Πλάτων

Ηλικία

 *

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΑΝΤΑΡΑΚΗ

~.~

Κάθε είδος παρουσιάζεται ενιαίο στη γενικότητα της οριζόμενης σε σχέση με άλλα είδη ταυτότητάς του. Το γενικό, ιδωμένο στην τάξη του, αδρανοποιεί ή απαλείφει προσωρινά το ειδικό και το ατομικό. Το επιμέρους υποτάσσεται στους καθορισμούς και στις διατάξεις του όλου. Μόλις μισανοίξουμε όμως τη γενικότητα για να επιθεωρήσουμε το περιεχόμενό της, αποκαλύπτεται η πληθώρα των επιμέρους διαφοροποιήσεων και κατατμήσεων. Η ανθρωπότητα δεν είναι παρά μια γενικότητα τέτοιου είδους. Άντρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, λευκοί και μαύροι, υγιείς και άρρωστοι, δυνατοί και αδύναμοι, ταλαντούχοι και μη, πολιτισμένοι και απολίτιστοι, αστοί και χωριάτες, πλούσιοι και φτωχοί… Όλοι είναι άνθρωποι και συγχρόνως όλοι αποτελούν ειδικές περιπτώσεις, σε τέτοιο σημείο ώστε δεν αναγνωρίζουν όλοι σε όλους σε όλες τις περιπτώσεις την ανθρώπινη ιδιότητα. Μόλις θεωρήσουμε την ανθρωπότητα εκ του σύνεγγυς, η ενότητα της κοινότητας διαρρηγνύεται για να ξεπεταχτούν από μέσα της όλες οι διαφορές και οι αντιθέσεις που κατακερματίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Εξάλλου, αν η φύση έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τα φυσικά είδη, η ανθρωπότητα έχει την τάση να κατατέμνει και να παραλλάσσει τον εαυτό της. Στις διαιρέσεις που υποβάλλει η φύση, προστίθενται οι διαιρέσεις που επινοεί ο πολιτισμός και η ιστορία.

Συχνά, διαβάζουμε στις εφημερίδες ένα όνομα ακολουθούμενο από έναν αριθμό. Παραδείγματος χάριν, Γιάννης Παπαδάκης, 48, ή Κώστας Παυλίδης, 71. Δεν διευκρινίζεται τι δηλώνει ο αριθμός. Δεν είναι ανάγκη. Οι πάντες γνωρίζουν. Συχνά επίσης η ηλικία υποκαθιστά το όνομα όταν, για κάποιον λόγο, αυτό δεν μπορεί ή δεν πρέπει να αποκαλυφθεί. Λέμε, για παράδειγμα, «ο εικοσιπεντάχρονος δράστης» ή «ο εβδομηντάχρονος οδηγός». Ο αριθμός γενικά δηλώνει ποσότητα. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η ποσότητα δηλώνει ποιότητα. Ο αριθμός παρατίθεται δίπλα στο όνομα ή υποκαθιστά το όνομα επειδή προσφέρει μια ουσιώδη πληροφορία για το ποιον του ατόμου. Το «πόσος» υποδεικνύει ένα καίριο «ποιος». Το ίδιο άτομο είναι διαφορετικό και αντιμετωπίζεται διαφορετικά στην ηλικία των πέντε, των τριάντα ή των εβδομήντα πέντε ετών. Αλλιώς αντιλαμβάνεται και βιώνει τον εαυτό του και τον κόσμο ο νέος και αλλιώς ο ηλικιωμένος. Συμπεριφορές που μαρτυρούν ή συνιστούν αρετές σε μια ηλικία, σε μιαν άλλη μπορεί να είναι ή να εκλαμβάνονται ως κακίες. Διαφορετικά κρίνεται μια πράξη, ένα επίτευγμα ή ένα έγκλημα ανάλογα με την ηλικία του πράττοντος. Το θεμελιώδες ερώτημα «πώς να ζήσω τη ζωή μου» δεν έχει το ίδιο νόημα και δεν τίθεται με τους ίδιους όρους σε κάθε στιγμή της ζωής. Ο νέος δεν αντιλαμβάνεται μπροστά του παρά ένα απέραντο ορθάνοιχτο μέλλον, ο ενήλικος κατατρίβεται σε ένα δραστήριο παρόν, ο ηλικιωμένος αναπολεί το τετελεσμένο παρελθόν. Η ηλικία τεμαχίζει την έμβια διάρκεια σε στάδια διαφορετικής έκτασης και ποιότητας. Το ανθρώπινο υποκείμενο διαπνέεται από μια ενδιάθετη χρονικότητα, μια ενδογενή διαδικασία αλλοίωσης, που τροποποιεί ακατάπαυστα τα ποιοτικά του γνωρίσματα.

Η «ηλικία» είναι από το «ἡλίκος». «Ηλίκος» σημαίνει «τόσο μεγάλος όσο…» και, ειδικότερα, «τόσο μεγάλος σε ηλικία όσο…». Η «ηλικία» δηλώνει ένα συγκριτικό μέγεθος και, πρωτίστως, το μέγεθος της ατομικής βιολογικής ύπαρξης. Το «ηλίκος», η ερωτηματική αντωνυμία «πηλίκος» και η δεικτική «τηλίκος» αναφέρονται κατά πρώτο λόγο στη βιολογική διάρκεια. Η λέξη «ἧλιξ» σήμαινε αυτόν που έχει την ίδια ηλικία με άλλον, τον συνομήλικο. Δευτερευόντως, σήμαινε τον σύντροφο, τον εταίρο, ενώ, κατά τρίτο λόγο, είχε επίσης τη σημασία «ίδιος, όμοιος». Το ουσιαστικό «ὁμηλικία» σήμαινε τη σύμπτωση ή την ταύτιση της ηλικίας. Στα λατινικά πάλι, η ηλικία λέγεται aetas. Η λέξη δήλωνε πρωταρχικά τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ενώ, στη συνέχεια, πήρε επίσης τη σημασία της εποχής, της ιστορικής περιόδου. Από το πεδίο της ατομικής ανθρώπινης ύπαρξης, επεκτάθηκε στο πεδίο της συλλογικής ιστορίας. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι οι αρχαίοι ένιωσαν την ανάγκη για μια ειδική λέξη για να δηλώσουν το χρονικό μέγεθος της ζωής. Συγχρόνως, είναι ευεξήγητο. Η ηλικία δεν είναι απλή διάρκεια. Τα έμβια όντα δεν διαρκούν όπως τα πράγματα. Η χρονική ύφανση του έμβιου, και ακόμα περισσότερο του ανθρώπινου ατόμου, η εμπλοκή του στον χρόνο, η σύμπλεξή του με τον χρόνο, δεν συνιστά επουσιώδες, εξωτερικό ή ουδέτερο δεδομένο.

