*
τέθεικά σε […] ὡς πόλιν ὀχυρὰν (1,18)
Που με θέλεις πόλη οχυρωμένη,
που με θέλεις πύργο απο χαλκό,
τείχος σιδερένιο – τί σημαίνει;
– Θα σ’ το πώ ξανά: δέν κατοικώ
μήτε στην αρχαία κιβωτό,
μήτε στον περίβολο που κάνει
τους αχρείους να νοιώθουν ασφαλείς
βλέποντας σεβάσμιους ιερείς
να ξεπλένουν το αίμα στη λεκάνη
παρά μόνο δίπλα-σου, μαζί-σου,
μέσα-σου, άν τολμάς να το σκεφτείς.
Στον εαυτό-σου σκύψε και ζαλίσου
και τα τείχη της ψυχής-σου υπερασπίσου
στη δική-μου βάρδια ολονυχτίς.
///
Θεὸς ἐγγίζων ἐγώ εἰμι (23,23)
Παντού Τον έβλεπαν. Παντού. Στα χιόνια του Λιβάνου,
στου Κάρμηλου τη γελαστή δροσιά, στα περιβόλια,
στ’ αμπέλια, στα ώριμα σπαρτά που αργολυγώντας δίναν
σχήμα στο αγέρι, στου άφοβου καματερού το βλέμμα
και στου αγριμιού το σάστισμα, στις σκόρπιες πινελιές
της παπαρούνας – τόσο ντροπαλής – στο κιρκινέζι
με τον επίμονο ίσκιο-του, στων κοχυλιών τις άδειες
κρυψώνες και στης θάλασσας την απεραντοσύνη.
Τον έβλεπαν κάθε στιγμή. Μέχρι που ο συσσεισμός
ξύπνησε γύρω τα βουνά κι η πυρκαγιά κατάπιε
σπίτια και κήπους, κλήματα, σπαρτά και περιβόλια.
Σάν να μεθύσαν ξαφνικά απ’ τη φρίκη. Μα καθώς
στράβωναν τον λαιμό-τους τώρα αποζητώντας
να δούν να φέγγει, όπως και πρίν, το στοργικό-Του βλέμμα
μέσ’ απ’ τα φώτα τ’ ουρανού – ποιός ουρανός; ποιά φώτα; –
Τον ένιωσαν απο μακριά, πολύ μακριά, να τους αγγίζει.
///
καὶ ποιήσω … κλοιοὺς σιδηροῦς (28/35,13)
Και καβαλάει τον σβέρκο-σου ο ζυγός
με τη σκυφτή-του ασήκωτη δαγκάνα,
και γίνεσαι της ήττας αρχηγός
και των νεκρών που ανέζησαν καμπάνα.
Μα ποιός να σε πιστέψει και γιατί;
Ψευδοπροφήτη, αγύρτη, τσαρλατάνε,
δίπλα-σου νά! λευίτες γελαστοί
και πλήθη αλλοπαρμένα που κρατάνε
τα βάγια της ελπίδας και της νίκης.
Κι έρχεσαι να χαλάσεις τη γιορτή,
παρείσακτος στρυφνός ελλανοδίκης
σε αγώνα που δέν έχει νικητή;
Λόγῳ παλαίει πᾶς λόγος. Ζυγαριά
δέν βρίσκεται στον κόσμο να ζυγίζει
τίνος προφήτη η γνώμη ξαστοχά
και τίνος την ανάσταση χαρίζει.
– Πώς! κοίτα την! – Θα κουβαλάς καιρό
στην πλάτη αυτό το ξύλινο δοκάρι;
– Μόλις το σπάσει χέρι φθονερό,
τη θέση-του ενα ατσάλινο θα πάρει.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
Απο τη συλλογή «Γιρμεγιάχου»
*
**
