*
της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ
~.~
Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026
Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.
Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.
Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;
Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».
Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.
Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)











