Κώστας Κουτσουρέλης

Η αληθοφάνεια ανώτερη της αλήθειας

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ένα απ’ τα καθήκοντα από τα οποία ο ηθογράφος δεν μπορεί ποτέ να αποστεί, είναι να μην αλλοιώσει την πραγματικότητα με τις δραματουργικές υποτίθεται παρεμβάσεις του, πρωτίστως όταν αυτή έχει μπει στον κόπο να γίνει ρομαντική. Τα κοινωνικά πράγματα απ’ τη φύση τους επισύρουν, ιδίως στο Παρίσι, τέτοιες συμπτώσεις, τόσο ιδιότροπες καταστάσεις και περιπλοκές που υπερβαίνουν τη φαντασία του επινοητή. Η αποκοτιά της πραγματικότητας αίρεται σε συνδυασμούς που είναι απαγορευμένοι στην τέχνη, τόσο απίθανοι ή αταίριαστοι φαντάζουν αν ο συγγραφέας δεν τους μετριάσει, δεν τους λειάνει και περικόψει.
ΜΠΑΛΖΑΚ

Ο σύγχρονος υποκειμενισμός ισχυρίζεται ότι η καλλιτεχνική έκφραση και το προσωπικό ύφος πηγάζουν από ένα βαθύτερο ψυχικό υπόστρωμα, από το οποίο και αναβλύζουν αμεσολάβητα, όπως λίγο πολύ τα συναισθήματα. Ορθή είναι η αντίθετη αντίληψη. Αυτή την οποία βρίσκουμε λ.χ. στον Σολωμό ή στον Έλιοτ όταν μιλούν για την απόσβεση του Εγώ. Στην πραγματικότητα, δεν γράφουμε για να εκφράσουμε τον εαυτό μας, για τον απλό λόγο ότι τέτοιο πράγμα, Εγώ πάγιο και σταθερό, δεν υπάρχει. Το Εγώ από τη φύση του είναι κατακερματισμένο και αντιφατικό, δεν συνιστά εκ των προτέρων ενότητα παρά μόνο στα μάτια της προκατάληψης.

Γράφοντας, εκθέτουμε βεβαίως («έκφρασις» σημαίνει έκθεση, περιγραφή) αυτό που προς στιγμήν είμαστε· αλλά και όλα όσα θα θέλαμε να είμαστε, ή υπήρξαμε κάποτε, ή μπορεί να γίνουμε. Ακόμη και εκείνα τα οποία αρνούμαστε ή απορρίπτουμε ή όσα ποτέ δεν θα μπορέσουμε να ζήσουμε ή να συμμεριστούμε, μπορούμε επίσης να τα εκφράσουμε, όπως λ.χ. όταν ένας άντρας συγγραφέας μιλάει διά στόματος μιας γυναίκας ή ανάποδα. Με δυο λόγια, η πρωτοπρόσωπη εκφορά του λόγου πάντα παραπλανά, παρασύρει σε ασύστατες ταυτίσεις. Το «ποιητικό εγώ» δεν ταυτίζεται με τον ποιητή ακριβώς όπως ο «πρωτοπρόσωπος αφηγητής» δεν είναι το ίδιο με τον μυθιστοριογράφο. Εν τέλει, κάθε μορφή λογοτεχνική είναι ψυχολογικά δραματική: γράφοντας υποδυόμαστε ρόλους.

Σε αδρές γραμμές, όσο ποικιλότερο, όσο βιωματικά πλουσιότερο είναι το ρεπερτόριο των ρόλων που υποδύεται ένας δημιουργός, τόσο καλύτερος είναι. Οι σπουδαίοι ποιητές, οι σπουδαίοι πεζογράφοι ακόμη και εκεί όπου εκθέτουν προσωπικά τους βιώματα, αποστασιοποιούνται από αυτά, κατανοούν την σχετικότητα και την αποσπασματικότητά τους, επιλέγουν τις αισθητικά πρόσφορες όψεις τους, συχνότατα τα διασκευάζουν ή και τα αναποδογυρίζουν εντελώς, επιζητώντας όχι την «αλήθεια» (που καλλιτεχνικά είναι αδιάφορη), αλλά την αληθοφάνεια. Οι μέτριοι, αντίθετα, επειδή έχουν την ανάγκη να ταυτιστούν με αυτό που γράφουν, εκλαμβάνουν την λογοτεχνία ως εξομολόγηση, ως αντανάκλαση της «αλήθειας». Και φαντάζονται ότι επειδή αυτή είναι για τους ίδιους ενδιαφέρουσα, δεν μπορεί παρά να συγκινεί και τους άλλους.

Ότι είναι η αληθοφάνεια, και όχι η «αλήθεια», που μας συγκινεί, έξω από την τέχνη φαίνεται ακόμη καλύτερα στην ζωή. Από τους θανάτους λ.χ. θυμόμαστε μόνο όσους σφραγίστηκαν στη μνήμη μας με μια συμβολική δήλωση ή εικόνα. Η φωτογραφία του προσφυγόπουλου του ξεβρασμένου στην ακτή μάς συγκλονίζει ασύγκριτα περισσότερο από τους χιλιάδες πνιγμένους της Μεσογείου, που όμως ο φακός δεν μπόρεσε να αποτυπώσει. Ακόμη όμως και αν είχαμε φωτογραφίες όλων των θυμάτων (και πολλών έχουμε), και πάλι δεν θα μας συγκινούσαν όσο αυτή. Η εξήγηση είναι κι εδώ συμβολικής φύσεως. Ο μικρός Κούρδος στην ακτή του Μποντρούμ εκφράζει άριστα το πώς φανταζόμαστε, το πώς έχουμε ανάγκη να φανταστούμε τον θάνατο ενός παιδιού: ως αγγελούδι που αποκοιμήθηκε αιφνίδια, ως ενσάρκωση της αθωότητας και της ομορφιάς, ως χειρονομία κατά της αδικίας, ως ηθική διαμαρτυρία μνημειωμένη από τον χρόνο.

Μια τέτοια εικόνα κατά βάθος παρηγορεί, απαλύνει, εξωραΐζει τον θάνατο, άρα μας συμφιλιώνει μαζί του. Και μας επιτρέπει να δείξουμε την πλευρά εκείνη που μας κολακεύει περισσότερο (το ενδιαφέρον, την ανθρωπιά, τη συμπόνια), κρατώντας στη σκιά τις άλλες μας όψεις, εκείνες που δεν μας συμφέρει να φανούν: την αμηχανία, την αδιαφορία, την αποστροφή. (περισσότερα…)

«Το νεοελληνικό στοίχημα δεν έχει ακόμη χαθεί οριστικά»

*

Με αφετηρία το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη – Θυμάμαι τη Μαρία Σπάρταλη (Καστανιώτης, 2026), ο Κώστας Χατζηαντωνίου συζητά με το Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη.

~.~

— Μου αρέσει να σκέφτομαι τα ιστορικά μυθιστορήματά σου σαν μια τριλογία, λοξά παπαρρηγοπούλεια. Η κληρονομιά της (αρχαίας) Μεγάλης Ελλάδας στο Αγκριτζέντο, τα βυζαντινά νάματα στο Στέμμα των Αυγών, και τώρα στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, η ζωτικότητα του νεώτερου ελληνισμού της Διασποράς, και όχι μόνο. Και κάπου ανάμεσα, σαν κατακλείδα πρωθύστερη ή άδοξον –προσώρας;– επίλογο, τον Κύκλο του χώματος, αυτό το κωμικοτραγικό πορτραίτο της τωρινής, της μετά το ’74, πατρίδας μας, που όσο πάει και λιγοστεύει.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του εσώτερου εαυτού μας έχουν βαθιές ρίζες και μυστικές, αν όχι σκοτεινές, αιτίες υπάρξεως. Εκείνα που από τα πρώτα του χρόνια, από το περιβάλλον και την καταγωγή του κανείς διαισθάνεται, εκείνα που με τον καιρό γνωρίζει, σαφώς ή αόριστα, και εκείνα που τελικώς πιστεύει (ή δεν πιστεύει), αλλά δεν μπορεί να αποδείξει, στη δική μου περίπτωση βρήκαν τελική διέξοδο στην αφηγηματική μυθοπλασία – ίσως και μεταμυθοπλασία, δεν ξέρω. Η τρίσημη ενότητα του παρελθόντος μας δεν είναι κατά τη γνώμη μου απλώς μια ιδέα, όπως θεωρούν με προφανή ιδιοτέλεια διάκονοι άλλων ιδεών. Είναι μια βιωμένη εμπειρία, είτε το θέλουμε είτε όχι. Κάπως έτσι η αρχαία ψυχή που κατά τον ποιητή που αγαπούμε «ζει μέσα μας αθέλητα κρυμμένη» με οδήγησε στο Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα και στον «χαμένο» ελληνισμό της Σικελίας. Δεν ήταν τυχαία η εκλογή εκείνη. Δεν με γοήτευσαν τόσο τα αρχαία σπαράγματα και οι επιβιώσεις π.χ. της νότιας Ιταλίας όσο αυτό που ζει μυστικά –αν ζει– μετά τον θάνατό τους. Αυτή είναι η περίπτωση της Σικελίας και της συμβολικής κατά βάθος πόλης-αφορμής του βιβλίου. Παρόμοια περίπτωση είναι η μυθιστορία για το βυζαντινών πηγών όνειρο που έσβησε βίαια και άδικα το 1922, η οδός που με έβγαλε σε μία άλλη «χαμένη» πόλη, τη Νίκαια της Βιθυνίας και στη γραφή του Στέμματος των αυγών. Ενδιαμέσως προηγήθηκε, όπως παρατηρείς, Ο κύκλος του χώματος, πρωθύστερος επίλογος μιας περιπέτειας που άρχισε με λαμπρές, θεωρώ, προϋποθέσεις πριν από δύο αιώνες και κατέληξε σε άδοξο τέλος (Σκέπτομαι τώρα πως θα μπορούσε και αυτό το βιβλίο να έχει τίτλο το όνομα μιας πόλης: Κερύνεια). Νομίζω πως έχει σημασία να πω εξαρχής ότι δεν πρόκειται για βιβλία που ανήκουν στο τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Για το παρόν μας μιλούσα, για το παρόν μιλώ και στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, όπου αποδίδω φόρο τιμής στο στοίχημα του Νέου Ελληνισμού και σε μία τάξη η οποία καίτοι νεκρή πλέον, ακόμη προκαλεί τον φθόνο εχθρών, άσπονδων φίλων ή κακών μιμητών της. Για να μην αναφερθώ στη δυσανεξία που προκαλούν στον περήφανο (ή πρόχειρα κρυμμένο μέσα μας) Βαλκάνιο κριτικό μορφές όπως η Μαρία Σπάρταλη.

