Day: 22.05.2026

«Ο Σαμψών είμαι εγώ»: Από την κοινοτοπία στη μετάνοια

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[9/12]

~.~

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Κυριάκου Μαργαρίτη είναι η σύνθετη θεώρηση του προσώπου του Νίκου Σαμψών μέσα από μία σειρά από ιστοριογραφικά, λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και μεταφυσικά πρίσματα. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας καταπιάνεται με πρόσωπα και γεγονότα-ταμπού της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, μπροστά στα οποία ορρωδούν τόσο η ιστορική καταγραφή όσο και η λογοτεχνία, ένεκα αφενός της αχλύος, αφετέρου δε των πολιτικών παθών που τα περιβάλλουν, προκαλεί την παρούσα ανάλυση ως προς την πραγμάτευση της ιστορικότητας του προσώπου, αλλά και της λογοτεχνικής του μεταρσίωσης. Η προοπτική δε της άφεσης του Νίκου Σαμψών μετατοπίζεται με άκρως ενδιαφέροντα τρόπο από την Ιστορία στην Αλήθεια, έννοια η οποία απασχολεί τον Μαργαρίτη αποκλειστικά στη θεολογική της διάσταση, παρότι, όπως αποδεικνύεται, αναμετράται με και υπερβαίνει τα όρια της ίδιάς της της πολιτικής. Είναι ο Σαμψών ένα μυθιστόρημα απόδοσης πολιτικών ευθυνών; Υπήρξε ο Νίκος Σαμψών ένα ακόμα θύμα της ιστορίας; Υπήρξε, πράγματι, ένας γνήσιος πατριώτης ο οποίος ξεγελάστηκε, πιστεύοντας πως, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα μιας πραξικοπηματικής κυβέρνησης, επιτελεί και ηγείται της πολυπόθητης Ένωσης; Υπήρξε, όπως η φανταρία του Βασίλη Γκουρογιάννη[473] ή οι νεαροί πιστολέρο της 15ης Ιουλίου στο Προεδρικό, υποχείριο της Χούντας, μονάδα που εκτελούσε τυφλά διαταγές, δίχως συνειδησιακή μετοχή και κρίση, όργανο μιας αρεντιανού τύπου «κοινοτοπίας του κακού»,[474] όπου περίπου ο ήρωας δρα ως μηχανικό γρανάζι ή αυτόματο μιας καταχθόνιας μηχανής, η οποία εν τέλει πρόδωσε τόσο τα υψηλά ιδανικά του όσο και τον ίδιο; Η απάντηση του Μαργαρίτη δεν είναι απλουστευμένη ούτε, ωστόσο, αδιαφανής ή διφορούμενη. Η δε απουσία κριτικής για το βιβλίο αυτό στον ελλαδικό χώρο, σε αντίθεση, ενδεικτικότατα, με παρόμοια ζητήματα που ήγειρε και το πολύκροτο βιβλίο του Γκουρογιάννη, είναι περισσότερο από ηχηρή και δηλοί την αμηχανία ή και την απροθυμία ενασχόλησης με το ευαίσθητο κυπριακό θέμα.

Το παρόν κεφάλαιο της μελέτης εξετάζει τα όρια ανάμεσα στην πολιτική-ιστορική και την ανθρωπολογική πραγμάτευση του Νίκου Σαμψών, αναδεικνύει τη δι’ αυτό σχέση του βιβλίου με τις παράλληλες αφηγήσεις μυθιστορηματικών ηρώων (Ντόριαν Γκρέυ, Καρλ Γιόζεφ φον Τρόττα, Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ, Ρασκόλνικωφ), τραγικών προσώπων (Προμηθέας, Αντιγόνη), φιλοσόφων (Μάρτιν Χάιντεγκερ) ή ποιητών (Πάουλ Τσέλαν, Αρθούρος Ρεμπώ) και αναδεικνύει τις τρόπους με τις οποίους ο Μαργαρίτης, εγγίζοντας την αυτομεμψία, ποιεί ένα εντυπωσιακό μυθιστορηματικό πορτραίτο-παλίμψηστο, μείζον επίτευγμα τις θρησκευτικής και εν γένει τις λογοτεχνικής παραγωγής στην Ελλάδα.

