Month: Φεβρουαρίου 2022

Χιλιοστή ανάρτηση

ΟΡΟΣΗΜΟ

Τώρα ποὺ συμπληρώσαμε 1.000
ἄρθρα στὸ ἠλεκτρονικὸ
ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

Πρὶν λίγες μέρες καβατζάραμε τὰ χίλια
κι’ ἔχουμε σίγουρα χαμόγελο στὰ χείλια,
μὰ δὲν μᾶς φτάνει.

Θέλουμε δυὸ καὶ τρεῖς χιλιάδες ν’ ἀνεβοῦνε
χωρὶς ποτὲ ποιοτικὰ νὰ κρημνιστοῦνε,
καὶ ποιός μᾶς πιάνει.

Οἱ ἐπισκέπτες, τακτικοί, κι’ ἄλλοι κομῆτες,
τὶς ἀναρτήσεις μας διαβάζουν σὰν τερμίτες
– μὲ τὶς χιλιάδες.

Κι’ οἱ συνεργάτες μας, παλιοὶ ἀλλὰ καὶ νέοι,
εἶναι —τὸ λέμε— ἀπ’ τὸ σινάφι οἱ πιὸ ὡραῖοι·
ἄστρων πλειάδες.

Γιατί, εἴτε ἦρθαν ἢ τοὺς βρήκαμε, σκαμπάζουν
καὶ στὶς οὐρὲς τῶν σοῦπερ-μάρκετ δὲν συχνάζουν
εὐσυνειδήτως.

Καὶ ὅποιος θέλει νὰ μᾶς γράψει ἂς κοπιάσει
κι’ ἂν μᾶς ἀρέσει θὰ τὸ βάζουμε μὲ βιάση
ἐδῶ ἢ ἐντύπως.

Τέλος, ἂς ποῦμε μιὰ κουβέντα τελευταία
γιὰ τῆς διεύθυνσης τὰ τέκνα ποὺ ἀκμαῖα
πάντα κοπιάζουν.

Kαλαμαράδες, σταμπαδοῦροι, στρατιῶτες,
ποὺ εἴθε γι’ ἄλλο τόσο (ὡς πότες ἢ κι’ ἱππότες)
νὰ διασκεδάζουν.

Θ. Γ.

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Εβδομηκοστό Τέταρτο

*

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ ΕΒΔΟΜΗΚΟΣΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Σχεδόν Έπος

Τον είδα να ’ρχεται, σαν φλόγα
του κεριού μέσα στην νύχτα·
κι ας έβραζε ο ήλιος στην άμμο το νερό:
ημέρα μέδουσα στης Τροίας την ακτή,
διάφανη μήτρα των μικρών
θεών, που αστράφτουν μεσημέρι
απ’ τα χαράματα, στον ιδρωμένο
ύπνο των κράμων.
Προσπέρασε θαμπά
τις νεκρικές πυρές· ένα σκυλί,
τρέκλισε την αγρύπνια του·
άνοιξε το στόμα να γαυγίσει:
αιμόφυρτη σιωπή,
ανέβηκε απ’ τα σπλάχνα του
– σωριάστηκε, σπαρτάρησε.
Τρεμόπαιξε η φλόγα.
Δυο τρύπες σκοτεινές στην θέση των ματιών.
Στην πλάτη ένα καβούκι
χελώνας· θα μπορούσε
να ήταν καβούκι του, αν του έλειπαν
οι χορδές και τα στριφτάρια.

― Τελειώσαμε;
― Τελειώνει ο άνθρωπος με μια σφαγή; (περισσότερα…)

Προς έναν νέο τόπο με “τον άλλο” τρόπο

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μάριος Χατζηπροκοπίου,
Τοπικοί τροπικοί,
Αντίποδες, Αθήνα 2019

