Η θρησκευτική διάσταση της ποίησης του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

*

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

~.~

Στον ποιητικό λόγο το θρησκευτικό στοιχείο εντοπίζεται σταθερά μέσα από θέματα, εικόνες και σύμβολα που παραπέμπουν στο ιερό συνιστώντας ένα διαχρονικό φαινόμενο στη λογοτεχνία. Η εκκλησιαστική παράδοση – όπως και η ιστορική και η μυθολογική – προσέφεραν στους ποιητές ένα πλούσιο υλικό για να εκφράσουν προσωπικές και συλλογικές ανησυχίες: εθνικές, πολιτικές, κοινωνικές, υπαρξιακές ή ερωτικές. Ο θρησκευτικός συμβολισμός ειδικά ήταν άμεσα προσλήψιμος από το κοινό, καθώς αποτελούσε κομμάτι της λαϊκής συνείδησης.[1] Ειδικότερα στον ελληνικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα και την επτανησιακή ποίηση το θρησκευτικό στοιχείο ταυτίστηκε ιδιαίτερα με τον αγώνα για την ελευθερία και οι ποιητές χρησιμοποίησαν στα έργα τους εικόνες και συμβολισμούς από την ορθόδοξη παράδοση για να εκφράσουν την πίστη στην ελευθερία, την ηθική υπεροχή του αγώνα και την αιώνια δικαιοσύνη του Θεού. Οι κορυφαίοι εκπρόσωποί της Επτανησιακής Σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Ανδρέας Κάλβος και ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης σφράγισαν με το έργο τους τον εθνικό αγώνα του 19ου αιώνα. Και οι τρεις άνοιξαν τη σειρά των Ελλήνων ποιητών που στοχάστηκαν γύρω από την μοίρα του Ελληνισμού και διατύπωσαν κάποιες γενικές κατευθυντήριες γραμμές, σταθερές στη διαχρονική πορεία της ιστορίας μας, πριν ακόμα από τους ιστορικούς, θα μας πει ο Νίκος Σβορώνος. Kαι οι τρεις ενσωμάτωσαν θρησκευτικά στοιχεία στο έργο τους υπηρετώντας την λογοτεχνική και εθνική τους στόχευση δίνοντας εικόνες της χριστιανικής μαχόμενης Ελλάδας.[2]

Ο Βαλαωρίτης περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον ρομαντικό ποιητή της εποχής του, κατάφερε να διατυπώσει με σαφήνεια τον αντιστασιακό χαρακτήρα που διέπει ολόκληρη τη νεοελληνική ιστορία και να ασχοληθεί στο ποιητικό του έργο με τα ορατά, εθνικά, πολιτικά και ιδεολογικά προβλήματα του καιρού του. Ως εκπρόσωπος της Επτανησιακής σχολής και βαθύτατα επηρεασμένος από τον ρομαντισμό και την ανάγκη της εθνικής αναγέννησης, χρησιμοποίησε συχνά το θρησκευτικό στοιχείο ως πολιτισμικό  και πατριωτικό θεμέλιο, συνδεδεμένο με την ορθόδοξη παράδοση και την ελληνική ηρωική ταυτότητα, ως μοχλό ηθικής δικαίωσης, παρηγοριάς και ενίσχυσης της αγωνιστικότητας του έθνους. Η θρησκευτική πίστη και η ορθοδοξία παρουσιάζονται ως οδηγοί και προστάτες του αγώνα των Ελλήνων για την ελευθερία. Στα μεγάλα του ποιήματα Κυρά Φροσύνη, Αθανάσιος Διάκος, Φωτεινός, αλλά και στα μικρότερα στον Κατζαντώνη, στον Αστραπόγιαννο, στον Σαμουήλ, τη Φυγή,  το ποίημα για τον ανδριάντα του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ συνοψίζονται οι πράξεις των ηρώων του ’21 και των προηγηθέντων αγώνων των Κλεφτών και των Αρματολών όπου αφηγείται την προσωπική θυσία και το μαρτύριό τους στο βωμό του έθνους εμπνεόμενος από τα θρησκευτικά ιδεώδη και την αυτοθυσία που συνδέεται με το χριστιανικό μαρτύριο. Τα θεολογικά μοτίβα της λειτουργίας, της μετάνοιας, της μετάληψης, της θυσίας, αποτελούν ρητή συμβολική ανατομία της αντίστασης, της ομοψυχίας και της οικοδόμησης του έθνους μέσα από την πίστη.

Όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να δούμε συνοπτικά μέσα από επιλεγμένα αποσπάσματα των έργων του με έμφαση στις θρησκευτικές αναφορές και το θρησκευτικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί.

