κατασκευασμένο από τα GPU και τα Data Centers! Η γλώσσα εργαλειοποιείται, συρρικνώνεται σε μεταφορέα πληροφοριών και οι εκφραστικές δυνατότητές της ατονούν, και μαζί της, προφανέστατα, η σκέψη.
Αλλά πάλι, θα πει ο αισιόδοξος. Ποιος χρειάζεται τη σκέψη όταν τόσοι και τόσοι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι μπορούν να μας απαλλάξουν από τον κόπο.
///
Για τον θάνατο ενός παιδιού
Η ομορφιά είν’ των παιδιών η πιο βαθιά η ουσία,
η εικόνα κι η ομοίωση είν’ ίσως του Θεού –
είναι η γαλήνη κι η σιωπή τους περιουσία
και τους αγγέλους άξια να υμνήσει τ’ ουρανού.
ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΧΑΙΛΝΤΕΡΛΙΝ
///
Τη δεκαετία του ’70 η ποπ εξέφραζε ώς ένα βαθμό τη χαρά της ζωής, αυτό το αίσθημα της ξενιασιάς και της ευδαιμονίας που συνόδευσε τους μπέιμπυ μπούμερς του Μεταπολέμου στα πρώτα τους ενήλικα βήματα. Ο διαγωνισμός της Γιουροβίζιον το περιέσωζε αυτό το αίσθημα και το αναπροέβαλλε θριαμβικά στις πανευρωπαϊκές μας οθόνες. Παρά τις δικτατορίες και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, παρά τα Βιετνάμ και τους μεταποικιοκρατικούς πολέμους, το μέλλον ήταν εκεί, μπροστά μας, αρυτίδωτο.
Οι βαμμένοι αριστεροί το περιπαίζαν αυτό το αίσθημα, το χλεύαζαν, όπως λίγο πολύ στους Νέους της Σιδώνος του ο Μανόλης Αναγνωστάκης, έβλεπαν μέσα του τις παγίδες της ναρκωμένης πειθήνιας ζωής. Δεν είχαν όμως εντελώς δίκιο. Υπήρχε και κάτι το γνήσιο, το αυθόρμητο, το ερασιτεχνικό με την καλή έννοια, σε όλα αυτά. Η ήπειρος έσφυζε από νιάτα και αισιοδοξία, τα τραγούδια του διαγωνισμού ήταν ένα πανηγυράκι, σίγουρα, όμως δεν έχουμε όλοι και ένα δικαίωμα κάποτε στην αλαφράδα και την αφέλεια;
Από τη στροφή του αιώνα και δώθε, η Γιουροβίζιον δεν είναι παρά μια κουρασμένη πόζα. Η Ευρώπη γερνάει ραγδαία, και όχι μόνο βιολογικά. Κι αντί σαν σοβαρευτεί, όπως κάνουν οι υπεύθυνοι γέροντες, παλιμπαιδίζει.
Και αυτοκοπιάρεται μετά μανίας. Τα μουσικά πιάτα που μας σερβίρονται είναι ξαναζεσταμένα χίλιες φορές, τα σκηνικά και τα κοστούμια σαν από αραχνιασμένο θεατρικό βεστιάριο, η σκηνοθεσία επαγγελματικά απολυμασμένη, το βαθμολογικό παίγνιο στημένο για σκοπούς κρατικής προπαγάνδας, ο σεξουαλικός επιδεικτισμός εντελώς ντεκαβλέ, ο δικαιωματισμός μια φάρσα, ο αυτοκατηγορούμενος τάχα μου καταναλωτισμός μια κωμωδία. Και όλοι σ’ αυτή την παράσταση, κι ας σουρομαδιούνται αδιάκοπα επί σκηνής, φαντάζουν, «εκπάγλως» που λέει και ο Όμηρος, άψυχοι, άπνοοι, φτιαχτοί, σιδερωμένοι.
Κι η ήπειρός μας τ’ ακούει τώρα όλα αυτά λες μεσ’ από ένα σανατόριο ή γηροκομείο, κλινήρης κι αμετανόητη. Ψελλίζοντας στα σπάνια διαλείμματα της χαύνωσης τους στίχους του Καρυωτάκη.
… η ίδια πάντα μένω·
τα χρόνια που περάσανε με αφήσαν
παράξενο παιδάκι γερασμένο.
Από τους νεαρούς και τις νεαρές που παρέλασαν τις προάλλες στις οθόνες μας, οι περισσότεροι, όταν θα φτάσουν και βιολογικά στην τωρινή ψυχική ηλικία τους, το γήρας, θα πεθάνουν λησμονημένοι και άτεκνοι σε χώρες που δεν θα θυμίζουν σε τίποτε τις τωρινές, αν εξακολουθούν καν να υπάρχουν. Οι πιο πολλοί θα βράσουν για λίγο ανέλπιδα στη σούπα της σόου μπιζ για να καταλήξουν θαμώνες των ερειπίων του κράτους προνοίας ή, στην καλύτερη περίπτωση, επιδοματούχοι του θαυμαστού τεχνητονοητικού κόσμου που μας μέλλεται. Δικαιοσύνη.