Ηλικία είναι το μέγεθος της διάρκειας της ζωής. Η ηλικία είναι μέγεθος επειδή εκφράζεται αριθμητικά. Είναι διάρκεια επειδή αυτό το μέγεθος δηλώνει ένα χρονικό διάνυσμα. Η ζωή έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το νόημα της έμβιας διάρκειας και όχι ενός συνόλου οργανικών λειτουργιών. Η ζωή, ως έμβια διάρκεια, υφίσταται για όσο διάστημα εξακολουθούν να επιτελούνται πρόσφορα οι οργανικές λειτουργίες. Ζω σημαίνει υπάρχω και διαρκώ ως έμβιος οργανισμός. Αλλά η διάρκεια των έμβιων όντων δεν είναι μια απεριόριστη παράταση ύπαρξης σε καταστατικά ταυτόσημη μορφή, όπως συμβαίνει με την αδρανή ύλη. Το άβιο ή αλλιώς το αυτούσιο[1] αρκείται στην παραμονή στην ουσία του, δηλαδή στην εγγενώς οικεία πραγματικότητά του. Δεν μεταβάλλεται παρά υπό την πίεση εξωγενών διεργασιών ή δυνάμεων. Για την ακρίβεια, αυτή η στατικότητα ισχύει μάλλον για τα πράγματα όπως γίνονται αντιληπτά στην καθημερινή εμπειρία. Από επιστημονική άποψη, η «αδρανής» ύλη δεν είναι πραγματικά αδρανής. Διαπνέεται από αυθόρμητη ενεργητικότητα. Αστέρια εμφανίζονται και εξαφανίζονται, τεκτονικές πλάκες μετακινούνται, ηφαίστεια εκρήγνυνται… Το αυτούσιο εν γένει έχει τη δική του χρονικότητα, τον δικό του ρυθμό μεταλλαγής και αλλοίωσης. Η διαφορά είναι ότι αυτή η αλλοίωση είναι διαφορετικού τύπου και κρίνεται με διαφορετικά μέτρα από ό,τι η ειδητική και ατομική αλλοίωση που παρουσιάζουν τα έμβια όντα. (περισσότερα…)

Γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 03:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το ερώτημα γιατί υπάρχει το «κακό» στον κόσμο, ερώτημα με το οποίο κατατρίβονται οι θεολόγοι από καταβολής του επαγγέλματός τους, είναι παιδιάστικο. Η απάντηση ήταν, είναι και θα είναι ες αεί η αυτή: επειδή αποδίδει, ο «αδικοπραγών» επωφελείται, κερδίζει από την «αδικοπραξία» του.

Το ερεθιστικό ερώτημα είναι το ανάποδο. Γιατί υπάρχει το «καλό» στον κόσμο; Για ποιον λόγο λ.χ. «ευεργετούμε» κάποιον χωρίς να απαιτούμε άμεση απτή ανταπόδοση για την πράξη μας; Η προφανής απάντηση είναι και εδώ η ώς άνω: επειδή κάτι έχουμε να κερδίσουμε εμμέσως ή μελλοντικά από την «ευεργεσία» μας: τη φήμη της ανωτερότητας, δυνητικές επαφές, φιλίες, συμμαχίες, μια χείρα βοηθείας στην ανάγκη. Και όταν ο «ευεργετηθείς» αποδεικνύεται αχάριστος, όπως τόσο συχνά είναι η περίπτωση, αντί να αγανακτήσουμε με τον εαυτό μας για την άστοχή μας κρίση ως προς το ποιόν του, ηθικολογούμε επικαλούμενοι έναν ανύπαρκτο ηθικό νόμο…

Το «καλό» ή το «κακό» είναι ετερώνυμα εντέλει του ίδιου πράγματος, μικροτερτίπια ή μεγαλόσχημες στρατηγικές της επιβίωσης. Εξού και αποδίδονται ελευθέρως στην ίδια συμπεριφορά, αναλόγως του ποιος τα επικαλείται. «Καλό» είναι αυτό που κάνουμε εμείς, «κακό» αυτό που πράττουν οι αντίπαλοι. Ακόμη και ο Ισραηλινός φαντάρος όταν σκοτώνει ανυπεράσπιστα παιδιά στη Γάζα ή τη Δυτική όχθη, σαν τον ναζιστή στρατοπεδάρχη ή τον ιεροεξεταστή δήμιο που έκαιγε τις μάγισσες ή τους αιρετικούς, είναι πεπεισμένος: ο φόνος που διαπράττει είναι πράξη ηθική, απαραίτητη μάλιστα για την επίτευξη ενός «αγαθού» σκοπού: τη σωτηρία του έθνους, την έλευση του Μεσσία, την πάταξη του Σατανά. Ο Νεοπτόλεμος όταν γκρεμοτσακίζει τον μικρό Αστυάνακτα από τα τείχη της καιόμενης Τροίας, ακολουθεί τις διδαχές του κοινού νου: ο γιος του Έκτορα είναι ρίσκο – αν ζήσει, ίσως αύριο γυρέψει εκδίκηση.

