Ελλάδα

Μην αποπατείτε στην Πνύκα

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

~.~

Υπάρχει τρόπος να σιχαθούμε την Ακρόπολη και τα όσα αντιπροσωπεύει γι’ αυτό που εξακολουθητικά λέμε «Δυτικό πολιτισμό» (που σήμερα πλέον ηχεί σαν το πιο σύντομο ανέκδοτο), ή ό,τι άλλο απόμεινε από ένα μουμιοποιημένο παρελθόν για να πουληθεί στην τουριστική βιομηχανία τής χώρας;  Ναι· αρκεί μία καρτ-ποστάλ με τον αμερικανικό αετό μπροστά της. Χρειάστηκε να το δούμε κι αυτό, να ζήσουμε και αυτή την ταπείνωση, κι επιπλέον να υποστούμε τον χορό των χειροκροτούντων υποτακτικών, αυτού του απέραντου εκτροφείου ερπετών που είναι η σημερινή Ελλάδα. Υποκλιθήκαμε σε ένα ανθρώπινο τίποτα, έναν σαλτιμπάγκο γεμάτον μίσος και σαδισμό για ό,τι υπερήφανο και ανεξάρτητο κινείται σ’ αυτόν τον κόσμο, αρχής γενομένης από την πατρίδα του, την Κούβα, για τον στραγγαλισμό τού γενναίου λαού τής οποίας είναι ο ίδιος αρχιτέκτονας και καυχιέται γι’ αυτό – όπως και για τον άγριο βασανισμό της Παλαιστίνης, για τον βιασμό της Βενεζουέλας και την αιμορραγία ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, για την απάνθρωπη κλίμακα των σφαγών στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στο Ιράν, στον Λίβανο… Είναι ο ίδιος εκείνος που στην πολυσυζητημένη του ομιλία τής 14ης Φεβρουαρίου αυτής της χρονιάς (2026), στο πλαίσιο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, εξαπέλυσε δηλητηριώδη αντικομμουνισμό και λευκό εθνοσωβινισμό, έπλεξε ύμνο τής ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας και ζήτησε τη συσπείρωση όλων των ξεδοντιασμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της «Δύσης» πίσω από την δολοφονική μηχανή των ΗΠΑ για την ανάκτηση μιας παγκόσμιας κυριαρχίας που είναι σε ελεύθερη πτώση σήμερα – και χειροκροτήθηκε γι’ αυτά… Στο ίδιο αυτό πνεύμα ξαναμίλησε την Πνύκα, προσθέτοντας στο ματωμένο του κομπολόι σαν λάφυρο μία ακόμα χάντρα, τον ελληνικό κλασικό πολιτισμό.

Δεν θα σχολιάσω εδώ τον χορό των Ελλήνων χειροκροτητών τού Μάρκο Ρούμπιο, που είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας σε ανέκκλητη σήψη. Απλώς, δεν υπάρχουν λόγια γι’ αυτούς. Πολύ περισσότερο με εξέπληξαν οι «άλλοι», όλοι εκείνοι που μετέφρασαν σωστά, εν πρώτοις, το μήνυμα του Ρούμπιο.  Πολύ σωστά, είπαν ότι ήρθε για ένα ακόμα θηριώδες εμπορικό deal, που περιελάμβανε αφενός την αγορά πρόσθετων όπλων (6 δις in advance), αφετέρου το σχέδιο του λεγόμενου «κάθετου διαδρόμου» που φιλοδοξεί ν’ αντικαταστήσει την προμήθεια ρωσικών υδρογονανθράκων στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια με (τρομακτικά ακριβότερο) φυσικό αέριο των ΗΠΑ.[1] Και ακόμη σωστότερα είδαν —και είπαν— ότι ήρθε να ζητήσει την ενεργό συστράτευση των υποτελών στον νέο γύρο πολέμου που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ κατά του Ιράν και του Άξονα της Αντίστασης στη Δυτική Ασία.

