Κώστας Κουτσουρέλης

Επέτειος και άλλα ποιήματα

*

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

πάνω σ’ ένα μοτίβο της Τσόι Γιουνγκ-μι

Το ξέρω, α ναι,
το ξέρω φυσικά –
το ρίγος ήταν σ᾽ όλ᾽ αυτά που μας μεθούσε:
το νύχι το μαυλιστικό κι όχι το χάδι,
του σπίρτου η έξαψη και όχι η φωτιά,
η κόψη η όρθια του γκρεμού
κι όχι η ωραία η θέα.

Κι ωστόσο έχει αυτή η γιορτή, πώς να το πω,
τόση γαλήνη απρόσμενη κρυμμένη –
κάτι το στέρεο και όμως τρυφερό
όπως η ράχη του κορμού
που χρόνια έδερνε ο βοριάς
κι έχει πια τώρα σε μια υπόκλιση κυρτή,
σε μια απαλή χειρονομία παγώσει.

(Άκου το γέλιο του αλκοόλ μες στα ποτήρια,
παλιοί θαμώνες που μιλούν οι σκέψεις του καπνού,
απ᾽ όλες τις μεριές φυσάει το μέλλον.)

Από την άλλη, ναι, τ᾽ ομολογώ,
τι νόημα έχει να μιλάμε καν γι᾽ αυτά;
Τι νόημα έχει να ζητάς
το χθες, το παρελθόν,
σ᾽ έναν κατάλογο εντέχνως να διασώσεις,
σε ποιο κεφάλαιο απ᾽ τη μνήμη σου θα βρεις
μια φράση εύκαιρη, ικανή
τα όσα σου μέλλονται αύριο
μ᾽ αυτήν να υποδεχτείς;
Τι να τα κάνεις τα παλιά σου μυστικά;
τα ξέρουν όλοι από καιρό, δεν έχει ανάγκη πια κανείς
να του τα φανερώσεις.

Η φιέστα τέλειωσε, τα φώτα σβήνουν,
κάποιοι μαζεύουν κει στο βάθος τα τραπέζια,
απ᾽ την κουζίνα ακούγονται τα πιάτα να χτυπούν.

(Τ᾽ άδεια μπουκάλια στη σειρά δεν σε θυμούνται,
κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί σιωπούν.)

Κάποιος σου φέρνει τον λογαριασμό. (περισσότερα…)

Στον ίδιο φαύλο κύκλο

Bartolomeo Del Bene, Η Πόλις της Αληθείας

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εκκοσμίκευση των Νέων Χρόνων; Διαφωτισμός και χειραφέτηση της πολιτικής από τη θρησκεία; Τι ψευδαίσθηση… Ούτε μία ούτε δύο: τρεις εσχατολογίες συγκρούονται αυτή τη στιγμή γύρω στα νερά του Περσικού Κόλπου. Η χριστιανική προτεσταντική των ΗΠΑ, η εβραϊκή σιωνιστική του Ισραήλ και η ισλαμική σηιτική του Ιράν.

Ο εκθεολογισμός της πολιτικής ρητορικής είναι ίσως η πιο χτυπητή εξέλιξη των τελευταίων ετών. Τους Αμαληκίτες θέλει να εξαλείψει εκ νέου από προσώπου γης ο Νετανιάχου και οι συν αυτώ στα Ιεροσόλυμα. Τον Αντίχριστο της «παγκόσμιας κυβέρνησης» αντιμάχεται ο Πέτερ Τιλ και οι τεχνογκουρού. Τον Σατανά αυτοπροσώπως βλέπει επί τω έργω κατά της Μητέρας Ρωσσίας στην Ουκρανία και αλλαχού ο Αλεξάντερ Ντούγκιν. Τον Εξαποδώ αναγνωρίζει στη μορφή του Τραμπ και η Τεχεράνη. Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου ποζάρει ως άλλος Ιησούς φωτοστεφάνωτος και αίρων τας αμαρτίας του κόσμου…

Πώς γίνεται και μετά από τρεις αιώνες ριζικής, εκθεμελιωτικής κριτικής στον θρησκευτικό «σκοταδισμό» να μην έχουμε κάνει βήμα από την αρχική μας αφετηρία; Η απάντηση είναι απλή και έχει δοθεί εγκαίρως από πολλούς στοχαστές. Όλες οι πολιτικές ιδεολογίες που έχουν τη ρίζα τους στον Διαφωτισμό, στην πράξη αντέγραψαν τη δομή του θρησκευτικού πιστεύω που γύρεψαν να παραμερίσουν. Την θεόθεν Πρόνοια αντικατέστησε η εξίσου νομοτελειακή Πρόοδος. Η Ιστορία παρέμεινε στάδιο οντολογικά υποδεέστερο, προορισμένο να φτάσει στο Τέλος, την Τελείωση και την Τελειότητά της, απλώς αυτή τη φορά ενδοκοσμικά και όχι μετά την Έσχατη Κρίση. Η Ανάσταση μετονομάστηκε σε Επανάσταση. Ο ενεστώς άνθρωπος κηρύχθηκε λιποβαρής, παρακατιανός και αναμορφωτέος: ένας Νέος Άνθρωπος -του Σοσιαλισμού, του Φασισμού, του Φιλελευθερισμού- ήταν γραφτό να πάρει τη θέση του, ή ακόμη καλύτερα, ένας Μετάνθρωπος ή ένας άνθρωπος υβριδικός, η Ανθρωπομηχανή.

