λογοτεχνία

Περί σιωπής των «διανοουμένων»

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

~.~

…η ρημαγμένη από ετών αξιοπρέπεια του πολίτη.
Τι προπατορικό χρέος κι αυτό της διάσωσής της…
ΧΡΟΝΟΥ ΣΚΙΑ

Άκουσα πάλι προσφάτως σε τηλεοπτικό σταθμό, εν είδει καταγγελίας, την άποψη ότι σήμερα έχουν χαθεί οι φωνές των «διανοουμένων» που οφείλουν να καταγγείλουν όσα απαράδεκτα συμβαίνουν στον τόπο μας και στον κόσμο, όσα πλήττουν κάθε έννοια στοιχειώδους Ανθρωπισμού, Δικαίου, Δημοκρατίας, Ελευθερίας κ.ά. Και σε μεγάλο βαθμό διαφωνώ.

Αρχικώς διαφωνώ με τον συχνά χρησιμοποιούμενο όρο «διανοούμενος», αφού όλοι οι άνθρωποι είναι διανοούμενοι, διανοούνται. Προφανώς, η καταγγελία περί σιωπής εκλαμβάνει σαν διανοούμενους τους ανθρώπους της Τέχνης, του Λόγου, ίσως και της επιστήμης.

Αναρωτιέμαι: Είναι σημαντικότερη και επιδραστικότερη μία πολιτική δήλωση, ανάμεσα στις εκατοντάδες δηλώσεις καθημερινά, από τη δημοσιοποίηση του έργου ενός δημιουργού; Κάθε δημιουργός δρα πολιτικά. Ύψιστη πολιτική πράξη συνιστά, το να δίνεις με έργο μια ψηφίδα πολιτισμού στην κοινωνία, στοιχείο που ενεργοποιεί τη σκέψη, καλλιεργεί την αισθητική, συντείνει σε αφύπνιση, εγρήγορση του νου, της κριτικής σκέψης του πολίτη. Ναι, είναι επαναστατικό να κεντρίζεται ο ανθρώπινος εγκέφαλος από την υψηλή αισθητική. Αρκεί να συναντηθείς με το έργο λόγου ή τέχνης για να νιώσεις όσα στηρίζουν την αξιοπρέπεια του πολίτη. Πόσοι έφυγαν χωρίς την ουσιώδη αυτή συνάντηση;

Δεν απουσιάζουν οι δημιουργοί από το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Με το έργο τους προσφέρουν πολύ περισσότερο, από ό,τι με μια πολιτική δήλωση. Η δημιουργία σε κάθε έκφανσή της αποτελεί πολιτική πράξη από τη στιγμή που μοιράζεσαι το δημιούργημά σου. Η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει κοινωνική συνείδηση και όχι απλώς ανάγκη για μοιρασιά. Είναι συστατικό της έγνοιας για τον διπλανό. Συστατικό πολύτιμο στους καιρούς της απομόνωσης που ζούμε.

Δεν μπορεί να απαιτούμε από τον άνθρωπο της τέχνης, του στοχασμού, από τον δημιουργό, να έχει άποψη για τα πάντα, να παρεμβαίνει παντού με δηλώσεις. Μιλά με το έργο του. Αυτό το ελάχιστο-μέγιστο μπορεί, αυτό κάνει. Η παραγωγή πολιτισμού, έργου, είναι πολιτική πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λόγος της γνήσιας τέχνης ήταν πάντα αντιεξουσιαστικός, μιας και καμιά τέχνη δεν μπορεί να υπηρετήσει τη βία που πηγάζει από κάθε μορφή εξουσίας. Και βέβαια θα συμφωνήσω με τον Σεφέρη πώς ένα έργο «εκτός από τις ουσιαστικές αρετές του, οδηγεί, ακόμα και πολιτικά, πολύ καλύτερα από ένα σωρό δημόσιους ρήτορες».

Σαφώς προτιμητέοι όσοι ορθώνονται πνευματικά και δυναμώνουν εαυτούς και αλλήλους με τη γόνιμη διαχείριση της γνώσης, από αυτούς που προσκυνούν είδωλα «σωτήρων» τα οποία γκρεμίζονται νομοτελειακά, σαν αφίσες σε παιδικά δωμάτια που ξηλώνονται με την εγκατάλειψη της εφηβείας. (περισσότερα…)

Χώρος και Χρόνος στην Ιστορία του Πολιτισμού: Σημειώσεις για τον Παναγιώτη Κονδύλη

*

του ΣΩΚΡΑΤΗ ΒΕΚΡΗ

~.~

«Αυτό που ονομάζεται πνεύμα της εποχής
δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο
παρά το ίδιο το πνεύμα των ανθρώπων, μέσα
στο οποίο η εποχή καθρεφτίζεται.»
ΓΙΟΧΑΝ ΒΟΛΦΓΚΑΝΓΚ ΦΟΝ ΓΚΑΙΤΕ
«Ο ιστορικός είναι ένας αναδρομικός προφήτης.»
ΦΡΗΝΤΡΙΧ ΣΛΕΓΚΕΛ

 

Ι. Η Κοινωνιολογική Σύλληψη του Κονδύλη

Στο βιβλίο του Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, ο Κονδύλης περιγράφει τη μετάβαση από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Στην παρούσα μελέτη δεν θα επιχειρήσουμε μια ανάλυση όλων των όψεων και διαστάσεων που θίγει ο Κονδύλης στο έργο αυτό, παρά θα περιοριστούμε στην ανάδειξη ενός σημείου, και πιο συγκεκριμένα ενός εργαλείου στο οποίο στηρίχθηκε εν μέρει ο εν λόγω διαχωρισμός: της διάκρισης χώρου και χρόνου ως μορφών κοινωνικής εμπειρίας. Πριν το κάνουμε όμως αυτό, είναι απαραίτητο να εξετάσουμε σύντομα το ευρύτερο μεθοδολογικό πλαίσιο το οποίο χρησιμοποιεί ο Κονδύλης προκειμένου να υποστηρίξει τη βασική θέση του βιβλίου ότι «η προβληματική του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου—τόσο στην κοινωνική και πολιτική όσο και στην πολιτισμική της έποψη—φωτίζεται καλύτερα αν τη δούμε στο πλαίσιο της παρακμής του αστικού τρόπου σκέψης και ζωής, καθώς και της μετάβασης από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία».[1]