Η ποιητική συλλογή του Μνημόσυνα[3] είναι διαποτισμένη από θρησκευτικές αναφορές, καθώς ασχολείται με τον θάνατο, τη μνήμη των νεκρών και την ελπίδα της αιώνιας ζωής.  Συνδέει τον πόνο της απώλειας με τη χριστιανική πίστη, αντλώντας παρηγοριά από τα θρησκευτικά σύμβολα (σταυρός, λιβάνι, εκκλησία) και τα έθιμα, όπως τα μνημόσυνα και τα ψυχοσάββατα. Οι ψυχές παρουσιάζονται να συνεχίζουν την ύπαρξή τους στον Άδη, ενώ η επικοινωνία των ζωντανών με τους νεκρούς γίνεται μέσα από προσευχές, τελετές και μυστικιστικές στιγμές, τονίζοντας τη στενή σχέση θρησκείας και λαϊκής παράδοσης. Ενδεικτικά στο ποίημά του Ψυχοσάββατο[4], αφιερωμένο στην πολύ πρόωρα χαμένη κορούλα του Μαρία, περιγράφεται η κηδεία της με «σταυρό, παπάδες, λιβάνια και λαμπάδες», στοιχεία που παραπέμπουν στην ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία:

Κι ενώ κρυφομιλούσανε, ακούστηκε αποπέρα
φωνή που μοιρολόγαε κι έλεγε στον πατέρα:

—Την επεράσαν τέσσαροι
μες στ’ άνθη ξαπλωμένη·
ποιό μάτι δεν την έκλαψε
εκείθε που διαβαίνει!
Εμπρός επήγαιν’ ο σταυρός
οπίσω του οι παπάδες,
λιβάνια και λαμπάδες.

Ο ποιητής συνδυάζει την ιδέα του μνημοσύνου με λαϊκές δοξασίες, όπου οι ψυχές των νεκρών «ελευθερώνονται» προσωρινά για να κοινωνήσουν με τους ζωντανούς:

απόψ’ οι πεθαμένοι,
μεγάλη έχουνε γιορτή,
και βγαίνουν στολισμένοι
σαν νιόνυφοι απ’ τα μνήματα
με τ’ άσπρα σάβανά τους
να φαν τα κόλλυβά τους.

Ο πατέρας στέκεται πίσω από το «Άγιο Βήμα», δίνοντας μια ιερή διάσταση στη συνάντησή του με το πνεύμα της κόρης του. Η εικόνα της κόρης που αναδύεται από τον τάφο θυμίζει ανάσταση και καθαρότητα, όπως και η παράδοση της «λευκής ψυχής»:

Επήγε κι εκαρτέρεσε
πίσ’ από τ’ άγιο Βήμα.
Ήλθανε τα μεσάνυχτα…
Εσείστηκε το μνήμα.
Βγαίν’ η Μαρία ολόλευκη,
κι εκεί που τον εφίλει
ανάμεσα στα χείλη:

—Πατέρα μου, του λέει, γλυκέ,
γιά ιδές πώς είμαι κρύα!
Αν είν’ αλήθεια π’ αγαπάς
τη μαύρη τη Μαρία,
έλα μ’ εμέ στον τάφο μου,
σκιάζομαι το σκοτάδι
μονάχη μου στον Άδη.

Η σχέση ζωντανών-νεκρών παρουσιάζεται μέσα από μια ιεροπρεπή, σχεδόν μυστηριακή συνάντηση, που τονίζει τη δύναμη της αγάπης και της μνήμης. Εδώ, η ημέρα αυτή γίνεται η στιγμή κατά την οποία η ψυχή της νεκρής Μαρίας «επιστρέφει» για να δει τον πατέρα της.

Στον ίδιο συγκινησιακό τόνο κινείται και το απόσπασμα από το Β΄ άσμα της Κυρά Φροσύνης με υπότιτλο η «Μετάνοια»  από το μονόλογο της ηρωίδας όπου το φιλί γίνεται σύμβολο μετάνοιας και αποχαιρετισμού, μια γέφυρα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και των νεκρών:

Τί φιλί που ’ταν εκείνο! Έχει μέσα του κρυμμένη
τη στιγμή, που τον επάνω με τον κάτω κόσμο δένει.
Έχει μέσα του το σχώριο, το τρισάγιο, το λιβάνι,
το λουλούδι που βλαστάνει
εις τη χέρσα γη του τάφου! Έχει μέσα την ελπίδα,
τ’ όνειρο του πεθαμένου, το κιβούρι, τη σανίδα,
που μας κάνει κι αναπλέμε μέσα στο άβαθο το μνήμα,
μες στου απέραντου του χρόνου το κατάμαυρο το κύμα.
Το θυμούμαι κι εγώ ακόμα!
Όταν το ’ριξα στα μάτια, όταν το ’ριξα στο στόμα
του παιδιού μου, της μητέρας… Το θυμούμαι, δεν μ’ αφήνει
κι από τώρα το γυρεύω, Χριστιανοί μου, ελεημοσύνη.
Όταν έλθει εκείνη η ώρα σε παράμερη μιαν άκρη
να με χώσετε κι εμένα μ’ ένα σχώριο, μ’ ένα δάκρυ.[5]

