Κώστας Κουτσουρέλης

Ξετυλίγοντας τον «Μέγα Αλέξαντρο» του Νίκου Καζαντζάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Διάβασα κάποτε ότι ρωτήσαν τον Αλέξανδρο όταν ήταν παιδί «Θέλεις να γίνεις Όμηρος ή Αχιλλέας;» κι εκείνος απάντησε, «Με ρωτάτε αν θέλω να γίνω ο ήρωας ή η τρομπέτα του. Εγώ θέλω να είμαι ο Αχιλλέας». Διαφωνώ μαζί του. Ήρωες υπάρχουν επειδή υπάρχουν Όμηροι που αφηγούνται και υμνούν τα κατορθώματά τους.

Το χωρίο που μόλις ακούσατε είναι παρμένο από μια συνέντευξη του κορυφαίου Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας . Για τον Νίκο Καζαντζάκη στο δίλημμα αυτό, ανάμεσα στον ήρωα και τον ποιητή, η επιλογή δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Μολονότι κανείς άλλος από τους συγγραφείς του καιρού του δεν υπήρξε ίσως περισσότερο ομηρικός, μολονότι έγραψε κι εκείνος Οδύσσεια, μολονότι μάλιστα ώς το τέλος της ζωής του τη θεωρούσε το σημαντικότερό του επίτευγμα, ο ρόλος του ποιητή, ακόμη και του μέγιστου, ήταν σαν να μη του έφτανε, σαν να μην τον αποδέχτηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Εξίσου ή και περισσότερο τον είλκυε το ίνδαλμα του προφήτη, του γκουρού των ψυχών ή του κοινωνικού ταγού. Τα δε σχόλιά του για το πρότυπο του λογοτέχνη και του διανοουμένου, που έβλεπε να δεσπόζει στην εποχή του, ήταν παγίως απορριπτικά.

Ιδίως με τον χαμηλόφωνο, εσωστρεφή, εξομολογητικό λυρισμό και τους εκπροσώπους του –που όπως ξέρουμε δίνουν τον τόνο σε όλη τη διάρκεια του πρώτου Μεταπολέμου, χονδρικά τις δεκαετίες του 1920 και του 1930, και που σήμερα τους αποκαλούμε Μεσοπολεμικούς– ο Καζαντζάκης δεν τα πήγαινε καθόλου καλά. Την «ευαισθησία» τους τη θεωρούσε εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Επανειλημμένα εκφράζεται υποτιμητικά, κάποτε και σκωπτικά γι’ αυτούς. Όπως άλλωστε και για τους «χαρτοπόντικες» (δική του λέξη), τους κάθε λογής θεωρητικούς και γραφιάδες που απέχουν από την «πράξη». Εντελώς αρνητική είναι η κρίση του και για την «μοντέρνα ποίηση».

Τον Δεκέμβρη του 1939 από την Αίγινα γράφει στον κριτικό Δημήτριο Νικολαρεΐζη:

Όμως η λεγόμενη «μοντέρνα ποίηση» έχει, θαρρώ, τις ρίζες της στην προπολεμική ψυχολογία του ανθρώπου και μονάχα μετά τον πόλεμο πέταξε τα καθυστερημένα της άνθη. Τη θεωρώ πια ασυχώρετα ασύγχρονη. Υπήρξε ποτέ εποχή επικότερη από τη δική μας; Και δε βλέπουν οι νέοι την τρομαχτική δυσαναλογία που υπάρχει ανάμεσα στις σημερινές κατακλυσμιαίες πορείες της Μοίρας και στις θεωρίες της poèsie pure, της εξαϋλωμένης, αποσταγμένης με το σταγονόμετρο; Ένα τραγούδι «μοντέρνο», sobre, discret, πικρό, χαριτωμένο, musique de chambre, αποδίδει το φοβερό σεισμό που ξέσπασε πια γύρα μας και μέσα μας; Πόλεμοι σήμερα, γκρεμίζονται βασίλεια, χορεύουν τα σύνορα, τρομερές, επικίνδυνες, σίγουρα γόνιμες, περιπέτειες – είναι λοιπόν η «μοντέρνα ποίηση» η φωνή του καιρού μας; Οι άνθρωποι οι αντιπροσωπευτικοί σήμερα, αυτοί που δημιουργούν ιστορία έτσι μιλούν; Η ιστορική φρίκη που περνούμε τέτοιο «τόνο» έχει; Η ψυχή που με τέτοιο τόνο σήμερα ζη κι εκφράζεται είναι, κατά τη γνώμη μου, παλιά πολύ, γηραλέα, ευγενέστατη, μα ανάξια να ζήση τη Μεγάλη Κραυγή που ρίχνουν τα γεγονότα.

Και παρακάτω συνεχίζει στο ίδιο γράμμα.

Βλέπω τους νέους και λέω. Πώς είναι δυνατό να μην έχουν νιώσει; (Τους γέρους και τους συνομήλικούς μου μήτε τους κοιτάζω· αυτοί είναι χαμένοι).

Σ’ ένα άρθρο του δημοσιευμένο στη Νέα Εστία τις παραμονές της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα, τον Σεπτέμβρη του 1940, γράφει: «Μπούχτισα πια να διαβάζω για ερωτοδουλειές και φεγγάρια κι αόριστες ντελικάτες λαχτάρες» . Οι πιο ζωντανές ψυχές της εποχής μας «είναι εκείνες που περιφρονούν την τέχνη», που τη θεωρούν «περιττή και ακατανόητη πολυτέλεια». Αντίθετα, οι ψυχές οι «καθυστερημένες» είναι «λίγο κωμικές». Τα τραγούδια τους όση «ευαισθησία κι ευγένεια, αψεγάδιαστη φόρμα και περίπαθη ερωτική νοσταλγία» και αν παρουσιάζουν, «έπαψαν πια να είναι φορείς ζωής», «η ζωή τούς έχει αφήσει πίσω της άδεια καύκαλα».