Για να φωτίσει αυτήν την ιστορική μετάβαση, ο Κονδύλης κατασκευάζει δύο ιδεότυπους, οι οποίοι αντιστοιχούν στα δύο διαφορετικά κοινωνικά μορφώματα που περιγράφει: ο πρώτος είναι το «συνθετικό–εναρμονιστικό» σχήμα σκέψης, που χαρακτηρίζει τον τρόπο σκέψης και ζωής του αστικού πολιτισμού, κι ο δεύτερος είναι το «αναλυτικό–συνδυαστικό» σχήμα σκέψης, που αντιστοιχεί στον τρόπο σκέψης και ζωής της μαζικής δημοκρατίας. Ο Κονδύλης θεωρεί πως πρωτεργάτες αυτής της μετάβασης υπήρξαν τα διάφορα καλλιτεχνικά ρεύματα του μοντερνισμού· παρά την εσωτερική ετερογένεια και ποικιλομορφία τους, η εξωτερική αντι-αστική στόχευση των ρευμάτων αυτών επισημάνθηκε από διάφορους κοινωνιολόγους και ιστορικούς. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει έναν κοινό παρανομαστή ανάμεσα τους, ο Λίχτχαϊμ έγραφε π.χ. το 1972: «το κίνημα του μοντερνισμού στη λογοτεχνία και τις τέχνες δεν διέθετε κάποιο ενιαίο θεματικό πυρήνα, παρά μόνο μια γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι σε αυτό που με ασαφή τρόπο αποκαλούνταν αστικός τρόπος ζωής».[2] Αν, για τον Κονδύλη, ο καλλιτεχνικός μοντερνισμός υπήρξε η ατμομηχανή αυτής της μεταβολής, καθώς, όπως γράφει, η τέχνη συχνά επιτελεί ρόλο σεισμογράφου βαθύτερων ιστορικών διεργασιών και κοσμοθεωρητικών εντάσεων,[3] τότε, στον απόηχο των κινημάτων αυτών, ολόκληρη η πνευματική ατμόσφαιρα υπέστη μια ριζική μεταβολή.[4] Και η  μεταβολή τούτη συνυφάνθηκε εξ αρχής με αντίστοιχες μετατοπίσεις στο πεδίο της κοινωνικής ιστορίας, οι οποίες όμως, για λόγους οικονομίας, θα μείνουν εκτός του πλαισίου της ανάλυσης μας.[5]

Παράλληλα, ο Κονδύλης τονίζει ότι στον πρώτο ιδεότυπο κυριαρχεί το πρωτείο του χρόνου, ενώ στον δεύτερο το πρωτείο του χώρου.[6] Αυτή η δεύτερη παρατήρηση, ότι δηλαδή κάποιες ιστορικές εποχές οργανώνουν την εμπειρία τους χωρικά και άλλες χρονικά, είναι εκείνη που μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα εδώ. Συγκρίνοντας την αστική σύνθεση με εκείνη της χριστιανικής κοινωνίας που προηγήθηκε, ο Κονδύλης σημειώνει πως «αν στην αντίληψη της societas civilis το αρμονικό Όλο έμοιαζε με πυραμίδα, τώρα φαίνεται μάλλον σαν σφαίρα».[7] Στην περίπτωση της μετα-αστικής κοινωνίας, η πιο εναργής εικόνα στην οποία προσφεύγει κατ’ επανάληψη για να φωτίσει την ιδιαιτερότητα της νέας μορφής σκέψης είναι εκείνη της επίπεδης επιφάνειας. Ας δούμε τώρα πώς αντιλαμβάνεται θεωρητικά αυτή τη διάκριση. Συνοψίζοντας τις βασικές διαφορές των δύο μορφών σκέψης, ο Κονδύλης γράφει:

Προγραμματικό μέλημα της αστικής σκέψης ήταν να συγκροτήσει την κοσμοεικόνα της από μια ποικιλία διαφορετικών πραγμάτων και δυνάμεων, που αν ιδωθούν μεμονωμένα (μπορούν να) βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, στο σύνολό τους όμως αποτελούν ένα αρμονικό και νομοτελές Όλο, στους κόλπους του οποίου οι τριβές και οι συγκρούσεις αίρονται κατά τις επιταγές υπέρτερων έλλογων σκοπών. Το μέρος υπάρχει εντός του Όλου και εκπληρώνει τον προορισμό του συμβάλλοντας στην αρμονική τελειότητα του Όλου, όμως όχι αρνούμενο, αλλά εκδιπλώνοντας τη δική του ατομικότητα. Από την άποψη αυτήν τα πράγματα θεωρούνται με βάση τη λειτουργία τους, όμως και η ουσία τους δεν χάνεται, μολονότι δεν μπορεί να γνωσθεί (εντελώς)· ακριβώς η πεποίθηση, ότι τα πράγματα έχουν ουσία, επιτρέπει άλλωστε την αντικειμενική τους αποτίμηση και την ορθή τους ένταξη σε τούτη ή εκείνη τη βαθμίδα του αρμονικού Όλου. Πολύ διαφορετικά είναι τα πράγματα στο αναλυτικό-συνδυαστικό σχήμα σκέψης. Εδώ δεν υπάρχουν ουσίες ούτε πάγια πράγματα, παρά μονάχα έσχατα συστατικά στοιχεία, τα οποία εντοπίζονται με τη συνεπή ανάλυση, σημεία ή άτομα, των οποίων η υφή και η ύπαρξη συνίσταται απλώς και μόνο στη λειτουργία τους, δηλαδή στην ικανότητα τους να σχηματίζουν διαρκώς νέους συνδυασμούς μαζί με άλλα σημεία ή άτομα. Εδώ λοιπόν δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αρμονία εδραζόμενη σε λίγο-πολύ σταθερές σχέσεις ανάμεσα στα μέρη και στο Όλο· υπάρχουν μόνο συνδυασμοί, οι οποίοι συνεχώς αντικαθίστανται από νέους και κατ’ αρχήν ισότιμους. Τα πάντα μπορούν και επιτρέπεται να συνδυασθούν με τα πάντα, γιατί τα πάντα βρίσκονται πάνω στο ίδιο επίπεδο και δεν υπάρχουν οντολογικές προϋποθέσεις που θα εξασφάλιζαν το προβάδισμα ορισμένων συνδυασμών απέναντι σε άλλους.[8] (περισσότερα…)

O Μπιροττώ, ο Μπόρκμαν κι εμείς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τον homo oeconomicus, τον άνθρωπο της οικονομίας και τους τρόπους του, η λογοτεχνία τον είδε εξ αρχής κριτικά. Μοτίβα σαν κι αυτά της φιλοχρηματίας, της κερδοσκοπίας, της πλουτοθηρίας επανέρχονται διαρκώς στις σελίδες της. Να νουθετήσουν, να διαφωτίσουν τον αναγνώστη για τις ολέθριες συνέπειές τους ζητούν ανά τους αιώνες στα γραφτά τους ποιητές τόσο διαφορετικοί όσο ο Οράτιος ή ο Καισάριος Δαπόντες. Απαράμιλλα περιγράφει ο Πετράρχης την καθηλωτική δύναμη του χρυσού:

«σε μας, φίλε, είναι τα πάντα από χρυσό: οι ασπίδες και τα δόρατα, οι αλυσίδες και τα στέμματα. Ο χρυσός μάς συνέχει και μας συγκρατεί. Ο χρυσός μάς κάνει πλούσιους και φτωχούς, ελεεινούς και ευδαίμονες. Ο χρυσός εξανδραποδίζει τους ελεύθερους και απελευθερώνει τους ηττημένους. Καταδικάζει τους αθώους και απαλλάσσει τους ενόχους. Δίνει μιλιά στους μουγγούς και βουβαίνει τους ευφραδέστερους ρήτορες… Συμφιλιώνει θεούς, ή όπως μερικοί διατείνονται, και ανθρώπους ακόμη. Τίποτα δεν του αντιστέκεται. Τίποτα δεν είναι για εκείνον ανέφικτο. »

Αμίμητοι είναι οι στίχοι του Αχιλλέα Παράσχου με τους οποίους τη δεκαετία του 1870 κατακεραυνώνει την παντοδυναμία του κεφαλαίου στην Ευρώπη:

Κ’ έπεσαν, όλα έπεσαν! Το παν εις τέφραν κείται!
Υψούνται μόνον τράπεζαι και μόνον τραπεζίται…

Ο Παράσχος ανήκει ακόμη στους νοσταλγούς. Θρηνεί τον χαμό του παλιού κόσμου του πνεύματος και της πίστης. Σε τραπεζίτες και τράπεζες βλέπει τους αποστόλους της νέας υλοφροσύνης, σατανικές μηχανές που εξαργυρώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις. Μέσα στην αναπόλησή του, προανακρούονται όμως και οι αυριανοί αρνητές του νέου καθεστώτος. Η ιερεμιάδα του Πάουντ κατά των πιστωτικών θεσμών («με την τοκογλυφία, / δεν φτιάχνουν οι άνθρωποι σπίτια γερά… »), για παράδειγμα. Ή η οργίλη πολεμική του Μπρεχτ («τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας εμπρός στην ίδρυσή της; »). (περισσότερα…)

Yπερείδος και Υπεράνθρωπος: Από τη λογοτεχνία στο Μυθιστόρημα

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[4/12]

~.~

Ο ειδολογικός προσδιορισμός του μυθιστορήματος από τον Κυριάκο Μαργαρίτη, με τα ερείσματά του, ως πρότερα έχουν περιγραφεί, στη θεωρία του Μιχαήλ Μπαχτίν, διαθέτει ίδιον ενδιαφέρον και χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ το μεταμοντέρνο αισθητικό πρότυπο. Όπως παρατηρεί ο Κώστας Χατζηαντωνίου με αναφορά στο Εννέα, «ο συγγραφέας, διαλύοντας κάθε εκφορά που ορίζεται ως “ιστορικό μυθιστόρημα”, δεν παρασύρεται σε μια μεταγλώσσα ή μια μεταμοντέρνα συρραφή».[228] Η δε ενότητα μορφής και περιεχομένου προσδιορίζει υλικοπνευματικά το μυθιστορηματικό του εγχείρημα, το οποίο «επεκτείνεται ώς την ιδέα της θεανθρώπινης ένωσης».[229] Το δε σχέδιο νέας Νέας Κρόνακας, στο σύνολό του και αυτοτελώς σε έκαστο τόμο, ως έχω αναφέρει και αλλού, «συναιρ[εί] στο ιδεώδες της Ενότητας-Ένωσης ειδολογικά ποίηση και πεζογραφία, μεθοδολογικά μύθο και ιστορία, εκκλησιαστικά τον Θεό και τον Άνθρωπο, έμφυλα τον άντρα και τη γυναίκα».[230] Το θεωρητικό παράδοξο σε αυτή την αισθητικο-θεολογική, μεταμυθοπλαστική προσέγγιση του είδους είναι πως, ενώ καταργεί τις αφηγηματικές συμβάσεις, καθιστώντας ορατά τα νήματα παραγωγής του κειμένου, «η ενότητα, η πληρότητα και η συνοχή διατηρούνται, εκπορεύονται και απολήγουν στην υπέρτατη μετα-αφήγηση, ήτοι στο πρόσωπο του Λόγου ως πηγής κάθε νοήματος. Εάν η ενδεχομενικότητα και η διαρκής αυτοαναφορικότητα υπονομεύουν τον Εαυτό ή την ανθρώπινη εμπειρία ως ρυθμιστή, είναι γιατί αποδίδουν το νόημα στον Λόγο ως απόλυτη νοηματοδοτική αρχή».[231]

Πέρα από την εντυπωσιακή μίξη λογοτεχνικών ειδών και αισθητικών προτύπων, πολυπολιτισμικών και πολυγλωσσικών επιρροών και διακειμένων, το μυθιστορηματικό σχήμα του Μαργαρίτη συναιρεί, με τη λυρικότροπη πεζογραφική και δοκιμιακή του έκφραση, όχι μόνο τα λογοτεχνικά είδη και γένη μεταξύ τους, αλλά και τη λογοτεχνία με άλλες μορφές τέχνης, όπως τα εικαστικά, η μουσική, ο κινηματογράφος, (περισσότερα…)

Η τέχνη της γλώσσας

 *

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

2905

Τι θα γινόταν αν ξυπνούσαμε ένα πρωί και διαπιστώναμε ότι όλα τα βιβλία στον κόσμο είναι πλέον ανώνυμα, δίχως ταυτότητα ή σήμανση συγγραφέα, ορφανά; Σε τι ποσοστό τους οι πάγιες αξίες μας θ’ άντεχαν στη νέα τάξη πραγμάτων, πόσα περιώνυμα έργα θα βούλιαζαν στην ανυποληψία και τη λήθη, πόσα σήμερα ασήμαντα θα αναδύονταν θριαμβικά; Άραγε θα θύμιζε ο καινούργιος κανόνας που αργά ή γρήγορα θα σχηματίζαμε, σε τίποτα τον παλιό;

3005

书不尽言, 言不尽意. «Η γραφή προδίδει τη λαλιά. Η λαλιά προδίδει την ιδέα». Το κομφουκιανό τρίτον από της αληθείας. Είτε λαλούμενη είτε γραφόμενη, η γλώσσα εμπρός στη βαθύτερη πραγματικότητα υστερεί αθεράπευτα, όσο και να τη μιμείται δεν μπορεί ποτέ να τη χωρέσει ακέραια.