Στη συλλογική μας μνήμη, φυσικά, για να αυτοπροστατευθούμε, κρατάμε πάντα τις περιπτώσεις όπου το καθ’ ημάς «κακό» τιμωρήθηκε, και ξεχνάμε βολικά όλες τις άλλες, όπου η ιστορία το επιβεβαίωσε ως εύστοχη επιλογή. Αν οι ναζί είχαν κερδίσει τον πόλεμο, το Ολοκαύτωμα θα ήταν μια υποσημείωση σε κάποιο εγχειρίδιο. Ίσως μάλιστα διδασκόταν στα σχολεία ως προληπτική ανθρωπιστική δράση, αφού με αυτό θα είχε αποφευχθεί ο βάρβαρος εποικισμός της Παλαιστίνης, η επιβολή του απαρτχάιντ, η εθνοκάθαρση και η γενοκτονία των γηγενών…

«Το Δαιμονικό δεν είναι κάποιο σκοτεινό ορμέμφυτο, αλλά η έσχατη συνέπεια της σκέψης», έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης. Και ήθελε να πει με αυτό ότι ο άνθρωπος είναι ενιαίος: δεν χρειάζεται να είσαι θηρίο, και με τον ορθό λόγο μια χαρά καταλήγεις και πάλι στην ωμότητα. «Καμιά αθωότητα δεν είναι αθώα», σημειώνει αλλού, «καμιά ενοχή δεν είναι ένοχη». (περισσότερα…)

Πέτρος Ράμους, Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

ΠΕΤΡΟΣ ΡΑΜΟΥΣ

Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης

[ 2/2  ]

Ας επικεντρωθούμε τώρα στο κύρος και στη μέθοδο του Γαληνού και ας προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τη διδασκαλία ενός τόσο σημαντικού άνδρα. Διότι από όλους τους σχολιαστές του Αριστοτέλη για τους οποίους μίλησα στο πρώτο βιβλίο, κανείς δεν υπερέχει, κατά τη γνώμη μου, του Γαληνού. Του αρμόζουν ύψιστοι έπαινοι. Το πνεύμα του είναι μοναδικό. Η δε ευγλωττία του, παρόλο που φαντάζει νεανική και υπέρ το δέον ‘ασιατική’ και παρατραβηγμένη, για εκείνους, πάντως, που έχουν να διαθέσουν τον χρόνο, δεν αποδεικνύεται δυσάρεστη. Η ενδελέχειά του στη συγγραφή είναι μοναδική, μα, πάνω από όλα -και αυτό το τιμώ απεριόριστα- τη φιλοσοφική του στάση διακρίνει ένας πηγαίος και αχειραγώγητος ζήλος: προτάσσει τον σκοπό των πραγμάτων, διακρίνει μεταξύ της χρηστικότητας των τεχνών καθώς και της τελικής ευχαρίστησης και αλήθειας προς την οποία συντείνουν. Ακολουθώντας τη γραμμή μιας επιχειρηματολογίας, όχι μόνον θα συστήσει θερμά αυτό που βρίσκεται σε συμφωνία με την αρετή, μα, πιστός στην ίδια επιχειρηματολογία, θα ασκήσει δριμεία κριτική και σε ό,τι συνδέεται με μια ροπή προς το σφάλμα. Θέτει στο στόχαστρό του προηγούμενούς του φιλοσόφους που πίστεψαν προπετώς πολλές θεωρίες και φαντασιοκοπίες τις οποίες είχαν απλώς διαβάσει ή ακούσει. Τούτοι δεν μπήκαν στον κόπο να εξετάσουν εάν όσα διάβαζαν ή άκουγαν είναι αληθή, ούτε τα αντιπαρέβαλαν με κριτήρια της αλήθειας όπως η αίσθηση και η εμπειρία.

Ωστόσο, παρόλο που υπήρξε τόσο σημαντικός φιλόσοφος σε τόσα πράγματα, πρέπει να εξετάσουμε τι δίδαξε ο Γαληνός ως προς τη μέθοδο. Διότι κάνει ενίοτε λόγο για μέθοδο, άλλοτε για θεωρία -όπως ο Σιμπλίκιος- και άλλοτε για διδασκαλία σχετικά με την τάξη. Ας επικεντρωθούμε στην ουσία και όχι στην ορολογία που χρησιμοποιεί. Πιστεύω, λοιπόν, ότι, από τη στιγμή που βρει κανείς την ύλη μιας ολόκληρης τέχνης -τους ορισμούς, τους κανόνες, τις διαιρέσεις της-, έχουν δε αποκρυσταλλωθεί όλες οι βασικές παραδοχές και έχει κριθεί ποια ακριβώς είναι η ύλη αυτής της τέχνης, η επιστημονική και έντεχνη διάταξη αυτής της ύλης μπορεί να επιτευχθεί με έναν και μόνον τρόπο: ξεκινώντας από εκείνα που είναι πρότερα και γνωριμότερα κατά τη φύση. Με την άδειά σου, εγώ αυτό το αποκαλώ ‘μέθοδο’. Εάν τώρα εσύ, θεωρώντας ότι ως προς τον όρο ‘μέθοδος’ αλλά και ως προς τον ορισμό του, επιθυμείς να παρουσιάσεις τον Γαληνό ως αντίπαλό μου, τονίζοντας ότι τούτος εισήγαγε ποικίλους τρόπους διάταξης μιας τέχνης, εγώ ξεκάθαρα το αρνούμαι. Για να αποφύγουμε όμως μια διαφωνία που θα στρέφεται απλώς γύρω από τον όρο, θεωρώντας ότι ο Γαληνός μπορεί να εννοούσε κάτι διαφορετικό από αυτό που εννοούμε εμείς, επίτρεψέ μου να προσδιορίσω το θεμέλιο της αντιπαράθεσης. Εσύ επικαλείσαι την αυθεντία του Γαληνού· εγώ θα επικεντρωθώ στη βάση της διαφωνίας.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς, κατά τη γνώμη σου, ορίζει ο Γαληνός τι είναι ‘μέθοδος’: «εγώ ισχυρίζομαι», λέει, «ότι θα είσαι σε θέση να βρεις την αλήθεια των υπό διερεύνηση πραγμάτων εάν πρώτα αναγνωρίσεις την αρχή του δρόμου που οδηγεί σε αυτήν· γιατί αν χάσεις την αρχή, θα περιπέσεις σε πολλά λογικά σφάλματα. Με τα ίδια δε κριτήρια με τα οποία βρήκες την αρχή, θα βρεις το δεύτερο και το τρίτο έρεισμα, καθώς και όλα όσα έπονται»[1]. Τη μέθοδο που εξηγώ εδώ, φαίνεται, λοιπόν, να περιέγραψε ο Γαληνός στο ξεκίνημα του ένατου βιβλίου του Περί των Ιπποκράτους και Πλάτωνος δογμάτων. Ο ίδιος ορισμός επαναλαμβάνεται λίγο αργότερα στο ίδιο βιβλίο, εκεί όπου αναφέρεται η παρατήρηση του Ιπποκράτη πως για να κατανοηθεί τι χαρακτηρίζει το πρόσωπο ενός ανθρώπου που νοσεί, πρέπει αυτό να αντιπαραβληθεί με το πρόσωπο ενός ανθρώπου υγιούς. Σημειώνει, λοιπόν, ο Γαληνός: (περισσότερα…)

