Γιώργος Σεφέρης

Για την αλληλογραφία Σεφέρη-Λορεντζάτου

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Γράμματα Σεφέρη – Λορεντζάτου
(1948 – 1968),
Επιμελήθηκε Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος,
Δόμος / Εν πλω, 2025

Επανεκδόθηκε μετά από 35 χρόνια η προ πολλών ετών εξαντλημένη αλληλογραφία Σεφέρη – Λορεντζάτου. Ενώ η συλλογή των 100 σχεδόν επιστολών, ταχυδρομικών δελταρίων, καρτών και τηλεγραφημάτων τυπικά καλύπτει μια εικοσαετία, την περίοδο ’48 με ’68/69, στη πράξη δεν αφορά παρά ελάχιστα μόνον χρόνια (αυτά ανάμεσα ’48 και ’56), κατά τα οποία παρατηρείται έτσι κι αλλιώς η μέγιστη πύκνωση της γραπτής επικοινωνίας μεταξύ των δύο αλληλογράφων· τόσο από ποσοτικής πλευράς (78 «γράμματα», ήτοι τα 4/5 του συνόλου) όσο και από πλευράς χρονικής συχνότητας ανταλλαγής των επιστολών αυτών.

Αν και στην επικοινωνία τους πάντα αναφέρονται σε «γράμματα», η ιδιότυπη τιτλογράφηση αυτής της γραπτής επικοινωνίας πιθανόν ξεφεύγει από τα όρια μιας γλωσσικής ή/και αισθητικής μόνον προτίμησης και πιθανόν υποδεικνύει κάτι διαφορετικό και πέραν της συχνόχρηστης σε τέτοιες περιπτώσεις καθιερωμένης λέξης ‘αλληλογραφία’. Η ―ηθελημένη― επιλογή της λέξης «Γράμματα» προφανώς προέρχεται από τον έτι ζώντα τότε Λορεντζάτο και σίγουρα υποδηλώνει κάποια προθετικότητα, εάν συλλογιστούμε π.χ. πως η γραπτή επικοινωνία του με τον Στυλιανό Αλεξίου τιτλοφορήθηκε, τυπικά όπως όλες, ως Αλληλογραφία. Ήθελε με αυτή την ―εσκεμμένη, επαναλαμβάνω― επιλογή ο Λορεντζάτος να προειδοποιήσει τον αναγνώστη πως πρόκειται απλά για «γράμματα» κι όχι κάτι βαθύτερο ή ουσιαστικότερο; πώς ό,τι κι αν λένε αυτά τα γράμματα δεν φτάνουν στην ουσία της προσωπικής σχέσης των δυο τους; μήπως ακριβώς θέλει να υποδείξει μια ανάγνωση υπό το πρίσμα μιας ευρύτερης, αμεσότερης επαφής και φιλίας μεταξύ των δύο ανδρών; Υπαινίσσεται δηλαδή πως η αλληλογραφία τους, όπως κι αν διαβαστεί, δεν αποτελεί παρά ένα και μόνον, ισχνό, κριτήριο της βαθύτερης, ουσιαστικότερης και διαχρονικής σχέσης τους, και μάλιστα σχετικά με ορισμένα μόνον ζητήματα που συζήτησαν σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα της γνωριμίας τους; μιας μακράς σχέσης, υπενθυμίζω, που κράτησε δι’ όλου του βίου τους, έως τον θάνατο του Σεφέρη. Είναι όντως μία αχνή υποσημείωση-υπενθύμιση προς τον αναγνώστη ή απλά αποτελεί μια επιλογή, αισθητικής και γλωσσικής τάξης; Ας είναι.

Η αλληλογραφία μεταξύ των δυο Ελλήνων συγγραφέων, που χαρακτηρίζεται από τον εξονυχιστικό κι ακριβολόγο επιμελητή της Δ. Ν. Τριανταφυλλόπουλο ως «άκρως ενδιαφέρουσα», σχεδόν με το ξεκίνημά της φανερώνει την αυθόρμητη ανάπτυξη μίας πηγαίας αμεσότητας, φιλίας και οικειότητας, και τούτο παρά την δεκαπενταετή ηλικιακή διαφορά μεταξύ των δύο επιστολογράφων. Λίαν χαρακτηριστικά, οι τυπικές προσφωνήσεις, συντομότατα μέσα στον ίδιο χρόνο, μεταβάλλονται (με πρωτοβουλία του Σεφέρη) στα παιγνιώδη Ζη και Σε.

Και όντως η ιδιαίτερη σημασία της εν λόγω αλληλογραφίας θεωρώ πως αφορά πρωτίστως στην ανάδειξη της γενεαλογίας μιας σχέσης ζωής των δύο επιστολογράφων, και των συστατικών στοιχείων που την θεμελίωσαν, την οικοδόμησαν και την ανέθρεψαν, την βαθιά δηλαδή γνώση και τον διάλογο που είχαν με την δυτική λογοτεχνία, μα και την ακατασίγαστη και κοινή έγνοια και μέριμνα για την ελληνική γλώσσα και την πορεία του τόπου τους. Στη συνέχεια στην κριτική που άσκησε ο καθείς στο έργο του άλλου, στην αποτύπωση της «ευρωπαϊκής περιπέτειας» του Λορεντζάτου, καθώς και στην καταγραφή της πορείας μεταστροφής του (για την τελευταία γνωρίζουμε πλέον πώς εξελίχθηκε κατά τα χρόνια παραμονής του Λορεντζάτου στο Λονδίνο από πρώτο χέρι, τον βασικό συνδιαμορφωτή της και οικοδεσπότη του Λορεντζάτου Φίλιππο Σέρραρντ). Ας συμπληρώσω πως μέσα στην αλληλογραφία παρελαύνει μια μεγάλη στρατιά Ευρωπαίων λογοτεχνών, μα κι απ’ αρχής μέχρι τέλους ο Έζρα Πάουντ και το έργο του. Με τη μετάφραση εξάλλου της Κατάης από τον Λορεντζάτο ξεκινά σχεδόν ο επιστολικός τους διάλογος (η οποία μετάφραση και ολοκληρώνεται με την ανταλλαγή διορθώσεων και παρατηρήσεων και την τελική αφιέρωσή της στον Σεφέρη). Πάντως είναι σαφές, όπως σημείωνε κι ο επιμελητής, πως με αυτή την αλληλογραφία πληροφορηθήκαμε τελικά περισσότερα για τον βίο του «αναχωρητικού» Λορεντζάτου. Υπάρχουν και άλλες στιγμές; Σαφώς ναι, και ορισμένες έχουν ήδη καταδειχθεί ή/και σχολιαστεί, σχετικά με τη μη αναφορά τους στη συγκαιρινή τους πολιτική κατάσταση εν Ελλάδι, το πώς συζητούν ορισμένα ζητήματα οι αλληλογράφοι γιοι καθηγητών Πανεπιστημίου κλπ. Αλλού όμως θέλω για λίγο να σταθώ.

