σύγχρονη ελληνική ποίηση

Η βία κι η εγκυρότητα στη λέξη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026

Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.

Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.

Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;

Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».

Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.

Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)

Προετοιμασία για τις Βαλκυρίες

*

Αν κάποτε πειστώ πως είμαι όντως,
θα είναι πιθανώς εν τω σταδίω
του Έρικσον, που λέγεται, δεόντως,
και λύρα ή παράθυρο-κρανίο.

Μην έχοντας, παρά τις σημασίες
(αμμώδη, χειμασμένα κοτσανάκια)
θα ψάλλω μια βρισιά στους γαλαξίες
που -τότε!- συγγενή με τα κοράκια

με κλήρωσαν, ως μάτι που κυκλώνει
τα φύλλα, συνδετήρες του συμβάντος,
ως γνώση χαραγμένη στο πριόνι,
στο πρόβλημα που στέκεται αχράντως.

Και -τότε!- θα ακούσω τη φωνή τους;
Εγώ, ακόμη μια παραπομπή τους.

Γ. Δ. ΛΕΟΝΤΑΣ

*

**

Μια διαλεκτική σπουδή θανάτου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Γιώργος Χριστοδουλίδης
λύμνες
Ατέλεια, Κύπρος 2025

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία του θανάτου, και δη του θανάτου του πατέρα, είναι μια αμφίσημη και ταυτόχρονα επώδυνη εμπειρία, αφού συντίθεται από τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων: της απώλειας της αγαπημένης μορφής του πατέρα από τη μια, και της ζωής του ενήλικα παιδιού από την άλλη που, τραυματισμένη και αποκομμένη από τον πατέρα, συνεχίζεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως η πρόσφατη (δέκατη στο σύνολο) και εκδοτικά καλαίσθητη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη Λύμνες είναι αφιερωμένη στον πατέρα του Δώρο Χριστοδουλίδη και φωτίζει πολύτροπα αυτό το καθεστώς απώλειας που συμπυκνώνεται, σύμφωνα με σχόλιο του ίδιου του ποιητή, σε τρεις πολύσημες λέξεις: λίμνη, μνήμη, λύπη.[1]

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή διακρίνεται σε δύο βασικές ενότητες («λύμνες» και «Παραλύμνες»), οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά: η πρώτη και συνθετικότερη έχει επίκεντρο τη δεσπόζουσα μορφή του τεθνεώτος πατέρα και μοιάζει σαν καταβύθιση σε μια βαθιά λίμνη πένθους, ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελείται από ξεχωριστά ποιήματα, συνιστά περιφερειακή, συχνά ειρωνική ή στοχαστική αναδίπλωση γύρω από τις πολλαπλές εκφάνσεις της φθοράς και του θανάτου και μοιάζει σαν περιήγηση στις όχθες της. Στο σύνολό της, η συλλογή συνιστά ένα εκτενές και πολυεπίπεδο συνθετικό ποίημα, το οποίο αρθρώνεται γύρω από τον πυκνό πυρήνα της απώλειας, αλλά ταυτόχρονα διαχέεται σε ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακών, πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών και μεταφυσικών προβληματισμών μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται.