Πέτρος Ράμους, Για το ότι υπάρχει μόνον μία μέθοδος κατάρτισης μιας επιστήμης [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Για να κατανοήσει κανείς την ιδεοϊστορική σπουδαιότητα της επεξεργασίας της έννοιας της μεθόδου από τον Πέτρο Ράμους (1515-1572) πρέπει να παραμερίσει πρώτα τον δημοφιλή εκείνο μύθο που θέλει τον Ντεκάρτ να εγκαινιάζει τάχα μία νέα εποχή στη φιλοσοφία πραγματευόμενος πρώτος και διεξοδικά την έννοια αυτή. Ο όρος μέθοδος εισάγεται στη φιλοσοφία ήδη από τον Πλάτωνα και συνδέεται πρωτίστως με τη θεμελίωση της διαλεκτικής· απαντά δε έκτοτε ευρέως τόσο στη φιλοσοφική παράδοση όσο και σε άλλες επιστήμες, έως τη βαθιά ύστερη αρχαιότητα. Ο όρος σήμαινε, όπως σε κάποιο βαθμό και σήμερα, τον «έντεχνο», δηλαδή τον συστηματικό, εγνωσμένο, έλλογο τρόπο προσέγγισης ενός ζητήματος (ή ενός συνόλου ζητημάτων), καθώς επίσης και τη σύνοψη ή τη βράχυνση των διαφόρων δρόμων ή οδηγιών για τη διαπίστωση του αληθούς και την άφιξη στον ποθητό γνωστικό προορισμό. Πολύ πιο σπάνια σηματοδοτούσε τον τρόπο οργάνωσης ενός ολόκληρου κλάδου του επιστητού. Η συζήτηση περί μεθόδου κορυφώνεται στον Γαληνό (129-περ.216), ο οποίος χρησιμοποιεί τον όρο πάνω από πεντακόσιες φορές, ενώ απασχολεί έντονα και όλους σχεδόν τους συγγραφείς της φιλοσοφικής σχολιαστικής παράδοσης. Στη Δύση, πρώτος ο Βοήθιος εισκομίζει τον όρο methodus, έναν όρο ο οποίος, παρόλο που δεν υιοθετείται στις μεσαιωνικές λατινικές μεταφράσεις του Αριστοτέλη, αξιοποιείται ευρέως στη σχολαστική γραμματεία.

Αναφέραμε ήδη ότι ο όρος συνδέθηκε πρωτίστως με την τέχνη της διαλεκτικής. Στο πρώτο βιβλίο των Τοπικών ο Αριστοτέλης γράφει χαρακτηριστικά: «τοῦτο δ’ ἴδιον ἢ μάλιστα οἰκεῖον τῆς διαλεκτικῆς ἐστιν· ἐξεταστικὴ γὰρ οὖσα πρὸς τὰς ἁπασῶν τῶν μεθόδων ἀρχὰς ὁδὸν ἔχει»[1]. Στη μέση και ύστερη σχολαστική περίοδο, η διαλεκτική (ως Λογική) θεωρείται, πράγματι, η «τέχνη των τεχνών» (ars artium), η «επιστήμη των επιστημών» (scientia scientiarum), καθώς μπορεί να αξιοποιηθεί για να εξετάσει τις βάσεις των «μεθόδων» όλων των υπολοίπων επιστημών. Στον μεσαιωνικό νου, βέβαια, το πρόσημο παραμένει αυτονόητα αριστοτελικό, και οποιαδήποτε συζήτηση περί μεθόδου δεν αξιοποιείται σθεναρά προς χάριν μιας διακριτής ή σημαίνουσας ανακατεύθυνσης της θεμελίωσης ή του περιεχομένου της φιλοσοφικής σκέψης. Όταν, όμως, οι ανθρωπιστές του 15ου αιώνα, με πρωτεργάτη τον Λορέντσο Βάλλα (περ. 1407-1457), ρίχνονται στη μάχη της αναβάθμισης της ρητορικής σε κορωνίδα των τεχνών, και παρόλο που αποφεύγουν αρχικά ως σχολαστικό και εξεζητημένο τον όρο methodus, επεκτείνουν αποφασιστικά το περικείμενο της σχετικής συζήτησης ως εξής: για να αποκαθηλωθεί η διαλεκτική, πρέπει να αποδειχθεί ότι η ρητορική παρέχει μια ασφαλέστερη βάση θεμελίωσης των τεχνών από την αντίπαλό της. Με άλλα λόγια, η ρητορική πρέπει να αναδειχθεί σε τελική εγγυήτρια για τον εξής απλό λόγο: εκείνη κομίζει ακριβώς αυτό που κατά βάθος απαιτείται, δηλαδή, μια ανεκζήτητη, ταχυβάδιστη, ορθή πορεία (processus, via, ratio) αρτίωσης και διδασκαλίας των τεχνών. Τη σπερματική ιδέα του Βάλλα αναπτύσσουν ο Ρούντολφ Αγκρίκολα (1444-1485) και ο Γιοχάννες Στουρμ (1507-1589), με το έργο των οποίων είναι εμφανώς εξοικειωμένος και ο Πέτρος Ράμους (1515-1572). Περί το 1540 δε, το ζήτημα της μεθόδου (ο ορισμός της, η σπουδαιότητά της, ο αποδεκτός αριθμός έγκυρων «μεθόδων», η ακριβής λειτουργία που μια μέθοδος επιτελεί κ.ά.) έχει ήδη ανασκαλευτεί αισθητά ανά την Ευρώπη, εξέλιξη η οποία συνδέεται επίσης με την εκδοτική και πνευματική δραστηριότητα της εποχής -ενδεικτικά και μόνον: διάχυση του πλατωνισμού, εμφάνιση του προτεσταντισμού, επανεξέταση των θεμελίων της παιδαγωγικής, δημοτικότητα της αντισχολαστικής διαλεκτικής γραμματείας, εκδόσεις του γαληνικού corpus,  εκδόσεις της ελληνικής σχολιαστικής παράδοσης κ.ά.

