ΝΠ | Αποχαιρετισμοί

Λεωνίδας Κακάρογλου (1952-2025): Μια ελεγεία στη μνήμη του

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

«Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου,
κι όλοι μας μέσα κολυμπάμε αδιάκοπα τα χρόνια μας»
“Γενέθλιο απόντων”
(Στο λευκό του βυθού, Πλέθρον 1989)

Τον Λεωνίδα τον γνώριζα από πολύ μικρός. Τα σπίτια μας ήταν στην ίδια περίπου γειτονιά, εκείνη του παλιού Νοσοκομείου Χανίων και ο Λεωνίδας τύχαινε να είναι συνομήλικος του αδερφού μου Σταύρου με τον οποίο εμένα με χωρίζουν τέσσερα χρόνια. Όταν εγώ τέλειωνα την Δευτέρα Δημοτικού, ο Σταύρος με τον Λεωνίδα, φίλοι κολλητοί και συμμαθητές, έμπαιναν στην Πέμπτη. Κι αυτό γιατί εγώ είχα κερδίσει χρονιά κατά την εγγραφή μου στην Πρώτη Δημοτικού καθώς ήμουν γεννημένος Γενάρη μήνα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για εκείνα τα χρόνια. Καθώς λοιπόν ξεκινούσαμε κάθε πρωί για το σχολείο από την ίδια γειτονιά, ήταν φυσικό να κατεβαίνουμε όλοι μαζί, αγουροξυπνημένοι, μικροί μεγάλοι, μια παρέα, με τις σχολικές τσάντες στα χέρια, για τα πετρόχτιστα σχολεία της οδού Κοραή.

Αγουροξυπνημένοι; Όλοι εκτός του Λεωνίδα. Γιατί αν για όλα τα παιδιά τότε το πρωινό ξύπνημα ήταν ένα αναγκαίο κακό που προσπαθούσαν να το απωθήσουν από τα βλέφαρά τους κερδίζοντας έστω και ένα τελευταίο δευτερόλεπτο πρωινού ύπνου, για τον Λεωνίδα το πρωινό ξύπνημα ήταν χαρά μεγάλη. Δεν ξυπνούσε απλώς στην ώρα του, ξυπνούσε τουλάχιστον μία, μπορεί και δυο ώρες νωρίτερα, ντυνόταν, έκανε μια γρήγορη επανάληψη στα μαθήματα της ημέρας, έφτιαχνε την τσάντα του, έπινε το γάλα του και τότε διαπίστωνε πως του περίσσευε πολύς περισσότερος χρόνος απ’ όσος του χρειαζόταν για να περπατήσει μέχρι τα πετρόχτιστα. Οπότε τι έκανε; Ξεκινούσε από το σπίτι του στην οδό Ιωάννη Καποδίστρια, έπαιρνε τον δρόμο προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του σχολείου, ανέβαινε τρία με τέσσερα τετράγωνα πάνω, την ανηφόρα της οδού Στέφανου Δραγούμη, έφτανε στο σπίτι μας και χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, καθόταν στα σκαλάκια της εξώπορτας να περιμένει να ξυπνήσει ο συμμαθητής του Σταύρος, που ειρήσθω εν παρόδω, τις περισσότερες φορές ακόμα κοιμόταν, να σηκωθεί, να πλυθεί, να ντυθεί, να πιει το γάλα του για να κατέβουν μαζί κουβεντιάζοντας την κατηφόρα για τα σχολεία. Τον θυμάμαι ακόμα, πίσω από το χοντρό συρμάτινο τζάμι της εξωτερικής μας πόρτας, με κοντά παντελόνια, καθισμένο στα σκαλοπάτια, ένα μικρόσωμο ευγενικό αγόρι με κανελί σχεδόν ξανθά σγουρά μαλάκια και φακίδες στο πρόσωπο, με χοντρά μυωπικά γυαλιά και με μια δερμάτινη σχολική τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του να περιμένει τον συμμαθητή του να αδειάσει το ποτήρι με το γάλα που του είχε ετοιμάσει ο πατέρας μας, για να φύγουν μαζί στο σχολείο. Ο πατέρας μας, που ήταν ο πρώτος που ξυπνούσε στην οικογένεια, έβλεπε την σκιά του παιδιού πίσω απ’ το τζάμι, και θυμάμαι άνοιγε την πόρτα για να του πει μια καλημέρα: «Λεωνίδα, τι κάνεις εδώ;», «Περιμένω τον Σταύρο να φύγουμε μαζί σχολείο», «Πέρνα μέσα να περιμένεις, ο Σταύρος κοιμάται ακόμα, μην κάθεσαι εδώ μόνος», «Όχι, είναι πρωί ακόμα και δεν θέλω να ενοχλήσω». Συνήθως, καθόταν εκεί στα σκαλάκια, έβγαζε κάποιο τετράδιο ή βιβλίο απ’ την τσάντα που την είχε ξαπλώσει στα γόνατά του, το άνοιγε πάνω της και συνέχιζε την επανάληψη κάποιου μαθήματος μέχρι ο Σταύρος να ετοιμαστεί, να πιει και την τελευταία γουλιά απ’ το γάλα του και να βγει έξω.

