Μήνας: Ιανουαρίου 2016

Λεωνίδας Σταματελόπουλος: Ο διάλογος ως πρόσχημα

Η υπόθεση της παράστασης Ισορροπία του Νας την οποία το Εθνικό Θέατρο αναγκάστηκε να αφαιρέσει πρόωρα από το πρόγραμμά του λόγω των αντιδράσεων που προέκυψαν επειδή αυτή βασίστηκε εν μέρει σε κείμενα του Σάββα Ξηρού, επανέφερε στο προσκήνιο το φαινόμενο της τρομοκρατίας και της πρόσληψής της στον δημόσιο λόγο.

τρομοκρατία 1

Στα δύο προηγούμενα τεύχη του, το Νέο Πλανόδιον αφιέρωσε πολλές σελίδες τόσο στο ζήτημα της τρομοκρατίας όσο και στο συναφές ζήτημα του πολιτικού ολοκληρωτισμού. Αφορμή ορισμένων κειμένων ήταν η, επίκαιρη τότε, έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα, Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη (Λιβάνης, 2014) που είχε ξεσηκώσει παρόμοιες διαμαρτυρίες. Στον, εν μέρει ιδιαίτερα έντονο, αντίλογο που αναπτύχθηκε, πήραν μέρος έξι συνολικά συγγραφείς: οι Νικόλας Σεβαστάκης, Κωνσταντίνος Πουλής, Λεωνίδας Σταματελόπουλος, Κώστας Δεσποινιάδης, Γιάννης Καλιόρης και Φώτης Τερζάκης. Από αυτόν, αναδημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο κείμενο του Λεωνίδα Σταματελόπουλου (ΝΠ2, καλοκαίρι 2014, σ. 258-262), που ασκεί κριτική σε προγενέστερο άρθρο του Φώτη Τερζάκη δημοσιευμένο σε διαδικτυακό μέσο. Αμέσως προσεχώς θα ακολουθήσει η απάντηση του Τερζάκη και η ανταπάντηση του Σταματελόπουλου, ενώ σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο θα αναρτηθούν και τα υπόλοιπα κείμενα.

***

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΩΣ ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ἡ συζήτηση –ἢ ἡ ἀντιδικία– γύρω ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα, Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη (Λιβάνης, 2014) δὲν ἔλαβε κάποια ἀξιόλογη ἔκταση ἤ, ἂν ὄντως ἔλαβε, αὐτὸ δὲν ὑπέπεσε στὴν ἀντίληψή μου. Μιὰ ἀπὸ τὶς ἐξαιρέσεις, τὸ κείμενο τοῦ Φώτη Τερζάκη μὲ τίτλο «Τρομοκρατία τῶν ἰδεῶν καὶ φιλελεύθερη ὑποκρισία» ποὺ ἀναρτήθηκε στὸ ἱστολόγιο Poetry Bar στις 18 Μαρτίου.

Στὸ ἄρθρο τοῦ Φώτη Τερζάκη ἐντοπίζεται μιὰ ἑρμηνευτικὴ τῶν πραγμάτων ποὺ διαπερνᾶ μεγάλη μερίδα τῆς ἀριστερᾶς, ἀσχέτως ἂν τὸ ἴδιο διαπνέεται ἀπὸ μιὰ ἀκροαριστερή, ἐπαναστατικὴ λογική. Ὡς ἄκρα ἀριστερὰ νοοῦνται ἐδῶ ἐκεῖνες οἱ πολιτικὲς ἀντιλήψεις ποὺ θεωροῦν ὡς ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κομμουνιστικοῦ ἢ κατ’ ὄνομα χειραφετητικοῦ πολιτικοῦ τους προτάγματος, τὴ βίαιη, ἔνοπλη, ἀνατροπὴ τῆς κατεστημένης τάξης πραγμάτων. Ὅμως οἱ ἐξτρεμιστὲς ποὺ διενεργοῦν ἐν καιρῶ εἰρήνης τρομοκρατικὲς ἐπιθέσεις μὲ θύματα ἀνυποψίαστους πολίτες (φυλασσόμενους ἢ μὴ) εἶναι μιὰ ἰδιαίτερη μερίδα καὶ δὲν ταυτίζονται μὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν ὀργάνωση καὶ διεξαγωγὴ τοῦ ταξικοῦ πολέμου ὑπὸ προϋποθέσεις. Βέβαια, μετὰ τὴ Μεταπολίτευση καὶ τὴν ἰδεολογικὴ ἡγεμονία τοῦ ἀριστερόστροφου λαϊκισμοῦ, ποὺ κατέλαβε καὶ χρησιμοποίησε πρὸς ὄφελός του τοὺς κρατικοὺς μηχανισμούς, τὸ κύρος τῆς ἀριστερᾶς εἶναι τόσο αὐξημένο ποὺ τὸ ἐπικαλοῦνται πολλοί. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ὁδηγεῖ στὴν πολυσημία καὶ ἀοριστία τοῦ ὄρου καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ γενίκευση εἶναι ἐπισφαλής. Παρ’ όλα αὐτὰ δὲν θὰ ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια κανεὶς ἂν ἰσχυριζόταν ὅτι στὸ κείμενο τοῦ Τερζάκη ἀναπτύσσεται μιὰ ἐπιχειρηματολογία λιγότερο ἢ περισσότερο συνήθης σὲ ἰδεολογικοποιημένες καὶ πολιτικοποιημένες μερίδες ποὺ αὐτοκατανοοῦνται ὡς ἀριστερὲς – μὲ τὴν ἐξαίρεση τῶν ἐκφραστῶν τοῦ χώρου τῆς δημοκρατικῆς ἀριστερᾶς.

Τὸ κείμενο γράφτηκε μὲ ἀφορμὴ κάποιες ἀπὸ τὶς δημόσιες ἀντιδράσεις ποὺ ἀκολούθησαν τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα. Βασιζόμενος σὲ αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις, ὁ Φ.Τ. προβαίνει σὲ μιὰ κρίση ποὺ δίνει καὶ τὸν τίτλο στὸ κείμενό του: «Ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ξεγυμνώνει ἀκόμα μιὰ φορά, καὶ πρωτίστως, τὴν κατὰ συρροὴν φιλελεύθερη ὑποκρισία ποὺ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν παύει νὰ διακηρύσσει ὅτι “διώκονται οἱ πράξεις, ὄχι οἱ ἰδέες”».

Κατ’ ἀρχὰς ἂς ἐμμείνουμε στὰ γεγονότα. Μεγάλος ἐκδοτικὸς οἶκος ἀνέλαβε τὴν ἔκδοση καὶ τὴν κυκλοφορία τοῦ ἐν λόγω βιβλίου. Ὅσο γνωρίζω, τὸ βιβλίο τοῦ Κουφοντίνα ἐκτέθηκε μάλιστα στὶς προθῆκες  μεγάλων βιβλιοπωλείων. Κανεὶς εἰσαγγελέας δὲν ἀσχολήθηκε, ὣς τώρα τουλάχιστον, μαζί του, οὔτε ἄκουσα γιὰ ὀργανωμένους ἢ «αὐθόρμητους» πολίτες ποὺ προσπάθησαν νὰ ματαιώσουν τὴν πώλησή του. Στὸ διαδίκτυο πληροφορήθηκα ὅτι ἕνα βιβλιοπωλεῖο, τὸ Free Thinking Zone, ἀρνήθηκε νὰ τὸ διαθέσει ἀλλά, καὶ πάλι, δὲν βλέπω σ’αυτὸ μιὰ προσπάθεια λογοκρισίας ἤ, πολὺ περισσότερο, ὑποκρισίας. Τὸ βιβλιοπωλεῖο ὡς ἰδιωτικὴ ἐπιχείρηση ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ μὴν έπιθυμεῖ νὰ προβάλει τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Κουφοντίνα, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸς στὸ βιβλίο του ἐκθέτει μόνον τὸ ἰδεολογικὸ πιστεύω του, ἐντελῶς ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς δολοφονίες ποὺ διέπραξε. Δόξα τῷ Θεῶ, πλῆθος ἀριστερῶν ἢ ἀναρχικῶν ἐκδοτικῶν οἴκων καὶ βιβλιοπωλείων δραστηριοποιοῦνται στὴν ἐπικράτεια. Βάσιμα μπορεῖ νὰ εἰκάσει κανεὶς ὅτι ὁ ένδιαφερόμενος μπορεῖ εὔκολα νὰ  προμηθευτεῖ ἔνα βιβλίο σὰν αὐτὸ. Ἄλλωστε, δεδομένων τῶν ἀντιλήψεών της, ἡ ἰδιοκτήτρια τοῦ βιβλιοπωλείου εἶναι πιθανὸ νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται γιὰ ἕνα κοινὸ πού, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐκφράσεις τοῦ Τερζάκη, ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσει «ψύχραιμα καὶ ἀποστασιοποιημένα» τὸν ρόλο τῆς 17 Νοέμβρη, νὰ κρίνει «τὶς στρατηγικές της ἐπιλογὲς» ἢ νὰ ποριστεῖ «διδάγματα ἀπὸ τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἀστοχίες της». Ὅπως δήλωσε ἡ ἴδια: «Ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὸ ἀναφαίρετο δικαίωμα τοῦ καθενὸς στὴν ἐλευθερία. Ἀναφαίρετο ὅμως δικαίωμα εἶναι πρωταρχικὰ ἡ ζωή. Τὸ πρῶτο χωρὶς τὸ δεύτερο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει». Καμιὰ λοιπὸν «φιλελεύθερη ὑποκρισία» ἴσαμε ἐδῶ· τὸ βιβλίο κυκλοφορεῖ κανονικὰ ὅπως κάθε βιβλίο καὶ διάγει τὸν βίο του ἀπρόσκοπτα ὅπως κάθε κυκλοφοροῦν προϊόν.

Πέρα ἀπὸ τὰ ὅσα περὶ ὑποκρισίας στηλιτεύονται ἐκεῖ, τὸ κείμενο τοῦ  Φ.Τ. διέπεται ἀπὸ μιὰ ὁρισμένη λογικὴ καὶ μιὰν ἀντίστοιχη ἐκφραστική. Ὁ ἴδιος θέτει ὡς προϋπόθεση κάθε διαλόγου τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ ὄρου «τρομοκρατία» γιὰ δολοφονίες ὅπως αὐτὲς τῆς 17 Νοέμβρη ἢ ἄλλων ἀριστερῶν «ἔνοπλων ἀντάρτικων», ὅπως ὁ ἴδιος τὰ ἀποκαλεῖ, καὶ τὸν ἐπιφυλάσσει ἀποκλειστικὰ γιὰ μορφὲς μαζικῆς βίας ποὺ θέτουν στὸ στόχαστρό τους ὁλόκληρους πληθυσμούς. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ακόμη και συγγραφείς της μαρξιστικής παράδοσης ἀναφέρονται στὸν ὄρο «ἀτομικὴ τρομοκρατία», ἀναλύοντάς τον συνάμα, ὁ Τερζάκης θὰ μποροῦσε, ἐπὶ τὴ βάσει τοῦ ὁρισμοῦ ποὺ ὁ ἴδιος θέτει, νὰ προσθέσει καὶ ἄλλα παραδείγματα, ὅπως τὶς μερίδες τῶν Γάλλων Ἐπαναστατῶν καὶ τὶς διαδοχικὲς φάσεις τῆς τρομοκρατίας ποὺ ἑξαπέλυσαν· ἢ ἀκόμη τὶς ποικίλες ἐκδοχὲς τῶν κομμουνιστικῶν καθεστώτων, ὅπως ἡ σταλινικὴ ἢ ἡ μαοϊκὴ καὶ ἡ πολιτισμική της ἐπανάσταση· ἢ ἀκόμη τὶς πρακτικές του Πὸλ Πότ. Ὅμως ὁ συγγραφέας δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τέτοια ἢ ἄλλα παραδείγματα· στόχος του εἶναι νὰ καταδείξει ὅτι τρομοκρατοῦν οἱ σύγχρονες δημοκρατίες, «αὐτὰ τὰ μορφώματα κοινοβουλευτικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ», ὅπως τὶς ἀποκαλεῖ. Ὅλο τὸ κείμενο διέπεται ἀπὸ τὴν πρόθεση νὰ μᾶς δείξει ὅτι ζοῦμε ὑπὸ ὁλοκληρωτικὸ καθεστὼς καὶ συνεπῶς ἡ θεμελιώδης λειτουργία τῶν δυνάμεων τῆς δημόσιας τάξης καὶ ἀσφάλειας εἶναι ἡ μαζικὴ καταστολή· ὅτι οἱ δικαστικὲς καὶ διωκτικὲς ἀρχὲς βασανίζουν καὶ ἐνίοτε ἐγκληματοῦν· ὅτι οἱ ἀσκούμενες πολιτικὲς ἀπὸ τὶς κυβερνήσεις τοῦ Μνημονίου ἔχουν περισσότερα θύματα ἀπὸ τὴ 17 Νοέμβρη· ὅτι τὰ θύματα τῆς 17 Νοέμβρη δὲν εἶχαν ἀναίμακτα χέρια. Ἐκτιμήσεις καὶ ἑρμηνεῖες γύρω ἀπὸ κοινωνικοπολιτικὰ συστήματα, πολιτικὰ μέτρα, κρατικὲς λειτουργίες, ἀτομικὲς βιογραφίες συγκρίνονται μὲ συγκεκριμένες δολοφονίες συγκεκριμένων ἀνθρώπων μὲ πρόθεση πολεμικὴ καὶ συμψηφιστική. Ὅλα αὐτὰ ὅμως συνιστοῦν μετάβασιν εἰς ἄλλο γένος καὶ σύγχυσιν τῶν ἀσυγχύτων – γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐκφράσεις τῶν παλαιῶν.