Σ’ αυτό το δεύτερο κείμενό του, ο Καζαντζάκης σκαρώνει μάλιστα τη γελοιογραφία ενός τέτοιου «μοντέρνου ποιητή». Τον παρουσιάζει «αγαθό», «γλυκομίλητο», «λιγνό», «αρρωστιάρη», «κακομοίρη» (όλα δικοί του χαρακτηρισμοί), του δίνει μάλιστα και όνομα: Μυρταίος. Είναι προφανές νομίζω ότι η κόσα θερίζει εδώ όχι μόνο τα ώριμα στάχυα, τους πεισιθάνατους και αισθηματίες ποιητές του Μεσοπολέμου, αλλά και τα πρώτα φανερώματα της Γενιάς του ’30. Απόδειξη, ότι απάντηση στο άρθρο της ΝΕ συντάσσει ο Γιώργος Σεφέρης. Η απάντηση εκείνη έμεινε αδημοσίευτη και έγινε γνωστή δεκαετίες αργότερα μετά τον θάνατο και των δύο . Ωστόσο άφησε ίχνη. Η βαθύτατη αντιπάθεια, η αποστροφή καλύτερα του Σεφέρη για το πρόσωπο και το έργο του Καζαντζάκη έχει τις ρίζες της εδώ. (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Ερωτικό

*

ΕΡΩΤΙΚΟ

Πώς την ψυχή μου να εμποδίσω εγώ
ν’ αγγίξει τη δική σου; Πώς μπορεί
σε κάτι άλλο να δοθεί έξω από σένα;
Αχ, νά γινόταν στα κρυφά
να τη φυλάξω εγώ
σε μέρη σιωπηλά, μέρη χαμένα,
που δεν τα φτάνει της αβύσσου σου η κλαγγή.

Μα ό,τι μας άγγιξε ποτέ εμάς τους δυο,
τώρα στην ίδια δοξαριά μάς έχει ενώσει,
δύο χορδές εμείς, κεντάμε μια φωνή.
Σ’ όργανο ποιο μάς έχουνε τεντώσει;
Το χέρι μάς κρατά ποιου βιολιστή;
Γλυκό τραγούδι εσύ.

Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

*

**

Ο γρίφος του ποδοσφαίρου

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Εμπρός στον γρίφο του ποδοσφαίρου, οι προοδευτικοί και οι φιλελεύθεροι, οι ανειρήνευτοι εχθροί των συνόρων, όλοι αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους προπάντων πολίτη του κόσμου, μένουν πάντα ενεοί.

Μα τι έχει αυτό το παράδοξο σπορ, τι κρύβει μέσα του τόσο ισχυρό που ωθεί με τρόπο τόσο αφύσικο τους προλετάριους και τους μεγιστάνες, τους κρατουμένους και τους δεσμοφύλακες, τους πάνω και τους κάτω να γιορτάζουν μαζί; Πώς γίνεται να τους χωρίζει απ’ τους πανόμοιούς τους στην άλλη πλευρά της μεθορίου; Δεν είμαστε όλοι γόνοι της ίδιας γης; Γιατί αναριγούμε, γιατί κλαίμε, γιατί ουρλιάζουμε από χαρά κι από πόνο εμπρός σε ένα κομμάτι χρωματιστό πανί, εμπρός σε μια φανέλα ή σημαία που μας θυμίζουν ακριβώς το αντίθετο: πως αυτό που ζυγίζει για μας πιο πολύ, δεν είναι ότι ανήκουμε στην αφηρημένη, νοερή ανθρωπότητα, αλλά σ’ ένα κλάσμα της συγκεκριμένο, χειροπιαστό. Έναν σύλλογο, μια πόλη, έναν λαό.

Κάποιοι άλλοι, κουτοπόνηρα, πασχίζουν να στρέψουν το πράγμα στον αισθητισμό. Ας κερδίσει ο καλύτερος, «a beleza do jogο», η ομορφιά του αθλήματος, διακηρύσσουν, μόνο τούτο βαραίνει! Λες και ο Βραζιλιάνος στη φαβέλα θα σχιζόταν λιγότερο στις κερκίδες αν η ομάδα του συναγωνιζόταν σε χάρη την Εθνική του Ρεχάγκελ…

«Όποιος δεν αντιστοιχίζει την ποίηση του Καβάφη με το ιταλικό ποδόσφαιρο, δεν καταλαβαίνει μήτε από ποδόσφαιρο μήτε από Καβάφη», έγραψε κάποτε θυμόσοφα ο Μίμης Σουλιώτης. Στα σπορ ο αισθητισμός γοητεύει συνήθως τους παρατυχόντες, αυτούς που δεν έχουν σχέση βαθύτερη, σπλαχνική, μ’ αυτό που παρακολουθούν και αρκούνται στην όψη του, στα επιφαινόμενά του. Ανήμποροι να το νιώσουν, οι άνθρωποι αυτοί δεν ψυχανεμίζονται πως όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι “η ωραία μπάλα”, τα “σημασία έχει η συμμετοχή”, τα “ήμουν κι εγώ παρών”, τα “μετράει πάνω απ’ όλα η προσπάθεια” και τα τοιαύτα, σκορπούν σαν πάχνη στον πρωινό ήλιο, ότι το μόνο που μετράει είναι η Νίκη και ότι αυτή η νίκη από μόνη της προσφέρει, ανάμεσα στ’ άλλα, και πλήρωση, μέθη αισθητική τέτοια που οι απ’ έξω ούτε στον ύπνο τους ποτέ δεν θα νιώσουν.

Άλλοι αψίθυμοι καταστρώνουν θεωρητικές αναλύσεις, υποδεικνύουν τις κρυφές συνάφειες του αθλητισμού με τον ρατσισμό και τη βία, προειδοποιούν, κραδαίνουν σαν δασκάλα Αρσακιώτισσα τον επίφοβο δείχτη. Κι όμως, τα ανομικά φαινόμενα στο ποδόσφαιρο δεν διαφέρουν δραματικά από τα παρατράγουδα στα σχολεία ή τα πανεπιστήμιά μας. Στην πράξη μάλιστα, η μπάλα λειτουργεί αντιστρόφως: ως εκτονωτής της νεανικής επιθετικότητας, ως αποφορτιστής της ανδρικής βίας που λιμνάζει αθέατη μέσα σε κάθε κοινωνία, και η οποία εδώ και γενιές πολλές έχει αποξενωθεί από τη φυσική της κοίτη: τον πόλεμο.