3105

Ξεφυλλίζοντας μιαν όποια ιστορία της λογοτεχνίας, τον κατάλογο των εκθεμάτων ενός κορυφαίου μουσείου, το διαπιστώνεις: η συντριπτική πλειονότητα των δημιουργών του παρελθόντος που ακόμη θαυμάζουμε, ήταν διάσημοι ήδη εν ζωή. Κι όμως το bon mot ότι «οι μεγάλοι αναγνωρίζονται μετά θάνατον» δεν χάνει ποτέ τη δημοτικότητά του. Για τις στρατιές των «παραγνωρισμένων», των «υποτιμημένων», των «αγνοημένων» του σήμερα, οι αναξιοπαθούντες του χθες είναι συνάδελφοι. Σαν την ελπίδα, η αλληλεγγύη τους πεθαίνει τελευταία.

0106

Σ’ ένα μόνο κοινό απευθύνεται ο συγγραφέας: της εποχής του. Το μέλλον έχει γούστα απρόβλεπτα και ούτως ή άλλως δεν δίνει δεκάρα για τις δικές μας προθέσεις. Ακόμη και όταν ταχυδρομεί τα έργα του στην Αιωνιότητα, ο συγγραφέας συνομιλεί πρωτίστως με το Παρόν.

0206

Στην τέχνη της γλώσσας, η ιθαγένεια και να μην την επιζητείς προκύπτει. Φυσάει μέσ’ απ’ τις λέξεις όπως το μελτέμι τον Αύγουστο.

0306

Να μην έχεις ιδέα απο σχέδιο και να σκαρώνεις ready-mades, νά ’χεις μεσάνυχτα από ριμάδες και ν’ ανεβάζεις τον Ερωτόκριτο, να συνθέτεις όπερες αλεατοριστί ενώ δεν είσαι καν σε θέση ένα νανούρισμα να φτιάξεις, δεν σε κάνει πρωτοπόρο. Σε κάνει φουκαρά.

0406

Αιωνόβιες δέλτοι με τετιμημένα ονόματα, Κανόνες, κατάλογοι λαμπρών ονομάτων, έπαθλα εν παρατάξει στις αστραφτερές προθήκες, επετηρίδες δαφνοστεφών ποιητών. Οι λίστες, όλες οι λίστες, άρα και οι αντιλίστες που φτιάχνουμε τώρα, αποδεικνύουν απλώς πόσο πρόσκαιρα και παροδικά είναι τα γούστα μας. Σ’ έναν αιώνα από τώρα, οι ειδήμονες θα γελούν μαζί μας για τους συγγραφείς που θεωρούμε μεγάλους, όπως κι εμείς γελάμε με τους ειδήμονες του Μεσοπολέμου.

(περισσότερα…)

Σ’ ἄλλ’ αίt’ πῃ

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 4

Σ’ ἄλλ’ αίt’ πῃ

Ὡραιοτάτη ἡ γαλλοελληνική ὑποτακτική τοῦ τίτλου. Ἡ περικοπή τοῦ γαλλικοῦ ποιήματος τοῦ Μητσάκη ἔχει ὡς ἑξῆς:

[…]

Il se dresse sur le carrefour en étrange statue
et il dit quelque chose, oui, écoutez:
Σά ’λέπει, ça λέπι?, Salle ἔpη, Sale ἕpei, Σ’ ἄλλ’ αίt ’πῃ,
Σ’ Αλέπι!,
Vous rappelle quelque ville ?

Τό Χαλέπι! Αὐτό δέν ὑπομνήσκει; Στό Χαλέπι πού πίνουν σαλέπι; Τό Σαλέπι! Τούς ὄρχεις τῆς ἀλεποῦς; Οἱ κόνδυλοι τοῦ ὑδροχαροῦς orchis mascula, ἀπό τό ὁποῖο παρασκευάζεται τό σαλέπι, ὁμοιάζουν μέ ὄρχεις· τούς χρησιμοποιοῦσαν, τωόντι, γιά τήν ἑτοιμασία ἐρωτικῶν φίλτρων. Ἀρχίζει τήν πρόταση μέ ἐπιφυλάξεις, ἐνδοιάζει, ρωτᾶ: Εἶναι αὐτό λέπι; Ça λέπι? Καί καταλήγει, πεπεισμένος περί τῆς ὀρθότητος, ἐκφράζοντας τό θαυμασμό του, στίζοντας τόν μέ θαυμαστικό, καταλήγει στόν προορισμό του: Σ’ Αλέπι! (Οὔτε ψιλεῖ οὔτε δασύνει). Ὡς ἐάν: ναί, αὐτό ἐκεῖ εἶναι! Στάθηκε στό σταυροδρόμι τῆς ζωῆς –il se dresse sur le carrefour– καί ἀποφάσισε νά τραβήξει γιά τό Σαλέπι! Οἱ μόνες φράσεις, ἐξ ὁλοκλήρου ἑλληνικές, εἶναι στήν ἀρχή καί στό τέλος τῆς πρότασης. Σά ’λέπει, εἶναι ἡ ἀφετηρία, ὅταν ἀρχίζει νά στοχάζεται, νά ἀμφιρρέπει, ὅταν δέν ἔχει ἀκόμα κατασταλάξει∙ ὅταν προσπαθεῖ νά θυμηθεῖ, ὅταν κάτι, quelque chose, λείπει∙ ἤ μήπως σαλεύει, σ’ ἀλέθει, σέ βλέπει, σέ λέπει (λέπω: ἀποφλοιώνω); Σ’ Αλέπι!, εἶναι ἡ λήξη, ὅταν ὁ κύβος ἐρρίφθη! Ἡ διαδρομή εἶναι γαλλοελληνική. Μεικτή. Salle : ἡ αἴθουσα πού παίζονται τά ἔπη; Sale pei: τό pei ἐδῶ ἐπέχει θέση δασυνόμενου ρήματος∙ ὁ σιχαμερός (sale) καταγίνεται μέ quelque chose (ρ. πω); Ἀκολουθεῖ (ἕπεται) ἡ λαμπρή μεικτή ὑποτακτική, ἡ «ἔγκλιση πού ἔχει ὅλους τούς χρόνους ἐκτός ἀπό τούς μελλοντικούς. Οἱ τελευταῖοι δέν ὑπάρχουν σ’ αὐτήν, ἐπειδή εἶναι ἡ ἔγκλιση πού ἀναφέρεται στό μέλλον» (Τσοπανάκης). Εἶναι τό μετέωρο βῆμα πρίν πατήσει σταθερά. Ἡ κίνηση τῆς ἐπιθυμίας πρός τό μέλλον, τό ἄς μέ τό ὁποῖο προωθεῖται καί θαρρεύεται∙ πράγματι, στόν ἀέρα ἀλλάζει, ἐννοεῖ autre chose, κατανοεῖ πώς ἔπρεπε ἄλλα-νά-εἶχε-πεῖ (subjonctif plus-que-parfait), πώς πρέπει νά στραφεῖ ἀλλοῦ, Σ’ ἄλλ’, ἄλλο νά πεῖ. Ὁ ὑποκάτω κείμενος στίχος τό ἀνακοινώνει: Σ’ Αλέπι. Ἐκεῖ εἶναι. Σᾶς θυμίζει κάποια πόλη;