Θα μου πείτε και γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί πίσω από αυτήν την τρυφερή σχολική εικόνα της παιδικής ηλικίας, ο Λεωνίδας αποκάλυπτε μια ιδιότητα, πήγα να πω μια ιδιοσυγκρασία, που θα τον συντρόφευε σε όλη την ενήλικη ζωή του και που, όχι λίγες φορές, έγινε αιτία άδικων παρεξηγήσεων. Αποκάλυπτε, θέλω να πω, το άγχος του για τα πράγματα που αγαπούσε, όπως η μάθηση, ένα αίσθημα ανάμεσα στην ανυπομονησία και την ασυγκράτητη διάθεση προσφοράς, ένα δημιουργικό άγχος, μια πλησμονή αισθημάτων που ανάβλυζε από μέσα του και τον κινητοποιούσε στο έπακρο και που σιγά σιγά, με την πάροδο του χρόνου, ήταν αυτό το αίσθημα που μετασχηματίστηκε σε άγχος για την ίδια τη ζωή και τις ευτυχισμένες στιγμές της, το αναπόφευκτο τέλος τους, καθώς και το αναπόφευκτο τέλος της ύπαρξής μας, σημαδεύοντας ως κύριο χαρακτηριολογικό γνώρισμα την ποίησή του. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, από εδώ, ίσως, θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς την παρουσίαση της συνολικής εικόνας του μετέπειτα πολιτικού μηχανικού, λάτρη της κινηματογραφικής τέχνης και σημαντικού ποιητή, Λεωνίδα Κακάρογλου.

Τα χρόνια πέρασαν, ακολουθήσαμε ο καθένας τον δρόμο του, τις σπουδές του, τα ενδιαφέροντά του, όμως ποτέ δεν χαθήκαμε αν και για πολλά χρόνια εγώ ζούσα με την οικογένειά μου στην Αθήνα και αυτός στα Χανιά. Συνετέλεσε σε αυτό ο γάμος του με την αγαπημένη συμμαθήτριά μου στο δημοτικό, Δέσποινα Βαρδάκη, από τις ελάχιστες αναμνήσεις που είχα διατηρήσει μέσα μου από εκείνα τα παιδικά χρόνια. (περισσότερα…)

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Μια αυτοανθολογία

Δημήτρης Δασκαλόπουλος (6.12.1939 – 30.5.2026)

~.~

Όταν το 2019 προσκαλέσαμε στις Νύχτες του Ιουλίου στα  Χανιά τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο για να παρουσιάσουμε την αυτοβιογραφία του «Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου», ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και εγώ του ζητήσαμε να μας στείλει μερικά ποιήματά του που ο ίδιος τα θεωρεί αντιπροσωπευτικά του έργου του, ώστε να διαβαστούν κατά την εκδήλωση. Τα εννέα ποιήματα που ακολουθούν είναι εκείνα που μας έστειλε τότε. Ταξινομημένα κατά χρονολογική σειρά καλύπτουν πάνω από μισόν αιώνα γραφής. Το ΝΠ τα αναρτά τώρα στη μνήμη του. — ΚΚ

~.~

«ΜΝΗΜΗ» VI.

Είχες φυτέψει στην αυλή μας λουλούδια.
Ο σπόρος που κύλησε από τ’ άγια σου χέρια
κράτησε καιρό μέσα του τη δύναμη της ζωής.
Προχτές ανοίχτηκε στο φως ένα τριαντάφυλλο
και είπε πως είναι η Ομορφιά
που δεν πεθαίνει με τον θάνατο.

(Απόπλους, 1963, από την ενότητα «Ξανθίππη»)

///

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΣΠΙΤΙ

Ζούσαμε τέσσερις σ’ ένα παράξενο σπίτι
στοιχειωμένο από νοσταλγία κι αναπόληση.
Ο ένας έφυγε μετά το μεσημέρι κι ο άλλος
πέθανε την ώρα που φύτευε τριαντάφυλλα.
Απομείναμε δυο σε χωριστά δωμάτια
περιφραγμένοι με εύπλαστα συναισθήματα.
Τ’ απογεύματα μετά τις ανοιξιάτικες μπόρες,
καθώς ανεβαίνουν από τα νοτισμένα χώματα
σαν καπνοί από θειάφι οι θύμησες,
σφιγμένα σ’ επίσημες μαύρες φορεσιές
βγαίνουν σεργιάνι τα πρόσωπα που αγαπήσαμε
και έκαναν ελάχιστη τη μικρή ζωή μας φεύγοντας.
Τότε, μες από τις δακρυσμένες φυλλωσιές
και τα κλαμένα μάτια των καρπών που αιωρούνται,
κουνάμε δειλά τα χέρια στους άλλους δυο
που διασχίζουν απόκοσμοι τον κήπο
χωρίς να βλέπονται, αμίλητοι κι αγνώριστοι.
Και οι περίοικοι έχουν να πουν πώς, όταν
προβάλλει στην ανατολή ο ήλιος και φεύγει
στη δύση η σελήνη, δεν είναι παρά
τα προσφιλή χαμένα πρόσωπα
που διεκδικούν τη μνήμη μας
πάνω απ’ το παράξενο σπίτι.