Η μπάλα είναι πολεμοπραξία κι αυτή, αλλά άλλης μορφής, συμβολικής, μια αρειμάνια τελετουργία που ανεμίζει λάβαρα κι εκείνη και περιφέρει τρόπαια θριάμβου, αλλά αναίμακτα. Αν δεν υπήρχε, η ειρηνοφόρα εποχή μας, για το δικό της το καλό, θα έπρεπε εξ αρχής να την επινοήσει.

Το ποδόσφαιρο βέβαια για τους εχθρούς του αυτούς αδιαφορεί. Όπως όλα τα σοβαρά πράγματα, δεν είναι κάτι στενό, πως να χωρέσει στα απλοϊκά τους κουτάκια; Δεν είναι άθλημα μόνο, ένα κοινό κλωτσοσκούφι, όπως λένε. Δεν είναι εμπόρευμα απλώς, κι ας πουλιέται. Δεν είναι τέχνη μονάχα, κι ας μας θαμπώνει συχνά. Δεν είναι στεγνή πολιτική προπαγάνδα, κι ας στοιχίζονται πίσω του μυριάδες στρατοί και συνθήματα. (περισσότερα…)

Φωνές από την περιφέρεια: Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Τετάρτη 15 Ιουλίου | Συζήτηση

Φωνές από την περιφέρεια
Συγγραφείς που ζουν και εργάζονται στα Χανιά

Πώς είναι να γράφει κανείς λογοτεχνία στην ελληνική περιφέρεια, μακριά από το αθηναϊκό κέντρο; Επηρεάζει αυτό την θεματολογία, τα εκφραστικά μέσα, τη δυνατότητα προβολής της δουλειάς του; Προσθέτει στην έμπνευσή του; Αντανακλά στην ταυτότητά του την συγγραφική; Αυτά τα ερωτήματα θα θίξουμε με ένα πάνελ από συγγραφείς διαφόρων λογοτεχνικών ειδών που ζουν και εργάζονται στα Χανιά.

Συζητούν οι Άγγελος ΑλαφρόςΑγγελική ΚαραθανάσηΝεκταρία ΜενδρινούΓιάννης Νικολούδης και Λίλα Τρουλινού.

Τη συζήτηση συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

*

**

Κώστας Κουτσουρέλης, Εύθραυστος κόσμος (Προδημοσίευση)

*

Από το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη «Εύθραυστος κόσμος. Τριαντατρείς πεντάλεπτες δοκιμές» (Μικρή Άρκτος, Ιούλιος 2026) που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία αυτές τις μέρες, προδημοσιεύουμε εδώ το προλογικό σημείωμα του συγγραφέα και τον πίνακα των περιεχομένων.

Με τον «Εύθραυστο κόσμο» οι εκδόσεις Μικρή Άρκτος εγκαινιάζουν μια νέα σειρά βιβλίων υπό τον γενικό τίτλο «Τροχιές».

Όπως στο στερέωμα τροχιοδρομούν κάθε είδους ουράνια σώματα (ήλιοι, πλανήτες, μετεωρίτες, αερόλιθοι) έτσι και στη σειρά «Τροχιές» της Μικρής Άρκτου περιπλανώνται πολλών λογιών κείμενα: πεζά και ποιητικά, παλιά και σύγχρονα, ελληνικά και ξένα. Άλλοτε διασταυρώνονται, άλλοτε όχι. Κι όμως, με κάποιον τρόπο, ελκύονται το ένα απ’ το άλλο.

Τη σειρά διευθύνει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

///

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Τριαντατρείς δοκιμές περιλαμβάνει το βιβλίο αυτό. Τριαντατρείς μικροδοκιμές για την ακρίβεια, πεντάλεπτης αναγνωστικής διάρκειας, για να παραλλάξω τον τίτλο που έδωσε κάποτε σε μια δική του συναγωγή ο, μαιτρ του είδους, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ.

Παλιότερα, τέτοια κείμενα τα αποκαλούσαμε συνήθως επιφυλλίδες και διάνθιζαν τις στήλες του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου. Και πράγματι, εκεί δημοσιεύθηκαν τα πιο πολλά από τα συναθροιζόμενα εδώ, σε εφημερίδες και έντυπα χαρτώα και ηλεκτρονικά. Παρότι κάποια τους αλληλοπεριχωρούνται, στις σελίδες που ακολουθούν εκτίθενται χωρίς ειδική κατάταξη χρονολογική ή άλλη, ξανακοιταγμένα ωστόσο όπου κρίθηκε σκόπιμο.

Θεματικά, δεν απειθούν στον κανόνα που θέλει τα γραπτά τα δημοσιολογικά να ποικίλλουν. Έτσι περιστρέφονται γύρω απ’ τη λεγόμενη δημόσια σφαίρα, μετωνύμιο τρέχον της αρχαίας πόλεως, και κυμαίνονται ελεύθερα ανάμεσα στους δύο νοερούς της πόλους: την πολιτική και τον πολιτισμό. Η προηγμένη οικονομία και η αρχέγονη μουσική, οι αρχιτεκτονικοί όγκοι και οι τηλεοπτικοί ογκηθμοί, η αντιπαλότητα ανθρώπου και φύσης και το γιατί της ζωής, η πίστη ως εκκολαπτήριο ολοκληρωτισμών και τα νήματα της παράδοσης, ψαλιδισμένα ή ακέραια, είναι μερικά από τα ερωτηματικά με τα οποία καταγίνονται. Και ακόμη, η λιτότητα και η μπάλα, το μεταναστευτικό και οι ιστοριογράφοι, τα χειραφετούμενα και τα χειραγωγούμενα έθνη κ.ά. διάφορα. Με τον τρόπο τους πάντως, συγκλίνουν στο μέγιστο απόρημα: προς τα πού βαδίζει ο συγκαιρινός κόσμος.