Το φιλί, αυτή η απλή και συνάμα ιερή χειρονομία, αποκτά διαστάσεις σχεδόν μεταφυσικές. Δεν είναι απλώς μια εκδήλωση στοργής· είναι το αποτύπωμα της μνήμης, το ύστατο χάδι, ο σύνδεσμος ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Ο ποιητής, μέσα από τα λόγια της ηρωίδας, παρουσιάζει ένα φιλί γεμάτο περιεχόμενο: Έχει μέσα του το σχώριο, το τρισάγιο, το λιβάνι. Είναι ένα φιλί εξαγνιστικό, που λειτουργεί όπως η τελευταία εξομολόγηση πριν τον θάνατο. Ως μια πράξη αποδοχής, συμφιλίωσης και αποχαιρετισμού. Η ίδια η ζωή συνοψίζεται σε εκείνη τη στιγμή – τη στιγμή που τον επάνω με τον κάτω κόσμο δένει. Το φιλί αυτό περιέχει μέσα του και την ελπίδα: την προσδοκία ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, ότι η μνήμη και η αγάπη επιβιώνουν. Παρά τον πόνο, βλασταίνει κάτι: το λουλούδι που βλαστάνει εις τη χέρσα γη του τάφου. Ακόμα και στο πιο άγονο και αμετάκλητο έδαφος, αυτό της απώλειας, γεννιέται κάτι ζωντανό. Πρόκειται για μια βαθιά ανθρωπιστική και χριστιανική στάση, όπου η μνήμη δεν αφήνει την ύπαρξη να χαθεί. Ιδιαίτερα συγκινητικό είναι το σημείο όπου η Κυρά Φροσύνη θυμάται το φιλί που έδωσε στο παιδί της, στη μητέρα της. Η μητρική τρυφερότητα, η αγάπη για την οικογένεια, ακόμα και μπροστά στον θάνατο, δεν υποχωρούν. Ίσα-ίσα, γίνονται η τελευταία δύναμη αντίστασης. Η τελική επίκληση για ελεημοσύνη και σχώριο δείχνει την ταπεινότητα του προσώπου. Δεν ζητά τιμές, μόνο ένα δάκρυ, ένα σιωπηλό αντίο. Θέλει απλώς να ταφεί σε παράμερη μιαν άκρη, αρκεί να υπάρχει λίγη ανθρώπινη συμπόνια. Ο Βαλαωρίτης, μέσα από την τραγική φιγούρα της Κυρά Φροσύνης, αναδεικνύει διαχρονικές αξίες: τη μητρική αγάπη, τη θρησκευτική πίστη, την αξία της μνήμης και την ανάγκη του ανθρώπου για αξιοπρέπεια ακόμη και στον θάνατο. Το ποίημα δεν εξυμνεί απλώς μια ιστορική ηρωίδα· παρουσιάζει το ανθρώπινο πρόσωπο της θυσίας, που ξεπερνά την εποχή και αγγίζει τον κάθε αναγνώστη.

Με το ποίημα του Αθανάσης Διάκος[6] θέλησε να εξυμνήσει τον γίγαντα της Δωρίδας, όπως χαρακτηριστικά λέει στον πρόλογό του, και να εστιάσει στο ηθικό μεγαλείο του ήρωα τον οποίο παρουσιάζει ως σύμβολο αυταπάρνησης, χριστιανικής πίστης και εθνικής αξιοπρέπειας προσδίδοντάς του μια σχεδόν αγιολογική διάσταση. Αυτό το ποίημα δεν είναι μόνο ένα ιστορικό ανάγνωσμα ή μνημόσυνο, είναι ένα εθνικό όραμα, ένα μεταφυσικό δράμα, μια ποιητική αποκαλυπτική θεολογία για την Ελλάδα: ο Διάκος είναι ο Εσταυρωμένος του Γένους και η ανάσταση του είναι η προαναγγελία της ανάστασης του έθνους.

Από το Δ΄ άσμα παραθέτουμε ένα λυρικότατο απόσπασμα με όλους τους πεθαμένους ήρωες που εμφανίζονται στη φυλακή του Διάκου ως πνεύματα ή μάρτυρες για να τον στηρίξουν και να τον εμψυχώσουν:

Χιλιάδες ήρθανε μεμιάς τριγύρω στο Θανάση
ψυχές μεγαλοδύναμες από τον άλλον κόσμο
με τα παλιά τους βάσανα, με την παλικαριά τους,
και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν.
Στη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμένες,
απλώνουν τα φτερούγια τους κι επάνωθέ του ανοίγουν
βαθύν απέραντο ουρανό και του τον αστερώνουν
μ’ αθάνατες ενθύμησες, μοσχοβολιές του τάφου.[7]

Πρόκειται για μια φανταστική, οραματική παρέλαση ηρώων της Επανάστασης και των προεπαναστατικών εξεγέρσεων, οι οποίοι εμφανίζονται μεταφυσικά στο πλευρό του Διάκου την ώρα της δοκιμασίας και του μαρτυρίου του. Οι μορφές αυτές περιλαμβάνουν: τον Σαμουήλ, τον Ανδρούτσο, τον Κατσαντώνη, τον Αμπελογιάννη, ακόμα και τον Πατριάρχη, και άλλους ήρωες από διαφορετικές ιστορικές περιόδους που εμφανίζονται όλοι μαζί, σαν μια μεταφυσική κοινότητα ψυχών, μια ουράνια παρέα πολεμιστών που συνοδεύει και υποστηρίζει τους ζωντανούς μαχητές. Με αυτό τον τρόπο επιλέγει ο ποιητής να συνδέσει το ατομικό μαρτύριο του Διάκου με μια αλυσίδα ηρώων που μαρτύρησαν για την ελευθερία.