Ο κόσμος αρχίζει στα μάτια και τελειώνει στα όνειρα.

(Επιστροφές, 1973)

///

Δέντρα γυμνά
ποτάμια θολωμένα.
Η ομίχλη σέρνεται
σαν φίδι.
Εδώ ν’ ανθίσει διάλεξε
αμετανόητη
η μυγδαλιά.

***

Κράτησα χρόνια τούτο το προσωπείο.
Περπάτησε μαζί μου πείνασε κρύωσε δοκιμάστηκε.
Στις νύχτες του φεγγαριού τραγουδούσε
ανάβοντας ένα ένα τ’ αστέρια.
Το φόρεσα με χώρεσε γινήκαμε ένα.
Ρίζωσε μέσα μου και βλάστησε. Τώρα
αρνούμαι να το παραδώσω στους αργυραμοιβούς.

(Και τα δύο, Αλφαβητάρι, 1976)

/// (περισσότερα…)

Ποιος ήταν ο Μπράνισλαβ Τεσάνοβιτς;

*

Η σπαρακτική ιστορία του Μπράνισλαβ Τεσάνοβιτς, συγκλόνισε τη Σουηδία όταν η σορός του βρέθηκε μετά από τέσσερα χρόνια μέσα στο διαμέρισμά του, με τα φώτα ακόμα αναμμένα και το ραδιόφωνο να παίζει ακόμα. Ο 78χρονος Σέρβος, ο οποίος ζούσε στη Στοκχόλμη για τέσσερις δεκαετίες, έμεινε στα αζήτητα για τρία χρόνια, οκτώ μήνες και οκτώ ημέρες και του δόθηκε το παρατσούκλι «ο πιο μοναχικός άνθρωπος του κόσμου». (Διαδίκτυο)

~.~

ΜΠΡΑΝΙΣΛΑΒ ΤΕΣΑΝΟΒΙΤΣ

Χρειάστηκαν τρία χρόνια,
οκτώ μήνες και οκτώ ημέρες
για να σβήσουν τα φώτα πού με τύφλωναν
και να κλείσουν επιτέλους το ραδιόφωνο πού έπαιζε.

Κι η όσφρηση άλλη
στην παγωμένη τούτη χώρα λησμόνησε
τη βρώμα πού το πτώμα αναδίδει.

Μου έλειψε το υπαίθριο σκάκι.
Το λάτρεψα.
Κι όμως
κανείς δεν μ’ αναζήτησε
μήτε Βασίλισσα μήτε Βασιλιάς
Άλογο Τρελός ή Πύργος
ούτε κι αυτό ακόμη το φτωχό αδύναμο Πιόνι.

Τόση μοναξιά. Τόση ακατάληπτη μοναξιά
πώς να τη νιώσει η καρδιά κι ο νους να εννοήσει
όχι των άλλων
μα ο χτύπος ο δικός μου της καρδιάς
και του μυαλού μου το γρανάζι; (περισσότερα…)

Ο δικός μου Σαββόπουλος

 *

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Με τον Διονύση Σαββόπουλο τον πρώιμο, εκείνον του Φορτηγού ή του Μπάλλου, σχέση βαθιά ποτέ δεν απόκτησα. Έφηβος δεν τον άκουσα ώστε να με συνδέουν μ’ εκείνον βιώματα σχετικά. Και φοιτητής μετά το 1985 ήμουν απέναντί του κουμπωμένος, σ’ αντίθεση με άλλους που άκουγα τριγύρω μου να τον υμνούν. Τραγούδια σαν κι εκείνα για την ΕΦΕΕ και τις συγκεντρώσεις της ή το Βιετνάμ και το πυρπολημένο του ρύζι ή για τα «κορίτσια τα καημένα» που πληρώνουν «την ασχήμια των γονιών τους» ακούγονταν στ’ αυτιά μου, ήδη τότε, «πολύ ζαχαρωμένα».