Πολλά είναι τα ζητήματα που προσφέρονται προς συζήτηση μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Μάριου Χατζηπροκοπίου Τοπικοί τροπικοί. Αφενός, η αξιοζήλευτη αρχιτεκτονική δόμηση αυτού του υβριδικά ποιητικού βιβλίου, σε συνάφεια με τα προσωπεία που σκαρφίζεται και ενσαρκώνει, καθώς και των ειδών που υπηρετεί/παρωδεί, κρατώντας ταυτόχρονα σε εγρήγορση την επιτελεστικότητα των κειμένων ενός συγγραφέα/περφόρμερ. Αφετέρου, ο ζωντανός και τολμηρός διάλογος με την τοπική παράδοση της δημοτικής ποίησης (σημαντική προσθήκη σε παρένθεση στο παρόν σημείο η κλισέ φράση “και όχι μόνο”, καθώς ο Χατζηπροκοπίου διαλέγεται γόνιμα και με τη νεώτερη νεοελληνική παράδοση, τον Καβάφη, τον Εμπειρίκο κ.ά.), αλλά και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό[i] (όχι μόνον και πάλι· ο Χατζηπροκοπίου με ειλικρίνεια ανασύρει τη σχέση του με το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο).

Από την άλλη, σε αυτό τον προφανή αλλά καθόλου αναμασημένο ή επιπόλαιο διάλογο άξια μελέτης είναι η επιβίωση και η πρόσληψη βαρύνουσων θεματικών, όπως

‒ του μοιρολογιού (από τον προφορικό λόγο στον γραπτό λόγο, από τη γυναικεία οπτική στην queer οπτική):[ii]

Στα σπίτια της τον μάζωξε, τον λούζει με τα μύρα
τα δασωμένα γένια του φράγκικα τα ξουρίζει
βάφει τα χείλη τοξωτά και βυσσινιά τα χείλη
πιάνει φουσκώνει τα βυζιά, τον ντύνει στα μετάξια
[iii]

‒ του έρωτα:

Ο έρως ουδέν έχει μέρος
Ο έρως, λέγω, της ιπποτικής ποιήσεως
άγνωστος
εις την γνήσιαν και δημοτικήν μας ποίησιν.
Μετωνομάσθη επί το ευαγγελικώτερο
Αγάπη
[iv]

‒ των θεσμών:

Ανοίξτε μου τα χώματα στην αγκαλιά του να ταφώ
κι αν τύχει και περνά Χριστός στο διάβολο η ανάσταση.
[v]

‒ και βεβαίως των φύλων, αντιστικτικά προς τη στερεοτυπική και πατριαρχική πρόσληψή τους. (περισσότερα…)

Φράνσις Μπέηκον και Γουίλιαμ Μπάροουζ: το σώμα δραπετεύει από το σώμα

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Υπάρχουν κάποια βιβλία που δεν φηµίζονται για τις λογοτεχνικές τους αξιώσεις, που δύσκολα θα µπορούσαν να συγκαταλεχτούν, όσο υποκειµενικά και αν αντιλαµβανόµαστε το γούστο, σε ό,τι θα λέγαµε «αριστουργήµατα» ‒ συµβαίνει, παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοια βιβλία να ανακινούν προβληµατισµούς υψηλής έντασης αντίστοιχους µε εκείνους που προκαλούν τα αριστουργήµατα. Τέτοιου είδους βιβλία διακρίνονται περισσότερο για την ορµή και το εσωτερικό τους σθένος, την υπόγεια αυτή µυστηριακή δύναµη που διατρέχει την αφήγηση, παρά για την ίδια την αφήγηση, η οποία ούτε σφιχτή δοµή έχει, ούτε µαρτυρά ένα σύνθετο ή πρωτότυπο αρχικό σχέδιο. Φαίνεται σαν όλα να ’ναι γραµµένα στο πόδι. Ένα τέτοιο βιβλίο είναι η Αδερφή του Γουίλλιαµ Μπάροουζ (Queer στο πρωτότυπο· πρώτη δηµοσίευση το 1985).[1] Κακό βιβλίο στον βαθµό που απουσιάζει ό,τι θα µπορούσαµε να χαρακτηρίσουµε ως προτέρηµα µιας καλής, ποιοτικής λογοτεχνίας: καµία φροντίδα στο χτίσιµο των χαρακτήρων, οι ήρωες πιο πολύ µοιάζουν µε σκιάχτρα παρά µε αυθύπαρκτες οντότητες· η πλοκή είναι απλοϊκή, προσχηµατική, σχεδόν δεν υπάρχει· η αφήγηση δεν προδίδει κανένα αρχικό πλάνο, κανένα πρότερο σχεδίασµα, απόδειξη ότι τα επιµέρους σηµεία είναι τόσο χαλαρά δεµένα µεταξύ τους, ώστε αν κάποιος αφαιρέσει ένα από τα κοµµάτια του δεν τρέχει και τίποτα· τα εκφραστικά µέσα, τέλος, και τα ρητορικά σχήµατα, διακριτικά γνωρίσµατα µιας υψηλής λογοτεχνικής κατάρτισης, έχουν ισχνότατη παρουσία, αλλά ακόµα και όταν εµφανίζονται δεν είναι παρά τεκµήρια µιας άτσαλης, αδέξιας αξιοποίησης. (περισσότερα…)

