λογοτεχνία

Από το χώμα στη σελίδα: Σημειώσεις μιας διαρκούς μαθητείας

Γράφει ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΣΝΑΚΗΣ

~.~

Από το χώμα στη σελίδα: Μια στήλη λογοτεχνικών δοκιμίων όπου το βλέμμα του αρχαιολόγου μπορεί να γίνει και τρόπος ανάγνωσης της λογοτεχνίας. Η αρχαιολογική υπομονή μαθαίνει το μάτι να προσέχει το μικρό και το συγκεκριμένο, να αναγνωρίζει τη σημασία ενός ευρήματος μέσα στη θέση και στις σχέσεις του, να διακρίνει χρονικές αλληλουχίες, να σέβεται τα κενά και να μην αφήνει την ερμηνεία να απομακρύνεται τόσο ώστε να χάσει το ίχνος που την προκάλεσε. Κάπως έτσι διαβάζονται εδώ και τα λογοτεχνικά έργα, μια λέξη, μια χειρονομία, ένας ήχος, ένα αντικείμενο, μια μετατόπιση της οπτικής γωνίας ή μια επανάληψη που επιστρέφει ύστερα από πολλές σελίδες μπορούν να λειτουργήσουν ως ευρήματα και να φωτίσουν την αρχιτεκτονική της αφήγησης ενός ολόκληρου έργου. Η λογοτεχνική σελίδα αποκτά έτσι τη δική της στρωματογραφία και η ανάγνωση κάτι από την πειθαρχία και τη συγκίνηση της ανασκαφής, από το μικρό εύρημα προς τη μορφή, από το ίχνος προς το νόημα.

///

Η μετακίνηση του βλέμματος

Η λογοτεχνία συνόδευε ολόκληρη τη ζωή μου. Για δεκαετίες τη διάβαζα με την ελευθερία του αναγνώστη που αναζητεί στις σελίδες την απόλαυση, τη συγκίνηση, την αναγνώριση μιας εμπειρίας ή ίσως και το σημαντικότερο, την αιφνίδια διάνοιξη ενός άγνωστου κόσμου, μια μετατόπιση της αντίληψης. Σε μια ύστερη φάση της ακαδημαϊκής μου ζωής, η σχέση αυτή απέκτησε καινούργιο βάρος. Η ανάγνωση ζήτησε να γίνει διατύπωση, επιχείρημα, γραφή που αναλαμβάνει την ευθύνη της κρίσης της. Τι άλλαξε, λοιπόν; Η απόλαυση θέλησε να κατανοήσει τους λόγους της.

Η αφορμή είχε όνομα και τίτλο: Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος. Παρακολούθησα το βιβλίο από τα πρώτα στάδια της δημιουργίας του, προσφέροντας ως αρχαιολόγος τη συμβουλή μου για τα realia του αρχαίου υλικού κόσμου, για τα πράγματα, τους χώρους και τις πρακτικές που όφειλαν να διαθέτουν ιστορική και υλική πειστικότητα. Όταν το έργο ολοκληρώθηκε, βρέθηκα ανάμεσα στους πρώτους αναγνώστες του. Το συνάντησα, επομένως, δύο φορές: αρχικά ως έναν κόσμο υπό κατασκευή που ζητούσε ακρίβεια στα υλικά του και κατόπιν ως ολοκληρωμένη λογοτεχνική μορφή που ζητούσε ανάγνωση, αξιολόγηση, ερμηνεία.

Η δεύτερη αυτή συνάντηση άγγιξε ένα βαθύτερο στρώμα. Ο Περεγρίνος αφύπνισε μέσα μου τον αναγνώστη που αναζητεί πέρα από τη γοητεία της ιστορίας τη δομή του έργου, την ύφανση των φωνών, την ποιότητα της γραφής, τη λειτουργία της λεπτομέρειας, τον τρόπο με τον οποίο ένα μικρό επεισόδιο ή ένα ταπεινό αντικείμενο μπορεί να συγκρατεί ολόκληρη αφηγηματική αρχιτεκτονική. Έφερε στο φως έναν απαιτητικό αναγνώστη με φιλολογική συνείδηση, έτοιμο να διακρίνει, να συσχετίσει, να ελέγξει και τελικά να διατυπώσει όσα έως τότε ωρίμαζαν κυρίως στη σιωπηλή περιοχή της προσωπικής απόλαυσης. Ο αναγνώστης ήταν παλιός. Η απόφαση να γράψει ήταν καινούργια.

Η αφύπνιση έμοιαζε αιφνίδια. Είχε προετοιμαστεί όμως επί δεκαετίες. Από τα μεταπτυχιακά μου χρόνια στη Βασιλεία έως σήμερα, τρεις μεγάλες αναγνωστικές «μαθητείες» ωρίμαζαν μέσα μου αργά και σταθερά. Ο Victor Brombert μου έδειξε πώς η λογοτεχνική μορφή ανοίγει προς την ανθρώπινη κατάσταση. Ο Peter Brooks με δίδαξε να παρακολουθώ τη λεπτομέρεια μέσα στη διάρκεια της αφήγησης, στην κίνηση της πλοκής και στις επιστροφές που αναδιατάσσουν αναδρομικά το νόημα. Ο Vladimir Nabokov όξυνε την ακριβή όραση, την πίστη στην υλική αλήθεια της σκηνής και τη χαρά του μικρού ευρήματος που μετακινεί ολόκληρη την εικόνα. Στο έργο τους αναγνωρίζω σήμερα μια βαθιά εκλεκτική συγγένεια με την αρχαιολογική άσκηση του βλέμματος: προσοχή στο συγκεκριμένο, μνήμη των μορφών, τόλμη της ερμηνείας, επιστροφή στο τεκμήριο.

Από τη συνάντηση με τον Περεγρίνο γεννήθηκε και ένα ευρύτερο σχέδιο: ένα βιβλίο δοκιμίων για τα έργα του Αντώνη Νικολή και για την ars poetica που συνέχει το λογοτεχνικό του ιδίωμα. Έκτοτε ένα κύμα ανάγνωσης κινείται μέσα μου με μετατοπίσεις, παλινδρομήσεις και απρόβλεπτες συνδέσεις. Έχει ως σταθερό προσανατολισμό το έργο του Νικολή και συγχρόνως ανοίγεται προς άλλα βιβλία, άλλους συγγραφείς, παλαιές αναγνώσεις που επιστρέφουν τώρα με διαφορετικό βάρος. Σε αυτή τη φάση της ζωής μου, η κίνηση αυτή προσφέρει μια απόλαυση ιδιαίτερης ποιότητας: τη χαρά της ανακάλυψης μαζί με την ευθύνη να εξηγήσω τι ακριβώς ανακάλυψα και ποια στοιχεία στηρίζουν την αξία που του αποδίδω.