Στίχοι σαν το, πρεβερικό την καταγωγή, «μέρα μ’ ήλιο σαν αυτόν / να την τρώει τ’ αφεντικό» ή το συναφές «σ’ ευχαριστώ, ω εταιρεία!» τα αντιμετώπιζα με θυμηδία για την ασπρόμαυρη εικονογραφία τους. Αλλά και άλλα δικά του, όπως το πολυθρύλητο “Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο”, μ’ όλη την αναντίρρητη μουσική τους αξία, μου ακούγονταν παράτονα – κάτι σαν εγκωμιασμός εγκλήματος κατ’ άρθρ. 185 ΠΚ, απ’ αυτούς για τους οποίους διαβάζαμε στα εγχειρίδια του Ποινικού στη Σχολή. Αυτή η μανία μας στην Ελλάδα, σκεφτόμουν, να βλέπουμε τον ήρωα ακόμη και στον κοινό μαχαιροβγάλτη, φτάνει να απειθήσει κατά της Αρχής… Ιδίως το περίφημο «στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευθεί» μου προκαλούσε ευθυμία κάθε φορά που το άκουγα στις παρέες. Όχι γιατί ο Σαββόπουλος είχε άδικο για τους καρεκλοκένταυρους των κομμάτων. Αλλά γιατί ανακάλυπτε έναν «αγνό ενθουσιασμό» στους νεαρούς οπαδούς τους, που φοιτητής όντας, προσωπικά αδυνατούσα να εντοπίσω στο περιβάλλον μου. Προφανώς, οι καιροί είχαν αλλάξει…

Τον δικό  μου Σαββόπουλο έμελλε να τον γνωρίσω το 1989, με το Κούρεμα. Κι έζησα το παράδοξο να με συγκλονίσει ένας ποιητής την ώρα ακριβώς που όλοι γύρω μου τον εγκατέλειπαν. Γιατί βέβαια οι κραυγές εναντίον του είχαν αρχίσει ήδη από τα Τραπεζάκια έξω. Εκείνο το «Εθνική Ελλάδος, γεια σου», η δοξαστική επίκληση των αρχαιοτήτων και της ορθοδοξίας, είχαν ενοχλήσει πολλούς. H μεταστροφή πολλών εναντίον του, σ’ εκείνα τα τραγούδια έχει τις ρίζες του. Στιχουργικά ωστόσο, δεν πήγαιναν πολύ παραπέρα από τη γνωστή ποπουλίστικη σχάση: από τη μια μεριά η Βουλή και οι εκπρόσωποι «έρημοι κι απρόσωποι», κι από την άλλη ο καθαγιασμένος και άμωμος Έλλην, που (περισσότερα…)

«Μὲ γέννησαν ἡ Ζούρτσα καὶ τὸ Ἀργοστόλι»: Τάσος Γαλάτης (1937-2025)

*

του ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

~.~

«Γεννήθηκα στὸ Ἀργοστόλι τῆς Κεφαλλονιᾶς στὶς 8 Δεκεμβρίου 1937, μιὰ ἐποχὴ δύσκολη καὶ ἐπικίνδυνη γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν Εὐρώπη. Ἄλλωστε εἶχαν προηγηθεῖ ὁ ἱσπανικὸς ἐμφύλιος πόλεμος καὶ οἱ Δίκες τῆς Μόσχας. Τὰ πάντα ἔδειχναν ὅτι ὅσα θὰ ἐπακολουθοῦσαν δὲν θὰ ἦταν αἰσιόδοξα.

Ἤμουν κιόλας ἑπτὰ χρονῶν ὅταν διαδραματίστηκαν τὰ Δεκεμβριανὰ καὶ ἀκολούθησε ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός. Σ᾿ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν περίοδο, ἀμέσως μετὰ τὰ Δεκεμβριανὰ ἡ οἰκογένειά μου ἐγκαταστάθηκε στὴν Καλογραίζα ὅπου ζήσαμε ὣς τὰ δεκαέξι μου χρόνια, ὁπότε μετακινηθήκαμε σὲ ἄλλες γειτονιὲς τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ τοῦ Νέου Ἡρακλείου. Νωρίτερα κάπως εἶχα ἀρχίσει νὰ ἀνακαλύπτω τὴν ποίηση παρακολουθώντας φανατικὰ τὸ Ἑλληνόπουλο καὶ τὸν Θησαυρὸ τῶν παιδιῶν, τὰ δύο περιοδικὰ ποὺ στήριξαν τὰ παιδικά μας χρόνια καὶ τὴν ἐφηβεία μας. Ἂς προσθέσω σ᾿ αὐτὰ καὶ τὸ Σπίτι τοῦ παιδιοῦ. Τί ἦταν ὅμως ἡ ποίηση γιὰ μένα; Χρειάστηκε νὰ περάσει καὶ ἄλλος καιρὸς γιὰ νὰ συνειδητοποιήσω τὴ σημασία της, τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀποστολή της. Στὴν πρώτη μου συλλογὴ προτάσσω ἕνα πολύστιχο κάπως ποίημα μὲ τὸν τίτλο «Στὸ Λαβύρινθο». Ἐκεῖ χρησιμοποιώντας ὡς σύμβολο τὸν Μινωϊκὸ Λαβύρινθο ἀπὸ τὸν ὁποῖο βγῆκε σῶος ὁ Θησέας χάρη στὴ βοήθεια τῆς Ἀριάδνης, θέλησα νὰ δώσω μιὰ εἰκόνα τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ Λαβύρινθος εἶναι ὁ σύγχρονος κόσμος καὶ ἡ Ἀριάδνη μιὰ ἀπὸ τὶς μεταμορφώσεις τῆς ποιήσεως. Σ᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ στιχούργημα ἀκούγεται ἡ φωνή

Δὲν θὰ ξαναγυρίσεις πιά
δὲν θὰ ξαναγυρίσεις
εἶσαι ὁ ποιητής.