Εἶναι πρόδηλο ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ ἄρθρου τοῦ Τερζάκη εἶναι πολεμικὸς καὶ ἡ στόχευσή του διττὴ. Ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ θέλει νὰ καταδείξει ὅτι ζοῦμε ἤδη σὲ πόλεμο καὶ νὰ ἀποενοχοποιώσει συνάμα τὶς δολοφονίες τῶν τρομοκρατῶν τῆς 17 Νοέμβρη. Ἄλλωστε, πάγια σχεδόν τακτική τῆς ἄκρας άριστερᾶς –τακτικὴ ποὺ δὲν ἀφήνει ἀνεπηρέαστες καὶ μεγάλες μερίδες τῆς ἀριστερᾶς– εἶναι νὰ ἐντοπίζει περιθωριακῆς σημασίας λειτουργίες κρατικῶν ὀργανώσεων καὶ νὰ τὶς ἀνακηρύσσει οὐσιῶδες χαρακτηριστικό τους. Γιὰ παράδειγμα, οἱ δυνάμεις ἀσφαλείας ὁρίζονται ὡς «μηχανισμοὶ καταστολῆς», ἐνῶ στὴν πράξη ἐλάχιστα λειτουργοῦν ὡς τέτοιοι. Γιὰ τὴν ἄκρα ἀριστερὰ εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναδεικνύει ὡς μείζονες τὶς διαιρετικὲς τομὲς ποὺ αὐτὴ προκρίνει, ἀσχέτως ἐν πολλοῖς τοῦ κοινωνικοῦ βίου, γιατί μόνον ἔτσι μπορεῖ νὰ κάνει ὁρατὲς τὶς «ἐμπόλεμες συνθῆκες» ἐντός τῶν ὁποίων ἰσχυρίζεται ὅτι ζοῦμε. Κατ’ οὐσίαν, καὶ αὐτὴ ἡ κρίση μας δὲν συνιστὰ δίκη προθέσεων, ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξωθήσει τοὺς πάντες νὰ ἐπιλέξουν στρατόπεδο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, κι αὐτὸ ἔχει τὴ σημασία του, ἐπιδιώκει νὰ ἀντιστρατευθεῖ ὅσους ἀποπειρῶνται τὰ τελευταῖα χρόνια νὰ ἀποδομήσουν τὴν προπαγάνδα περὶ ἠθικῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀριστερᾶς, προπαγάνδα ποὺ ὑπῆρξε ὅπως γνωρίζουμε ἐπὶ δεκαετίες πολύ ἀποτελεσματική. Αὐτὴ τὴν αὐτοκατανόηση τῆς Ἀριστερᾶς ἐξέφρασε ὁ Νίκος Γιαννόπουλος μὲ τὸν πλέον ἁδρὸ τρόπο στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα: «Ποιά πειστικότερη ἀπόδειξη ὅτι ἡ “ἀπὸ δῶ πλευρὰ ” παραμένει ἠθικά, μορφωτικά, ἀξιακά, ὀντολογικά [sic!], ἂν θέλετε, ἀνώτερη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της;» Ἠ πρόθεση τοῦ Τερζάκη νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ἠθικὴ ὑπεροχὴ τῆς ἀριστερᾶς δηλώνεται ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες φράσεις τοῦ κειμένου του ὅταν κρίνει ὅτι προβεβλημένα στὸν δημόσιο βίο πρόσωπα, ποὺ ἀντέδρασαν στὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου εἴτε μὲ ἀνακοινώσεις τους εἴτε ἀρθρογραφῶντας, «τρομοκρατοῦν». Διερωτώμενος γιὰ τὶς πιθανὲς ἐπιδιώξεις τους, σημειώνει: «Ποιόν ἐπιδιώκουν νὰ τρομοκρατήσουν; […] Ἢ ὁλόκληρη τὴν ἀριστερὰ στὸ πλαίσιο ἑνὸς βρώμικου πολιτικοῦ παιχνιδιοῦ κατασπίλωσης καὶ συκοφάντησης ἐνόψει τοῦ τρόμου ποὺ διακατέχει ὅλο τὸ σαθρὸ πολιτικὸ σύστημα καὶ τοὺς προστάτες του ἀπέναντι στὸ ἐνδεχόμενο μιᾶς ἐκλογικῆς νίκης τοῦ ΣΥΡΙΖΑ (ὅ,τι κι ἂν συνεπάγεται αὐτὸ στὴν πράξη);».

Ἠ εἰσαγωγὴ καὶ ὁ ἐπίλογος τοῦ Τερζάκη δείχνουν ὅτι τὸ ἄρθρο του ἀπευθύνεται σὲ ἕνα κοινὸ ποὺ πρέπει νὰ πείσθει ὅτι ὁ ΣΥΡΙΖΑ δὲν σχετίζεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπο (ἰδεολογικὸ κυρίως) μὲ τὴν λογικὴ καὶ τὴν πρακτικὴ τῆς τρομοκρατίας. Προσπάθεια ὡστόσο περιττή, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὀ Τερζάκης δὲν διαπιστώνει δεσμοὺς πρὸς τὴν τρομοκρατία οὔτε κἂν στὴν περίπτωση τῆς 17 Νοέμβρη, ἀλλὰ αὐτούς ὅπως εἴδαμε τοὺς βλέπει στὸ Κράτος. Ἀκόμη καὶ νὰ ὑπῆρχαν τέτοιες διασυνδέσεις τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ὅπως τοῦ καταλογίζουν οἱ ἀντιπαλοί του, αὐτὸ δὲν θὰ ἐπρεπε νὰ ἔχει καμιὰ σημασία γιὰ τὸν Φ.Τ. καὶ τοὺς ὁμοϊδεάτες του. Ἄρα τὸ κείμενό του δὲν ἀπευθύνεται σὲ ὁμοϊδεάτες (ἴσως σὲ ὁρισμένους μόνο, προκειμένου νὰ μείνουν στερροὶ στὶς πεποιθήσεις τους) ἀλλὰ στοὺς ἄλλους ποὺ μπορεῖ νὰ πιστέψουν τὶς καταγγελίες ποὺ ἐκτοξεύουν κατὰ τοῦ ΣΥΡΙΖΑ οἱ πολιτικοί του ἀντίπαλοι. Τὸ διακύβευμα συνεπῶς εἶναι πολὺ εὐρύτερο. Τὸ μεῖζον ποὺ κρίνεται ἐδῶ εἶναι ἡ ἀντίληψη περὶ ἠθικῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀριστερᾶς, ἀντίληψη ποὺ βάλλεται ὄχι μόνο, φεῦ, ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς ἐπαράτου δεξιᾶς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φιλελεύθερους, ἀριστεροὺς καὶ ποικίλους ἀριστερογενεῖς. Οἱ συσχετισμοὶ ποὺ καθιερώθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεταπολίτευσης δείχνουν νὰ ἀλλάζουν. Ἂν ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἐνδώσει στὶς ἐγκλήσεις τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων ποὺ τὸν καλοῦν νὰ καταστεῖ καὶ συμβολικὰ ἕνα νομιμόφρον ἀστικὸ κόμμα δηλώνοντας ἀπερίφραστα τὴν προσήλωσή του στοὺς ἀστικούς, δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ ἰδεολογικό τους πλαίσιο, ἴσως νὰ ἔκανε πράξη αὐτὸ ποὺ φοβᾶται καὶ ἀπεύχεται ὁ Φώτης Τερζάκης: «γιὰ φανταστεῖτε μιὰν ἀριστερὰ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ συμμορφώνεται στὶς ἐντολὲς τῶν Κανέλληδων, Μανδραβέληδων, Πρετεντέρηδων, Εὐαγγελάτων κ.ο.κ. νὰ ξεκινάει κάθε πολιτική της ἐκτίμηση γιὰ ἱστορικὰ γεγονότα μὲ δηλώσεις μεταμέλειας καὶ νομιμοφροσύνης, ἀποκηρύσσοντας ἐκεῖνο ποὺ δὲν κήρυξε ποτέ! Εὔχεται μόνο κάποιος νὰ εἶχε ὀ ΣΥΡΙΖΑ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τόλμη νὰ βγάλει ἀληθινοὺς τοὺς φόβους τοῦ Ἠλία Κανέλλη καὶ τῶν ὁμοίων του (γιὰ τὸ ὁποῖο, δυστυχῶς, πολὺ ἀμφιβάλλω…)!».

Προσωπικὰ δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ εὔχεται κάποιος νὰ εἶχε ὁ ΣΥΡΙΖΑ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τόλμη νὰ πράξει κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ ΣΥΡΙΖΑ δὲν τὸ θέλησε οὔτε τὸ διακήρυξε ποτὲ. Νὰ τὸ ποῦμε ἀλλιῶς: εἴτε οἱ φόβοι ὅλων αὐτῶν τῶν φιλελευθέρων εἶναι ἀβάσιμοι, καὶ συνεπῶς ο λόγος τους λειτουργεῖ πρὸς ἐκφοβισμὸ τῆς κοινωνίας, εἴτε εἶναι βάσιμοι κι ἔτσι ἀποκτοῦν νόημα καὶ οἱ εὐχὲς τοῦ Φώτη Τερζάκη.

Σὲ ἕνα ἄρθρο ποὺ οἱ προκείμενες τῆς σκέψης τοῦ συγγραφέα του –ὣς ἕνα βαθμὸ ἀναπόφευκτα λόγω τῆς περιορισμένης του ἔκτασης– τίθενται δίχως τὴν παραμικρὴ διερώτηση ἢ τὴν ἀνάδειξη, ἔστω, ἑνὸς προβληματισμοῦ, καὶ ὑπὸ ἕναν τέτοιο διανοητικὸ προσανατολισμὸ, ἡ ἀναφορὰ σὲ προϋποθέσεις τοῦ διαλόγου μοιάζει μὲ διαπραγμάτευση ἐν καιρῶ πολέμου. Εἶναι δηλαδὴ πλήρως προσχηματική. Καὶ ἐπειδὴ περὶ ὑποκρισίας ὁ λόγος ὀφείλουμε νὰ σημειώσουμε, καὶ πάλι, ὅτι ὑποκρισία, συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητη, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μονάχα ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἰδεώδη καὶ τὰ ἰδεώδη δημιουργοῦν μιὰ ἐντασιακὴ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Αὐτὴ ἡ παρατήρηση δὲν γίνεται μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐξοβελίσει τὰ ἰδεώδη ἀλλὰ γιὰ νὰ τονίσει τὸ ἀναπόδραστο τῆς ὑποκρισίας. Ἔξω ἀπὸ τὴν ψυχολογία ὅμως, ὑπάρχει μιὰ πολιτικοκοινωνικὴ πραγματικότητα ποὺ ἐπέτρεψε, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς προθέσεις τοῦ οἱουδήποτε, στὸ βιβλίο τοῦ Δημήτρη Κουφοντίνα νὰ κυκλοφορήσει καὶ στὸν ἐνδιαφερόμενο νὰ μπορεῖ νὰ τὸ βρεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα. Ἀκόμη περισσότερο: ποὺ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ καταστεῖ ἀντικείμενο δημόσιας συζήτησης.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ

Advertisements

«Λοξές ματιές»: Κυνηγός και Ψαράς

ΚΗΝ-ΨΑΡ.jpg

Αντικρίζουμε, συνήθως, τον ψαρά με συμπάθεια, ενώ τον κυνηγό (τουλάχιστον οι περισσότεροι από εμάς, που είμαστε γαλουχημένοι με το πνεύμα του politically correct) με αγανάκτηση. Και δεν έχουμε άδικο. Το αλιεύειν, με την παθητικότητα που το διακρίνει, φαίνεται άκακο, πράο, ακίνδυνο, φιλικό. Το κυνήγι αντιθέτως συγκεντρώνει μια πλειάδα αρνητικών χαρακτηριστικών: είναι άγριο, επιθετικό, ενεργοβόρο, προσιδιάζει στον πόλεμο. Ένας τέτοιου τύπου διαχωρισμός ερείδεται και σε μοτίβα βαθιά ριζωμένα στην λαϊκή μας αντίληψη, που εντοπίζονται σε μύθους, ιστορίες, δοξασίες, ανέκδοτα, παραμύθια και παροιμίες. Ο κυνηγός ως αρχετυπική μορφή είναι συνυφασμένος με την περιπέτεια, την άλην, την αναζήτηση, αλλά του καταλογίζεται επίσης επιπολαιότητα, αλαζονεία, ελαφρά συνείδηση και χαλαρή ηθική συγκρότηση (αν όχι και φαυλότητα). Ο κυνηγός δεν είναι κάποιος στοχαστικός φυσιοδίφης που περιδιαβαίνει τα δάση και τους δρυμούς θαυμάζοντας το κάλλος του φυσικού κόσμου, αλλά ένας εγωπαθής, ύπουλος και υστερόβουλος τύπος.