— «Θα βρεθεί κάποιος να μας ανακαλέσει στη ζωή;», αναρωτιέται στο βιβλίο αυτό η ηρωΐδα σου. Ποιο έναυσμα είχες, τι στάθηκε αφορμή για να ασχοληθείς με την ζωή και την προσωπικότητα της Μαρίας Σπάρταλη;

Η εμμονική, παραδέχομαι, ενασχόλησή μου με την «τρίτη ιστορική εντολή» του ελληνισμού (της οποίας σταθήκαμε ανάξιοι προς δόξαν και μακροημέρευση τόσο του κοτζαμπασισμού όσο και της περιώνυμης κλεφτουριάς – για να θυμηθώ τον Περικλή Γιαννόπουλο), με οδήγησε αναπόφευκτα και στον ελληνισμό της Διασποράς. Όταν συνάντησα καθ’ οδόν την ζωγράφο Μαρία Σπάρταλη, κόρη της ιωνικής παροικίας του Λονδίνου, δεν περίμενα, για να είμαι ειλικρινής, τους δρόμους που θα ανοίγονταν σε κάθε βήμα που θα έκανα μετά την συνάντηση αυτή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά ευρήματα της έρευνας για την ίδια και το περιβάλλον της ή για τον σύζυγό της (έναν σπουδαίο Αμερικανό που αγάπησε την Ελλάδα περισσότερο από τους Έλληνες των τριόδων) αλλά κυρίως σε όσα διαισθάνθηκα για τον χαρακτήρα και το ασκητικό της πνεύμα που συνδυασμένο με την ομορφιά και το ταλέντο αξίωνε (έτσι ένιωσα) να φωτιστεί με ένα έργο ειδικά για αυτήν. Έργο που θα συνέδεε παράλληλα την ελληνική ζωή με μία άλλη εκδοχή τέχνης, όπως αυτήν που υπηρέτησε η Μαρία Σπάρταλη. Αναφέρομαι βέβαια στο σπουδαίο κατά τη γνώμη μου κίνημα των Προραφαηλιτών.

— Οι Προραφαηλίτες, ως κίνημα καλλιτεχνικό, δεν ξέρω πόσο γνωστοί μάς είναι εδώ στην Ελλάδα. Εννοώ, ουσιωδώς γνωστοί, έξω από τον ξηρό εγκυκλοπαιδισμό. Προσωπικά περιπλανήθηκα στον κόσμο τους, όσο το κατάφερα, εμμέσως, μέσω του Γέητς και του Πάουντ, το έργο των οποίων αναμετράται διαφοροτρόπως με την κληρονομιά τους. Ίσως και στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη η εικόνα τους δεν είναι πολύ απαλλαγμένη από τη θαμπή εικόνα του «δονκιχωτισμού».  Όπως και η Αναγέννηση ή ο ρομαντισμός, ήδη από την ονομασία τους, μοιάζει να επαγγέλλονται το αδύνατον για τις τωρινές παραστάσεις μας – την επιστροφή σε κάτι το ζείδωρο αλλά τώρα πλέον χαμένο. Κάτι που «οι μοντέρνοι κριτικοί βλέπουν με μισό μάτι».

Δεν έχεις άδικο. Έχω την εντύπωση πως ο στείρος νεοκλασικισμός και η σχολή του Μονάχου δεν επέτρεψαν να εμβολιαστεί η νεοελληνική εικαστική ζωή με τις αρχές των  Προραφαηλιτών παρότι μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε στον ύστερο Γύζη ή στον Μπισκίνη. Επιπρόσθετα, ο δικός μας μεσαίωνας, ο βυζαντινός, δεν είχε τις δέουσες αντιστοιχίες με τον δυτικό μεσαίωνα που οι Προραφαηλίτες, ως τελευταία λάμψη του ρομαντισμού, θέλησαν να αποκαταστήσουν και να φωτίσουν. Για τον κόσμο της ελληνικής Διασποράς όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ζώντας με άμεσο τρόπο την ευρωπαϊκή ζωή, μπορούσαν να εκτιμήσουν την γνησιότητα και την πρωτοτυπία των Προραφαηλιτών, έστω ως «επιστροφή» και εν πάση περιπτώσει πιο αυθεντικούς από τις τυποποιημένες, «κούφιες» θεματικές της βρετανικής Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών. Η γενναία απόρριψη της Αναγέννησης και η αποκατάσταση της δυτικής μεσαιωνικής τέχνης ξέρω πως προκαλεί έκπληξη. Οι ιδέες τους όμως για ρεαλισμό και επιστροφή στην φύση, η έξοδος από τα σκοτεινά ατελιέ, η πίστη στο πραγματικό φως, το λαμπερό χρώμα και την σχολαστική λεπτομέρεια, η πεποίθηση για μία τέχνη με ηθικό, κοινωνικό και πνευματικό βάρος, προετοιμάζει νομίζω τα μεγάλα ρεύματα που ακολούθησαν. Κι ας μη φαίνεται αυτό με μια πρώτη ματιά. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ακόμη και τα θρησκευτικά τους θέματα τα αποδίδουν με γήινο, σοκαριστικό για την εποχή ρεαλισμό. Και βέβαια δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε την άμεση επαφή με την μεγάλη ποίηση: από τον κύκλο του Αρθούρου, τον Δάντη και τον Σαίξπηρ ως τον Κητς και τον Τέννυσον. Χαίρομαι που υπενθυμίζεις την επιρροή τους στον πρώιμο Πάουντ και τον Γέητς, ο πατέρας του οποίου ήταν γνήσιος Προραφαηλίτης ζωγράφος. Το «Make it New» του μοντερνιστή Πάουντ και ο «Αποχαιρετισμός» του Hugh Selwyn Mauberley, η οριστική ρήξη με την αναζήτηση της ομορφιάς (υπό το πρόσχημα ότι ο κόσμος αλλάζει βίαια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), στάθηκαν μοιραίες κινήσεις, αν και βλέπω κάποιες επιβιώσεις του ρεύματος μέσα στον υπερρεαλισμό. Μα νομίζω πως ξέφυγα από την ερώτηση και την μελαγχολία της Μαρίας Σπάρταλη που με την ευφυΐα της είχε καταλάβει πολύ νωρίς πως ανήκε σε ένα κόσμο που πεθαίνει.

— Ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτήν λοιπόν. Ξέρουμε βεβαίως τα εικαστικά της έργα που εκτίθενται σε γνωστά μουσεία. Οι υπόλοιπες πηγές για τη ζωή της πόσο πλούσιες είναι, τι περιθώριο, μικρό ή μεγάλο, σου άφησαν για να την «νιώσεις»; Σε κάποιο σημείο την βάζεις να ξεφυλλίζει την μετάφραση του Φάουστ από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, μετανοημένη που άφησε τις ελληνικές της ρίζες να ατροφήσουν. Ξέρουμε κι από άλλες πηγές, τον Βικέλα λ.χ., τις βιογραφίες του Καβάφη, πόσο καλά προσαρμοσμένοι ήταν οι Έλληνες στο περιβάλλον της βικτωριανής Αγγλίας. Αλλά και πόσο γρήγορα ενίοτε αφομοιώνονταν πλήρως…

Θίγεις ένα κρίσιμο σημείο που με απασχόλησε ιδιαίτερα πριν αφεθώ τελικά στην φαντασία και το ένστικτό μου – το μεγάλο πλεονέκτημα της μυθοπλασίας απέναντι στην ιστορική μελέτη και την βιογραφία. Δυστυχώς οι πηγές για την ίδια είναι ελάχιστες, ακόμη και οι επιστολές της λιγοστές. Αυτές δε που ελάμβανε ανύπαρκτες – μαρτυρείται ότι τις έκαψε. Τα περιθώρια συνεπώς ήταν μεγάλα, αντιστοίχως και η διακινδύνευση. Αντιθέτως για τον σύζυγό της, τον Ουίλλιαμ Στίλλμαν, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα αφού έγραψε και εξέδωσε απομνημονεύματα. Η αναφορά στην μετάφραση του Προβελέγγιου είναι επινοημένη, όπως και η παρουσία της π.χ. στο φιλελληνικό συλλαλητήριο του 1922, που όντως έγινε στο Λονδίνο. Δυστυχώς η Μαρία συν τω χρόνω πήρε αποστάσεις από την ελληνική ζωή και δεν είναι τυχαίο ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα. Θεωρώ βέβαιη την πικρία από τις επιθέσεις του αθηναϊκού τύπου κατά του πατέρα της (προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο και επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε ελληνικά επαναστατικά κινήματα) αλλά και κατά του Στίλλμαν, φίλων αμφοτέρων του Χαρίλαου Τρικούπη. Η εχθρότης του μικροελλαδισμού που εξαντλείται σε ηρωικούς δεκάρικους και των λεγομένων «αυτοχθόνων» έναντι των Ελλήνων των παροικιών είναι νομίζω γνωστές τοις πάσι. Ωστόσο η Μαρία δεν αγγλοποιήθηκε. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι τα παιδιά και τα εγγόνια της κατέληξαν στις ΗΠΑ (εκεί ζουν σήμερα οι απόγονοί της). Καμιά μεταφύτευση όμως δεν φέρνει την ευτυχία. Σκέπτομαι πως ήταν μοιραίο (αφού αποτύχαμε να συγκροτηθεί ο ελληνικός κοσμοπολιτισμός) άλλοι να γίνουν κοσμοπολίτες κι άλλοι να οχυρωθούν νοσταλγικά στην ανάμνηση του εθνισμού μας – πριν τα σαρώσει όλα ο επελαύνων μηδενισμός. Η πληγή της αποτυχίας του νέου Ελληνισμού πάντως παραμένει ανοιχτή. Ό,τι κι αν πουν οι ξεριζωμένοι, όσες δικαιολογίες και αν εφεύρουμε.

— Όπως και τ’ άλλα σου βιβλία, το Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη σχολιάζει διαμέσου του παρελθόντος το παρόν. Γράφεις λ.χ. «την πραγματική διαφορά μεταξύ των καθεστώτων δεν την κάνει το πρόσωπο των κυβερνώντων όσο ο χαρακτήρας των κυβερνωμένων». Ή, πιο ωμά αυτή τη φορά, «Ξένος πάλι – ανέχονται οι Ρωμιοί να βασιλεύει Ρωμιός;»

Κάθε φορά που αναλύουμε τις κακοδαιμονίες ή και τις συμφορές που μας πλήττουν, έχουμε την τάση να τις αποδίδουμε είτε σε μια «κρίση αξιών» είτε σε ανάξιες ηγεσίες είτε, ακόμη χειρότερα, σε συνωμοσίες. Πρόκειται για ακίνδυνα εικονικά φάρμακα που παρουσιάζονται ως πανάκεια. Στην πραγματικότητα οι «αξίες» είναι πολιτιστικά προϊόντα, η ιεραρχία των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντά μας (για να μην πω συμφέροντα), οπότε και η εγκυρότητά τους μειώνεται καθώς οι προτιμήσεις και τα συμφέροντα εξελίσσονται. Προφανώς η εξουσία υποβάλλεται στην συνεχή βάσανο της αμφισβήτησης. Πότε όμως γίνεται αυτή η αμφισβήτηση ανταρσία και πολιτική μεταβολή; Οι κοινωνικοί επιστήμονες θα απαντούσαν όταν ωριμάσουν οι κοινωνικές συνθήκες. Εγώ θα έλεγα πως είναι οι χαρακτήρες των ανθρώπων που όταν συντονιστούν σε έναν κοινό τρόπο αντίδρασης οδηγούν στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές. Στην ελληνική περίπτωση που αναφέρεις, ο ημιάγριος ατομικισμός και η ενδιάθετη ροπή προς συνεχείς εμφυλίους πολέμους υποχωρούν μόνο μπροστά στο αίσθημα μιας ξένης διαιτησίας. Από την κλήση ξένων βασιλέων ως την πρόσκληση διαιτητών ποδοσφαιρικών αγώνων, από την αναζήτηση προπονητών ως την αμφίθυμη υποδοχή αθλητών, καθηγητών και πολιτικών με διεθνείς τίτλους, δεν αποδεικνύεται ένα θηριώδες έλλειμμα εθνικής αυτοπεποίθησης; Αλίμονο δε αν κάποιος ξεχωρίσει – για να μην αναφερθώ σε όσα αντιμετώπισε ο ελληνισμός των παροικιών όταν θέλησε να υπηρετήσει αυτόν τον τόπο. Σε αντίθεση λοιπόν με τις εφήμερες και μεταβαλλόμενες αξίες, ίσως θα έπρεπε να ξαναμιλήσουμε για αυτό που οι Αρχαίοι ονόμαζαν αρετές. Αλλά πώς κανείς να επικαλεστεί τέτοιες λέξεις, αν δεν αναγνωρίσει έναν ηθικό κώδικα από τον οποίο αυτές πηγάζουν; Και τέτοιος κοινός κώδικας  δεν υπάρχει όταν τελειώνει ένας ολόκληρος κόσμος…

— «Λίγο πριν τελειώσει αυτός ο κόσμος» είναι και ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου. Τίτλος που μοιάζει να συνοψίζει επιγραμματικά την ψυχική διάθεση που το γέννησε, και την βαθύτερη επίγνωση που το υποβαστάζει. Σκέφτομαι τώρα ότι και εδώ και έξω τα πιο αξιόλογα πράγματα που γράφονται μοιάζουν όλο πιο πολύ με Ρέκβιεμ. Του Σινιόσογλου το Απομονωτήριο λ.χ. Ή κάποια από τα βιβλία του Ουελλμπέκ.

Ακριβώς! Βέβαια αυτή η αίσθηση δεν είναι νέα. Ήδη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έχουμε τις πρώτες ρωγμές στην θεολογία της προόδου. Η Μαρία Σπάρταλη, έχοντας ζήσει την αισιοδοξία του 19ου αιώνα, λίγο πριν πεθάνει, με την εμπειρία ήδη του πρώτου τετάρτου του εικοστού αιώνα, νιώθει πως ο κόσμος που ήξερε τελειώνει. Σκέπτομαι πως εμείς, με την εμπειρία του πρώτου τετάρτου του εικοστού πρώτου αιώνα, μπορούμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα. Να πούμε πως πιθανότατα πεθαίνει όχι απλώς ο κόσμος «μας» αλλά ο κόσμος. Κοίταξε. Ένας πολιτισμός μπορεί να μην πεθάνει από μια φυσική ή πολεμική καταστροφή. (περισσότερα…)

Τα νήματα του κόσμου

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κατά βάθος, η ιδέα ότι τα νήματα αυτού του κόσμου τα κινούν κάποιοι καλά κρυμμένοι συνομώτες, είναι μια ιδέα αισιόδοξη, βγαλμένη κι αυτή από τη δέσμη των ασπρόμαυρων διαφωτιστικών διανοημάτων που κηδεμονεύουν τη σκέψη μας τους τελευταίους αιώνες. Διότι συνοδεύεται πάντα από την διαβεβαίωση: αρκεί να τραβήξουμε τον μπερντέ και όλα θα έρθουν στο φως, οι κατεργάρηδες θα πάνε στον πάγκο τους και τον ρόλο του κουκλοπαίχτη, στα φανερά πια, θα τον αναλάβουν εκείνοι που πρέπει.

Όμως στην πράξη τα νήματα του κόσμου δεν τα κινεί κανείς αποκλειστικά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συνωμοσίες, όπως διδάσκουν οι, αφελείς ή ιδιοτελείς, αντισυνομωσιολόγοι του καιρού μας. Από συνωμοσίες, απάτες, ψεύδη, υποκρισία βρίθει η προσωπική και η συλλογική μας ζωή, στα φανερά λίγα πράγματα γίνονται, όποιοι και να τα κάνουν. Αλλά διότι το έργο που παίζεται είναι χαοτικό εξαρχής και οι πρωταγωνιστές του φιγούρες τυχάρπαστες και εναλλάξιμες ταχύτατα.

Αυτά που παρακολουθούμε να γίνονται στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη, το Ιράν, στην τεχνητή νοημοσύνη, στα πολιτικά πράγματα της Δύσης κ.ο.κ., ναι, κάποιοι τα θέλησαν αρχικά. Τώρα όμως κανείς δεν τα ελέγχει και όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν, καυχιούνται για μια ισχύ που δεν διαθέτουν εμπράκτως.

Μακάρι να την είχαν! Ακόμη και μια καταθλιπτική βεβαιότητα θα ήταν προτιμότερη από το ιλιγγιώδες αυτό σκόρπισμα του κόσμου που όλο και επιταχύνεται μπροστά μας.