Ἡ προειδοποίηση αὐτὴ στάθηκε προφητική, ἀφοῦ γιὰ πάντα ἔμεινα σ᾿ ἐκεῖνα τὰ χαλάσματα μὲ τὰ παγωμένα βλήματα. Στὰ ἑπόμενα βιβλία μου ἡ φωνὴ αὐτὴ ἄλλοτε ἀπειλητική ἄλλοτε παρηγορητική, ἐπίμονη πάντα μὲ συνοδεύει μέχρι σήμερα καὶ στὶς ἑπόμενες συλλογές μου.

Ὡστόσο ἐπιθυμῶ πέρα ἀπὸ τὶς προσωπικές μου ἐμπειρίες νὰ μνημονεύσω τὸ ἀνθρώπινο περιβάλλον ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ ἰδιαίτερα τοὺς φίλους μου. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλους τὸν συμμαθητή μου Δαμιανὸ Κοκκινίδη, τὸν βιβλιογράφο τοῦ ζεύγους Roger [καὶ Τατιάνας] Milliex. Ἦταν ὁ Δαμιανὸς ποὺ μὲ παράσυρε σ᾿ ἕνα ἀτέλειωτο κυνηγητὸ γνωστῶν τότε ποιητῶν καὶ λογοτεχνῶν. Στὴν Νέα Ἰωνία ζοῦσε κι ἔγινε ὁ στενότερος φίλος μας ὁ ποιητὴς Χρῖστος Ρουμελιωτάκης ποὺ χάσαμε πρόσφατα, ὁ σκηνοθέτης καὶ πεζογράφος Γιῶργος Μιχαηλίδης, ὁ ζωγράφος, ἀρχιτέκτονας καὶ ποιητὴς Νίκος Γαζέπης καὶ ἄλλοι ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ στάθηκαν ὁδηγητές μας. Πρέπει νὰ ἀναφέρω τὸν σπουδαῖο ποιητὴ Τάκη Σινόπουλο, τὸν σημαντικὸ λόγιο Νίκο Μηλιώρη, τὸν ποιητὴ τῶν Λιμανιῶν Χρῖστο Καμπούρογλου, τὸν ζωγράφο Βάσο Βασιλειάδη, τὸν γιατρὸ καὶ συγγραφέα Βάσο Βογιατζόγλου καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τὸν ποιητὴ Δημήτρη Δούκαρη ποὺ χάθηκε πρόωρα μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερός μας. (περισσότερα…)

Θα μπορούσε να ’χε φορέσει τις πυτζάμες του…

Νίκος Λεβέντης (1947-2024)

~.~

Μια πραγματική εκ των προτέρων βίωση
του θανάτου ενός συγγραφέα

της ΗΡΩΣ Τ.

~.~

Αλλά και τι θα άλλαζε, αφού πήγαινε κατευθείαν κατά Εκεί!

Ρούχο (σλαβ. ruho), ένδυμα, φόρεμα, ιμάτιο… Ήξερε, είχε έρθει η ώρα να απεκδυθεί κάθε κάλυμμα του σώματός του. Τώρα πια δεν χρειαζόταν τίποτε από αυτά. Ήταν γραφτό να πάρει πάλι τη μορφή με την οποία μπήκε από την πόρτα της μάνας του στον κόσμο, νυμνός[i].

Όταν είχε τηλεφωνήσει στη Χλόη να έρθει να του κάνει παρέα, δεδομένης της σε πλήρη εξέλιξη μετακόμισής του σε νέα γειτονιά, δεν ήταν και πολύ στα καλά του. Μετά από παρακλήσεις της φίλης του υποσχέθηκε ότι την επομένη θα πήγαινε στο Νοσοκομείο να κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις, μια που ανάσαινε με μεγάλη δυσκολία. Την είχε ωστόσο παρακαλέσει να του φέρει πυτζάμες για να έχει να φορέσει εκεί που θα πήγαινε.