///
Μόνο 22 ώς 25 εκατομμύρια κάτοικοι έχουν απομείνει στην έρμη Ουκρανία πλέον, δηλώνει δημοσίως υπουργός του Κιέβου. Και χαρακτηρίζει μονολεκτικά το γεγονός: καταστροφή. Προπολεμικά, η χώρα είχε 42 εκατομμύρια κατοίκους, πριν από την ανεξαρτησία της μάλιστα το 1991, πάνω από 50 εκατομμύρια… Κάμποσα εκατομμύρια, που ζουν στις προσαρτημένες από τους Ρώσσους περιοχές ή στην ίδια τη Ρωσσία, δεν λογίζονται κι ούτε θέλουν να λογίζονται Ουκρανοί πλέον, η διασπορά-προσφυγιά στη Δύση μετριέται σε οχταψήφιο νούμερο, σε εξαψήφιο αριθμό υπολογίζονται οι πεσόντες στον πόλεμο, όσο για τις νέες γεννήσεις, όπως είναι φυσικό υπό τέτοιες συνθήκες, έχουν καταρρεύσει. Η χώρα του Δνείπερου πρόλαβε σε τέσσερα-πέντε χρόνια να ζήσει την πληθυσμιακή καθίζηση που η Γερμανία του 17ου αιώνα χρειάστηκε έναν τριακονταετή πόλεμο για να την υποστεί και η Ιρλανδία του 19ου αιώνα, μια σιτοδεία και κάμποσες δεκαετίες μαζικής μετανάστευσης.
Εικόνες από την Ευρώπη του μέλλοντος είναι αυτές. Ιδίως στα ανατολικά της ηπείρου, από τη Βαλτική ώς το Αιγαίο, η πληθυσμιακή αποψίλωση είναι ραγδαία. Στα δυτικά, τα νούμερα είναι μετριοπαθέστερα λόγω μετανάστευσης, της οποίας το τίμημα όμως, ο κατακερματισμός της κοινωνικής συνοχής, είναι εξίσου οδυνηρό. Διαλέγει κανείς το δηλητήριο που θα τον σκοτώσει…
Αλλά και εκτός Ευρώπης, τα δημογραφικά δεδομένα ιδίως στην Άπω Ανατολή είναι τρομοκρατικά: Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Κίνα… Και η υπογεννητικότητα απλώνεται άρδην στον λατινοαμερικανικό, τον ινδικό και τον μουσουλμανικό κόσμο. Μόνο η Μαύρη Αφρική πάει, προσώρας, κόντρα στο ρεύμα – για πόσο όμως;
Δυο σκέψεις, αντίρροπες. Στη πολύκροτη θεωρία του της «Γαίας», ο Λάβλοκ υποστήριξε ότι ο πλανήτης μας είναι ένα καθολικό αυτοκυβερνώμενο οικοσύστημα, ένας ενιαίος βιοργανισμός. Είναι η πληθυσμιακή παρακμή του ανθρώπινου είδους μια εκδήλωση αυτού του ενιαίου βιοργανισμού; Ένας μηχανισμός αυτοπροστασίας δηλαδή της Ζωής στον πλανήτη απέναντι στο είδος εκείνο που την απειλεί με εξάλειψη;
Πώς συσχετίζεται το δημογραφικό με την τεχνολογική έκρηξη; Χώρες όπως η Κίνα που προβλέπεται να χάσουν ώς και τον μισό τους πληθυσμό μέχρι το τέλος του ενεστώτος αιώνα, θα κατορθώσουν να αναπληρώσουν αυτή την απώλεια με τη ρομποτική και την τεχνητή νοημοσύνη; Θα διατηρηθεί ο ρυθμός της οικονομικής μεγέθυνσης (άνευ της οποίας δεν νοείται καπιταλισμός) ερήμην των ανθρώπων; Κι αν αυτό είναι εφικτό, μήπως είναι και ευκταίο; Για το καλό της Οικονομίας, να χειραφετηθεί επιτέλους η μηχανή από τον άνθρωπο;
///
Ο κοινός τόπος: «τα αρχαία ελληνικά συνθετική γλώσσα, τα νέα ελληνικά αναλυτική» είναι επίσης μύθος. Δεν υπήρξε «αρχαία ελληνική γλώσσα», αλλά μόνο διάλεκτοι. Από αυτές, μόνο στην αττική διάλεκτο οι συγγραφείς του πεζού λόγου καλλιέργησαν ένα πυκνό, μακροπερίοδο, συνθετικό ύφος. Η σύνταξη του Ομήρου και των λυρικών είναι αναλυτική, και το ίδιο ισχύει στη θαυμάσια για την αμεσότητά της γλώσσα των Ευαγγελίων.
ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
Ελληνική λογοτεχνία, Στιγμή 2010, σ. 13
///
Όσο αβγατίζουν οι βιβλιεμπορικοί μας μηχανισμοί (εκδόσεις, εκθέσεις, φεστιβάλ, δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί) τόσο υποχωρεί η αναγνωστική μας κουλτούρα. Θα έλεγα μάλιστα ότι αυτό το πρώτο (η γιγάντωση των μηχανισμών προβολής), είναι αλάθευτο σημάδι του δεύτερου (της υποχώρησης της πραγματικής ζήτησης του προβαλλόμενου προϊόντος).
Επανειλημμένα το έχουμε δει αυτό ιστορικά: από τους τεράστιους καθεδρικούς που η Ευρώπη ανήγειρε μεταναγεννησιακά (όταν ο χριστιανισμός δηλαδή ήδη έχει πάρει την κάτω βόλτα) ώς τα πολυτελέστατα μουσικά μέγαρα και τις όπερες που ειδικά τα τελευταία χρόνια (όταν η λόγια μουσική παράδοση φθίνει παντού) φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλον τον πλανήτη.
Δεν είναι παράξενο αυτό, οι θεσμοί και οι υποδομές πάντοτε έπονται: τον Αισχύλο οι θεατές του καιρού του τον έβλεπαν καθισμένοι σε χωμάτινα στασίδια, τα ολομάρμαρα θέατρα που θαυμάζουμε σήμερα είναι κτίσματα μιας εποχής που η ίδια δράμα σημαντικό δεν έδωσε.
Ήδη η ταύτιση των όρων βιβλίο και τέχνη του λόγου θα πρέπει να μας προβληματίζει. Στις μεγάλες κλασσικές της περιόδους, από τον Όμηρο ώς τον Σαίξπηρ, η λογοτεχνία ήταν προφερόμενη, αναπαριστώμενη, ακουστή. Πόσοι διάβαζαν βιβλία στην Αθήνα του Περικλή ή την Αγγλία της Ελισάβετ; Τον 19ο και τον 20ό αιώνα, κύριος φορέας του ζεύγματος γραφή-ανάγνωση ήταν οι εφημερίδες και τα περιοδικά, όχι τα βιβλία. Έως πρόσφατα σχεδόν, ο ελληνικός τύπος πουλούσε εκατομμύρια φύλλα, κάθε νοικοκυριό αγόραζε εφημερίδες κι αυτές με τη σειρά τους ήταν γραμμένες από επαγγελματίες συγγραφείς. Το αίσθημα, την οικονομία, τη δυναμική της γλώσσας, αυτοί την έπλαθαν.
Οι μεγαλύτεροι γραφιάδες μας από τον Παπαδιαμάντη και τον Παλαμά ώς τον Καζαντζάκη και τον Τερζάκη, και από τον Γιανναρά ώς τον Παπαγιώργη από τις εφημερίδες πέρασαν. Και ωφελήθηκαν τα μέγιστα. «Η εφημερίδα πρέπει να φάει λογοτέχνη για να βγει», έλεγε θυμόσοφα ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, όμως ισχύει και το ανάποδο, ο λογοτέχνης πρέπει να ζυμωθεί με την καθημερινότητα για να βρει, και για να φτιάξει, τους αναγνώστες του. Τα κορυφαία ευρωπαϊκά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα ως επιφυλλίδες πρωτοβγήκαν, στις εφημερίδες δοκιμάστηκαν, και εκεί τα έβρισκαν και τα διάβαζαν αφειδώς οι υπάλληλοι της Αγίας Πετρούπολης και οι νοικοκυρές των Παρισίων, τον Ερωτόκριτο, που κυκλοφορούσε σε κακοτυπωμένες φυλλάδες, δεν υπήρχε, μας λένε, πλύστρα και υπηρέτρια του Πειραιά ή της Σμύρνης που να μην ήξερε μεγάλα του αποσπάσματα απέξω.
Θα παραξενέψει ίσως αυτό που θα πω. Πραγματικό σπίτι η γραφή και η ανάγνωση του καιρού μας έχει μόνο εδώ μέσα: στον φευγαλέο, σπασμωδικό, χαώδη, παραληρηματικό κόσμο του ίντερνετ. Μόνο εδώ μπορείς να βρεις, και να φτιάξεις όσο μπορέσεις, το πραγματικό σου κοινό. Όχι αυτό το επαγγελματικό και ολίγον σνομπ των βιβλιόφιλων, που κυνηγούν κομψεπίκομψες τέρψεις κι έχουν ξεχάσει και οι ίδιοι τι ακριβώς ψάχνουν να βρουν σ’ ένα κείμενο. Αλλά τον αναγνώστη τον απρόσμενο και γι’ αυτό ανοιχτόν, που μπορεί να μην έχει ιδέα ποιος είσαι, αλλά έτσι ακριβώς δίνει βάση (και αξία) σ’ αυτό που γράφεις και μόνον.
Ας αναλογιστούμε. Eνα μικροδοκιμιάκι, τέτοιο που παριστάνει ότι είναι ετούτο εδώ, τυπωμένο σ’ ένα βιβλίο θα το διάβαζαν μερικές εκατοντάδες άνθρωποι. «Πεταμένο» στο facebook ωστόσο, θα το προσέξουν πολλές φορές περισσότεροι.
///
*
**