Ακαδημία χωρίς ακαδημαϊκούς

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το περίφημο, με αυτόν τον τίτλο, δοκίμιο του Εμμανουήλ Ροΐδη που ήρθε στην επικαιρότητα αυτές τις ημέρες, με δημοσιεύματα που αφορούν την οικτρή τύχη του αρχείου του (το οποίο σαπίζει στα υπόγεια της Ακαδημίας Αθηνών), θέτει και ένα άλλο ζήτημα που ελάχιστα συζητείται και ίσως εξηγεί την αδυναμία του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος. Αναφέρομαι στην πλήρη υποβάθμιση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στις τάξεις αυτού καθώς σήμερα μόνον ένας ακαδημαϊκός υπάρχει από τον χώρο αυτό (ο ενενηντάχρονος Θ. Βαλτινός), έναντι μιας παράδοσης που ήθελε να υπάρχουν αρκετοί λογοτέχνες μεταξύ των «αθανάτων». Συνέπεια άμεση: να υπολειτουργούν ιδρύματα και επιτροπές που σχετίζονται με την λογοτεχνία ή να υπηρετούνται διά της «εισπηδήσεως» μελών άλλων κλάδων. Ιδού, για του λόγου το ασφαλές και ένα σύντομο ιστορικό:

Η Ακαδημία Αθηνών ξεκινά το 1926 (χάρη στον Θ. Πάγκαλο, ας μην το κρύβουμε) με τρεις ποιητές στις έδρες της λογοτεχνίας: Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Δροσίνης, Αριστομένης Προβελέγγιος. Οι λογοτέχνες στο ανώτατο πνευματικό ίδρυμα γίνονται εφτά ως το 1935, με την εκλογή τεσσάρων πεζογράφων: Δημήτριος Καμπούρογλους, Παύλος Νιρβάνας, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Σπύρος Μελάς. Το 1938 ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου αντικαθιστά τον θανόντα Νιρβάνα και το 1945 ο Σωτήρης Σκίπης (ζώντων του Σικελιανού και του Καζαντζάκη…) τον θανόντα Παλαμά. Στην διάρκεια της Κατοχής έχουν πεθάνει ακόμη ο Καμπούρογλους κι ο Παπαντωνίου. Το 1952 από τα προπολεμικά μέλη έχει απομείνει μόνον ο Σπ. Μελάς που κωλυσιεργώντας στην εκλογή οποιουδήποτε (εκείνη την εποχή άλλωστε εκστράτευε κατά Σικελιανού και Καζαντζάκη), είχε προωθήσει την εκλογή ως πεζογράφου το 1950 του ιστορικού Δ. Κόκκινου. Το 1955 εκλέγεται ως ποιητής ο Γ. Αθανασιάδης- Νόβας. Το 1957- 1958 εισέρχονται ο Ηλίας Βενέζης και ο Στρ. Μυριβήλης. Οι λογοτέχνες ακαδημαϊκοί είναι και πάλι τέσσερις- στην ποίηση όμως μόνον ο Νόβας, ως το 1968 που εκλέγεται ο Παπατσώνης αφού νωρίτερα οι ακαδημαϊκοί απαιτούσαν από τον ήδη κάτοχο του Νόμπελ Γ. Σεφέρη να δηλώσει εγγράφως εκ των προτέρων ότι θα αποδεχθεί την έδρα αν εκλεγεί!