«Τις πταίει;»: Από την πολιτική στην Αλήθεια

Η εκπεφρασμένη πρόθεση του συγγραφέα για μια εκκλησιαστική και όχι πολιτική αφήγηση λαμβάνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε ό,τι αφορά την αναπαράσταση στο μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών. Κατά μήκος της ογκώδους αφήγησης, παρεμβάλλονται αυτούσια λόγια των δημοσιογράφων Παύλου Παύλου και Γιώργου Ηλιάδη, που έλαβαν από το ιστορικό πρόσωπο συνεντεύξεις, τα οποία διαλέγονται με τον ήρωα ως και η λαϊκή ετυμηγορία, διερευνούν τις σκοτεινές πτυχές της κυπριακής τραγωδίας, με αναφορά στην προδοσία, και επιθυμούν να αναδείξουν τους ενόχους, αλλά και τον ίδιο τον Σαμψών ως ένοχο. Παράλληλα, ο αυτοδιηγητικός και αυτοβιογραφούμενος αφηγητής-συγγραφέας δρα, ενθυμίζοντας τον πρωτόλειό του Αρσένιο Θησέα,[475] που αναβιώνει και στην Κρόνακα,[476] ως υπαρξιακός ντετέκτιβ, θεμελιώνοντας την ιστορία του πάνω σε μία (και εν προκειμένω περισσότερες) εγκληματική πράξη, επί της οποίας οικοδομείται η πλοκή της εξιχνίασης και της αναζήτησης του ενόχου. Σε αντίθεση με το αγιολογικό, κατανυκτικό άνοιγμα της Νέας Κρόνακας με το βιβλίο Εννέα, όπου η αφήγηση εκτυλίσσεται αργά, σε ένα συμβολικό, εσωτερικό, πιο αφηρημένο και πνευματικό επίπεδο, στο Σαμψών πριμοδοτείται η δράση, το σασπένς και το μυστήριο, εμβολιασμένα με στοιχεία του νουάρ, κινηματογραφικών γουέστερν και γραφικών μυθιστορημάτων κόμικς, όπου η ευφυΐα, η παρατηρητικότητα, η συνδυαστικότητα και ενδελεχής συνεξέταση στοιχείων από μέρους του αφηγητή καλούνται να επιλύσουν τον «γρίφο».

Στο εύρος, περαιτέρω, των πεντακοσίων και πλέον σελίδων της, η αφήγηση κυβερνάται από δύο ρητορικά και συγκροτητικά της ερωτήματα: «Τις πταίει;», ενθυμίζοντας το ομότιτλο άρθρο-κόλαφο του Χαριλάου Τρικούπη εναντίων των ανακτόρων, προσδιορίζοντας μια υπαιτιότητα πολιτειακής τάξεως –εκατό ακριβώς χρόνια πριν από το 1974–, αλλά και την σκεπτικιστική απορία του Ποντίου Πιλάτου «Τί ἐστίν ἀλήθεια;» (Ιω. 18: 37), εκπεφρασμένη ανυποψίαστα απέναντι στη σωτηριολογική αλήθεια που ενσαρκώνει, για τον Χριστιανό, ο Ιησούς Χριστός. Σε ό,τι αφορά στον Νίκο Σαμψών, του οποίου οι ατάκες από τις προαναφερθείσες συνεντεύξεις του στους Παύλου και Ηλιάδη επανέρχονται με δραματική ένταση στην αφήγηση, ισχυρίζεται ότι δεν έφερε καμία απολύτως ευθύνη. Μεταθέτει δε την κρίση του στην Ιστορία, πεπεισμένος πως αυτή, σε αντίθεση με τους συγχρόνους του, θα τον δικαιώσει: «“Αρκετά με ετιμώρησαν άδικα οι άνθρωποι. Ας αφήσουν τώρα την αδέκαστη Ιστορία να με κρίνει. Γιατί αυτή μόνο έχει δικαίωμα να κρίνει τον Νίκο Σαμψών”».[477] (περισσότερα…)