Ωραία. Τι περιμένει φυσιολογικά κάποιος ύστερ’ από μια τέτοια διαπίστωση; Μήπως μια συζήτηση του αν πράγματι χρειαζόμαστε, και σε τι, την «προσφορά» (που είναι στην πραγματικότητα ένας ελάχιστα συγκεκαλυμμένος φόρος υποτέλειας), ή μήπως μια έντιμη απάντηση ότι η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο και συμφέρον να μετάσχει σε έναν απ’ όλες τις απόψεις παράνομο πόλεμο, και ότι πάντως η αμερικανική βάση τής Σούδας (ο πολυτιμότερος κόμβος Αμερικανοϊσραηλινών κι Ευρωπαίων στις φονικές τους επιχειρήσεις στην περιοχή μετά την καταστροφή των αμερικανικών βάσεων στο Κόλπο) δεν περιλαμβάνει στη σύμβασή της τη χρήση για επιθετικούς σκοπούς; Όχι όμως… Τίποτε απ’ αυτά δεν απαίτησαν οι κάθε πολιτικής αποχρώσεως «εθνικόφρονες»[2] αντικυβερνητικοί να πει ή να κάνει η ελληνική κυβέρνηση, αλλά ένα και μόνο ζήτημα θέτουν σε όλους τους τόνους: τι ζητήσαμε εμείς ως αντάλλαγμα για όλ’ αυτά; Λοιδορούν το καθεστώς Μητσοτάκη ότι «πουλάει φτηνά» την κυριαρχία τής χώρας, διατεινόμενοι ότι είναι πολύτιμο εμπόρευμα που μπορεί να πιάσει πολύ καλύτερες τιμές την αγορά· δηλαδή, παζαρεύουν ωμά το τίμημα της υποτέλειας, εκλαμβάνοντας την ίδια την υποτέλεια ως αυτονόητη και δεδομένη. Και σαν φύλλο συκής τής δουλοφροσύνης τους χρησιμοποιούν —ακόμα μία φορά— τη θολή και κατάπτυστη έννοια του «εθνικού συμφέροντος».

Δεν εκπλήσσει το ότι αυτή η αντίληψη του «εθνικού συμφέροντος» επισωρεύει τα πλήγματα το ένα μετά το άλλο. Τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των πανωλεθριών είναι η πρόσφατη ψήφιση από τη Βουλή τής Λιβύης τού λεγόμενου Τουρκολυβικού Μνημονίου, που ήρθε τις τελευταίες ημέρες να επιδεινώσει την «καλωδιάδα» με την οποία μας έχουν ζαλίσει τ’ αυτιά. Πώς θα αποτρέψουμε τις παρενοχλήσεις τής Τουρκίας στην πόντιση ενός καλωδίου που θα διασυνδέει ηλεκτρικά την Ευρώπη (μέσω Ελλάδας και Κύπρου) με το Ισραήλ, ενέργεια η οποία κατοχυρώνει κεκτημένα εις βάρος τής Ελλάδας στο μοίρασμα των θαλάσσιων ζωνών τής Ανατολικής Μεσογείου; Γιατί Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ισραηλινοί, που είναι οι πραγματικά ενδιαφερόμενοι, δεν παρεμβαίνουν ρητά και απερίφραστα υπέρ της Ελλάδας; Γιατί οι Λίβυοι του Χαφτάρ τα βρίσκουν με την Τουρκία, μέχρι χθες ανταγωνιστή, και η Ευρώπη αντιδρά τόσο χλιαρά; Γιατί οι Αιγύπτιοι, μέχρι χθες υποστηρικτές τού Χαφτάρ και ανταγωνιστές τής Τουρκίας (άρα δυνητικοί «σύμμαχοι» της Ελλάδας), όχι μόνο δεν κάνουν το βήμα που περιμένουμε αλλά και «δεν μας τα λένε καλά» με το Σινά; Τέτοια ερωτήματα απασχολούν τους «πατριώτες» μας, αποφεύγοντας όσο πιο προσεκτικά μπορούν να θέσουν το ερώτημα που προϋποτίθεται όλων αυτών: σε ποιους έχουμε διαλέξει να προσκολληθούμε, και ποιους κάνουμε ασυγχώρητα εχθρούς. (περισσότερα…)

«Ελληνικά μιλάω, μην κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις»

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Γιώργος Χωματηνός
Βρίκελοι, μυθιστόρημα
Κίχλη 2026
Είμαστε τάχα ζωντανοί… ή μήπως
ζούμε εμείς κι η ζωή έχει πεθάνει;
ΠΑΛΛΑΔΑΣ

«Μαρτίου ημέρα εικοστή ογδόη, πέμπτη Παρασκευή της Σαρακοστής.