Η αντίστοιχη αρχετυπική εικόνα που περιγράφει τον ψαρά, μας φέρνει στον νου έννοιες όπως εγκαρτέρηση, υπομονή, λιτότητα, αυτάρκεια, ακόμα και σοφία. Ο ψαράς καθώς στέκεται ακίνητος εν μέσω της αδιάκοπης ροής των κυμμάτων και των θαλάσσιων ρευμάτων, προσηλωμένος στον στόχο του, διάγοντας εν πλήρει αταραξία, κερδίζει το φωτοστέφανό του χωρίς να κάνει φαινομενικά τίποτα. Ένας ορθόδοξος οικολόγος μπορεί να ανατριχιάζει με αυτές τις διατυπώσεις. Αναμφιβόλως μιλάμε για δυο κατηγορίες ανθρώπων που σκοτώνουν ζωάκια. Τίποτε δεν τους διαφοροποιεί και τίποτα δεν μειώνει τις ευθύνες αμφοτέρων απέναντι στον αόρατο ηθικό κώδικα που απαγορεύει (ή τέλος πάντων αποθαρρύνει) την φόνευση οποιουδήποτε έμβιου όντος. Κι όμως δεν είναι έτσι.

Το τουφέκι ενέχει εκ φύσεως κάτι το τρομακτικό και απειλητικό. Το αγγίστρι –όχι λιγότερο φονικό– σχετίζεται περισσότερο με την ανθρώπινη πονηριά, το πολυμήχανο του νου, που βρίσκει πάντα τα μέσα να προσπορίζεται ό,τι μπορεί να προσφέρει ο φυσικός κόσμος. Το ένα είναι αθόρυβο, σιωπηλό, ήσυχο –και για αυτό ύπουλο;– το άλλο χτυπάει ακαριαία, σκοτώνει με κρότο, οι αντηχήσεις του τρομοκρατούν τα πάντα γύρω σε κοντινή ακτίνα. Ο κυνηγός είναι αεικίνητος, μέσα από ελικοειδείς διαδρομές ψάχνει να ανιχνεύσει το θήραμά του, συνεπικουρούμενος σχεδόν πάντα από το λαγωνικό, τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου, αλλά και από την συνοδεία συντρόφων κυνηγών. Οι κυνηγητικοί ελιγμοί απαιτούν σε πολλές περιπτώσεις την αγαστή συνεργασία πολλών προσώπων. Ο δε ψαράς κάθεται ασάλευτος, μόνος και περιμένει. Δεν αναζητά αυτός το θήραμα. Εκείνο θα έρθει να τον βρει. Είναι, λες, εμποτισμένος (εκ θέσεως) με μια παλιά ανατολική φιλοσοφία που τον ωθεί στην απραγία και στην γαλήνια και σοφή αδράνεια.

Στην λογοτεχνία είναι πολύ συχνές οι αναφορές σε αυτές τις δύο κατηγορίες θηρευτών. Από την εποχή του Ομήρου και του Αισώπου μέχρι τον μοντερνισμό του εικοστού αιώνα, τον Βασιλιά-Ψαρά του Έλιοτ κ.α. Εμβληματική φιγούρα στην μακρά παράδοση της λογοτεχνικής απεικόνισης του αρχέτυπου του ψαρά αποτελεί βεβαίως ο πρωταγωνιστής της νουβέλας Ο Γέρος και η Θάλασσα του Έρνεστ Χέμινγουεϋ. Δεινός κυνηγός και αλιεύς, ως γνωστόν, ο ίδιος ο συγγραφέας, πλέκει μέσα από αυτό το γραπτό ένα εγκώμιο στον ψαρά.

Ο γέρος στη νουβέλα του Χέμινγουεϋ έχει 84 μέρες να πιάσει ψάρι. Ρεκόρ κακοδαιμονίας ασφαλώς, που τον ταλανίζει ψυχολογικά αλλά δυσχεραίνει και σε επίπεδο πρακτικό την καθημερινότητά του. Η επιβίωσή του εξαρτάται άμεσα από την αλιευτική του ικανότητα. Όμως η περίσταση φαίνεται να τον υπερβαίνει. Παρόλο που είναι έμπειρος και ικανός, δεν δύναται να πιάσει τίποτα όλο αυτό το διάστημα. Ώσπου τα πράγματα αλλάζουν άρδην την ογδοεικοστή πέμπτη μέρα, όταν στο αγγίστρι του γερο-Σαντιάγκο πιάνεται ένα τεράστιο ψάρι. Και εκεί αρχίζουν οι πασίγνωστες περιπέτειες του κεντρικού ήρωα (τριήμερη πάλη με το ψάρι, κόντρα στα φυσικά φαινόμενα, στην πείνα, την δίψα, την κούραση και τους καρχαρίες) και δίνεται η ευκαιρία στον συγγραφέα να μιλήσει για το μεγαλείο της ανθρώπινης ψυχής, την δύναμη της θέλησης, αλλά και τον αδυσώπητο αγώνα του ανθρώπου ενάντια στα στοιχεία της φύσης. Τα κεντρικά αυτά θεματικά μοτίβα διαπερνούν όλο το έργο και καθορίζουν το ιδεολογικό και αισθητικό του υπόβαθρο. Αλλά κάθε κείμενο – ιδιαιτέρως τα “μεγάλα” κείμενα – λειτουργεί ως Κιβωτός νοημάτων και είναι επιφορτισμένο με την αποστολή να διασώσει όσα περισσότερα από αυτά μπορεί. Εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του δυνητικού του αναγνώστη να εμπλακεί με περισσότερη ζέση στην διαδικασία.

Στην σκιά των βαρύγδουπων νοημάτων και των κραυγαλέων ιδεολογικών δηλώσεων κάθε γραπτού λανθάνει ζέουσα κειμενική ουσία. Έτσι και στο εν λόγω έργο. Αν και η αφήγηση εδώ ακολουθεί κατά κόρον ρεαλιστικά μονοπάτια και έχουμε μια εξιστόρηση που υπογραμμίζει λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής του κεντρικού ήρωα και του περιβάλλοντός του, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αναφορά κάποιων ονείρων που βλέπει αυτός. Η μνεία που γίνεται σε αυτά τα όνειρα είναι επαναλαμβανόμενη, πράγμα που μας κάνει να επιστήσουμε ακόμα περισσότερο την προσοχή μας σε αυτά. Ο Σαντιάγο βλέπει όνειρα πριν ξεκινήσει για την περιπέτειά του, αλλά και μετά κατά τη διάρκεια αυτής. Έτσι παράλληλα με την κανονική του ζωή, ζει και μία ονειρική (όπως όλοι μας άλλωστε).

Με την κοφτή, λιτή, αλλά συγχρόνως χυμώδη και χοϊκή γλώσσα του ο Χέμινγουεϊ προβαίνει σε μια σημαντική διευκρίνηση όσον αφορά τα όνειρα του ήρωά του. Αναφέρει χαρακτηριστικά (στο πρωτότυπο κείμενο): «he no longer dreamed of storms, nor of women, nor of great occurences, nor of great fish, nor fights, nor contests of strenght, nor of his wife. He only dreamed of places now and of the lions on the beach». Μας γνωστοποιεί λοιπόν τι δεν ονειρευόταν και μάλιστα το κάνει με τρόπο κλιμακωτό που υποδηλώνει και μια διαδικασία αποφλοίωσης. Είναι σαν να βλέπουμε ένα ένα τα παλιά ονειρικά μοτίβα να καταρρέουν και να μένει όρθιο μόνο αυτό που βρίσκεται στον πυρήνα του ονειροποιητικού μηχανισμού. Αλλά ας δούμε με την σειρά που επιλέγει ο συγγραφέας αυτά τα ονειρικά θέματα που πλέον δεν παρεισφρέουν στον υπνο του Σαντιάγκο.

Πρώτο στην ιδιότυπη λίστα εμφανίζεται το όνειρο με τις καταιγίδες. Τα άσχημα καιρικά φαινόμενα μπορούν να αποδειχτούν άκρως απειλητικά για έναν ψαρά και ο φόβος του κακού καιρού ίσως αποτέλεσε πολλές φορές αιτία εφιάλτη για τον ήρωα της ιστορίας. Όχι πια όμως. Παρά τις δύσκολες συνθήκες που βιώνει ο Σαντιάγκο δεν φαίνεται να είναι σε ψυχική κατάσταση που δικαιολογεί εφιάλτες. Είναι ήρεμος, στωικός, ατάραχος. Δεν υπάρχει κάποιος ενδόμυχος φόβος να τον ανησυχεί. Οι παλιοί εφιάλτες έχουν εκλείψει.

Ως επακόλουθο (ή γενεσιουργός αιτία…) του προηγούμενου έρχεται η απουσία σεξουαλικών ονείρων. Ο ήρωας δεν βλέπει όνειρα με γυναίκες. Δεν τον καταδυναστεύουν φαντασιώσεις και σαρκικοί πειρασμοί. Ο Σαντιάγκο έχει εισέλθει σε ηλικιακή και ψυχοσυναισθηματική φάση κατά την οποία οι λειτουργίες της libido τελούν υπό καταστολή. Οι φόβοι πέρασαν. Η επιθυμία δεν υφίσταται. Ο γέρος μοιάζει να οδεύει σιγά σιγά προς την αταραξία της ανόργανης ύλης, να ετοιμάζεται ήσυχα, σιωπηλά, παθητικά για τον θάνατό του.

Στην ίδια λογική είναι και η έλλειψη μεγάλων συμβάντων από τα όνειρά του. Με την εκμηδένιση του γενετήσιου ενστίκτου χάνεται κάποιες φορές και οποιαδήποτε άλλη φιλοδοξία – που αποτελεί άλλωστε και μεταμφίεση ή μετάθεση του ίδιου του ενστίκτου. Ο γέρος δεν περιμένει τίποτα από τη ζωή του. Οι μηχανισμοί επιθυμίας βρίσκονται σε κάμψη (μήπως για αυτό έχει τόσες μέρες να πιάσει ψάρι;).

Εντύπωση μας κάνει η αναφορά στην ονειρική θεματική που έπεται. Ο γέρος δεν ονειρεύεται πλέον ούτε την καλή ψαριά. Ενώ στην καθημερινότητά του υποφέρει από ένδεια, ενδεχομένως και από ασιτία εξαιτίας της συνεχόμενης αλιευτικής κακοδαιμονίας, στον ύπνο του περί άλλα τυρβάζει. Καμιά φορά βλέπουμε σε μορφή ενυπνίου κάτι που επιθυμούμε διακαώς στην ξυπνητή μας ζωή. Στην περίπτωση του γέρου παρατηρούμε μια αινιγματική ιεράρχηση επιθυμιών και προσδοκιών, τουλάχιστον όπως μαρτυρείται μέσα από την απαρίθμηση των εκλιπόντων ονείρων.

Στην συνέχεια έρχονται οι καυγάδες και οι διαγωνισμοί δύναμης. Αυτά είναι ονειρικά μοτίβα που ενδεχομένως έλκουν την καταγωγή τους από την παιδική ή την εφηβική ηλικία. Έχουν να κάνουν βέβαια με τον ανταγωνισμό, το αίμα που κοχλάζει, την επιβολή, την επικράτηση έναντι άλλων αρσενικών. Η ρίζα αυτών των τάσεων και διαθέσεων βρίσκεται και πάλι (που αλλού;) στο γενετήσιο ένστικτο, αλλά και στις προδιαγραφές που επιβάλουν οι δοσμένοι κοινωνικοί ρόλοι (macho συμπεριφορά, βιαιότητα του αρσενικού, ανάγκη για κυριαρχία κτλ). Ο Σαντιάγκο όμως δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τέτοια παιχνίδια εξουσίας και αρρενωπής αντιπαλότητας. Μπορεί η ζωή του να καθορίστηκε από ανάλογες στάσεις και αυτές να αποτέλεσαν αναπόσπαστο στοιχείο της έμφυλης ταυτότητάς του, όσο και της υπαρξιακής του πορείας, αλλά τώρα δεν σημαίνουν τίποτα.

Τελευταίο σε αυτή την σειρά των ματαιωμένων – ακυρωμένων ενυπνίων έρχεται το όνειρο που αφορά την σύζυγο του ήρωα: ένα όνειρο αγάπης, τρυφερότητας, μνήμης και νοσταλγίας. Προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι και αυτό ακόμη το όνειρο κατατάσσεται στην λίστα της απουσίας. Όλα τα προηγούμενα μπορεί να είναι έως και αναμενόμενα. Αλλά αυτό; Σε όλα σχεδόν τα θρησκευτικά συστήματα ο κόσμος δικαιώνεται μέσα από την αγάπη. Αυτό είναι κοινός τόπος και στην κοσμοθεωρία πολλών ανθρώπων. Ο Χέμινγουεϋ με τούτη την μικρή νύξη ξετυλίγει μπροστα στα μάτια μας ένα σκληρό, άνυδρο και αδιάφορο σύμπαν, όπου τίποτα δεν ευσταθεί, όλα είναι μάταια και παροδικά, ακόμα και οι αιώνιες παναθρώπινες αξίες. Τίποτα δεν έχει νόημα. Τα πάντα περνούν σαν αέρας, σαν όνειρο και χάνονται. Ο Σαντιάγκο σε αυτές τις ύστατες και οριακές στιγμές του βίου του δεν ονειρεύεται την γυναίκα με την οποία μοιράστηκε την ζωή του. Αφήνει, ότι συγκροτούσε το παρελθόν του, να καλυφθεί από τα πέπλα της λήθης.