Όπως έγραφε ο Βίλχελμ Μύλμαν στα 1984, οι θρησκευτικοί πόλεμοι μπορεί να ξεκίνησαν στην Αρχαιότητα με τους αμοιβαίους διωγμούς μεταξύ εθνικών και ναζαρηνών, στην πράξη όμως δεν τελείωσαν ποτέ. Ο ίδιος ο πόλεμος και οι ανθρωποσφαγές είναι φαινόμενο διαχρονικό και, αν θέλουμε να είμαστε ρεαλιστές, ανεξάλειπτο. Όμως η ταύτιση του Αντιπάλου με το Κακό και το αίτημα της καθολικής του εξάλειψης ως ύψιστου ηθικού καθήκοντος ουτωσώστε να διανοιχθεί η οδός προς τη Σωτηρία (το Χιλιόχρονο Ράιχ, την Αταξική Κοινωνία, την Δικαιωματοπάροχο Αγορά) είναι ένα νέο ποιοτικά φαινόμενο με γενεαλογία συγκεκριμένη, με ρίζες στον μονοθεϊσμό και την προσδοκία της μίας και οριστικής Αλήθειας. Τα μεταδιαφωτιστικά πολιτικά στρατόπεδα ανέγραψαν όλα στα λάβαρά τους, στην εκάστοτε ιδιόλεκτό τους, το βιβλικό «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστί και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει».

Για τη δόξα, τον πλούτο και την ισχύ μπορεί να σκοτώσει και να σκοτωθεί ο καθένας. Για μια ιδέα όμως, μόνος ένας πιστός. Ο ηθικός σκεπτικιστής, ο αγνωστικιστής ποτέ δεν θυσιάζεται για μια ιδέα, όπως έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελλ. Για τον λόγο ότι φοβάται την ειρωνεία: η ιδέα του ίσως αποδειχθεί εσφαλμένη.

Με την έννοια αυτή, η αποτυχία των πολιτικών ιδεολογιών να εκπληρώσουν εμπράκτως τις υποσχέσεις τους (ακόμη και οι πιο ζηλωτές φιλελεύθεροι δυσκολεύονται πια να διαβεβαιώσουν τους πιστούς τους ότι το μέλλον που τους περιμένει εν καπιταλισμώ θα είναι καλύτερο από το παρόν) ήταν επόμενο να οδηγήσει σε μια συστροφή: στην ανακλαστική επάνοδο στο real thing, στη γνήσια θεολογία. Η αναρρίπηση των θρησκειών έρχεται να αντιπαλέψει όχι μόνο το κενό του νοήματος στο οποίο έχουμε περιπέσει, αλλά κάτι πρωτογενέστερο: το ναυάγιο των Ουτοπιών που το γέννησαν.

Συνελόντι ειπείν, πρόκειται, φευ, για μια παλινωδία. Για μία παλινδρόμηση, αλίμονο, στον ίδιο φαύλο κύκλο.

*

*

*

Πόσα βιβλία χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τὸ ἐρώτημα παραλλάσσει βέβαια τὸν τίτλο τοῦ περίφημου διηγήματος τοῦ Τολστόι «Πόση γῆ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος;» Σ’ αὐτὸ ὁ ἥρωας, ἕνας ἄπληστος γαιοκτήμονας, βρίσκει ὄντως τελικὰ τὴν ἀπάντηση, πεθαίνοντας πάνω στὴν προσπάθεια νὰ αὐξήσει τὸ ἔχει του: δυὸ μέτρα ὅλη κι ὅλη.

Μὲ τὰ βιβλία τὸ πράγμα δὲν εἶναι τόσο ἁπλό. Ὁ Μάριο Βάργκας Λιόσα σ’ ἕνα μυθιστόρημά του ἔθεσε τὸν κανόνα τῶν χιλίων: χίλια βιβλία, οὔτε ἕνα παραπάνω, ἂν θὲς νὰ μπάσεις στὸ σπίτι ἕνα καινούργιο, πρέπει νὰ ξεσκαρτάρεις ἕνα παλιό. Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς ἦταν πολὺ πιὸ αὐστηρός: μιὰ ἐταζέρα, ἕνα ραφάκι, χωράει τὰ οὐσιώδη. Καὶ ὁ συνονόματός του Κωστῆς Παπαγιώργης ὑπερθεμάτιζε. Τὰ μεγάλα βιβλία τῆς ἀνθρωπότητας, ἔλεγε, εἶναι γραμμένα ὅλα πρὸ Χριστοῦ.