Τα ένδεκα δοκίμια που ακολουθούν καταγράφουν αυτή την πορεία. Αφηγούνται την ωρίμανση ενός διά βίου αναγνώστη που αποφασίζει να γράψει για τη λογοτεχνία, ανασυνθέτουν τις τρεις «μαθητείες» που διαμόρφωσαν το βλέμμα του και παρακολουθούν τον τρόπο με τον οποίο η επαγγελματική πειθαρχία του αρχαιολόγου μεταφέρεται σε μια διαφορετική ύλη. Από το χώμα στη σελίδα, λοιπόν. Η φράση περιγράφει αλλαγή της ύλης και συνέχεια της άσκησης. Η αρχαιολογία μού έμαθε να εμπιστεύομαι ό,τι βρίσκεται μπροστά μου, να αφήνω τη λεπτομέρεια να αποκτήσει το βάρος της μέσα στις σχέσεις της και να ζητώ από κάθε υπόθεση αποδεικτικό έρεισμα. Η λογοτεχνία μεταφέρει αυτή την πειθαρχία σε έναν κόσμο φωνών, ρυθμών, σωμάτων και μεταμορφώσεων του χρόνου. Το βλέμμα μετακινήθηκε. Η προσοχή κράτησε την παλιά της υπομονή. (περισσότερα…)

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους.

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ζηλωτισμός και ετεροφοβία ή ο Καρλ Σμιτ δι’ αρχαρίους

Η παλέτα της ετεροφοβίας έχει μόνο δύο χρώματα το άσπρο και το μαύρο – η ενδιάμεση χρωματική γκάμα έχει αποκλειστεί προγραμματικά και ο καθένας εγγράφεται υποχρεωτικά στα αρχεία του φίλου ή του εχθρού. Για να είσαι φίλος του ετεροφοβικού απαιτείται πλήρης ταύτιση με κάποια εξ αποκαλύψεως απρόσβλητη, παντός καιρού και αδυσώπητη αλήθεια, την οποία ο ίδιος μονοπωλεί και οι πάντες οφείλουν να γονατίσουν μπροστά της. Η στοχαστική αμφιλογία, ο σκεπτικισμός και η ελλοχεύουσα αμφιβολία προξενούν πανικό στον ετεροφοβικό. Ο σύμμαχος υπό προϋποθέσεις ή ο κατ’ αρχήν συνοδοιπόρος, είναι ύποπτοι λιποταξίας και επισύρουν, εκ προοιμίου, την χλεύη του. Η ενδιάμεση περιοχή μίας συμφωνίας μετ’ επιφυλάξεων αποδοκιμάζεται ενώ ακόμα και οι ελάχιστες ενστάσεις στην ατζέντα του, διεγείρουν υπόνοιες προδοσίας. Ο παράλληλος βηματισμός, έστω και προς την ίδια κατεύθυνση, καταγγέλλεται ως επικίνδυνη λοξοβασία, γιατί η φωτεινή λεωφόρος είναι δική του και προς όσους ψάχνουν περιφερειακές ατραπούς εκτοξεύεται η κραυγή: έλα πίσω μου ή γκρεμοτσακίσου! Ο ετεροφοβικός μισεί ανεξαιρέτως όσους δεν στοιχίζονται στρατιωτικά με το πιστεύω του για την χορτοφαγία ή την κρεοφαγία, τον ιμπεσιονισμό ή τον εξπρεσιονισμό, τη λόγια ή τη δημώδη μας παράδοση. Λειτουργεί μέσω δογματικών αποκλεισμών: με τον Τολστόι ή με τον Ντοστογιέφκι, με τον Ελύτη ή με τον Καβάφη, με τον Βάγκνερ ή με τον Βέρντι – και καταδικάζει την μερική τους συναποδοχή ως διπροσωπία. Ο ίδιος κραδαίνει το χρίσμα της ιερατικώς υπερέχουσας κατακεφαλιάς, δεν αποζητά καθεστώς ισοτιμίας για τις πεποιθήσεις του –όπως ψευδέστατα διατείνεται– αλλά μεθοδεύει τη βάναυση επιβολή της φωνής του έναντι όλων των υπολοίπων. Ο ηθικοπλαστικός ζηλωτισμός του ετεροφοβικού δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά τόνου ανάμεσα στην ήπια εναντίωση και στη σφοδρή κριτική, την αποκλίνουσα δυναμική ή τη διαφορότροπη αιχμή οποιασδήποτε ιδέας δεν είναι ολοσχερώς εμβαπτισμένη στη μισαλλοδοξία του. Συνεπώς ο αντίπαλος ανάγεται αυτομάτως σε εχθρό, η αμαύρωση και ο στιγματισμός του οποίου εμπίπτει στη συνοπτική διαδικασία του ακυρωτικού εξοστρακισμού. Εννοείται πως ο ετεροφοβικός μισεί πρωτίστως τον εαυτό του, τόσο βαθιά ώστε του είναι αναγκαίο να παροχετεύει την επιθετικότητά στον –όποιο– έχθρό.

///

Η επέλαση της αγγλοφρένειας

Βάζω τα χεράκια μου και βγάζω τα ματάκια μου (συγγνώμη, τα my eyes!). Πολλές ακτιβιστικές οργανώσεις δίνουν τραχύ και επαινετέο αγώνα για τη διάσωση των παραδοσιακών οικισμών και την υπεράσπιση της ακτογραμμής  από την εργολαβική ασυδοσία, για την προστασία των δασών και των καταφυγίων της άγριας πανίδας, για τα θαλάσσια ή ορεινά οικοσυστήματα που απειλούνται από την –τάχα μου επενδυτική– αδηφαγία της κερδοσκοπικής φρενίτιδας. Διαφεύγει της προσοχής τους όμως ότι εξίσου απειλούμενο είναι το, αυτονόητα καθοριστικό, πρωτογενές περιβάλλον του ανθρώπου: το οικοσύστημα της μητρικής μας γλώσσας. Παραβλέπουν λοιπόν ότι η βιοποικιλότητα την οποία υπερασπίζονται αφορά επίσης δεκάδες διαλέκτους που αφανίζονται κάθε χρόνο και γλωσσικές εκτάσεις ερημοποιούμενες από την εξάλειψη των φυσικών τους ομιλητών ή συρρικνούμενες με επιταχυνόμενο ρυθμό από τον ψηφιακό αποκλεισμό. Φαίνεται πως δεν αντιλαμβάνονται ότι ο νεοαποικιακός επεκτατισμός, τον οποίο καταγγέλλουν με κάθε ευκαιρία, βρίσκει την πιο ύπουλη μορφή του στην επέλαση των ισχυρών γλωσσών και πρωτίστως της αγγλοφρένειας. (περισσότερα…)

Λογοτεχνία και τεστοστερόνη

*

της ΛΗΤΩΣ ΣΕΪΖΑΝΗ

~.~

Προφανώς δεν υπάρχουν ανδρικά και γυναικεία βιβλία, υπάρχουν μόνο καλά και κακά βιβλία. Υπάρχει υψηλής ποιότητος λογοτεχνία και υπάρχουν προχειρογραμμένα έργα που δεν αξίζουν ούτε ώρα από τον χρόνο μας.