Έχει πολυσυζητηθεί η «ρήξη» μεταξύ τους με αφορμή το γράμμα της 18/4/56 όπου ο Λορεντζάτος, επικρίνοντας τη συλλογή Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν, μιλά για την χρήση της ελληνικής λαλιάς… στο κενό, αλλά και η μεταστροφή του Λορεντζάτου που διατυπώνεται θεωρητικά στο Χαμένο κέντρο (στον τιμητικό τόμο για τα τριαντάχρονα της Στροφής, το 1961). Ταυτόχρονα, εξαιτίας και της πρόσφατης κυκλοφορίας και των τελευταίων τόμων του ημερολογίου του Σεφέρη, έχει δοθεί υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα σε αυτή την υποτιθέμενη «ρήξη», προσκομίζοντας τα πολλαπλά κείμενα μιας ανεπίδοτης σεφερικής επιστολής και ορισμένων δηκτικών κρίσεων του νομπελίστα για τον Λορεντζάτο στα ημερολόγιά του. «Unresolved tension» την χαρακτήρισε ο Τσαρλς Λοκ εν όψει της επίσκεψης του Πάουντ στην Αθήνα το 1965, κι έφθασε μάλιστα αμετροεπώς και παντελώς ανυποστήρικτα να γράψει πως οι δυο τους «were never close again».

Όντως μετά την ανταλλαγή τριών επιστολών το Μαγιάπριλο του ’56, η επικοινωνία τους διακόπηκε για δυο χρόνια. Είναι ενδιαφέρον όμως πώς αποκρίνεται ο Λορεντζάτος (που έχει κλειστεί πια στο «κελλί» του στην Κηφισιά) στον Σεφέρη που κάνει την πρώτη κρούση: «Αδερφέ μου, […] Άλλοτες σου έγραφα για διάφορα ζητήματα ― που δε με ενδιαφέρουν πια. Ένα δεν άλλαξε, και το ξέρεις: η θέση που σου έχω μέσα στην καρδιά μου. Αυτό. Τί δήτα;» (19/12/58). (περισσότερα…)

Τα παιδιά του χάους παίζουν με τις λέξεις

*

του ΚΙΜΩΝΑ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗ

~.~

Ο Ραλφ Γουίντερτον ήταν ένας νέος μαθηματικός που έπασχε από αϋπνίες και μελαγχολία. Τον βασάνιζαν ιδιαίτερα, ίσως να είχε διαγνωστεί ως διπολικός σήμερα. Οι συμφοιτητές και συνάδελφοί του τον περιέγραφαν ως δύσκολο άνθρωπο και “somewhat disoriented in his senses”. Αναζήτησε μια διέξοδο στην μελέτη της ιατρικής, όμως ο υποτιθέμενος δύσκολος χαρακτήρας του και ορισμένες ομιχλώδεις θεολογικές διαφορές στάθηκαν εμπόδιο στο να λάβει το πτυχίο του από το King’s College του Πανεπιστημίου του Καίμπριτζ. Χρειάστηκε η μεσολάβηση του αρχιεπισκόπου της Καντερβουρίας, Ουίλλιαμ Λωντ, ο οποίος υπήρξε θαυμαστής του έργου του Γουίντερτον για να ξεπεραστεί αυτός ο τυπικός σκόπελος.

Ας σημειωθεί παρενθετικώς πως ο Λωντ ήταν από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην πολυετή θρησκευτική και πολιτική σύγκρουση που ιστορικά αποκαλούμε Αγγλικό Εμφύλιο. Καρατομήθηκε από τους πουριτανούς κοινοβουλευτικούς το 1645, τέσσερα περίπου χρόνια πριν από τον αποκεφαλισμό του βασιλιά Καρόλου Α΄. Δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι ο Λωντ υπήρξε επίσης ο κινητήριος μοχλός στην σύντομη σύγκλιση της αγγλικανικής με την ελληνορθόδοξη εκκλησία. Υπήρξε συνομιλητής των πατριαρχών Αλεξάνδρειας, Μητροφάνη Κριτόπουλου, και Κωνσταντινούπολης, Κύριλλου Λούκαρι, οι οποίοι διέβλεπαν στην συνεργασία των δυο εκκλησιών μια ισχυρoποίηση της αντικαθολικής τους συμμαχίας, αλλά και μια ευκαιρία για μεταρρύθμιση της ορθόδοξης εκκλησίας σε καλβινιστικά πρότυπα, εγγύτερα στις πεποιθήσεις του ίδιου του Λούκαρι. Πέρα από τις έντονες θεολογικές διαφωνίες, η προσέγγιση του Λούκαρι προκάλεσε την αντίδραση των πρεσβευτών της Γαλλίας και της Ρωσίας στον οθωμανικό θρόνο, οι οποίοι επ’ ουδενί δεν ήθελαν την ενίσχυση της αγγλικής επιρροής. Έτσι, διέδωσαν πληροφορίες περί δήθεν υποκίνησης από τον πατριάρχη επαναστατικών ζυμώσεων των Ελλήνων και ο Λούκαρις συνελλήφθη και στραγγαλίστηκε το 1638, προοικονομώντας –τρόπον τινά– το τέλος του Άγγλου ομολόγου του.