Το πρώτο, συνθετικό μέρος της συλλογής, το οποίο εκφέρεται σε β’ πρόσωπο ως φανταστική αποστροφή στον πατέρα δεν μετουσιώνει μόνο τα βαθύτερα βιώματα του ποιητή (μνήμες της παιδικής ηλικίας, εστίαση στην προσωπικότητα, την αντιστασιακή, δημοκρατική, πολιτική και κοινωνική δράση του πατέρα κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα ανακινεί καθολικότερα θέματα τα οποία πιστοποιούν πως η ρέουσα ελευθερόστιχη γραφή χτίζεται εν προόδω, αφενός ως προσπάθεια ανακοπής και αντιμετώπισης του αναπόφευκτου και, αφετέρου ως αποδοχή της πικρής συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί εντέλει να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Η αναπάντεχη απώλεια της αγαπημένης μορφής του πατέρα, με άλλα λόγια, αποτελεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου το κυρίαρχο σημείο αφετηρίας και ανακίνησης της ψυχής και της γραφής του Γιώργου, καθώς ο βαθύς κρατήρας του πένθους αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και το βαθύ υπαρξιακό και βιωματικό υπόστρωμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει εκκωφαντικά με την επιγραμματικά διατυπωμένη φράση «Ο θάνατος δεν έχει συνώνυμα», η οποία και λειτουργεί ως υπαρξιακό και ποιητικό κομψοτέχνημα. Κι αυτό γιατί η αφοπλιστική αυτή διατύπωση δεν αποτελεί επιδεικτικό ρητορικό και ποιητικό εύρημα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και οντολογική τοποθέτηση με την οποία ο ποιητής επιλέγει να αφαιρέσει από τον θάνατο κάθε δυνατότητα μεταμφίεσης, κάθε ευφημισμό, κάθε πέπλο που θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο υποφερτό, πιο αποδεκτό, πιο οικείο. Έτσι η ίδια η λέξη «θάνατος» στέκεται εξαρχής γυμνή, σκληρή και άκαμπτη, χωρίς τα απαλότερα συνεκδοχικά συνώνυμά της: εκδημία, ταξίδι, κοίμηση˙ γεγονός που εντείνει από τον πρώτο στίχο του βιβλίου τον οριστικό, απόλυτο και ανυπέρβλητο χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, ίσως, ο ποιητής εγκαθιδρύει εξαρχής στη διαδικασία της ανάγνωσης ένα αντίρροπο ποιητικό σύμπαν όπου η γλώσσα δεν δύναται να λειτουργήσει ως εξιδανικευτικό παραπέτασμα, αλλά αντίθετα επιχειρεί με τον ασθματικό ρυθμό ενός μακροπερίοδου και πολύσημου ποιητικού λόγου να αποκαλύψει τον οριστικά αμετάκλητο πυρήνα του θανάτου. (περισσότερα…)

Τὸ «πῶς» τοῦ «μετὰ»

*

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Κήρυξις ἀφανείας. Μικρὴ μελέτη
θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή
,
Κοινὸν τῶν Ὡραίων Τεχνῶν, 2025

Ὁρισμένα βιβλία δὲν μποροῦν νὰ εὔκολα καταχωριστοῦν εἰδολογικὰ σὲ μιὰν ὁριστικὴ κατηγορία, μὲ τὴν ἰδιότητά τους αὐτὴ νὰ μὴν δηλώνει τίποτα θετικὸ ἢ ἀρνητικὸ γιὰ τὴν ποιότητά τους. Ὡστόσο, ἕνα βιβλίο ποὺ καλλιεργεῖ αὐτὴ τὴν ἀναρώτηση καὶ τελικὰ καταλήγει νὰ ἀμφιρρέπει ἐντέχνως ἀνάμεσα στὰ εἴδη τοῦ λόγου, εἶναι ὁπωσδήποτε ἕνα βιβλίο ἄξιο λόγου ποὺ μᾶς καλεῖ θελκτικὰ νὰ τὸ ἐξετάσουμε ἐκ τοῦ σύνεγγυς προκειμένου νὰ δοῦμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ καθιστᾶ ξεχωριστὸ τόσο στὸν φαινότυπο, ὅσο μοιραῖα καὶ στὸν γονότυπό του. Τὸ πιὸ πρόσφατο βιβλίο τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου ἀνήκει στὴν παραπάνω κατηγορία, καὶ σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ θὰ προσπαθήσω τόσο νὰ ἐξετάσω τὴν εἰδολογικὴ ἔνταξή του ὅσο καὶ νὰ ἀποπειραθῶ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν σχολιασμὸ τῶν κεντρικῶν του νοηματικῶν, ἰδεολογικῶν —καὶ ὄχι μόνο— ἀρτηριῶν.