Τότε γιατί όταν ανοίγω ένα βιβλίο που δεν λείπει από καμμιά λίστα των καλύτερων μυθιστορημάτων παγκοσμίως, η σκέψη να περάσω 350 σελίδες συντροφιά με καουμπόηδες, Ινδιάνους και γδαρμένα σκαλπ με απωθεί; Μήπως όντως υπάρχουν ανδρικά και γυναικεία βιβλία; Μήπως οι πόλεμοι, οι μάχες, η βία, απευθύνονται σε ανδρικό κοινό; Μήπως ο έρωτας, τα προβλήματα του γάμου, η οικογένεια, η κοινωνία, είναι θέματα που απασχολούν περισσότερο τις γυναίκες;

Η λογική μου επαναστατεί, δεν θα ’πρεπε να είναι έτσι! Το ποιοτικό βιβλίο παραμένει ποιοτικό ανεξαρτήτως θέματος. Το συγγραφικό ύφος αναδεικνύεται λαμπρό είτε όταν μιλάει για βομβαρδισμούς και μάχες είτε όταν περιγράφει διεξοδικά τις λεπτότερες αποχρώσεις του έρωτα. Κι όμως το ένστικτό μας μιλάει. Πρόσφατα έκανα μια φιλότιμη προσπάθεια να διαβάσω διηγήματα του Χέμινγουεϋ με πρωταγωνιστές πυγμάχους, ταυρομάχους και άλλους -μάχους… Πόσο βαρέθηκα.

Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η συλλογή είχε τίτλο «Άνδρες χωρίς γυναίκες», πράγμα που μου θύμισε φυσικά τη γνωστή ρήση της Τζέην Ώστεν:

«Διάβασα Iστορία, λιγάκι από υποχρέωση, αλλά δεν έχει τίποτα να μου πει που δεν θα με στενοχωρήσει ή δεν θα με ενοχλήσει. Καυγάδες παπών και βασιλέων, πόλεμοι και λοιμοί καλύπτουν κάθε σελίδα. Όλοι οι άντρες άχρηστοι και σχεδόν καμία γυναίκα πουθενά – είναι πολύ κουραστικό. Συχνά σκέφτομαι γιατί είναι τόσο βαρετή όταν μεγάλο μέρος της πρέπει να είναι επινόηση.»

Στη σύγχρονη εποχή και σε προσωπικό επίπεδο, εγώ γελούσα πάντα με την αδελφή μου που διάβαζε από μικρή μετά μανίας Πόλεμο και Ειρήνη του Τολστόι αλλά παρέλειπε μονίμως τα κεφάλαια του Πολέμου και αφοσιωνόταν μόνο στην Ειρήνη!

Υ.Γ. Παρ’ όλα όσα είπα –για να επανέλθω στην αρχή– σκοπεύω να κάνω ακόμα μια προσπάθεια με τον Ματωμένο Μεσημβρινό του Κόρμακ ΜακΚάρθυ, προτού το προωθήσω οριστικά στα χέρια άρρενος συγγενούς ή φίλου!

///

*

**

Λεωνίδας Κακάρογλου (1952-2025): Μια ελεγεία στη μνήμη του

*

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

~.~

«Μικρός βυθός η μνήμη του κόσμου,
κι όλοι μας μέσα κολυμπάμε αδιάκοπα τα χρόνια μας»
“Γενέθλιο απόντων”
(Στο λευκό του βυθού, Πλέθρον 1989)

Τον Λεωνίδα τον γνώριζα από πολύ μικρός. Τα σπίτια μας ήταν στην ίδια περίπου γειτονιά, εκείνη του παλιού Νοσοκομείου Χανίων και ο Λεωνίδας τύχαινε να είναι συνομήλικος του αδερφού μου Σταύρου με τον οποίο εμένα με χωρίζουν τέσσερα χρόνια. Όταν εγώ τέλειωνα την Δευτέρα Δημοτικού, ο Σταύρος με τον Λεωνίδα, φίλοι κολλητοί και συμμαθητές, έμπαιναν στην Πέμπτη. Κι αυτό γιατί εγώ είχα κερδίσει χρονιά κατά την εγγραφή μου στην Πρώτη Δημοτικού καθώς ήμουν γεννημένος Γενάρη μήνα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για εκείνα τα χρόνια. Καθώς λοιπόν ξεκινούσαμε κάθε πρωί για το σχολείο από την ίδια γειτονιά, ήταν φυσικό να κατεβαίνουμε όλοι μαζί, αγουροξυπνημένοι, μικροί μεγάλοι, μια παρέα, με τις σχολικές τσάντες στα χέρια, για τα πετρόχτιστα σχολεία της οδού Κοραή.

Αγουροξυπνημένοι; Όλοι εκτός του Λεωνίδα. Γιατί αν για όλα τα παιδιά τότε το πρωινό ξύπνημα ήταν ένα αναγκαίο κακό που προσπαθούσαν να το απωθήσουν από τα βλέφαρά τους κερδίζοντας έστω και ένα τελευταίο δευτερόλεπτο πρωινού ύπνου, για τον Λεωνίδα το πρωινό ξύπνημα ήταν χαρά μεγάλη. Δεν ξυπνούσε απλώς στην ώρα του, ξυπνούσε τουλάχιστον μία, μπορεί και δυο ώρες νωρίτερα, ντυνόταν, έκανε μια γρήγορη επανάληψη στα μαθήματα της ημέρας, έφτιαχνε την τσάντα του, έπινε το γάλα του και τότε διαπίστωνε πως του περίσσευε πολύς περισσότερος χρόνος απ’ όσος του χρειαζόταν για να περπατήσει μέχρι τα πετρόχτιστα. Οπότε τι έκανε; Ξεκινούσε από το σπίτι του στην οδό Ιωάννη Καποδίστρια, έπαιρνε τον δρόμο προς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη του σχολείου, ανέβαινε τρία με τέσσερα τετράγωνα πάνω, την ανηφόρα της οδού Στέφανου Δραγούμη, έφτανε στο σπίτι μας και χωρίς να χτυπήσει το κουδούνι, καθόταν στα σκαλάκια της εξώπορτας να περιμένει να ξυπνήσει ο συμμαθητής του Σταύρος, που ειρήσθω εν παρόδω, τις περισσότερες φορές ακόμα κοιμόταν, να σηκωθεί, να πλυθεί, να ντυθεί, να πιει το γάλα του για να κατέβουν μαζί κουβεντιάζοντας την κατηφόρα για τα σχολεία. Τον θυμάμαι ακόμα, πίσω από το χοντρό συρμάτινο τζάμι της εξωτερικής μας πόρτας, με κοντά παντελόνια, καθισμένο στα σκαλοπάτια, ένα μικρόσωμο ευγενικό αγόρι με κανελί σχεδόν ξανθά σγουρά μαλάκια και φακίδες στο πρόσωπο, με χοντρά μυωπικά γυαλιά και με μια δερμάτινη σχολική τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του να περιμένει τον συμμαθητή του να αδειάσει το ποτήρι με το γάλα που του είχε ετοιμάσει ο πατέρας μας, για να φύγουν μαζί στο σχολείο. Ο πατέρας μας, που ήταν ο πρώτος που ξυπνούσε στην οικογένεια, έβλεπε την σκιά του παιδιού πίσω απ’ το τζάμι, και θυμάμαι άνοιγε την πόρτα για να του πει μια καλημέρα: «Λεωνίδα, τι κάνεις εδώ;», «Περιμένω τον Σταύρο να φύγουμε μαζί σχολείο», «Πέρνα μέσα να περιμένεις, ο Σταύρος κοιμάται ακόμα, μην κάθεσαι εδώ μόνος», «Όχι, είναι πρωί ακόμα και δεν θέλω να ενοχλήσω». Συνήθως, καθόταν εκεί στα σκαλάκια, έβγαζε κάποιο τετράδιο ή βιβλίο απ’ την τσάντα που την είχε ξαπλώσει στα γόνατά του, το άνοιγε πάνω της και συνέχιζε την επανάληψη κάποιου μαθήματος μέχρι ο Σταύρος να ετοιμαστεί, να πιει και την τελευταία γουλιά απ’ το γάλα του και να βγει έξω.