///

«Αυτό το ποίημα είναι ένα θαύμα. Η πικρία του είναι η μόνη πικρία που έχει νόημα, εκείνη που πηγάζει από την καθυποταγή του ανθρώπινου πνεύματος στη βία, δηλαδή, εντέλει, στην ύλη. Αυτή η καθυποταγή είναι κοινή μοίρα, αν και κάθε πνεύμα την υπομένει διαφορετικά, κατά τις αρετές του. Κανείς στην Ιλιάδα δεν γλιτώνει από αυτήν, όπως και κανείς άνθρωπος πάνω στη γη. Όμως και κανείς υποτασσόμενος δεν αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση γι’ αυτό. Όποιος, μέσα στην ίδια του την ψυχή και στις ανθρώπινες σχέσεις, ξεφεύγει από την κυριαρχία της βίας, χαίρεται την αγάπη, αλλά μια αγάπη που την σκιάζει πάντα η θλίψη λόγω του ολέθρου που επικρέμεται συνεχώς πάνω της.

Τέτοιο είναι το πνεύμα του μοναδικού αληθινού έπους που διαθέτει η Δύση. Εμπρός της η Οδύσσεια φαντάζει απλώς μια καλή μίμηση, άλλοτε της Ιλιάδας, άλλοτε ανατολικών ποιημάτων. Η Αινειάδα είναι μια μίμηση που, όσο λαμπρή κι αν είναι, την παραμορφώνει η ψυχρότητα, η πομπώδης ρητορική και το κακό γούστο. Τα γαλλικά chansons de geste, στερούμενα της αίσθησης της δικαιοσύνης, δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη μεγαλοσύνη: στο Chanson de Roland, ο θάνατος ενός εχθρού δεν συγκινεί ούτε τον συγγραφέα ούτε τον αναγνώστη με τον ίδιο τρόπο όπως ο θάνατος του Ρολάνδου.

Η αττική τραγωδία, ή τουλάχιστον η τραγωδία του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αποτελεί την πραγματική συνέχεια του έπους. Η έννοια της δικαιοσύνης τη διαφωτίζει, χωρίς ποτέ να παρεμβαίνει άμεσα σε αυτήν. Εδώ η βία εμφανίζεται με την ψυχρότητα και τη σκληρότητά της, πάντα συνοδευόμενη από μοιραίες συνέπειες αναπόφευκτες και γι’ αυτούς που την ασκούν και γι’ αυτούς που την υφίστανται.»

SIMONE WEIL

///

Ο Μαζωνάκης και η Βίσση. Ό,τι γνώμη και να έχει κανείς για τους δυο τους, είναι προφανές: αντικατοπτρίζουν με μεγάλη ακρίβεια αυτό που είμαστε ως συλλογικότητα. Μας αντιπροσωπεύουν.

///

Δύσμοιρα ελληνικά… Ούτε στις μαρκίζες των βιβλιοπωλείων, ούτε στους τίτλους των λογοτεχνικών περιοδικών, ούτε στις αφίσες των ποιητικών φεστιβάλ δεν περισσεύει πια θέση για σας.

/// (περισσότερα…)

Η χρυσή εποχή του ελληνικού βιβλίου;

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Διάβασα τις προάλλες το άρθρο της Λαμπρινής Κουζέλη για την κατάσταση του ελληνικού βιβλίου και ομολογουμένως έμεινα άναυδος. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η εικόνα που μεταφέρει το άρθρο είναι αυτή μιας χρυσής εποχής. «Βρίσκεται το ελληνικό βιβλίο στην πιο ώριμη στιγμή της ιστορίας του;» ερωτά η καλή δημοσιογράφος. Και απαντά: «Εκτιμούμε πως ναι». Και παρακάτω διευκρινίζει:

«Θεσμική στερέωση και πολιτειακή υποστήριξη, καλπάζουσα εκδοτική παραγωγή, νέοι εκδότες, επαγγελματική συνείδηση, πλουραλισμός σωματείων και μια βεντάλια δράσεων σε όλη την Ελλάδα δίνουν την εντύπωση ενός ακμαίου τοπίου με δυνατότητες ανάπτυξης και εξωστρέφειας».

Νομίζω ότι έχουμε να κάνουμε εδώ με μια συνηθισμένη ιστορικά σύγχυση. Η Κουζέλη ερμηνεύει τα τυπικά συμπτώματα του πληθωρισμού που συνοδεύουν συνήθως την έκπτωση, την παρακμή μιας δραστηριότητας, ως θετικούς ποιοτικούς δείκτες! Ή, με άλλα λόγια, βλέπει τη φωταγωγημένη βιτρίνα και αγνοεί τα λογιστικά βιβλία του καταστήματος.

Η πραγματικότητα είναι όμως η αντίθετη. Όσο αβγατίζουν οι βιβλιεμπορικοί μας μηχανισμοί (εκδόσεις, εκθέσεις, φεστιβάλ, δημόσιοι και ιδιωτικοί θεσμοί) τόσο υποχωρεί η αναγνωστική μας κουλτούρα, όσο ευτυχούν οι αριθμοί (των τίτλων και των εκδηλώσεων), τόσο δυστυχούν οι άνθρωποι πίσω τους. Ακριβώς αυτό το πρώτο (η γιγάντωση των μηχανισμών προβολής), είναι αλάθευτο σημάδι του δεύτερου (της υποχώρησης της πραγματικής ζήτησης του προβαλλόμενου προϊόντος).

Επανειλημμένα το έχουμε δει αυτό ιστορικά: από τους τεράστιους καθεδρικούς που η Ευρώπη ανήγειρε μεταναγεννησιακά (όταν ο χριστιανισμός δηλαδή ήδη έχει πάρει την κάτω βόλτα) ώς τα πολυτελέστατα μουσικά μέγαρα και τις όπερες που ειδικά τα τελευταία χρόνια (όταν η λόγια μουσική παράδοση φθίνει παντού) φυτρώνουν σαν μανιτάρια σε όλον τον πλανήτη.

Για να αναφέρω ένα παράδειγμα που έχω κι αλλού χρησιμοποιήσει (στο βιβλίο μου Η τέχνη που αυτοκτονεί), το να ισχυρίζεσαι σήμερα ότι το βιβλίο είναι στην καλύτερη στιγμή του κρίνοντας από αυτούς τους επιπόλαιους δείκτες, είναι σαν να θεωρείς ότι το αρχαίο ελληνικό θέατρο ακμάζει στους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους, επειδή τότε χτίζονται ή ανακαινίζονται τα μεγάλα και πολυτελή θέατρα…

Συγχρόνως όμως και η ίδια η Κουζέλη παραδέχεται ότι δεν έχουμε τον κρίσιμο ποσοτικό δείκτη: τι τέλος πάντων από όλη αυτή την γαργαντουώδη παραγωγή έχει πραγματική ζήτηση; Ευτυχώς, σε άλλες χώρες αυτά τα στοιχεία τα ξέρουμε. Ο Steven Piersanti, ανώτερο στέλεχος των Berrett-Koehler Publishers στις ΗΠΑ, τα συνοψίζει σ’ ένα καίριο κείμενό του που, διόλου τυχαία, τιτλοφορείται «Οι 10 φρικτές αλήθειες για τις βιβλιοεκδόσεις». Συνοψίζω κι εγώ με τη σειρά μου τα συμπεράσματά του παρακάτω.

Ας κρίνει ο Έλληνας συγγραφέας, εκδότης, αναγνώστης εξ ιδίων: είναι ή δεν είναι τέτοια, και χειρότερη, η κατάσταση στην Ελλάδα; Ζητήματα όπως η ανάγνωση και η γραφή, η κατάπτωση της παιδείας και ο απαλφαβητισμός, ιδίως των νέων, είναι σοβαρά, δεν αφορούν μόνον την βιβλιαγορά με τη στενή έννοια του όρου, αφορούν το μέλλον αυτού του τόπου, αν έχει… Δεν χωρούν εξωραϊσμοί εδώ. Ο διάλογος, πάνω στη βάση της πραγματικότητας, επείγει.

Οι «10 φρικτές αλήθειες» του Piersanti:

1. Εκδίδονται πλέον τεράστιοι αριθμοί βιβλίων: το 2025 κυκλοφόρησαν στις ΗΠΑ περίπου 4,2 εκατομμύρια νέοι τίτλοι.

2. Η αγορά βιβλίου είναι υπερκορεσμένη, με δεκάδες εκατομμύρια διαθέσιμους τίτλους και αυξανόμενο ανταγωνισμό από διαδίκτυο, κοινωνικά δίκτυα και AI.

3. Η συνολική αγορά βιβλίου έχει ουσιαστικά συρρικνωθεί σε πραγματικούς όρους τα τελευταία είκοσι χρόνια.

4. Οι μέσες πωλήσεις ανά νέο βιβλίο είναι πολύ μικρές και μειώνονται· ακόμη και πολλά βιβλία παραδοσιακών εκδοτών δεν ξεπερνούν τις 2.000 πωλήσεις. [Προσθήκη δική μου: Αυτά τα 2.000 αντίτυπα αφορούν μια αγορά 320.000.000 κατοίκων. Στα 10.000.000 του πληθυσμού της Ελλάδας, αυτό θα αντιστοιχούσε σε πωλήσεις 62 αντιτύπων ανά βιβλίο.]

