Μήνας: Ιουλίου 2019

Η παλιννόστηση ενός εξόριστου: για την ποίηση του Δημήτρη Ἀγαθοκλη

pic (03)

της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ μὲ ἐντυπωσίασε ἤδη μὲ τὴν πρώτη του ποιητικὴ συλλογή (Ἄφεσις, Μελάνι 2017). Ἀπόρησα ἀπὸ τότε γιὰ τὸ πῶς ἕνας νέος ποιητὴς καὶ  ἐπιστήμονας προερχόμενος μάλιστα ἀπὸ τὸν χῶρο τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν (μαθηματικὸς μὲ μεταπτυχιακὲς σπουδές) διαθέτει καὶ ἀξιοποιεῖ ποιητικὰ μὲ ἄνεση μιὰ τόσο βαθιὰ καὶ πολυδιάστατη γνώση τῆς ποιητικῆς μας γλώσσας. Μὲ τὴν πρόσφατη συλλογή του ὁ Ἀγαθοκλῆς προχωρᾶ πιὸ τολμηρὰ σ’ αὐτὴ τὴ γλωσσικὴ ἀναδίφηση στοὺς αἰῶνες τῆς γλώσσας μας. Φαίνεται δὲ πὼς αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ γλωσσικὸ βάθος εἶναι ἡ πατρίδα στὴν ὁποία παλιννοστεῖ ὁ ἐξόριστος ποιητὴς τοῦ τίτλου.

Ὁ Ἀγαθοκλῆς μετεωρίζεται μεταξὺ ἑνὸς καθαροῦ μοντερνισμοῦ, ὅπως αὐτὸς ἀναγνωρίζεται στὸ ποίημα «Ἐξορίες», καὶ μιᾶς ἰδιότυπα μεταμοντέρνας μορφῆς ἡ ὁποία ἐπιζητεῖ νὰ προσδώσει ἐπικαιρικὸ χαρακτήρα στὶς παραδοσιακὲς φόρμες. Ἡ υἱοθέτηση πάντως τῶν παραδοσιακῶν μορφῶν ἀπ’ τὸν Ἀγαθοκλῆ (κάτι ἀνάλογο παρατηρεῖται τελευταῖα καὶ σὲ ἄλλους νέους —καὶ ὄχι μόνον— ποιητές) ὁδηγεῖ συχνὰ τὸ ποίημα σὲ μία συγκινησιακὴ ἀκαμψία, ἡ ὁποία εἶναι ἐμφανῶς συνειδητή, ὑπονομεύει ὅμως ἐνίοτε τὴν ποιητικὴ λειτουργία κυρίως μὲ τὴν υἱοθέτηση τολμηρῶν καὶ ἐπάλληλων διασκελισμῶν. Οἱ τελευταῖοι διαλύουν κάποτε τὴ σταθερότητα τῆς παραδοσιακῆς μορφῆς εἰσάγοντας αἰφνιδίως ἕνα πεζολογικὸ στοιχεῖο. Νὰ εἶναι ἄραγε τὸ μοντέρνο ποῦ ἐκδικεῖται;

Πάντως, ἀκραιφνῶς ἐνταγμένο στὴ φόρμα τοῦ μοντερνισμοῦ εἶναι τὸ ποίημά του μὲ τὸν τίτλο «Ἐξορίες» τὸ ὁποῖο φέρει παράλληλα καὶ μνῆμες τῆς ποίησης τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς γενιᾶς:

ΕΞΟΡΙΕΣ

Συναντῶ ἕνα ϕίλο στὸν ἠλεκτρικό· δὲν τὸν κοιτῶ
δὲν μὲ κοιτᾶ. Δυὸ ξένοι, στὸ ἴδιο ϐαγόνι, κάθε πρωί.

Κάποτε κάναμε ποδήλατο στοὺς ἴδιους δρόμους
πληγιάζαμε σπουργίτια μ’ αὐτοσχέδιες σφεντόνες,
μαλώσαμε γιὰ τὰ ἴδια κορίτσια.
Δὲν ξέρω ἐσύ, μὰ ἐγὼ σὲ ντρέπομαι.
Ἔβγαλα τὰ σκονισμένα ροῦχα ποὺ παίζαμε πόλεμο,
τὰ γόνατά μου δὲν ματώνουν πιὰ
(σπούδασα, δὲν νυμφεύθηκα)
μὲ μονογυάλι καὶ γραβάτα πλέον γυρίζω.
Δὲν σοῦ μιλῶ γιὰ παλιά, ἀλλὰ γιὰ χθὲς
σήμερα, πρὶν ἀπὸ ἕνα λεπτό —
ποιός θὰ τὸ ϕανταζόταν!

Δυὸ ξένοι κάθε πρωὶ διαδρομὴ Βικτώρια-Μοναστηράκι.
Σὰν νὰ μὴ μεγαλώσαμε σ’ ἐκεῖνο τὸν δρόμο,
σὰν νὰ μὴ σοῦ πῆρα κάποτε μιὰ Μαρία
σὰν νὰ μὴ μοῦ πῆρες κάποτε μιὰν Ἑλένη.

Θὰ ἔλεγα πὼς στὸ ἀφοπλιστικῆς ἀμεσότητας ποίημα ξαναγράφεται, μὲ εἰλικρίνεια καὶ κάποια διάθεση ἐνοχῆς, ἡ ἱστορία ποὺ ἀνακαλεῖ τὸ ποίημα τοῦ Μανόλη Ἀναγνωστάκη «Αἰσθηματικὸ διήγημα» ἀπὸ τὴ συλλογὴ  Ὁ στόχος, (Δεκαοχτὼ Κείμενα, 1970).  Ἀπὸ τὸ τελευταῖο ἀποσπῶ  τρεῖς στίχους:

[…]
Ἀλλά, βρὲ ἀδελφέ, πῶς νὰ τὸ κάνουμε, κάποτε ἤπιαμε μαζὶ κρασί,
Χωθήκαμε στὴ ὁδὸ Ἀρριανοῦ κυνηγημένοι ἀπὸ τοὺς πεταλάδες,
Φιλήσαμε τὰ ἴδια κορίτσια, ἀλλάξαμε σύνθημα καὶ παρασύνθημα.
[…]

Ὁ Ἀγαθοκλῆς στρέφει αὐτοκριτικὰ τὸ βλέμμα στὸν ἑαυτό του γιὰ νὰ ἀναγνωρίσει πάνω του τὰ σημάδια τῆς στοχαστικῆς προσαρμογῆς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἀναγνωστάκη ποὺ ἀντιμετωπίζει κριτικὰ τὸν συμβιβασμένο φίλο. Προσωπικὰ βρίσκω πολὺ ἐνδιαφέρουσα τὴν σύγκριση.

pic (09).jpg

Σὲ ἄλλο κλίμα ποιητικὸ τὸ ποίημα «Μεῖνε» ἀπὸ τὰ πιὸ ἐμβληματικὰ καὶ προγραμματικὰ τῆς συλλογῆς:

MEINE

Mεῖνε. Δῶσε τὴ μάχη, ταμπουρώσου, πολέμησε
κι ἂν νύχτωσε ἢ σκοτείνιασε τίποτε δὲν ἔδυσε.
Ξεκρέμασε τῆς Ἐπανάστασης τὸ τυφέκι
πάρε τὰ ὄρη — ἂς γίνει σου ἡ ὀργὴ ϕυσέκι.
Παντρέψου τοὺς λόγγους, τ’ ἀγρίμια, τὰ ρουμάνια
πέτα τὶς γραβάτες, τοὺς πίλους, τὰ καφτάνια.
Ἄσε γένι, πιάσε σὲ σπηλιὲς λημέρι
στῆσε στὸ ἀσκέρι τοῦ ἐχθροῦ καρτέρι.
Δάγκασε μὲ μίσος σὰν Κυναίγειρος
τὴν ἔπαρση τῶν ξένων καὶ στυγερῶς
διὰ στόματος μαχαίρας πέρασε.
Νιὸ ὅ,τι σ’ ἔκανε πιὰ γέρασε.
Ξέχνα τί σοῦ ’γραφαν τ’ ἀστέρια.
Μεῖνε κι ἂς σοῦ κοποῦν τὰ χέρια,
κι ὅρμα μὲ λύσσα νὰ σφάξεις
τὸν ϐαθυχαίτη στὲς τάξεις
γιατὶ ὅπου πρέπουν ὕμνοι
ποιός ἀνακρούει πρύμνην!
Ὡς ἄλλωστε ἐδήλουν
τὰ λόγια τοῦ Αἰσχύλου
(τῆς μάχης λάτρης).
Τηλόθι πάτρης
’πὰ στὸ μνῆμα
ἕνα ρῆμα
ἂς εἶναι ―
ΜΕΙΝΕ
Ναί!

Τὸ παραπάνω ποίημα ὡς πρὸς τὴν τυπογραφική του ἐμφάνιση, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωση ὀπτικοῦ ποιήματος καθὼς μοῦ φάνηκε πὼς ἀναγνώρισα στὸ τυπωμένο χαρτὶ τὴν ἀντεστραμμένη κάννη ἑνὸς ὅπλου. Ἴσως στὴν αἴσθηση αὐτὴ νὰ μὲ ὁδήγησαν οἱ ἀναφορὲς στὸ τυφέκι τῆς ἐπανάστασης, τὸ λημέρι ποὺ παραπέμπει στὰ καταφύγια τῶν κλεφτῶν τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ καὶ ἐν γένει ἡ ὅλη προτρεπτικὴ σὲ μάχη ἀτμόσφαιρα ποὺ κυριαρχεῖ στὸ ποίημα. Σκέφτηκα λοιπὸν πὼς ὁ Ἀγαθοκλῆς ἀκολουθεῖ τὴν παράδοση τοῦ Σιμμία τοῦ Ροδίου, τοῦ πρωτοπόρου εἰσηγητῆ τῆς ὀπτικῆς ποίησης, πρὶν δηλαδὴ ὁ μοντερνισμὸς μὲ τὸν Ἀπολλιναὶρ πειραματισθεῖ μὲ τὸ εἶδος.

Ὁ τίτλος «Μεῖνε» εἶναι μιὰ κατηγορικὴ εἰς ἑαυτὸν προσταγὴ ποὺ συνειρμικὰ συνδέεται μὲ ἕνα ἐδῶ ἀνάλογο μὲ τὸ τῆδε κείμεθα τοῦ γνωστοῦ σιμωνίδειου ἐπιγράμματος. Ὁ Ἀγαθοκλῆς ἐγγράφει μιὰ πείσμονα ἐπιθυμία παραμονῆς στὸν τόπο του, ἐνῶ μοιάζει νὰ ὑπόκειται στὸ ποίημα ἀντεστραμμένος καὶ περισσότερο προσωπικὸς  ὁ ὅρκος  τῶν Ἀθηναίων ἐφήβων. Προφανῶς αὐτὸς  ὁ  ἰδιότυπος  ξενιτεμὸς ποὺ κόμισε στὸν τόπο μας ὁ κακὸς ἀγέρας τῆς κρίσης διώχνοντας τοὺς νέους ἐπιστήμονες ἀπὸ τὴν πατρίδα, λειτουργεῖ ὡς τραῦμα στὴν ποίηση τοῦ Ἀγαθοκλῆ συνολικά.

Ἤδη σ’ ἕνα ἐξόχως εὐαίσθητο ποίημα τῆς συλλογῆς  Ἄφεσις τὸ θέμα τῆς ξενιτειᾶς ἐμφανίζεται χωρὶς ὅμως νὰ συνοδεύεται ἐκεῖ ἀπ’ τὰ τραυματικὰ βιώματα ποὺ κυριαρχοῦν στὸ νέο ποιητικό του βιβλίο. Παραθέτω ἐκεῖνο τὸ ποίημα:

ΕΙΣ ΦΙΛΗΝ ΞΕΝΙΤΕΥΘΕΙΣΑΝ

Γυρίζω ἐδῶ ποὺ τόσο σὲ ὠνειρεύτηκα
νὰ ϐρῶ κάτι δικό σου…
Ἀπ. Μελαχρινὸς

Περνώντας στὰ μέρη σου, τὸν δρόμο
(ὄχι ἀπ’ τὴ δημοσιὰ ἀλλὰ τὸ γωνιακὸ οἰκόπεδο)
ποὺ χορτάριαζε κάθε καλοκαίρι
θὰ κοιτάξω νὰ σοῦ κόψω λίγα λουλούδια, μιὰ δραξιὰ
τριαντάφυλλο λεβάντα πικροδάφνη.
Θὰ τὰ σμίξω σὲ μπουκέτο μὲ λεπτὸ μίτο ἄνοιξης
μάρτη ἢ τὸν μαίανδρο ἀπ’ τὸν περίτεχνο κεκρύφαλό σου.
Μετὰ θὰ πῶ τὴν προσευχή, νὰ μυρίσεις πρῶτα-πρῶτα
καὶ λίγον οὐρανό, ξέρεις, μαζί της.
Θά ᾿ναι ὅπως τότε ποὺ περίμενες στὴ στροφή.
Αὔριο, λοιπόν, σὰν περάσω ὅπου περνῶ κάθε πρωὶ
θὰ κοιτάξω νὰ σοῦ στείλω ὅ,τι ζητεῖς
ὑστερόγραφα στὰ γράμματά σου:
κάτι νὰ θυμίζει τὸν δρόμο, τὴ δημοσιά, ἐμένα.

pic (01).jpg

Στὶς Ἐξορίες ἐγκαταλείπεται ἡ λυρικὴ ἀποτύπωση τῆς νοσταλγίας γιὰ νὰ πάρει τὴ θέση της ἕνας γοργὸς ρυθμὸς ἐνίοτε φορτισμένος ἀπὸ μία ἐπιθετικὴ αὐτοπεποίθηση. Ἀναφέρω ἐπὶ παραδείγματι ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ποίημα «Τὰ φίδια»:

[…]   Καὶ νά ’μαστε κυνηγημένα φίδια
πρωτόπλαστα ποὺ σέρνονται κατάμονα στὴν ξενιτιά,
μ᾿ ἂν δέρμα νέο ντύνονται γύρο φέρνουν πάντα στὰ ἴδια
χωράφια˙ στὸ κίτρο, στὸ φλαμούρι, στὸ πεῦκο,  στὴν ἰτιά.

Ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ χρήση τοῦ πρώτου πληθυντικοῦ προσώπου, ἡ ὁποία κομίζει ἕνα νέο στοιχεῖο στὴν ποίηση τῆς νεώτατης ποιητικῆς γενιᾶς: τὸ ἐκφρασμένο ποιητικὰ αἴτημα τῆς παλιννόστησης ἀπὸ τὴν ἀκούσια μετανάστευση στὴν ὁποία τὴν ἔχει ὁδηγήσει ἡ οἰκονομικὴ κρίση. Ἀξίζει δὲ ἐπίσης νὰ παρατηρηθεῖ ὅτι ὁ Ἀγαθοκλῆς δίνει στὴ συλλογή του τὸν τίτλο  Ἐξορίες καὶ ὄχι κάποιο συνώνυμο τῆς λέξης ξενιτειά, προφανῶς ἐπειδὴ συνειδητὰ θέλει νὰ  ὑποδηλώσει τὴν ἀναγκαστικὴ στέρηση τῆς πατρίδας. Κάποτε ὅμως, ὅπως στὸ ποίημα «Βουκολικό», ἡ ἐπιστροφὴ στὰ πάτρια ὑπονομεύεται ἀπὸ σαρκαστικὲς καὶ  αὐτοσαρκαστικὲς ὑποδηλώσεις:

[…]   Κάλλιο ντόπιος ποιμὴν
παρὰ ξενιτεμένος λιόντας. Ἀμήν.

Συνολικὰ στὴ συλλογὴ  διαφαίνεται  μία  καινοτόμος ποιητικὴ πρόταση τοῦ νέου ποιητῆ: Συνίσταται στὴν ἐπιστροφὴ στὴ γλωσσικὴ καὶ γραμματειακὴ παράδοση προσαρμοσμένη στὶς συνθῆκες τῆς σύγχρονης νεοελληνικῆς πραγματικότητας.

Ὁ Ἀγαθοκλῆς μὲ κάλβειο πάθος ἀντλεῖ ἀπὸ ὅλο τὸ εὖρος τῆς γλωσσικῆς καὶ ποιητικῆς μας ἱστορίας: ἀπὸ τὸν βαθυχαιτήεντα Μῆδο τοῦ αἰσχύλειου ἐπιγράμματος, ἀπὸ τὰ στερεότυπα ὁμηρικὰ ἐπίθετα, ἀπὸ τὴν ξενιτεμένη Ἀριγνώτα τῆς Σαπφῶς ἕως τὰ φυσέκια καὶ τὰ κλέφτικα λημέρια τῶν δημοτικῶν τραγουδιῶν, χωρὶς νὰ ὑπολείπεται σὲ ἀναφορὲς στὴν εὐρωπαϊκὴ ἱστορία καὶ ποίηση. Στὰ ποιήματά του συναντᾶ κανεὶς ψηφίδες ἀπὸ τὴν τραγωδία, ἀπὸ τὴ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος τοῦ Σολωμοῦ, ἀπὸ τὸν Καβάφη καὶ πλείστους ἄλλους.

Συνοψίζοντας θὰ ἔλεγα, πὼς ἐκπέμπει ἕνα εὐφρόσυνο καὶ εὐπρόσδεκτο μήνυμα ἐπιστροφῆς στὴ γλώσσα ὡς ἐγγύηση μιᾶς οὐσιαστικῆς ποιητικῆς  ἀναγέννησης. Νομίζω ὅτι ὀφείλουμε νὰ τὸν συγχαροῦμε γιὰ τὴν τόλμη καὶ τὴν περηφάνεια μὲ τὴν ὁποία τὸ διατυπώνει.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Βιβλιοπωλεῖο «Ὁ Σπόρος»

Κηφισιά, 31.10.18

Advertisements

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 22. Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου

Félicien_Rops,_Die_Sphinx_(1882)

(Οἱ πέντε ἐποχές, Ἀθήνα, Μελάνι, 2012)

Ἐγὼ ἤμουν ἡ Σφίγγα
ἀλλὰ μέσα ἀπ’ τοὺς αἰῶνες
παραποίησαν τὴν ἱστορία μουἜρχονταν, λοιπόν, ὅλοι
κι ἐγὼ τοὺς ἔλεγα τὸ αἴνιγμα
τῆς ζωῆς μου

«Ποιό εἶναι τὸ ὄν
ποὺ ἀκατάπαυστα πονάει;
»

Αὐτοὶ δὲν ἤξεραν τὴν ἀπάντηση
κι ἐγὼ ἔκλαιγα γοερὰ κι ἀσταμάτητα

Ἔπειτα πνίγονταν
στὰ ποτάμια τῶν δακρύων μου.

~.~
Creation_of_Light

(Ὑπερκαινοφανής, Ἀθήνα, Μελάνι, 2017)

Ἰθαγενεῖς

Βρέθηκα ἐδῶ δύο μέρες μετὰ
κι ἄρχισα νὰ θάβω.
Κι ἂς ἔβρισκα μὲ τὸν Κρέοντα τὸν μπελά μου.

Νὰ φτιάξω τάφο ὀμαδικό;
Νὰ τοὺς θάψω ἕναν ἕναν;
(Μονάχα ἕνα ἄλογο βρῆκα ζωντανό.)

Ἔ, λοιπόν,
πέρασαν ἑκατὸν πενήντα χρόνια
κι ἐγὼ ἀκόμη θάβω.

Μέχρι κι ὁ Καθιστὸς Βούβαλος
ἄκουσα πὼς ἔχει συνθηκολογήσει.

Μὰ ἐγώ,
ἡ Ἀντιγόνη,
κόρη τοῦ Οἰδίποδα,
εἶμαι ἀκόμα ἐδῶ
καὶ θάβω.


Ὁ Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου γεννήθηκε τὸ 1981 στὴν Κύπρο. Τὸ 2008 βραβεύτηκε ἀπὸ τὴν Ἕνωση Λογοτεχνῶν Κύπρου μὲ τὸ Α΄ Βραβεῖο Ποίησης σὲ διαγωνισμό της γιὰ νέους λογοτέχνες. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές του συλλογές: Οἱ πέντε ἐποχές (2012) καὶ Ὑπερκαινοφανής (2017).

Βιβλία αυτοβοήθειας

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Παρά την πρωτοφανή άνθηση των βιβλίων αυτοβοήθειας τις τελευταίες δεκαετίες, ελάχιστοι από τους αναγνώστες τους υποπτεύονται ότι τα πρώτα δείγματα του εν λόγω είδους εμφανίστηκαν πολλούς αιώνες πριν. Συγκεκριμένα τον πρώτο και τον δεύτερο αιώνα μ.Χ. Και αναφέρομαι βέβαια στις πραγματείες “Για μια ευτυχισμένη ζωή” του Σενέκα και το Εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου. Ίσως ακούγεται κάπως καταχρηστική η κατάταξη των δύο κλασικών κειμένων στην ποταπή, υβριδική υποκατηγορία που σχηματίζουν τα βιβλία αυτοβοηθείας και προσωπικής βελτίωσης, μιας και στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με έργα φιλοσοφικά, που εντάσσονται οργανικά στο ρεύμα του στωικισμού. Αλλά, αν και αμφότεροι οι Λατίνοι συγγραφείς απέβλεπαν προφανώς σε διαφορετικούς στόχους, ο παραινετικός τόνος που κυριαρχεί στα κείμενά τους και το γενικότερο ύφος νουθεσίας που τα διέπει, μας επιτρέπει να τα δούμε και υπό άλλο πρίσμα.