Εκεί που πήγε τελικά, μα και σε Νοσοκομείο να είχε προλάβει να πάει, η Νοσοκόμα θα του έλεγε ή θα έλεγε στη συνοδό του, ότι τα ρούχα ήταν πια περιττά. Και όπως συνήθιζε, μετά από τα θέσφατα της λειτουργού του Νοσοκομείου, θα έφερνε στο μυαλό του τις συγκεκριμένες σχετικές γραμμές της επιστολής του Ρομπέρ Ντεσνός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης de Flöha en Saxe στην αγαπημένη του Youki:

«Στείλε μου πακέτα πολλά πακέτα… γέμισέ τα με τρόφιμα, κάλτσες, σαπούνι, καπνό… Όχι ρούχα…»

και στα τελευταία του (1945), τότε που πήγαν να τον βρουν καλλιτέχνες, ποιητές, ανάμεσά τους ο Ελυάρ, συνεχίζοντας να της γράφει:

«Μόνο τροφές, ταμπάκο, σαπούνι… Όχι ενδύματα πολιτικά… Το μόνο καταφύγιο που μου μένει είναι η ποίηση».

Τον Γάλλο ποιητή τον βασάνιζαν οι ναζί, ετούτον εδώ, τα βάσανα της καθημερινότητάς του που τον έκαναν να μετακομίζει μια ζωή από σπίτι σε σπίτι και να μην βρίσκει παρηγοριά. Η μόνη του ανάσα ήταν και σ’ αυτόν τα βιβλία και η ποίηση, που συνοδευόταν πάντα και από την αγάπη της ζωγραφικής κυρίως, αλλά και της μουσικής.

Οι τελευταίες δοξαριές της ζωής του ήταν η αγκαλιά με αυτά τα σπάνια βιβλία που συντρόφευαν τα τελευταία του χρόνια, τους τελευταίους μήνες, τις τελευταίες στιγμές. Ίσως και οι γυναίκες. Αλλά δεν είχε άλλο κουράγιο, ίσως και να ήθελε να μείνει στη μία, αλλά και αυτή είχε απομακρυνθεί. (περισσότερα…)

Ο ανοιχτός ρεαλισμός του Ευτύχη Μπιτσάκη

*

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

~.~

Με τον πρόσφατο θάνατο του Ευτύχη Μπιτσάκη, ομότιμου καθηγητή της φιλοσοφίας, συγγραφέα και εκδότη των περιοδικών Σύγχρονα Θέματα και Ουτοπία, γνωστών στους Έλληνες στοχαστές και λάτρεις της φιλοσοφίας, δημοσιεύθηκαν στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο τιμητικά σημειώματα που εξήραν τον αγωνιστή διανοούμενο για τη γενναιότητα του φρονήματός του και τη δράση του για έναν καλύτερο κόσμο, για την οποία χρειάστηκε να θυσιάσει όχι λίγα από τα πιο γόνιμα χρόνια του σε φυλακές και εξορίες. Το παρόν κείμενο είναι τροποποιημένη βιβλιοκρισία μου δημοσιευμένη το 1999 στα Νέα του Σαββάτου για ένα βιβλίο που είχε εκδώσει ο Ευτύχης Μπιτσάκης την ίδια εκείνη χρονιά. Αναδημοσιεύεται εδώ με την ελπίδα να αποτελέσει έναυσμα ώστε να καταστεί ευρύτερα γνωστή η ουσιαστική συμβολή του συγγραφέα στο πεδίο της φιλοσοφικής εννοιολογίας αλλά και των προοδευτικών ιδεών, χωρίς τις οποίες είναι αδύνατοι οι πολιτικοί και οι κοινωνικοί αγώνες. — ΑΔ

///

Ένας νέος ανοιχτός ρεαλισμός

Όσοι δυσφορούν με την αποθέωση που γνώρισε ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία, αλλά και ο θετικισμός στην επιστήμη ή στη φιλοσοφία, ξέρουν ότι η γνώση που παράγουν η επιστήμη, η φιλοσοφία και η λογοτεχνία είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στη σκέψη/γλώσσα και στην πραγματικότητα που είναι το αντικείμενο έρευνας με σκοπό την εξήγηση, την διαύγαση και την κατανόηση σε αυτά τα πεδία.

Αυτή η βασική αλληλεπίδραση σκέψης/γλώσσας και πραγματικότητας δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς τις εμβαθύνσεις των φιλοσόφων αλλά και των επιστημόνων που φιλοσοφούν για να προχωρήσουν την έρευνα σε βάθος.

Το βιβλίο του φυσικού και φιλοσόφου Ευτυχή Μπιτσάκη Ο νέος επιστημονικός ρεαλισμός: Φιλοσοφικές διερευνήσεις στο χώρο της μικροφυσικής (Gutenberg, 1999, σ. 315), μετάφραση του γαλλόφωνου δικού του πονήματος  Le nouveau réalisme scientifique (1997) και συνέχεια του σημαντικού έργου του Les fondements conceptuels de la microphysique (1987) είναι καρπός τέτοιων εμβαθύνσεων.