Οἱ προκλήσεις τίθενται ἤδη ἀπὸ τὸν ἔκτυπο τίτλο του. Κήρυξις ἀφανείας: Μικρὴ μελέτη θανάτου γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή. Κι’ ἂν ὁ τίτλος εἶναι ἀνοιχτὸς ἑρμηνευτικά, ὁ ὑπότιτλος ἔρχεται νὰ τὸν διευκρινίσει. Ἡ κήρυξη τῆς ἀφάνειας, δηλ. ὁ θάνατος, τίθεται στὸ κέντρο τοῦ βιβλίου ἀπὸ τὸν συγγραφέα, ὁ ὁποῖος ἐκπονεῖ μιὰ μικρὴ μελέτη μὲ στόχο τὴν παρουσίαση ἑνὸς πορίσματος ποὺ ὁδηγεῖ τὸν δέκτη σὲ μιὰ καλύτερη ζωή. Μ’ ἄλλα λόγια, ἡ ἐξέταση τοῦ θανάτου σὲ διάφορες ἐκδοχές, διάφορες συνθῆκες, διάφορες περιστάσεις, ὁ στοχασμὸς πάνω στὸν θάνατο καὶ τὰ πολλαπλὰ πρόσωπά του, ἡ στάση ἀπέναντί του καὶ ἡ προσδοκία (ἢ ἡ ἀμφιβολία) γιὰ τὸ μετά, ὅλα αὐτὰ μαζὶ δημιουργοῦν προϋποθέσεις —ἐκ τοῦ ἀντιθέτου— γιὰ μιὰ καλύτερη ζωή.

Δείγματα τοῦ τί ἀκολουθεῖ δίδονται ἐπίσης κι’ ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, μὲ τὸ εἰκαστικὸ ἔργο Μετουσίωσις τοῦ Χρίστου Παπαδάκη, ὅπου μιὰ φρατζόλα ψωμί, ἕνα ποτήρι κόκκινο κρασί, κι’ ἕνα μακρινὸ φῶς σὲ ἕνα σκοῦρο φόντο προϊδεάζουν τὸν ὑποψιασμένο ἀναγνώστη ὄχι τόσο γιὰ τὸ περιεχόμενο, ὅσο γιὰ τὴν “πρόταση” τοῦ Ἄγγελου Καλογερόπουλου σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο, ἕνα ζήτημα στὸ ὁποῖο θὰ ἐπανέλθουμε καὶ παρακάτω.

(περισσότερα…)

Επέτειος και άλλα ποιήματα

*

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

πάνω σ’ ένα μοτίβο της Τσόι Γιουνγκ-μι

Το ξέρω, α ναι,
το ξέρω φυσικά –
το ρίγος ήταν σ᾽ όλ᾽ αυτά που μας μεθούσε:
το νύχι το μαυλιστικό κι όχι το χάδι,
του σπίρτου η έξαψη και όχι η φωτιά,
η κόψη η όρθια του γκρεμού
κι όχι η ωραία η θέα.

Κι ωστόσο έχει αυτή η γιορτή, πώς να το πω,
τόση γαλήνη απρόσμενη κρυμμένη –
κάτι το στέρεο και όμως τρυφερό
όπως η ράχη του κορμού
που χρόνια έδερνε ο βοριάς
κι έχει πια τώρα σε μια υπόκλιση κυρτή,
σε μια απαλή χειρονομία παγώσει.

(Άκου το γέλιο του αλκοόλ μες στα ποτήρια,
παλιοί θαμώνες που μιλούν οι σκέψεις του καπνού,
απ᾽ όλες τις μεριές φυσάει το μέλλον.)

Από την άλλη, ναι, τ᾽ ομολογώ,
τι νόημα έχει να μιλάμε καν γι᾽ αυτά;
Τι νόημα έχει να ζητάς
το χθες, το παρελθόν,
σ᾽ έναν κατάλογο εντέχνως να διασώσεις,
σε ποιο κεφάλαιο απ᾽ τη μνήμη σου θα βρεις
μια φράση εύκαιρη, ικανή
τα όσα σου μέλλονται αύριο
μ᾽ αυτήν να υποδεχτείς;
Τι να τα κάνεις τα παλιά σου μυστικά;
τα ξέρουν όλοι από καιρό, δεν έχει ανάγκη πια κανείς
να του τα φανερώσεις.

Η φιέστα τέλειωσε, τα φώτα σβήνουν,
κάποιοι μαζεύουν κει στο βάθος τα τραπέζια,
απ᾽ την κουζίνα ακούγονται τα πιάτα να χτυπούν.