Το σύντομο αυτό επεισόδιο της αγγλοελληνικής θεολογικής σύμπλευσης παρουσιάζει τρομερό ενδιαφέρον, όμως ας μου επιτραπεί να επιστρέψω στον Γουίντερτον. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια, είχε ολοκληρώσει την κριτική έκδοση και μετάφραση στα λατινικά των Αφορισμών του Ιπποκράτη (με το περίφημο εναρκτήριο «Ὁ βίος βραχὺς, ἡ δὲ τέχνη μακρὴ»). Το βιβλίο αυτό αναγνωρίστηκε ως μνημειώδες έργο και οδήγησε στην εκλογή του ως καθηγητή της ιατρικής, στην έδρα Regius του Καίμπριτζ, το 1635.

Δυστυχώς, ο Γουίντερτον επιβεβαίωσε με τραγικό τρόπο το αρχαίο απόφθεγμα, καθώς έφυγε από την ζωή έναν χρόνο αργότερα, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Κατέλιπε, όμως, διόλου ευκαταφρόνητο έργο, υπηρετώντας την επίστημη και την τέχνη του. Θα σταθώ εδώ σε μια άλλη δουλειά του ως ελληνιστή, στην έκδοση του των Ελλασόνων Ελλήνων ποιητών, μια ανθολόγηση ποιητών με παράλληλη λατινική μετάφραση. Οι ποιητές, βέβαια, δεν είναι πάντοτε ελλάσονες, ο Γουίντερτον λ.χ. ανθολογεί εκτενώς Ησίοδο, με δικά του, ενδιαφέροντα σχόλια. Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Καίμπριτζ τo 1635. Βρέθηκε στα χέρια μου σε μία ανατύπωση του 1677, από όπου αντλώ και τις φωτογραφίες. (περισσότερα…)

«Είμαστε συναισθηματικά αναλφάβητοι»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 01:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κούβα, Βενεζουέλα, Ιράν, Ιράκ, Λιβύη, Συρία, παντού και πάντα η ίδια ιστορία. Χώρες, συχνά πανάρχαιες, εξουθενωμένες από τόσους αιώνες αρπακτικού ιμπεριαλισμού: ταπεινωμένες, λεηλατημένες, καθημαγμένες… Πού κάποια στιγμή,  αναστυλώνονται στα πόδια τους και με θυσίες πανάκριβες και με σημαία ευκαιρίας όποια (τον «σοσιαλισμό», τον «ισλαμισμό», τον «εθνικισμό») αποτινάσσουν από πάνω τους τον ζυγό: το ’59, το ’79, το ’98. Για να πιαστούν αμέσως μετά στη μέγκενη των πιο σκληρών εκβιασμών από τους φιλέκδικους πρώην δυνάστες τους, να διχαστούν εσωτερικά, και βαλλόμενες από αισχρή ομοβροντία κυρώσεων και βάρβαρων αποκλεισμών να διολισθήσουν εκ νέου στον αυταρχισμό, στα δόντια νέων αρπακτικών καθεστώτων, ημεδαπών ετούτη τη φορά. Από τον καιρό των Μακκαβαίων και του αγώνα της εβραϊκής ανεξαρτησίας κατά των Σελευκιδών τουλάχιστον, κρατάει αυτή η  ιστορία. Και κρύβει πάντα το πρόσωπό της πίσω από κάθε λογής μάσκες: νεωτεριστές κατά ευσεβών, θεοκράτες κατά κοσμοπολιτών, επαναστάτες κατά εθελοδούλων.

Στο Ιράν βλέπουμε σήμερα το πιο πρόσφατο επεισόδιό της. Ο αποχαυνωμένος δυτικόφιλος, αραγμένος στον βαθουλό του καναπέ βλέπει στις εκεί ταραχές, την ένδοξη σάγα των παρδαλών Επαναστάσεων και Ανοίξεων, που μπορεί να σώριασαν σε ερείπια τόσες και τόσες χώρες, εκείνος όμως έως σήμερα δεν έχει πάρει μυρωδιά τι πράγματι προκάλεσαν στους δυστυχείς λαούς που τις υπέστησαν. Οπτασιάζεται δε ότι οι εικόνες που του δείχνουν κατά το δοκούν οι συστημικοί χειριστές του είναι όλες πούρες και αγνές, και ότι οι αντιπολιτευόμενοι, από την ειρηνίστρια Ματσάδο ώς τον επίδοξο νέο Σάχη, είναι άνθρωποι σοβαροί και όχι μαριονέτες βολικές των Αμερικανών, καθ’ όλα ξεπουλημένες στα ξένα συμφέροντα.

Ο μπετοναρισμένος αντιδυτικός πάλι, στο μένος του το αντιμπεριαλιστικό, δεν εννοεί να δει τι σόι καθεστώτα είχανε φτιάξει αυτοί οι μαδούροι και οι μπααθιστές και οι μουλάδες που χειροκροτεί, με τι φόρο βαρβαρότητας και αίματος οικοδομήθηκε και το δικό τους κράτος.