Ο θάνατος Μυριβήλη και Βενέζη ανοίγει τον δρόμο στην εκλογή του Πέτρου Χάρη (1969) και του Άγγελου Τερζάκη (1974). Ο Παπατσώνης πεθαίνει το 1976 και ο Τερζάκης το 1979. Στο μεταξύ έχουν εκλεγεί το 1977 ο Θ. Πετσάλης και ο Π. Πρεβελάκης, οπότε οι λογοτέχνες ακαδημαϊκοί είναι και πάλι τέσσερις. Ακολουθεί η εκλογή (μεταξύ 1985- 1987) Άγγελου Βλάχου, Τάσου Αθανασιάδη και Νικηφόρου Βρεττάκου (στην θέση των θανόντων Πρεβελάκη και Νόβα), οπότε το 1987 έχουμε ξανά τέσσερις ακαδημαϊκούς πεζογράφους (Χάρης, Πετσάλης, Βλάχος, Αθανασιάδης) κι έναν ποιητή (Βρεττάκος). Συγχρόνως υπάρχει από το 1980 και ακαδημαϊκός στην έδρα της φιλολογίας, ο Λίνος Πολίτης αρχικά και από το 1984 ο Απ. Σαχίνης, μετά τον θάνατο του οποίου το 1997 η έδρα παραμένει επί… 25 χρόνια κενή: τέσσερις- πέντε απόπειρες απέβησαν άγονες αφού η ψηφοφορία απαιτεί απόλυτη πλειοψηφία και οι ακαδημαϊκοί δεν θεωρούν, φαίνεται, αναγκαία την έδρα.

Το 1997 ήταν και η χρονιά εκλογής της πρώτης γυναίκας ακαδημαϊκού, της πεζογράφου Γαλάτειας Σαράντη. Το 1998 πεθαίνει ο Χάρης και τον αντικαθιστά ο Ιάκωβος Καμπανέλης. Και από κει και πέρα αρχίζει η αποψίλωση. Ο θάνατος του Άγγ. Βλάχου, του Τ. Αθανασιάδη, της Γ. Σαράντη και του Ι. Καμπανέλη αφήνει την Ακαδημία για χρόνια μόνο με δύο λογοτέχνες, την Κ. Δημουλά (εκλογή: 2002) στην ποίηση και τον Θ. Βαλτινό (εκλογή: 2008) στην πεζογραφία. Ο τελευταίος είναι πλέον, μετά τον θάνατο της Κ. Δημουλά, ο μοναδικός λογοτέχνης ακαδημαϊκός, όσο για την φιλολογία, αγνοείται η τύχη της. Σε λίγο θα αγνοείται και η ποίηση, και –ζωή να έχει– μετά τον Βαλτινό, ποιος ξέρει, μπορεί η Ακαδημία Αθηνών να ξεφορτωθεί και την πεζογραφία.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

Ο Ρενέ Ζιράρ για τη μίμηση, τη βία και την ανθρώπινη κοινωνία

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

René Girard, Η μιμητική επιθυμία στο Υπόγειο –
Διάλογος με τον Κορνήλιο Καστοριάδη,
Μετάφραση Χρήστος Γροσδάνης,
Πρόλογος Δημήτρης Δουλγερίδης,
Εκδόσεις Πλήθος, Αθήνα 2021