Θα μου πείτε και γιατί σας τα λέω όλα αυτά; Γιατί πίσω από αυτήν την τρυφερή σχολική εικόνα της παιδικής ηλικίας, ο Λεωνίδας αποκάλυπτε μια ιδιότητα, πήγα να πω μια ιδιοσυγκρασία, που θα τον συντρόφευε σε όλη την ενήλικη ζωή του και που, όχι λίγες φορές, έγινε αιτία άδικων παρεξηγήσεων. Αποκάλυπτε, θέλω να πω, το άγχος του για τα πράγματα που αγαπούσε, όπως η μάθηση, ένα αίσθημα ανάμεσα στην ανυπομονησία και την ασυγκράτητη διάθεση προσφοράς, ένα δημιουργικό άγχος, μια πλησμονή αισθημάτων που ανάβλυζε από μέσα του και τον κινητοποιούσε στο έπακρο και που σιγά σιγά, με την πάροδο του χρόνου, ήταν αυτό το αίσθημα που μετασχηματίστηκε σε άγχος για την ίδια τη ζωή και τις ευτυχισμένες στιγμές της, το αναπόφευκτο τέλος τους, καθώς και το αναπόφευκτο τέλος της ύπαρξής μας, σημαδεύοντας ως κύριο χαρακτηριολογικό γνώρισμα την ποίησή του. Γιατί, κατά την ταπεινή μου γνώμη, από εδώ, ίσως, θα πρέπει να ξεκινήσει κανείς την παρουσίαση της συνολικής εικόνας του μετέπειτα πολιτικού μηχανικού, λάτρη της κινηματογραφικής τέχνης και σημαντικού ποιητή, Λεωνίδα Κακάρογλου.

Τα χρόνια πέρασαν, ακολουθήσαμε ο καθένας τον δρόμο του, τις σπουδές του, τα ενδιαφέροντά του, όμως ποτέ δεν χαθήκαμε αν και για πολλά χρόνια εγώ ζούσα με την οικογένειά μου στην Αθήνα και αυτός στα Χανιά. Συνετέλεσε σε αυτό ο γάμος του με την αγαπημένη συμμαθήτριά μου στο δημοτικό, Δέσποινα Βαρδάκη, από τις ελάχιστες αναμνήσεις που είχα διατηρήσει μέσα μου από εκείνα τα παιδικά χρόνια. (περισσότερα…)

Περί σιωπής των «διανοουμένων»

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

…η ρημαγμένη από ετών αξιοπρέπεια του πολίτη.
Τι προπατορικό χρέος κι αυτό της διάσωσής της…
ΧΡΟΝΟΥ ΣΚΙΑ

Άκουσα πάλι προσφάτως σε τηλεοπτικό σταθμό, εν είδει καταγγελίας, την άποψη ότι σήμερα έχουν χαθεί οι φωνές των «διανοουμένων» που οφείλουν να καταγγείλουν όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στον τόπο μας και στον κόσμο, όσα πλήττουν κάθε έννοια στοιχειώδους Ανθρωπισμού, Δικαίου, Δημοκρατίας, Ελευθερίας κ.ά. Και σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ.

Αρχικώς διαφωνώ με τον συχνά χρησιμοποιούμενο όρο «διανοούμενος», αφού όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, διανοούνται. Προφανώς, η καταγγελία περί σιωπής εκλαμβάνει σαν διανοούμενους τους ανθρώπους της Τέχνης, του Λόγου, ίσως και της επιστήμης.

Αναρωτιέμαι: Είναι σημαντικότερη και επιδραστικότερη μία πολιτική δήλωση, ανάμεσα στις εκατοντάδες δηλώσεις καθημερινά, από τη δημοσιοποίηση του έργου ενός δημιουργού; Κάθε δημιουργός δρα πολιτικά. Ύψιστη πολιτική πράξη συνιστά, το να δίνεις με έργο μια ψηφίδα πολιτισμού στην κοινωνία, στοιχείο που ενεργοποιεί τη σκέψη, καλλιεργεί την αισθητική, συντείνει σε αφύπνιση, εγρήγορση του νου, της κριτικής σκέψης του πολίτη. Ναι, είναι επαναστατικό να κεντρίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος από την υψηλή αισθητική. Αρκεί να συναντηθείς με το έργο λόγου ή τέχνης για να νιώσεις όσα στηρίζουν την αξιοπρέπεια του πολίτη. Πόσοι έφυγαν χωρίς την ουσιώδη αυτή συνάντηση;

Δεν απουσιάζουν οι δημιουργοί από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Με το έργο τους προσφέρουν πολύ περισσότερο, από ό,τι με μια πολιτική δήλωση. Η δημιουργία σε κάθε έκφανσή της αποτελεί πολιτική πράξη από τη στιγμή που μοιράζεσαι το δημιούργημά σου. Η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει κοινωνική συνείδηση και όχι απλώς ανάγκη για μοιρασιά. Είναι συστατικό της έγνοιας για τον διπλανό. Συστατικό πολύτιμο στους καιρούς της απομόνωσης που ζούμε.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τον άνθρωπο της τέχνης, του στοχασμού, από τον δημιουργό, να έχει άποψη για τα πάντα, να παρεμβαίνει παντού με δηλώσεις. Μιλά με το έργο του. Αυτό το ελάχιστο-μέγιστο μπορεί, αυτό κάνει. Η παραγωγή πολιτισμού, έργου, είναι πολιτική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λόγος της γνήσιας τέχνης ήταν πάντα αντιεξουσιαστικός, μιας και καμιά τέχνη δεν μπορεί να υπηρετήσει τη βία που πηγάζει από κάθε μορφή εξουσίας. Και βέβαια θα συμφωνήσω με τον Σεφέρη πώς ένα έργο «εκτός από τις ουσιαστικές αρετές του, οδηγεί, ακόμα και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες».