Εχει μίτο αυτός ο λαβύρινθος; Φοβάμαι πως όχι. Ο Μινώταυρός του είναι όμως δεδομένος και –ας λεν τα λαλίστατα ΜΜΕ– δεν είναι ο ντόπιος δεσποτισμός. Οι Ιρανοί και οι Βενεζολάνοι έχουν κάθε δικαίωμα να ελευθερώσουν τις πατρίδες τους από την αθλιότητα. Θα είναι δώρο άδωρο όμως, άμα το τίμημα θα ’ναι παρόμοιο με εκείνο που πλήρωσαν οι Ιρακινοί, οι Λίβυοι και οι Σύροι. Ας κάνουν πέρα τους βαλτούς, ας κλείσουν τ’ αυτιά τους στους πράκτορες και στους βασιλίσκους. Οι αρχηγέτες των ελεύθερων εθνών, ο Σιμόν Μπολιβάρ και ο Μωχάμεντ Μοσαντέκ, ας είναι οι οδηγοί τους. (περισσότερα…)

«Μια δευτέρα παρουσία σωμάτων»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«…ξαπλωμένος πάνω σε μια κασέλα σαν ένας κοινός κουρασμένος εργάτης. Τον άγγιξα στο στήθος, εκεί που δένει το μπράτσο με τον ώμο, στην κοιλιά, στα μαλλιά του. Μου φάνηκα πως άγγιζα το δικό μου σώμα. Σκέφτηκα πως θα του έδινα μ’ ευχαρίστηση να γλεντήσει τη γυναίκα που θ’ αγαπούσα. Συλλογίστηκα ακόμη πως ο τεχνίτης που έπλασε τούτο το σώμα είχε στα  χ έ ρ ι α  τη συνειδηση πως έδινε ζωή σ’ έναν θεό που είχε πολύ μοιχέψει ανάμεσα στους θνητούς· μου φάνηκε παράξενο. Αυτός ο μεγάλος άντρας, πλαγιασμένος ανάσκελα, είχε μια διάταξη βρέφους».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Τρίτη, 4.6.1945

Πενήντα τόσα χρόνια κρυμμένος στα άδυτα της Casa Buonarroti, περίμενε καρτερικά τους συντηρητές του. Πρόπλασμα ενός μαρμάρινου αγάλματος που δεν φτιάχτηκε ποτέ, ο ποτάμιος θεός του Μιχαήλ Αγγέλου, αυτός ο «Fluß-Gott des Bluts» όπως θα τον έλεγε ο Ρίλκε, αποκατεστημένος πια στην αρχική μαρμάρινη λάμψη του, απαλλαγμένος από τη χαλκόχρωμη παλιά του πατίνα, εδώ και λίγα χρόνια περιμένει και πάλι το βλέμμα μας στην πατρική Φλωρεντία. Και μας αντιγυρίζει, κιόλας, το δικό του:

Όμως το στήθος του φλογίζει σαν κερί
κι εκεί το βλέμμα, λες ριζωμένο τώρα σ’ άλλη
θέση, ζει και διαρκεί…

Σαν το ξέθαμμα του Δία ή Ποσειδώνα του Αρχαιολογικού Μουσείου μετά τον Πόλεμο, που περιγράφει στις Μέρες του ο Σεφέρης, το ίδιο συναίσθημα κι εδώ: «αναστάσιμος χορός αναδυομένων, μια δευτέρα παρουσία σωμάτων». (περισσότερα…)

Από τον Λαφόργκ στον Έλιοτ και από τον Καρυωτάκη στον Σεφέρη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Στην «Εισαγωγή στον Θ. Σ. Έλιοτ» του Γιώργου Σεφέρη (1936) και με αφορμή το ζήτημα της «καθαρής ποίησης» (poesie pure) που δέσποζε στις λογοτεχνικές συζητήσεις εκείνου του καιρού, μία παράγραφος έχει ίσως επιπρόσθετη αξία. Αναφερόμενος στην ροπή να τίθεται η συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες του Κ. Καρυωτάκη ως όριο της νέας «καθαρής ποίησης» και αφού θέσει ως απαρχή της σύγχρονης ποίησης το έργο του Μπωντλαίρ (χαρακτηρίζοντας γενικότερα τον συμβολισμό ως το «πρώτο σημαντικό στάσιμο»), ο Σεφέρης αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει και για τις οφειλές του Τ. Σ. Έλιοτ προς τον Ζυλ Λαφόργκ, τον λιγόχρονο και ελάχιστα γνωστό στις ημέρες μας, Γάλλο συμβολιστή που υπήρξε ένας εκ των πρωτοπόρων της νεωτερικής ποίησης.

«Η αποφασιστική επίδραση πάνω στο έργο του Έλιοτ και η πιο γόνιμη, στάθηκε η επίδραση του Jules Laforgue: πικρά συναισθήματα κάτω από μια χιουμοριστική απάθεια, λεπτομέρειες κοινότοπες με μια ροπή να γίνουν συγκλονιστικές, δίψα του απολύτου που καταλήγει σε μηδενισμό, εικόνες ρεαλιστικές εναρμονισμένες με την αίσθηση μιας ψυχικής απομόνωσης, ποίηση γελωτοποιού όπου οι επιστημονικοί όροι και οι λόγιες εκφράσεις χρησιμοποιούνται για να καλύψουν μιαν αμλετική αναποφασιστικότητα, μουσική γεμάτη από παρατονισμούς, όπως και η ψυχολογία. Κάτι γνωρίσαμε κι εμείς από τη διάθεση αυτή με τον Καρυωτάκη».