5. Η πιθανότητα να τοποθετηθεί ένα συγκεκριμένο βιβλίο στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου είναι μικρότερη του 1%.

6. Κάθε χρόνο γίνεται δυσκολότερη η πώληση νέων τίτλων, ενώ οι πωλήσεις συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο σε λίγους γνωστούς συγγραφείς και τίτλους.

7. Τα περισσότερα βιβλία απευθύνονται στην κοινότητα ή στο ήδη υπάρχον κοινό του συγγραφέα, όχι σε ένα αόριστο «γενικό κοινό».

8. Το μεγαλύτερο μέρος του μάρκετινγκ έχει μεταφερθεί από τους εκδότες στους ίδιους τους συγγραφείς.

9. Κάθε βιβλίο αποτελεί καινούργιο προϊόν με μεγάλο κόστος παραγωγής, αλλά συνήθως αποφέρει σχετικά μικρό συνολικό τζίρο, περιορίζοντας την επένδυση του εκδότη.

10. Τα παραδοσιακά επιχειρηματικά μοντέλα της έκδοσης κλονίζονται, καθώς η ΤΝ υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό το βιβλίο ως μέσο αναζήτησης εξειδικευμένων πληροφοριών.

Όλο το άρθρο του Αμερικανού εκδότη εδώ.

Το άρθρο της Λαμπρινής Κουζέλη εδώ.

*

*

Ξετυλίγοντας τον «Μέγα Αλέξαντρο» του Νίκου Καζαντζάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Διάβασα κάποτε ότι ρωτήσαν τον Αλέξανδρο όταν ήταν παιδί «Θέλεις να γίνεις Όμηρος ή Αχιλλέας;» κι εκείνος απάντησε, «Με ρωτάτε αν θέλω να γίνω ο ήρωας ή η τρομπέτα του. Εγώ θέλω να είμαι ο Αχιλλέας». Διαφωνώ μαζί του. Ήρωες υπάρχουν επειδή υπάρχουν Όμηροι που αφηγούνται και υμνούν τα κατορθώματά τους.

Το χωρίο που μόλις ακούσατε είναι παρμένο από μια συνέντευξη του κορυφαίου Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας . Για τον Νίκο Καζαντζάκη στο δίλημμα αυτό, ανάμεσα στον ήρωα και τον ποιητή, η επιλογή δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Μολονότι κανείς άλλος από τους συγγραφείς του καιρού του δεν υπήρξε ίσως περισσότερο ομηρικός, μολονότι έγραψε κι εκείνος Οδύσσεια, μολονότι μάλιστα ώς το τέλος της ζωής του τη θεωρούσε το σημαντικότερό του επίτευγμα, ο ρόλος του ποιητή, ακόμη και του μέγιστου, ήταν σαν να μη του έφτανε, σαν να μην τον αποδέχτηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Εξίσου ή και περισσότερο τον είλκυε το ίνδαλμα του προφήτη, του γκουρού των ψυχών ή του κοινωνικού ταγού. Τα δε σχόλιά του για το πρότυπο του λογοτέχνη και του διανοουμένου, που έβλεπε να δεσπόζει στην εποχή του, ήταν παγίως απορριπτικά.

Ιδίως με τον χαμηλόφωνο, εσωστρεφή, εξομολογητικό λυρισμό και τους εκπροσώπους του –που όπως ξέρουμε δίνουν τον τόνο σε όλη τη διάρκεια του πρώτου Μεταπολέμου, χονδρικά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, και που σήμερα τους αποκαλούμε Μεσοπολεμικούς– ο Καζαντζάκης δεν τα πήγαινε καθόλου καλά. Την «ευαισθησία» τους τη θεωρούσε εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Επανειλημμένα εκφράζεται υποτιμητικά, κάποτε και σκωπτικά γι’ αυτούς. Όπως άλλωστε και για τους «χαρτοπόντικες» (δική του λέξη), τους κάθε λογής θεωρητικούς και γραφιάδες που απέχουν από την «πράξη». Εντελώς αρνητική είναι η κρίση του και για την «μοντέρνα ποίηση».

Τον Δεκέμβρη του 1939 από την Αίγινα γράφει στον κριτικό Δημήτριο Νικολαρεΐζη:

Όμως η λεγόμενη «μοντέρνα ποίηση» έχει, θαρρώ, τις ρίζες της στην προπολεμική ψυχολογία του ανθρώπου και μονάχα μετά τον πόλεμο πέταξε τα καθυστερημένα της άνθη. Τη θεωρώ πια ασυχώρετα ασύγχρονη. Υπήρξε ποτέ εποχή επικότερη από τη δική μας; Και δε βλέπουν οι νέοι την τρομαχτική δυσαναλογία που υπάρχει ανάμεσα στις σημερινές κατακλυσμιαίες πορείες της Μοίρας και στις θεωρίες της poèsie pure, της εξαϋλωμένης, αποσταγμένης με το σταγονόμετρο; Ένα τραγούδι «μοντέρνο», sobre, discret, πικρό, χαριτωμένο, musique de chambre, αποδίδει το φοβερό σεισμό που ξέσπασε πια γύρα μας και μέσα μας; Πόλεμοι σήμερα, γκρεμίζονται βασίλεια, χορεύουν τα σύνορα, τρομερές, επικίνδυνες, σίγουρα γόνιμες, περιπέτειες – είναι λοιπόν η «μοντέρνα ποίηση» η φωνή του καιρού μας; Οι άνθρωποι οι αντιπροσωπευτικοί σήμερα, αυτοί που δημιουργούν ιστορία έτσι μιλούν; Η ιστορική φρίκη που περνούμε τέτοιο «τόνο» έχει; Η ψυχή που με τέτοιο τόνο σήμερα ζη κι εκφράζεται είναι, κατά τη γνώμη μου, παλιά πολύ, γηραλέα, ευγενέστατη, μα ανάξια να ζήση τη Μεγάλη Κραυγή που ρίχνουν τα γεγονότα.

Και παρακάτω συνεχίζει στο ίδιο γράμμα.

Βλέπω τους νέους και λέω. Πώς είναι δυνατό να μην έχουν νιώσει; (Τους γέρους και τους συνομήλικούς μου μήτε τους κοιτάζω· αυτοί είναι χαμένοι).

Σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο στη Νέα Εστία τις παραμονές της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβρη του 1940, γράφει: «Μπούχτισα πια να διαβάζω για ερωτοδουλειές και φεγγάρια κι αόριστες ντελικάτες λαχτάρες» . Οι πιο ζωντανές ψυχές της εποχής μας «είναι εκείνες που περιφρονούν την τέχνη», που τη θεωρούν «περιττή και ακατανόητη πολυτέλεια». Αντίθετα, οι ψυχές οι «καθυστερημένες» είναι «λίγο κωμικές». Τα τραγούδια τους όση «ευαισθησία κι ευγένεια, αψεγάδιαστη φόρμα και περίπαθη ερωτική νοσταλγία» και αν παρουσιάζουν, «έπαψαν πια να είναι φορείς ζωής», «η ζωή τούς έχει αφήσει πίσω της άδεια καύκαλα».

Σ’ αυτό το δεύτερο κείμενό του, ο Καζαντζάκης σκαρώνει μάλιστα τη γελοιογραφία ενός τέτοιου «μοντέρνου ποιητή». Τον παρουσιάζει «αγαθό», «γλυκομίλητο», «λιγνό», «αρρωστιάρη», «κακομοίρη» (όλα δικοί του χαρακτηρισμοί), του δίνει μάλιστα και όνομα: Μυρταίος. Είναι προφανές νομίζω ότι η κόσα θερίζει εδώ όχι μόνο τα ώριμα στάχυα, τους πεισιθάνατους και αισθηματίες ποιητές του Μεσοπολέμου, αλλά και τα πρώτα φανερώματα της Γενιάς του ’30. Απόδειξη, ότι απάντηση στο άρθρο της ΝΕ συντάσσει ο Γιώργος Σεφέρης. Η απάντηση εκείνη έμεινε αδημοσίευτη και έγινε γνωστή δεκαετίες αργότερα μετά τον θάνατο και των δύο . Ωστόσο άφησε ίχνη. Η βαθύτατη αντιπάθεια, η αποστροφή καλύτερα του Σεφέρη για το πρόσωπο και το έργο του Καζαντζάκη έχει τις ρίζες της εδώ. (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Ερωτικό

*

ΕΡΩΤΙΚΟ

Πώς την ψυχή μου να εμποδίσω εγώ
ν’ αγγίξει τη δική σου; Πώς μπορεί
σε κάτι άλλο να δοθεί έξω από σένα;
Αχ, νά γινόταν στα κρυφά
να τη φυλάξω εγώ
σε μέρη σιωπηλά, μέρη χαμένα,
που δεν τα φτάνει της αβύσσου σου η κλαγγή.

Μα ό,τι μας άγγιξε ποτέ εμάς τους δυο,
τώρα στην ίδια δοξαριά μάς έχει ενώσει,
δύο χορδές εμείς, κεντάμε μια φωνή.
Σ’ όργανο ποιο μάς έχουνε τεντώσει;
Το χέρι μάς κρατά ποιου βιολιστή;
Γλυκό τραγούδι εσύ.

Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

*

**

Ο γρίφος του ποδοσφαίρου

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εμπρός στον γρίφο του ποδοσφαίρου, οι προοδευτικοί και οι φιλελεύθεροι, οι ανειρήνευτοι εχθροί των συνόρων, όλοι αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους προπάντων πολίτη του κόσμου, μένουν πάντα ενεοί.

Μα τι έχει αυτό το παράδοξο σπορ, τι κρύβει μέσα του τόσο ισχυρό που ωθεί με τρόπο τόσο αφύσικο τους προλετάριους και τους μεγιστάνες, τους κρατουμένους και τους δεσμοφύλακες, τους πάνω και τους κάτω να γιορτάζουν μαζί; Πώς γίνεται να τους χωρίζει απ’ τους πανόμοιούς τους στην άλλη πλευρά της μεθορίου; Δεν είμαστε όλοι γόνοι της ίδιας γης; Γιατί αναριγούμε, γιατί κλαίμε, γιατί ουρλιάζουμε από χαρά κι από πόνο εμπρός σε ένα κομμάτι χρωματιστό πανί, εμπρός σε μια φανέλα ή σημαία που μας θυμίζουν ακριβώς το αντίθετο: πως αυτό που ζυγίζει για μας πιο πολύ, δεν είναι ότι ανήκουμε στην αφηρημένη, νοερή ανθρωπότητα, αλλά σ’ ένα κλάσμα της συγκεκριμένο, χειροπιαστό. Έναν σύλλογο, μια πόλη, έναν λαό.

Κάποιοι άλλοι, κουτοπόνηρα, πασχίζουν να στρέψουν το πράγμα στον αισθητισμό. Ας κερδίσει ο καλύτερος, «a beleza do jogο», η ομορφιά του αθλήματος, διακηρύσσουν, μόνο τούτο βαραίνει! Λες και ο Βραζιλιάνος στη φαβέλα θα σχιζόταν λιγότερο στις κερκίδες αν η ομάδα του συναγωνιζόταν σε χάρη την Εθνική του Ρεχάγκελ…

«Όποιος δεν αντιστοιχίζει την ποίηση του Καβάφη με το ιταλικό ποδόσφαιρο, δεν καταλαβαίνει μήτε από ποδόσφαιρο μήτε από Καβάφη», έγραψε κάποτε θυμόσοφα ο Μίμης Σουλιώτης. Στα σπορ ο αισθητισμός γοητεύει συνήθως τους παρατυχόντες, αυτούς που δεν έχουν σχέση βαθύτερη, σπλαχνική, μ’ αυτό που παρακολουθούν και αρκούνται στην όψη του, στα επιφαινόμενά του. Ανήμποροι να το νιώσουν, οι άνθρωποι αυτοί δεν ψυχανεμίζονται πως όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι “η ωραία μπάλα”, τα “σημασία έχει η συμμετοχή”, τα “ήμουν κι εγώ παρών”, τα “μετράει πάνω απ’ όλα η προσπάθεια” και τα τοιαύτα, σκορπούν σαν πάχνη στον πρωινό ήλιο, ότι το μόνο που μετράει είναι η Νίκη και ότι αυτή η νίκη από μόνη της προσφέρει, ανάμεσα στ’ άλλα, και πλήρωση, μέθη αισθητική τέτοια που οι απ’ έξω ούτε στον ύπνο τους ποτέ δεν θα νιώσουν.

Άλλοι αψίθυμοι καταστρώνουν θεωρητικές αναλύσεις, υποδεικνύουν τις κρυφές συνάφειες του αθλητισμού με τον ρατσισμό και τη βία, προειδοποιούν, κραδαίνουν σαν δασκάλα Αρσακιώτισσα τον επίφοβο δείχτη. Κι όμως, τα ανομικά φαινόμενα στο ποδόσφαιρο δεν διαφέρουν δραματικά από τα παρατράγουδα στα σχολεία ή τα πανεπιστήμιά μας. Στην πράξη μάλιστα, η μπάλα λειτουργεί αντιστρόφως: ως εκτονωτής της νεανικής επιθετικότητας, ως αποφορτιστής της ανδρικής βίας που λιμνάζει αθέατη μέσα σε κάθε κοινωνία, και η οποία εδώ και γενιές πολλές έχει αποξενωθεί από τη φυσική της κοίτη: τον πόλεμο.

Η μπάλα είναι πολεμοπραξία κι αυτή, αλλά άλλης μορφής, συμβολικής, μια αρειμάνια τελετουργία που ανεμίζει λάβαρα κι εκείνη και περιφέρει τρόπαια θριάμβου, αλλά αναίμακτα. Αν δεν υπήρχε, η ειρηνοφόρα εποχή μας, για το δικό της το καλό, θα έπρεπε εξ αρχής να την επινοήσει.

Το ποδόσφαιρο βέβαια για τους εχθρούς του αυτούς αδιαφορεί. Όπως όλα τα σοβαρά πράγματα, δεν είναι κάτι στενό, πως να χωρέσει στα απλοϊκά τους κουτάκια; Δεν είναι άθλημα μόνο, ένα κοινό κλωτσοσκούφι, όπως λένε. Δεν είναι εμπόρευμα απλώς, κι ας πουλιέται. Δεν είναι τέχνη μονάχα, κι ας μας θαμπώνει συχνά. Δεν είναι στεγνή πολιτική προπαγάνδα, κι ας στοιχίζονται πίσω του μυριάδες στρατοί και συνθήματα. (περισσότερα…)

Φωνές από την περιφέρεια: Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Τετάρτη 15 Ιουλίου | Συζήτηση

Φωνές από την περιφέρεια
Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

Πώς είναι να γράφει κανείς λογοτεχνία στην ελληνική περιφέρεια, μακριά από το αθηναϊκό κέντρο; Επηρεάζει αυτό την θεματολογία, τα εκφραστικά μέσα, τη δυνατότητα προβολής της δουλειάς του; Προσθέτει στην έμπνευσή του; Αντανακλά στην ταυτότητά του την συγγραφική; Αυτά τα ερωτήματα θα θίξουμε με ένα πάνελ από συγγραφείς διαφόρων λογοτεχνικών ειδών που ζουν και εργάζονται στα Χανιά.

Συζητούν οι Άγγελος Αλαφρός, Αγγελική Καραθανάση, Νεκταρία Μενδρινού, Γιάννης Νικολούδης και Λίλα Τρουλινού.

Τη συζήτηση συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

*

**

Κώστας Κουτσουρέλης, Εύθραυστος κόσμος (Προδημοσίευση)

*

Από το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη «Εύθραυστος κόσμος. Τριαντατρείς πεντάλεπτες δοκιμές» (Μικρή Άρκτος, Ιούλιος 2026) που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία αυτές τις μέρες, προδημοσιεύουμε εδώ το προλογικό σημείωμα του συγγραφέα και τον πίνακα των περιεχομένων.

Με τον «Εύθραυστο κόσμο» οι εκδόσεις Μικρή Άρκτος εγκαινιάζουν μια νέα σειρά βιβλίων υπό τον γενικό τίτλο «Τροχιές».

Όπως στο στερέωμα τροχιοδρομούν κάθε είδους ουράνια σώματα (ήλιοι, πλανήτες, μετεωρίτες, αερόλιθοι) έτσι και στη σειρά «Τροχιές» της Μικρής Άρκτου περιπλανώνται πολλών λογιών κείμενα: πεζά και ποιητικά, παλιά και σύγχρονα, ελληνικά και ξένα. Άλλοτε διασταυρώνονται, άλλοτε όχι. Κι όμως, με κάποιον τρόπο, ελκύονται το ένα απ’ το άλλο.

Τη σειρά διευθύνει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

///

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Τριαντατρείς δοκιμές περιλαμβάνει το βιβλίο αυτό. Τριαντατρείς μικροδοκιμές για την ακρίβεια, πεντάλεπτης αναγνωστικής διάρκειας, για να παραλλάξω τον τίτλο που έδωσε κάποτε σε μια δική του συναγωγή ο, μαιτρ του είδους, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ.

Παλιότερα, τέτοια κείμενα τα αποκαλούσαμε συνήθως επιφυλλίδες και διάνθιζαν τις στήλες του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου. Και πράγματι, εκεί δημοσιεύθηκαν τα πιο πολλά από τα συναθροιζόμενα εδώ, σε εφημερίδες και έντυπα χαρτώα και ηλεκτρονικά. Παρότι κάποια τους αλληλοπεριχωρούνται, στις σελίδες που ακολουθούν εκτίθενται χωρίς ειδική κατάταξη χρονολογική ή άλλη, ξανακοιταγμένα ωστόσο όπου κρίθηκε σκόπιμο.