Σαφώς προτιμητέοι όσοι ορθώνονται πνευματικά και δυναμώνουν εαυτούς και αλλήλους με τη γόνιμη διαχείριση της γνώσης, από αυτούς που προσκυνούν είδωλα «σωτήρων» τα οποία γκρεμίζονται νομοτελειακά, σαν αφίσες σε παιδικά δωμάτια που ξηλώνονται με την εγκατάλειψη της εφηβείας. (περισσότερα…)

Χώρος και Χρόνος στην Ιστορία του Πολιτισμού: Σημειώσεις για τον Παναγιώτη Κονδύλη

*

του ΣΩΚΡΑΤΗ ΒΕΚΡΗ

~.~

«Αυτό που ονομάζεται πνεύμα της εποχής
δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο
παρά το ίδιο το πνεύμα των ανθρώπων, μέσα
στο οποίο η εποχή καθρεφτίζεται.»
ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ
«Ο ιστορικός είναι ένας αναδρομικός προφήτης.»
ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΣΛΕΓΚΕΛ

 

Ι. Η Κοινωνιολογική Σύλληψη του Κονδύλη

Στο βιβλίο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ο Κονδύλης περιγράφει τη μετάβαση από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Στην παρούσα μελέτη δεν θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση όλων των όψεων και διαστάσεων που θίγει ο Κονδύλης στο έργο αυτό, παρά θα περιοριστούμε στην ανάδειξη ενός σημείου, και πιο συγκεκριμένα ενός εργαλείου στο οποίο στηρίχθηκε εν μέρει ο εν λόγω διαχωρισμός: της διάκρισης χώρου και χρόνου ως μορφών κοινωνικής εμπειρίας. Πριν το κάνουμε όμως αυτό, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε σύντομα το ευρύτερο μεθοδολογικό πλαίσιο το οποίο χρησιμοποιεί ο Κονδύλης προκειμένου να υποστηρίξει τη βασική θέση του βιβλίου ότι «η προβληματική του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου—τόσο στην κοινωνική και πολιτική όσο και στην πολιτισμική της έποψη—φωτίζεται καλύτερα αν τη δούμε στο πλαίσιο της παρακμής του αστικού τρόπου σκέψης και ζωής, καθώς και της μετάβασης από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία».[1]

Για να φωτίσει αυτήν την ιστορική μετάβαση, ο Κονδύλης κατασκευάζει δύο ιδεότυπους, οι οποίοι αντιστοιχούν στα δύο διαφορετικά κοινωνικά μορφώματα που περιγράφει: ο πρώτος είναι το «συνθετικό–εναρμονιστικό» σχήμα σκέψης, που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης και ζωής του αστικού πολιτισμού, κι ο δεύτερος είναι το «αναλυτικό–συνδυαστικό» σχήμα σκέψης, που αντιστοιχεί στον τρόπο σκέψης και ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Ο Κονδύλης θεωρεί πως πρωτεργάτες αυτής της μετάβασης υπήρξαν τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα του μοντερνισμού· παρά την εσωτερική ετερογένεια και ποικιλομορφία τους, η εξωτερική αντι-αστική στόχευση των ρευμάτων αυτών επισημάνθηκε από διάφορους κοινωνιολόγους και ιστορικούς. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει έναν κοινό παρανομαστή ανάμεσα τους, ο Λίχτχαϊμ έγραφε π.χ. το 1972: «το κίνημα του μοντερνισμού στη λογοτεχνία και τις τέχνες δεν διέθετε κάποιο ενιαίο θεματικό πυρήνα, παρά μόνο μια γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι σε αυτό που με ασαφή τρόπο αποκαλούνταν αστικός τρόπος ζωής».[2] Αν, για τον Κονδύλη, ο καλλιτεχνικός μοντερνισμός υπήρξε η ατμομηχανή αυτής της μεταβολής, καθώς, όπως γράφει, η τέχνη συχνά επιτελεί ρόλο σεισμογράφου βαθύτερων ιστορικών διεργασιών και κοσμοθεωρητικών εντάσεων,[3] τότε, στον απόηχο των κινημάτων αυτών, ολόκληρη η πνευματική ατμόσφαιρα υπέστη μια ριζική μεταβολή.[4] Και η  μεταβολή τούτη συνυφάνθηκε εξ αρχής με αντίστοιχες μετατοπίσεις στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας, οι οποίες όμως, για λόγους οικονομίας, θα μείνουν εκτός του πλαισίου της ανάλυσης μας.[5]

Παράλληλα, ο Κονδύλης τονίζει ότι στον πρώτο ιδεότυπο κυριαρχεί το πρωτείο του χρόνου, ενώ στον δεύτερο το πρωτείο του χώρου.[6] Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, ότι δηλαδή κάποιες ιστορικές εποχές οργανώνουν την εμπειρία τους χωρικά και άλλες χρονικά, είναι εκείνη που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ. Συγκρίνοντας την αστική σύνθεση με εκείνη της χριστιανικής κοινωνίας που προηγήθηκε, ο Κονδύλης σημειώνει πως «αν στην αντίληψη της societas civilis το αρμονικό Όλο έμοιαζε με πυραμίδα, τώρα φαίνεται μάλλον σαν σφαίρα».[7] Στην περίπτωση της μετα-αστικής κοινωνίας, η πιο εναργής εικόνα στην οποία προσφεύγει κατ’ επανάληψη για να φωτίσει την ιδιαιτερότητα της νέας μορφής σκέψης είναι εκείνη της επίπεδης επιφάνειας. Ας δούμε τώρα πώς αντιλαμβάνεται θεωρητικά αυτή τη διάκριση. Συνοψίζοντας τις βασικές διαφορές των δύο μορφών σκέψης, ο Κονδύλης γράφει:

Προγραμματικό μέλημα της αστικής σκέψης ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολό τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και νομοτελές Όλο, στους κόλπους του οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών. Το μέρος υπάρχει εντός του Όλου και εκπληρώνει τον προορισμό του συμβάλλοντας στην αρμονική τελειότητα του Όλου, όμως όχι αρνούμενο, αλλά εκδιπλώνοντας τη δική του ατομικότητα. Από την άποψη αυτήν τα πράγματα θεωρούνται με βάση τη λειτουργία τους, όμως και η ουσία τους δεν χάνεται, μολονότι δεν μπορεί να γνωσθεί (εντελώς)· ακριβώς η πεποίθηση, ότι τα πράγματα έχουν ουσία, επιτρέπει άλλωστε την αντικειμενική τους αποτίμηση και την ορθή τους ένταξη σε τούτη ή εκείνη τη βαθμίδα του αρμονικού Όλου. Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης. Εδώ δεν υπάρχουν ουσίες ούτε πάγια πράγματα, παρά μονάχα έσχατα συστατικά στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται με τη συνεπή ανάλυση, σημεία ή άτομα, των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητα τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα. Εδώ λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αρμονία εδραζόμενη σε λίγο-πολύ σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα μέρη και στο Όλο· υπάρχουν μόνο συνδυασμοί, οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται από νέους και κατ’ αρχήν ισότιμους. Τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται να συνδυασθούν με τα πάντα, γιατί τα πάντα βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο και δεν υπάρχουν οντολογικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν το προβάδισμα ορισμένων συνδυασμών απέναντι σε άλλους.[8] (περισσότερα…)