Αποστόλου και μάρτυρος Ηρωδιώνος, επισκόπου Πατρών· οσίου Ιλαρίωνος του Νέου, ηγουμένου μονής της Πελεκητής· Ακαθίστου Ύμνου. Ανατολή Ηλίου έξι και δεκαεπτά προ μεσημβρίας. Δύση Ηλίου έξι και σαράντα τρία μετά μεσημβρίαν. Σελήνη επτά ημερών».

Σωτήριον έτος 1958. Προς το τέλος της Σαρακοστής, μόλις δυο βδομάδες πριν την Ανάσταση.

Ο χρόνος: αυτό «το χάρτινο εικοσιτετράωρο» εκείνης της Παρασκευής του Ακαθίστου ορίζεται από τις κωδωνοκρουσίες, «η καμπάνα του χωριού σημαίνει […] Η καμπάνα της εκκλησίας σημαίνει για τον όρθρο».

Χώρος: «ένα μακρινό χωριό, του τίποτες ο τόπος», το «βουρκοτόπι», ένα πεδινό χωριό, τόσο συγκεκριμένο κι ασαφές, με τον πλάτανο, την πλατεία, τον καφενέ και την εκκλησιά του. Αχαρτογράφητο κι ανώνυμο, βυθισμένο κάπου στην ελληνική επαρχία· ανώνυμα και συνεκδοχικά δηλαδή συλλήβδην η ανώνυμη και βουλιαγμένη, περίκλειστη στον εαυτό της, ελληνική επαρχία του 1958 (ή του αείποτε;). «Ο τόπος και τα γύρω δεν έχουν σημασία», γράφουν οι εναρκτήριες σκηνικές οδηγίες.

Το χωριό δεν έχει κοιμητήριο μα ούτε και παιδιά. Ζωντανόνεκροι, απέθαντοι μα κι άγονοι και στέρφοι οι κάτοικοί του. Ούτε κοιμητήριο μα ούτε και παιδιά. Ένα παρελθόν άθαφτο, βρικολακιασμένο, κι ένα μέλλον στέρφο, άγονο. Το μόνο παιδί είναι ο εσχατόγηρος αγέραστος νεανίας τύραννος Γραμματικός.

Τα του δράματος πρόσωπα παρουσιάζονται παρευθύς με το άνοιγμα του χάρτινου μπερντέ από τον Χορό, έναν κατάκοιτο γέρο και τη θυγατέρα του που τον νοιάζεται και τον περιθάλπει, και παρατηρούν τη «σκηνή» μέσα από το παράθυρο της μοναχικής αχυροκαλύβας τους.

«Ο αραμπάς, έρμος δίχως αραμπατζή, φορτωμένος τη μαρμαρένια κάσα, και ξοπίσω το καμιόνι».

Μέσα από το καμιόνι βγαίνει το μπουλούκι: η δωδεκάχρονη Μάντισσα Σμαρώ, η χορεύτρια Μανταλένα-Σαλώμη (ο χωροφύλακας εκστασιάζεται από τον χορό της και «βλέπει μπροστά του κομμένα κεφάλια σε ασημένιες πιατέλες […] τα επτά πέπλα του θολώνουνε τα μάτια»), οι σιαμαίοι μουσικάντηδες Δήμος και Σίμος, ο Δονάτος ο Θεραπευτής (από τον άγιο επίσκοπο «των θαυμάτων»;), κι ο καπετάνιος του στεριανού θιάσου Χριστοφόρος ο Εξαδάχτυλος, οδηγός του καμιονιού, περαματάρης δηλαδή σαν τον φερώνυμο Άγιό του, μα και ηγέτης με στοιχεία της πολιτικής εξουσίας, καταπώς δηλώνει και το παρωνύμι του.