Θεματικά, δεν απειθούν στον κανόνα που θέλει τα γραπτά τα δημοσιολογικά να ποικίλλουν. Έτσι περιστρέφονται γύρω απ’ τη λεγόμενη δημόσια σφαίρα, μετωνύμιο τρέχον της αρχαίας πόλεως, και κυμαίνονται ελεύθερα ανάμεσα στους δύο νοερούς της πόλους: την πολιτική και τον πολιτισμό. Η προηγμένη οικονομία και η αρχέγονη μουσική, οι αρχιτεκτονικοί όγκοι και οι τηλεοπτικοί ογκηθμοί, η αντιπαλότητα ανθρώπου και φύσης και το γιατί της ζωής, η πίστη ως εκκολαπτήριο ολοκληρωτισμών και τα νήματα της παράδοσης, ψαλιδισμένα ή ακέραια, είναι μερικά από τα ερωτηματικά με τα οποία καταγίνονται. Και ακόμη, η λιτότητα και η μπάλα, το μεταναστευτικό και οι ιστοριογράφοι, τα χειραφετούμενα και τα χειραγωγούμενα έθνη κ.ά. διάφορα. Με τον τρόπο τους πάντως, συγκλίνουν στο μέγιστο απόρημα: προς τα πού βαδίζει ο συγκαιρινός κόσμος.

Ακούω ήδη την ένσταση: «Μα ξετυλίγονται τέτοια ζητήματα σε μερικές εκατοντάδες λέξεις;» Την απαντώ με τα λόγια του Εντσενσμπέργκερ και πάλι:

«Μικρούτσικα κείμενα για πελώρια προβλήματα; Δεν πρόκειται δα για κάτι πρωτόφαντο, τέτοια έχουμε εδώ και πεντακόσια χρόνια. Ο Μισέλ ντε Μονταίν, μέγας προπάτωρ του δοκιμίου, ήταν ο πρώτος διδάξας.»

Δοκίμιο ή δοκιμή, το λέει η λέξη, είναι ο λόγος που δεν ματαιοδοξεί ότι θα εξαντλήσει το θέμα του. Αδρά, ελλειπτικά, ριψοκίνδυνα – τέτοια πάντα τα μέσα του, είτε απλώνεται σε λίγες γραμμές είτε σε ολόκληρους τόμους. Όχι αλλιώτικα από τον ποιητή, του οποίου είναι πρωτοξάδελφος, ο δοκιμιογράφος γεφυρώνει τα εκ πρώτης όψεως ασύνορα, πλέκει εικασίες, παίρνει αναπάντεχες άδειες. Ασφαλώς, ο κόπος των είδικών και τα ακαδημαϊκά ειωθότα –οι σχοινοτενείς αναλύσεις, οι απανωτές υποσημειώσεις, οι βιβλιογραφικές ντάνες– είναι πράγματα χρήσιμα και καθ’ όλα σεβαστά. Τον αποσταγματικό λόγο της δοκιμιογραφίας όμως δεν γίνεται να τον υποκαταστήσουν. Στο κάτω κάτω, όπως υπάρχουν λογιώ λογιώ συγγραφείς, υπάρχουν και λογιώ λογιώ αναγνώστες. Όλο το ζήτημα, φαντάζομαι, είναι να βρει κανείς τους δικούς του.

Σε πείσμα του δυσοίωνου τίτλου του και παρά την πληθύ των θεμάτων του, η γενική εικόνα που αχνοφαίνεται σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι, θέλω να πιστεύω, ούτε ανεμώλια ούτε θραυσματική. Αν τα πράγματα γύρω μας είναι ούτως ή άλλως φυγόκεντρα, η γραφή άλλο σκοπό, άλλη φιλοδοξία δεν έχει παρά να συγκρατήσει, να αποταχύνει τη χαοτική τους περιδίνηση – ας είναι και για όσο διαρκεί ένα φυλλομέτρημα. Να τα παγώσει για λίγο στον χρόνο, ώστε να μπορέσει η σκέψη να τα αναλογιστεί. Φυσικά, το αν ετούτη εδώ η γραφή το πετυχαίνει, δεν είναι δική μου δουλειά να το πω.

«Προσέχουμε τ’ άρθρα μας όσο και τα τραγούδια μας», σημειώνει κάπου ο Κωστής Παλαμάς. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στις μέρες μας το μέλημα του ύφους δεν πολυμετράει. Εδώ πάντως, όσο μπόρεσα, δεν λησμόνησα την παρακίνηση του Ποιητή.

— ΚΚ

///

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί προλόγου

Γιατί υπάρχει ζωή;
Συνέχειες / ασυνέχειες
Από τί είναι φτιαγμένη η ιστορία;
Ο θεός της σφαγής
Εμπρός στην αναπόφευκτη πτώση
Μιας χιλιετίας σπαράγματα
Κτήρια-σκουπίδια
Ο Δημοσθένης και η λιτότητα
Να μιλήσουμε για ήρωες;
Πόσα βιβλία χρειάζεται ο άνθρωπος;
Δώρα άδωρα
Η παράδοση και οι κληρονόμοι της
Κράτος, Θεός, Ευτυχία
Τηλοψίας εγκώμιον
Το κόμμα της αυτοσυντήρησης
Φύση, ο Εχθρός
Η μοίρα του Άδραστου
Μια ομολογία ενοχής
Εύθραυστος κόσμος
Όπου σάτιρα και το κεντρί της
Ένα αντιμανιφέστο
Ο γρίφος του ποδοσφαίρου
Οι ξεγραμμένοι ζούνε πιο πολύ
Ο κ. Μπιροττώ, ο κ. Μπόρκμαν κι εμείς
Χωρίς εναλλακτική
Κάτω το ταλέντο!
Το νήμα που δεν κόπηκε
Στον ωκεανό της αβεβαιότητας
Μουσική, η αρχαία μας εστία
Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν
Σκυταλοδρομία
Όλα ανυποψίαστα
Για μια ευημερία απέριττη

///

*

*

*

*

Η πτώση του δυτικού πολιτισμού

Alexander Oscar Levy, «Dawn after Darkness!», περ. 1918

*

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

~.~

Στις «Νύχτες Ιουλίου» που διοργανώνουν κάθε καλοκαίρι στα Χανιά το Θέατρο Κυδωνία και το περιοδικό Νέο Πλανόδιον, έλαβε χώρα αρχές Ιουλίου μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ του Αντώνη Μεταξά, καθηγητή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ, του Κώστα Μελά, καθηγητή των οικονομικών επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και του Κώστα Κουτσουρέλη, που ήταν και ο συντονιστής του διαλόγου, με θέμα: «Μπορούμε να μιλάμε ακόμη για Ευρωπαϊκή Ιδέα; Υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση της ηπείρου μας, ποιο είναι το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»

Απ’ ό,τι διάβασα από τη σχετική ανάρτηση στο facebook του Κουτσουρέλη, ο διάλογος μεταξύ των τριών συνομιλητών είχε όντως πολύ ενδιαφέρον, ενώ και ο τρεις συνομιλητές συμπέσανε στην άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή.

Με αφορμή αυτή τη συζήτηση, θα ήθελα να προσθέσω κάποιες σκέψεις που δεν αναφέρονται μόνο στην Ευρώπη, αλλά γενικότερα σε αυτό που καλούμε δυτικό πολιτισμό. Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι με τη λέξη δυτικός πολιτισμός εννοείται συνήθως ο δυτικοευρωπαϊκός και ο βορειοαμερικανικός πολιτισμός στο σύνολό τους. Δεν είναι της στιγμής να διαπιστώσουμε τα κοινά στοιχεία αυτών των δύο συνιστωσών του δυτικού πολιτισμού, ωστόσο, μπορούμε να επισημάνουμε ότι όσο περνάει ο καιρός τα κοινά πολιτισμικά τους δεδομένα αποκλίνουν. Μπορεί πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά οι δύο αυτές περιοχές του κόσμου να συνδέονται με πολλαπλά κοινά συμφέροντα, όμως το ενιαίο του πολιτισμού τους παρουσιάζει εμφανή στοιχεία διάσπασης.

Ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στα έργα τέχνης, άλλωστε σήμερα, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς την ομοιομορφία των έργων τέχνης σε όλη την ήπειρο. Πρόκειται για την εξελικτική διαδικασία των μορφών ζωής, δηλαδή, όπως θα έλεγε ο Βιττγκενστάιν, το κοινό, άδηλο υπόβαθρο των ανθρώπινων πρακτικών, αντιδράσεων, ιδεών και συνηθειών που δίνουν νόημα στη γλώσσα και τις πράξεις μας και έχει υιοθετήσει κατά την ιστορική του πορεία ένα οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο. Η εν λόγω εξελικτική διαδικασία, όσο προχωρεί σε ωριμότερα στάδια, αποτυπώνεται στη δυναμική μεταβολή των συμπεριφορών προς τον μεγαλύτερο έλεγχο του ανθρώπινου θυμικού, τον αποκλεισμό της βίας και τη μετατροπή των εξωτερικών καταναγκασμών σε αυτοκαταναγκασμούς. Παρατηρούμε πως στις ΗΠΑ, περισσότερο απ’ όχι στην Ευρώπη, αυτά τα στοιχεία έχουν εκτραπεί από την τροχιά τους. Τα συχνά κρούσματα των ενόπλων επιθέσεων και οι συμπεριφορές της ηγεσίας τους έρχονται να το επιβεβαιώσουν.