Ο ποιητικός του λόγος βρίσκει έναν ακόμη εκφραστή της πίστης και της θυσίας στο πρόσωπο του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, τον οποίο στο ποίημα του για τον ανδριάντα του τον αναδεικνύει με σεβασμό και συγκίνηση. Ο Γρηγόριος Ε΄ παρουσιάζεται όχι μόνο ως θρησκευτικός ηγέτης, αλλά ως μάρτυρας της πίστης και της πατρίδας, που θυσιάζεται στο όνομα του έθνους. Ο απαγχονισμός του, ανήμερα του Πάσχα του 1821, προσλαμβάνει χριστολογικές διαστάσεις: όπως ο Χριστός σταυρώνεται για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, έτσι και ο Πατριάρχης πεθαίνει για τη σωτηρία του υπόδουλου Γένους. Ειδικά η εικόνα του απαγχονισμένου Πατριάρχη που μένει άταφος και ρίχνεται στη θάλασσα, παραπέμπει σε σκηνές μαρτυρίου των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Όταν ο Βαλαωρίτης αποδέχτηκε την πρόσκληση του Πανεπιστημίου να συνθέσει το ποίημα για την εν λόγω περίσταση θεωρούσε – από βαθιά ευλάβεια και σεβασμό στο μαρτυρικό θάνατο του Γρηγορίου Ε΄- ότι η ποίηση, όσο έντονη και φορτισμένη και αν είναι, δεν μπορεί εύκολα να αποδώσει το μέγεθος μιας τέτοιας θυσίας, που αγγίζει σχεδόν το θείο. Ο Γρηγόριος Ε΄ δεν είναι απλώς ένα ιστορικό πρόσωπο, αλλά ένας πνευματικός φάρος που υπενθυμίζει ότι η πίστη, ο ηθικός αγώνας και η αυτοθυσία είναι τα βασικά θεμέλια της ελευθερίας. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από τον πρόλογο του ποιήματός του για τον Πατριάρχη:

Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία υπήρξε προπάντων η ιερά κιβωτός, ένθα προσέφυγε και θαυμασίως διεσώθη από της πλημμύρας των αλλοφύλων το αίσθημα της Εθνότητος. Επειδή δε ορατή κεφαλή της Εκκλησίας ταύτης υπήρχεν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επόμενον ήτο να θεωρήται ούτος ως πατήρ και ως ηγέτης της φυλής απάσης.

Κατά την έναρξιν του ιερού αγώνος κατείχε τον Πατριαρχικόν θρόνον Γρηγόριος ο Ε΄, όστις ως ανώτατος πνευματικός Άρχων των απανταχού Ελλήνων, εκράτει ανά χείρας πάντα τα μυστηριώδη νήματα της μεγάλης Ελληνικής συνωμοσίας και διετέλει εν πλήρη γνώσει των ακαταπαύστων και ακατανοήτων εκείνων ενεργειών, δι’ ών οι Φιλικοί ωργάνιζον και προπαρασκεύαζον την επανάστασιν […] [8]

Σύμφωνα μάλιστα με την λαϊκή ανεκδοτολογία – με κάποια εκδοχή της για την ακρίβεια – o Βαλαωρίτης δυσκολεύτηκε να βρει την αρχή του ποιήματος και περιπλανώμενος στους διαδρόμους της Μονής της Κόκκινης Εκκλησίας που επισκεπτόταν συχνά, όταν ο ηγούμενος φίλος του Βησσαρίων Κατοχιανός τον είδε χαμένο στις σκέψεις του με ακίνητο βλέμμα,  ανήσυχος του απευθύνεται και του λέει: «Πώς με θωρείς ακίνητος, πού τρέχει ο λογισμός σου;…» και αυτή η φράση έμελλε να είναι η αρχή του ποιήματος. Σε αυτή την ιδιαίτερη σχέση θα επανέλθουμε στη συνέχεια.