Για τους δυο κυρίαρχους πρωταγωνιστές, τον Γραμματικό και τον Ξένο, θα γίνει λόγος παρακάτω. Ένα μπουλούκι που τριγυρνάει την επαρχία επί χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, περιφέροντας για λαϊκό προσκύνημα μια περιλάλητη και πολυσέβαστη μαρμάρινη κάσα, που κανείς δεν ξέρει το περιεχόμενό της. Κάσα, δηλαδή νεκροκρέββατο, κιβώτιο, κιβούρι και λάρνακα, φέρετρο που αιώνες τώρα δεν έχει ενταφιαστεί· άρα η περιφορά της είναι μια οιονεί αενάως τελούμενη και παντοτινά ασυντέλεστη κηδεία, ένας ενταφιασμός διαρκώς αναβαλλόμενος και αεί καθυστερών.

Το έργο συστήνεται και παρουσιάζεται διττώς θεατρικά, αλλά με τον τρόπο της αρχαίας τραγωδίας. Από τη μια η δομή που αποτυπώνει το αρχαίο δράμα: πάροδος, επεισόδια, στάσιμα, έξοδος. Κι από την άλλη το μεταπολεμικό μπουλούκι που στήνει τη δική του σκηνή, τον «μπερντέ αυτού του θεάτρου σκιωδών πόθων». Όλα ετούτα εξάλλου προοικονομούνται στα εισαγωγικά μόττο του Λειβαδίτη και του Χειμωνά, που προτάσσει ο συγγραφέας.

Ο Χωματηνός θέλησε κι αποτόλμησε να μιλήσει σ’ αυτό το έργο για τις διαρκείς κι ανεπίλυτες ελληνικές εκκρεμότητες, για τις επικρεμάμενες διχοστασίες που τραβολογάνε την ελληνική ψυχή ακόμη (δηλωτική η παρουσία των σιαμαίων επ’ αυτού). Οπότε αναγκαία μιλά για την παράδοση αυτού του τόπου, μέσα από την ιστορία και τη γλώσσα ―και πώς αλλιώς;― αλλά με όχημα τον μύθο κι όχι τον ρεαλισμό. Θέλησε, όπως έχει διευκρινήσει «να συναντηθούν η λαϊκή παράδοση, η ποιητικότητα της γλώσσας και ο μοντερνισμός σε ένα κοινό αφηγηματικό πεδίο, ως ένας διαφορετικός τρόπος να σκεφτούμε το παρόν». Κι ακόμη συμπλήρωσε πως

«η λαϊκή παράδοση με ενδιέφερε ακριβώς επειδή διασώζει έναν τρόπο θέασης του κόσμου όπου συνυπάρχουν το ορατό και το αόρατο, το ιστορικό και το μυθικό. Η πρόθεσή μου δεν ήταν να την αντιμετωπίσω ως φολκλορικό υλικό ούτε ως αντικείμενο νοσταλγίας, αλλά ως ένα ζωντανό μορφικό απόθεμα που μπορεί να συνομιλήσει δημιουργικά με τη μοντερνιστική αφαίρεση. Ήθελα να δημιουργήσω έναν αφηγηματικό χώρο όπου ο μύθος δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως τρόπος βαθύτερης πρόσβασης σε αυτήν – αυτό που θα ονόμαζα έναν “τελετουργικό ρεαλισμό”». (περισσότερα…)

«Το νεοελληνικό στοίχημα δεν έχει ακόμη χαθεί οριστικά»

*

Με αφετηρία το τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη – Θυμάμαι τη Μαρία Σπάρταλη (Καστανιώτης, 2026), ο Κώστας Χατζηαντωνίου συζητά με το Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη.