Μιλώντας για εξέλιξη, θέτουμε την ανάλυση και κατανόηση ενός φαινομένου στη διάσταση του χρόνου, οπότε η ιστορική του εξέταση γίνεται κυρίαρχη. Αυτήν την ιστορική διάσταση των μεγάλων πολιτισμών της ανθρωπότητας επιχείρησε να συλλάβει και να μορφοποιήσει ο Όσβαλντ Σπένγκλερ κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού, με το βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης. Το κείμενο του Σπένγκλερ, λόγω του ότι εκτείνεται σε όλους τους αναδειχθέντες ιστορικά πολιτισμούς, μας αποτρέπει να το κρίνουμε και να το υιοθετήσουμε. Όμως, μέσα από την ιστορική του αναδίφηση, αναδύεται ένα πρότυπο πολιτισμού που έχει ενδιαφέρον για τη μελέτη του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Θα περιγράψουμε αμέσως πιο κάτω, κατά ένα μάλλον χονδρικό τρόπο, αυτό το πρότυπο, ελπίζοντας το πνεύμα του Σπένγκλερ να μας συγχωρήσει. (περισσότερα…)

Ένα βιολογικό αδιέξοδο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η Ρώμη του Αυγουστύλου, η Πόλη λίγο πριν την Άλωση, οι Χμερ, οι Μάγια, η άλυσος των πτώσεων της Χάλκινης Εποχής. Ο πολιτισμός πάντοτε μας εξαπατά, μας τάζει τη διάρκεια, πως θα μας απαλλάξει από τα ανεξέλεγκτα κέφια της Φύσης, στην πράξη ωστόσο είναι ο ίδιος πιο τρωτός και πιο ολιγόζωος από κάθε φυσικό οικοσύστημα.

Από πολλές πλευρές είναι ένα βιολογικό αδιέξοδο. Τα πάμπολλα προαπαιτούμενά του και ο κυκεώνας των ρυθμίσεων και των κανόνων που τον διέπουν, τον καθιστούν, εκ προοιμίου ήδη, ετοιμόρροπο. Αν οι δεινόσαυροι άντεξαν 200 εκατομμύρια χρόνια, ο homo sapiens, όπως προηγουμένως ο neanderthalensis, θα εξατμιστεί σε μερικές χιλιάδες.

Ήδη ως διάθεση, ως μύχια δυσφορία όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, η τέχνη του ανθρώπου μας το δείχνει πιο καλά απ’ οτιδήποτε άλλο, κάθε πολιτισμός φέρνει μέσα του το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Βιώσιμος πολιτισμός, ιδίως προηγμένος, δεν νοείται. Εξ ου και πλήθος κοσμολόγων εξηγούν με αυτόν τον τρόπο την απουσία ενδείξεων άλλης νοήμονος ζωής στο Σύμπαν. Αν πρόλαβε ν’ ανθίσει κάπου κάποτε, έσβησε τάχιστα χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

///

Στο πορτραίτο του υπαρξιακού Εχθρού που φτιάχνει ο Κονδύλης στο μνημειώδες Ισχύς και Απόφαση, δύο είναι τα μείζονα χαρακτηριστικά του. Ένας τέτοιος Εχθρός (του οποίου η κύρια χρησιμότητα είναι ότι μας προσδίδει, εκ του αρνητικού, ταυτότητα) πρέπει την ίδια στιγμή να είναι εξαιρετικά ισχυρός ώστε να δικαιολογείται η πάση θυσία κινητοποίηση και συστράτευση εναντίον του, αλλά και αθεράπευτα αδύναμος, καταδικασμένος μάλιστα να ηττηθεί νομοτελειακά, αφού το ηθικό δίκαιο το μονοπωλούμε εμείς, ο «αγαθός» του αντίπαλος.

Η σημερινή Ευρώπη επειδή ακριβώς φαντάζεται την Ρωσσία ως υπαρξιακό της εχθρό, της αποδίδει ταυτοχρόνως και τα δύο αυτά γνωρίσματα. Η Μόσχα είναι και πανίσχυρη, έτοιμη να καταλάβει την Πολωνία, να υπερφαλαγγίσει την Βαλτική και να εισβάλει στη Γερμανία. Αλλά και ετοιμόρροπη, ανίκανη να κάμψει ακόμη και την «φτωχή», υποτίθεται, ουκρανική αντίσταση ή να ολοκληρώσει την προσάρτηση του Ντονμπάς.

Διόλου τυχαία λοιπόν ο Ρούττε του ΝΑΤΟ αποκαλεί εν ταυτώ, συχνά μέσα στην ίδια δήλωση, την Ρωσσία και «απελπισμένη» και «μέγιστη απειλή» αφού βλέπει την Ευρώπη ώς τον «επόμενο στόχο της». Όπως θα έλεγε ο Κονδύλης, η σημερική ευρωπαϊκή αυτοκατανόηση, όπως είναι θεμελιωμένη όλο και πιο αποκλειστικά στον αντιρρωσισμό (ποιο άλλο «όραμα», ποιο άλλο «σκοπό» έχει αυτή τη στιγμή η ΕΕ;), δεν του επιτρέπει να κάνει αλλιώς.

Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει πάντα δίκιο. Όταν η Ρωσσία δεν αντιδρά «αποφασιστικά» στις ουκρανικές προκλήσεις, τότε διότι απλούστατα δεν είναι σε θέση. Αν όμως τύχει και το πράξει, (πράγμα όλο και πιο πιθανό δεδομένης της συχνότητάς τους), αν επιδείξει ισχύ δηλαδή (άρα «βαρβαρότητα» διότι η ρωσσική ισχύς λογίζεται εκ προοιμίου ως «βαρβαρότητα») τότε δικαιώνεται η νατοϊκή πανστρατιά εις βάρος της, και δη αναδρομικά, από καταβολής της Μοσκοβίας… Μονά ζυγά, δικά μας.

///

Αν ζόριζα τον εαυτό μου, λέει κάπου ο Σάμιουελ Μπάτλερ, ίσως η μουσική του Σούμαν να μου άρεσε. Όμως δεν μου αρέσει να εκβιάζω τις αρέσκειές μου, θέλω να μ’ αρέσει κάτι αβίαστα, χωρίς προσπάθεια.

Ο Μπάτλερ ομολογεί εδώ μια μεγάλη αλήθεια. Οι προτιμήσεις των πολλών είναι χειραγωγήσιμες. Τα περισσότερα πράγματα που επικροτούν, τους επιβάλλονται – από κοινωνικές συμβάσεις, προκαταλήψεις, δειλίες, κεκτημένη ταχύτητα. Το δικό τους το γούστο δεν το παραδέχονται, πολλώ δε μάλλον δεν το καλλιεργούν, διότι δεν τολμούν να πάνε κόντρα στο υπερεγώ που τους φιμώνει.

Και αυτοί, οι πειθήνιοι, οι ψαρωμένοι πολλοί, «hoi polloi» του Χάιντεγγερ, ζουν συνήθως στις αλεξανδρινές εποχές όπως η δική μας. Θα τους πετύχει κανείς να πλήττουν προβατοειδώς στις Μπιενάλλε, να μηρυκάζουν τον θαυμασμό τους για ένα ονομαστό βιβλίο που ουδέποτε διάβασαν, να επαναλαμβάνουν τα κλισέ των «μεμυημένων».

Και έχουν πάντα ένα λεπτεπίλεπτο επιχείρημα έτοιμο για το κάθε τι! Τις εξυπνάδες του Ουώρχολ και του Κουνς τις βρίσκουν εξόχως «ειρωνικές», τα μουσικά ελικόπτερα του Στοκχάουζεν «τραγικά», την κακογουστιά που έχει πνίξει την Ακρόπολη «επιταγή της επιστήμης». Στο σπίτι τους βέβαια, εκεί όπου δεν χρειάζεται πια να υποκρίνονται, κρεμούν στους τοίχους τους φωτογραφίες από τοπία του Αιγαίου, ακούν Χατζιδάκι, και αν ο μπογιατζής δεν πετύχει ακριβώς την απόχρωση που του ζήτησαν, έχει πάρει πόδι την ίδια στιγμή. (περισσότερα…)

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Παρασκευή 10 Ιουλίου | Συζήτηση – Συμπαρουσίαση βιβλίων

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης
Οι τελευταίες σελίδες μιας ηπείρου

Στη δεύτερη εφετινή εκδήλωση μέσα από την οποία οι Νύχτες του Ιουλίου διερωτώνται για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου, ο Νικήτας Σινιόσογλου και ο Κώστας Κουτσουρέλης παρουσιάζουν και συζητούν για τα πρόσφατα βιβλία τους: τη νουβέλα Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων και τον μονόλογο Ταριχευτήριο Ευρώπη, αντίστοιχα. Και τα δύο κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Κίχλη κατά τα τέλη του 2024 και πραγματεύονται το θέμα με συγκλίνοντα τρόπο. Τι έχει να πει η λογοτεχνία για τη σημερινή Ευρώπη; Πόσο προσφέρονται τα εκφραστικά της μέσα για την περιγραφή μιας κατάστασης που μοιάζει ιστορικά αδιέξοδη; Γιατί γράφονται καν και σε ποιους απευθύνονται αυτού του είδους τα κείμενα;

Σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη.

*

**