(Τ᾽ άδεια μπουκάλια στη σειρά δεν σε θυμούνται,
κανείς δεν ξέρει να σου πει γιατί σιωπούν.)

Κάποιος σου φέρνει τον λογαριασμό. (περισσότερα…)

Ζωή και θάνατος στο χωριό

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Μια επανάγνωση της Μεσοτοιχίας
της Νάντιας Δουλαβέρα (Μελάνι, 2018)

~.~

Αλλάζεις καΐκι στο τρίτο λιμάνι του Αχέροντα, διασχίζεις τον Κωκυτό ως το τέλος του και, αριστερά, απλώνεται η πεδιάδα με τους ασφοδέλους — αγριολούλουδα που μαρτυρούν ζωή στην απουσία της. Λένε πως ήρθαν ως εκεί σπόροι στο σώμα του περιστεριού που ξέφυγε απ’ τα Τάρταρα με μια ελπίδα γυρισμού. Σ’ αυτόν τον οικισμό τα παιδιά νανουρίζονται με ιστορίες θλίψης και θανάτου. Μαθαίνουν για την κυρά Τασία που «όταν έγινε το κακό// άλλος της έκλεινε τα μάτια// άλλος της άνοιγε τη χούφτα// να της πάρει τα ψίχουλα» («Τα ψίχουλα»). Φοβούνται εκείνον που «αν μας τρόμαζε// ήταν που θύμιζε άνθρωπο» («Η φοβέρα»). Κι όμως, το χωριό αυτό είναι σαν όλα τα χωριά: ζωή πιο κοινόβια από της πόλης, ταυτόχρονα πιο κλειστή, πιο αδιαπραγμάτευτη. Όσοι μεγαλώσαμε σε ένα τέτοιο χωριό μάθαμε να ζούμε με τον θάνατο καρφωμένο στο μυαλό, με μια οικειότητα που μοιάζει με φιλία. Λες και παίξαμε κρυφτό μαζί του στο προαύλιο της εκκλησίας κι έμεινε το «φτου ξελευτερία» να αντηχεί στο χτύπημα μίας καμπάνας.

Κάπως έτσι μοιάζει να μεγάλωσε και η Νάντια Δουλαβέρα, κι η ποίησή της — όπως τη γνωρίζουμε, τουλάχιστον, από την πρώτη της συλλογή, Μεσοτοιχία — δεν θα μπορούσε παρά να είναι ποτισμένη από θάνατο. Κάθε ποίημα της Μεσοτοιχίας μοιάζει με φωτογραφία που ακινητοποίησε τον χρόνο, μια σκηνή όπως έχει εντυπωθεί σε παιδική ή νεανική μνήμη. Μια δόση θλίψης, μια τζούρα σαρκασμού. Ο τόνος αυτός διατρέχει σχεδόν κάθε ποίημα της συλλογής. Κι όμως, δεν είναι ο σκληρός σαρκασμός της ειρωνείας ενός παντογνώστη, μα περισσότερο η απόληξη μιας οικειότητας με το τετελεσμένο της ζωής. Με δύο λόγια, η Μεσοτοιχία είναι ποιήματα ζωής και ποιήματα θανάτου στο χωριό. Μα το κυριότερο, είναι ποιήματα-γεγονότα. (περισσότερα…)

«Ο καθαείς τη δική του πόλη ξέρει και μέσα κουβαλά…»