Μέχρι σχετικὰ πρόσφατα, τὸ πρόβλημα τὸ ἔλυνε τὸ κόστος καὶ ἡ σπανιότητα τῶν ἐκδόσεων. Ὁ Δομήνικος Θεοτοκόπουλος εἶχε στὴν κατοχή του 137 βιβλία ὅλα κι ὅλα. Τόσα τουλάχιστον μετρήθηκαν στὸ ἐργαστήρι του μετὰ τὸν θάνατό του. Ἀνάμεσά τους 27 ἑλληνικά. (Οὔτε ἕνας τόμος τοῦ Πλάτωνα!) Καμιὰ τριακοσαριὰ τίτλους περιεῖχε ἡ βιβλιοθήκη τοῦ Κάντ, τὸ ξέρουμε ἐπειδὴ μᾶς σώθηκε ὁ κατάλογος τοῦ δημοπρατηρίου ποὺ τοὺς ἔβγαλε στὸ σφυρὶ ὅταν πέθανε. Γύρω στοὺς 700-800 κώδικες ἦταν τὸ ρεγάλο του Βησσαρίωνα πρὸς τοὺς Βενετούς, θεμέλιο τῆς Μαρκιανῆς Βιβλιοθήκης. (Λένε ὅτι ἡ δωρεὰ ἦταν μὲ προθεσμία: τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας. Ὄχι φυσικὰ ὅτι οἱ ἀπελευθερωθέντες τὰ διεκδικήσαμε ποτέ – δὲν εἶναι δὰ καὶ Ἐλγίνεια…)

Τὸν καιρὸ τοῦ Σαίξπηρ, σὲ ὅλη τὴν Ἀγγλία ὑπῆρχαν μόνο δέκα βιβλιοθῆκες μὲ περισσότερους ἀπὸ 1000 τόμους, ἡ μία τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος Ἐλισάβετ Α΄. Γύρω στὰ 1600, ἀκόμη καὶ στὶς μεγάλες χῶρες εἶναι ζήτημα ἂν ἔβγαιναν περισσότερα ἀπὸ ἑκατὸ λογοτεχνικὰ βιβλία τὸν χρόνο. Καμιὰ σαρανταριὰ τίτλοι ἦταν ἡ ἐτήσια ἑλληνικὴ παραγωγὴ σὲ ὅλα τὰ εἴδη γραφῆς τὸν 18ο αἰῶνα. Στὰ 1850 ἔβγαιναν περίπου 150 τίτλοι κάθε χρονιά.

Σήμερα, ἐποχὴ πρωτοφανοῦς πληθωρισμοῦ, οἱ τίτλοι ποὺ ἐκδίδονται κάθε χρονιὰ στὴν Ἑλλάδα εἶναι περὶ τοὺς 10.000. Καὶ τὸ βιβλίο γιὰ τοὺς ἐραστές του μοιάζει νὰ ἔχει γίνει βραχνάς. «Τί νὰ πρωτοδιαβάσεις;» ρωτοῦσε ὁ Ἄγγελος Τερζάκης σὲ ἐπιφυλλίδα του τὸ μακρινὸ 1972 γιὰ τὴν πλημμυρίδα τῶν νεοεκδιδόμενων.

«Καὶ μόνο γιὰ νὰ κόβεις τὰ φύλλα τους δὲν φτάνει ἡ μισὴ μέρα. Ἂς ὑποθέσουμε πὼς τὴν ἄλλη μισὴ τὴν ἀφιερώνω στὸ διάβασμα. Καὶ τὴ νύχτα. Πάλι δὲν θὰ προφταίνω. Ἐγὼ σοῦ λέω πὼς δὲν κάνω καμμιὰν ἄλλη δουλειά… Ὑπόθεσε πὼς γίνομαι ἀναγνωστικὴ μηχανή. Τί θὰ πετύχω; Ἡ ἀντίληψή μου θὰ στομώσει, θ’ ἀποβλακωθῶ, δὲν θὰ καταλαβαίνω τί διαβάζω, δὲν θ’ ἀφομοιώνω τὸ παραμικρὸ καὶ θὰ εἶμαι πιὰ ἀνίκανος νὰ κρίνω. Τότε πρὸς τί τὸ διάβασμα;»

Μὲ παρόμοια λόγια περιγράφει τὸ ἄγχος τοῦ φιλότιμου ἀναγνώστη ὁ Τέλλος Ἄγρας σ’ ἕνα κείμενό του γραμμένο στὰ 1944. (περισσότερα…)

Ο δήμος και το όνειρο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Μετά από δυο χαμένους πολέμους,
μετά τους τόσους σκοτωμούς, τους σφαγμένους,
μετά απ’ όλα αυτά τα φρικαλέα εγκλήματα
μπορεί κανείς να γράφει ποιήματα;
Η μόνη απάντηση εδώ είναι αυτή:
Όχι! Ποτέ! Επ’ ουδενί!

«Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφεις ποιήματα»: μ’ αυτή τη διάσημη, την περιβόητη θέση ο Τέοντορ Αντόρνο εγκαινίασε το 1951 την πιο έντονη και μακροχρόνια έριδα για τη σχέση της τέχνης με την πολιτική και την ιστορία που γνώρισε η μεταπολεμική Γερμανία. Για το θέμα έχουν στο μεταξύ γραφτεί τόμοι επί τόμων, δεν θα επιμείνω. Ως απάντηση, το ποίημα του Ρόμπερτ Γκέρνχαρτ, που παρέθεσα στην αρχή (ο τίτλος του είναι «Ερώτημα») σφάζει με το βαμβάκι της σάτιρας. Καταφάσκει στον αναθεματισμό της ποίησης μ’ ένα… ποίημα. Θυμίζει έτσι τη θρυλική χειρονομία του Διογένη του Κυνικού: όταν ο Ζήνων ο Ελεάτης βάλθηκε να τον πείσει με βαθυνούστατα επιχειρήματα ότι κίνηση δεν υπάρχει, ο Διογένης σηκώθηκε και άρχισε να βαδίζει.