Ο γέρος φαίνεται να κατεβαίνει ένα ένα τα σκαλιά στην κλίμακα της υπαρξιακής του αποτελμάτωσης. Μπαίνει σε μια κατάσταση απο-υλοποίησης, μια οιονεί διαβατήριο τελετή που τον ετοιμάζει για την τελευταία μεγάλη πρόκληση της ζωής του. Έτσι ενώ μοιάζει να κατευθύνεται με αργό αλλά σταθερό βήμα προς την ανυπαρξία, αφήνοντας πίσω ότι τον κρατούσε ζωντανό, αυτός θα προβεί σε μια λαμπρή πράξη υπαρξιακής δικαίωσης – που μετά από αυτήν ο θάνατος δεν έχει καμία σημασία.

Και φτάνουμε αισίως στο όνειρο που βλέπει την τρέχουσα περίοδο ο πρωταγωνιστής της νουβέλας. Το περιβόητο όνειρο με τα λιοντάρια. Αυτό ανατρέπει και συγκεφαλαιώνει κατά τρόπο σαρωτικό όλα τα προηγούμενα! O βασιλιάς των ζώων στοιχειώνει τα ύπνο του Σαντιάγκο. Από την μια πρόκειται για εικόνα της παιδικής του ηλικίας που του δημιουργεί συναισθήματα αγαλλίασης, ασφάλειας και ηρεμίας. Από την άλλη το λιοντάρι αφ’ εαυτού αποτελεί σύμβολο σφρίγους, μεγαλοπρέπειας, κυνηγητικής ρώμης και δεξιότητας. Το λιοντάρι είναι ο απόλυτος θηρευτής. Μέσα στο όνειρο μπορεί να προοικονομεί την άνευ προηγουμένου επίδειξη θάρρους, δύναμης, εγκαρτέρησης και επιμονής του Σαντιάγκο κατά την μεγάλη περιπέτεια που τον περιμένει. Στο ερμητικά κλειστό και μηδενιστικό σύμπαν που σκιαγραφεί η παράθεση των ματαιωμένων ονείρων, διανοίγεται μια χαραμάδα φωτός. Μια πράξη αυτοπραγμάτωσης βρίσκεται στον κενό χώρο που αφήνει η έλλειψη της επιθυμίας. Όσο απογυμνώνεται το εγώ, τόσο αποκαλύπτεται μια κρυφή του ουσία, αυτόφωτη και αυθύπαρκτη. Μια κρυφή δύναμη που δεν γνωρίζουμε από που εκπορεύεται και σε τι αποσκοπεί.

Ο Σαντιάγκο μέσα από την αλληλουχία των παλιών του ονείρων φαίνεται να βρίσκεται σε μια φάση παραίτησης. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει όμως. Η ίδια η ζωή είναι πιο δυνατή από προσωπικές επιθυμίες, ακόμα και από ατομικά ένστικτα. Στο σχεδόν μυστικιστικό μοντέλο που αναδεικνύεται μέσα από το τελευταίο όνειρο, η ανθρώπινη ύπαρξη καταυγάζεται από ένα λαμπρό και ιλαρό φως που δεν έρχεται έξωθεν, αλλά ενεδρεύει στα πιο βαθιά και άγνωρα σκοτάδια της.

Σε αυτό το τελευταίο όνειρο με τις έκδηλα γιουγκιανές καταβολές του μπορούμε να δούμε ακόμα και τον ίδιο τον συγγραφέα, μεταμορφωμένο σε λιοντάρι, να απολαμβάνει την ολύμπια ηρεμία του αφρικανικού απογεύματος. Υπάρχουν διάφορα στοιχεία που συνηγορούν σε κάτι τέτοιο. Ο ίδιος ο ονειρικός τόπος, η Αφρική, που αποτελεί ένα dream place και για τον Χέμινγουεϋ (“η πατρίδα μου” αναφέρει κάπου για την μαύρη ήπειρο). Η λατρεία του για τα λιοντάρια που φτάνει και σε σημεία φαντασιωτικής ταύτισης, αλλά και ο ζωδιακός του προσανατολισμός (sic). Ο απόλυτος θηρευτής και συγχρόνως το απόλυτο θήραμα για τον Αμερικανό κυνηγό της σαβάνας γίνεται ένα υπαρξιακό σύμβολο που περιγράφει κάλλιστα και την δική του στάση ζωής (“μόνος αλλά λέων” στην ζωή του, αήττητος στο μποξ και δοσμένος στην περιπέτεια, έδειχνε ότι κανείς δεν μπορούσε να τον καταβάλλει ή να τον βλάψει, παρά μόνο ο ίδιος τον εαυτό του, όπως καταδεικνύεται και από την σημαδιακή αυτοκτονία του). Ο Χέμινγουεϊ γεννημένος κάτω από το αστρολογικό σύμβολο του Καρκίνου, προσβλέπει, επιθυμεί και κατευθύνεται προς το αμέσως επόμενο ζώδιο, τον Λέοντα (μια αρκετά ενδιαφέρουσα αστρολογική θεωρία λέει ότι κάθε ζώδιο “θέλει” να γίνει το αμέσως επόμενο και θέλγεται από τις ποιότητες και τα χαρακτηριστικά αυτού που έπεται). Μπορούν να γίνουν και άλλες αναγωγές, αυθαίρετες ή μη. Το βέβαιο είναι ότι δεν πρέπει να αγνοηθεί ο ρόλος της ταύτισης, της προβολής και της μετωνυμίας στο χτίσιμο του τελευταίου ονείρου.

Ο Σαντιάγκο (που ως λογοτεχνικό πλάσμα αποτελεί ένα “όνειρο” του Χέμινγουεϋ) ονειρεύεται με την σειρά του τον ίδιο τον συγγραφέα του. Μέσα από αυτή την κατοπτρική σχέση που απέχει παρασάγγας από συγγραφικούς ναρκισσισμούς, επέρχεται ένα είδος εξιλέωσης, με επίδραση πάνω στον γράφοντα, στον ήρωα και στον αναγνώστη.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 24.1.2016

index

Βρυξέλλες, 24 Ιανουαρίου 2016

Αγαπημένη μου,

λυπάμαι για την ταλαιπωρία που περνάς κι ελπίζω να την ξεπεράσεις το συντομότερο δυνατόν. Αν και μακριά σου, η σκέψη μου είναι πάντα μαζί σου. Σήμερα σου γράφω έκπληκτη, αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα. Ο λόγος; Πρόκειται για κάτι που μάλλον δεν θα περίμενε να συναντήσει κανείς στην πρωτεύουσα του Βελγίου.

Θες οι θερμοκρασίες, που το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου φροντίζουν για έναν –βάσει ελληνικών δεδομένων- χειμώνα διαρκείας, θες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, που ως τέτοιοι και λόγω της ‘ξύλινης γλώσσας’ που τους επιρρίπτουν κλπ. χαρακτηρίζονται ως ψυχροί, θα περίμενε κανείς μια γενικότερη ψυχρή ατμόσφαιρα στις Βρυξέλλες. Κακώς!

Μία από τις πρώτες εικόνες που εντυπώθηκαν στο νου μου, ήδη στη διαδρομή από το αεροδρόμιο στο σπίτι, ήταν εκείνη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού κρατημένου χέρι-χέρι που περίμενε να διασχίσει το δρόμο. Κάποια στιγμή μάλιστα ο άντρας έσκυψε και φίλησε τη σύντροφό του στο στόμα. «Τι τρυφερό» σκέφτηκα και το θεώρησα μια όμορφη εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, σαν τις εξαιρέσεις που έχω δει και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Δεν ξέρω αν συνειδητοποιείς τις συνθήκες, τη σημασία και τις προεκτάσεις αυτής της κίνησης.

Σε πληροφορώ, χθες, σε μία και μόνη μέρα, υπήρξα μάρτυρας τεσσάρων παρόμοιων σκηνών, με ζευγάρια διαφορετικών ηλικιών, ντυσιμάτων και προέλευσης. Πρωί-πρωί στο δρόμο για τη δουλειά ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση ένα ζευγάρι γύρω στα πενήντα που κατά πάσα πιθανότητα πήγαινε κι αυτό στη δουλειά χέρι-χέρι. Κατά το πέρας του μεσημεριανού διαλείμματος (ναι, υπάρχει τέτοιο πράγμα εδώ) ‘έπεσα’ πάνω σε ένα καλοντυμένο ζευγάρι που αποχωριζόταν με ένα πολύ τρυφερό φιλί στη γωνία της οδού Λουξεμβούργου. Στο σχόλασμα, ένιωσα έναν νεαρό να επιταχύνει στο πλάι μου, είδα το πρόσωπό του να φωτίζεται ολόκληρο, και λίγα μέτρα πιο κάτω τον έφτασα, μαζί τώρα με την κοπέλα του. Έτσι όπως ακουμπούσαν ζεστά τα μέτωπά τους, θύμιζαν πιγκουίνους, εστεμμένους με τις φωτογραφίες της Γιουσαφζάι και του Σουλτς που περιβάλλουν την πλατεία εισόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αργότερα, προπορευόταν μπροστά μου ένα άλλο ζευγάρι: εκείνος λευκός (αδύνατο να πεις εθνικότητα στις Βρυξέλλες) εκείνη μαυρούλα. Ξάφνου σταμάτησαν στη μέση του πεζοδρομίου της λεωφόρου, αντάλλαξαν ένα φιλί στο στόμα, και ύστερα συνέχισαν την πορεία τους. Αν αυτά γίνονται εδώ, σκέφτηκα, τότε τι πρέπει να συμβαίνει στη θρυλούμενη πόλη του έρωτα και του φωτός; Τώρα, βέβαια, μετά και το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα, μάλλον αλλού θα είναι στραμμένη η προσοχή του κόσμου.

Όλα αυτά η φίλη σου δεν τα σκέφτηκε ούτε σου τα γράφει από μισανθρωπία. Δεν μπόρεσε όμως να μην την απασχολήσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι εδώ έχουν διάθεση για έρωτα και αγάπη ή να μη διερωτηθεί ποιοι είναι οι λόγοι που αυτό συμβαίνει εδώ και όχι στον –περιώνυμο για τον έρωτα– θερμόαιμο Νότο. Ο πατέρας μου είχε πει κάποτε για την εξάσκηση ενός πολύ υπεύθυνου επαγγέλματος ότι για να μπορείς να το εξασκήσεις όπως αρμόζει, θα πρέπει να έχεις λύσει πρώτα το βιοποριστικό σου πρόβλημα. Θα πρέπει να έχεις απαλλαχθεί από κάποιες έγνοιες, ώστε να μπορείς να αφοσιωθείς ανενόχλητος στο λειτούργημά σου. Αυτό, διαπιστώνω, ισχύει για οτιδήποτε πέραν της απλής επιβίωσης και μάλλον εδώ εδράζει η αιτία των ευγενικών, ευδιάθετων και ερωτιάρηδων Βέλγων. Γιατί μπορεί ο έρωτας, η αγάπη και η συντροφικότητα να είναι απαραίτητα στοιχεία της ζωής, όμως στην Ελλάδα του 2016 θεωρούνται ‘τεκμήρια’ του «ευ ζην». Και πέφτει βαρύτατος εκεί ο φόρος, ανεξαρτήτως δε ηλικίας ή ντυσίματος.

Η προβληματισμένη φίλη σου,
Ε.

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

Διονύσιος Πλατανιάς: Σκέψεις για την λογική και την φαντασία

ΣΚΑΚΙ

Ποιος είχε δίκιο; ο Μποτβίνικ που υποστήριζε ότι το σκάκι είναι “τέχνη έκφρασης της επιστήμης της λογικής” ή ο Μπρονστάιν που διετείνετο πως “το σκάκι είναι φαντασία”;

Πώς μπορεί να προκύψει τόσον μεγάλη η διαφορά εκτίμησης ανάμεσα σε δύο πολύ ισχυρούς παίκτες του σκακιού (σίγουρα διαφορετικής “σχολής” και νοοτροπίας), ώστε ο ένας να υποστηρίζει εν προκειμένω το «αντίθετο” του άλλου;

Κατ’ αρχάς, θα μπορούσε να πει κάποιος πως το σκάκι είναι και τα δύο. Και ακόμα, πως σπάνια κατά την τέλεση μιας παρτίδας ξεχωρίζεται η Λογική από την Φαντασία. Όμως, κάτεστη έθος πλέον στην ανθρωπότητα, αυτές οι δυο να διαχωρίζονται “απόλυτα” και να μην ιδώνονται σε μια δυναμική σχέση μεταξύ τους.