O Μπιροττώ, ο Μπόρκμαν κι εμείς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τον homo oeconomicus, τον άνθρωπο της οικονομίας και τους τρόπους του, η λογοτεχνία τον είδε εξ αρχής κριτικά. Μοτίβα σαν κι αυτά της φιλοχρηματίας, της κερδοσκοπίας, της πλουτοθηρίας επανέρχονται διαρκώς στις σελίδες της. Να νουθετήσουν, να διαφωτίσουν τον αναγνώστη για τις ολέθριες συνέπειές τους ζητούν ανά τους αιώνες στα γραφτά τους ποιητές τόσο διαφορετικοί όσο ο Οράτιος ή ο Καισάριος Δαπόντες. Απαράμιλλα περιγράφει ο Πετράρχης την καθηλωτική δύναμη του χρυσού:

«σε μας, φίλε, είναι τα πάντα από χρυσό: οι ασπίδες και τα δόρατα, οι αλυσίδες και τα στέμματα. Ο χρυσός μάς συνέχει και μας συγκρατεί. Ο χρυσός μάς κάνει πλούσιους και φτωχούς, ελεεινούς και ευδαίμονες. Ο χρυσός εξανδραποδίζει τους ελεύθερους και απελευθερώνει τους ηττημένους. Καταδικάζει τους αθώους και απαλλάσσει τους ενόχους. Δίνει μιλιά στους μουγγούς και βουβαίνει τους ευφραδέστερους ρήτορες… Συμφιλιώνει θεούς, ή όπως μερικοί διατείνονται, και ανθρώπους ακόμη. Τίποτα δεν του αντιστέκεται. Τίποτα δεν είναι για εκείνον ανέφικτο. »

Αμίμητοι είναι οι στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου με τους οποίους τη δεκαετία του 1870 κατακεραυνώνει την παντοδυναμία του κεφαλαίου στην Ευρώπη:

Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν! Το παν εις τέφραν κείται!
Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται…

Ο Παράσχος ανήκει ακόμη στους νοσταλγούς. Θρηνεί τον χαμό του παλιού κόσμου του πνεύματος και της πίστης. Σε τραπεζίτες και τράπεζες βλέπει τους αποστόλους της νέας υλοφροσύνης, σατανικές μηχανές που εξαργυρώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα στην αναπόλησή του, προανακρούονται όμως και οι αυριανοί αρνητές του νέου καθεστώτος. Η ιερεμιάδα του Πάουντ κατά των πιστωτικών θεσμών («με την τοκογλυφία, / δεν φτιάχνουν οι άνθρωποι σπίτια γερά… »), για παράδειγμα. Ή η οργίλη πολεμική του Μπρεχτ («τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας εμπρός στην ίδρυσή της; »). (περισσότερα…)

Yπερείδος και Υπεράνθρωπος: Από τη λογοτεχνία στο Μυθιστόρημα

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[4/12]

~.~

Ο ειδολογικός προσδιορισμός του μυθιστορήματος από τον Κυριάκο Μαργαρίτη, με τα ερείσματά του, ως πρότερα έχουν περιγραφεί, στη θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν, διαθέτει ίδιον ενδιαφέρον και χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ το μεταμοντέρνο αισθητικό πρότυπο. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αναφορά στο Εννέα, «ο συγγραφέας, διαλύοντας κάθε εκφορά που ορίζεται ως “ιστορικό μυθιστόρημα”, δεν παρασύρεται σε μια μεταγλώσσα ή μια μεταμοντέρνα συρραφή».[228] Η δε ενότητα μορφής και περιεχομένου προσδιορίζει υλικοπνευματικά το μυθιστορηματικό του εγχείρημα, το οποίο «επεκτείνεται ώς την ιδέα της θεανθρώπινης ένωσης».[229] Το δε σχέδιο νέας Νέας Κρόνακας, στο σύνολό του και αυτοτελώς σε έκαστο τόμο, ως έχω αναφέρει και αλλού, «συναιρ[εί] στο ιδεώδες της Ενότητας-Ένωσης ειδολογικά ποίηση και πεζογραφία, μεθοδολογικά μύθο και ιστορία, εκκλησιαστικά τον Θεό και τον Άνθρωπο, έμφυλα τον άντρα και τη γυναίκα».[230] Το θεωρητικό παράδοξο σε αυτή την αισθητικο-θεολογική, μεταμυθοπλαστική προσέγγιση του είδους είναι πως, ενώ καταργεί τις αφηγηματικές συμβάσεις, καθιστώντας ορατά τα νήματα παραγωγής του κειμένου, «η ενότητα, η πληρότητα και η συνοχή διατηρούνται, εκπορεύονται και απολήγουν στην υπέρτατη μετα-αφήγηση, ήτοι στο πρόσωπο του Λόγου ως πηγής κάθε νοήματος. Εάν η ενδεχομενικότητα και η διαρκής αυτοαναφορικότητα υπονομεύουν τον Εαυτό ή την ανθρώπινη εμπειρία ως ρυθμιστή, είναι γιατί αποδίδουν το νόημα στον Λόγο ως απόλυτη νοηματοδοτική αρχή».[231]

Πέρα από την εντυπωσιακή μίξη λογοτεχνικών ειδών και αισθητικών προτύπων, πολυπολιτισμικών και πολυγλωσσικών επιρροών και διακειμένων, το μυθιστορηματικό σχήμα του Μαργαρίτη συναιρεί, με τη λυρικότροπη πεζογραφική και δοκιμιακή του έκφραση, όχι μόνο τα λογοτεχνικά είδη και γένη μεταξύ τους, αλλά και τη λογοτεχνία με άλλες μορφές τέχνης, όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο κινηματογράφος, (περισσότερα…)

Η τέχνη της γλώσσας

 *

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

2905

Τι θα γινόταν αν ξυπνούσαμε ένα πρωί και διαπιστώναμε ότι όλα τα βιβλία στον κόσμο είναι πλέον ανώνυμα, δίχως ταυτότητα ή σήμανση συγγραφέα, ορφανά; Σε τι ποσοστό τους οι πάγιες αξίες μας θ’ άντεχαν στη νέα τάξη πραγμάτων, πόσα περιώνυμα έργα θα βούλιαζαν στην ανυποληψία και τη λήθη, πόσα σήμερα ασήμαντα θα αναδύονταν θριαμβικά; Άραγε θα θύμιζε ο καινούργιος κανόνας που αργά ή γρήγορα θα σχηματίζαμε, σε τίποτα τον παλιό;

3005

书不尽言, 言不尽意. «Η γραφή προδίδει τη λαλιά. Η λαλιά προδίδει την ιδέα». Το κομφουκιανό τρίτον από της αληθείας. Είτε λαλούμενη είτε γραφόμενη, η γλώσσα εμπρός στη βαθύτερη πραγματικότητα υστερεί αθεράπευτα, όσο και να τη μιμείται δεν μπορεί ποτέ να τη χωρέσει ακέραια.