Η ποίηση και η τέχνη –είναι σαν να μας λέει ο Γκέρνχαρτ–, όπως άλλωστε και όλη μας η ζωή, δεν μπορεί να σταματήσει εμπρός στην καταστροφή. Ίσα ίσα μάλιστα, είναι τότε που δείχνει την αξία της. Ακριβώς όπως η πρώτη πρώτη βλάστηση στο καμμένο χώμα.

Παρ’ όλα αυτά, το ερώτημα βεβαίως παραμένει. Πώς αντιδρά ένας συγγραφέας απέναντι σε μια τέτοια καταστροφή; Πώς αντιδρα απέναντι στους μικρούς και μεγάλους ολέθρους που ως ειδήσεις κατακλύζουν σε ημερήσια βάση την καθημερινότητά μας; Πώς αντιδρά, όχι ως άνθρωπος ή ως πολίτης ή ως οπαδός ή αντίπαλος μιας ορισμένης ιδεολογίας, ούτε καν ως άνδρας ή γυναίκα, πώς αντιδρά ως συγγραφέας – ως ποιητής, ως πεζογράφος, ώς λογοτέχνης. Ή ακόμα πώς αντιδρά ως καλλιτέχνης εν γένει.

Στο ερώτημα αυτό έχουν προταθεί κατά καιρούς δυο καθαρές απαντήσεις, η μια χειρότερη της άλλης. Η πρώτη είναι η αντίληψη του αισθητισμού. Ο συγγραφέας είναι και πρέπει να είναι εκφραστής πρωτίστως του εαυτού του, του δικού του εντελώς ανεξάρτητου και αυτάρκους κόσμου. Ο υπόλοιπος κόσμος, ο κόσμος των άλλων, πόσο μάλλον ο κόσμος του αίματος και της πολιτικής, δεν μετράει. Το πολύ να φτιάχτηκε για να δίνει, όπως έλεγε ο Μωρεάς, στα ποιήματά του μια αφορμή. Η δεύτερη θεωρία που μας προτείνεται είναι εκείνη της στράτευσης. Η ποίηση, η γραφή, η τέχνη είναι από τη φύση της συνέχεια της πολιτικής με άλλα μεσα, για να παραφράσω τον Κλαούζεβιτς. Παραμερίζοντας το εγώ του, υποτάσσοντάς το στις ανάγκες της εποχής και της ιδεολογίας, ο ποιητής είναι ένας ακόμη στρατιώτης μες στον σωρό.

Και οι δύο αυτές αντιλήψεις όποτε επικράτησαν είχαν άθλια αποτελέσματα και για την τέχνη και για την πολιτική. Έδωσαν έργα είτε φυγόκοσμα και εγωκεντρικά είτε κακή προπαγάνδα. Κι αν η δεύτερη σχολή, εκείνη που μας έδωσε μεταξύ άλλων τον λεγόμενο σοσιαλιστικό ρεαλισμό, στις μέρες μας δεν παίζει αξιόλογο ρόλο ανάμεσά μας, η άλλη σχολή, εκείνη που αναγορεύει τον ποιητή και τον καλλιτέχνη κέντρο του κόσμου, στη λογοτεχνία και ιδίως στην ποίηση, φοβάμαι σήμερα ότι είναι αν όχι ακριβώς κρατούσα, πάντως παρούσα σε ανησυχητικό βαθμό. (περισσότερα…)

Γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το ερώτημα γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο, ερώτημα με το οποίο κατατρίβονται οι θεολόγοι από καταβολής του επαγγέλματός τους, είναι παιδιάστικο. Η απάντηση ήταν, είναι και θα είναι ες αεί η αυτή: επειδή αποδίδει, ο «αδικοπραγών» επωφελείται, κερδίζει από την «αδικοπραξία» του.

Το ερεθιστικό ερώτημα είναι το ανάποδο. Γιατί υπάρχει το «καλό» στον κόσμο; Για ποιον λόγο λ.χ. «ευεργετούμε» κάποιον χωρίς να απαιτούμε άμεση απτή ανταπόδοση για την πράξη μας; Η προφανής απάντηση είναι και εδώ η ώς άνω: επειδή κάτι έχουμε να κερδίσουμε εμμέσως ή μελλοντικά από την «ευεργεσία» μας: τη φήμη της ανωτερότητας, δυνητικές επαφές, φιλίες, συμμαχίες, μια χείρα βοηθείας στην ανάγκη. Και όταν ο «ευεργετηθείς» αποδεικνύεται αχάριστος, όπως τόσο συχνά είναι η περίπτωση, αντί να αγανακτήσουμε με τον εαυτό μας για την άστοχή μας κρίση ως προς το ποιόν του, ηθικολογούμε επικαλούμενοι έναν ανύπαρκτο ηθικό νόμο…