Σήμερα ο στωικισμός φαντάζει ανοίκειο και ηθικολογικό –σχεδόν πουριτανικό– φιλοσοφικό ρεύμα[1]. Αν και η αιχμή του δόρατος στην κριτική που του ασκείται έχει να κάνει περισσότερο με την πολιτική μετριοπάθεια που υποτίθεται ότι διακηρύσσει. Στα μάτια των επικριτών του και των ιδεoλογικών του αντιπάλων αυτή αγγίζει τα όρια της ολοσχερούς πολιτικής απάθειας.

Οι υποστηρικτές του στωικισμού χλευάζουν μια τέτοια μομφή και μας καλούν να αναλογιστούμε τον πολιτικό ρόλο και τους θώκους των δυο λατίνων εκπροσώπων του. Δεν μπορεί κανείς να προσάψει αδιαφορία για τα κοινά στον Μάρκο Αυρήλιο που υπήρξε αυτοκράτορας ή στον Σενέκα που χρημάτισε πραίτoρας.

Τι έχουν να πουν όμως στον σημερινό άνθρωπο οι νουθεσίες και οι συμβουλές των δύο ανδρών; Για λόγους οικονομίας ας εστιάσουμε εδώ μόνο στο έργο του Μάρκου Αυρήλιου.

Τα Εις Εαυτόν, που ο συγγραφέας έγραψε, καθώς λέγεται, στη σκηνή του, σε διαλείμματα στρατιωτικών επιχειρήσεων, αποτελούν ουσιαστικά μια σπουδή θανάτου. Κατά θαυμαστό όμως τρόπο, το έργο μετατρέπεται σύντομα σε έναν πρακτικό οδηγό χρηστής διαβίωσης. Αποτελεί επίσης με το σύνολο των επιχειρημάτων του, των στοχασμών, των παραινέσεων και των διατυπώσεών του ίσως την πιο εύστοχη απάντηση στη σοφιστεία του Επίκουρου περί ζωής και θανάτου (βλ. όπου υπάρχει ζωή δεν υπάρχει θάνατος και όπου υπάρχει θάνατος δεν υπάρχει ζωή). Άλλωστε ένας οδηγός για το ζην, θα πρέπει μέχρι ένα σημείο να ασχολείται και με τον θάνατο.

Να διευκρινίσουμε κάτι: ο φόβος του θανάτου σε καμία περίπτωση δεν γίνεται οίστρος της ζωής για τον Λατίνο συγγραφέα. Γράφει με ειρωνεία που τσακίζει κόκκαλα: «… και για τη συνουσία ακόμη να σκέφτεσαι ότι είναι εντερίου παράτριψις και μετά τινός σπασμού μυξαρίου έκκρισις». Η απάντησή του στην μαυρίλα που μας περιβάλλει δεν είναι η λαγνεία ή ο αισθησιασμός, ούτε καν ο έρωτας, με τον οποίο, ειρήσθω και παρόδω, δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου στο βιβλίο του.

Η ζωή είναι μικρή κατά τον Μάρκο Αυρήλιο. Αυτό δεν παύει να το υπενθυμίζει στον εαυτό του. Κάνει τη διαπίστωση όμως χωρίς πικρία, χωρίς αγανάκτηση ή απελπισία. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι η προσήλωση στα πολύ ουσιαστικά. Λέει κάπου αλλού: «Λίγος καιρός σου απομένει. Να ζεις όπως θα ζούσες σε βουνό». Αυτό που πρεσβεύει είναι η ψυχική καθαρότητα, η απλότητα, η ηρεμία. Ο νους αποκαθαίρεται με αγαθές σκέψεις, καθώς λένε οι Ινδοί.

Η δαιμονοποίηση των παθών, που εισηγείται ο στωικισμός, μας κάνει επιφυλακτικούς στις μέρες μας. Στον αιώνα όπου ο καθένας καλείται να υλοποιήσει τα όνειρά του, να “πετύχει” σε επαγγελματικό, κοινωνικό, προσωπικό επίπεδο (η παρακαταθήκη και η μετάλλαξη του american dream στον υπόλοιπο πλανήτη), πως είναι δυνατόν να τιθασεύσουμε, να εξανδραποδίσουμε, να εκμηδενίσουμε, να αγνοήσουμε τα πάθη; Αφού αυτό που μετράει είναι η μονάδα, το άτομο, ο ένας απέναντι στους πολλούς, ο ιδιώτης. Και το άτομο συνίσταται σύμφωνα με τις τρέχουσες πεποιθήσεις από μια δέσμη επιθυμιών. Από αυτήν συγκροτείται η ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είσαι αυτό που κάνεις, είσαι αυτό που θέλεις. Και τα θέλω μας αναμφιβόλως έχουν μια σαφή ματεριαλιστική κατεύθυνση.

Από τα βάθη των αιώνων ακούμε την αυστηρή φωνή του Μάρκου Αυρήλιου να φωνάζει στον βρόντο: «Από τρία πράγματα αποτελείσαι: σώμα, ψυχή και νου. Από αυτά, τα δύο πρώτα σου δόθηκαν για να τα φροντίζεις. Το τρίτο είναι πραγματικά δικό σου». Μια τέτοια προσέγγιση ανοίγει εντελώς άλλες πύλες ερμηνείας στον συσχετισμό σώματος, πνεύματος, συναισθηματικού κόσμου και ταυτότητας. Και βεβαίως επαναπροσδιορίζει την ιεραρχία των αξιών μας.

Ένα από τα προβλήματα που μας κληροδότησε ο 20ός αιώνας ήταν η εξάλειψη της ψυχής. Μπορεί ο Θεός να δολοφονήθηκε λίγο νωρίτερα από τη φιλοσοφία (βλ. Νίτσε) και αυτό να προκάλεσε τριγμούς και σε άλλες μεταφυσικές έννοιες και βεβαιότητες, ωστόσο η ψυχή δέχτηκε το τελειωτικό πλήγμα από την επιστήμη. Και συγκεκριμένα από τη νευροβιολογία.

Πέρασαν λίγοι αιώνες από τότε που ο Τζορντάνο Μπρούνο αναρωτήθηκε «άραγε η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα ή το σώμα μέσα στην ψυχή;». Για να φτάσουμε στον εικοστό και ακόμα περισότερο στον εικοστό πρώτο αιώνα όπου με σκληρό ρεαλισμό θα αποφανθούμε: δεν υπάρχει ψυχή, όλα είναι νευρολογικές συνδέσεις, ηλεκτρικές εκκενώσεις μέσα σε απειροελάχιστους εγκεφαλικούς θαλάμους. Τα πάντα ορίζονται από βιοχημικούς διαβιβαστές.