Ποιος ήταν όμως αυτός ο ποιητής, η «διάθεση» του οποίου επηρέασε δραστικά τον Τ. Σ. Έλιοτ μα και τον Κ. Καρυωτάκη; Ο Ζυλ Λαφόργκ γεννήθηκε το 1860 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, απ’ όπου, μικρό παιδί, επέστρεψε στη Γαλλία για να εξελιχθεί εκεί σε αριστοτέχνη της λυρικής ειρωνείας και σ’ έναν από τους πιο προικισμένους εισηγητές του ελεύθερου στίχου, πριν πεθάνει στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 27 χρονών, φυματικός και πάμπτωχος. Είχε προλάβει να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (περισσότερα…)

Σκέψεις πάνω στην πολιτική διάσταση της ποίησης

*

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

Η ποίηση είναι πολιτική όταν στοχάζεται πάνω στη σχέση του ατόμου με το σύνολο, όταν εκφράζει τη ρήξη ή την ενότητα, όταν θεωρεί τη μοίρα του όλου μέσα στη διαχρονία και τη συγχρονία του. Η ποίηση είναι πολιτική όταν ο άξονας περιστροφής της είναι η πράξη. Ενάρετη ή κακή, η πράξη εντός του κοινωνικού πλαισίου ορίζει την πολιτική υπόσταση του ατόμου. Αυτός που απέχει από τη δράση, όχι μόνο τοποθετείται εκτός του πολιτικού ιστού, αλλά ακυρώνει την οποιαδήποτε ταυτότητα. Και η ταυτότητα είναι μνήμη και η μνήμη είναι το σύνολο, ή αλλιώς το άθροισμα των παραγόντων που ορίζουν το είναι του ατόμου. Με άλλα λόγια, η πολιτική είναι μια φυσική οντολογία. Αλλά ποιος είναι ο λόγος της ποίησης σε όλα αυτά;

Λένε ότι κάθε ποίημα είναι μια πολιτική πράξη. Κι όμως, μπορώ να σκεφτώ πολλά ποιήματα που αρνούνται τον πολιτισμό, που επιλέγουν τη φυγή προς τη δήθεν αρχαϊκή κατάσταση του ανθρώπου, που, με άλλα λόγια, ακυρώνουν την έννοια της πολιτείας. Ρεμπώ, Λωτρεαμόν, Τρακλ είναι μερικοί μόνο από τους ποιητές που αρνήθηκαν την ενσωμάτωση, αιχμαλωτίστηκαν από το όνειρο. Αυτή η άρνηση καθιστά την ποίησή τους μη πολιτική; Νομίζω πως όχι. Γιατί αποτελεί μέρος του διαλόγου για την πολιτεία: η άρνηση δεν είναι σιωπή, δεν είναι απραξία. Ακόμη και η φυγή είναι πολιτική. Είναι μια δήλωση με πολιτικό πρόσημο. Σίγουρα, όμως, δεν είναι μια συμμετοχική στάση. Οι πολιτικοί ποιητές πρέπει να ιδωθούν ως αρχιτέκτονες του μέλλοντος της πολιτείας. Κρίνοντας το παρόν, ελέγχοντας το παρελθόν, καταφάσκουν σ’ ένα νέο μέλλον. Η πολιτική ποίηση, λοιπόν, σ’ αυτό το δοκίμιο εξετάζεται περισσότερο ως κατάφαση προς την πολιτεία και τις προϋποθέσεις της.

Κι εδώ ακριβώς προκύπτει το πρόβλημα: μεγάλο μέρος της πολιτικής ποίησης είναι απλώς μια κριτική του παρόντος. (περισσότερα…)

Η κριτική του Σαραντάρη στους ποιητές

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Μην ανοίξης ποτέ το στόμα να πής την αλήθεια
Γιατί ξάφνου θ’ ανάψουν οι γύμνιες του κόσμου
Θα πιάσει φωτιά η λαίμαργη ανθρώπινη σκόνη!
Έργα, Β΄ τόμ., σελ. 82 (1935)

Εάν ισχύει αυτό που λέει ο Λορεντζάτος ότι η ποίηση συνιστά την «εσχατολογία της λογοτεχνίας» και εάν η σχέση του Σαραντάρη με την ποίηση είναι σχέση ζωής, τότε αξίζει να δούμε πως ο φιλόσοφος αυτός ποιητής κρίνει τους άλλους ποιητές. Αρχίζοντας από κάποιες γενικές προϋποθέσεις. Ο Σαραντάρης ξέρει την Ευρώπη, τη φιλοσοφία της και την ποίησή της. Είναι από τους σπάνιους εκείνους ανθρώπους με ανεπτυγμένη πολύ νωρίς αντιληπτικότητα και ευαισθησία. Ερχόμενος στην Ελλάδα απο την Ιταλία διαβάζει στα ελληνικά ποιήματα τα σημάδια της ευρωπαϊκής σφραγίδας ή επίδρασης, λόγου χάρη την απαισιοδοξία. Ασκημένος πάνω στους Ευρωπαίους αλλά μέσα από μια άλλη αίσθηση ζωής χριστιανικής απαίτησης, αρνείται την πρωτοκαθεδρία στην καλλιέργεια προσωπικού ύφους (πράγμα που προσάπτει στον Καβάφη), ειδικά όταν αυτό είναι σε βάρος μιας «ομιλίας», όπως λέει, που «να συμβαδίζει παράλληλα με τη λαλιά του λαού μας». Απαιτεί ένα βασανισμό του ποιητή, που να θέτει σε αμφισβήτηση την ίδια του την υπόσταση, ή να το πω αλλιώς, να μην αφήνει περιθώρια αυταπάτης ή ωραιοπάθειας. Αυτό συνάδει με την πεποίθησή του ότι ο ποιητής χαρακτηρίζεται από προωθημένη αυτοσυνειδησία.