~.~

— Μου αρέσει να σκέφτομαι τα ιστορικά μυθιστορήματά σου σαν μια τριλογία, λοξά παπαρρηγοπούλεια. Η κληρονομιά της (αρχαίας) Μεγάλης Ελλάδας στο Αγκριτζέντο, τα βυζαντινά νάματα στο Στέμμα των Αυγών, και τώρα στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, η ζωτικότητα του νεώτερου ελληνισμού της Διασποράς, και όχι μόνο. Και κάπου ανάμεσα, σαν κατακλείδα πρωθύστερη ή άδοξον –προσώρας;– επίλογο, τον Κύκλο του χώματος, αυτό το κωμικοτραγικό πορτραίτο της τωρινής, της μετά το ’74, πατρίδας μας, που όσο πάει και λιγοστεύει.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του εσώτερου εαυτού μας έχουν βαθιές ρίζες και μυστικές, αν όχι σκοτεινές, αιτίες υπάρξεως. Εκείνα που από τα πρώτα του χρόνια, από το περιβάλλον και την καταγωγή του κανείς διαισθάνεται, εκείνα που με τον καιρό γνωρίζει, σαφώς ή αόριστα, και εκείνα που τελικώς πιστεύει (ή δεν πιστεύει), αλλά δεν μπορεί να αποδείξει, στη δική μου περίπτωση βρήκαν τελική διέξοδο στην αφηγηματική μυθοπλασία – ίσως και μεταμυθοπλασία, δεν ξέρω. Η τρίσημη ενότητα του παρελθόντος μας δεν είναι κατά τη γνώμη μου απλώς μια ιδέα, όπως θεωρούν με προφανή ιδιοτέλεια διάκονοι άλλων ιδεών. Είναι μια βιωμένη εμπειρία, είτε το θέλουμε είτε όχι. Κάπως έτσι η αρχαία ψυχή που κατά τον ποιητή που αγαπούμε «ζει μέσα μας αθέλητα κρυμμένη» με οδήγησε στο Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα και στον «χαμένο» ελληνισμό της Σικελίας. Δεν ήταν τυχαία η εκλογή εκείνη. Δεν με γοήτευσαν τόσο τα αρχαία σπαράγματα και οι επιβιώσεις π.χ. της νότιας Ιταλίας όσο αυτό που ζει μυστικά –αν ζει– μετά τον θάνατό τους. Αυτή είναι η περίπτωση της Σικελίας και της συμβολικής κατά βάθος πόλης-αφορμής του βιβλίου. Παρόμοια περίπτωση είναι η μυθιστορία για το βυζαντινών πηγών όνειρο που έσβησε βίαια και άδικα το 1922, η οδός που με έβγαλε σε μία άλλη «χαμένη» πόλη, τη Νίκαια της Βιθυνίας και στη γραφή του Στέμματος των αυγών. Ενδιαμέσως προηγήθηκε, όπως παρατηρείς, Ο κύκλος του χώματος, πρωθύστερος επίλογος μιας περιπέτειας που άρχισε με λαμπρές, θεωρώ, προϋποθέσεις πριν από δύο αιώνες και κατέληξε σε άδοξο τέλος (Σκέπτομαι τώρα πως θα μπορούσε και αυτό το βιβλίο να έχει τίτλο το όνομα μιας πόλης: Κερύνεια). Νομίζω πως έχει σημασία να πω εξαρχής ότι δεν πρόκειται για βιβλία που ανήκουν στο τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Για το παρόν μας μιλούσα, για το παρόν μιλώ και στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, όπου αποδίδω φόρο τιμής στο στοίχημα του Νέου Ελληνισμού και σε μία τάξη η οποία καίτοι νεκρή πλέον, ακόμη προκαλεί τον φθόνο εχθρών, άσπονδων φίλων ή κακών μιμητών της. Για να μην αναφερθώ στη δυσανεξία που προκαλούν στον περήφανο (ή πρόχειρα κρυμμένο μέσα μας) Βαλκάνιο κριτικό μορφές όπως η Μαρία Σπάρταλη.