Στο βιβλίο αυτό που πρωτοεκδόθηκε με πρόλογο του καθηγητή του College de France και ακαδημαϊκού J. C. Pecker, και στη συνέχεια στα ιταλικά, με πρόλογο του καθηγητή Μ. Castellana, ο συγγραφέας ακολουθώντας μια φιλοσοφική παράδοση που εκτείνεται από τους προσωκρατικούς και τον Αριστοτέλη έως τον Χέγκελ και τον Μπασελάρ εμβαθύνει στα προβλήματα που εγείρει ο φυσικός μικρόκοσμος με τις τεράστιες αντικειμενικές δυναμικότητες που κρύβει μέσα του. Αποτέλεσμα είναι ένας ανοιχτός ρεαλισμός που εκφράζει μια δυναμική αντίληψη της αντικειμενικής και της υποκειμενικής πραγματικότητας στην αλληλόδρασή τους. (περισσότερα…)

Μνήμη Παύλου Καλλιγά (1948-2025)

*

Ο μόλις εχθές εκδημήσας καθηγητής φιλοσοφίας Παύλος Καλλιγάς άφησε πίσω του έργο σημαντικό, κυρίως και πρωτίστως με την υποδειγματική έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου, τη μετάφραση και τα σχόλια του, κι η οποία με τα λόγια του Βασίλη Κάλφα «είναι μάλλον η πληρέστερη και πιο ενημερωμένη έκδοση των Απάντων του Πλωτίνου σε διεθνές επίπεδο». Στη μνήμη του αναδημοσιεύουμε ένα ποίημα του Λέοντος φιλοσόφου (9ος αι.), που ο ίδιος μετέφρασε στην εφημερίδα Τα Νέα τον Απρίλιο του 2021. Γαίαν έχοι ελαφράν. — Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Λέοντος του Φιλοσόφου

Ψυχρά τα γηρατειά, κι η κράση μου –αλλοίμονο–
φύσει φλεγματική. Αλλά κι ο Φλεβάρης μήνας
υπερβολικά ψυχρός, ενόσω του Υδροχόου το ζώδιο
πλανιέται τούτον τον καιρό στη συνοδεία του ήλιου,
κάνοντας σε κάποια μέρη ίσαμε και το κρασί να πήζει
και τα λαγήνια ακόμη από την παγωνιά να σπάζουν.

Μα κι εδώ που κατοικώ το χιόνι είναι σαν βουνό
και το σπίτι ολωσδιόλου παγωμένο,
ενώ ο βοριάς φυσά δριμύς, όλο φαρμάκι,
οξύς και διαπεραστικός σαν απ’ τα Τάρταρα να πνέει,
αφού, όπως φαίνεται, ο νοτιάς έχει τα μέρη μας αφήσει. (περισσότερα…)

Τάσος Πορφύρης, 1931-2025

*

«Ο τόπος στην ποίηση του Πορφύρη βιώνεται ως τραύμα αλλά και ως ίαση. Πικρή και γλυκιά η επιστροφή της μνήμης στον τόπο, το χρόνο, τους ανθρώπους, αναμετρά τις απώλειες, αλλά την ίδια στιγμή τις επουλώνει ανασυστήνοντας τη μαγική γεωγραφία του παρελθόντος. Στην ποίηση του Πορφύρη συναντάς, με την απλή, την άνετη κουβέντα της περιγραφής, έναν κόσμο που δεν είναι παλιός, αλλά μόνιμος: τη μνημειακή ομορφιά της φύσης, τον καημό των εσαεί ξενιτεμένων και αυτών που τους περιμένουν, τα χαμένα χνάρια των νεκρών του πολέμου, των θυμάτων της προόδου που προχωρά σε νέες ερειπώσεις και προσπερνά την διαρκέστερη κάτω από τον ουρανό ανάγκη του ανθρώπου για ομορφιά και αλήθευση μέσα στη σχέση με τον άλλον.»

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ, «Ένας θαλερός ποιητής», ΝΠ, 30.10.2024

Στη μνήμη του εκλιπόντος, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία ποιήματα από τα Παιδιά της Νεμέρτσκας, εκτενές κείμενο αυτοβιογραφικό του ποιητή (Νέο Πλανόδιον, τχ, 7, χειμώνας 2023).

(περισσότερα…)

Σωκράτης Λ. Σκαρτσής, 1936-2024

*
του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΦΩΣΤΑΙΝΗ

Αλφειέ Αλφειέ Αλφειέ μου
Επιταλιώτη να το αγόρι σου.

Ο Σωκράτης Σκαρτσής έφυγε. Ο άνθρωπος, ο δάσκαλος, ο ποιητής, για όσους τον γνώρισαν, τον άκουσαν και τον διάβασαν είναι πάντα εδώ. Το τρίπτυχο αυτό των ιδιοτήτων του είναι στην πραγματικότητα μια ολότητα που δεν έχει κανένα λόγο να χωρίζεται. Έτσι τον γνωρίσαμε, όσοι είμαστε τυχεροί να βρεθούμε κοντά του και να αλλάξει σε μεγάλο βαθμό η πορεία μας. Ο Σωκράτης ήταν ολόκληρος. Ήταν πρόσωπο, δεν ήταν εικόνα.