3105

Ξεφυλλίζοντας μιαν όποια ιστορία της λογοτεχνίας, τον κατάλογο των εκθεμάτων ενός κορυφαίου μουσείου, το διαπιστώνεις: η συντριπτική πλειονότητα των δημιουργών του παρελθόντος που ακόμη θαυμάζουμε, ήταν διάσημοι ήδη εν ζωή. Κι όμως το bon mot ότι «οι μεγάλοι αναγνωρίζονται μετά θάνατον» δεν χάνει ποτέ τη δημοτικότητά του. Για τις στρατιές των «παραγνωρισμένων», των «υποτιμημένων», των «αγνοημένων» του σήμερα, οι αναξιοπαθούντες του χθες είναι συνάδελφοι. Σαν την ελπίδα, η αλληλεγγύη τους πεθαίνει τελευταία.

0106

Σ’ ένα μόνο κοινό απευθύνεται ο συγγραφέας: της εποχής του. Το μέλλον έχει γούστα απρόβλεπτα και ούτως ή άλλως δεν δίνει δεκάρα για τις δικές μας προθέσεις. Ακόμη και όταν ταχυδρομεί τα έργα του στην Αιωνιότητα, ο συγγραφέας συνομιλεί πρωτίστως με το Παρόν.

0206

Στην τέχνη της γλώσσας, η ιθαγένεια και να μην την επιζητείς προκύπτει. Φυσάει μέσ’ απ’ τις λέξεις όπως το μελτέμι τον Αύγουστο.

0306

Να μην έχεις ιδέα απο σχέδιο και να σκαρώνεις ready-mades, νά ’χεις μεσάνυχτα από ριμάδες και ν’ ανεβάζεις τον Ερωτόκριτο, να συνθέτεις όπερες αλεατοριστί ενώ δεν είσαι καν σε θέση ένα νανούρισμα να φτιάξεις, δεν σε κάνει πρωτοπόρο. Σε κάνει φουκαρά.

0406

Αιωνόβιες δέλτοι με τετιμημένα ονόματα, Κανόνες, κατάλογοι λαμπρών ονομάτων, έπαθλα εν παρατάξει στις αστραφτερές προθήκες, επετηρίδες δαφνοστεφών ποιητών. Οι λίστες, όλες οι λίστες, άρα και οι αντιλίστες που φτιάχνουμε τώρα, αποδεικνύουν απλώς πόσο πρόσκαιρα και παροδικά είναι τα γούστα μας. Σ’ έναν αιώνα από τώρα, οι ειδήμονες θα γελούν μαζί μας για τους συγγραφείς που θεωρούμε μεγάλους, όπως κι εμείς γελάμε με τους ειδήμονες του Μεσοπολέμου.

(περισσότερα…)

Σ’ ἄλλ’ αίt’ πῃ

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 4

Σ’ ἄλλ’ αίt’ πῃ

Ὡραιοτάτη ἡ γαλλοελληνική ὑποτακτική τοῦ τίτλου. Ἡ περικοπή τοῦ γαλλικοῦ ποιήματος τοῦ Μητσάκη ἔχει ὡς ἑξῆς:

[…]

Il se dresse sur le carrefour en étrange statue
et il dit quelque chose, oui, écoutez:
Σά ’λέπει, ça λέπι?, Salle ἔpη, Sale ἕpei, Σ’ ἄλλ’ αίt ’πῃ,
Σ’ Αλέπι!,
Vous rappelle quelque ville ?

Τό Χαλέπι! Αὐτό δέν ὑπομνήσκει; Στό Χαλέπι πού πίνουν σαλέπι; Τό Σαλέπι! Τούς ὄρχεις τῆς ἀλεποῦς; Οἱ κόνδυλοι τοῦ ὑδροχαροῦς orchis mascula, ἀπό τό ὁποῖο παρασκευάζεται τό σαλέπι, ὁμοιάζουν μέ ὄρχεις· τούς χρησιμοποιοῦσαν, τωόντι, γιά τήν ἑτοιμασία ἐρωτικῶν φίλτρων. Ἀρχίζει τήν πρόταση μέ ἐπιφυλάξεις, ἐνδοιάζει, ρωτᾶ: Εἶναι αὐτό λέπι; Ça λέπι? Καί καταλήγει, πεπεισμένος περί τῆς ὀρθότητος, ἐκφράζοντας τό θαυμασμό του, στίζοντας τόν μέ θαυμαστικό, καταλήγει στόν προορισμό του: Σ’ Αλέπι! (Οὔτε ψιλεῖ οὔτε δασύνει). Ὡς ἐάν: ναί, αὐτό ἐκεῖ εἶναι! Στάθηκε στό σταυροδρόμι τῆς ζωῆς –il se dresse sur le carrefour– καί ἀποφάσισε νά τραβήξει γιά τό Σαλέπι! Οἱ μόνες φράσεις, ἐξ ὁλοκλήρου ἑλληνικές, εἶναι στήν ἀρχή καί στό τέλος τῆς πρότασης. Σά ’λέπει, εἶναι ἡ ἀφετηρία, ὅταν ἀρχίζει νά στοχάζεται, νά ἀμφιρρέπει, ὅταν δέν ἔχει ἀκόμα κατασταλάξει∙ ὅταν προσπαθεῖ νά θυμηθεῖ, ὅταν κάτι, quelque chose, λείπει∙ ἤ μήπως σαλεύει, σ’ ἀλέθει, σέ βλέπει, σέ λέπει (λέπω: ἀποφλοιώνω); Σ’ Αλέπι!, εἶναι ἡ λήξη, ὅταν ὁ κύβος ἐρρίφθη! Ἡ διαδρομή εἶναι γαλλοελληνική. Μεικτή. Salle : ἡ αἴθουσα πού παίζονται τά ἔπη; Sale pei: τό pei ἐδῶ ἐπέχει θέση δασυνόμενου ρήματος∙ ὁ σιχαμερός (sale) καταγίνεται μέ quelque chose (ρ. πω); Ἀκολουθεῖ (ἕπεται) ἡ λαμπρή μεικτή ὑποτακτική, ἡ «ἔγκλιση πού ἔχει ὅλους τούς χρόνους ἐκτός ἀπό τούς μελλοντικούς. Οἱ τελευταῖοι δέν ὑπάρχουν σ’ αὐτήν, ἐπειδή εἶναι ἡ ἔγκλιση πού ἀναφέρεται στό μέλλον» (Τσοπανάκης). Εἶναι τό μετέωρο βῆμα πρίν πατήσει σταθερά. Ἡ κίνηση τῆς ἐπιθυμίας πρός τό μέλλον, τό ἄς μέ τό ὁποῖο προωθεῖται καί θαρρεύεται∙ πράγματι, στόν ἀέρα ἀλλάζει, ἐννοεῖ autre chose, κατανοεῖ πώς ἔπρεπε ἄλλα-νά-εἶχε-πεῖ (subjonctif plus-que-parfait), πώς πρέπει νά στραφεῖ ἀλλοῦ, Σ’ ἄλλ’, ἄλλο νά πεῖ. Ὁ ὑποκάτω κείμενος στίχος τό ἀνακοινώνει: Σ’ Αλέπι. Ἐκεῖ εἶναι. Σᾶς θυμίζει κάποια πόλη;