Το παρόν βιβλίο, η πρώτη έκδοση ενός νέου και υποσχόμενου εκδοτικού οίκου, αποτελείται από δύο κείμενα, το πρώτο από τα οποία είναι ένα σύντομο άρθρο του γνωστού Γάλλου ιστορικού και ανθρωπολόγου Ρενέ Ζιράρ για τον Ντοστογιέφσκι (το 1997, ως επίμετρο στην αγγλική μετάφραση ενός έργου του από το 1963), ενώ το δεύτερο, επίσης σύντονο, αποτελείται ουσιαστικά από τα πρακτικά μιας ανοικτής συζήτησης με πολλούς συνομιλητές, που καταλήγει σε αντιλογία του Ρενέ Ζιράρ με τον Κορνήλιο Καστοριάδη (στις αρχές της δεκαετίας του 1980). Ας τα πραγματευτούμε με την αντίστροφη σειρά. Αρχικά, η αντιπαράθεση των δύο στοχαστών, Καστοριάδη και Ζιράρ, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς οι δύο διανοητές ξεδιπλώνουν τα θεμέλια της σκέψης τους και φωτίζουν τις ίσως περισσότερο αγνοημένες πλευρές της. Αρχικά, ο ελληνικής καταγωγής σοσιαλιστής φιλόσοφος, Κορνήλιος Καστοριάδης, πιστεύει στη ριζική ενδεχομενικότητα του κόσμου μας, την οποία θεωρεί και αναγκαία συνθήκη για την αυτονομία των ανθρώπινων όντων. Οι κοινωνίες, θεωρεί, τείνουν να αυτοθεσμίζονται νοηματοδοτώντας τις πράξεις που κάνουν, ωστόσο κατά κανόνα δεν έχουν συνείδηση αυτής της ελευθερίας τους και κατά κανόνα αποδίδουν τη θέσμιση της κοινωνίας σε εξωτερικούς παράγοντες (π.χ. Θεός, φύση, κάθε λογής αντικειμενικές αξίες κ.λπ.). Μια σημαντική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, αποτέλεσε για τον Καστοριάδη η αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία, την οποία ο ίδιος θεωρεί κατά κάποιον τρόπο «πρότυπο» για κάθε κοινωνία που επιχειρεί να συγκροτηθεί ελεύθερα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η σύγχρονη Δύση. Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε ιδέα επιχειρεί να εξαρτήσει τις ανθρώπινες κοινωνίες από δυνάμεις που βρίσκονται εκτός τους (δηλ. εκτός των ίδιων των ανθρώπων που τις συγκροτούν), ο Καστοριάδης την αρνείται κατηγορηματικά: για παράδειγμα, τόσο ο Θεός, όσο και οι απρόσωπες δυνάμεις του κόσμου (π.χ. οι νόμοι της ιστορίας στον Χέγκελ ή και τον Μαρξ), θεωρεί, επιχειρούν να αρνηθούν την ανθρώπινη ελευθερία. Διόλου παράξενο, λοιπόν, που ο φιλόσοφος είναι όχι μονάχα πεπεισμένος αθεϊστής, αλλά και ένας από τους πιο σφοδρούς πολέμιους του μαρξισμού σε όλες τις αποχρώσεις του. Αρκετά διαφορετικά είναι τα πράγματα όσον αφορά τον Ρενέ Ζιράρ. Σύμφωνα με τον Ζιράρ, που αντλεί τις ιδέες του κυρίως από τις αρχαίες τραγωδίες, τη Βίβλο και την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, οι ανθρώπινες επιθυμίες έχουν μιμητικό χαρακτήρα. Το αντικείμενο των επιθυμιών ενός ανθρώπου διαμορφώνεται πάντοτε ως μίμηση προτύπων. (περισσότερα…)

Κικὴ Δημουλᾶ, Δύο χρόνια ἀπό τον θάνατό της

*

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς

ΣΥΝΑΔΕΛΦΙΚΟΤΗΣ
( σὰν σήμερα )

Φωτογραφία. Ἀποδρομὴ στὸ παρελθόν.
Κίνδυνος ϑάνατος, ποιητικός ―
προσοχή !

μὴ διαβεῖς τὴν πραγματικότητα
μὴ ξεχαστεῖς στὴν παραλία τῆς νιότης
μὴ κλείσει πίσω σου τὸ ἄλμπουμ

κι ἀναγκαστεῖς
νὰ κάνεις τὸν γύρο, ἐπιστροφὴ
ἀπὸ δρόμους δύσβατους
ὀλισθηροὺς

μέχρι νὰ ϕτάσεις
στὸ σύνορο σὲ ὅ,τι περιφράσσει
τὸ ἀσπρόμαυρο κάδρο τῆς μνήμης,
τῆς ἀναπόλησης
ἡ τέχνη ―

τὸ ὑψηλῆς τάσεως συρματόπλεγμα
συναδέλφου Κικῆς
ὁ στίχος.