Συνεχίζοντας την περιδιάβασή μας στην ποίησή του Βαλαωρίτη, στο  Β΄ άσμα του ανολοκλήρωτου ποιήματός του Φωτεινός[9] ξεδιπλώνονται οι θεμελιώδεις πτυχές της ιστορικής του σκέψης, της θρησκευτικότητας και του πατριωτισμού του. Ο τιτλώνυμος ήρωας ενώ περιμένει του συντρόφους του για την οργάνωση της επανάστασης εναντίον του Φράγκου δυνάστη Γρατζιανού Τζώρτζη, ξαναθυμάται και διηγείται τους τόπους που μεγάλωσε και μυήθηκε στο ιδανικό της ελευθερίας. Στη νεανική του ηλικία, όπως αφηγείται, καταλυτική ήταν η συνάντησή του με τον καλόγερο Νικήτα, ο οποίος ερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη, είχε καταφύγει στην Κόκκινη Εκκλησία για να ασκητέψει. . Ο Νικήτας είναι ένας εγγράμματος μοναχός με γνώσεις ιατρικής που ξέρει να θεραπεύει τους ανθρώπους, φορέας της ιστορικής μνήμης και ταυτόχρονα παιδαγωγός του Φωτεινού. του μαθαίνει γράμματα και του διηγείται με ποιητική γλώσσα τη διαδρομή του Ελληνισμού: τη γέννηση της Ελλάδας ως «λουλούδι» από τον Θεό, την απειλή των Περσών με τον Ξέρξη, τις εμφύλιες διαμάχες που αποδυνάμωναν τον λαό, τον ρόλο του ξένου ως διχαστή και αποικιοκράτη, την ίδρυση της Νικόπολης από τον Αύγουστο ως πράξη αλαζονείας και ύβρεως πάνω σε νεκρά σώματα, το Βυζάντιο ως πολιτισμική αναλαμπή με τον Μέγα Κωνσταντίνο να το θεμελιώνει με το «Φως του Σταυρού», την προδοσία από τους Φράγκους, που τεμαχίζουν το Βυζάντιο σε «αμέτρητες λουρίδες», τέλος την παρακμή που παρομοιάζεται με πλάτανο που ρίχνει κλώνους ξερούς. Μέσα από τις διηγήσεις του ο Φωτεινός εμπνέεται και καθοδηγείται να αντισταθεί στον ξένο δυνάστη και να υπερασπιστεί την πατρίδα του. Στην ουσία ο καλόγερος Νικήτας είναι ο σοφός- μύστης, ο θεματοφύλακας της ιστορίας, το συνδετικό νήμα ανάμεσα στο ένδοξο παρελθόν και το ελπιδοφόρο μέλλον που αφυπνίζει τον Φωτεινό, αλλά και ο φορέας των ιστορικών θέσεων του Βαλαωρίτη όπως είχαν διατυπωθεί και θεμελιωθεί στα μέσα του 19ου αι. από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο στο τριμερές σχήμα της ελληνικής ιστορίας : Αρχαιότητα, Βυζάντιο, Νέος Ελληνισμός, στο λεγόμενο παπαρηγοπούλειο σχήμα του αδιαίρετου τρισχιλιετούς έθνους.

Το Β΄ Άσμα του Φωτεινού συνολικά αποτελεί ένα μανιφέστο του ελληνικού ρομαντικού πατριωτισμού, ντυμένο με εικόνες ιστορικές, θρησκευτικές και φυσιολατρικές. Ο Βαλαωρίτης φέρνει στο προσκήνιο έναν ποιητικό λόγο όπου το θρησκευτικό στοιχείο είναι θεμέλιο εσωτερικότητας και συλλογικής αφήγησης. Μέσα από ποιήματά του η θεία χάρη, η ελπίδα, ο θρήνος και η συγχώρεση συνυφαίνονται με την εθνική συνείδηση. Όπως για παράδειγμα στο ποίημά του «25η Μαρτίου: Ευαγγελισμός – Ελληνισμός», στην τελευταία στροφή, η χάρη του Θεού προσφέρεται ως πνευματική μετάληψη και ευλογία για όσους αγωνίζονται και δεν φοβούνται τον δρόμο της θυσίας:

Γιορτάστέ την, γιορτάστέ την! Καθείς ας μεταλάβει
από τη Χάρη του Θεού. Και σεις, και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στην καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι να ’στε![10]

Ή στον Σαμουήλ[11] όπου ο θρυλικός καλόγερος παρουσιάζεται ως ιερομάρτυρας. Η θρησκευτική ατμόσφαιρα – λειτουργία, προσευχή, θεία κοινωνία –  δίνει στην πράξη του τη διάσταση μιας θυσίας που υπερβαίνει το ανθρώπινο, συνδέοντας την ελευθερία του έθνους με τη θεία λύτρωση. Ο Βαλαωρίτης κατορθώνει να ενώσει σε έναν αρμονικό συνδυασμό το εθνικό, το ηρωικό και το θρησκευτικό στοιχείο, δημιουργώντας μια ποίηση υψηλής ιδεολογικής και αισθητικής αξίας.

Τόσο μέσα από τους στίχους όσο και από την αλληλογραφία και τις συναναστροφές του δεν κρύβει πως πέρα από ένας φλογερός υπέρμαχος του εθνικού αγώνα για την ελευθερία, είναι και ένας άνθρωπος θρησκευόμενος, με την έννοια της βαθιάς συναισθηματικής και πολιτισμικής σύνδεσης με τη λαϊκή πίστη και τη θρησκευτική παράδοση του τόπου του. Η πίστη λειτουργεί για αυτόν ως άρωμα, συγκίνηση, πνευματική παρηγοριά, όχι ως ηθικό καθήκον ή δόγμα. Ο ίδιος δηλώνει πως είναι ποιητής, όχι ιερέας ή διδάσκαλος. Ο ρόλος του είναι να αντικατοπτρίζει την ψυχή του λαού, όχι να την καθοδηγεί ή να την νουθετεί. Όταν ο πολύ καλός του φίλος Ανδρέας Λασκαράτος, επηρεασμένος από τις ορθολογιστικές και φιλελεύθερες ιδέες της εποχής του, του προτείνει διαβάζοντας το ποίημά του Η Φανερωμένη να εκκοσμικεύσει την ποίησή του και να πολεμήσει την δεισιδαιμονία, ο Βαλαωρίτης σε επιστολή του απαντά ως εξής:

Η «Φανερωμένη» μου κατά τη γνώμη σου θα ήτο ένα μικρό αριστούργημα, αν ημπορούσες να εγκρίνης την υπόθεσιν του στιχουργήματός μου. Και λαμβάνης αφορμήν από τούτο διά να μου γράψης ότι ευρισκόμεθα εις μεταβατικήν εποχήν και ως τας θρησκευτικάς ιδέας και ότι κάθε τίμιος άνθρωπος, έστω και ποιητής, πρέπει να προσπαθή να ξεριζώνη με κάθε τρόπο από την ψυχή του λαού κάθε είδους δεισιδαιμονίας, διότι με αυτό το μέσον δύναται να καλυτερέψη την τύχη του. Δεν αρνούμαι ότι υπό γενικήν έποψιν έχεις δίκαιον. Αλλά εγώ πιστεύω ότι ο ποιητής πρό πάντων πρέπει να είναι ο καθρέφτης της καταστάσεως του λαού, δια τον οποίον γράφει. Όλοι πάνω κάτω οι ποιηταί αυτό το σύστημα ακολούθησαν και δεν εστοχάστηκαν να γίνουν αναμορφωταί, διότι αυτό το έργον πρέπει να το επιχειρισθώσιν άλλοι. […]

Κάποιες θρησκευτικές αδυναμίες του Ελληνικού Λαού εις την όσφρηση την ιδική μου ευωδιάζουν και αναζωογονούν την ψυχήν. Και θα εξακολουθώ να τες κυνηγώ και να τες συμμαζώνω όπου τες ευρίσκω, διότι δεν έχω στο νου μου να γεννώ ούτε Λούθηρος ούτε Καλβίνος. Πρέπει λοιπόν να με υποφέρεις όπως ο Θεός μ’ έχει πλάσει, καθώς σε υποφέρω κ’ εγώ με όλες τις παραξενάδες σου.[12]

Βαθιά φιλία τον συνέδεε και με τον τελευταίο ηγούμενο της Κόκκινης Εκκλησίας, τον Βησσαρίωνα Κατοχιανό, καθώς μοιράζονταν την ποίηση ως κοινό πάθος. Ο Βησσαρίων Κατοχιανός (1810-1883) καταγόμενος από τον Κατοχή Αιτωλοακαρνανίας υπήρξε σημαντική θρησκευτική και πνευματική μορφή του 19ου στη Λευκάδα και διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή του νησιού. Εκτός από ηγούμενος της Μονής της Κόκκινης Εκκλησίας συνδέεται με την εκπαιδευτική δραστηριότητα στη Λευκάδα, καθώς αναφέρεται ότι δίδαξε σε σχολείο στον οικισμό Αλέξανδρος. Σύμφωνα με αναφορές οι δύο τους συζητούσαν κοινά βιώματα, ιδέες και αντλούσαν έμπνευση ο ένας από τον άλλον, καθώς και ο ηγούμενος διέθετε ποιητική φλέβα.[13]

Το ποίημα του Βησσαρίωνα Κατοχιανού «Ο Κότζιφας και τ’ αηδόνι» αποτελεί έναν συγκινητικό φόρο τιμής στον στενό του φίλο Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, εν είδει νεκρολογίας για τον θάνατό του το 1879. Ο Κατοχιανός, εμπνεύστηκε το ποίημά του από αντίστοιχο ποίημα του Βαλαωρίτη που είχε γράψει σε ανάλογη περίσταση για τον θάνατο του Διονύσιου Σολωμού το 1857 με τίτλο «Η Δάφνη και τ’ αηδόνι» και προσπάθησε να το μιμηθεί. Σε αυτό εκφράζει την προσωπική του θλίψη και τον βαθύ σεβασμό του προς τον ποιητή που με το «κελάηδημά του ανύψωσε τον τόπο και τον λαό.

Ο Κότζιφας και τ’ αηδόνι

Ο Κότζιφας εσκώθηκε ένα πρωί, πετάει
και βρέθηκε στη Μαδουρή να βρη τροφή να φάγη
τροφή ουχί του σώματος αλλά του πνεύματός του
οπού του έδιδε συχνά τ’ αηδόνι ο σύντροφός του.
Πως είναι έρημη η φωλιά κει πέρα στην ελούλα
όπου εκάθετο συχνά στην όμορφη πλακούλα;
και κελαδούσε τ’ άσματα Φροσύνης και Διάκου
και κειά του Βρυκολάκου;
Ω συμφορά που έπαθα τώρα στα γηρατεία
ο μαύρος ο Κότζιφας μιλάει με στόμα με καρδία.
Ελάτε εδώ πουλάκια μου να πάμε παρεμπρός
να ιδούμε τι απέγινε, τι έπαθε το φως.
Ελάτε δω πουλάκια μου ελάτε να σκεφτούμε
τι μοιρολόγι τ’ αηδονιού τι μοιρολόγι να πούμε
να πούμε τ’ είναι πώπαθε η μαύρη η Λευκάδα
πώχασε τ’ αηδονάκι της και πίνει φαρμακάδα.[14]