 *

του ΝΩΝΤΑ ΤΣΙΓΚΑ

~.~

Τάσος Ζαφειριάδης
Ο Μάγος Αλκαζάρ
Το Ροδακιό, 2025

Ο φίλεργος και πολυσχιδής Τάσος Ζαφειριάδης, που βιοπορίζεται ως ορθοδοντικός στη Θεσσαλονίκη, είναι ίσως γνωστός στους περισσοτέρους ως κομίστας (σε εξαιρετικά graphic novel, όπου η συμβολή του είναι κυρίως σεναριακή ενώ έχει εμφανιστεί επίσης και ως σκιτσογράφος) και τώρα ίσως υποθέτουν πως αυτός έρχεται να μας πρωτοσυστηθεί και ως ποιητής με τον Μάγο Αλκαζάρ του. Το ακριβές όμως είναι πως το ποιητικό του έργο ξεκινά από το 2008, επίσημα όμως με την από κοινού γραμμένη (με τον Χριστόφορο Νικολάου), συλλογή τα Χακί χαϊκού: Στρατευμένη ποίηση (2010). Παράλληλα εκδίδει και τις λιλιπούτιες ποιητικές ενότητες που αυτός τυπώνει ιδιωτικά με διάφορα ετερώνυμά όπως το Χάρης Αλεξίου. Ενδεικτικά αναφέρω κατά σειρά: Τα θερινά (Ιούλιος, 2019), İşkembe çorbası: Χαϊκού για γερό στομάχι (2020) και Προκάτ: Ποίηση για όλους (2024). Αυτά από τις ιδιωτικές εκδόσεις της «Λέσχης των Φίλων Εικοστού Αιώνα».

Τα ποιήματα της συλλογής έχουν γραφτεί μεταξύ 2012-2022 απ’ όσο μπορούμε να συνάγουμε από τις σποραδικές και σε διάφορες χρονολογίες, σε περιοδικά έντυπα ή ηλεκτρονικά, δημοσιεύσεις τους. Αυτό μας δείχνει και τον τρόπο που ωριμάζει το ποίημα στον Ζαφειριάδη ώσπου να οδηγηθεί στο χαρτί και στην τελική του δημοσίευση. Ασφαλώς πρόκειται για προϊόν διπλής ή και τριπλής αποστάξεως παλαιωμένο.

Ποιο όμως είναι το αντικείμενο αυτής της συλλογής; Σε τί χωρόχρονο κινείται ο ποιητής; Τι αναδεικνύουν και με ποιο υλικό κατασκευάζονται τα ποιήματα εδώ; Είναι νοσταλγική αναπόληση ή μήπως είναι κατάθεση συμπυκνωμένης συλλογικής εμπειρίας-ιστορικής μνήμης ή ιστορίας επίσημης-ημιεπίσημης και κρυμμένης μαζί; Και είναι οι Είκοσι και έξι χρησμοί μαζί με το επιλογικό ποίημα– σκονάκια, αλοιφές, φυλαχτά ικανά για προστασία από τα κακά πνεύματα σύμφωνα με τον δευτερότιτλο του βιβλίου; (περισσότερα…)

Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης

*

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΧΡΥΣΗΣ ΜΥΚΗΝΗΣ

Γυναίκα της πολύχρυσης Μυκήνης
πάνω σε πέταλο χρυσού δαχτυλιδιού
γάλα απ’ τα βυζιά σου αν μου χύνεις,
μέλι απ’ το μελίσσι του κορμιού *
της ομορφιάς σου, αχ, τον πόνο θα μου πλύνεις
πού ’ναι σκληρός σα δάγκωμα φιδιού.

* Πάντα το εφηβαίο της γυναίκας μου θύμιζε μελίσσι σε διχάλα δένδρου.

///

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ
ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚÁΛΜΠΑΡΗ

Δεν πήρανε τουλούπες
ομίχλης για να γνέσουν
νήμα από νερό
δεν πήρανε να κάνουν
σχοινί από ρυάκι
διασίδι ποταμάκι
θαλάσσιο υφαντό. (περισσότερα…)

Μια ποιητική ηθική της ειρωνείας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Νίκος Ι. Τζώρτζης
Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση Γ΄
Κέδρος 2025

Η Αστοχία υλικού – Αναψηλάφηση Γ΄ αποτελεί ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει στο υλικό που αξιοποιήθηκε και στη μέθοδο εργασίας που ακολουθήθηκε. Πρόκειται για ένα συνθετικό έργο που αντλεί το υλικό του από πολλές πηγές και κείμενα, λειτουργώντας ως υπομνηματισμός μια ιστορικής ύλης που γέννησε τη σύγχρονη Ελλάδα και ως εργαλείο αναψηλάφησης αυτού του υλικού, σε συνδυασμό με την ψηλάφηση της προσωπικής ιστορίας. Όλα αυτά ιδωμένα με μια ειρωνική ματιά την οποία αρκετές φορές επιτείνει η εμμετρότητα των κειμένων και η πλαστότητα της λόγιας γλώσσας κυρίως στην αναθεώρηση του παρελθόντος. Η ευρύτητα του υλικού οδηγεί και σε μια μορφική πολυτροπικότητα που επιστρατεύει ποικίλες εκδοχές της έμμετρης φόρμας και του ελεύθερου στίχου.