(περισσότερα…)

Ο Πλάτων στην Φλωρεντία

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

Ω ο σκοτεινός ύπνος, που μετατρέπει τις τυφλές
Και δεινές σκέψεις σε όραμα καθαρού φωτός!
LORENZO DI MEDICIS

Ανάμεσα στον Μεσαίωνα και την Νεότερη Εποχή, δηλαδή ανάμεσα στον orto murato του μοναστηριού και στον ανοιχτό κήπο του εκλεκτικού μπαρόκ, εμφανίζεται στην Ιταλική χερσόνησο ο κήπος που συμβάλλει σε αυτή την μετάβαση. Θα μπορούσαμε πιθανώς να ισχυριστούμε ότι ο κήπος της Αναγέννησης είναι ο ίδιος μια μετάβαση. Αρχικά, αποτελεί μια χρονική μετάβαση ανάμεσα στον παλαιό τύπο κήπου και σε μια καινούργια κοσμοαντίληψη που πρωτοσχηματίζεται και που αργότερα μετατρέπεται σε έναν νέο τύπο βλέμματος καθώς και σε μια καινούργια πρακτική. Η δεύτερη παρατήρηση που μας επιτρέπει να χαρακτηρίζουμε αυτόν τον κήπο ως μεταβατικό, είναι η επαναφορά  της αρχαιότητας εντός της έννοιας και της πρακτικής του κήπου.

Πρόκειται για μια χρονική μεταφορά που οικειοποιείται το παρελθόν, επαναπροσδιορίζοντάς το, ανοίγοντας ταυτόχρονα έναν χώρο για την αυτοτοποθέτηση του ίδιου του ανθρώπου στον κόσμο και που ονομάζεται Αναγέννηση. Η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, έτσι, μετατοπίζεται στο παρόν ως μια ερμηνεία αλλά και ως μια ανασύνθεση της παροντικής χρονικότητας. Η σύνθεση που επιτεύχθηκε ανάμεσα στην παγανιστική σκέψη και το Χριστιανικό κοσμοείδωλο –σύνθεση που ξεκινά έναν αιώνα περίπου πριν με τον Πετράρχη ο οποίος αποκαλούσε την αρχαιότητα sacrosancta antiquitas– σημαίνει και την αρχή του τέλους για αυτό το κοσμοείδωλο αλλά και την συνεχή επανερμηνεία της κλασσικής σκέψης στους Νεότερους Χρόνους. Κίνηση που χαρακτηρίζεται από την αναδιαμόρφωση της έννοιας του τόπου μέσω των πολλαπλών μορφών που αποκτά η έννοια της ανακάλυψης.

Τα στοιχεία που μας ωθούν να μιλήσουμε για αυτόν τον κήπο ως μεταβατικό, με τη διπλή έννοια που του αποδίδουμε, εμφανίζονται κατά τον 15ο αιώνα, τον Quattrocento, στην Φλωρεντία και συνδέονται με την δυναστεία των Μεδίκων. Fiorenza κατά τους Ρωμαίους, η Φλωρεντία των Ιταλών αποκαλείται η πόλη των λουλουδιών.  Το έμβλημά της δεν είναι άλλο παρά ένας ερυθρός κρίνος που ταυτίζεται με το λατινικό όνομά της. Σε αυτήν την πόλη των λουλουδιών οι τέχνες ανθίζουν παράλληλα με τα άνθη των κήπων.

Στα μέσα του αιώνα ο αριθμός των κήπων σε αυτή την πόλη ανέρχεται τουλάχιστον στους 138. Ο λόγος για την πολλαπλή ζήτηση και κατασκευή οφείλεται στην στροφή προς την επανανακάλυψη του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η ρωμαϊκή έπαυλη επανεμφανίζεται ως μια νησίδα εντός της πόλης αλλά και έξω από τα τείχη της ακολουθώντας  την ρωμαϊκή πρακτική απομάκρυνσης από την πόλη, όπως την εφάρμοσε και ο Κικέρων. Ταυτόχρονα, το βλέμμα αξιοποιεί τις αρχαιότητες που βρίσκονται τριγύρω. Οι Μέδικοι γίνονται μεγάλοι συλλέκτες αρχαιοτήτων, συντηρώντας και αποκαθιστώντας τες. (περισσότερα…)

Πεντάστερα ξενοδοχεία με οικογενειακούς βόθρους

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Πεντάστερα ξενοδοχεία με οικογενειακούς βόθρους

Τα βλαστάρια ολίγων οικογενειών με μεγάλο δόντι πιστεύουν από τα μικράτα τους ότι έχουν κληρονομικό δικαίωμα στην εξαγορασμένη ασυδοσία. Εξασφαλισμένη άνεση στη φοροκλοπή και ανοιχτή πρόσβαση στη δωροδοκία, εκβιαστική ατιμωρησία και ελευθερία στον βιασμό. Μια πεποίθηση διόλου αδικαιολόγητη αφού ως επιφανή καθάρματα δρουν με την ανοχή και κάποτε με την προστασία των οργάνων της ελληνικής Πολιτείας. Ενίοτε φυσικά το τείχος ραγίζει και άθλια συμβάντα, όπως αυτό της Θεσσαλονίκης, φέρνουν στην επικαιρότητα το καταραμένο τρίγωνο εξουσίας, σεξισμού και βίας. Η σκοτεινή συλλειτουργία των πλευρών αυτού του τριγώνου, στο οποίο η βία κρατά σταθερά τη θέση της υποτείνουσας, είναι έκδηλη σε μια σειρά συγγραφέων από τον Σαντ ως τον Ζενέ. Στη σεξουαλική κακοποίηση, αυτό που μετρά είναι περισσότερο η βία και λιγότερο το σεξ. Στόχος του επιτιθέμενου είναι η ενδυνάμωση της εξουσιαστικής σχέσης που τον συνδέει με το θύμα και η επιδίωξη της υποτέλειας του ανίσχυρου. Η δική του ηδονή αντλείται από την οδύνη του άλλου. Όταν ο δυνάστης γδύνει έναν μισοναρκωμένο άνθρωπο, δεν τον εξάπτει μόνο η θέαση του σώματός του αλλά, κυρίως, η ντροπή του. Η βασανιστική του αδυναμία ν’ αντιδράσει και ο εξαναγκασμός του σε μία ολοσχερώς αντιερωτική έκθεση. Ο εξουσιαστής δεν είναι πρωτίστως ηδονοβλεψίας αλλά οδυνοβλεψίας. Βιαστής που υποβιβάζει το δώρο της σεξουαλικότητας σε ταπεινό προσάναμμα του εγκλήματος. Όσο κι αν είναι ξαναμμένος ενεργεί εν ψυχρώ. Βαθιά ανηδονικός απέναντι σε ό,τι βρίσκεται έξω από την επικράτεια ενός θανάσιμου ζόφου, αποσκοπεί να προσβάλλει ως εξοντώσεως τη σεξουαλικότητα του θύματός του. Χαίρεται με την καταστροφή της χαράς του. Ανήκει στην κατηγορία των βασανιστών και μάλιστα του ειδεχθέστερου είδους, επειδή σχεδόν οποιαδήποτε σωματική πληγή επουλώνεται πιο γρήγορα από την πληγωμένη σεξουαλικότητα. Τα τιποτένια υποκείμενα ωστόσο που πρωταγωνιστούν σε τέτοιες υποθέσεις δεν πέφτουν από τον ουρανό, ανεβαίνουν από τον οχετό. Και μια δικαιοσύνη που θα ήθελε να χτυπήσει το κακό στη ρίζα του, θα ’πρεπε να στραφεί ερευνητικά και στις πλουσιάθλιες οικογένειες που τους έμαθαν τη χυδαιότητα από τα γεννοφάσκια τους.