Η επιλογή των δύο πουλιών ως βασικών συμβόλων του ποιήματος δεν είναι τυχαία. Ο «κότσυφας», δηλαδή ο ίδιος ο Κατοχιανός, είναι ένα απλό πουλί, μαύρο και λιγότερο μελωδικό από το αηδόνι. Αντίθετα, το «αηδόνι» —που συμβολίζει τον Βαλαωρίτη— είναι το κατ’ εξοχήν πουλί της ποίησης, της γλυκιάς μελωδίας και της έμπνευσης. Μέσα από αυτήν την αντιπαράθεση, ο Κατοχιανός δείχνει την ταπεινότητά του απέναντι στον φίλο του, αλλά και τη βαθιά του εκτίμηση για το ποιητικό του έργο. Ο κότσυφας «πετάει στη Μαδουρή», τον τόπο του Βαλαωρίτη, για να βρει «τροφή ουχί του σώματος αλλά του πνεύματός του», μια σαφή αναφορά στη δύναμη της ποίησης να θρέφει την ψυχή. Η αναφορά σε έργα και ήρωες του Βαλαωρίτη, όπως η Φροσύνη, ο Διάκος και ο Βρυκολάκας, λειτουργεί ως μνημόσυνο του ποιητικού του κόσμου. Η «έρημη φωλιά» στην «ελούλα» αποτυπώνει το κενό που αφήνει η απουσία του φίλου και συντρόφου του. Η ποίηση του Βαλαωρίτη, που κάποτε έδινε φωνή στους ήρωες και στους αγώνες της πατρίδας, τώρα έχει σιγήσει, και αυτό γεννά στον Κατοχιανό βαθιά θλίψη αλλά και την ανάγκη να συνθέσει ένα δικό του μοιρολόι. Εξίσου σημαντική είναι η διάσταση της συλλογικότητας. Ο Κατοχιανός δεν θρηνεί μόνο για τον προσωπικό του φίλο, αλλά και για τη «μαύρη Λευκάδα» που «πώχασε τ’ αηδονάκι της». Ο Βαλαωρίτης δεν ήταν απλά ένας ποιητής· ήταν η φωνή του τόπου του, πνευματικός καθοδηγητής που μετέτρεπε την ιστορία και τα ιδανικά της Ρωμιοσύνης σε τραγούδι. Η φιλία τους, επομένως, αποκτά και μία εθνική διάσταση: ο Κατοχιανός αισθάνεται πως η απώλεια του φίλου του είναι απώλεια της ίδιας της λευκαδίτικης ψυχής, και αναγνωρίζοντας το μεγαλείο του Βαλαωρίτη, δίνει φωνή στη δική του συγκίνηση μέσα από μια γλώσσα που συνδυάζει τη λαϊκή ποιητική παράδοση με τον προσωπικό λυρισμό. Έτσι, η φιλία τους μένει ζωντανή μέσα από τους στίχους — ένας κότσυφας που, ακόμη κι αν δεν κελαηδά σαν το αηδόνι, εξακολουθεί να τραγουδά με την καρδιά του.

Κλείνοντας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι διαβάζοντας τον Βαλαωρίτη δεν βλέπουμε μόνο τον εθνικό ποιητή που ύμνησε επικά τον αγώνα των επαναστατημένων Ελλήνων, αλλά και έναν άνθρωπο βαθιά συγκινημένο από την πίστη, την μνήμη, την αγάπη για τον τόπο του και τους ανθρώπους του. Το θρησκευτικό στοιχείο στο έργο του δεν είναι κάτι μακρινό ή ψυχρό. είναι ζεστό, ζυμωμένο με την καθημερινή ζωή, τις θυσίες, τον πόνο και την ελπίδα. Η ποίησή του μας θυμίζει ότι κάποια πράγματα – όπως η μνήμη, η πίστη, η γλώσσα – μπορούν ακόμα να μας συγκινούν και να μας ενώνουν. Και ίσως τελικά αυτό είναι που τον κάνει ακόμα και σήμερα να μας αγγίζει.