Για να γίνει η αυτοψία του υλικού, το βιβλίο κατατέμνεται σε ενότητες, έντεκα τον αριθμό και κάθε ενότητα σε επιμέρους ποιήματα που επισκοπούν ένα ευρύ φάσμα του ελληνικού παρελθόντος και παρόντος αλλά και ανατέμνουν την προσωπική ιστορία τόσο του ιδιωτικού βίου όσο και του ποιητικού. Κοινό στοιχείο των επιμέρους ιστοριών το τραύμα ενός διχασμένου κόσμου: το μετεμφυλιακό κράτος, οι παγκόσμιες εκδοχές του αποκλεισμού (από τις διχοτομημένες πόλεις έως το ρατσιστικό κράτος της παλαιότερης(;) Αμερικής), οι στρεβλώσεις του κοινωνικού φρονηματισμού που επέβαλαν τα συντηρητικά κοινωνικά και πολιτικά κατεστημένα στη γλώσσα, τη μουσική, τον κινηματογράφο, η δικτατορία, η ελληνική επανάσταση και η οικειοποίηση της ιστορικής αλήθειας από τους κατέχοντες, συνυφασμένα με κείμενα για την ερωτική και καλλιτεχνική διάψευση αλλά και τη λειτουργία της ποίησης στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Εκτός από τα κείμενα που έχουν ως αφετηρία το άμεσα βιωμένο, δομικό στοιχείο των ποιημάτων αποτελεί ο διακειμενικός διάλογος, γι’ αυτό και σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ευρέα αποσπάσματα από ιστορικά αρχεία, εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία τεκμηρίωσης. (περισσότερα…)

Τάφος, κέλυφος, κουτί, κελί, στόμα

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Βασίλης Ντόκος,
Ο σκοπός του αρχιτέκτονα,
Περισπωμένη 2023

Ο Βασίλης Ντόκος αρχιτεκτονεί ένα σπίτι, το πατρικό του σπίτι, ανασυνθέτοντας και αποδομώντας το συνεχώς, σε μια διαδοχή ποιημάτων που αποτελούν επάλληλες όψεις-επανεγγραφές ενός ψυχικού χώρου ο οποίος αναδιατάσσεται συνεχώς μέσα του, όπως συμβαίνει πάντα με τις οικογενειακές σχέσεις και δη τις τραυματικές. Δεν υπάρχουν, άλλωστε, άλλες. Για να αποδώσει αυτή τη ρευστή και πρωτεϊκή γεωγραφία του οίκου μετέρχεται ένα έξυπνο και απαιτητικό εύρημα. Αυτό της αναλογίας: το σπίτι-βροχή, το σπίτι-κύκλος, το σπίτι-δέρμα, το σπίτι-νόμος κ.ο.κ. Δημιουργείται έτσι ένα πυκνό πλέγμα συνεχών παραμορφώσεων που δομούν σταδιακά ένα σπίτι-σύμπαν ως μια μεγάλη μετωνυμία της στρεβλής οικογενειακής συνθήκης και των χασματικών σχέσεων των μελών της.