Τό ἀπόσπασμα, πού μόλις παρέθεσα, τοῦ γαλλικοῦ ποιήματος τοῦ Μητσάκη δέν εἶναι, ἄν καταλαβαίνω, οὔτε ἀπό ἐκεῖνα πού ἐξέδωσε ὁ Ποριώτης τό 1935 στό περιοδικό Νέα Γράμματα, οὔτε εἶναι ἐπιλογή ἀπό ἐκεῖνα πού ἐξέδωσε ὁ Ἄγγελος Καράκαλος τό 1957: Oeuvres Inedites de Michel Mitsakis. Εἶναι μήπως ἀπό αὐτά πού συγκέντρωσε ὁ Κατσίμπαλης; Δέν τό ξέρω. Ἄφηνε, βλέπετε, “χαρτάκια”… ὁ ποιητής. Προφανῶς, ὅμως, ἀνήκει στήν γαλλική ποιητική περίοδο τῆς τρέλας του. Τό 1943 ὁ γιατρός Ἄγγελος Καράκαλος βρῆκε σ’ ἕνα παλαιοπωλεῖο ἕνα ἀντίτυπο τῆς Ἰλιάδας. Τά περιθώρια τῶν σελίδων ἔγεμαν ἀπό σπαράγματα ποιημάτων γραμμένα στά γαλλικά. Τοῦ πῆρε χρόνια νά τά μεταγράψει καί νά ἀποδώσει τήν ταυτότητά τους στόν Μητσάκη. Τά ἐξέδωσε· παραδόθηκε, ὅμως, ἐκ νέου εἰς τήν κυκλοφορία ὁ Μητσάκης; Πρωτοκολλήθηκε ἐπιτέλους στά ἐπίσημα μητρῶα τῶν Βιβλίων; Ἐν τῶ παρόντι χρόνω, ἐκτός ἐμπορικῶν καταστίχων, ἀσυζήτητο, τό βιβλίο ἀνευρίσκεται μόνο στήν Γεννάδειο Βιβλιοθήκη: MGL 730.31. Στή θέση αὐτή θά τό βρείτε… Λογάριαζα, εἶναι ἀλήθεια, τό εἶχα σκοπό, ὅταν θά ἔφθανα σέ αὐτό τό τελευταῖο κεφαλαιάκι, ἀφιερωμένο στά γαλλικά ποιήματα, νά ἐπισκεφτῶ τή Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Ἔψαξα, καί μόνο ἐκεῖ βρῆκα τό Oeuvres Inedites. Θά τήν ἐπισκεπτόμουν, κινούμενος μάλιστα ἀπό τή φιλοδοξία νά μεταφράσω δύο τρία ἀπό τά γαλλικά του ποιήματα. Θά εὕρισκαν εὐμενῆ ἀπήχηση…[1] (περισσότερα…)

Η περίπτωση του Αλέξανδρου Σχινά

 

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Προδημοσίευση από το Eπίμετρο της νέας και συμπληρωμένης εκδόσεως της «Αναφοράς περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που θα κυκλοφορήσει αργότερα αυτήν την άνοιξη από τις Εκδόσεις της Εστίας.*

///

Ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς ήταν ένας ιδιοφυής πρωτεργάτης του λογοτεχνικού μοντερνισμού στην Ελλάδα, ολιγογράφος αλλά καίριος, και σήμερα εν πολλοίς λησμονημένος. Τα εκρηκτικά υπερλεξιστικά κείμενά του που δημοσιεύθηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Πάλι του Νάνου Βαλαωρίτη το 1964 και το κορυφαίο βιβλίο του Αναφορά περιπτώσεων που κυκλοφόρησε το 1966 (επανεκδόθηκε τριπλασιασμένο το 1989 και ανατυπώνεται τώρα από τις εκδόσεις της Εστίας) υπήρξαν για την εποχή τους πρωτοποριακά, άσκησαν μεγάλη επίδραση στους ομοτέχνους του και πλούτισαν απρόσμενα τον νεοελληνικό αφηγηματικό λόγο. Στην εποχή του η κριτική επισήμανε το ρηξικέλευθο για τα ελληνικά δεδομένα έργο του. Πολλοί θαύμασαν αυτό το έργο, πολλούς συνεπήρε, αλλά κατά παράξενο τρόπο δεν βρήκε συνέχεια, έμεινε στο στερέωμα σαν μια ειδική και ανεπανάληπτη περίπτωση. Όσο τα χρόνια περνούν, τα βιβλία εξαντλούνται, όπως και η διάχυση της λάμψης τους στις επόμενες γενιές. Η ανατύπωση της Αναφοράς περιπτώσεων δίνει τώρα την ευκαιρία στους νεότερους κυρίως αναγνώστες να ανακαλύψουν και πάλι ένα έργο που μοιάζει ατόφιο εξήντα σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, να το ερμηνεύσουν με την ιδιοσυγκρασία της εποχής μας, να προσμετρήσουν από την αρχή την αξία του, να αποφανθούν οι ίδιοι αν στο παλιό κρυβόταν ο σπόρος του νέου.

Συνειδητή πρόθεση του Σχινά ήταν μια συναισθηματικά πλήρως αποφορτισμένη γλώσσα, μια γλώσσα μαθηματικής ακρίβειας, μια πρόζα τέλειου σχεδιασμού. Όπως στο κείμενο «Ενώπιον πολυβολητού», στο οποίο πειραματίζεται με μια ηλεκτρονική «αφηγηματική συσκευή». Της δίνει συνεχώς εναλλασσόμενες εντολές κι αυτή παράγει διαρκώς νέες εκδοχές του ίδιου θέματος ‒ ένα καλειδοσκόπιο αχαλίνωτης γλωσσικής ευφροσύνης. Το θέμα είναι εξαιρετικά απλό. Σε ένα γραφείο κάποιος αδέξιος υπαλληλίσκος θέλει να αστειευθεί και στρέφει τον χάρακά του εν είδει πολυβόλου κατά του έκπληκτου λογιστή Αμεδαίου, αλλά, μέχρις ότου η συσκευή με την παιδαριώδη ακόμα τεχνητή νοημοσύνη της καταφέρει να διηγηθεί το τετριμμένο αυτό συμβάν, γεμίζει πρώτα με τις αφηγηματικές σπουδές της εκατό σχεδόν σελίδες. Είναι αμέτρητες θαρρείς υφολογικές δοκιμές, περιπλανήσεις στα πιο διαφορετικά επίπεδα του λόγου, κατασκευές μικρών αυθύπαρκτων κόσμων.