* Η παρούσα εισήγηση παρουσιάστηκε σε εκδήλωση που διοργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολις Λευκάδος και Ιθάκης και η Ιερά Μονή Φανερωμένης Λευκάδος, με θέμα «Από την Ιστορία στην Ποίηση: Το Μοναστήρι της Κόκκινης Εκκλησίας στο πέρασμα του χρόνου», η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21 Αυγούστου 2025 στην Ιερά Μονή Κόκκινης Εκκλησίας, στο Πλατύστομα Λευκάδας.
[1] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, «Η νεοελληνική λογοτεχνία και το θρησκευτικό συναίσθημα», Τα πρόσωπα και τα κείμενα Α΄ Δρόμοι παράλληλοι, Αθήνα, 1943, σ. 167-191. Ν. Φωκάς, «Θρησκεία και ποίηση», Νέα Εστία, τχ. 1776, 2004 (363-370).  Γιώργος Κουτούβελας, Το θρησκευτικό στοιχείο στην ποίηση: το παράδειγμα της μεταπολεμικής ποίησης με επίκεντρο τη γενιά του ’70, εκδόσεις 24 Γράμματα, Αθήνα, 2024, σ. 93-110.
[2] Νίκος Γ. Σβορώνος, «Ο Βαλαωρίτης ιστορικός» (Ομιλία στις «Γιορτές Λόγου και Τέχνης» της Λευκάδας), εφ. Ριζοσπάστης, 26-27 Αυγούστου 1975 [= Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, εισαγωγή – επιμέλεια Ξ. Γιαταγάνας, Αθήνα, εκδόσεις Θεμέλιο, 1982, σ. 407-412 = Νίκος Γ. Σβορώνος 1911-1989, Μελετήματα για τη Λευκάδα και τους Λευκαδίτες, εκδοτική φροντίδα Σπύρου Ι. Ασδραχά και Κώστα Γ. Τσικνάκη, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα 2011, σ. 89-98].
[3] Μνημόσυνα άσματα, Εν Κερκύρα, Τυπογραφείον Ερμής Α. Τερζάκη και Θ. Ρωμαίου, 1857 [= Μνημόσυνα. Άσματα Αριστοτέλους Βαλαωρί[τ]ου Λευκαδίου. Αθήνησι εν τω βιβλιοπωλείο Ο Κοραής, 1861 = Ποιήματα Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, εκδιδομένα υπό Παύλου Λάμπρου. Τόμος Πρώτος, Μνημόσυνα και έτερα ανέκδοτα, Αθήνησι, Τύποις Λ. Μηλιάδου και Σ. Οικονόμου, 1868 = Άπαντα Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, Τόμος Α΄. Μνημόσυνα, 1884 = Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ποιήματα, επιμέλεια Ι. Α.  Βαλαωρίτης και Π. Λάμπρος, τ. Α΄-Β΄, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1891, 390+542 σ. [τ. Α΄: Στιχουργήματα, Μνημόσυνα, έτερα ποιήματα, τ. Β΄: Κυρά Φροσύνη, Αθανάσιος Διάκος, Φωτεινός, η πρώτη πλήρης έκδοση μετά το θάνατο του ποιητού]= Αριστοτέλους Βαλαωρίτου Βίος και Έργα, [επιμέλεια Ι. Α. Βαλαωρίτης – Γεώργιος Δροσίνης], τ. Α΄-Γ΄,  Βιβλιοθήκη Μαρασλή,  Αθήνα 1907 [στο εξώφυλλο: 1908], ια΄+567, 368, 422].
[4] Αριστοτέλους Βαλαωρίτου Βίος και Έργα, [επιμέλεια Ι. Α. Βαλαωρίτης – Γεώργιος Δροσίνης], τ. Α΄, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, Αθήνα, 1907, σ. 79-86.
[5] Αριστοτέλους Βαλαωρίτου Βίος και Έργα, ό.π., τ. Β΄, σ. 110.
[6] Αθανάσιος Διάκος, Αστραπόγιαννος υπό Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, εκδ. Παύλου Λάμπρου, Εν Αθήναις 1867, σ. 1-259.
[7] Αριστοτέλους Βαλαωρίτου Βίος και Έργα, ό.π., τ. Β΄, σ. 291-292.
[8] Ο Ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄, Πατριάρχου Κων/πόλεως, προσφώνησις Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, Tυπογραφείο Εκατόγχειρος, 1872, σ. 8.
[9] Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Ποιήματα, επιμέλεια Ι. Α.  Βαλαωρίτης και Π. Λάμπρος, τ. Β΄, Φωτεινός, [η πρώτη πλήρης έκδοση μετά το θάνατο του ποιητού], Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1891.
[10] Ποιήματα Αριστοτέλους Βαλαωρίτου, εκδιδομένα υπό Παύλου Λάμπρου, τ. Α΄,  Μνημόσυνα και έτερα ανέκδοτα, Αθήνησι, Τύποις Λ. Μηλιάδου και Σ. Οικονόμου, 1868, σ. 167.
[11] Αριστοτέλους Βαλαωρίτου Βίος και Έργα, ό.π., τ. Α΄, σ. 65-75.
[12] Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Α΄ Βίος, επιστολές και πολιτικά κείμενα, φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης – Νίκη Λυκούργου, εκδόσεις Ίκαρος, 1980, σ. 280-281.
[13] Σπύρος Σούνδιας, Άνθρωποι και τόποι της πατρίδας μου, Αθήνα 1999, σ. 84-85 και Βασίλης Φίλιππας, Οι «ελάσσονες» Λευκαδίτες λογοτέχνες του 19ου αιώνα», Λογοτεχνία και λογοτέχνες της Λευκάδας, 19ος -20ός αι, Πρακτικά ΚΒ΄ Συμποσίου, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα, 2018, σ. 111-112.
[14]Βησσαρίων Κατοχιανός, Ελεγείον επί τω θανάτω του αοιδίμου Εθνικού Ποιητού Αριστοτέλους Βαλαωρίτου υπό Βησαρίωνος Ιερομονάχου Κατοχιανού Ηγουμένου της Μονής Κοκκίνης Εκκλησίας. Ο κότζιφας και το αηδόνι, Εν Λευκάδι τη 1 Αυγούστου 1879, Μονόφυλλο = εφ. Ομόνοια, έτος Γ΄, αρ. 136, Λευκάδα 23 Αυγούστου 1879, 2 σ.

*

*