*

Επιστροφή στον Ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Πόσο μακριά είμαστε, τελικά, από την εποχή που ο Φράνσις Φουκουγιάμα και το «Τέλος της Ιστορίας» του, έδιναν τον ιδεολογικό τόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου και του Ανατολικού Στρατοπέδου. Οι γνωστές προβλέψεις του

ότι μετά τις γιγάντιες συγκρούσεις του εικοστού αιώνα, … η ακαταμάχητη νίκη του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού – πάνω σε όλους τους ανταγωνιστές του σημαίνει όχι μόνο- το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, ή την παρέλευση μιας συγκεκριμένης περιόδου της μεταπολεμικής ιστορίας, αλλά αυτό τούτο το τέλος της ίδιας της ιστορίας, δηλαδή το τελικό σημείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρωπίνου γένους και την οικουμενοποίηση της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας ως της τελικής μορφής ανθρώπινης διακυβέρνησης.[1]

έχουν τεθεί κυριολεκτικά στις ελληνικές καλένδες, προφανώς λόγω της αστοχίας τους. Δεν είναι στις προθέσεις μας να προβούμε σε συνολική κριτική των απόψεων του Φ. Φουκουγιάμα. Όμως ένα σημείο χρειάζεται να αναδειχθεί: αυτό που αναφέρεται στον πόλεμο. Πρόκειται για το πιο σημαντικό σημείο της άποψης του:

Συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας πρέπει να εμπλέκουν μεγάλα κράτη που αναγνωρίζονται (ως τέτοια) στον ρου της ιστορίας, και τα οποία φαίνεται ότι τώρα έχουν φύγει από τη σκηνή […] Συνεπώς δεν θα υπάρξει Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ούτε επιστροφή σε Συγκρούσεις Μεγάλων Δυνάμεων που χαρακτήρισαν τον 18ο και 19ο αιώνα.

Μάλιστα στο κλείσιμο του άρθρου χαρακτήριζε τους επερχόμενους (sic!!!) αιώνες της μετά-ιστορίας ως βαρετούς (“Perhaps this very prospect of centuries[!] of boredom at the end of history will serve to get history started once again.”) (περισσότερα…)

Η αυτοακύρωση ως ηγεμονία: Η αριστερά μετά την πανδημία

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο κυρίαρχος λόγος στην Ελλάδα και άλλες δυτικές χώρες έχει πια επιβάλει ως πολιτική διαιρετική τομή της πανδημικής κρίσης την «επιστήμη εναντίον του ανορθολογισμού», σε αυτήν την διατύπωση ή με παραλλαγές. Έχουμε ουσιαστικά δηλαδή μια αναδιατύπωση του κυρίαρχου σχήματος «λαϊκισμός/αντι-λαϊκισμός» της προηγούμενης δεκαετίας, όπου η πολιτική διαμάχη παρουσιάζεται ως σύγκρουση δυο ασυμβίβαστων στρατοπέδων: ορθολογισμός, μετριοπάθεια, επιστήμη από την μια, εξαλλοσύνη, συνωμοσιολογία και «ψεκασμοί» από την άλλη. Η κρίση της πανδημίας επομένως επιταχύνει την αποδόμηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτίσεων και τοποθετήσεων, ιδιαίτερα κατά μήκος του παραδοσιακού ιδεολογικού άξονα αριστερά-δεξιά.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της αριστεράς, της οποίας η περιθωριοποίηση συνεχίστηκε με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία δυο χρόνια, ακυρώνοντας οριστικά τις ελπίδες που είχαν γεννηθεί για αυτήν με την οικονομική κρίση του 2008. Στην Ευρώπη, η μάχη με την λιτότητα έληξε με την απόλυτη επικράτηση του ευρωκατεστημένου. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο, η επικράτηση Κόρμπυν στο Εργατικό Κόμμα το 2015 και η υποψηφιότητα Σάντερς στους Δημοκρατικούς το 2016 απέφεραν τελικά πενιχρά αποτελέσματα. Μετά και την πανδημία, το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμα και εκεί όπου υπήρξε πρόσφατα κάποια εκλογική στροφή προς πιο προοδευτική κατεύθυνση, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, τα κέρδη τα καρπώθηκαν εκφραστές του σοσιαλφιλελεύθερου κέντρου.