Πρέπει ακόμη να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι ο Σαραντάρης στα 32 του έχει φύγει από τούτο τον κόσμο. Το έργο του κυοφορήθηκε και υλοποιήθηκε ουσιαστικά μέσα σε δώδεκα χρόνια, αν λογαριάσουμε ότι από τα είκοσι και μετά σχημάτισε στο χαρτί κείμενα απαιτήσεων αλλά και πλεονάσματα ψυχής. Παραμένει απορίας άξιον πώς ένας τόσο νέος άνθρωπος παρουσιάζει τέτοια ωριμότητα χωρίς να χάνει σε φρεσκάδα, χωρίς να γεροντοποείται αν μπορούμε να πούμε, χωρίς να απελπίζεται, παρ’ όλο που σε μερικά του ποιήματα καταγράφεται μια αβυσσαλέα μοναξιά. Όλες οι παραπομπές εδώ αναφέρονται στη δίτομη έκδοση της Βικελαίας Βιβλιοθήκης Ηρακλείου Κρήτης, που επιμελήθηκε με περισσή φροντίδα η φίλη Σοφία Σκοπετέα.

*

Ας δούμε λοιπόν πώς αντικρύζει ο άνθρωπος αυτός την ποίηση των άλλων, ελλήνων και ξένων και πως αυτή η στάση συνδυάζεται με τη γενικότερη θεώρηση της ζωής που περιέχει το έργο του.

Αραδιάζω μερικά ονόματα στο χαρτί: Μελισσάνθη, Καρέλλη, Παπατζώνης, Σαραντάρης. Ποιό είναι το κοινό τους σημείο; Για τους δύο τουλάχιστον είναι η πίστη, ή μια θρησκευτική διάσταση. Όμως ο Σαραντάρης, καθώς ετοιμάζεται να μιλήσει γι’ αυτούς, αρχίζει με τη φράση: «Ποιός σύγχρονος ποιητής μας έχει μια βίωση μέσα στην πίστη; Αναζητώ και δεν βρίσκω». (περισσότερα…)

Γενοκτόνοι δημοκράτες

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όπως ήδη οι αρχαίοι σφαγείς της Μήλου, έτσι και οι τωρινοί σφαγείς της Γάζας γελοιοποιούν παντελώς τον επίμονο ισχυρισμό ότι οι δημοκρατίες τάχα μου υπερέχουν ηθικά από τα λοιπά πολιτικά καθεστώτα. Η δημοκρατία όμως είναι πρώτα πρώτα κράτος, πάει να πει εξουσία. Και ο φέρων την εξουσία, όποιος και αν είναι αυτός, είτε μονήρης τύραννος είτε δήμος ολόκληρος, υπόκειται στους ίδιους διαχρονικούς πειρασμούς: η ισχύς του είναι συνήθως ευθέως ανάλογη της αυθαιρεσίας του. Ηθική νομιμοποίηση η εξουσία μπορεί να αντλήσει όχι από τον τύπο του πολιτεύματος, αλλά από ένα κριτήριο εντέλει εξωπολιτικό: τη δικαιοσύνη. Ο Σολομών και ο Αριστείδης ήταν άνδρες που η ιστορία τούς αποκάλεσε δίκαιους επειδή υπάκουαν σ’ έναν τέτοιο ηθικό γνώμονα. Ο Νετανιάχου και αυτοί που τον έφεραν και τον κρατούν στην γενοκτονική του εξουσία δεν είναι παρά η ενσάρκωση εκείνου του παλιού εφιάλτη της Χάννας Άρεντ. Ότι δηλαδή θα ’ρθει κάποτε καιρός που μια πλειοψηφία θα αποφασίζει δημοκρατικά να εξολοθρεύσει όποια μερίδα του πληθυσμού κρίνει χρήσιμο. (περισσότερα…)

Ένας Βυζαντινός φίλος του Γιώργου Σεφέρη

Ο ναός του Αυγούστου και της Ρώμης στην Άγκυρα. Η φωτογραφία προέρχεται από την Wikipedia.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #11
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Ένας Βυζαντινός φίλος του Γιώργου Σεφέρη

«Κυριακή, 4 Σεπτέμβρη. Ξαναπήγαμε στὸ Ναὸ τοῦ Αὐγούστου, γιὰ νὰ ἐξακριβώσω καὶ ν’ ἀντιγράψω τὶς σωζόμενες συλλαβὲς ἀπὸ τὴν ἐπιγραφὴ τοῦ Τουρμάρχη Εὐσταθίου. Αὐτὸς ὁ Στάθης (Θ΄-Ι΄ αι.) —δὲν ξέρω γιατὶ τὸν βλέπω καμιὰ φορά, στὰ τελευταῖα του, σὰν καλόγερο— ἔχει γίνει στὸ μυαλό μου ἕνας ἀπὸ τοὺς λίγους καλοὺς φίλους ποὺ μοῦ προμήθεψε ἡ Ἄγκυρα. Τὴν ἐπιγραφὴ τὴ βλέπει κανείς, ἄν προσέξει, ἀριστερὰ καθὼς μπαίνεις στὸ παλαιὸ μνημεῖο. Εἶναι χαραγμένη σὲ δυὸ ἀγκωνάρια, τσακισμένα κατὰ τὸ δεξὶ μέρος, τὸ ἕνα ἀπάνω στὀ ἄλλο. Τὸ δεύτερο ἀκουμπᾶ στὸ χῶμα. Ὁλόκληρο τὸ κείμενο τὸ ἀποκατέστησε ὁ Grégoire (πληροφορία ἀπὸ τὸν E. Marbury, Ankara, 2e ed., 1934). Τὰ σημερινὰ ἀπομεινάρια τὰ διαβάζω ἔτσι: …».