Ακούω ήδη την ένσταση: «Μα ξετυλίγονται τέτοια ζητήματα σε μερικές εκατοντάδες λέξεις;» Την απαντώ με τα λόγια του Εντσενσμπέργκερ και πάλι:

«Μικρούτσικα κείμενα για πελώρια προβλήματα; Δεν πρόκειται δα για κάτι πρωτόφαντο, τέτοια έχουμε εδώ και πεντακόσια χρόνια. Ο Μισέλ ντε Μονταίν, μέγας προπάτωρ του δοκιμίου, ήταν ο πρώτος διδάξας.»

Δοκίμιο ή δοκιμή, το λέει η λέξη, είναι ο λόγος που δεν ματαιοδοξεί ότι θα εξαντλήσει το θέμα του. Αδρά, ελλειπτικά, ριψοκίνδυνα – τέτοια πάντα τα μέσα του, είτε απλώνεται σε λίγες γραμμές είτε σε ολόκληρους τόμους. Όχι αλλιώτικα από τον ποιητή, του οποίου είναι πρωτοξάδελφος, ο δοκιμιογράφος γεφυρώνει τα εκ πρώτης όψεως ασύνορα, πλέκει εικασίες, παίρνει αναπάντεχες άδειες. Ασφαλώς, ο κόπος των είδικών και τα ακαδημαϊκά ειωθότα –οι σχοινοτενείς αναλύσεις, οι απανωτές υποσημειώσεις, οι βιβλιογραφικές ντάνες– είναι πράγματα χρήσιμα και καθ’ όλα σεβαστά. Τον αποσταγματικό λόγο της δοκιμιογραφίας όμως δεν γίνεται να τον υποκαταστήσουν. Στο κάτω κάτω, όπως υπάρχουν λογιώ λογιώ συγγραφείς, υπάρχουν και λογιώ λογιώ αναγνώστες. Όλο το ζήτημα, φαντάζομαι, είναι να βρει κανείς τους δικούς του.

Σε πείσμα του δυσοίωνου τίτλου του και παρά την πληθύ των θεμάτων του, η γενική εικόνα που αχνοφαίνεται σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι, θέλω να πιστεύω, ούτε ανεμώλια ούτε θραυσματική. Αν τα πράγματα γύρω μας είναι ούτως ή άλλως φυγόκεντρα, η γραφή άλλο σκοπό, άλλη φιλοδοξία δεν έχει παρά να συγκρατήσει, να αποταχύνει τη χαοτική τους περιδίνηση – ας είναι και για όσο διαρκεί ένα φυλλομέτρημα. Να τα παγώσει για λίγο στον χρόνο, ώστε να μπορέσει η σκέψη να τα αναλογιστεί. Φυσικά, το αν ετούτη εδώ η γραφή το πετυχαίνει, δεν είναι δική μου δουλειά να το πω.

«Προσέχουμε τ’ άρθρα μας όσο και τα τραγούδια μας», σημειώνει κάπου ο Κωστής Παλαμάς. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στις μέρες μας το μέλημα του ύφους δεν πολυμετράει. Εδώ πάντως, όσο μπόρεσα, δεν λησμόνησα την παρακίνηση του Ποιητή.

— ΚΚ

///

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί προλόγου

Γιατί υπάρχει ζωή;
Συνέχειες / ασυνέχειες
Από τί είναι φτιαγμένη η ιστορία;
Ο θεός της σφαγής
Εμπρός στην αναπόφευκτη πτώση
Μιας χιλιετίας σπαράγματα
Κτήρια-σκουπίδια
Ο Δημοσθένης και η λιτότητα
Να μιλήσουμε για ήρωες;
Πόσα βιβλία χρειάζεται ο άνθρωπος;
Δώρα άδωρα
Η παράδοση και οι κληρονόμοι της
Κράτος, Θεός, Ευτυχία
Τηλοψίας εγκώμιον
Το κόμμα της αυτοσυντήρησης
Φύση, ο Εχθρός
Η μοίρα του Άδραστου
Μια ομολογία ενοχής
Εύθραυστος κόσμος
Όπου σάτιρα και το κεντρί της
Ένα αντιμανιφέστο
Ο γρίφος του ποδοσφαίρου
Οι ξεγραμμένοι ζούνε πιο πολύ
Ο κ. Μπιροττώ, ο κ. Μπόρκμαν κι εμείς
Χωρίς εναλλακτική
Κάτω το ταλέντο!
Το νήμα που δεν κόπηκε
Στον ωκεανό της αβεβαιότητας
Μουσική, η αρχαία μας εστία
Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν
Σκυταλοδρομία
Όλα ανυποψίαστα
Για μια ευημερία απέριττη

///

*

*

*

*

Η πτώση του δυτικού πολιτισμού

Alexander Oscar Levy, «Dawn after Darkness!», περ. 1918

*

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

~.~

Στις «Νύχτες Ιουλίου» που διοργανώνουν κάθε καλοκαίρι στα Χανιά το Θέατρο Κυδωνία και το περιοδικό Νέο Πλανόδιον, έλαβε χώρα αρχές Ιουλίου μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση μεταξύ του Αντώνη Μεταξά, καθηγητή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ, του Κώστα Μελά, καθηγητή των οικονομικών επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, και του Κώστα Κουτσουρέλη, που ήταν και ο συντονιστής του διαλόγου, με θέμα: «Μπορούμε να μιλάμε ακόμη για Ευρωπαϊκή Ιδέα; Υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση της ηπείρου μας, ποιο είναι το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»

Απ’ ό,τι διάβασα από τη σχετική ανάρτηση στο facebook του Κουτσουρέλη, ο διάλογος μεταξύ των τριών συνομιλητών είχε όντως πολύ ενδιαφέρον, ενώ και ο τρεις συνομιλητές συμπέσανε στην άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται σε παρακμή.