“Είτε-είτε” για άλλη μια φορά με αποτέλεσμα πολλές φορές το ένα να “καταχράται” ερμηνευτικώς την θέση του άλλου, προκαλώντας μεγάλες διαφορές εκτίμησης επί των σχετικώς και μόνον διακριτών ρόλων τους.

Επειδή στην πραγματικότητα είναι αδύνατον να εντοπίσει κανείς “καθαρή” Λογική χωρίς ήδη μια μεγάλη δράση της Φαντασίας παραπλεύρως αυτής, καθώς και το αντίστροφο: Φαντασία χωρίς Λογική σε όποιο βαθμό και ποσοστό “συμμετοχής” της δεύτερης στην πρώτη, είναι αδύνατον να υπάρξει.

Εξ αυτής της αδυναμίας κατανόησης της δυναμικής σχέσης ανάμεσα σε Λογική και Φαντασία, ευδοκιμεί στις ρηχές εκφάνσεις του καθημερινού λόγου και της πρόχειρης διαγνωστικής η πλήρως φάλτσα ψευδανθρωπολογική εκτίμηση ενός ακόμα είτε-είτε γι’ αυτή την περίπτωση, τουτέστιν: “κάποιος μπορεί να είναι είτε άνθρωπος της λογικής είτε άνθρωπος της φαντασίας”.

Άλλωστε, πάνω σε αυτή τη βάση κρατάει εν πολλοίς ή «διαμάχη» ποίησης και φιλοσοφίας από τον καιρό του Πλάτωνα τουλάχιστον, μιας και ένα «θραυσματικό» προμήνυμα αυτής βρίσκουμε ακόμα παλαιότερα, στον Ηράκλειτο όταν είχε την άποψη (εν είδει μάλιστα έμμεσης «προτροπής» ή «παραίνεσης” για το μέλλον σε ανάλογες περιπτώσεις) πως ο Όμηρος και ο Αρχίλοχος θα έπρεπε να «αποβάλλονται» από τους αγώνες (D.K.42)

Κατά μία έννοια λοιπόν, είθισται η Ποίηση να εκλαμβάνεται ως ανήκουσα ή μετέχουσα στο πλέον «εξωλογικό» ή μη ορθολογικό μέρος του ανθρώπου (και αυτό γενικά δεν είναι λάθος, όμως έχουν σημασία εδώ οι «όροι», είτε φιλοσοφικοί και ερμηνευτικοί είτε σκωπτικοί ή χλευαστικοί μέσα από τους οποίους διαπιστώνεται μια τέτοια «συσχέτιση»), ενώ η Φιλοσοφία σε κάθε περίπτωση πλην μεμονωμένων περιπτώσεων να απολαμβάνει το «κύρος» της Λογικής.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, για την μέση αντίληψη (ιδιαίτερα χωρών καθυστερημένων) ο ποιητής συχνά διαπιστώνεται ή θεωρείται ως ένας άνθρωπος «αιθεροβάμων», συχνά εθισμένος και παραδιδόμενος στην έξαψη του φαντασιακού οίστρου, αλλά και ο φιλόσοφος δεν έχει καλύτερη τύχη στα πλαίσια μιας τέτοιας «εκτίμησης» (εκτός ίσως από τον πολιτικό φιλόσοφο): καίτοι πιο «προσγειωμένος» από τον ποιητή, εν τούτοις ανήκει και αυτός στην χορεία των εξωτικών πλασμάτων που ασχολούνται με ζητήματα πολύ «έξω» από τις άμεσες, πρακτικές ανάγκες της ανθρωπότητας, παρ’όλο βέβαια που η Ιστορία της Φιλοσοφίας έρχεται σε πλήρη αντίθεση με μια τέτοια ερμηνευτική χοντροκοπιά.

Όπως και να έχει όμως η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο της Λογικής και τον άνθρωπο της Φαντασίας εμμένει και εδώ, είτε είναι απόλυτη είτε «με όρους», με λίγα λόγια , κάποιος θα είναι είτε το ένα είτε το άλλο.

Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη πλάνη, και ποτέ βιαστική προκατάληψη δεν αστόχησε τόσον πολύ όσον αυτή η τελευταία. Στην πραγματικότητα, όποιος στερείται λογικών αναλυτικών και συνθετικών ικανοτήτων, τότε η φαντασία του δεν μπορεί παρά να φαίνεται πλήρως πρωτόγονη ή παιδαριώδης. Και εκείνος που στερείται ικανής φαντασίας, τείνει συχνά προς τον ανορθολογισμό ή τις χοντροκομμένες αιτιολογήσεις, όταν αποπειράται μια λογική εκτίμηση των πραγμάτων.

Είναι αδύνατον να έχεις ισχυρή φαντασία, αν δεν έχεις ισχυρή λογική. Και το αντίστροφο. Από εκεί και πέρα, οι “τυποποιήσεις” της καθημερινότητας δεν θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες ούτε για το επίπεδό της.

H Λογική κατατέμνει σε “στάδια”, “φάσεις” δημιουργώντας από αυτά κάτι “νέο” για τις χρηστικές ανάγκες είτε μιας ολόκληρης εποχής είτε, ακόμα, μίας μόνον στιγμής. Η Φαντασία, από την άλλη, “παρακάμπτει” και “ανασυνθέτει” επιλεκτικά για τις βαθύτερες υπαρκτικές ανάγκες ανεύρεσης ενός τουλάχιστον πράγματος που παραμένει σε κάθε εποχή και σε κάθε στιγμή “νέο”. Όμως αυτή η διάκριση δεν είναι απόλυτη. Είναι και αυτή “σχετική” και εύκολα “αντιστρέφεται”, όταν η Φιλοσοφία, λόγου χάριν, προσπαθεί με λογικά μέσα να κάνει το δεύτερο (ανεύρεση “διαχρονικών” αληθειών), ενώ η Φαντασία αποπειράται το πρώτο (“πρωτοπορεία” σε μιαν ορισμένη εποχή).

Η αντιπαράθεση ανάμεσα Λογική και Φαντασία πολλές φορές εκπίπτει σε επίπεδο άμεσης αντιπαράθεσης της Ποίησης με την Ζωή όταν η δεύτερη θεωρείται πως πρέπει να συμβαδίζει αποκλειστικά και μόνον με μια λογική αντιμετώπιση των πραγμάτων και με την σειρά της να ταυτίζει με ισοπεδωτικό τρόπο την απλή, τυπική λογική της καθημερινότητας με μια πιο ανεπτυγμένη φιλοσοφική λογική.

Ίσως αξίζει σε αυτό το σημείο να αναλογιστούμε, -μιας και το σύνολο κείμενο παίρνει ως αφετηρία του το σκάκι-, το «blindfold» σκάκι.

Τι είναι μια «blindfold» παρτίδα;

Παίζεις χωρίς να βλέπεις την σκακιέρα, τα κομμάτια και τις κινήσεις τους, είτε μόνον εσύ είτε και οι δύο συμπαίκτες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παίζεις “στα τυφλά”.

Κατακρατείς συνεχώς στην μνήμη και την φαντασία σου όλα τα παραπάνω, και στο άκουσμα της κίνησης του συμπαίκτη “παίζεις” και την δική σου. “Visualization”-οραματικοποίηση κατά την διάρκεια της παρτίδας• τα εξηντατέσσερα τετράγωνα με τις ακριβείς θέσεις των κομματιών καθώς αυτά αλλάζουν με τις κινήσεις των παικτών, “οπτικοποιούνται” στην και από την φαντασία, η οποία και καλείται να παρέχει την μεγίστη πιστότητα αναπαραγωγής.

Αν, λοιπόν, το ορατό σκάκι είναι η Ζωή (αλλά και η Λογική), τότε το blindfold σκάκι είναι η Ποίηση.

Και αν στο πρώτο παίζεις με αντίπαλο την μοίρα, τα γεγονότα, τον κόσμο, τον “θεό”, ας το ορίσει όπως θέλει κανείς, τότε στο δεύτερο αναπόφευκτα παίζεις με κάτι πολύ σκοτεινό: το ίδιο το μυαλό σου. Δεν το βλέπεις το μυαλό σου, αλλά ξέρεις φυσικά ότι “υπάρχει”.

Το μυαλό σου λοιπόν είναι ο συμπαίκτης σου κατά την διάρκεια του παιγνιδιού της ποιητικής γραφής.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, τόσον η Λογική όσον και η Φαντασία είναι “επιθετικές” κινήσεις προς τον κόσμο.

Η Λογική είναι μια καθαρά ανθρώπινη ικανοποίηση, ο άνθρωπος κατά μία έννοια επιβεβαιώνει ή και ξεπερνάει τον εαυτό του μέσα στην Ιστορία.

Η Φαντασία όμως, συχνά επιτελείται ως μια αναπάντεχη “ρεβάνς” που παίρνει ή επιθυμεί να παίρνει ο άνθρωπος από την Ιστορία. Το σύνθημα άλλωστε «η φαντασία στην εξουσία» του Μάη του ’68 δεν είναι μια “επαναστατική” εκκεντρικότητα όπως μπορεί να φαντάζει σε πρώτη πρόσληψη, αλλά, κυρίως , μια επιθυμία και βαθειά αναγκαιότητα για την ανθρώπινη φύση.

“Ανθρώπινο” (ως ατομικό) και “ιστορικό” συνιστούν μια διαρκή ενότητα και πάλη μεταξύ τους και θα συμφιλιωθούν πραγματικά μόνον στην Αλήθεια.

Ως τότε το σκάκι, ως ένα πεδίο συναρπαστικής συνύπαρξης της Λογικής και της Φαντασίας μπορεί να μην είναι από μόνο του η Αλήθεια, αλλά, σίγουρα, καθιστά με τον τρόπο του – και θα καθιστά πάντοτε – περιττή οποιαδήποτε σφετεριστική “εκπροσώπησή” της από την πλευρά του “ανθρώπινου”, είτε αυτή προέρχεται από την λογική είτε από την φαντασία, ή -το πλέον σύνηθες- από κάθε βλακώδη φανατισμό.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 20.1.2016

?

Βρυξέλλες, 20 Ιανουαρίου 2016

Φίλη μου,

οι πρώτες μέρες στις Βρυξέλλες περνούν με τα διαδικαστικά. Δεν γνώριζα, δεν είχα συνειδητοποιήσει ούτε φανταστεί πως άνευ 2.500 ευρώ δεν μπορείς καν να υπογράψεις συμβόλαιο και να πάρεις απλώς τα κλειδιά για ένα διαμέρισμα -χώρια τα λευκά είδη, είδη προικός και άλλα είδη. Και μη βάλεις στο νου σου τίποτε πολυτέλειες, αν και –τώρα που το σκέφτομαι– ένα ανεξάρτητο αξιοπρεπές κατάλυμα ίσως να συνιστά χλιδή στο Βέλγιο, ποιος ξέρει; Το δικό μου βρίσκεται πάντως σε κτίριο του 1867, no more no less.

Αντιθέτως, και ομοίως με την Ελλάδα, εξόχως θαυμαστή είναι η ευκολία απόκτησης αριθμού κινητής τηλεφωνίας. Καρτοκινητής για την ακρίβεια. Δεν μπορεί, σκέφτεσαι, κάτι θα έχω παραλείψει. Η διαφορά είναι ότι εδώ έχουν και άλλου είδους καταστήματα, πέρα από αυτά κινητής τηλεφωνίας.

Αυτό όμως που κυρίως έκανε εντύπωση στην πασιονάρια φίλη σου και την χαροποίησε ιδιαιτέρως, πλησιάζοντας εκεί στο ‘Τετράγωνο των Οργάνων’, όπως θα το ονόμαζε (ηχεί σαν «Τρίγωνο των Βερμούδων» ή είναι ιδέα μου;), είναι οι αθλητικοαεροδυναμικές Porsche Carrera. Σιγά το πράγμα θα μου πεις. Για θυμήσου το άλλο το ωραίο του πατέρα μου: «Έτσι μόνο εσείς οι δυο θα σκεφτόσασταν!» Ναι, αλλά ποιες Πόρσε! Πόρσε που τις οδηγούν γυναίκες! Γυναίκες με γούνα και αέρα. Έχω ήδη δει δυο-τρεις. Μπορεί να μην επέλεγα ποτέ αυτό το όχημα (όχι ότι θα μου δινόταν ποτέ η δυνατότητα επιλογής), αλλά βλέποντάς τις νιώθω σαν φίλαθλος ομάδας που βάζει γκολ. Το συμμεριζόμενο πάθος βέβαια δεν σχετίζεται με δυο πόδια που κλωτσούν μια μπάλα για κάμποσα εκατομμύρια ευρώ το χρόνο ούτε με ένα δήθεν ιδανικό, αντιθέτως με μια μακρά ιστορία καταπίεσης κι έναν συνεχή αγώνα αναγνώρισης ή και επιβίωσης. Έτσι, μπερδεύομαι και αδυνατώ να ξεχωρίσω αν βλέπω πράγματι ένα συνωμοτικό μειδίαμα να χαράσσεται στο πρόσωπό μας, εκείνων κι εμένα, ή αν απλώς κι αφελώς το φαντάζομαι.