Τρεις είναι οι βασικές κατηγορίες αυτής της αναλογίας. Αρχικά, το σπίτι – πρόσωπο (όπως αποτυπώνεται στα ποιήματα «Το σπίτι – δάκρυ/ βλέμμα/ στόμα/ δέρμα/ αυτί»). Δεύτερον, το σπίτι – τελετή αρχέγονων νευμάτων και ανεπίδοτων αισθημάτων (στα ποιήματα «Το σπίτι – λύπη/ δάκρυ/ επιστροφή/ τύψη/ θλίψη/ νόστος/ νέμεση»). Τέλος, ένα σπίτι – σκληρή γεωμετρία των τετραγωνικών που εκμετρούν συνθλίβοντας τον βίο (στα ποιήματα «Το σπίτι – κύβος/ κύκλος/ σκάκι/ πρόσοψη/ κάτοψη/ βάθος/ λυόμενο/ κελί/ ακίνητο/ πίνακας/ όριο/ τάφος/ κουτί/ κέλυφος»). Η δεσπόζουσα αναλογία είναι η τρίτη, καθώς οι ακμές αυτών των σχημάτων-συμβόλων αποδίδουν με την αμετάβλητη στερεότητά τους τον εγκλωβισμό και τον εγκιβωτισμό των ενοίκων στις συντεταγμένες των άκαμπτων σχέσεων: (περισσότερα…)

Eκδοχές της θηλυκότητας

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Άννα Δερέκα,
Αιμάσσων,
Κέδρος, 2019
Άννα Δερέκα,
Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις,
Κέδρος, 2023

Το έργο της ποιήτριας Άννας Δερέκα θα μπορούσε να τοποθετηθεί ευρύτερα στην ποιητική της χειραφέτησης. Από το 1977 μέχρι σήμερα αφηγείται τις εμπειρίες των γυναικών, τα πάθη και τους αγώνες τους να κινηθούν έξω από περιοριστικές κατηγοριοποιήσεις. Το έργο της Δερέκα συνδέει αυτή την εμπειρία με διαφορετικούς τόπους και ιστορικές στιγμές, προσανατολίζοντας στις συζεύξεις του προσωπικού με τις ιστορίες των γυναικών στον μύθο και το πραγματικό. Η Δερέκα «πολιτογραφείται» επίσης ως αναγνωρισμένη περίπτωση διανοούμενης και ποιήτριας που με συνέπεια ανέδειξε ποικιλοτρόπως τα ηπειρωτικά τοπία, τα παραδοσιακά ηχοχρώματα και τις λογοτεχνικές εξελικτικές διαδράσεις της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Σε μια εποχή όπου «ποτάμια λύκους κατέβασε ο καιρός»[1] η ποιητική της κατευθύνεται σε πολλαπλές συνομιλίες με το γυναικείο φύλο μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο διαφορετικών συμβάντων και συναισθηματικών διακυμάνσεων (σ. 103) που λειτουργούν θραυσματικά και όχι ενοποιητικά, κινητοποιώντας διαφορετικούς χρόνους, συνθήκες και στιγμές. Τα ποιήματά της δεν περιορίζονται λοιπόν σε μια γραμμική «εγχώρια» ιστορική καταγραφή που οριστικοποιείται σε συγκεκριμένη παράδοση: τοπική, αισθητική, δομική ή όποια άλλη.

Παρόλο που χρησιμοποιεί τον λυρισμό, η Δερέκα μπορεί να συνθέσει διαφορετικές ποιητικές παραδόσεις και φόρμες. Είτε μιλάμε για τις ζυμώσεις που επιτελέστηκαν στις συνομιλίες της με ομότεχνούς της, είτε για την εξέλιξη της ποιητικής εργογραφίας της (η οποία μετρά μέχρι σήμερα πάνω από είκοσι βιβλία) η Δερέκα παραμένει κατά τη γνώμη μου αποδημητική. Κριτικά αφομοιώνει και οικειοποιείται ως αναγνώστρια και ποιήτρια την ελληνική με την παγκόσμια ποίηση, προβαίνοντας και συνθέτοντας παράλληλα τις διάφορες σχολές και ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι επικλήσεις της αλλάζουν διαρκώς, το ίδιο και οι επιδράσεις της με αποτέλεσμα να κατασκευάζει δημιουργικά ένα εν εξελίξει ψηφιδωτό δημιουργών και συμβάντων το οποίο κινείται σε μια διαχρονία με διαφορετικά σημεία εκκίνησης. Τα αναδιατασσόμενα σημεία/στίγματα τής δίνουν την επιλογή να αναθεωρεί την έννοια της ασφάλειας, της οικειότητας και τελικά της μετοίκησης.