Με αφορμή αυτή τη συζήτηση, θα ήθελα να προσθέσω κάποιες σκέψεις που δεν αναφέρονται μόνο στην Ευρώπη, αλλά γενικότερα σε αυτό που καλούμε δυτικό πολιτισμό. Κατ’ αρχάς, να πούμε ότι με τη λέξη δυτικός πολιτισμός εννοείται συνήθως ο δυτικοευρωπαϊκός και ο βορειοαμερικανικός πολιτισμός στο σύνολό τους. Δεν είναι της στιγμής να διαπιστώσουμε τα κοινά στοιχεία αυτών των δύο συνιστωσών του δυτικού πολιτισμού, ωστόσο, μπορούμε να επισημάνουμε ότι όσο περνάει ο καιρός τα κοινά πολιτισμικά τους δεδομένα αποκλίνουν. Μπορεί πολιτικά, οικονομικά και αμυντικά οι δύο αυτές περιοχές του κόσμου να συνδέονται με πολλαπλά κοινά συμφέροντα, όμως το ενιαίο του πολιτισμού τους παρουσιάζει εμφανή στοιχεία διάσπασης.

Ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στα έργα τέχνης, άλλωστε σήμερα, θα μπορούσε να διαπιστώσει κανείς την ομοιομορφία των έργων τέχνης σε όλη την ήπειρο. Πρόκειται για την εξελικτική διαδικασία των μορφών ζωής, δηλαδή, όπως θα έλεγε ο Βιττγκενστάιν, το κοινό, άδηλο υπόβαθρο των ανθρώπινων πρακτικών, αντιδράσεων, ιδεών και συνηθειών που δίνουν νόημα στη γλώσσα και τις πράξεις μας και έχει υιοθετήσει κατά την ιστορική του πορεία ένα οργανωμένο ανθρώπινο σύνολο. Η εν λόγω εξελικτική διαδικασία, όσο προχωρεί σε ωριμότερα στάδια, αποτυπώνεται στη δυναμική μεταβολή των συμπεριφορών προς τον μεγαλύτερο έλεγχο του ανθρώπινου θυμικού, τον αποκλεισμό της βίας και τη μετατροπή των εξωτερικών καταναγκασμών σε αυτοκαταναγκασμούς. Παρατηρούμε πως στις ΗΠΑ, περισσότερο απ’ όχι στην Ευρώπη, αυτά τα στοιχεία έχουν εκτραπεί από την τροχιά τους. Τα συχνά κρούσματα των ενόπλων επιθέσεων και οι συμπεριφορές της ηγεσίας τους έρχονται να το επιβεβαιώσουν.

Μιλώντας για εξέλιξη, θέτουμε την ανάλυση και κατανόηση ενός φαινομένου στη διάσταση του χρόνου, οπότε η ιστορική του εξέταση γίνεται κυρίαρχη. Αυτήν την ιστορική διάσταση των μεγάλων πολιτισμών της ανθρωπότητας επιχείρησε να συλλάβει και να μορφοποιήσει ο Όσβαλντ Σπένγκλερ κατά τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού, με το βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης. Το κείμενο του Σπένγκλερ, λόγω του ότι εκτείνεται σε όλους τους αναδειχθέντες ιστορικά πολιτισμούς, μας αποτρέπει να το κρίνουμε και να το υιοθετήσουμε. Όμως, μέσα από την ιστορική του αναδίφηση, αναδύεται ένα πρότυπο πολιτισμού που έχει ενδιαφέρον για τη μελέτη του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Θα περιγράψουμε αμέσως πιο κάτω, κατά ένα μάλλον χονδρικό τρόπο, αυτό το πρότυπο, ελπίζοντας το πνεύμα του Σπένγκλερ να μας συγχωρήσει. (περισσότερα…)

Ένα βιολογικό αδιέξοδο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 06:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η Ρώμη του Αυγουστύλου, η Πόλη λίγο πριν την Άλωση, οι Χμερ, οι Μάγια, η άλυσος των πτώσεων της Χάλκινης Εποχής. Ο πολιτισμός πάντοτε μας εξαπατά, μας τάζει τη διάρκεια, πως θα μας απαλλάξει από τα ανεξέλεγκτα κέφια της Φύσης, στην πράξη ωστόσο είναι ο ίδιος πιο τρωτός και πιο ολιγόζωος από κάθε φυσικό οικοσύστημα.

Από πολλές πλευρές είναι ένα βιολογικό αδιέξοδο. Τα πάμπολλα προαπαιτούμενά του και ο κυκεώνας των ρυθμίσεων και των κανόνων που τον διέπουν, τον καθιστούν, εκ προοιμίου ήδη, ετοιμόρροπο. Αν οι δεινόσαυροι άντεξαν 200 εκατομμύρια χρόνια, ο homo sapiens, όπως προηγουμένως ο neanderthalensis, θα εξατμιστεί σε μερικές χιλιάδες.

Ήδη ως διάθεση, ως μύχια δυσφορία όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, η τέχνη του ανθρώπου μας το δείχνει πιο καλά απ’ οτιδήποτε άλλο, κάθε πολιτισμός φέρνει μέσα του το σπέρμα της αυτοκαταστροφής. Βιώσιμος πολιτισμός, ιδίως προηγμένος, δεν νοείται. Εξ ου και πλήθος κοσμολόγων εξηγούν με αυτόν τον τρόπο την απουσία ενδείξεων άλλης νοήμονος ζωής στο Σύμπαν. Αν πρόλαβε ν’ ανθίσει κάπου κάποτε, έσβησε τάχιστα χωρίς ν’ αφήσει ίχνη.

///

Στο πορτραίτο του υπαρξιακού Εχθρού που φτιάχνει ο Κονδύλης στο μνημειώδες Ισχύς και Απόφαση, δύο είναι τα μείζονα χαρακτηριστικά του. Ένας τέτοιος Εχθρός (του οποίου η κύρια χρησιμότητα είναι ότι μας προσδίδει, εκ του αρνητικού, ταυτότητα) πρέπει την ίδια στιγμή να είναι εξαιρετικά ισχυρός ώστε να δικαιολογείται η πάση θυσία κινητοποίηση και συστράτευση εναντίον του, αλλά και αθεράπευτα αδύναμος, καταδικασμένος μάλιστα να ηττηθεί νομοτελειακά, αφού το ηθικό δίκαιο το μονοπωλούμε εμείς, ο «αγαθός» του αντίπαλος.