Φτάνοντας πλέον στις Πύλες του Κοινοβουλίου, λίγο πριν την πλατεία του Λουξεμβούργου, έχει στα δεξιά ένα ιταλικό εστιατόριο. Η ονομασία του, “Senza parole”, μοιάζει με καυστικό υπαινικτικό σχόλιο μπροστά σε έναν χώρο όπου κατεξοχήν δεσπόζει η Λέξη, δομημένη σε Οδηγίες, Εκθέσεις ή και απλές συνομιλίες μεταξύ υπαλλήλων, μα κυρίως στο Διάλογο, πάνω στο ανοιχτό πνεύμα του οποίου βασίζεται η ίδια η ουσία της Ένωσης. Θα προτιμήσω λοιπόν το –εξίσου ιταλικό– άσμα “Parole, parole, parole” της Μίνας, και η ερμηνεία δική σου!

Σε φιλώ,
Έλενα

ΥΓ.: Να μου φιλήσεις τα παιδιά!

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 17.1.2016

20160116_125939

Βρυξέλλες, 17 Γενάρη 2016

Καλή μου,

έφτασα πια στην περιλάλητη πρωτεύουσα του Βελγίου. Δεν μπορώ να παραπονεθώ, με υποδέχτηκε ένας ήλιος λαμπρός, παρά τις επανειλημμένες και διαφορετικής προέλευσης προειδοποιήσεις για έναν ακατάπαυστα βροχερό και σκοτεινό ουρανό. Τα δελτία καιρού που συμβουλεύτηκε η φίλη σου και προέβλεπαν θερμοκρασίες υπό του μηδενός αποδείχθηκαν –τύχη αγαθή– επίσης αναληθή.

Μη σου περάσει βέβαια από το μυαλό πως η ηλιοφάνεια συνεπάγεται και συναφείς με τις ελληνικές θερμοκρασίες. Το λευκό μάννα με προϋπάντησε για αρκετή ώρα κατά την προσγείωση. Λευκές εκτείνονταν οι απέραντες πεδιάδες του Βελγίου και η φίλη σου –με τη γνωστή λατρεία της για τα σύμβολα και τα σημεία– παιδευόταν με σημασίες κι ερμηνείες. Σε αποζήτησε εκείνη τη στιγμή. Άραγε πώς θα το ερμήνευες εσύ; Καλό σημάδι το λευκό για μια διαμονή αγνή, ανέφελη κι ευχάριστη ή προάγγελος μιας περιόδου που θα τη στέψει η θλίψη και το πένθος; Και για τα δύο στέκει το λευκό. Και να που η απάντησή σου υπήρξε άμεση –άλλη πάλι αυτή η ικανότητα της φίλης σου να επικοινωνεί νοητά με τους δικούς της–. Ενώ για χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων το λευκό χαλί απλωνόταν κάτω απ’ τα πόδια μου, καθώς πλησιάζαμε στο αεροδρόμιο η γης ξεγυμνώθηκε. Κι όχι μόνο εκεί, αλλά και στα περίχωρα και παντού στην πόλη. Και ήρθε στο νου μου η φράση σου, μόλις δυο βράδια νωρίτερα. «Ό, τι είναι, θα ξεκαθαρίσει γρήγορα». Και ηρέμησα.

Στην έξοδο του αεροδρομίου συνάντησα και την τελευταία βρυξελλιώτικη μόδα: κομάντος σε ζευγαρωτή περιπολία. Καλάσνικοφ ανά χείρας, πιστόλι στη μέση, αλεξίσφαιρο που δεν το διαπερνάει ούτε κανόνι, στολή παραλλαγής, μπότες κι ένα σωρό άλλα μαραφέτια που δεν θέλησα ούτε θα ήμουν σε θέση να αναγνωρίσω. Δεν αισθάνθηκα ούτε στιγμή πιο ασφαλής. Αντιθέτως. Μπήκα κι εγώ σε συναγερμό. Επομένως όχι, δεν οφειλόταν σε έλλειψη εγρήγορσης –και ας μου τα ψάλλεις– που δεν ανταπέδωσα το παιχνιδιάρικο κατά τα άλλα βλέμμα του ενός. Ποιος είπε άλλωστε ότι αληθεύει πως η εξουσία και η στολή έχουν απαραιτήτως αφροδισιακή επίδραση στις γυναίκες;

Σε φιλώ,
Έ.

*Φωτογραφία, κείμενο: ‘Ελενα Σταγκουράκη

Κωστής Παλαμάς: Ποιητική αυτοβιογραφία

KostisPalamas19001

Λίγοι ποιητές Έλληνες μας δίνουν μέσα από τα ποιήματά τους μια λεπτομερή αποτύπωση της προσωπικής τους ζωής. Ο Παλαμάς, που γεννήθηκε σαν σήμερα, 13.1.1859 στην Πάτρα, ανήκει σ’ αυτούς. Είκονες από τα παιδικά χρόνια στο Μεσολόγγι, από τη ζωή του ορφανού που το ανάστησαν χέρια συγγενικά, από τις χαρές και τους θρήνους της οικείας ζωής, στίχοι για τη γυναίκα του και, φυσικά, για τον τόσο πρόωρα χαμένο Άλκη, στον οποίο θ’ αφιερώσει ένα από τα ωραιότερα επιτάφια κείμενα της ελληνικής γλώσσας, την ποιητική σύνθεση Τάφος, για τους συνοδοιπόρους στα γράμματα και τη λογοτεχνία, για την καθημερινή μάχη με τις λέξεις.  Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, αλλά και εν όψει του μεγάλου αφιερώματος στον ποιητή που ετοιμάζουμε για το επόμενο τεύχος του Νέου Πλανόδιου, ένα μικρό ανθολόγιο από αυτήν, την ποιητική, αυτοβιογραφία του Κωστή Παλαμά.

 

ΜΙΑ ΖΩΗ

Στο Βασιλάδι χτύπησα με το σκληρό καμάκι
για το ξανθό αυγοτάραχο τον κέφαλο, ψαράς.
Ξενύχτησα στης Κλείσοβας το πρόσχαρο εκκλησάκι,
ξεφαντωτής αμαρτωλός, του πειρασμού ραγιάς.

Άη Σώστη, εσύ με ξάφνισες· τού πλατιού πέλαου βόγγοι,
και τα καράβια τ’ άφταστα και τα διαβατικά !
Μ’ έδειρες, λιμνοθάλασσα, με πήρες, Μισολόγγι.
Δαρμοί, πληγές αγιάτρευτες, ονείρατ’ αδειανά.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ δεν έμπαινες, πετούσες
καημένη θειά Βγενούλα, αμάχη, μπόρα,
σα να μην είχες με κανένα γνώρα,
δεν έστεκες, δεν άκουες, δεν κοιτούσες.
Οι Παναγιές οι χαμηλοβλεπούσες
του δρόμου σου κρατούσανε τη φόρα·
στο εικονοστάσι αγνάντια ρασοφόρα
γονατισμένη και παρακαλούσες:
«Ουράνια Χάρη, βόηθα τ’ ορφανό,
και στο κατατρεμένο σκέπη γίνε !»
Πάντα η θωριά σου μέσ’ στα μάτια μου είναι,
κ’ εγώ, και πάντα, το κατατρεμένο.
Μα σκέπη από κανέναν ουρανό
δεν περίμενα, μήτε περιμένω.

Τα δεκατετράστιχα, 1919

* * *

ΧΑΛΑΣΜΑΤΑ

Γύρισα στα ξανθά παιδιάτικα λημέρια,
γύρισα στο λευκό της νιότης μονοπάτι,
γύρισα για να ιδώ το θαυμαστό παλάτι,
για με χτισμένο απ’ τών Ερώτων τ’ άγια χέρια.
Το μονοπάτι το ’πνιξαν οι αρκουδοβάτοι,
και τα λημέρια τα ’καψαν τα μεσημέρια,
κ’ ένας σεισμός το ’ρριξε κάτου το παλάτι,
και μέσ’ στα ερείπια τώρα και στ’ αποκαΐδια
απομένω παράλυτος· σαύρες και φίδια
μαζί μου αδερφοζούν οι λύπες και τα μίση·
και το παλάτι ένας σεισμός το ’χει γκρεμίσει.

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΝΟΣ ΠΑΤΕΡΑ

Ω του σπιτιού μου πρωτογέννητο καμάρι,
θυμάμαι του ερχομού σου την αγία τη μέρα·
μια χαραυγούλα σαν μαργαριτάρι
λεύκαινε τον αστρόσπαρτο ακόμα αιθέρα.

Το ρόδο ολόδροσο δεν έμοιαζες πριν πάρη
ν’ ανοίξει, αγκαλιασμένο απ’ τη χλωρή μητέρα,
σαν άπλερο και σαν ελεεινό σφαχτάρι
ήρθες ριμμένο από σκληρόχερο εδώ πέρα,

και σα να ζήταγες βοήθεια, άρχισες θρήνο
πιο θλιβερό από χτύπο νεκρικής καμπάνας,
κ’ έσμιξε με το βόγγο το στερνό της μάννας

ο πρώτος θρήνος. Άρχισε το μέγα Δράμα !
Τ’ ακολουθώ, κ’ αιστάνομαι μπροστά σε κείνο
ελέου και φόβου μυστικό μέσα μου κλάμα.

1894

Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα, φάντασμα του λατρευτού μου
στην ορφανή μου αγκάλη.
Και σε κρατούσα όπως ποτέ δεν κράτησε μητέρα
το πρωτογέννητο παιδί στην αγκαλιά της,
και κάποιου πόνου μια ψυχή, χυμένη απ’ άλλο αέρα,
την όψη σου την άγιαζε με τ’ αντιφέγγισμά της.
Κ’ είσουν ωραίος, όπως ποτέ κανένας έρωτάς μου
δεν είτανε στης νιότης μου τα χρόνια,
και σώπαινες, όπως ποτέ δε μίλησαν τ’ αηδόνια
τών ποιητών στα βάθη της καρδιάς μου.

1906

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
μέσα στον​ ​ίσκιο της χλωρής χλωρής κληματαριάς.
Περιπλεχτό μες στα χλωρά το μυστικό φεγγάρι
σαν πνέμα πρωτοθώρητο κατέβαινε σ’ εμάς.

Εδώ του πόθου δυο πηγές μάς δρόσιζαν τα χρόνια,
η μια στα μάτια μας μπροστά, κι η άλλη ονειρευτή
η Μούσα εδώ αποκοίμιζε της έγνοιας τα τριζόνια
και τη μανία ανάσταινε της λύρας την ιερή.

Εδώ γλυκαπολάψαμε της πρωτογεννημένης
τα πρώτα ξεπετάματα, και πήρε μας το νου,
σαν ερχομός παμπόθητος που δεν τον περιμένεις,
το φέγγος τ’ ολοστρόγγυλο του δεύτερου καρπού.

Εδώ πρωτοδεχτήκαμε στην αγκαλιά μια μέρα
τον τρίτο τον ασύγκριτο και τον περαστικό
που ολόγυρά μας άλλαξε τον κοσμικόν αέρα
το θείο κρασί στ’ ολάσπρο φως του Ολύμπου προσφερτό.

Εδώ τα νιάτα σου ήτανε και στη φροντίδα απάνου
μια ζωγραφιά βενέτικη πλατιά ζωγραφιστή
από το χέρι κανενός φεγγόβολου Τισιάνου,
λαμποκοπώντας τη χαρά σε αδρότατο κορμί.

Εδώ το σπίτι άνθιζ’, εδώ το πράσινο βλαστάρι
και το ’κρυβε η κληματαριά στο ίσκιο της χλωρή.
Τώρα δε μένει τίποτε… Το μυστικό φεγγάρι
κλαίει σε παλάτι αμίλητο, τετράπατο, βαρύ.

Εδώ η ζωή που πέθανεν ήθελε νεκροθάφτη
κάποιον Απρίλη, ανθότατον, ήθελε τάφον,​ ω​!
Ποι​ο​ς να την καταράστηκε; Δε βρέθηκε για δαύτη
παρά ένα μνήμα αταίριαστο κι αναγελαστικό​.​

​Ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ

Ζωούλα εσύ, που σ’ έσβησε το φύσημα του Χάρου
στην αγκαλιά των απαλών ονείρων της αυγής,
στη σκαλιστή δε δύναμαι λαμπράδα του μαρμάρου
να σ’ αναστήσω αθάνατη, φτωχός τραγουδιστής.

Ω σωπασμένη μουσική, που η μνήμη δε μπορεί μου,
να θυμηθή τον ήχο σου και να τον ξαναπή,
γι’ αυτό με κάτι πιο βαθύ τη δένεις την ψυχή μου,
εσύ ατραγούδιστη κ’ εσύ αζωγράφιστη πνοή.

Σα μακρινό ξημέρωμα χάραξες μέσ’ στο νου μου,
πολύ γλυκό, πολύ δειλό, πολύ διαβατικό.
Μια μέρα απάνω από τ’ αγνό κεφάλι του παιδιού μου
ανθού χαμόγελο έσκυψες και χάϊδεμ’ αγαθό.