Και όμως, η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει αν όχι πειστικό, τουλάχιστον στοιχειωδώς συνεκτικό λόγο στην πανδημία δεν θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη. Ίσα ίσα, είναι παράδοξο ότι η αριστερά δεν έχει κάτι να πει για μια κρίση που έχει βυθίσει εκατομμύρια ανθρώπους στην οικονομική ανασφάλεια, ανέδειξε τις συνέπειες δεκαετιών λιτότητας για τα δημόσια συστήματα υγείας, και επιταχύνει την συγκέντρωση πλούτου στα χέρια μιας τεχνοοικονομικής ολιγαρχίας. Το ερώτημα είναι αν η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει την αντίθεσή της είναι ένδειξη συγκυριακών ελλειμμάτων (ηγεσίας, οράματος κλπ.), ή μιας βαθύτερης αλλαγής που κάνει τις ιδέες και τις προτεραιότητές της θεμελιωδώς ασύμβατες με τα νέα αιτήματα που έχει δημιουργήσει η πανδημία.

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξετάσουμε ένα ζήτημα το οποίο σπάνια χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πολιτικών ιδεολογιών: την σχέση τους με την κρατική εξουσία. Η πανδημία έχει θέσει με έντονο τρόπο τα όρια και τις αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας ως το μεγάλο ζήτημα της εποχής μας. Από την επιβολή των λοκντάουν σε μέτρα όπως μάσκες και έλεγχοι εισόδου σε δημόσιους χώρους στην υποχρεωτικότητα των εμβολίων, το κράτος έχει αναλάβει εξουσίες πρωτοφανείς σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες. Μόνο απέναντι σε αυτό το μεγάλο ερώτημα μπορεί να μετρηθεί σήμερα μια ιδεολογία. (περισσότερα…)

Ε. Μύρων, Εφτάρες και άλλα πεζά

*

Εφτάρες

Μόλις γύρισα σπίτι τσέκαρα την αλληλογραφία μου. Πρώτο απ’ όλα άνοιξα το e-mail από το νηπιαγωγείο της κομητείας Χωρίς Όνομα. Τα παιδιά της κομητείας μού είχαν απαντήσει πως επιτέλους βρήκαν τον τρόπο να φτιάξουν μια βόμβα από παραμύθι. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, σκέφτηκα – αυτή η φράση, όμως, είναι πιο πανούργα απ’ όσο νομίζετε, γιατί, κρυφίως, μεταμόρφωσε τους ανεμοστρόβιλους που είχα κρύψει στο πατάρι σε ανεμιστηράκια που δουλεύουν με μια μπαταρία ΑΑ.

Σηκώθηκα αμέσως και βγήκα στο μπαλκόνι. Με τα χέρια θαμμένα στις τσέπες του παντελονιού μου κοίταξα απέναντι, την ψηλότερη πολυκατοικία της οδού Ακτοφυλακής. Εκεί είχε νοικιάσει κάποτε μια γκαρσονιέρα, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι, ο νεαρός ζωγράφος Χούκερ Μπουργκουντί. Όμως με το που τακτοποιήθηκε ο Μπουργκουντί και άρχισε να ζωγραφίζει, η πολυκατοικία ένιωσε μια αδιαθεσία: τα ανατομικά μαξιλάρια των υπολοίπων ενοίκων σκλήρυναν, τα έπιπλα χόρευαν πυρρίχιο, οι τοίχοι είχαν γεμίσει κοκκινίλες, τα ταβάνια ίδρωσαν γιατί υπέφεραν από υψοφοβία, οι πόρτες άνοιγαν μόνο από μέσα, τα παράθυρα είχαν κολλήσει και ένα αίσθημα καύσου κυκλοφορούσε στους σωλήνες κεντρικής θέρμανσης, (τα κοινόχρηστα, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και αισχροκέρδιζαν μοσχοπουλώντας τις νύχτες αλλοιωμένη ασφάλεια). Η επίσημη διάγνωση ήταν αναφυλαξία. Ως μέρος της φυσιολογικής ανοσοποιητικής αντίδρασης παρήχθησαν ειδικοί μηχανισμοί ναυτίας οι οποίοι απέβαλλαν τον εισβολέα. Ο Μπουργκουντί μετά από περιπλανήσεις και κακουχίες, (φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς μια περιοχή που παίζει κρυφτούλι με τον χάρτη…), έφτασε στην κομητεία Χωρίς Όνομα. Εκεί εντάχθηκε στους Συντηρητές Oυράνιων Tόξων. (περισσότερα…)