Συσκευές και μηχανές υπήρξαν πολλές στην τέχνη του 20ού αιώνα. Ο Αλφρέ Ζαρρύ επινόησε στο βιβλίο του Το υπεραρσενικό μια ηλεκτρική καρέκλα που ερωτεύεται τον παρθένο ήρωα, όμως τον σκοτώνει άθελά της μέσα στην ηλεκτροφόρα αγκαλιά της. Στην κατασκευή του Μαρσέλ Ντυσάν Μεγάλο ποτήρι, οι μνηστήρες θέτουν σε λειτουργία απλώς έναν τρίφτη σοκολάτας, κι ας περιμένει στον επάνω όροφο ξεγυμνωμένη κιόλας η νύφη. Και ο Φραντς Κάφκα μηχανεύεται στο βιβλίο του Στη σωφρονιστική αποικία μια δερματοστικτική συσκευή που χαράσσει στο γυμνό σώμα ενός απείθαρχου στρατιώτη το παράπτωμά του. Σε όλες αυτές τις καλλιτεχνικές εφευρέσεις ενυπάρχει ένας ανεκπλήρωτος αισθησιασμός, γι’ αυτό και αποκλήθηκαν «ασύζευκτες μηχανές» (machines célibataires). Η αφηγηματική συσκευή του Σχινά γίνεται σύμβολο ενός παθιασμένου έρωτα με τη γλώσσα που αναζητά τη λύτρωση, είναι σαν το αγωνιώδες ζουζούνισμα μιας απελπισμένης μύγας, κλεισμένης σ’ ένα χαρτόκουτο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αφουγκράζεται το ζουζούνισμα μέσα του και το δακτυλογραφεί. Πίσω πάντως από τη γεωμετρική αρμονία και εντέλεια της δακτυλογράφησης διαισθάνεται κανείς ένα απομονωμένο εγώ, έγκλειστο, που καγχάζει προκλητικά με τον έξω κόσμο. Η αφετηρία και η πεμπτουσία της ζωής και του έργου του Σχινά ήταν η αποξένωση του ανθρώπου μέσα σε έναν εχθρικό κόσμο και η προσπάθεια λύτρωσης με την επινόηση νέων κόσμων, μέσα από ανανεούμενες γλωσσικές φαντασμαγορίες. (περισσότερα…)

Το φως γητεύεται από το σκοτάδι

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Με μάζα 4.000.000 φορές μεγαλύτερη του Ήλιου, ο Τοξότης Α είναι η υπερμεγέθης μελανή οπή που καταλαμβάνει το κέντρο του Γαλαξία μας. Πάνω από 100 δισεκατομμύρια αστέρια περιστρέφονται γύρω του. Μια ακόμη ένδειξη, ίσως, ότι το φως πάντα γητεύεται από το σκοτάδι.

(Η φωτογραφία, πρόσφατη, απεικονίζει τις σπειροειδείς γραμμές του μαγνητικού του πεδίου.)

~.~

Η «στροφή» του Παπαδιαμάντη, η «στροφή» του Καβάφη, η «στροφή» του Παπαγιώργη… Για μια ορισμένη, ρομαντικών καταβολών θα έλεγα, αναγνωστική μερίδα, ο αναπροσανατολισμός ενός συγγραφέα είναι σημάδι ότι αναζήτησε και βρήκε επιτυχώς τον «πραγματικό» εαυτό του. Στην πράξη (αναφέρομαι και στην ωραία ομιλία του παπα-Βαγγέλη Γκανά στο Συμπόσιο της Σκιάθου), συγκυριακοί παράγοντες παίζουν ίσως τον μεγαλύτερο ρόλο.

Η μεγάλη ζήτηση λ.χ. των παπαδιαμαντικών διηγημάτων από τον Τύπο της εποχής, έπαιξε αδιαφιλονίκητα τον κύριο ρόλο στη «στροφή» του Παπαδιαμάντη προς το διήγημα. Τι θα γινόταν αν τα μυθιστορήματά του είχαν παρόμοια ζήτηση και έμενε πιστός στο είδος, δεν το γνωρίζουμε. Θα τον έκανε όμως κάτι τέτοιο «λιγότερο» Παπαδιαμάντη; Προφανώς όχι, θα τον έκανε έναν «άλλο» Παπαδιαμάντη για τον απλό λόγο ότι εαυτός μονότροπος και ενικός δεν υπάρχει. Όπως το δείχνουν τα παραδείγματα των μέγιστων (από τον Σαίξπηρ ώς τον Γκαίτε κι από τον Μπαλζάκ ώς τον Πεσσόα), το εγώ είναι πολυστρώματο, είμαστε με «τα» εγώ μας όπως γράφει ο Παλαμάς.

Κάθε συγγραφέας (και κάθε άνθρωπος…) στέκεται κάθε στιγμή σε μια πολύκλαδη διασταύρωση, οι δυνατότητες που έχει εμπρός του είναι πολλές. Συνήθως παίρνει κανείς τον πιο πολύφερνο δρόμο, τον δρόμο της ειδίκευσης, αυτόν που του υπόσχεται την καλύτερη αποδοχή. Αν ο πολεμογράφος νεαρός Παπαγιώργης είχε παρόμοια επιτυχία με τους ομολόγους του στο εξωτερικό, αν είχε στήλη λ.χ. όχι στο Πλανόδιον αλλά στο Βήμα, δεν θα έμενε πιστός σ’ αυτό το είδος γραφής; Αν δεν είχε κλονιστεί η υγεία του, θα στρεφόταν προς το συναξάρι των προσωπικών παθών; Αν ο Καβάφης είχε αναγνωριστεί με τα ποιήματα που έγραφε ώς τα σαράντα του, θα τα αποκήρυσσε αργότερα; Θα βδελυσσόταν ποτέ τόσο πολύ τον «ρομαντισμό», που όμως, όπως όλα δείχνουν, τόσο πολύ στα νιάτα του αγάπησε;

~.~ (περισσότερα…)

Ἐλευθερία ἢ λογοτεχνία

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Κάπου ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν γράφει ὅτι εἶναι παράδοξο τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ Βυζάντιο εἶχαν ἀναγέννηση ἐνῶ το κράτος κατέρεε. Ὁ Τόινμπι ἀργότερα ἔδωσε τὴν ἑρμηνεία ὅτι αὐτὸ ἀποδεικνύει πὼς τὸ βυζαντινὸ κράτος ἦταν βραχνὰς γιὰ τοὺς Ἕλληνες: Μόνο ὅσο «ἀπελευθερώνονταν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο», ἀναπτύσσονταν λογοτεχνικὰ καὶ καλλιτεχνικά. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἀναγέννηση ἢ τοῦ ὅρου Οὐμανισμὸς εἶναι παρακινδυνευμένη γιὰ τὸ Βυζάντιο (παντοῦ ἀνακαλύπτουν —φιλοβυζαντινοὶ Ἕλληνες καὶ ξένοι βυζαντινολόγοι— Ἀναγεννήσεις καὶ Οὐμανισμούς, μὴν τυχὸν ξαναχαρακτηρίσουν σκοταδιστικὸ οἱ αἰώνιοι γιββωνιστὲς τὸ Βυζάντιο), οἱ ἀντιλήψεις τῶν δύο Ἄγγλων προϋποθέτουν ὅτι ἡ λογοτεχνία καὶ τὰ γράμματα εἶναι τὸ ὕψιστο κριτήριο γιὰ τὴν πολιτισμικὴ ἀκμὴ ἢ παρακμὴ μιᾶς κοινωνίας. Κι ὁ Κοραῆς ἀπέδιδε στὴν ἔλλειψη ἐπαρκοῦς παιδείας τὴν ὀθωμανικὴ προέλαση: Λὲς καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰ. ἦταν μορφωμένοι.