Και κάτι μέσα μου άφησες ξανθό σαν κεχριμπάρι,
και πέρασες αγύριστη. Και τώρα στη βραδιά,
που αργά ανεβαίνει μέσα μου, την όψη σου έχει πάρει
τών γαλανών παραμυθιών η άυλη ξωτικιά.

Η ασάλευτη ζωή, 1904

* * *

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ

Και καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
και τάραζε το διάβα σου το σιγαλό σοκκάκι,
στα πράσινα παράθυρα και πίσω απ’ τα καφάσια
να σ’ αγναντέψουν τρέχανε τ’ απάρθενα κοράσια.
Τώρα ο καιρός ξεφούντωσε τα φουντωτά μαλλιά σου
και την ξανθή ξεθώριασε θωριά σου,
και στρατολάτης πέρασες αλλού και ταξιδεύεις·
μα τώρα ευγενικώτερο φαρί καβαλλικεύεις,
και τ’ άλογό σου φτερωτό, και πας να το ποτίσης
με το νερό της Κασταλίας της βρύσης.

Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912

* * *

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ

Στο φίλο Ν. Καμπά

Ο καιρός, η μελέτη, η ξενιτιά,
τη σκέψη αλλού σου γύρανε, σου σβύσαν
τα τραγούδια… Θυμάσαι ; ντροπαλά
τα τραγούδια το στόμα σου φιλήσαν.

Εμένα μ’ ηύρεν άπραγο η νυχτιά,
τα πόδια μου συχνά παραστρατίσαν,
μα η Μούσα γαληνή φεγγοβολά,
τα μητρικά της χέρια με κρατήσαν.

Τάχα και ποιούς να λάτρεψες θεούς,
από πίσω ποιές χίμαιρες να πήρες ;
Δεν ξέρω· αν είναι αταίριαστες οι μοίρες,

δεν κάνουν οι καρδιές τους αδερφούς ;
Σε ξανακούω, στο πλάι μου σ’ αγναντεύω,
κι από χαρά ο ασάλευτος σαλεύω.

1912

Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912

* * *

ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΠΟΥ

Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σε τούτον το σκοπό,
κάποτε, πρώτη και στερνή φορά· και δεν το βρίσκω
για να το ξαναπώ.

Στ’ άδειο σεντούκι του γυρτός ο σφιχτοχέρης, ίδιος,
πάθος, χαμός, ω λύπη !
Του τρέμουνε τα δάχτυλα σα να μετράν ακόμα
το θησαυρό που λείπει.

Βαστώ μιας φλόγας τον καπνό κ’ ενός καπνού τον ίσκιο
σε τούτον το σκοπό.
Κάποτε κάπου αφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανά δε θα το πώ.

Τα παθητικά κρυφομιλήματα, 1925

* * *

ΚΑΙ ΜΕΣ’ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ…

Και μεσ’ στον τάφο ασάλευτο και μεσ’ στο ζόφο που με κλει,
σαν κάποιο σάλεμα με πάει προς την ανατολή,
με την ασύγκριτην αυγή που ο Χάρος δεν τη σβύνει.
Και λάμπει η λυρική ψυχή και μεσ’ στο μνήμα εκείνη !

Βραδινή φωτιά, 1939

Κώστας Κουτσουρέλης: Μορφή και προφορικότητα

κολοτούρου
Σοφία Κολοτούρου, 
Η τρίτη γενιά, 
Τυπωθήτω 2015

Έως πρόσφατα ακόμη, οι κριτικογραφούντες γύρω από την ελληνική ποίηση συνήθιζαν να μας την αρμαθιάζουν σε γενιές ή δεκαετίες: πρώτη, δεύτερη, τρίτη, τέταρτη μεταπολεμική γενιά, και πάει λέγοντας. Σήμερα μου φαίνεται ότι και αυτοί οι ληξίαρχοι της ποίησής μας σαν να ’χουν βουβαθεί. Για τη γενιά του 2000 όλο και κάτι πρόλαβα ν’ ακούσω, για τη γενιά του 2010 ωστόσο, μέχρι τώρα τουλάχιστον, τίποτα.

Ευτυχώς, θα πρόσθετα. Διότι η ελληνική ποίηση σήμερα είναι αδύνατο να ταξινομηθεί με βάση την ηλικία των πρωταγωνιστών ή δευτεραγωνιστών ή τριταγωνιστών της. Αν έχουμε έναν τρόπο να την βάλουμε σε μια σειρά, ώστε να την καταλάβουμε καλύτερα, αυτόν τον τρόπο πρέπει να τον αναζητήσουμε στα θέματα και τη μορφή των ίδιων των ποιημάτων. Με βάση αυτές τις κατηγορίες, τη θεματική και τη μορφική, μπορούμε μέσα στο ασύντακτο πλήθος να διακρίνουμε σαφή μεμονωμένα χαρακτηριστικά, διαγενεακές ομάδες, ρεύματα, φυλές ποιητικές με μεταξύ τους συγγένειες όχι αμελητέες.

Η Σοφία Κολοτούρου όπως όλοι μας ανήκει κι αυτή σε μερικές απ’ αυτές τις φυλές, συγγενεύει με ομοτέχνους της και διακρίνεται από άλλους με βάση τα θεματικά και μορφικά γνωρίσματα της δουλειάς της. Μορφικά, λ.χ., είναι προφανές, η Σ.Κ. είναι νεοφορμαλίστρια, μετέχει σε εκείνο το ρεύμα της ελληνικής ποίησης (κατά τη γνώμη μου το μόνο των τελευταίων δεκαετιών που συνεισέφερε κάτι καινούργιο), το οποίο πρεσβεύει τη δημιουργική επιστροφή στον έμμετρο στίχο και την αναγέννηση των αυστηρών μορφών.

Η Σ.Κ. γράφει πάνω στο στροφικό ομοιοκατάληκτο σύστημα, συνήθως το τετράστιχο, αλλά έχει δοκιμάσει και φόρμες όπως το σονέτο, η μπαλάντα ή το επωδικό ποίημα που προσομοιάζει με τραγούδι. Είναι αξιοσημείωτη δε η ικανότητά της να ξεδιπλώνει τα θέματά της κρατώντας τη ρίμα της άλλοτε ανεπαίσθητη εντελώς, όπως τη θέλει ο αφηγηματικός στίχος, κι άλλοτε –σπανιότερα– εντυπωτική, σχεδόν φανταιζίστικη, όπως ο λυρισμός το έχει κάποτε ανάγκη.

Θεματικά, η Σ.Κ. είναι ποιήτρια «περιστασιακή», με την έννοια που έδωσε στον πολύχυμο αυτόν όρο ο Γκαίτε. Δεν γράφει από τον αέρα, aus der Luft, όπως έλεγε ο μεγάλος Βαϊμαρινός, αλλά πατώντας γερά στο έδαφος των πραγμάτων, ιδιωτικών και δημόσιων. Το ιδεώδες της προγραμματικής, θεματικά αδέσμευτης, «απόλυτης» ή «καθαρής» ποίησης κάποιων ρομαντικών,  των συμβολιστών και πολλών νεωτερικών ποιητών, δεν είναι δική της υπόθεση. Άλλωστε αυτού του είδους η ποίηση, λόγω ακριβώς της αποστειρωμένης καθαρότητας και της αυτοαναφορικότητάς της, έχει τόσο πολύ ξεπέσει στις μέρες μας, ώστε να προκαλεί στον κακοπαθημένο αναγνώστη έκπληξη κάθε φορά που πιάνει στα χέρια του ένα ποίημα που ασχολείται με κάτι απτό, συγκεκριμένο, και όχι, για μια ακόμη φορά, με τις «λέξεις», τη «γλώσσα», τη «σιωπή» ή, φυσικά, την ίδια την… ποίηση. Η Σ.Κ. γράφει όταν έχει κάτι να πει – και το λέει με τη μεγαλύτερη δυνατή ευθύτητα, χωρίς γρίφους, χωρίς πόζες, χωρίς μορφασμούς. Και επειδή αυτά που την παρακινούν να γράψει είναι ποικίλα, από την πολιτική και κοινωνική μας ζωή ώς τις μυχιότερες προσωπικές και εξομολογητικές της στιγμές, εξίσου ποικίλη (και γι’ αυτό ενδιαφέρουσα) είναι η θεματογραφία της.

Ειδολογικά, η Σ.Κ. είναι ποιήτρια συγχρόνως λυρική και αφηγηματική. Τα ιαμβικά ποιήματά της έχουν μια ρυθμική αμεσότητα που τα φέρνουν πολύ κοντά στο τραγούδι. Έχουν άλλωστε μελοποιηθεί κάποια. Σε κάθε περίπτωση, έχουν έντονο το ακροαματικό στοιχείο, είναι φτιαγμένα για να διαβάζονται δυνατά, για ν’ ακούγονται. Στο σημείο αυτό θα ανοίξω μια παρένθεση, γιατί νομίζω παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όταν η νεώτερη ποίηση πέρασε από τον έμμετρο, ομοιοκατάληκτο στίχο στον ελεύθερο, οι δημιουργοί της έχω την εντύπωση ότι δεν συνειδητοποίησαν τις συνέπειες του τολμήματός τους εκείνου. Ενθουσιασμένοι από την πρωτόγνωρη ελευθερία που κέρδισαν να διατάσσουν τις λέξεις κατά το δοκούν, χωρίς να λογοδοτούν σε καμιά δοσμένη από τα πριν φόρμα, δεν αντιλήφθηκαν ότι το νέο τους κέρδος έφερνε μαζί του και απώλειες σημαντικές. Η σημαντικότερη ήταν η έκπτωση αυτής ακριβώς της ακουστικής, ακροαματικής διάστασης του λόγου. Το τυπικό μοντέρνο ποίημα είναι γραμμένο για να διαβάζεται σιωπηρά, όχι για να απαγγέλλεται. Ήδη λόγω του σκοτεινού, ερμητικού του περιεχομένου, πρέπει κανείς να το διαβάσει πολλές φορές για να το καταλάβει. Δεν γίνεται να αποστηθιστεί, και αν το πετύχει κανείς ξεχνιέται εύκολα, του λείπει εκείνη η ρυθμική δομή που διευκολύνει την απομνημόνευση. Το κυριότερο: το μοντέρνο ποίημα δεν τέρπει συνήθως παρά μόνο μέσω του νοήματος και της εικονοπλασίας του, η καθαρά ρυθμική-μελωδική απόλαυση που μας προσφέρει το δημοτικό τραγούδι ή ο Ερωτόκριτος λ.χ, έργα που είναι σε θέση να τέρψουν το μικρό παιδί όσο και τον ενήλικα, τον φανατικό φιλαναγνώστη όσο και τον ολιγογράμματο, τον άνθρωπο που δεν έχει σχέση με τα βιβλία και τα γραψίματα εντατική, αυτή η ρυθμική, μελωδική διάσταση του ποιήματος στην μοντέρνα ελευθερόστιχη ποίηση έχει χαθεί. Γιατί; Γιατί από το ελευθερόστιχο ποίημα λείπει το στοιχείο της τακτής επανάληψης, της επαναφοράς ενός μοτίβου ή ενός σκοπού που αιχμαλωτίζει την ακοή και την εθίζει. Ο ελεύθερος στίχος, επειδή είναι ατομική υπόθεση του καθενός ποιητή, δεν διαπαιδαγωγεί, δεν καλλιεργεί μορφικά τον αναγνώστη, δεν τον παρακινεί να επιστρέψει σ’ ένα είδος ποιήματος ή να αναζητήσει άλλα παρόμοια, κάθε φορά ξεκινάει κανείς από την αρχή.

Αντιθέτως, όταν διαβάζουμε μια μπαλάντα της Σ.Κ. πρώτη φορά, μπορεί να μην γνωρίζουμε το περιεχόμενό της, όμως μας είναι οικεία, διότι έχουμε ξαναδιαβάσει μπαλάντες και γνωρίζουμε τη μορφή.  Και αντιστρόφως: ξεκινώντας από μια μπαλάντα της Κολοτούρου μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα και να χαρούμε περισσότερο μια μπαλάντα του Καρυωτάκη ή του Μπρεχτ ή του Φρανσουά Βιγιόν. Η παράδοση από μόνη της, η συνέχεια δηλαδή των μορφών και των ειδών, δημιουργεί το κοινό της.

Να γιατί λοιπόν, σε αντίθεση με την παραδοσιακή ποίηση, η σύγχρονη, η μοντέρνα ποίηση δυσκολεύεται τόσο πολύ να βρει ένα κοινό, και έχει εγκλωβιστεί δυστυχώς στις μέρες μας στα τείχη μιας φανατικής μεν αλλά και πολύ μικρής συντεχνίας. Οι πρώτοι εισαγωγείς του ελεύθερου στίχου, είναι αλήθεια, πίστευαν ειλικρινά ότι με τον τρόπο αυτόν ο λόγος θα γίνει πιο φυσικός, η ποίηση λιγότερο τεχνητή, πιο καθημερινή και πιο άμεση. Δεν κατανόησαν όμως ότι αυτό που φαντάζει τεχνητό, η αυστηρή μορφή, το μέτρο, η ομοιοκαταληξία, είναι όπως η μελωδία στο τραγούδι – συστατικό οργανικό και απαραίτητο, σχεδόν εκ των ων ουκ άνευ. Γιατί ποιος θα άκουγε τραγούδια χωρίς μελωδία; Το αποτέλεσμα ήταν ότι μαζί με τον έμμετρο στίχο και τις αυστηρές μορφές, η σύγχρονη ποίηση απεμπόλησε δυστυχώς και τους στενότερους δεσμούς τους με το μεγάλο ακροατήριο.