Τό ἀπόσπασμα, πού μόλις παρέθεσα, τοῦ γαλλικοῦ ποιήματος τοῦ Μητσάκη δέν εἶναι, ἄν καταλαβαίνω, οὔτε ἀπό ἐκεῖνα πού ἐξέδωσε ὁ Ποριώτης τό 1935 στό περιοδικό Νέα Γράμματα, οὔτε εἶναι ἐπιλογή ἀπό ἐκεῖνα πού ἐξέδωσε ὁ Ἄγγελος Καράκαλος τό 1957: Oeuvres Inedites de Michel Mitsakis. Εἶναι μήπως ἀπό αὐτά πού συγκέντρωσε ὁ Κατσίμπαλης; Δέν τό ξέρω. Ἄφηνε, βλέπετε, “χαρτάκια”… ὁ ποιητής. Προφανῶς, ὅμως, ἀνήκει στήν γαλλική ποιητική περίοδο τῆς τρέλας του. Τό 1943 ὁ γιατρός Ἄγγελος Καράκαλος βρῆκε σ’ ἕνα παλαιοπωλεῖο ἕνα ἀντίτυπο τῆς Ἰλιάδας. Τά περιθώρια τῶν σελίδων ἔγεμαν ἀπό σπαράγματα ποιημάτων γραμμένα στά γαλλικά. Τοῦ πῆρε χρόνια νά τά μεταγράψει καί νά ἀποδώσει τήν ταυτότητά τους στόν Μητσάκη. Τά ἐξέδωσε· παραδόθηκε, ὅμως, ἐκ νέου εἰς τήν κυκλοφορία ὁ Μητσάκης; Πρωτοκολλήθηκε ἐπιτέλους στά ἐπίσημα μητρῶα τῶν Βιβλίων; Ἐν τῶ παρόντι χρόνω, ἐκτός ἐμπορικῶν καταστίχων, ἀσυζήτητο, τό βιβλίο ἀνευρίσκεται μόνο στήν Γεννάδειο Βιβλιοθήκη: MGL 730.31. Στή θέση αὐτή θά τό βρείτε… Λογάριαζα, εἶναι ἀλήθεια, τό εἶχα σκοπό, ὅταν θά ἔφθανα σέ αὐτό τό τελευταῖο κεφαλαιάκι, ἀφιερωμένο στά γαλλικά ποιήματα, νά ἐπισκεφτῶ τή Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Ἔψαξα, καί μόνο ἐκεῖ βρῆκα τό Oeuvres Inedites. Θά τήν ἐπισκεπτόμουν, κινούμενος μάλιστα ἀπό τή φιλοδοξία νά μεταφράσω δύο τρία ἀπό τά γαλλικά του ποιήματα. Θά εὕρισκαν εὐμενῆ ἀπήχηση…[1] (περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

Το φως γητεύεται από το σκοτάδι

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Με μάζα 4.000.000 φορές μεγαλύτερη του Ήλιου, ο Τοξότης Α είναι η υπερμεγέθης μελανή οπή που καταλαμβάνει το κέντρο του Γαλαξία μας. Πάνω από 100 δισεκατομμύρια αστέρια περιστρέφονται γύρω του. Μια ακόμη ένδειξη, ίσως, ότι το φως πάντα γητεύεται από το σκοτάδι.

(Η φωτογραφία, πρόσφατη, απεικονίζει τις σπειροειδείς γραμμές του μαγνητικού του πεδίου.)

~.~

Η «στροφή» του Παπαδιαμάντη, η «στροφή» του Καβάφη, η «στροφή» του Παπαγιώργη… Για μια ορισμένη, ρομαντικών καταβολών θα έλεγα, αναγνωστική μερίδα, ο αναπροσανατολισμός ενός συγγραφέα είναι σημάδι ότι αναζήτησε και βρήκε επιτυχώς τον «πραγματικό» εαυτό του. Στην πράξη (αναφέρομαι και στην ωραία ομιλία του παπα-Βαγγέλη Γκανά στο Συμπόσιο της Σκιάθου), συγκυριακοί παράγοντες παίζουν ίσως τον μεγαλύτερο ρόλο.

Η μεγάλη ζήτηση λ.χ. των παπαδιαμαντικών διηγημάτων από τον Τύπο της εποχής, έπαιξε αδιαφιλονίκητα τον κύριο ρόλο στη «στροφή» του Παπαδιαμάντη προς το διήγημα. Τι θα γινόταν αν τα μυθιστορήματά του είχαν παρόμοια ζήτηση και έμενε πιστός στο είδος, δεν το γνωρίζουμε. Θα τον έκανε όμως κάτι τέτοιο «λιγότερο» Παπαδιαμάντη; Προφανώς όχι, θα τον έκανε έναν «άλλο» Παπαδιαμάντη για τον απλό λόγο ότι εαυτός μονότροπος και ενικός δεν υπάρχει. Όπως το δείχνουν τα παραδείγματα των μέγιστων (από τον Σαίξπηρ ώς τον Γκαίτε κι από τον Μπαλζάκ ώς τον Πεσσόα), το εγώ είναι πολυστρώματο, είμαστε με «τα» εγώ μας όπως γράφει ο Παλαμάς.

Κάθε συγγραφέας (και κάθε άνθρωπος…) στέκεται κάθε στιγμή σε μια πολύκλαδη διασταύρωση, οι δυνατότητες που έχει εμπρός του είναι πολλές. Συνήθως παίρνει κανείς τον πιο πολύφερνο δρόμο, τον δρόμο της ειδίκευσης, αυτόν που του υπόσχεται την καλύτερη αποδοχή. Αν ο πολεμογράφος νεαρός Παπαγιώργης είχε παρόμοια επιτυχία με τους ομολόγους του στο εξωτερικό, αν είχε στήλη λ.χ. όχι στο Πλανόδιον αλλά στο Βήμα, δεν θα έμενε πιστός σ’ αυτό το είδος γραφής; Αν δεν είχε κλονιστεί η υγεία του, θα στρεφόταν προς το συναξάρι των προσωπικών παθών; Αν ο Καβάφης είχε αναγνωριστεί με τα ποιήματα που έγραφε ώς τα σαράντα του, θα τα αποκήρυσσε αργότερα; Θα βδελυσσόταν ποτέ τόσο πολύ τον «ρομαντισμό», που όμως, όπως όλα δείχνουν, τόσο πολύ στα νιάτα του αγάπησε;

~.~ (περισσότερα…)