Στο καφενείο

*

της ΑΝΝΑΣ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

~.~

ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ

Στην τετράγωνη αυλή με τις πορτοκαλιές και τις κιτρολεμονιές  ακριβώς στο κέντρο, σαν κάποιος να είχε σύρει τις διαγωνίους για να το θεμελιώσει, έστεκε το καφενείο.

Κόσμος σκόρπιος στα τραπεζάκια· ντόπιοι που ρουφούσαν freddus macchiatus και άλλους λατινογενείς καφέδες, τουρίστες που  στράγγιζαν το σιρόπι του κουμ κουάτ στο πιατελάκι, παιδάκια που έγλειφαν το παγωτό τους με προσήλωση υψηλού χρέους και γέροι· γέροι που κάθονταν περιμετρικά σύρριζα στο κτίσμα με την πλάτη στον τοίχο.

Ένας ένας σε κάθε τραπέζι, μιλιά δεν άλλαζαν, μα ο σχηματισμός τους είχε κάτι το συνωμοτικό. Ίσως ας πούμε, να ’χαν συμφωνήσει να εμποδίσουν την κατάρρευση του κτιρίου, μιας και τα ντουβάρια έμοιαζαν να στέκουν μόνο και μόνο επειδή τα στήριζαν οι πολυκαιρισμένες πλάτες.

Τους είχα ξαναδεί πολλές φορές κι αναρωτιόμουν: τι κάνουν τώρα; στηρίζονται; στηρίζουν; Από ντροπή ποτέ δε ρώτησα. Όπως και να ’χει, εγώ, να στηριχτώ δεν ήξερα, να στηρίξω δε άντεχα πια, έπιασα λοιπόν ένα τραπεζάκι ξέχωρο απ’ τα πολλά, παράμερο.

 

Στο καφενείο αν βρεθείς, μην ντραπείς, σύρε ρώτα τους
τι τάχα ξέρουν και πάντα φυλάνε τα νώτα τους;

///

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΣΚΟ

Αιωρούνταν κι αυτή, μέσα στην αιωρούμενη σκόνη που λαμπύριζε στο φως του μεσημεριού. Γλιστρούσε με τ’ αόρατα παγοπέδιλά της πάνω στις πλάκες της αυλής, διαγράφοντας σπείρες και μαιάνδρους ανάμεσα στα τραπεζάκια.

Με πλησίασε αθόρυβα· καμιά εικοσαριά χρονών, μάγουλα κρουστά, χείλη γεμάτα, μάτια όλο σπίθα και κλήση σε απολογία.

Τα μαλλιά της χόρευαν με το αεράκι, μπαίναν στα μάτια, στο στόμα της, τα ξάκριζε με το χέρι χαριτωμένα. Τα νέα κορίτσια, αφήνουν μακριά μακριά τα μαλλιά τους. Δεν ξέρουν ακόμα ότι τις νύχτες αναρριχώνται πάνω τους όνειρα μακρινά κολλώντας τα βεντουζένια ποδαράκια τους στη γερή τρίχα. Ανεβαίνουν σαν Σομαλοί πειρατές και τρυπώνουν στο άγουρο κεφάλι τους. Χρόνια μένουν εκεί γεμίζοντας το κοίλο του κρανίου παράξενες φωνούλες. Μετά εκείνες γίνονται γυναίκες. Όλο και κονταίνουν τα μαλλιά τους, όλο και λιγότερη συγκατάθεση στην αυταπάτη.

«Τι θα θέλατε;»

«Τα μακριά σου μαλλιά»

«Έναν ελληνικό διπλό σκέτο» σημείωσε, μου χαμογέλασε κι ύστερα μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε· σαν ευτυχία.

 

Μέσα στον κήπο με τα πορτοκάλια και τα κίτρα
αστέρια επωάζεις στην κοιλιά σου ισόβια μήτρα.

///

Ο ΚΑΦΕΣ

Το καβουρντισμένο άρωμα μπήκε στα ρουθούνια μου ατόφιο.

Σκέτος· να μην του βάζουν οι προσμίξεις στο στόμα του ξένα λόγια.

Κουβαλούσε μια ζέστη καθησυχαστική, πονετική, σαν να την είχε ταξιδέψει από τα χώματα της ρίζας του. Arabica-Robusta χαρμάνι, θυμιατήρι αιθιοπικο-βιετναμέζικο, άχνιζε κι αναρριχόταν μέχρι τα κεντρικά υψίπεδα. Εκεί στο φως, ξεχώρισα στο θαμπό θυμίαμα χιλιάδες παιδικές δαχτυλιές. Θυμάμαι, κι ο γιος μου έφερνε σπίτι ζωγραφιές με δαχτυλομπογιές στο Δημοτικό.

Κάποτε γύριζα τα φλιτζανάκια για πλάκα, να δω τι λέει ο ντελβές για τα μελλούμενα. Τώρα δεν τολμώ. Ούτε για πλάκα.

Στην πρώτη ρουφηξιά
δεν ήμουν μόνη πια.
Μέσα στη χούφτα μου ζεστός
εγώ κι αυτός
μέσα στον κόσμο των άλλων…

 

Στου καφέ τις επαναστάσεις και τις αναλύσεις
ανατέμνουν τον κόσμο τα σταυροπόδια της Δύσης.

 ///

ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

Με στερέωνε στο εδώ και  στο τώρα. Έδινε ρόλο στο  αμήχανο χέρι, έδινε χρόνο στο μάτι να τρυπήσει τα περιγράμματα.

Ανέβαινε ο καπνός, πίκρα αυγωμένη, ολοστρόγγυλη· κυκλάκια που εγκυμονούσαν «αχ» και «αμήν» και άλλα εγγεγραμμένα πολύγωνα.

Κάποτε ήξερα ένα κορίτσι που έκανε φούσκες με σαπουνόνερο. Φυσούσε μέσα τους στοργικά, απαλά, όπως ο Θεός στο ρουθούνι του Αδάμ κι ύστερα με μια κίνηση ζυγισμένη, τις ελευθέρωνε τινάζοντας ελαφρά το φυσοκάλαμο. Της άρεσε να κοιτάζει όπως σηκώνονταν ψηλά ψηλά διάφανες, αερόστατα γυάλινα.

Κάθε φορά, μ’ ένα «παφ!» σκόρπιζε η παγιδευμένη εκπνοή και γέμιζε ο αέρας γλύκα από χνώτο παιδικό…

Ο καπνός όλο ανέβαινε, γκρίζες τολύπες τώρα.

Καμιά φορά μες στις λιακάδες του Ιόνιου θέρους, γίνεται σύννεφο προσωπικό και βρέχει μόνο πάνω απ’ το κεφάλι μου.

«Μπορώ να έχω ένα τασάκι;»

«Φυσικά!» κελάηδησε το κορίτσι με τον δίσκο και μ’ ένα διπλό toe loop μπήκε στο μαγαζί.

 

Εσύ γαλάζιε μου ουρανέ που δεν πολυμιλάς, πες
ακούς ποτέ τις προσευχές που φτάνουν απ’ τις λάσπες;

*

*

*