Μπορεί κανεὶς νὰ κάνει μιὰ ἀναδρομὴ στὴν ἑνετοκρατούμενη Κρήτη: Τὰ περισσότερα καὶ πιὸ σπουδαῖα ἔργα της γράφτηκαν ἀφότου ἔπαυσαν, μετὰ τὴν Ἅλωση, οἱ ἐπαναστάσεις τῶν Κρητικῶν κατὰ τῶν Βενετῶν. Ἐνδεικτικά: Ἐρωτόκριτος (17ος αἰ.), Θυσία τοῦ Ἀβραάμ (17ος αἰ.), Ἐρωφίλη (1595). Τὸ ἴδιο καὶ ἀλλοῦ.

Ἡ ἀποδοχὴ τῆς δουλείας, ἡ παραίτηση, τὸ νὰ «καταλάβεις» ὅτι εἶναι μάταιο νὰ θὲς πολιτικὴ ἐλευθερία, καὶ νὰ ἀποσυρθεῖς στὸν κόσμο τῆς φαντασίας, εἶχε ἀποτέλεσμα τὴν ἐντονότερη ἐνασχόληση τῶν Κρητικῶν μὲ τὶς τέχνες καὶ τὰ γράμματα, ἀφοῦ δὲν ἀπέμενε τίποτε ἄλλο πιά -σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ Δύση ὅπου ἡ ἐνασχόληση αὐτὴ ἐντάθηκε μὲ τὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη καὶ τὴν ἐνδυνάμωση τοῦ (ἐθνικοῦ) νεοτερικοῦ κράτους. Ἡ ἀνατρεπτικότητα τῶν ἀντισυμβατικῶν Γάλλων συγγραφέων καὶ καλλιτεχνῶν τοῦ 19ου αἰ. δὲν ροκάνιζε τὸ ἐθνικὸ μεγαλεῖο τῆς Γαλλίας, τὸν «ἐθνικισμό» της, ἀκόμη κι ἂν αὐτοὶ ποθοῦσαν αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀντιθέτως τῆς προσέδιδε παγκοσμίως ἀκόμη μεγαλύτερη αἴγλη, ἀντιεξουσιαστική, αὐτὴ τὴ φορά, ἐπαναστατικὴ κ.λπ. Ἐνῶ στὴν Ἑλλάδα, συνέβη τὸ ἀντίθετο — ὅπως στὰ περισσότερα μικρὰ κράτη μὲ διανοούμενους ποὺ «πνίγονται». (περισσότερα…)

Όταν ενηλικιώθηκε ο μικρός γραφιάς του Jaquet-Droz

*

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΜΗΧΑΝΗ  #  2

Προσεγγίσεις στον κόσμο της τεχνητής νοημοσύνης και των πραγματικών ή πλασματικών οριζόντων της

~.~

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Από τη Νέα Κριτική και τις θεωρίες της πρόσληψης μέχρι την ψυχαναλυτική και μαρξιστική κριτική και από εκεί στις μετά- και απο-δομιστικές προσεγγίσεις, είναι βέβαιο ότι ο 20ός αιώνας δεν παρουσίασε καμμία δυστοκία όσον αφορά στην παραγωγή θεωρητικού λόγου γύρω από το φαινόμενο της λογοτεχνίας. Κάτι που ισχύει είτε η λογοτεχνία εννοηθεί υπό την πιο στενή της, «κοινωνιολογική» έννοια, ως η μορφή εκείνη του έντεχνου λόγου που συνδέθηκε στενά με την άνοδο της αστικής τάξης και που αποτυπώνεται γραπτά στο τεχνούργημα του μηχανικά αναπαραγώγιμου και εμπορεύσιμου βιβλίου, είτε υπό την ευρύτερη έννοια, την πιο συγγενή με την ετυμολογία της λέξης, ως κάθε μορφή έντεχνου λόγου, προφορικού ή γραπτού, σε κάθε πιθανή κοινωνία. Η τελευταία επιλογή βέβαια θέτει κάποια σοβαρά μεθοδολογικά και ορολογικά ζητήματα εφόσον, ανθρωπολογικά μιλώντας, ο έντεχνος λόγος σε πλείστες κοινωνίες δεν συνιστούσε μια ξεχωριστή και ιδιάζουσα τάξη του λόγου που άξιζε να σηματοδοτοθεί με έναν ειδικό όρο παρά ήταν στενά συνδεδεμένος με άλλες πλευρές του κοινωνικού και ειδικά με τον χώρο του ιερού. Εν πάση περιπτώσει, η λογοτεχνική θεωρία και κριτική είχε να επιδείξει μια ζωτικότητα σπάνια, ειδικά για τα μεταπολεμικά δεδομένα των ανθρωπιστικών σπουδών. Μια σύγκριση με την παραγωγή κριτικού λόγου για το επιστημονικό σκέπτεσθαι και πράττειν είναι ενδεικτική. Η «κριτική επιστημολογία» (συμπεριλαμβανομένης της φιλοσοφίας και κοινωνιολογίας της επιστημονικής γνώσης) γνώρισε μια σύντομη άνθιση κατά τις δεκαετίες του 60 και του 70 για να εισέλθει σε μια μόνιμη φάση καθίζησης έκτοτε· παρά τις κάποιες σποραδικές εκλάμψεις εντός των ακαδημαϊκών τειχών (βλ., π.χ., το λεγόμενο «ισχυρό πρόγραμμα» της σχολής του Εδιμβούργου), η μέση κοινωνική αντίληψη για τον ρόλο και τη λειτουργία της τεχνοεπιστήμης έχει παλινδρομήσει σε ένα εντελώς πρωτόγονο και νηπιακό επίπεδο, αντιμετωπίζοντας τους κάθε είδους ειδικούς ως οιονεί ιερατικές φιγούρες, αμόλυντες από κοινωνικές επιδράσεις και σε μόνιμη αναζήτηση μιας κάποιας υπερβατικής, ανιστορικής αλήθειας. Αντίθετα, η λογοτεχνική κριτική, αφού πρώτα ανακοίνωσε τον «θάνατο του συγγραφέα», θα έφτανε στο σημείο, με αφορμή την διάδοση των ψηφιακών τεχνολογιών, σχεδόν να ανακοινώσει και τον «θάνατο του βιβλίου» όπως το ξέραμε. Όχι μόνο, λοιπόν, δεν υπέφερε η λογοτεχνία από κάποια πενία θεωρητικού στοχασμού περί της ουσίας και των λειτουργιών της, αλλά μοιάζει σαν η διερώτηση περί της λογοτεχνίας να έχει δώσει περισσότερους καρπούς (από άποψη ποιότητας και ποικιλομορφίας) στον 20ό αιώνα από αυτούς που είχε να προσφέρει η ίδια η λογοτεχνία ως πρωτογενές έργο. Εκτός από την κουκουβάγια, ίσως και το αηδόνι, το πουλί της λογοτεχνίας, να πετάει το σούρουπο. (περισσότερα…)