Από τι αποτελείται λοιπόν ο άνθρωπος; Ποια είναι τα συστατικά του; Τι πραγματικά τον συνθέτει;

Ο Μάρκος Αυρήλιος δίνει τη δική του απάντηση, που αν και έρχεται από παλιά, διατηρεί την φρεσκάδα της και την υπερβατική της ρώμη: «Αποτελούμαι από ύλη και αιτία. Ούτε το ένα ούτε το άλλο θα καταλήξουν στο μη ον. Γιατί ούτε το ένα ούτε το άλλο προήλθε από το μη ον». Σπάνια έχουμε διαβάσει σε ολόκληρη την κλασική ή σύγχρονη γραμματεία κάποιο παράθεμα που να δείχνει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον κοσμικό κύκλο. Ακόμα και ένας επιστήμονας, ένας φυσικός, δεν θα έβρισκε κάτι μεμπτό στη συγκεκριμένη διατύπωση. Το ό,τι η ύλη δεν έχει αρχή ή τέλος, είναι λίγο πολύ κοινή παραδοχή στις μέρες μας. Το ότι δεν χάνεται, αλλά απλώς μετασχηματίζεται, αποτελεί αξίωμα. Επίσης το ότι οι νόμοι της φυσικής παραμένουν αναλλοίωτοι στον χρόνο, είναι γνωστό τοις πάσι (αν και η αιτία που υπαινίσσεται ο Μάρκος Αυρήλιος είναι οντολογικής προέλευσης).

                                                                          ~ . ~

Λέει κάποιος δάσκαλος της yoga ότι το βασικό νοητικό concept που καθορίζει τις ζωές μας είναι η έννοια της έλλειψης. Πάντα κάτι μας λείπει. Πάντα κάτι επιθυμούμε. Αυτή η διαρκής αίσθηση  έλλειψης που κανοναρχεί τον βίο μας μπορεί να βρει ανακούφιση μόνο μέσα από ερεθίσματα που προέρχονται έξωθεν. Αυτά ο φιλόσοφος τα βλέπει ως περισπασμούς. Ως πράγματα που μας αποπροσανατολίζουν και τραβάν την προσοχή μας μακριά από τα ουσιώδη.

«Μήτε πολυρρήμων μήτε πολυπράγμων έσο», λέει αλλού. Μην είσαι φλύαρος, ούτε πολυάσχολος. Με δυο λόγια περιγράφει ένα φαινόμενο που αποτελεί μάστιγα για την εποχή μας. Τη σπατάλη λόγου και τη νευρωσική πολυπραγμοσύνη μας. Όλοι τρέχουμε. Απορροφημένοι από τις δουλειές, τις ασχολίες, τους στόχους, τις επιδιώξεις μας. Όλοι κατατρεχόμαστε από άγχη. Όλοι προσπαθούμε. Κανείς δεν έχει χρόνο. Αδολεσχούμε με την συνεπικουρία της τεχνολογίας. Αλλά το χειρότερο είναι η φασαρία που κάνει ο νους μας. Τα μυαλά μας μοιάζουν με πολύβοα εργοστάσια παραγωγής λόγου ο οποίος συνδέεται κυρίως με επιθυμίες, ματαιωμένες ή μη. Ο αυτοκράτορας- φιλόσοφος στέκεται απέναντι σε αυτή τη βοή και της αντιπαραθέτει την αδιατάρακτη γαλήνη του νου του. Πρόκειται για μια γαλήνη που έχει κατακτηθεί μέσα από ενοράσεις και βαθείς στοχασμούς, και δεν διασαλεύεται εύκολα.

                                                                            ~ . ~

Η πραγματεία Εις Εαυτόν μοιάζει με έναν καθρέφτη που έχει στήσει μπροστά του ο Μάρκος Αυρήλιος για αδυσώπητη αυτοπαρατήρηση. Δεν είναι κάποιο αντικείμενο ναρκισσιστικής και ωραιοπαθούς ενατένισης, αλλά όργανο προσωπικού ελέγχου και προσεκτικής εξέτασης. Ο εαυτός αντιμετωπίζεται ως μέρος του όλου. Άρα το κοίτασμα που διανοίγεται μέσα από την αντανάκλαση του κατόπτρου είναι μια πλευρά του κόσμου που δύναται να μετρηθεί, να γίνει κατανοητή. Απώτερος στόχος της διαδικασίας είναι βεβαίως το ευ ζην. Αλλά με τους όρους και τον τρόπο που το ορίζει η φιλοσοφία. Και συγκεκριμένα ο στωικισμός.

Ο στωικισμός, το αρχαίο φιλοσοφικό σύστημα που παρέμεινε ενεργό για πεντακόσια περίπου χρόνια με σημαντικούς εκπροσώπους από πολλά μέρη του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου, ουσιαστικά δεν έσβησε σχεδόν ποτέ. Αντίθετα, με τις μεταμορφώσεις του και με τους δέοντες μετασχηματισμούς φτάνει ακμαίος και κραταιός (αν και κάπως ακρωτηριασμένος) μέχρι τις μέρες μας. Τα διδάγματά του έχουν διακριτή διείσδυση ακόμα και στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα και την πολιτική ζωή. Άλλωστε η δυνητική πρακτική εφαρμογή των φιλοσοφικών του δογμάτων ήταν και είναι λυσιτελής. Η εποχή μας, με το διάχυτο χρησιμοθηρικό της πνεύμα δεν γίνεται να μην εκτιμά κάτι τέτοιο. Ανάμεσα στους σύγχρονους θιασώτες και θαυμαστές του στωικισμού συγκαταλέγονται, κατά δική τους ομολογία, περσόνες όπως ο Μπιλ Κλίντον (αλλά και παλαιότεροι –και ίσως  πιο φερέγγυοι–  Αμερικανοί πρόεδροι όπως ο Τζέφρεσον και ο Ρούσβελτ), ο Άρλοντ Σβαρτζενέγκερ (!),  ή η Τ. Κ. Ρόουλινγκ.  Πέρα από το φαιδρό κομμάτι στις εμφανίσεις του στωικισμού σήμερα, δεν μπορούμε να αγνοούμε και ένα ισχυρό ρεύμα αναβίωσής του, στην Αμερική κυρίως, που εκφράζεται από έγκριτους φιλοσόφους και στοχαστές, όπως για παράδειγμα ο Μάσιμο Πολιούτσι.

Από την περίοδο της ακμής του ο στωικισμός χαρακτηρίζεται από μεγάλες αντιφάσεις, χάσματα, ρήξεις, όπως συμβαίνει άλλωστε και με κάθε φιλοσοφικό ρεύμα που εξαπλώνεται σε μεγάλο χρονικό εύρος και εκπροσωπείται από πολλές και διαφορετικές φωνές. Δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε τους κυριώτερους εκπροσώπους του: έναν αυτοκράτορα, τον Μάρκο Αυρήλιο, έναν πραίτορα, τον Σενέκα και έναν δούλο, τον Επίκτητο. Οι εγγενείς αντιφάσεις όμως δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ποικίλες και ανοιχτές ερμηνείες.