~.~ (περισσότερα…)

«Κάθε γλώσσα είναι κι ένα διαφορετικό κοίταγμα του κόσμου»: Μια άγνωστη συνέντευξη του Νίκου Σκουτερόπουλου

Τη συνέντευξη αυτή ο Νίκος Μ. Σκουτερόπουλος (1938-2024) μου την παραχώρησε το 2009 ή το 2010, δεν θυμάμαι ακριβώς, όταν εκείνος εργαζόταν πάνω στη μετάφρασή του της θουκυδίδειας Ξυγγραφής, και εμείς, μια παρέα φίλων συγγραφέων μεταξύ των οποίων ο Δημήτρης Αρμάος, ο Ηρακλής Λογοθέτης και ο Αντώνης Ζέρβας, σχεδιάζαμε την έκδοση ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού. Επρόκειτο να περιληφθεί στο πρώτο τεύχος, που ευελπιστούσαμε τότε ότι δεν θα αργήσει. Το σχέδιο τελικά δεν προχώρησε και η συνομιλία μας, αποτυπωμένη χειρογράφως, παρέμεινε αδημοσίευτη. Την αναρτώ σήμερα στη μνήμη του σοφού και παθιασμένου μας δασκάλου. — Κώστας Κουτσουρέλης

— Έχετε μεταφράσει, μεταξύ άλλων πολλών, Πλάτωνα. Την Πολιτεία, πρωτίστως. Και νά που τώρα στρέφεστε στον Θουκυδίδη, έναν συγγραφέα αντιπλατωνικό, όπως τον είπαν, έναν «μαθητή των σοφιστών».

Κοιτάξτε, ο Πλάτων είναι φιλόσοφος και πηγαίνει κατά το χάρτη, ο Θουκυδίδης είναι πρωτίστως ιστορικός και πηγαίνει κατά το έδαφος· εδώ ριζώνουν οι μεγάλες διαφορές ανάμεσα στους δύο. Βέβαια ο χαρακτηρισμός της «αντιπλατωνικότητας» μας παραπέμπει σε σχέσεις του Πλάτωνα με τον Θουκυδίδη, ο οποίος ήταν αρκετά παλαιότερος και μάλλον δεν γνώριζε τον Πλάτωνα, ενώ δεν ξέρουμε επίσης αν ο Πλάτων γνώριζε ή είχε προσέξει το έργο του Θουκυδίδη· και αν κάτι στον Πλάτωνα μας φαίνεται ως αντίδραση στον Θουκυδίδη, πάλι δεν μπορούμε να ξέρουμε αν πραγματικά είναι κάτι τέτοιο κι όχι αντίδραση σε διανοήματα άλλου συγγραφέα της εποχής. Όσο τώρα για τη δική μου απόπειρα να μεταφράσω τον Θουκυδίδη, ήδη από τα χρόνια του Πανεπιστημίου αυτό το κείμενο είχε μιλήσει βαθιά μέσα μου και από τότε πάντοτε ήθελα να το μεταφράσω, αλλά το ανέβαλα συνεχώς «για αργότερα», ώσπου πριν από πέντε χρόνια ήλθε τελικά το πλήρωμα του χρόνου και το ξεκίνησα.

— Μεταφράσεις του Θουκυδίδη στα σύγχρονα ελληνικά υπάρχουν αρκετές. Πού νομίζετε ότι συγκλίνει και πού ότι αποκλίνει η δική σας εργασία;

Καλύτερη νεοελληνική μετάφραση του Θουκυδίδη είναι η παλιά καθαρευουσιάνικη του Ελευθερίου Βενιζέλου· από τις μεταφράσεις στη δημοτική ξεχωρίζει κατά τη γνώμη μου η μετάφραση του Α. Γεωργοπαπαδάκου. Εγώ προσπάθησα να μεταφέρω στη γλώσσα μας με ακρίβεια και σαφήνεια τα νοήματα του πρωτοτύπου και να περισώσω κάτι από την εκπληκτική πυκνότητα και λιτότητα των διατυπώσεων του Θουκυδίδη, στις οποίες δεν λείπει τίποτα και δεν περισσεύει τίποτα· επίσης να αποφύγω γλωσσικές ακρότητες που υπάρχουν πολλές στις περισσότερες νεοελληνικές μεταφράσεις του. Πρέπει ακόμη να σας πω ότι θα υπάρχουν πολλές υποσημειώσεις που θα ζωντανεύουν το κείμενο και θα το φέρνουν πολύ κοντά στον σύγχρονο αναγνώστη. Ως προς αυτό το τελευταίο, η δική μου εργασία αποκλίνει από όλες τις προηγούμενες.