Η σημερινή Ευρώπη επειδή ακριβώς φαντάζεται την Ρωσσία ως υπαρξιακό της εχθρό, της αποδίδει ταυτοχρόνως και τα δύο αυτά γνωρίσματα. Η Μόσχα είναι και πανίσχυρη, έτοιμη να καταλάβει την Πολωνία, να υπερφαλαγγίσει την Βαλτική και να εισβάλει στη Γερμανία. Αλλά και ετοιμόρροπη, ανίκανη να κάμψει ακόμη και την «φτωχή», υποτίθεται, ουκρανική αντίσταση ή να ολοκληρώσει την προσάρτηση του Ντονμπάς.

Διόλου τυχαία λοιπόν ο Ρούττε του ΝΑΤΟ αποκαλεί εν ταυτώ, συχνά μέσα στην ίδια δήλωση, την Ρωσσία και «απελπισμένη» και «μέγιστη απειλή» αφού βλέπει την Ευρώπη ώς τον «επόμενο στόχο της». Όπως θα έλεγε ο Κονδύλης, η σημερική ευρωπαϊκή αυτοκατανόηση, όπως είναι θεμελιωμένη όλο και πιο αποκλειστικά στον αντιρρωσισμό (ποιο άλλο «όραμα», ποιο άλλο «σκοπό» έχει αυτή τη στιγμή η ΕΕ;), δεν του επιτρέπει να κάνει αλλιώς.

Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να έχει πάντα δίκιο. Όταν η Ρωσσία δεν αντιδρά «αποφασιστικά» στις ουκρανικές προκλήσεις, τότε διότι απλούστατα δεν είναι σε θέση. Αν όμως τύχει και το πράξει, (πράγμα όλο και πιο πιθανό δεδομένης της συχνότητάς τους), αν επιδείξει ισχύ δηλαδή (άρα «βαρβαρότητα» διότι η ρωσσική ισχύς λογίζεται εκ προοιμίου ως «βαρβαρότητα») τότε δικαιώνεται η νατοϊκή πανστρατιά εις βάρος της, και δη αναδρομικά, από καταβολής της Μοσκοβίας… Μονά ζυγά, δικά μας.

///

Αν ζόριζα τον εαυτό μου, λέει κάπου ο Σάμιουελ Μπάτλερ, ίσως η μουσική του Σούμαν να μου άρεσε. Όμως δεν μου αρέσει να εκβιάζω τις αρέσκειές μου, θέλω να μ’ αρέσει κάτι αβίαστα, χωρίς προσπάθεια.

Ο Μπάτλερ ομολογεί εδώ μια μεγάλη αλήθεια. Οι προτιμήσεις των πολλών είναι χειραγωγήσιμες. Τα περισσότερα πράγματα που επικροτούν, τους επιβάλλονται – από κοινωνικές συμβάσεις, προκαταλήψεις, δειλίες, κεκτημένη ταχύτητα. Το δικό τους το γούστο δεν το παραδέχονται, πολλώ δε μάλλον δεν το καλλιεργούν, διότι δεν τολμούν να πάνε κόντρα στο υπερεγώ που τους φιμώνει.

Και αυτοί, οι πειθήνιοι, οι ψαρωμένοι πολλοί, «hoi polloi» του Χάιντεγγερ, ζουν συνήθως στις αλεξανδρινές εποχές όπως η δική μας. Θα τους πετύχει κανείς να πλήττουν προβατοειδώς στις Μπιενάλλε, να μηρυκάζουν τον θαυμασμό τους για ένα ονομαστό βιβλίο που ουδέποτε διάβασαν, να επαναλαμβάνουν τα κλισέ των «μεμυημένων».

Και έχουν πάντα ένα λεπτεπίλεπτο επιχείρημα έτοιμο για το κάθε τι! Τις εξυπνάδες του Ουώρχολ και του Κουνς τις βρίσκουν εξόχως «ειρωνικές», τα μουσικά ελικόπτερα του Στοκχάουζεν «τραγικά», την κακογουστιά που έχει πνίξει την Ακρόπολη «επιταγή της επιστήμης». Στο σπίτι τους βέβαια, εκεί όπου δεν χρειάζεται πια να υποκρίνονται, κρεμούν στους τοίχους τους φωτογραφίες από τοπία του Αιγαίου, ακούν Χατζιδάκι, και αν ο μπογιατζής δεν πετύχει ακριβώς την απόχρωση που του ζήτησαν, έχει πάρει πόδι την ίδια στιγμή. (περισσότερα…)

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Παρασκευή 10 Ιουλίου | Συζήτηση – Συμπαρουσίαση βιβλίων

Από το Απομονωτήριο στο Ταριχευτήριο της Ευρώπης
Οι τελευταίες σελίδες μιας ηπείρου

Στη δεύτερη εφετινή εκδήλωση μέσα από την οποία οι Νύχτες του Ιουλίου διερωτώνται για το μέλλον της ευρωπαϊκής ηπείρου, ο Νικήτας Σινιόσογλου και ο Κώστας Κουτσουρέλης παρουσιάζουν και συζητούν για τα πρόσφατα βιβλία τους: τη νουβέλα Απομονωτήριο Λοιμυπόπτων Ζώων και τον μονόλογο Ταριχευτήριο Ευρώπη, αντίστοιχα. Και τα δύο κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Κίχλη κατά τα τέλη του 2024 και πραγματεύονται το θέμα με συγκλίνοντα τρόπο. Τι έχει να πει η λογοτεχνία για τη σημερινή Ευρώπη; Πόσο προσφέρονται τα εκφραστικά της μέσα για την περιγραφή μιας κατάστασης που μοιάζει ιστορικά αδιέξοδη; Γιατί γράφονται καν και σε ποιους απευθύνονται αυτού του είδους τα κείμενα;

Σε συνεργασία με τις Εκδόσεις Κίχλη.