Γίνεται λοιπόν σήμερα να ακούσουμε με νηφαλιότητα τα διδάγματά του του στωικισμού; Μπορούμε να προβούμε σε γόνιμους αναστοχασμούς πάνω στα ηθικά ζητήματα που εγείρει; Είμαστε σε θέση να αφουγκραστούμε τις υπαρξιακές του αναζητήσεις, τις απαντήσεις που δίνει και τις λύσεις που προτείνει; Μπορεί, τέλος, κάτι τέτοιο να βελτιώσει τη ζωή μας, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο;

Πιθανότατα ο ίδιος ο Μάρκος Αυρήλιος να σήκωνε με αδιαφορία τους ώμους απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ


[1] Ο McLynn είναι αφοριστικός όταν γράφει στον πρόλογο του για την βιογραφία του Μάρκου Αυρήλιου: “A more priggisch, inhuman, killjoy and generally repulsive doctrine would be hard to imagine”.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Αθήνα, Κάκτος, 1992.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Αθήνα, Θύραθεν, 2008.

Διαδικτυακοί σύνδεσμοι: https://dailystoic.com/stoicism-pop-culture/

 

 

Κώστας Ζωτόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

800px-Stavronikita_interior_and_Athos_peak_Aug2006

Διαδοχή

Υποδυόμενος τον αρχηγό
έπινε αργά κρασί απ’ της δυναστείας την κύλικα.
Εκρήξεις και πεδία μαχών,
αναβόσβηναν σώματα ματωμένα, ακίνητα,
στις λάμψεις αστραπών.
Για δηλητήριο και θυσία στους υπηκόους, μιλούσε.
Πίστεψαν λίγοι, αποδέχτηκαν πολλοί,
μέχρι ο επόμενος να τον διαδεχτεί.
Στο βάθος πράσινοι, δροσάτοι δρυμοί
και μια μορφή θεού τις καρδιές παρηγορούσε.

~.~

Οὐρανια ἐλαφρότητα

Μετά τις αστραπές
ελαφράδα τ’ ουρανού, ηρεμία
στον ορίζοντα κυματίζουν σκεπές,
ήχοι μακρινοί απ’ την εκκλησία.

 

Αρχίζει το μάθημά του ο οικονόμος του χρόνου:
«Το πέρας γεγονός
καμπάνες κτυπούν του πόνου
άγνωστος γέροντας ο νέος νεκρός,
η λύπη λυγίζει κάτω απ’ το βάρος
μεγάλων ονείρων, μικρών ευτυχιών,
παλαιών, μα και τόσο χθεσινών.
Ποτέ το πέρας δεν μας σβήνει το θάρρος».

~.~

Χώρα των Βαΐων

Όνοι ονείρου θριαμβεύουν στων Βαΐων τη χώρα.
Αυτή η εικόνα, παλαιά, τον κατακλύζει τώρα
ενώ βαδίζει μες στο πλήθος,
η φωτεινή άφιξη δεν ήταν μύθος.
Στο έδαφος της φαντασίας χαράς μέθη
αργοσβήνει τις εικόνες απ’ τα πένθη.

~.~

Ο αγένειος Ιησούς

Νέος αθώος με αίσθημα θριάμβου
σε θρόνο ουράνιου τόξου καθισμένος
ψηλά, σε φωτεινή νεφέλη,
κρατά ανοιχτή περγαμηνή.
Από τα πόδια του πηγάζουν ποταμοί.
 
Τριγύρω του σε τέσσερα σημεία
όντα φτερωτά της αποκάλυψης
μ’ ένα βιβλίο το καθένα,
άγγελος, μόσχος, λέων, αετός,
τα σύμβολα των ευαγγελιστών.
Εικόνα ψηφιδωτού με ιστορία αιώνων ταραχώδη.
 
Παριστάνει το όραμα αρχαίου προφήτη
που κι αυτός είναι μέσα στην ίδια εικόνα γυρτός
και περιδεής ατενίζει
με τεταμένες τις παλάμες των χεριών
σε θέση μπροστά από τα ώτα.
Εκστατικός πιστός, εμπρός στην αποκάλυψη.
 
Συλλαμβάνει τα άδηλα
με σύγχυση των αισθήσεων.
Ακούει με τις παλάμες των χεριών.
Όχι, δεν βασανίζεται από αμφιβολία,
φόβο αυταπάτης, αγωνία για βεβαιότητα,
τάση για έλλογη σύλληψη του μυστηρίου.
 
Ο αγένειος νέος τού συμβολίζει το μέγιστο
που ασφυκτιούσε πάντα μέσα του,
τη δύναμη πίσω απ’ την κτίση
που πίστεψε και πόθησε να του αποκαλυφθεί.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 21. Νάντια Δουλαβέρα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Νάντια Δουλαβέρα

463308_342058132555059_1070308202_o

(Μεσοτοιχία, Ἀθήνα, Μελάνι, 2018)

Ἡ λάτρα

Τὸν πλένει, τὸν συγυρίζει
μέρα παρὰ μέρα τοῦ ἀλλάζει λουλούδια
ξεριζώνει τὰ ἀγριόχορτα
τρίβει μὲ μανία τὸ μάρμαρο
νὰ φύγει κι ἡ τελευταία κουτσουλιά
περνάει μὲ ἄζαξ τὸ τζάμι τῆς φωτογραφίας του.

Κι ὅσο ἀνοικοκύρευτος ἦταν ἐκεῖνος στὴ ζωὴ
ὅσο τσακωμένος μὲ τὸ νερὸ
τόσο τοῦ ρίχνει αὐτὴ μὲ τὴ λεκάνη
ξεσπάει στὴν πλάκα
νὰ τὴν κάνει καθρέφτη.

Πτῶμα γυρίζει στὸ σπίτι
πέφτει στὸ κρεβάτι
ἀκουμπᾶ τὰ γάντια
προκλητικὸ πορτοκαλὶ στὸ μαξιλάρι του.

~.~

Τὸ τσαντίρι

Οὔτε μιὰ φωτογραφία μὲ τὴν κοιλιὰ ψηλὰ
στὸ οἰκογενειακὸ ἄλμπουμ
κάτι νὰ μοῦ μελετάει γιὰ ἐκείνους τοὺς ἐννιὰ μῆνες
ὅτι τὴν εἶχα στεγνώσει ἀπὸ τοὺς ἐμετούς
ὅτι τῆς μύριζε συνέχεια ψάρι, φράουλες
τοὺς ἐφιάλτες της ὅτι ἔβγαζε ἕνα παιδὶ νεκρό,
μὲ τρία χέρια, χωρὶς κεφάλι –
λέξη.

Ἦταν κι ἐκεῖνο τὸ τσαντίρι πιὸ πέρα
γεννοβολάγανε τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο αὐτὲς
κι ὕστερα ποιός ξέρει τί τὰ κάνανε
τὴν ἔννοια τους εἴχανε οἱ γείτονες
νὰ βγοῦν νὰ τὰ μετρήσουν
καὶ προκειμένου –νὰ φάει ψωμὶ τὸ παιδί–
δὲ βγάζανε κίχ.