*

(περισσότερα…)

Σάββατο, 8.7.2023 | Φιλοσοφικός περίπατος με τον Βασίλη Κάλφα: Πώς οι Αρχαίοι έβλεπαν τον έναστρο ουρανό:

*

Σάββατο 8 Ιουλίου | Φιλοσοφικός περίπατος

Πώς ο Πλάτων και οι Αρχαίοι έβλεπαν τον έναστρο ουρανό:
Ο άνθρωπος ως μικρογραφία του σύμπαντος

Μετά την μεγάλη επιτυχία που σημείωσε ο περσινός «Φιλοσοφικός περίπατος στον Αποκόρωνα» με τον καθηγητή φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Βασίλη Κάλφα, με θέμα τον «Φαίδρο» του Πλάτωνα, εφέτος ο καθηγητής συμμετέχει και πάλι στο πρόγραμμά μας «Νύχτες Ιουλίου 2023» προτείνοντας στους φίλους της φιλοσοφίας μια νυχτερινή εκδήλωση-εξερεύνηση που περιλαμβάνει δύο στάδια:

  1. Πώς οι αρχαίοι έβλεπαν τον έναστρο ουρανό, σε ένα γεωκεντρικό, κλειστό και σφαιρικό σύμπαν. Πώς ο ουρανός χρησίμευε ως πυξίδα, ημερολόγιο και ρολόι.
  2. Διήγηση και ανάλυση του πλατωνικού «Τίμαιου». Ο Πλάτων στα γεράματα γράφει έναν ιδιότυπο διάλογο, όπου εξιστορεί την δημιουργία ενός τακτικού και έλλογου σύμπαντος από έναν θείο τεχνίτη-δημιουργό. Για πρώτη φορά σε ένα φιλοσοφικό κείμενο προβάλλονται δύο ιδέες που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην μεταγενέστερη σκέψη: (α) τα μαθηματικά γίνονται κλειδί για την ερμηνεία του σύμπαντος και (β) ο άνθρωπος θεωρείται μικρογραφία του σύμπαντος, σε μια σχέση μικρόκοσμου και μακρόκοσμου. Ο «Τίμαιος» είναι το πλατωνικό κείμενο που διαβάστηκε περισσότερο από κάθε άλλο στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 8 Ιουλίου, στην παραλία Παχιά Άμμος στον Σταυρό Ακρωτηρίου, 16 χιλιόμετρα βορειοανατολικά των Χανίων, περιοχή που προσφέρεται για την παρατήρηση του ουρανού λόγω ότι βρίσκεται μακριά από τα αστικά κέντρα, είναι εύκολα προσβάσιμη με αυτοκίνητο και η ευρύτερη περιοχή καθώς και η παραλία της παρέχουν τις στοιχειώδεις ανέσεις φιλοξενίας για μια πολυάριθμη ομάδα συμμετεχόντων. Η εκδήλωση θα ξεκινήσει στις 9 το βράδυ και θα επεκταθεί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες (μαζί με κάποιο διάλειμμα ίσως για φαγητό) ώστε να δοθεί στον Βασίλη Κάλφα ο χρόνος να αναπτύξει σε επί μέρους ενότητες τα θέματα που αναφέραμε. Στην εκδήλωση θα συμμετέχουν και εκπρόσωποι του Συλλόγου Φίλων Αστρονομίας Κρήτης παρέχοντας όργανα παρατήρησης και βοηθητικούς χάρτες του ουρανού. Περισσότερες πληροφορίες: 28210 92395.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η αρχική ιδέα οργάνωσης της εκδήλωσης στην ερημική παραλία Μένιες, στην βορειοανατολική άκρη της Χερσονήσου Ροδωπού, με τη χρήση πλοιαρίου, βρήκε αξεπέραστα εμπόδια στις διατάξεις του Λιμενικού Σώματος που ρυθμίζουν την παράκτια ναυσιπλοΐα και εγκαταλείφτηκε. Κάθε εμπόδιο για καλό!
Το σύγγραμμα του Βασίλη Κάλφα «Η μελέτη του ουρανού» με υπότιτλο «Φιλοσοφία και επιστήμη στην Αρχαία Ελλάδα» κυκλοφορεί ελεύθερα στο διαδίκτυο.

~.~

(

Παναγιώτης Κονδύλης, Ένας κλασσικός

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

I.

Απ’ τους καιρούς του Γιόχαν Γιόαχιμ Βίνκελμαν τουλάχιστον, τα χαρακτηριστικά του κλασσικού μοιάζει να έχουν μια για πάντα δοθεί. Στάση ενατενιστική, λόγος διαυγής και απροσωπόληπτος, σαφής διάκριση δημόσιου και ιδιωτικού, νηφαλιότητα, και μια διάθεση που ρέπει προς το λογικό μάλλον παρά προς το θυμικό των πραγμάτων. Αυτή τη στάση κι αυτή τη διάθεση, που ανατρέχει απ’ ευθείας στην ελληνορρωμαϊκή αρχαιότητα και εμπνέεται από εκείνην, ο Παναγιώτης Κονδύλης την ενστερνίστηκε από νωρίς. Σ’ ένα από τα τελευταία του κείμενα αναγνώρισε expressis verbis την οφειλή:

Θεωρώ την εντρύφησή μου στα κλασσικά γράμματα ως ένα από τα μεγάλα ευτυχήματα και τα αναντικατάστατα ερείσματα της πνευματικής μου συγκρότησης. (…) Γλώσσες [όπως οι κλασσικές], όπου τα περιγράμματα των λέξεων και των φράσεων δεν τα θολώνουν τα -γόνιμα ή άγονα, αδιάφορο- νεφελώματα του νεώτερου υποκειμενισμού, μοιάζουν με κυκλώπεια τείχη χτισμένα με ξερολιθιά, με οφθαλμοφανείς τις αρμοδεσιές και χειροπιαστά τα ερείσματα, με αδρές τις αντιστοιχίες ανάμεσα στο σημαίνον και στο σημαινόμενο, στο πελέκημα του λόγου και στη λάξευση του στοχασμού. Η σαφήνεια και η απλότητα δεν είναι εδώ αιτήματα προβαλλόμενα εκ των έξω, αλλά απόρροια και κριτήριο εσωτερικού βάθους. (Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, 1998, σ. 64-65)