*

**

Κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη! Σχόλιο για τον δύσμοιρο τον Παρθενώνα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Ανέβασα προχθες ένα σημείωμα στο facebook για τον αναστηλωμένο Παρθενώνα μας και την παρδαλή κατά τη γνώμη μου, και κατά την γνώμη πάμπολλων άλλων, όπως φάνηκε (το ποστ έχει ώς τώρα πάνω από 40.000 προβολές), νέα του όψη. Έγραφα εκεί:

«Να είμαι άραγε ο μόνος που αποστρέφεται αυτά τα αναστηλωτικά έμπλαστρα; Αυτά τα κατάσπρα ως χιών, λ.χ., μάρμαρα, που γυαλίζουν πλάι στην πατίνα της παλιάς πέτρας όπως γυαλίζει στον ήλιο η λεύκη πάνω στην υγιή επιδερμίδα; Οι αρχαιολόγοι, όπως το βλέπω εγώ, είχαν δύο επιλογές. Είτε να περιοριστούν στα σωστικώς αναγκαία και ν’ αφήσουν το λοιπό μνημείο στην κατάσταση που το έφερε η ιστορία. Είτε, εκεί που έκριναν ότι πρέπει να συμπληρώσουν τα κενά, να προσαρμόσουν τις νεότερες προσθήκες χρωματικά, όπως το κάναν λ.χ. οι Πολωνοί ξαναχτίζοντας υπέροχα τις ισοπεδωμένες πόλεις τους μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό το κατάλευκο του νιόκοπου μαρμάρου αλήθεια τι δείχνει; Σεβασμό τάχατες στο πρωτότυπο ή το άγχος του επιγόνου να κοτσάρει κι εκείνος κάπου τη σχολαστική τζίφρα του;»

Όπως κάθε φορά που αμφισβητεί κανείς το «δικαίωμα» ενός σιναφιού να αποφασίζει εκείνο κατά το δοκούν για ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, η συζήτηση δεν άργησε ν’ ανάψει. Παραπέμπω στα, ποικιλοτρόπως, ερεθιστικά σχόλια που κατατέθηκαν ένθεν κακείθεν.

Έτσι μου αντιτάχθηκε ότι ουδείς λόγος πέφτει στο κοινό για το τι κάνουν οι αναστηλωτές με τον έρμο τον ναό της Παλλάδας! Ή ότι δεν έχει καμιά σημασία αν το αποτέλεσμα της αναστήλωσης είναι ή δεν είναι όμορφο! Ή ότι η ιστορική σημασία του κτηρίου υπερισχύει της αισθητικής του αρτιότητας, και άλλα γενναιόφρονα τέτοια.

Φυσικά, μου επιρρίφθηκε και άγνοια των περί αναστηλώσεως θεσφάτων… Λες και το ζήτημα που έθεσα εξ αρχής δεν ήταν ακριβώς αυτό: πόσο εύλογες είναι εντέλει αυτές οι ντιρεκτίβες και σε τι αποτέλεσμα έχουν εμπράκτως οδηγήσει…

Φοβάμαι ότι αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τη σημερινή αρχαιολογία από το αντικειμένο της.  Ας προσπαθήσω να εξηγήσω τι εννοώ. Αφ’ ης στιγμής ο Παρθενώνας δεν λειτουργεί πλέον ως ναός, είναι για μας πρωτίστως έργο τέχνης. Η αισθητική του αξία δεν είναι κάτι το παρεμπίπτον ή το επιπρόσθετο, είναι η ταυτότητά του. Χωρίς αυτήν την αισθητική ταυτότητα, ούτε για σύμβολο της δημοκρατίας θα μιλούσαμε, ούτε για ιστορική σημασία και τα συναφή. Αν κάποια στιγμή πάψει να μας συγκινεί το κάλλος αυτού του «μανδύα από μάρμαρο», που πέφτει πάνω μας καθηλωτικά, όπως έλεγε ο Σεφέρης, τότε και οι δευτερογενείς ιστορικές και συμβολικές παραδηλώσεις θα εξατμιστούν αυτοστιγμεί.

Τώρα, αυτή η αισθητική αξία βιώνεται πάντοτε παροντικά, αφορά την ζώσα, ενεργό σχέση του θεατή με το αρχιτεκτόνημα. Και είναι μια σχέση που για να λειτουργήσει πρέπει να αναπτυχθεί όσον το δυνατόν άμεσα, αδιαμεσολάβητα. Όταν ο σημερινός αρχαιολόγος θεωρεί καθήκον του να υπογραμμίσει με φωσφοριζέ μαρκαδόρους την όποια συμβολή του, είναι προφανές ότι τη σχέση αυτή έχει πάψει πλέον να την κατανοεί, συνεπώς και να τη σέβεται. Έχει πάρει ένα έργο τέχνης ζωντανό και το έχει υποβιβάσει σε τεκμήριο αρχειακό, έχει πάρει μια παρουσία και την έχει κάνει σκονισμένη αποδελτίωση του παρελθόντος. Και ο ίδιος, από φιλότεχνος και φιλάρχαιος έχει μετατραπεί σ’ εκείνον τον ανέραστο μεσιέ Βερόγκ που τόσο κοροϊδεύει στον Μώμπερλυ ο Έζρα Πάουντ:

Πλάι σ’ εμβρύων μούμιες και σε οστών προθήκες
τον βρήκα τον μεσιέ Βερόγκ, ύστατη κλήρα
των προεστώτων του Στρασβούργου,
συντάκτη καταλόγων τρομερό, τελειοθήρα.

Σκεφτείτε τώρα έναν ηθοποιό να ερμηνεύει τη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού και να σταματά σε κάθε στίχο για να πληροφορήσει το κοινό ότι εν προκειμένω ακολουθεί την τάδε ή τη δείνα κριτική έκδοση του κειμένου. Φανταστείτε έναν πιανίστα πριν από καθεμιά Goldberg-Variation να σχολιάζει προς το ακροατήριο πώς ο Μπουζόνι, ή άλλος τις, μετέγραψε το έργο του Μπαχ που θ’ ακούσουν.