Αυτά σημειώνει στο ημερολόγιό του το 1949 ο Γιώργος Σεφέρης, που υπηρετούσε τότε στην πρεσβεία της Ελλάδας στην Άγκυρα (Μέρες Ε΄, 1η Γενάρη 1945 – 19 Ἀπρίλη 1951, Ίκαρος, σελ. 143-144). Ο ποιητής έγινε για λίγο επιγραφικός, προκειμένου να ξαναδιαβάσει ένα κείμενο που τον γοήτευσε, το ταφικό επίγραμμα του τουρμάρχη Ευσταθίου, το οποίο βρισκόταν χαραγμένο στον ρωμαϊκό ναό του Αυγούστου και της Ρώμης στη σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκίας. Ο ναός είναι γνωστός για τη μεγάλη αυτοβιογραφική επιγραφή του αυτοκράτορα Αυγούστου (“Res Gestae Divi Augusti”). Στη βυζαντινή εποχή είχε μετατραπεί σε εκκλησία, γι’ αυτό και δικαιολογείται η παρουσία ταφικών επιγραφών στο εσωτερικό του. Οι Βυζαντινοί ενταφίαζαν τους νεκρούς τους γύρω από κάθε εκκλησία, ενίοτε δε και εντός, όταν επρόκειτο για σημαντικά πρόσωπα. Οι τοίχοι του ναού εξακολουθούν σήμερα να σώζονται σε μεγάλο ύψος, με πολλά όμως προβλήματα διατήρησης, που κρατούν όλο το κτίσμα υποστυλωμένο και απροσπέλαστο. (περισσότερα…)

Οκτώ παράγραφοι για τον Γιώργη Παυλόπουλο

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Συμπληρώθηκαν εφέτος 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιώργη Παυλόπουλου (1924-2008). Η ομιλία που ακολουθεί εκφωνήθηκε στην εκδήλωση που έγινε για τον ποιητή με την ευκαιρία της έκδοσης των απάντων του (Ποιήματα 1943-2008, Κίχλη 2017) στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος την 20ή Μαΐου 2018.

I

Με την εξαίρεση των πρώτων πρώτων δημοσιευμάτων του στον περιοδικό τύπο, Γιώργη Παυλόπουλο ποιητή νεαρό δεν γνωρίσαμε. Το Κατώγι βγαίνει όταν ο Παυλόπουλος ζυγώνει τα πενήντα – δεν ξέρω άλλον ονομαστό ποιητή μας που να βγαίνει στα φόρα τόσο αργά. Όμως και στον τόνο της, η ατμόσφαιρα του πρωτόλειου βιβλίου του είναι υπερώριμη, για να μην πω γεροντική. Οι στίχοι του, αργόσυρτοι και βαρύθυμοι, γέμουν από σύμβολα, εικόνες και ρυθμούς δάνειους – από τα βάθη τους αντηχεί η φωνή του Γιώργου Σεφέρη. Λ.χ.:

Πιο χαμηλά το πέλαγο θρυμματισμένο
φύλλα χρυσά σκοτεινιάζοντας στο κατέβασμα του αγέρα

ή

Κοντά σε τούτες τις πέτρες
μαύρες μέσα στο φως

ή

Ταξιδεύαμε απ’ την αυγή.
Στο πλευρό μας η θάλασσα
λαμπερή σα γιαταγάνι
κόβοντας ίσκιους από πεύκα

ή ακόμη

Από τότε πολλές φορές άκουσα τη φωνή της
ξυπνώντας μέσα σ’ αυτό το φως
μαύρο σαν ένα μελίσσι
που μου έτρωγε τα μάτια

κ.ο.κ., κ.ο.κ. Η αλληλογραφία Σεφέρη-Παυλόπουλου είναι σε πολλά αποκαλυπτική για τη σχέση του δασκάλου με τον υπερήμερο ήδη μαθητή. Ο πρεσβύτης ποιητής θα φροντίσει για την έκδοση της συλλογής του ομοτέχνου του, θα αναλάβει ακόμη και το παρεδώσε με τον εκδότη, θα του κάνει παρατηρήσεις πάνω σε συγκεκριμένους στίχους. «Και το νερό ρόδινο γύρω στα λαγόνια της» γράφει αρχικά ο Παυλόπουλος στο ποίημα «Αλφειός». Νερό ρόδινο, δυο ρο απανωτά, κακοφωνία, του υποδεικνύει ο Σεφέρης, κάν’ το καλύτερα «το ρόδινο νερό». Και ο Παυλόπουλος πράγματι τον ακούει.

ΙΙ

Με βήμα γερό ενδιάμεσο το Σακί του 1981, τον απογαλακτισμό ο Παυλόπουλος τον επιτυγχάνει πλήρως μόλις στα 65 του χρόνια, το 1988-1989, όταν δημοσιεύει τα Αντικλείδια. Στο μεταξύ έχει πεθάνει και ο ποιητής της Στροφής και ο στενός φίλος και συντοπίτης του Παυλόπουλου, Τάκης Σινόπουλος, συμμαθητής του παιδιόθεν στα θρανία της ποίησης, και ιδίως αυτά του Σεφέρη. Όσοι αρέσκονται στους ψυχαναλυτισμούς, θα βρουν στη σύμπτωση τη χρονική πολλά να σχολιάσουν. Το Κατώγι βγαίνει στα 1971, χρονιά που εκδημεί ο Σεφέρης, και το ομότιτλο ποίημά της του είναι αφιερωμένο. Η δεύτερη συλλογή του Παυλόπουλου, το Σακί, κυκλοφορεί δέκα χρόνια αργότερα, το 1981, τη χρονιά που πεθαίνει ο Σινόπουλος, και περιέχει κι εκείνη ένα ποίημα αφιερωμένο στον επί δεκαετίες πολλές συνοδοιπόρο (κάποια από τα πρώτα ποιήματα του Σινόπουλου, θυμίζω, είναι γραμμένα από κοινού με τον Παυλόπουλο). Φέρει τον βιογραφικό, προφανώς, τίτλο «Ιβήρων 14, 1949». (περισσότερα…)

Τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα [3/3]

*

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Αυτά ήταν τα θέματα που τέθηκαν στη δημόσια συζήτηση για τη «Σκέψη στην Ελλάδα σήμερα» που διεξήχθη στις 16 Ιουλίου στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου». Εισηγητές ήταν ο Κώστας Ανδρουλιδάκης, ο Σωτήρης Γουνελάς και η Ιωάννα Τσιβάκου και συντονιστής της συζήτησης ο Κώστας Κουτσουρέλης. Των εισηγήσεων της Ι. Τσιβάκου και του Κ. Ανδρουλιδάκη, που προηγήθηκαν, έπεται σήμερα η ανάρτηση της ομιλίας του Σ. Γουνελά.   —  ΝΠ

~.~

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Αρχίζω με ένα απόσπασμα του Σεφέρη από τον Πρόλογο στην Έρημη χώρα του Έλιοτ:

«Το δίλημμα είναι αμείλικτο: είτε θ’ αντικρύσουμε τον δυτικό πολιτισμό, που είναι κατά μέγα μέρος και δικός μας, μελετώντας με λογισμό και με νηφάλιο θάρρος τις ζωντανές πηγές του –κι αυτό δεν βλέπω πως μπορεί να γίνει αν δεν αντλήσουμε τη δύναμη από τις δικές μας ρίζες και χωρίς ένα συστηματικό μόχθο για τη δική μας παράδοση– είτε θα του γυρίσουμε τις πλάτες και θα τον αγνοήσουμε, αφήνοντας τον να μας υπερφαλαγγίσει με κάποιο τρόπο από τα κάτω, με τη βιομηχανοποιημένη, την αγοραία, τη χειρότερη μορφή της επίδρασής του».

Και σε σημείωση πρόσθετε: «Αυτού του είδους το υπερφαλάγγισμα έχει προχωρήσει απελπιστικά και ανεμπόδιστα».

Αυτός που ασχολήθηκε με την προτροπή του Σεφέρη ήταν ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο οποίος ανάμεσα στα άλλα, στο βιβλίο του Δύο κείμενα παραλληλίζει τον Σωκράτη με τον Πασκάλ. Ο Σωκράτης έλεγε πως όταν ήταν νέος, ασχολήθηκε με την «περί φύσεως ιστορίαν», αλλά όταν κατάλαβε ότι δεν ξέρει ποιος είναι, κατέφυγε στους λόγους για να μάθει την αλήθεια. Ο Πασκάλ από την άλλη, η μεγάλη αυτή διάνοια της φυσικομαθηματικής επιστήμης, δήλωσε ότι οι επιστήμες αυτές δεν είναι κατάλληλες για τον άνθρωπο και κλείστηκε σε ένα παλιό γυναικομονάστηρο όπου μελετούσε και έγραφε για τις χριστιανικές αλήθειες. Ο Πασκάλ προέβη και στην παρακάτω διατύπωση: «Υπάρχει μια λογική της καρδιάς που η άλλη λογική δεν την γνωρίζει». (περισσότερα…)

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο;

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τελειώνει ποτέ ένα κείμενο; Όταν το παραδίδεις στον εκδότη, άψογο όπως νομίζεις, έχεις για λίγο την ψευδαίσθηση ότι ξεμπέρδεψες μαζί του. Φτάνουν όμως οι πρώτες διορθώσεις και συνέρχεσαι. Ακολουθεί πάλη κανονική με τις λέξεις, τα μολύβια βγαίνουν από το συρτάρι, οι κόκκινες πένες πιάνουν δουλειἀ, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα, μέχρι το τυπωθήτω. Ο διορθωτής και ο επιμελητής (τι φιλάνθρωπα επαγγέλματα – έπρεπε να έρθει το ίντερνετ για να το κατανοήσουμε πλήρως!), οι τροχονόμοι της γραφής λοιπόν σου ανοίγουν τα μάτια: το άψογο δεν είναι τόσο άψογο όσο το νόμιζες, υπάρχουν ακόμη ασάφειες, ανακολουθίες, σημεία θολά.

Αλλά και μετά το τύπωμα, οι φορές που πέφτεις πάνω σ’ ένα λάθος, σ’ ένα στίχο, σ’ ένα χωρίο προβληματικό είναι κάμποσες. Και τότε λυπάσαι που δεν πρόλαβες να το τσιμπήσεις όταν έπρεπε. Και ευελπιστείς ότι, σε μια ξανακοιταγμένη ανατύπωση ή εντελώς νέα έκδοση, θα σου δοθεί κάποτε η ευκαιρία να επανορθώσεις. Και όταν φτάνει επιτέλους αυτή η ευκαιρία (όχι τόσο συχνά όσο θα το ήθελες…), ώ του θαύματος, όλα ξεκινούν και πάλι απ’ την αρχή. Και πάλι διορθώσεις, πρώτο και δεύτερο και τρίτο πέρασμα. Και πάλι ανακολουθίες. Και πάλι λάθη και ασάφειες και σημεία θολά! Μα πού κρύβονταν τόσο καιρό, αναρωτιέσαι. Πώς δεν τα είδα, πώς δεν τα είχαμε δει;

Τελειώνουν λοιπόν ποτέ όλα αυτά; «Τα ποιήματα δεν τελειώνουν – εγκαταλείπονται», απαντά βαρύθυμα από τον αιώνα του ο Πωλ Βαλερύ. (περισσότερα…)