Ωστόσο εκτός απ’ αυτήν την κλασσικότητα του έργου, την «ευγενή απλότητα και το γαληνό μεγαλείο» της, υπάρχει και μια άλλη εκδοχή του κλασσικού, η οποία θυμίζει περισσότερο την περίπτωση ενός Γκαίτε παρά εκείνην ενός Σοφοκλή: η κλασσικότητα του βίου ως συνειδητή επιλογή και υπαρξιακή απόφαση. Όπως εύστοχα ειπώθηκε, κάθε ζωή βιωμένη σύμφωνα μ’ ένα συνεκτικό, περιεκτικό και αδρό περίγραμμα είναι ζωή κλασσική. Τέτοιες βιογραφίες μοιάζουν κάπως με τους ήρωες των Bildungsromane: τείνουν προς ένα τέλος, προς έναν σκοπό. Και μ’ αυτήν επίσης την έννοια οι προτιμήσεις του Κονδύλη στάθηκαν κλασσικές. Ιδωμένη εκ των υστέρων η πνευματική του εξέλιξη μοιάζει με τα κύματα που προκάλεσε στο νερό το ρίξιμο μιας πέτρας: αλλεπάλληλοι, όλο και ευρύτεροι κύκλοι γύρω από ένα νοητό και απόλυτο κέντρο. Τίποτα δεν στάθηκε ικανό να κλονίσει αυτή την εξωτερικά τόσο γεωμετρημένη vita contemplativa. Με μιαν αυστηρότητα που φτάνει στα όρια του ασκητισμού και μια μεθοδικότητα που φαντάζει ενίοτε σαν εμμονή, οι κύκλοι πληθαίνουν και πλαταίνουν ολοένα, όμως το κέντρο παραμένει απαρασάλευτο. Συνθέσεις που για ανθρώπους λιγότερο φιλόδοξους θα αποτελούσαν καύχημα ζωής, για τον Κονδύλη δεν ήταν παρά σταθμοί προς τον απώτερο στόχο. Και από τούτη τη βιοπορία τίποτα δεν στάθηκε ικανό να τον εκτρέψει. Ούτε η αλλαγή γλώσσας και περιβάλλοντος, ούτε η απορριπτική στάση των ακαδημαϊκών θεσμών απέναντί του, ούτε η κατάδηλη ασυμμετρία των θεμάτων και των ενδιαφερόντων του προς τα κρατούντα της εποχής. (περισσότερα…)

Η αλογόμυγα του Σωκράτη

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Ένας από τους γοητευτικότερους χαρακτήρες των πλατωνικών διαλόγων βρίσκεται στον Γοργία. Πρόκειται φυσικά για τον προκλητικό και αιρετικό Καλλικλή. Η πιο επιφανειακή ανάγνωση του Καλλικλή θα του απέδιδε απλώς μια πρόθεση απολογητικής της εκάστοτε εξουσιαστικής αρχής. Μια δεύτερη, προσεκτικότερη ανάγνωση θα έθετε γρήγορα εν αμφιβόλω την θεώρηση του Καλλικλή ως ενός απλού φερεφώνου της εξουσίας. Από τη στιγμή που ο ίδιος αποδέχεται ότι όσοι κρατούν τα ηνία μιας πολιτικής οντότητας ενδέχεται κάλλιστα να πάσχουν από μια φυσική κατωτερότητα, τότε αυτόματα ανοίγεται ο δρόμος για τη διάσταση μεταξύ (ανθρώπινου) νόμου και φύσης. Κι αν ο νόμος είναι αυτός που κυριαρχεί στην κοινωνική ζωή, αυτό σημαίνει ότι η φύση δρα κατά κανόνα από το παρασκήνιο, αναζητώντας την ευκαιρία να διεκδικήσει ό,τι της ανήκει. Έτσι εδώ ανακύπτει μια πιο νιτσεϊκή εκδοχή του Καλλικλή: οι κατέχοντες την εξουσία διακατέχονται από δουλικά ένστικτα και για αυτόν ακριβώς τον λόγο φροντίζουν να διασφαλίζουν την πλεονεκτική τους θέση με το να οχυρώνονται πίσω από τον νόμο και τις τετριμμένες ηθικές συμβάσεις.

Η διάκριση ανάμεσα σε νόμο και φύση δεν είναι όμως τόσο σαφής όσο θα απαιτούσε μια συνεπής νιτσεϊκή ερμηνεία. Όπως ο ίδιος ο Καλλικλής αναφέρει, μια έννοια (φυσικού) δικαίου μπορεί να ανευρεθεί ακόμα και στα ζώα. Αν όμως το (όποιο) δίκαιο βρίσκει εφαρμογή τόσο επί των ανθρώπων όσο και επί των ζωικών πλασμάτων, τότε ποιο ακριβώς είναι το όριο που διαχωρίζει τον νόμο από τη φύση; Μια δυνατή απάντηση θα ήταν να ταυτιστεί ο νόμος με το άδικο. Κάθε δίκαιο άξιο του ονόματός του (οφείλει να) πηγάζει από μια φυσική μήτρα, ενώ κάθε θετικό δίκαιο δεν μπορεί παρά να μολύνει και να παραμορφώνει το φυσικό δίκαιο. Η ιδανική πολιτεία θα ήταν αυτή που θα επέτρεπε στις δυνάμεις της φύσης να ακολουθούν το δρόμο τους, απαλλαγμένες από τα βαρίδια και τα χαλινάρια των συμβατικών νόμων. Στην ακραία της εκδοχή, αυτή η λύση δεν επιλύει βέβαια και πολλά, αναδιατυπώνοντας απλώς το πρόβλημα. Αν μια «επιστροφή στη φύση» είναι το ζητούμενο για μια πολιτεία, τότε σε τι ακριβώς διαφέρει μια πολιτική οντότητα από μια ζωική ορδή; Το κάλεσμα επιστροφής στη φύση οδηγεί αναγκαστικά στην αυτοαναίρεση κάθε έννοιας του πολιτικού, χειρονομία που είναι ωστόσο αδιανόητη για τον Καλλικλή, εφόσον για τον ίδιο η ικανότητα διαχείρισης των πολιτικών πραγμάτων συνιστά τον κατεξοχήν ορισμό της ευφυΐας. (περισσότερα…)

Ο Φαίδρος στον Αποκόρωνα

*

Βασίλης Κάλφας επί τρία. Όσες και οι στάσεις που κάναμε εχθές το πρωί στον Αποκόρωνα Χανίων, Κυριακή 3 Ιουλίου, στις όχθες του Κοιλιάρη ποταμού, ακολουθώντας την απολαυστική περιπατητική διάλεξή του για τον πλατωνικό Φαίδρο. (περισσότερα…)

Νύχτες του Ιουλίου | Ο Βασίλης Κάλφας μάς ξεναγεί στον Πλάτωνα (Κυριακή 3.7.2022)

*