Τί φιάσκο, λέω
τὶς φορὲς ποὺ γονάτισα
νὰ ἔβαλα στὸ στόμα μου
τὴ λάθος μάνα.


Ἡ Νάντια Δουλαβέρα μεγάλωσε στὸ Ζευγολατιὸ Κορινθίας. Σπούδασε στὸ Τμῆμα Ἐπικοινωνίας, Μέσων καὶ Πολιτισμοῦ στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο καὶ ἔκανε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὴν Πολιτιστικὴ Διαχείριση (Πάντειο) καὶ τὴ Λογοτεχνία (Birkbeck, Λονδίνο). Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Ἐργάζεται ὡς κειμενογράφος καὶ συντάκτρια περιεχομένου. Γράφει στίχους γιὰ τραγούδια. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Μεσοτοιχία (2018).

 

Ξάνθος Μαϊντάς, Οι τσακαράντες της οδού Αθηνάς

Οἱ ὡραιότερες τσακαράντες τῆς πόλης μας βρίσκονται στὴν ὁδὸ Ἀθηνᾶς, μεταξὺ τῆς Βαρβακείου ἀγορᾶς καὶ τοῦ Μοναστηρακίου. Ἐκεῖ, δηλαδή, ποὺ κάποτε ἦταν στέκι κοριτσιῶν τῆς νύχτας. Συλλογιζόμουνα πόσες φορὲς ἀκούμπησαν τὴν κουρασμένη τους πλάτη στὸν κορμὸ τῶν δέντρων γιὰ νὰ ξαποστάσουν. Εἶμαι σίγουρος πὼς μ’ αὐτὴ τὴν ὤσμωση δώσανε χρῶμα στὸ λουλούδι.
 
Τὸ ὄνομα τοῦ δέντρου εἶναι ΤσακαράνταἸακαράνδη ἡ μιμηλήφυλλος (Jacaranda mimosifolia). Γιὰ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὀνόματος καταθέτω τὰ ἑξῆς: «Μιμηλός» εἶναι ὁ μιμητικός.
 
Μιμηλήφυλλος εἶναι, λοιπόν, γιατὶ ὅλα τὰ φύλλα εἶναι ἴδια (μονόσχημα), ἔτσι ὥστε μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι τὸ ἕνα μιμεῖται τὸ ἄλλο. Οἱ τσακαράντες ἀνθίζουν καὶ βγάζουν θυσάνους μὲ χιλιάδες μπλὲ λουλούδια, ποὺ κρατᾶνε λίγες μόνον ἡμέρες τὸν Ἰούνιο.
 
 
ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ
 
Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες
 
αὐστηρὰ σκυθρωπές,
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.
 
Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων,
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.
 
Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρί
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς
 
ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντά κι ἡδονή.
 
ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Είχα δίκιο που υποστήριζα τον Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Χίλλαρυ Κλίντον; Ἀπολύτως!

τοῦ Slavoj Žižek

slavoj-zizek.jpg

Τὰ τελευταῖα χρόνια, δέχομαι συχνὰ τὴν ἴδια ἐρώτηση ἀπὸ φίλους (καὶ “φίλους”) σχετικὰ μὲ τὸ ἂν ἐμμένω στὴν προτίμηση ποὺ ἐπέδειξα πρὸς τὸν Ντόναλντ Τρὰμπ ἔναντι τῆς Χίλλαρυ Κλίντον, ἢ ἂν τώρα πιὰ παραδέχομαι ὅτι ἔκανα κάποιο λάθος. Εὔκολα θὰ μάντευε κανεὶς τὴν ἀπάντησή μου: ὄχι μόνο ἐπιμένω στὴν ἐπιλογή μου, ἀλλὰ βάσει τῶν γεγονότων τῶν τελευταίων ἐτῶν θεωρῶ ὅτι ἐπιβεβαιώθηκα πλήρως. Γιατί ὅμως;

Ὅπως σημειώνει κι ὁ Γιουβὰλ Χαραρὶ στὸ βιβλίο του Homo Deus, οἱ ἄνθρωποι δεσμεύονται ἀπὸ τὴ δημοκρατικὴ διαδικασία τῆς ἐκλογῆς, μόνο ἐφόσον μοιράζονται κάποιον ἰσχυρὸ δεσμὸ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ψηφοφόρους. Ἂν ἡ ἐμπειρία τῶν λοιπῶν ψηφοφόρων διαφέρει ἀπὸ τὴ δική μου, καὶ ἐὰν θεωρῶ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὰ συναισθήματά μου ἢ αἰσθάνομαι ὅτι δὲ νοιάζονται γιὰ τὰ ζωτικά μου ἐνδιαφέροντα, τότε ἀκόμα κι ἂν εἶμαι ὁ ἕνας στοὺς ἑκατό, δὲν ἔχω κανέναν ἀπολύτως λόγο νὰ ἀποδεχθῶ τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἕνας τρόπος ἐπίλυσης τῶν διαφωνιῶν, ἐφόσον σὲ πρώτη φάση ὑπάρχει συμφωνία ἐπὶ τῶν βασικῶν ζητημάτων. Ἂν ἐκπέσει αὐτὸ τὸ συμβόλαιο, οἱ μόνες διαθέσιμες διαδικασίες εἶναι οἱ διαπραγματεύσεις ἢ ὁ (ἐμφύλιος) πόλεμος. Ἕνεκα τούτου, τὸ μεσανατολικὸ ζήτημα δὲν μπορεῖ νὰ λυθεῖ δημοκρατικὰ μέσῳ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τοῦ πολέμου ἢ τῶν διαπραγματεύσεων.

Ἑπομένως, πῶς συνδέονται ὅλα τὰ παραπάνω μὲ τὴν διαμορφούμενη ἀπώλεια τῆς συμφωνίας ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν στὴν περίπτωση τῆς πολιτικῆς τῶν ΗΠΑ; Ἡ κατάσταση περιπλέκεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ διαφωνία ποὺ ἔχει προκύψει εἶναι διπλῆς κατεύθυνσης: ἀρχικά, ὁ Τρὰμπ διέρρηξε τὴν καθεστηκυία τάξη ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς λαϊκίστικης Δεξιᾶς, κι ἔπειτα, οἱ Δημοκρατικοί (Σάντερς καὶ λοιποί) ἔπραξαν τὸ ἴδιο στὴν Ἀριστερά. Τὰ δύο αὐτὰ ρήγματα δὲν εἶναι, βέβαια, ὅμοια. Ἡ πάλη μεταξὺ τοῦ Τράμπ καὶ τῶν φιλελευθέρων ἀποτελεῖ μιὰ πολιτισμική/ἰδεολογικὴ διαμάχη ἐντὸς τοῦ παγκοσμιοποιητικοῦ καπιταλισμοῦ, ἐνῶ ἡ Ἀριστερὰ ξεκίνησε νὰ ἀμφισβητεῖ τὸν παγκοσμιοποιητικὸ καπιταλισμὸ per se. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 20. Σωτήρης Λυκουργιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Σωτήρης Λυκουργιώτης

84

(Ὁ κύκλος τῆς Ἄλφα, Πάτρα, Ἀχαϊκὲς ἐκδόσεις, 2011 [22018])