Το «καλό» ή το «κακό» είναι ετερώνυμα εντέλει του ίδιου πράγματος, μικροτερτίπια ή μεγαλόσχημες στρατηγικές της επιβίωσης. Εξού και αποδίδονται ελευθέρως στην ίδια συμπεριφορά, αναλόγως του ποιος τα επικαλείται. «Καλό» είναι αυτό που κάνουμε εμείς, «κακό» αυτό που πράττουν οι αντίπαλοι. Ακόμη και ο Ισραηλινός φαντάρος όταν σκοτώνει ανυπεράσπιστα παιδιά στη Γάζα ή τη Δυτική όχθη, σαν τον ναζιστή στρατοπεδάρχη ή τον ιεροεξεταστή δήμιο που έκαιγε τις μάγισσες ή τους αιρετικούς, είναι πεπεισμένος: ο φόνος που διαπράττει είναι πράξη ηθική, απαραίτητη μάλιστα για την επίτευξη ενός «αγαθού» σκοπού: τη σωτηρία του έθνους, την έλευση του Μεσσία, την πάταξη του Σατανά. Ο Νεοπτόλεμος όταν γκρεμοτσακίζει τον μικρό Αστυάνακτα από τα τείχη της καιόμενης Τροίας, ακολουθεί τις διδαχές του κοινού νου: ο γιος του Έκτορα είναι ρίσκο – αν ζήσει, ίσως αύριο γυρέψει εκδίκηση.

Στη συλλογική μας μνήμη, φυσικά, για να αυτοπροστατευθούμε, κρατάμε πάντα τις περιπτώσεις όπου το καθ’ ημάς «κακό» τιμωρήθηκε, και ξεχνάμε βολικά όλες τις άλλες, όπου η ιστορία το επιβεβαίωσε ως εύστοχη επιλογή. Αν οι ναζί είχαν κερδίσει τον πόλεμο, το Ολοκαύτωμα θα ήταν μια υποσημείωση σε κάποιο εγχειρίδιο. Ίσως μάλιστα διδασκόταν στα σχολεία ως προληπτική ανθρωπιστική δράση, αφού με αυτό θα είχε αποφευχθεί ο βάρβαρος εποικισμός της Παλαιστίνης, η επιβολή του απαρτχάιντ, η εθνοκάθαρση και η γενοκτονία των γηγενών…

«Το Δαιμονικό δεν είναι κάποιο σκοτεινό ορμέμφυτο, αλλά η έσχατη συνέπεια της σκέψης», έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης. Και ήθελε να πει με αυτό ότι ο άνθρωπος είναι ενιαίος: δεν χρειάζεται να είσαι θηρίο, και με τον ορθό λόγο μια χαρά καταλήγεις και πάλι στην ωμότητα. «Καμιά αθωότητα δεν είναι αθώα», σημειώνει αλλού, «καμιά ενοχή δεν είναι ένοχη». (περισσότερα…)

O Μπιροττώ, ο Μπόρκμαν κι εμείς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τον homo oeconomicus, τον άνθρωπο της οικονομίας και τους τρόπους του, η λογοτεχνία τον είδε εξ αρχής κριτικά. Μοτίβα σαν κι αυτά της φιλοχρηματίας, της κερδοσκοπίας, της πλουτοθηρίας επανέρχονται διαρκώς στις σελίδες της. Να νουθετήσουν, να διαφωτίσουν τον αναγνώστη για τις ολέθριες συνέπειές τους ζητούν ανά τους αιώνες στα γραφτά τους ποιητές τόσο διαφορετικοί όσο ο Οράτιος ή ο Καισάριος Δαπόντες. Απαράμιλλα περιγράφει ο Πετράρχης την καθηλωτική δύναμη του χρυσού:

«σε μας, φίλε, είναι τα πάντα από χρυσό: οι ασπίδες και τα δόρατα, οι αλυσίδες και τα στέμματα. Ο χρυσός μάς συνέχει και μας συγκρατεί. Ο χρυσός μάς κάνει πλούσιους και φτωχούς, ελεεινούς και ευδαίμονες. Ο χρυσός εξανδραποδίζει τους ελεύθερους και απελευθερώνει τους ηττημένους. Καταδικάζει τους αθώους και απαλλάσσει τους ενόχους. Δίνει μιλιά στους μουγγούς και βουβαίνει τους ευφραδέστερους ρήτορες… Συμφιλιώνει θεούς, ή όπως μερικοί διατείνονται, και ανθρώπους ακόμη. Τίποτα δεν του αντιστέκεται. Τίποτα δεν είναι για εκείνον ανέφικτο. »

Αμίμητοι είναι οι στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου με τους οποίους τη δεκαετία του 1870 κατακεραυνώνει την παντοδυναμία του κεφαλαίου στην Ευρώπη:

Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν! Το παν εις τέφραν κείται!
Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται…

Ο Παράσχος ανήκει ακόμη στους νοσταλγούς. Θρηνεί τον χαμό του παλιού κόσμου του πνεύματος και της πίστης. Σε τραπεζίτες και τράπεζες βλέπει τους αποστόλους της νέας υλοφροσύνης, σατανικές μηχανές που εξαργυρώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα στην αναπόλησή του, προανακρούονται όμως και οι αυριανοί αρνητές του νέου καθεστώτος. Η ιερεμιάδα του Πάουντ κατά των πιστωτικών θεσμών («με την τοκογλυφία, / δεν φτιάχνουν οι άνθρωποι σπίτια γερά… »), για παράδειγμα. Ή η οργίλη πολεμική του Μπρεχτ («τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας εμπρός στην ίδρυσή της; »). (περισσότερα…)