Αυτή την εσωτερική σχέση μεταξύ ελεύθερου στίχου και απώλειας του κοινού την αποτύπωσε εύστοχα σε μια της παρατήρηση μια σπουδαία Ουρουγουανή ποιήτρια του προηγούμενου αιώνα, η Ιδέα Βιλαρίνιο: «Λέω πως ο ελεύθερος στίχος υπήρξε μάστιγα καθώς, υπό το πρόσχημα ενός στίχου ‘ελεύθερου’, κόσμος και κοσμάκης που δεν ήταν ποιητές έγραψαν χιλιόμετρα ολόκληρα τεμαχισμένης πρόζας, η οποία, μαζί με άλλα είδη πτώχευσης που επέφερε, οδήγησε στην απώλεια του αναγνωστικού κοινού της ποίησης. Δεν σημαίνει πως υποτιμώ την ποίηση της καθημερινότητας, κι εγώ έχω γράψει καθημερινή ποίηση. Ποτέ όμως ελεύθερο στίχο.»

Θέλω όμως να πω και κάτι άλλο εδώ. Ο ρυθμός, το μέτρο, η ρίμα δεν είναι εξωτερικά στολίδια του λόγου. Υπάρχει ένας εσωτερικός μετρονόμος μέσα σε κάθε γλώσσα, μια προ του νοήματος, για να το πω έτσι, εμπειρία της γλώσσας. Η γλώσσα έχει ύλη, είναι ακρόαμα, ρυθμικό σύνολο, μας τέρπει προτού καν την καταλάβουμε. Μάλιστα αυτός ο ρυθμός είναι τόσο παρών, τόσο ισχυρός μέσα στη γλώσσα ώστε μας επιβάλλεται χωρίς καν να χρειαστεί να τον ακούσουμε, λειτουργεί μέσα μας όταν διαβάζουμε ή γράφουμε νοερά. Τα ποιήματα της Σ.Κ. είναι νομίζω μια λαμπρή απόδειξη γι’ αυτήν, τη ρυθμική, δύναμη της γλώσσας. Γραμμένα από άνθρωπο που δεν μπορεί να ακούσει, έχουν μελωδικότητα και ακουστικότητα πολύ πιο δουλεμένη και λεπταίσθητη από τα έργα των περισσότερων ομοτέχνων της σήμερα. Κι αυτό γιατί η γλωσσική καλλιέργεια της Σ.Κ. είναι βαθιά, η σχέση της με την ελληνική τόσο μύχια και πολύρριζη, ώστε στα ποιήματά της είναι σε θέση να ακούει καθαρά πράγματα που στ’ αυτιά ακόμη και σημαντικών ομοτέχνων της μένουν πολλές φορές ανήκουστα.

Κλείνω την παρένθεση. Είπα προηγουμένως ότι η Κολοτούρου είναι ποιήτρια αφηγηματική. Της αρέσει να διηγείται ιστορίες. Ιστορίες φανταστικές όπως αυτή του Καρυωτάκη και της Πολυδούρη ή βιωμένες, από τα παιδικά και σχολικά της χρόνια. Επίσης, η Σ.Κ. δεν αποστέργει τους τρόπους της σάτιρας και όπως ήδη είπα την πολιτική θεματολογία.  Τα αναφέρω όλα αυτά δίπλα δίπλα, διότι το τραγούδι, η αφήγηση, η σάτιρα και ο δημόσιος λόγος είναι ακριβώς εκείνα τα πράγματα που μας έλειψαν τις τελευταίες δεκαετίες του όψιμου μοντερνισμού. Με τον θερμό, ιδεαλιστικό ουμανισμό που διαποτίζει τα ποίηματά της προσωπικά έχω τις δυσκολίες μου. Βρίσκω ότι η ποιήτρια Κολοτούρου αγαπά τους ανθρώπους περισσότερο απ’ όσο τους αξίζει. Και για τον λόγο αυτό αγανακτεί ίσως περισσότερο απ’ όσο θα ’πρεπε με την αθλιότητά τους ή προσδοκά από εκείνους πράγματα που δεν μπορούν να της δώσουν.  Ωστόσο, δεν μπορώ να μην πω ότι το να ασχολείται κανείς ως ποιητής στην Αθήνα του 2015, την Ελλάδα της κρίσης και της παρακμής, με τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό, την αναπηρία, την αδικία είναι σαν να ανοίγει στην ποίησή μας ένα παράθυρο στον δροσερό αέρα, σαν να γκρεμίζει τα τείχη του ναρκισσισμού και της εγωπάθειας στα οποία έχει αυτοεγκλειστεί, αλίμονο, η αγοραφοβική μας συντεχνία. Ακόμη δε περισσότερα όταν αυτή του η ενασχόληση δεν μένει μόνο στα λόγια, έστω κι αν είναι τόσο δραστικά και ποιητικά όσο στην περίπτωση της Σ.Κ., αλλά τα συνοδεύει και με πράξεις, και έργα. Για την ακτιβίστρια Κολοτούρου που έχει κάνει σκοπό της ζωής της την αρωγή των μη ακουόντων, και που με τη δράση της εξέθεσε στο φως για πρώτη φορά και με μεγάλο προσωπικό κόστος, ένα ολόκληρο παρακύκλωμα εκμεταλλευτών και εμπόρων του ανθρώπινου πόνου, μια συντεχνία αναπηροπατέρων εφάμιλλη με τις άλλες συντεχνίες που λυμαίνονται τον συλλογικό μας βίο, δεν είναι εδώ η ώρα και η στιγμή να μιλήσουμε. Όμως αυτή η Κολοτούρου και η ποιήτρια είναι το ίδιο πρόσωπο, κι αυτό λέει πολλά.

Ξαναγυρίζω στην ποίηση για να καταλήξω μ’ αυτήν. Εκφραστικά, η Σ.Κ. έχει τις ρίζες της στον Μεσοπόλεμο. Το κλίμα, και το ήθος των ποιητών εκείνης της εποχής, του Κοτζιούλα, του Καββαδία, του Σκαρίμπα, του Φιλύρα χαρακτηρίζει και τους δικούς της στίχους. Και στο ποίημά της «Μείζονες και ελάσσονες» που περιλαμβάνεται στην Τρίτη γενιά τούς απευθύνει ένα θαυμάσιο εγκώμιο.

Την ποίηση αγαπώ, των ελασσόνων
κι η ποιητική κοινότητα το ξέρει.
Γυμνάσματα επιλέγω, του Σεφέρη,
– αθάνατα σαν έπη των αιώνων.
Μεθάω με τις μπαλάντες του Βιγιόν.

Μες τον Φιλύρα ψάχνω, παραφρόνων
–της σύφιλης– τις σκέψεις. Μου προσφέρει
γαλήνη σ’ ουρανό το πεφταστέρι
στου Γκάτσου τα τραγούδια –οψίμων χρόνων–
κι εύρος ο Καββαδίας, των θαλασσών.

Τον Μάη στη Χαλκίδα ίχνη απογόνων
Σκαρίμπα αναζητώ το μεσημέρι.
Μες την Πεντέλη βρίσκω, καλοκαίρι,
σημάδια του Κοτζιούλα σ’ επιγόνων
σπαράγματα – του βίου κρυφών ωρών.

Κι απ’ άλλους; Κάτι λίγα, ήπιων τόνων –
που πνέει του μεσοπόλεμου τ’ αγέρι,
τo Λόγο καλλιεργώντας άξιο χέρι.
Στη δίνη τους βυθίστηκαν, των πόνων,
ματώσαν τις σελίδες των γραπτών.

Και ψάχνω μες τους στίχους τους και μόνον,
των φίλων που ’χουν τόσο υποφέρει,
τη μέθεξη που η ποίηση θα μου φέρει.
Οι ελάσσονές μου είναι, των συγχρόνων
–που μείζονες τους λέω– των ποιητών.

Όσοι θυμόσαστε τη Χαμηλή φωνή, την ανθολογία εκείνων των ποιητών που φρόντισε ο Μανώλης Αναγνωστάκης, καταλαβαίνετε ίσως τι εννοώ με τη λέξη ήθος. Ήθος είναι  τρόπος με τον οποίο βλέπεις τον κόσμο, εδώ αυτή η τρυφερή και συνάμα κριτική ματιά του ελληνικού αστικού Μεσοπολέμου. Η ματιά του ανθρώπου της πόλης που προσπαθεί να χαράξει τον δρόμο του μέσα από χίλιους δυο περισπασμούς και βιοτικές αβεβαιότητες και συνάμα να βρει το δικό του, εντελώς προσωπικό στοιχείο μέσα στην μαζική κλίμακα που τον περιβάλλει. Σε αντίθεση με τον ποιητή της φύσης, έναν Ελύτη λ.χ. ή έναν Σικελιανό, που βλέπει τον εαυτό του τμήμα αναπόσπαστο του κόσμου, και ταυτίζεται μ’ αυτόν κάθε φορά που τον υμνεί, ο ποιητής της πόλης έχει πάντοτε συναίσθηση της ατομικότητας, δηλαδή της μοναξιάς του. Λες και το άστυ είναι για όλους μας μαζί πατρίδα και ξενιτιά, και εκεί που αναγνωρίζουμε το σπίτι μας σ’ αυτό, να χρειάζεται να πάρουμε και κριτικές αποστάσεις. Η Σ.Κ. λοιπόν με τον ήθος του αστικού ποιητή, αυτή τη ματιά, που την πρωτοσυναντήσαμε στον Μεσοπόλεμο, την αναδέχεται και τη στρέφει παραπέρα, τη στρέφει στα καθέκαστα της σημερινής ζωής. Εμφανής είναι και η συγγένειά της, η εξοικείωσή της με τον αστικό λυρισμό που καλλιεργούν στα ποιήματά της σημερινοί σπουδαίοι ποιητές, κυρίως αυτοί του Τριωδίου, ο Δ. Καψάλης, ο Γ. Κοροπούλης και ο Η. Λάγιος που είναι και οι αμεσότεροί της πρόγονοι.

Με όλα αυτά που είπα ήδη θα καταλάβατε ότι, ευτυχώς για όλους μας, η Σ.Κ. Κολοτούρου δεν ανήκει στο ποιητικό mainstream. Στέκει παράμερα. Ευτυχώς γι’ αυτήν και για μας, επαναλαμβάνω! Γιατί έτσι, διατηρεί όχι μόνο την ανεξαρτησία, αλλά και την ειλικρίνειά της. Όπου συχνάζουν οι πολλοί, εκεί καραδοκεί και ο κομφορμισμός. Δεν είναι τυχαίο ότι ο προνομιακός χώρος για τη Σ.Κ. όλα αυτά τα χρόνια υπήρξε όχι τόσο το τυπωμένο χαρτί με τα βιβλία και τα περιοδικά του, άλλωστε αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο ποιητικό που βγάζει, αλλά το ίντερνετ. Στο μεταξύ, υπάρχει μια ολόκληρη φουρνιά πλέον νέων ποιητών που, απαλλαγμένοι από τις τελετές και τις συνήθειες της ποιητικής συντεχνίας, έχουν γίνει γνωστοί κυρίως μέσα από τις διαδικτυακές τους δημοσιεύσεις. Ο Δ. Σολδάτος, ο Θ. Βολκώφ, ο Κ. Σφενδουράκης, ο Γ. Μπελεσιώτης είναι τέτοιοι ποιητές, της εποχής του διαδικτύου. Και προσέξτε: αυτός που γράφει για το ίντερνετ γράφει διαφορετικά από εκείνον που γράφει για το χαρτί. Ο λόγος σ’ αυτό το μέσο πρέπει να είναι άμεσος, δραστικός, ακαριαίος για να πιάσει. Η σκοτεινότητα και οι σχολαστικοί διακειμενισμοί για τον αναγνώστη του μέσου αυτού είναι αντικίνητρο, μόνο ό,τι έχει δραστικότητα και αμεσότητα προφορική μπορεί να του αιχμαλωτίσει την προσοχή.

Προσωπικά πιστεύω πως το μέλλον της ποίησης βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη νέα προφορικότητα και στις ευκαιρίες που διανοίγει το διαδίκτυο. Και πως, αντί να θρηνούμε για αυτά που χάνονται μαζί με την κουλτούρα του εντύπου που βρίσκεται σε αποδρομή (και ασφαλώς χάνονται πολλά και σημαντικά…), οι ποιητές θα ήταν προτιμότερο να κοιτάξουμε να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που οι νέες συνθήκες μάς προσφέρουν. Η ποίηση, ας μη το ξεχνάμε, βλάστησε, άνθησε και καρποφόρησε ήδη σε καιρούς που δεν ήξεραν τα βιβλία. Στην ανάγκη (κι αυτό δεν είναι ευχή, αλλά διαπίστωση), μπορεί να ζήσει και χωρίς αυτά.

Ομιλία εκφωνημένη κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις 30.10.2015