Κι όμως αυτό ακριβώς κάνει ο αρχαιολόγος της σήμερον. Μπαίνει στη μέση. Πετάγεται δασκαλίστικα εκεί που η δουλειά του είναι του σιωπηρού υπομνηματιστή. Διεκδικεί το σανίδι εκεί που η θέση του είναι στα παρασκήνια. Λες και η συμβολή του δεν υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι να καταδειχθεί, για όσους τυχόν ενδιαφερθούν γι’ αυτήν. Λες και αν μια πέτρα του Παρθενώνα δεν είναι κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη, θα ξεγελαστεί το κοινό και θα νομίσει ότι βλέπει το ίδιο το χέρι του Ικτίνου εν δράσει… (περισσότερα…)

Η αρπαγή της Ευρώπης; Το μέλλον της Eυρωπαϊκής Iδέας

*

ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2026

Τετάρτη 1 Ιουλίου | 9:00 μμ | Δημόσια συζήτηση

Η αρπαγή της Ευρώπης;
Το μέλλον της Eυρωπαϊκής Iδέας

Ουκρανικό, Τραμπ, δασμολογικοί πόλεμοι, αποβιομηχάνιση, άνοδος ακροδεξιών δυνάμεων, μεταναστευτικό. Ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος βρίσκεται σήμερα σε ιστορικό σταυροδρόμι, αντιμέτωπη με έντονες και πρωτοφανείς προκλήσεις, τις οποίες δεν έχει κατορθώσει να αντιμετωπίσει πειστικά, αποτελεί κοινό τόπο.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορούμε να μιλάμε ακόμη για Ευρωπαϊκή Ιδέα, υπάρχει δρόμος που οδηγεί στην πολιτική και οικονομική ανόρθωση;

Συζητούν δύο κατ’ εξοχήν ειδήμονες των ευρωπαϊκών πραγμάτων, ο οικονομολόγος Κώστας Μελάς, καθηγητής του Παντείου, και ο καθηγητής του Ευρωπαϊκού Δικαίου στο ΕΚΠΑ Αντώνης Μεταξάς. Συντονίζει ο συγγραφέας Κώστας Κουτσουρέλης.

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026, 9:00 μμ.
Θέατρο Κυδωνία
Υψηλαντών 12, Χανιά
*
**

 

«Μια στάλα τύχη, ναι!» Η άγνωστη Κασσιανή

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τώρα που έχουμε αφήσει πολύ πίσω μας τη Μεγάλη Τρίτη, τη μόνη ημέρα του έτους που κάπως αυτοματικά τη θυμόμαστε (χάρη σ’ εκείνο το ωραίο τροπάριό της, φυσικά, περί της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης γυναικός, όπου αναθεματίζονται ο οίστρος και ο έρως, ο πόθος και το πάθος, συνταυτιζόμενα –τι άλλο– με τον ζόφο και την ακολασία), τώρα που έχει παρέλθει για φέτος «η μέρα της», αναρωτιέμαι και πάλι. Ποια ήταν άραγε αυτή η Κασία ή Εικασία ή Κασσιανή μοναχή, ονόματα όλα εναλλακτικά με τα οποία πέρασε στα χαρτιά μας;

Αν προσφύγει κανείς στους εκκλησιαστικούς ύμνους που η παράδοση τής αποδίδει, άκρη δεν πρόκειται να βρει. Ναι μεν, θα βρει λυρικούς στίχους-διαμάντια, όπως εκείνο το

πῶς σε κηδεύσω Θεέ μου; ἢ πῶς σινδόσιν εἰλήσω;
ποίαις χερσὶ δὲ προσψαύσω τὸ σὸν ἀκήρατον σῶμα;

και άλλους, αλλά θα πρόκειται για στίχους απρόσωπους, ενταγμένους πλήρως στα υμνολογικά προαπαιτούμενα, χωρίς αποτύπωμα εκφραστικό εντελώς δικό τους, πλην ίσως της πρόδηλης θηλύτητας.

Την Κασσιανή κανείς θα την ανακαλύψει, όχι στα εκκλησιαστικά, αλλά στα εξωεκκλησιαστικά της ποιήματα, εν προκειμένω στους αποφθεγματικούς γνωμικούς της στίχους. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, καμιά οχτακοσαριά της αποδίδονται εν όλω. Και ω της εκπλήξεως, οι τρόποι της εκεί είναι όλως άλλοι.

Τρία είναι τα μεγάλα θέματα αυτής, της γνωμικής, Κασσιανής, και όλα αιφνιδιάζουν: η τύχη, το μίσος και η μωρία. Η τύχη πρώτα απ’ όλα:

Ῥανίδα τύχης εἰκότως αἱρετέον
ἢ κάλλος µορφής ἄγαν ἐξῃρηµένον.

[Μια στάλα τύχη, ναι! Την προτιμώ
από την ομορφιά του κόσμου όλη.]

Εὑρὼν δυστυχὴς χρυσίον εἷλε τοῦτο
καὶ γέγονε κίνδυνος ἐκ τούτου τούτῳ·
ὁ δ᾽ εὐτυχής, κἂν ὄφιν εὕρῃ ζῶντα,
εῖς ὄφελος γίνεται τούτῳ καὶ κέρδος.

[Χρυσάφι ο άτυχος κι αν βρει
θα μπλέξει σε μπελάδες.
Σε φίδι αν πέσει ο τυχερός
και πάλι κέρδος θα ’χει.]

Αυτή η εικόνα της Τύχης ως δύναμης κοσμικής αντιπολιτεύεται σφόδρα, βεβαίως, τη χριστιανική ιδέα της Πρόνοιας. Ο Θεός ος τα πάντα εν σοφία εποίησεν, εδώ σαν να βουβαίνεται, ακόμη και το Κάλλος εμπρός στην Τύχη χλωμιάζει, η ισχύς της είναι τόση ώστε μεταμορφώνει τον χρυσό σε βραχνά και τα φίδια σε καλό συναπάντημα. Μια προμεσσιανική κοσμοεικόνα αναδύεται εδώ, που διατηρήθηκε ωστόσο θαλερή αν και κρυμμένη στους Μέσους Χρόνους, αν κρίνουμε και από τα Carmina burana: (περισσότερα…)

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)