Ο Αλκιβιάδης του καιρού μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Δέκα χρόνια τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ένας αρτίστας της επιβίωσης. Επέζησε κάθε συνωμοσίας, κάθε πλεκτάνης εναντίον του. Χάρη στην εξωπραγματική αφοβία του αλλά και σ’ ένα εντελώς παράδοξο επικοινωνιακό χάρισμα δοκιμασμένο επί δεκαετίες στις φυλλάδες του κίτρινου τύπου και στους δέκτες της trash TV, συνάθροισε ένα γιγαντιαίο κίνημα γύρω του, αν και βέβαια χωρίς ποτέ να πείσει ολότελα ότι και ο ίδιος έπαιρνε τα αιτήματά του τοις μετρητοίς.

Ο λόγος της ανάδειξής του ήταν προφανής, στοχαστές όπως ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ είχαν προβλέψει την έλευση κάποιου σαν αυτόν ήδη από τη δεκαετία του 1990, και μόνο κάτι απονενοημένοι liberals καμώνονται μέχρι σήμερα ότι τον λόγο αυτόν τον αγνοούν. Πρόκειται βέβαια για την παταγώδη αποτυχία της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων, αυτής που επονομάστηκε ψευδώς παγκοσμιοποίηση ενώ στην πράξη ήταν η ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου της Δύσης προς όφελος μιας δράκας όψιμων ολιγαρχών και η επαναποικιοποίηση του πλανήτη από ένα δίκτυο χρηματοπιστωτικών και τεχνολογικών κογκλομεράτων.

Ο Τραμπ ήταν γέννημα και θρέμμα αυτής της ολιγαρχίας, αλλά η ρητορική του ερχόταν απ’ αλλού, έθιγε τις ευαίσθητες χορδές πλατιών εργατικών στρωμάτων, πρεκάριων και απόβλητων του συστήματος, μιλούσε σ’ αυτούς σε ένα ιδίωμα μεικτό, με όρους ταυτόχρονα χριστιανοσυντηρητικούς, νεοπατριωτικούς, ακόμη και κεϋνσιανίζοντες-κοινωνιστικούς. «Trump Is Making Socialism Great Again», ανέκραζε τον Ιούλιο που μας πέρασε το συστημικότατο The Atlantic. Από κοντά, το Fortune αγωνιούσε έναν μήνα αργότερα: «Is MAGA going Marxist and Maoist?» Και το The Hill διαπίστωνε με φρίκη τον Σεπτέμβριο: «‘Marxism-Trumpism?’ Trump’s try at a planned economy is still socialism».

Και δεν ήταν μόνο η ρητορική του. Ο Τραμπ κατείχε την απίστευτη ικανότητα να αψηφά επιδεικτικά τους εχθρούς του, να τους κάνει να γελοιοποιούνται από τον εκνευρισμό τους, να υστεριάζουν, να διασύρονται. Πρόσφερε έτσι στους οπαδούς του μια ανεκτίμηση ηθική ικανοποίηση: την ευκαιρία να σπάσουν πλάκα με τα φαρμακωμένα μούτρα της Χίλλαρυ, με τα φαιδρά παθήματα των τηλεαστέρων του CNN ή του MSNBC, με τις ψηλομύτικες φάτσες των εστέτ διανοουμένων και των μη μου άπτου κουλτουριάρηδων. Την ώρα που η λεγόμενη αριστερά μήδιζε ανεμίζοντας κούφια λόγια και παρδαλά σημαιάκια, εκείνος κερνούσε τους losers της παγκοσμιοποίησης, τους deplorables και τους ταπεινωμένους τη μια ταξική νίκη μετά την άλλη. Συμβολικές νίκες, θα πει κανείς, άυλες νίκες. Νίκες όμως. Πώς να μην τον λατρέψουν; (περισσότερα…)

Μια στάλα τύχη

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 02:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.

Το δίστιχο της Κασσιανής απηχεί τον παλιό γνωμικό στίχο του Μενάνδρου: «Καλύτερα μια στάλα τύχη από ένα πιθάρι γεμάτο μυαλό». Και οι δύο ποιητές έχουν φυσικά απόλυτο δίκιο. Ούτε η ομορφιά, ούτε η διάνοια, ούτε ο πλούτος, ούτε το ταλέντο, ούτε η δουλειά, ούτε η βούληση, ούτε η πρόνοια, θεία ή ανθρώπινη, μετράει εμπρός στα καμώματα της τύχης. Η τύχη ορθώνει και σαρώνει αυτοκρατορίες ολόκληρες, θριαμβευτές και δορυάλωτοι βλέπουν τη μοίρα τους να επισφραγίζεται από ένα της νεύμα, για καθέναν τυχερό που αποδίδει τα κατορθώματά του στις ατομικές του δυνάμεις, υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι που είχαν τις ίδιες ή και μεγαλύτερες δυνάμεις από εκείνον, αλλά τους συνέτριψε μια ατυχία ή ένα δυστύχημα ή ένας παρατυχών παράγοντας.