Φιλολογίζουσα κριτική, απλοϊκές προσεγγίσεις

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Από το 1976 ο Στέφανος Ροζάνης έγραφε για τις απλουστευτικές ερμηνείες στο έργο του Διονύσιου Σολωμού, διερωτώμενος:

«Ειλικρινά δεν γνωρίζω τι απόμεινε από τον Διονύσιο Σολωμό. Ένα έργο κομματιασμένο, αγωνιακό έγινε βορά των φιλολόγων. Πάτησαν επάνω στο ακρωτηριασμένο σώμα, αγνόησαν τον ποιητή, γέμισαν χιλιάδες άγονα χαρτιά και πήγαν έτσι να στήσουν μια μαρτυρία νεκρή […] [1]».

Η χρονολογία δεν λειτουργεί ως νοσταλγική υπενθύμιση αρχειακού υλικού ενός από τους κομβικούς σύγχρονους φιλοσόφους και βασικό πρόσωπο των Σημειώσεων. Αντίθετα, σημειώνεται ως ενδεικτική αναφορά που επιτονίζει τη σύζευξη ιστορικότητας και πολιτικού από το χθες στο σήμερα, αφού κάνει κριτική στους φιλολογίζοντες κριτικούς, καθώς και στην αυθαίρετη οικειοποίηση των κειμένων χωρίς συγκροτημένο κριτικό λόγο.

Έκτοτε αυτό που επισημάνθηκε στο προηγούμενο απόσπασμα, νομίζω πως σήμερα παρατηρείται σε πολλά κείμενα, ποιητές και συγγραφείς. Στο ίδιο μοτίβο, στις σύγχρονες λογοτεχνικές συνθήκες εντοπίζονται απανωτές απλοϊκές προσεγγίσεις για όλους όσοι παγιώθηκαν ως εμβληματικά πρόσωπα στη λογοτεχνία και την ποίηση, με συνεχόμενες μονοφωνικές αναπαραγωγές κοινών ερμηνευτικών προσεγγίσεων, ακαδημαϊκών ή άλλων.

Για παράδειγμα, το άνοιγμα του αρχείου Καβάφη από το Ωνάσειο Ίδρυμα οδήγησε σε νέα μαζική παραγωγή κειμένων για τον ποιητή και το έργο του σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να επιτονιστεί πως κάθε συντάκτης/συντάκτρια λειτουργεί ως γνώστης/γνώστρια του έργου του. Σαφώς και το φαινόμενο δεν είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, καινούριο. Το έχουν επισημάνει επανειλημμένα πληθώρα στοχαστών και διανοουμένων[2]. Εδώ δεν χωράν μελοδραματικοί θρήνοι ή ηθικιστικές προτροπές για την αγιογραφία προσώπων ή έργων που «κακοποιούνται» από τις λογοτεχνικές συντεχνίες. Τα διάφορα καλλιτεχνικά κυκλώματα υπήρχαν και ενισχύονταν ποικιλοτρόπως από τις απαρχές της λογοτεχνίας. Ας μνημονεύσουμε μόνο τις περίτεχνες κινήσεις του Μιχαήλ Ψελλού στις κριτικές του συνθετικές περιδινήσεις, προκειμένου να επιβιώσει μέσα από αχανείς μηχανορραφίες. (περισσότερα…)

Η διαχρονική επικαιρότητα των κειμένων του Χρήστου Μαρκίδη

του ΓΙΑΝΝΗ Χ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα,
3η έκδοση, Εκδόσεις Αρμός, 2022

Πενήντα έξι δοκίμια περιέχονται στην 3η έκδοση αυτού του ιδιαίτερα φροντισμένου βιβλίου. Η πλούσια θεματολογία του κινείται σε όλους σχεδόν τους τομείς της τέχνης, με αναφορές σε πρόσωπα και έργα, καθώς και στις πηγές που τα γεννούν και τα θρέφουν. Κυριαρχούν τα θέματα γύρω από εικαστικές τέχνες και λογοτεχνικές καταθέσεις, ένα δίπολο στο οποίο σαν δόκιμος ζωγράφος και ποιητής, ο Μαρκίδης έχει βαρύνουσα άποψη.

Κοντινά όμως είναι και τα θέματα κριτικής της τέχνης, αισθητικής παιδείας καθώς και οι προσεγγίσεις του σε ζητήματα κινηματογράφου, χορού, μουσικής και ερμηνευτών, όπου διαπιστώνει κανείς το εύρος και το βάθος της παιδείας του. Οι αναφορές του, ευκαιριακά μεν εστιάζουν σε συγκεκριμένα σύγχρονα πρόσωπα, που παρέχουν την αφορμή για προεκτάσεις ευρύτερης σημασίας.

Όμως τα θέματά του δεν σταματούν εκεί: η οικολογική συνείδηση, τα βάρβαρα ένστικτα των πολεμικών συρράξεων και οι προβληματισμοί γύρω από τα αιώνια θέματα της φιλοσοφίας, του χρόνου και της ευτυχίας, καταλαμβάνουν ένα σημαντικό μέρος των διαλογισμών του. Τέλος, σημειώνεται και ένα πολύτιμο ποσοστό αυτοαναφορικών στοιχείων, που ανατρέχουν με συγκρατημένο λυρισμό σε καταγωγικές πηγές και στην ανάγκη του εγώ να συναντήσει το εμείς. Παντού περιρρέουσα και συνεκτική όλων, υπάρχει μια μεταφυσική αντίληψη και μια βαθιά πίστη στην αποκαλυπτικότητα του υπερβατικού. (περισσότερα…)