Στήλες | Αλλοθροϊσμοί (από τον Βασίλη Πατσογιάννη)

Επιλογές από τη γαλλική ποίηση.

Paul Verlaine, «Όχθες του Παρισιού! Τι χρόνια!…»

*

Οι αποβάθρες

Όχθες του Παρισιού! Τι χρόνια! Είχα την άνεσή μου,
αν όχι πλούσιος, κάτεχα όμως το κατιτί μου…
Ήμουν νεαρός με γούστα όλο ανησυχία
όπως προστάζει η εικονογραφοβιβλιοφιλία.

Μακριά μου η ηλίθια έπαρση: καμπόσος δεν περνιόμουν,
και τότε έστω! Σε τιμαλφείς στιγμές και αν χανόμουν,
και ήμουνα, ή κι όχι, από πικρίες πεισματωμένος
τιμές που αφορούσαν… ή άλλα! Μα όχι χολωμένος!

Άπλωνε ο Σηκουάνας‒ κι είναι πάντα απλωτός‒
σαν φίδι από χρυσά, πράσινα, μαύρα ολόστικτος…
Πάντα ριγά ο αιθέρας… Φίλια η τοποθεσία!…

Bιβλίο όμως πουθενά! Τσιράκια βιβλιοπωλών
Στους πάγκους όλους σκόρπισαν πανωλεθρία
Που έχουν γίνει η ειρωνεία των βιβλιοεραστών.

///

Βιβλιόφοβοι

Στη Γυναίκα όπου αγάπη τέλεια πρέπει να δώσει,
κάθε ελπίδα, ‒κατά βάθος‒ κάθε εμπιστοσύνη,
ωστόσο την καρδιά του η σκιά και η χροιά θα τρώσει,
καρδιά βιβλιόφιλου, παρότι εκ γενετής σε ειρήνη

και σε ανάπαυλα καθημερνά είναι ταγμένη
όπου με το Βιβλίο φτιάχνει τη ζωή του, κι όταν
σε τάφρο απλοϊκή ρίχνει ήσυχη, γαληνεμένη
τον παλαιό του πυρετό, τα πέριξ γεγονότα.

Γυνή άγγελος και δαίμονας, λέει δίστιχο αρχαίο,
υποταγμένη… αλλά και δεσποτική βεβαίως,
κλαψιάρα από τη φύση της μα και… σκληρή επίσης.

Και, αφότου Κύριος οίδε πόσο έχει διαβάσει,
ποιο είναι το κεφάλαιο που έχει φτάσει!
Τον διακόπτει, και αυτός, «μερσί» θα της… ψελλίσει!

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

**

*

Paul Valéry, «Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι…»

*

Ένα ανακάτεμα το πνεύμα

Εικόνες, αναμνήσεις, πρόζες, στίχοι, φράσεις,
όσα από ύπνο ή έρωτα μέσα έχουν περάσει,
όσα η τύχη ή οι θεοί μάς έχουνε δωρίσει,
ένα άλμπουμ με θραύσματα ζωής έχουν γεμίσει.

Χαζό, άτοπο, ανοίκειο, συμπαθές, κατά το ρεύμα,
ένα ανακάτεμα και τίποτε άλλο είναι το πνεύμα,
δούλος μιας μύγας ή κυρίαρχος κάποιου νόμου,
από όπου κάθε λεπτό ξεμπλέκει το ΕΓΩ μου.

///

[Έχετε γεια…!]