Ω αγάπη
νερό και φως
μέρα και νύχτα
Εσύ κι εγώ
ω αγάπη
παλμέ του κόσμου
Ω αγάπη
το μόνο του τίποτα.

Μια προσωπική αναφορά, οφειλή στον δάσκαλο, όπως εγώ τον πλησίασα τριάντα τόσα χρόνια που τον ξέρω. «Σου αρέσει η ποίηση;» Ήταν από τις πρώτες ερωτήσεις του μαζί με αυτήν για την καταγωγή μου. Μου αρέσει, απάντησα, αλλά δεν κατέχω καλά τη γλώσσα. Λάθος! Μεγάλο λάθος, είπε. Να μιλάς και να γράφεις τη γλώσσα της μάνας σου, τη γλώσσα του λαού σου. Από εδώ αρχίζει να ξετυλίγεται με λογισμό και μ’ όνειρο το κουβάρι της μαθητείας. Πρώτη αναφορά στη μεγάλη του αγάπη, τον Διονύσιο Σολωμό: «Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού κι αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την.» Ήταν μια πρόταση εμβληματική του εθνικού ποιητή για τη δημοτική, που την έκανε πράξη στο σπουδαίο έργο του. Και από κοντά η σύνδεση της γλώσσας με την ελευθερία του αγωνιζόμενου λαού: «Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα». (περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Σωκράτους απολογία

Γιώργος Μπλάνας (17.07.1959 – 18.02.2024)
///

ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟΛΟΓΙΑ

Δεν ξέρω αν σας έπεισαν τα λόγια τους,
εγώ όμως παραλίγο να ξεχάσω ποιος είμαι και τι θέλω εδώ.
Η αλήθεια είναι πως μαγείρεψαν σωστά τις λέξεις, τις προτάσεις τους,
και θα μπορούσα να μείνω απόλυτα ικανοποιημένος
από το αποτέλεσμα, αν το ψέμα δεν ήταν πάντα κάπως δυσκολοχώνευτο
—ιδίως όταν συνοδεύεται από κάποια υπερβολή στην μουσικότητα.
Εν πάση περιπτώσει, έχω γερό στομάχι. Κι έτσι πρέπει.
Αν ξερνούσα εδώ μπροστά σας την βλακεία τους,
θα ήταν οπωσδήποτε χαμένοι. Προχωρώ,
λοιπόν, και παραδέχομαι πως είπαν μία τουλάχιστον αλήθεια:
τα πάω πολύ καλύτερα απ’ αυτούς με την μαγειρική των λέξεων, γι’ αυτό
πανικοβλήθηκαν, και τώρα ακόμη ιδρώνουν πάνω απ’ τα τζετζερέδια τους,
θαρρώντας πως είναι στο έλεος μου. Μεταξύ μας, δεν έχουν άδικο. (περισσότερα…)

Το Μεταλλείο

Πάνος Θεοδωρίδης (1948-14.2.2025)

*
Χρόνια πολλά με απασχολούσε η συγκέντρωση ενός άφθονου, άνισου και ποικίλου έργου, που το αρχειοθετούσα μια στα πέντε χρόνια, το κράτησα ενωμένο ένα διάστημα και κατά καιρούς έχανα από μετακομίσεις κάποια ανέκδοτα κείμενα. Πίστευα ότι δεν τους άξιζε ο όρος Άπαντα, ίδιον ταλαντούχων αυτουργών και επουργών.

Εκείνο το βράδυ, εικοσιέξι ετών, διδάχτηκα ότι τα δικά μου άπαντα έπρεπε να έχουν τίτλο το Μεταλλείο. Χώρος που περιέχει πολύτιμα μέταλλα και σκωρίες, λιθορριπές και αγραμμάδες, αφεντικά και εργάτες, χρήματα και προσφάι, ερπετά και πουλάκια, βουνό και θάλασσα.

Κι έτσι το έργο μου δεν θα συγκεντρωνόταν ως θρασύδειλη απόπειρα διαιώνισης αλλά ως φυσική περίπου συσσώρευση λέξεων. Ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, δοκίμια, ρητά, ημερολογιακές σημειώσεις, ταξιδιωτικά, ερμηνείες αρχαίων και μεσαιωνικών κειμένων, στατιστικοί πίνακες, σπαράγματα διατριβών και μονογραφιών, επιστολές, ομιλίες, δεκάρικοι λόγοι, άρθρα και επιφυλλίδες, θεατρικά, σενάρια, νεκρολογίες, αναφορες, δημοσιοϋπαλληλικά κείμενα, απολογίες και αρχαιολογικά ανάλεκτα με τον ιδιώνυμο τίτλο varia minora. Και αυτά, όχι καταχωρημένα ανά είδος λόγου, παρά ανά εποχές κυριάρχων γυναικών, η Εποχή της Μαριάνθης, η Εποχή της Δυναμό και παρόμοια. (περισσότερα…)