Καζαμπλάνκα

Ἐμφανίζεται ἐντελῶς ξαφνικὰ
σὲ ταράτσες αὐτοσχέδιων θερινῶν σινεμὰ
ποὺ παίζουν στὸν τοῖχο Καζαμπλάνκα

Καὶ φεύγει τὸ ἴδιο ξαφνικὰ
λίγο πρὶν ἡ Ἴνγκριντ
πάρει τὸ τελευταῖο ἀεροπλάνο
γιὰ τὴν Ἀμερικὴ
καὶ ἡ τάξη ἀποκατασταθεῖ
μὲ μιὰ σφαίρα

Κι ὅμως Ἐμεῖς
θά ‘χουμε πάντα τὸ Παρίσι

~.~

Ἐκείνη

Αὐτὴ ποὺ στέκει
στὸ κέντρο τῆς πλατείας
μὲ κρύο καὶ βροχὴ
γιὰ νὰ πουλήσει ἀριθμοὺς κινητῆς τηλεφωνίας
σὲ ἀδιάφορους περαστικοὺς
φορώντας τὴ σαχλὴ στολὴ τῆς Ἑταιρείας
κάποτε θὰ ἐκδικηθεῖ
γιὰ αὐτὸ τὸ ψύχος
τῆς γενικῆς ἀδιαφορίας.

Κάποτε θὰ πετάξει
πάνω ἀπὸ τὴν πόλη
κι ὅλοι θὰ τὴν κοιτοῦν μὲ ἐρωτηματικὸ
πῶς τὴν τόση ὀμορφιὰ
δὲν πρόσεξε κανεὶς
κι ἂς ἦταν αὐτὴ
πάντα ἐκεῖ
νὰ στέκει χαμογελαστὴ
στὸ κέντρο τῆς ἀστικῆς μας ἀφασίας.

~.~

2193f9b61674eb1a5373bb0ba39c799f_XL

(Ἱερουργία τῆς ἄνοιξης, Θεσσαλονίκη, Κουρσάλ, 2016)

Ε

Τὰ χείλη της
γυρίζουν στὴν ἄκρη λίγο πρὸς τὰ πάνω,
διαγράφοντας μιὰ μέση γραμμὴ τόσο ὑπέροχη
ποὺ κάποτε
ὅλοι οἱ καλλιτέχνες τῆς art nouveau
θὰ ἤθελαν νὰ μελετήσουν

Λίγο πιὸ πάνω,
τὰ μάγουλα,
διαλύουν κάθε ἀμφισβήτηση
γιὰ τὴν ὀμορφιά της

Καὶ ἔτσι,
ἑκατοστὰ πρὶν δεῖς τὰ μάτια της
διστάζεις

Γιατὶ δὲν μπορεῖς ποτὲ νὰ εἶσαι βέβαιος
γιὰ τὶς συνέπειες

μιᾶς τέτοιας ἐμπειρίας

~.~

Ἡ βροχή

Φαντάζομαι πὼς κάποια στιγμὴ
ἡ βροχὴ
ποὺ διαβρώνει ρυθμικὰ
τὸ ἐπίχρισμα τῶν δρόμων
θὰ σταματήσει

καὶ ξαφνικὰ
χωρὶς προειδοποίηση
ὁ ἥλιος θὰ τὴ διαδεχθεῖ

Γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ ἐπιθυμία
τῆς πόλης τῶν ἀναρριχόμενων
κισσῶν, γιὰ νὰ βλαστήσει
ξανὰ τὸ εἶδος τῶν
ἀνθρώπινων ταξιδιῶν
ποὺ σπείραμε δειλὰ
τὰ χρόνια τῆς βροχῆς
μέσα στὶς γλάστρες
τῶν φτωχῶν διαμερισμάτων

~.~

Ἄνοιξη

Ἄνοιξη εἶναι αὐτὸς ὁ κίτρινος ἀέρας
ποὺ ὅλο ὑπόσχεται πὼς θὰ ‘ρθεῖ
βαμμένος τὰ ἀρώματα τῶν καρπουζιῶν
καὶ τὶς κραυγὲς τῶν σκλάβων

καὶ ἂς μᾶς χωρίζουν πέντε θάλασσες
λευκὰ καὶ μαῦρα πλῆκτρα ὑπολογιστῶν

ὁ ἥλιος δὲν πέθανε
τὸ κόκκινο ποὺ πιστέψαμε δὲν χάθηκε
ἐπωάζεται ἡ γῆ τοῦ χειμώνα
σὰν θαλάσσιο κῆτος προϊστορικῆς ἐποχῆς

τὸ σπέρμα του θὰ γεννηθεῖ
ξανὰ τὴν ἄνοιξη
πάνω σὲ χορὸ ὁργιαστικὸ
τὸ καλοκαίρι θὰ τεμπελιάσει
μαζὶ μὲ τοὺς κηφῆνες καὶ τὸν ἀέρα τοῦ Νότου
θὰ μελαγχολήσει τὸ φθινόπωρο
μαζὶ μὲ τοὺς παλαίμαχους
τῶν συνοικιῶν στὶς παραγκουπόλεις

ὥσπου νὰ φτάσει τὸν χειμώνα
ἐξοργισμένος στὸν γαλάζιο θάνατο

Θὰ ἐξεγερθεῖ
θὰ ἡγηθεῖ τοῦ στρατοῦ τῆς μνήμης
στὶς πεδιάδες τοῦ λευκοῦ ὀλέθρου
θὰ γράψει μὲ αἷμα ἀνεξίτηλο στὸ βράχο.

Μάτια μου,
ἡ ἐποχὴ τῶν πλαστικῶν ἐρωτικῶν
μηχανῶν φτάνει στὸ τέλος της – κράτα γιὰ λίγο

Καὶ μιὰ συμβουλή: μὴν πιστεύεις στὰ δελτία τους,
εἰδικὰ αὐτὰ τοῦ καιροῦ,
μιλοῦν συνεχῶς γιὰ χειμώνα
ἐμεῖς ὅμως ἀνήκουμε στὴν ἄνοιξη


Ὁ Σωτήρης Λυκουργιώτης ἔλαβε τὸ πτυχίο του καὶ μεταπτυχιακὸ δίπλωμα εἰδίκευσης ἀπό τὸ Τμῆμα Πολιτικῶν Μηχανικῶν τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν. Εἶναι ἐπίσης ἀπόφοιτος τοῦ Τμήματος Ἐκπαίδευσης καὶ Ἀγωγῆς στὴν Προσχολικὴ Ἡλικία τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν. Ἀπὸ τὸ 2010 διδάσκει στὸ ΤΕΙ Δυτικῆς Ἑλλάδος. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά του βιβλία: Ἱερουργία τῆς ἄνοιξης (2016), Ἀστικὰ λήμματα (μαζὶ μὲ τὸν Λεωνίδα Πανόπουλο, 2017) καὶ Ὁ κύκλος τῆς Ἄλφα (2018).

*(Ὁ πίνακας προέρχεται ἀπὸ τὴ σειρὰ Ἡ κόκκινη γυναίκα τοῦ Νικήτα Φλέσσα)