Βρήκα στέγη
όχι σπίτι.
Σαν τ’ αποδημητικά.[2] (περισσότερα…)

Η ποιητική οντολογία του Κώστα Γουλιάμου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Η έβδομη ποιητική συλλογή του Κώστα Γουλιάμου με τον ποιητικότατο τίτλο Το μάτι της λέξης αποτελεί ένα συνθετικό έργο ωριμότητας που επεκτείνει τους βασικούς θεματικούς και μορφολογικούς άξονες μιας δύσβατης και πολύσημης ποιητικής, η οποία συνυφαίνει λειτουργικά και αισθητικά πρωτότυπα τις ποιητικές και πολιτικές (επίκαιρες και διαχρονικές), αλλά και τις υπαρξιακές και οντολογικές ανησυχίες ενός λόγιου ποιητή (poeta doctus) και πολιτικού άνδρα μπροστά σε ένα δυστοπικό μέλλον. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, πως σε όλο το μήκος και πλάτος της συλλογής επιχειρείται ένας διακειμενικός διάλογος τόσο με την προγενέστερη ποίηση (ελληνική και παγκόσμια) όσο και με ποικίλες άλλες μορφές τέχνης (π.χ. ζωγραφική, μουσική. γλυπτική), καθώς και μια αγωνιώδης επαναδιαπραγμάτευση του προσωπικού και συλλογικού παρελθόντος της ελληνικής Αριστεράς, το οποίο επανέρχεται δυναμικά και ανασημασιοδοτεί το παγκοσμιοποιημένο, αλλά παρόλα αυτά αλλοτριωμένο και απάνθρωπο πολιτικό και ποιητικό μας παρόν.

Μέσα στα λεκτικά κύτταρα, επομένως, του ανά χείρας συνθετικού ποιήματος, τίθεται ως ατομικό, κοινωνικό, εθνικό και παγκόσμιο ζητούμενο να ανοίξει μέσα μας  «το μάτι της λέξης», με άλλα λόγια να εξανθρωπιστούμε μέσω της ποίησης, αλλά και να αναζητήσουμε κρυμμένες οντολογικές και υπαρξιακές αλήθειες πέρα από τον θάνατο και το ορατό. Η ποίηση, επομένως, εννοείται εδώ ως οντολογική διείσδυση στη βαθύτερη, την κρυμμένη ουσία των πραγμάτων, με άλλα λόγια ως καταβύθιση στο κατά Παρμενίδην «Είναι». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Η συλλογή αποτελείται από τρία και περίπου ίσα μέρη: «Η λάμψη των οστών», «Φλόγα σωμάτων» και «Στην ερημιά της ύλης». Στο πρώτο μέρος του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Η λάμψη των οστών» δεσπόζει η πολύσημη και καταλυτική λειτουργία του φωτός που φωτίζει οντολογικά, ποιητικά και πολιτικά το άδικα χυμένο αίμα των νεκρών συντρόφων, ζωντανεύοντας το τραύμα της ήττας του εμφυλίου μέσα στη μνήμη. Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι το πρώτο ποίημα με τίτλο «Ημερολόγιο λαού (3 Δεκέμβρη 1944)» επαναφέρει το θέμα των Δεκεμβριανών, ενώ το πρώτο μέρος κλείνει επίσης με τρεις σαφείς και τραυματικές αναφορές στον εμφύλιο: το ποίημα «Σαϊδόνα της Μάνης (27/03/1942)» αναφέρεται στο κάψιμο του συγκεκριμένου χωριού κατά τον εμφύλιο, το ποίημα  [«11.9.1943 Αετός Μεσσηνίας» στο ολοκαύτωμα του χωριού Αετός από γερμανικά αντίποινα στις 11 Σεπτεμβρίου 1943, και, τέλος, το ποίημα «16 Αυγούστου 1949 Συνέσοβα Αρκαδίας»] αναφέρεται στην τραγική ιστορία του  ανταρτοεπονίτη  Καπετάν Πέρδικα, ο οποίος αφού σκοτώθηκε σε ενέδρα χωροφυλάκων στις 16 Αυγούστου 1949 στην τοποθεσία Συνέσοβα, κρεμάστηκε παραδειγματικά στην πλατεία Άρεως στην Τρίπολη στο τέλος του εμφυλίου. (περισσότερα…)