Επιτυχία, αποτυχία, ευτυχία, δυστυχία: πολύ σοφά η ελληνική γλώσσα βάζει κάτω από κάθε πτυχή της ζωής μας την υπάτη, την μόνη υπάρχουσα θεότητα. Η βιοπορία ενός εκάστου, από τη γέννησή του ώς τον θάνατο, η ιστορία, η βιολογία, είμαι βέβαιος ότι και η ίδια η κοσμολογική τάξη, είναι γεννήματα της τύχης.

Στην κυριολεξία, είμαστε όλοι τυχάρπαστοι. Όλα τα νοηματοδοτικά συστήματα που έχουμε στήσει, και που προσπαθούν να εξηγήσουν την πραγματικότητα αποδίδοντάς την στους μηχανισμούς μιας φασματικής ιεραρχικής αιτιότητας (μύθοι, επιστήμες, τέχνες, θρησκείες, φιλοσοφίες…) δεν είναι παρά μια απέλπιδα προσπάθεια να αρνηθούμε αυτό το απλό γεγονός: ότι είμαστε όλως διόλου τυχάρπαστοι. Και ότι δεν μπορούμε ποτέ να γίνουμε οτιδήποτε άλλο. (περισσότερα…)

«Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει»

*

Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ερασιτέχνης πιθανόν. Με ύφος λοχία
που δυσμενώς τον πέταξαν στην Αττική,
του Τρίτου Ράιχ την πιο απαίσια επαρχία
– αυτή η θητεία πόσο, α πόσο διαρκεί…

Σφίγγει στα χέρια του τη φωτογραφική
κι ο νους του φεύγει… Νά τον, στην τραπεζαρία
μ’ όλη την οικογένεια πλάι, Κυριακή,
κι έχει Apfelstrudel, και Glühwein, και ησυχία…

Μα όλα αυτά είναι πια της μνήμης τα καρρέ.
Απ’ την αυγή, σ’ ένα πεδίο βολής στημένος
γυρεύει τώρα ένα γκρο πλαν ή ένα πλονζέ
των σκοτωμένων όταν θα τους κουβαλούν
– κι ο λάκκος ήδη περιμένει ο νιοσκαμμένος.
Κάποιοι πεθαίνουν, ναι. Και κάποιοι όμως δεν ζουν.

~.~

Ο ΜΕΛΛΟΘΑΝΑΤΟΣ

Πολύ βαθύτερα ο φακός τον διαπερνάει
απ’ όσο οι σφαίρες που στο στήθος του θα μπουν.
Έτσι όπως προχωρά κι αυτός στους άλλους πλάι
τα βλέφαρά του, ασάλευτα, λες και ρουφούν

όλο το φως – το τελευταίο που θα δουν.
Πρωί Δευτέρας, παγωνιά, Πρώτη του Μάη,
τα «Stillgestanden!» και τα «Marsch!» δεν τον πτοούν;
– διερωτώνται όσοι τον βλέπουν να περνάει.

Κι ύστερα πάλι, ποιον κοιτάει, τη ζωή,
αυτά που πίστεψε, εκείνα που θα χάσει,
ακούει των όπλων γύρω την οχλοβοή;
Δίπλα στις κάννες ο φακός, μια ακόμα κάννη,
το «Πυρ!» το ανέκκλητο κορδώνεται να πιάσει.
Αυτός ο θάνατος δεν πρέπει να πεθάνει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Από τα «Διπλά σονέτα»

*

*

*

 

Ο Δημοσθένης και η λιτότητα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Γύρω στα 1300 η καρδιά του κόσμου χτυπάει στην Ιταλία. Γενουάτες και Βενετοί είναι θαλασσοκράτορες, στην Τοσκάνη γεννιούνται οι τράπεζες και η λογιστική, μηχανικοί, οπλοποιοί, ναυπηγοί δοκιμάζουν επαναστατικές εφευρέσεις, ο Μάρκο Πόλο φτάνει ώς την Κίνα. Στις τέχνες και στα γράμματα, οι εξελίξεις είναι παρόμοιας σημασίας: ο Τζιόττο περνάει από το stilo greco στο stilo moderno, ο Ακυινάτης βάζει στη θεωρητική σκέψη τους μηχανισμούς της απόδειξης, στη Σικελία ο νοτάριος Γιάκοπο ντα Λεντίνο επινοεί το σονέτο, ο Δάντης από τη Φλωρεντία ξεκινά να συνθέτει την Commedia.

Διακόσια χρόνια αργότερα, όλα έχουν τελείωσει. Οι Μέδικοι, πλουσιότερη οικογένεια της Ευρώπης, χρεοκοπούν πρώτοι γύρω στα 1490. Τον 16ο αιώνα καταρρέουν οι τράπεζες, τελευταίος ισχυρός κλάδος της οικονομίας. Γεωργία, βιοτεχνία και εμπόριο έχουν προηγηθεί. Τέχνες και επιστήμες εξακολουθούν να ακμάζουν για ένα διάστημα, όμως μετά τον Καίσαρα Βοργία, μετά τον Μακιαβέλλι, η Ιταλία παύει να παίζει τον όποιο ρόλο στις εξελίξεις. Από υποκείμενο γίνεται αντικείμενο, κάποτε και παίγνιο της ιστορίας για αιώνες.