Έχετε γεια…! ωραίες μου εικόνες, προς τα σας πηγαίνει
η αγκαλιά, λιμάνι λες κι είστε που δεν χορταίνει!
Εμπρός, καράβια άγρια με φτερά ορθωμένα στα ύψη,
κινδύνων ιστιοφόρα που ’χει ο Χάρος σπιρουνίσει!
Γρήγορα…! θα χαθεί ο Τάνταλος μέσα στο βράδυ…
Και τότε ένα Τριαντάφυλλο μες στο μοιραίο σκοτάδι,
καθώς η εφήμερη των ουρανών χαρά θα σβήσει,
ένα έσχατο εντελώς, ένα τριαντάφυλλο της Δύσης
χλομό μες στο αχανές το βράδυ θα ανατριχιάζει…
Στου εξώστη το κατάρτι πλέον δεν βλέπω να σπαράζει
συλφίδα με σημαίας χρώμα από αύρα που μεθάει,
και η ψυχρή πνοή που και το δέρμα διαπερνάει
λες και από ένα ζοφερό καρνάγιο μέσα φτάνει
που δεν είναι άλλο απ’ το μεγάλο ετούτο το λιμάνι!
Παράθυρα κλείστε, κλείστε παράθυρα δαρμένα!
Μεγάλα μάτια με της γνήσιας νύκτας τη φοβία!
Κι εσύ από τα ύψη με τα άστρα τα σπαρμένα
δέξου την μπολιασμένη από μυστήριο και ανία
κείνη τη μητρική των στοχασμών σου αλαλία…

///

Α λ λ ο θ ρ ο ϊ σ μ ο ί
μεταφράζει ο
Βασίλης Πατσογιάννης

***

Stéphane Mallarmé, «Στην πέτρα πάνω του Μπωντλαίρ…»

*

To Γλαυκό

( L’ azur )

H ήπια ειρωνεία του αιώνιου γλαυκού
ράθυμα όμορφη όπως τα άνθη πέφτει πάνω
σε ανάξιο ποιητή που βρίζει τον νωθρό του νου
περνώντας μέσα από μια άγονη έρημο Βασάνων.

Μάτια κλειστά, φυγάς, νιώθω ότι παρατηρεί
με μιαν ανήλεη της μεταμέλειας μανία,
την άδεια την ψυχή μου. Πού πάω; Ποια νύχτα ζοφερή
να ρίξω, ράκη, σε άσπλαχνη να ρίξω υπεροψία;

Σήκω, ομίχλη! Άπλωσε μονοτονία τεφρών,
κορδέλες στα ουράνια καταχνιάς να σύρεις
που θα πνίξει των φθινοπώρων το έλος το ωχρό,
μία μεγάλη σιωπηλή οροφή να ανεγείρεις!

Μάζεψε, εσύ από λίμνες αφού βγεις της λησμονιάς,
καθώς θα φτάνεις, άοκνα να βουλώσεις, φίλη Ανία,
τρύπες κυανές, με ισχνά καλάμια κι ύλη λασπουριάς,
μεγάλες, των πουλιών που έχει ανοίξει η κακία.

Aκόμη! Οι καμινάδες συνεχώς οι θλιβερές
ας καιν, και μία φυλακή καπνιάς που όλο σαλεύει
στη φρίκη μέσα ας σβήνει από τις μαύρες της ουρές
κίτρινο ήλιο που στον ορίζοντα τελεύει!

Σε σε προστρέχω, ω ύλη (περισσότερα…)

Charles Beaudelaire, «Θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν…»

*

Τοπίο

Αυθεντικά ειδύλλια θα ήθελα να πλάσω
και, σε όνειρο θαρρείς, με τα καμπαναριά κοντά μου,
ύμνους ιερούς καθώς ο αέρας φέρνει ώς τα αυτιά μου,
σαν αστρολόγος πλάι στον ουρανό να ξαποστάσω.
Τα χέρια στο πηγούνι μου, ψηλά από τη σοφίτα
θα δω το εργαστήριο όλο τραγούδι και φλυαρία,
καμπαναριά, φουγάρα, λες της πόλης τα ιστία,
και τους βαθιούς τους ουρανούς, αιώνιοι σαν να ήταν.

Είναι όμορφο, μες από τις ομίχλες να γεννιέται
το άστρο του γλαυκού, στο παραθύρι η λάμπα πλάι,
ποτάμι από κάρβουνο που στα ουράνια πάει,
και της σελήνης η αχνή σαγήνη να σκορπιέται.
Φθινόπωρα θα αντικρίσω, ανοίξεις, καλοκαίρια
κι όταν της χειμωνιάς χιόνια μονότονα απαντήσω,
παντού πόρτες, παράθυρα θα πρέπει να σφαλίσω
στη νύχτα τα παλάτια για να χτίσω τα αιθέρια.
Τότε θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν, (περισσότερα…)