Στην πορεία της ανθρωπότητας, η ακμή και η παρακμή των λαών είναι η πιο συνηθισμένη υπόθεση. Και λίγο πολύ τα σημάδια τους είναι παντού τα ίδια. Η πρώτη άνθηση βασίζεται στην εργασία, τη σκληρή πειθαρχία, την ατομική αυταπάρνηση. Κίνητρό της έχει τη συλλογική έξοδο από την ανάγκη και την ένδεια.

Στο δεύτερο στάδιο, οι σωρευμένοι πόροι μετατρέπονται σε πλούτο, σε περίσσεια δηλαδή που αίρει την εξάρτηση από την εργασία και χαλαρώνει τους κοινωνικούς δεσμούς. Τα άτομα σιγά σιγά μαθαίνουν να τρων από τα έτοιμα, παύουν να ρισκάρουν και να επινοούν. (περισσότερα…)

Οι αμβλώσεις και η μεταφυσική των δικαιωμάτων: Ένα διπλό σχόλιο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Για τον σημερινό φιλελεύθερο (κεντροδεξιάς ή κεντροαριστερής κοπής, αδιάφορο), τα δικαιώματα είναι οντότητες μεταφυσικές. Μπορεί επί το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας να ήταν εντελώς ἀγνωστα, ή και αδιανόητα ακόμη, όμως άπαξ και «κατακτηθούν», θεωρούνται απαρασάλευτα. Υπερισχύουν και αυτής της δημοκρατίας: ακόμη και η λαϊκή βούληση δεν δικαιούται να τα ακυρώσει. Ακόμη και ο δημόσιος διάλογος γι’ αυτά θεωρείται σκανδαλώδης.

Φυσικά, η ιστορία γέμει από «κατακτήσεις» που ποδοπατήθηκαν αδιάφορα από τον νέο κυρίαρχο. Αν αύριο μεθαύριο διαμορφωθεί πλειοψηφία πρόθυμη να απαγορεύσει εκ νέου τις αμβλώσεις λ.χ. (ή την οπλοκατοχή, την ελευθεροτυπία, τη χοιροτροφία, την εργασία τις Κυριακές και τις αργίες κ.ο.κ.), καμιά επίκληση ιερού και απαρασάλευτου δικαιώματος δεν πρόκειται να την αποτρέψει. Το αντίθετο: «δικαίωμα» πλέον θα λογίζεται το αντίθετο του νυν ισχύοντος.

Σε κάθε περίπτωση, η «συζήτηση» περί αμβλώσεων όπως γίνεται σήμερα, είναι περί όνου σκιάς. Κανένας ποινικός νόμος δεν μπορεί να αποτρέψει ουσιωδώς την εφαρμογή μιας πρακτικής όσο αυτοί που την υποστηρίζουν υπερισχύουν κοινωνικά και ιδεολογικά. Άλλωστε, ούτε η απόφαση του αμερικανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου είχε κάποια σοβαρή επίπτωση στον αριθμό των αμβλώσεων στις ΗΠΑ, παρά τη μελοδραματικότητα των αντιδράσεων ένθεν κακείθεν.

Έχουμε να κάνουμε επομένως με ένα ζήτημα πρωτίστως συμβολικό, τουτέστιν πρακτικώς ανεπίλυτο. Όσοι το προτάσσουν, το κάνουν μάλιστα ακριβώς για αυτόν τον λόγο: για να αποτρέψουν την όποια συννενόηση και να μαντρώσουν τους οπαδούς τους. (Οι αντιδράσεις των κομμάτων, ιδίως του κυβερνώντος, στις δηλώσεις Καρυστιανού είναι χαρακτηριστικές).

Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο. Πόσο πιθανόν είναι η σημερινή αντίληψή μας για το επιτρεπτό ή το ανεπίτρεπτο των αμβλώσεων να μεταβληθεί δραστικά στο ορατό μέλλον; (περισσότερα…)

Η απόφαση και άλλα διπλά σονέτα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

1. Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Όρος δεν ήταν. Έτσι του ’χαν πει.
Είχε όλο το ελεύθερο να κρίνει
με τρόπο που θεωρούσε συνεπή –
δική του και η τιμή και η ευθύνη.

Απ’ την πλευρά τους, μόνη προτροπή:
η απόφασή του άλλο μη βραδύνει –
ας πάψει πια να ομφαλοσκοπεί,
τι παίρνει, αυτό μετράει, και τι δίνει.

Κι εκείνος τους κατάλαβε σωστά:
δεν είχε τίποτε ν’ αποφασίσει,
η πόρτα που έβλεπε ανοιχτή μπροστά
ήταν η μία και μοναδική.
Ήδη, το μέλλον του ήταν όλο εκεί.
Δεν είχε παρά να τη δρασκελίσει.

2. Η ΠΟΡΤΑ

Στα λόγια μένει πάντοτε ανοιχτή
για όλους: βασιλείς, αστούς ή εργάτες, (περισσότερα…)