— «Θα βρεθεί κάποιος να μας ανακαλέσει στη ζωή;», αναρωτιέται στο βιβλίο αυτό η ηρωΐδα σου. Ποιο έναυσμα είχες, τι στάθηκε αφορμή για να ασχοληθείς με την ζωή και την προσωπικότητα της Μαρίας Σπάρταλη;

Η εμμονική, παραδέχομαι, ενασχόλησή μου με την «τρίτη ιστορική εντολή» του ελληνισμού (της οποίας σταθήκαμε ανάξιοι προς δόξαν και μακροημέρευση τόσο του κοτζαμπασισμού όσο και της περιώνυμης κλεφτουριάς – για να θυμηθώ τον Περικλή Γιαννόπουλο), με οδήγησε αναπόφευκτα και στον ελληνισμό της Διασποράς. Όταν συνάντησα καθ’ οδόν την ζωγράφο Μαρία Σπάρταλη, κόρη της ιωνικής παροικίας του Λονδίνου, δεν περίμενα, για να είμαι ειλικρινής, τους δρόμους που θα ανοίγονταν σε κάθε βήμα που θα έκανα μετά την συνάντηση αυτή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά ευρήματα της έρευνας για την ίδια και το περιβάλλον της ή για τον σύζυγό της (έναν σπουδαίο Αμερικανό που αγάπησε την Ελλάδα περισσότερο από τους Έλληνες των τριόδων) αλλά κυρίως σε όσα διαισθάνθηκα για τον χαρακτήρα και το ασκητικό της πνεύμα που συνδυασμένο με την ομορφιά και το ταλέντο αξίωνε (έτσι ένιωσα) να φωτιστεί με ένα έργο ειδικά για αυτήν. Έργο που θα συνέδεε παράλληλα την ελληνική ζωή με μία άλλη εκδοχή τέχνης, όπως αυτήν που υπηρέτησε η Μαρία Σπάρταλη. Αναφέρομαι βέβαια στο σπουδαίο κατά τη γνώμη μου κίνημα των Προραφαηλιτών.

— Οι Προραφαηλίτες, ως κίνημα καλλιτεχνικό, δεν ξέρω πόσο γνωστοί μάς είναι εδώ στην Ελλάδα. Εννοώ, ουσιωδώς γνωστοί, έξω από τον ξηρό εγκυκλοπαιδισμό. Προσωπικά περιπλανήθηκα στον κόσμο τους, όσο το κατάφερα, εμμέσως, μέσω του Γέητς και του Πάουντ, το έργο των οποίων αναμετράται διαφοροτρόπως με την κληρονομιά τους. Ίσως και στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη η εικόνα τους δεν είναι πολύ απαλλαγμένη από τη θαμπή εικόνα του «δονκιχωτισμού».  Όπως και η Αναγέννηση ή ο ρομαντισμός, ήδη από την ονομασία τους, μοιάζει να επαγγέλλονται το αδύνατον για τις τωρινές παραστάσεις μας – την επιστροφή σε κάτι το ζείδωρο αλλά τώρα πλέον χαμένο. Κάτι που «οι μοντέρνοι κριτικοί βλέπουν με μισό μάτι».

Δεν έχεις άδικο. Έχω την εντύπωση πως ο στείρος νεοκλασικισμός και η σχολή του Μονάχου δεν επέτρεψαν να εμβολιαστεί η νεοελληνική εικαστική ζωή με τις αρχές των  Προραφαηλιτών παρότι μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε στον ύστερο Γύζη ή στον Μπισκίνη. Επιπρόσθετα, ο δικός μας μεσαίωνας, ο βυζαντινός, δεν είχε τις δέουσες αντιστοιχίες με τον δυτικό μεσαίωνα που οι Προραφαηλίτες, ως τελευταία λάμψη του ρομαντισμού, θέλησαν να αποκαταστήσουν και να φωτίσουν. Για τον κόσμο της ελληνικής Διασποράς όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ζώντας με άμεσο τρόπο την ευρωπαϊκή ζωή, μπορούσαν να εκτιμήσουν την γνησιότητα και την πρωτοτυπία των Προραφαηλιτών, έστω ως «επιστροφή» και εν πάση περιπτώσει πιο αυθεντικούς από τις τυποποιημένες, «κούφιες» θεματικές της βρετανικής Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών. Η γενναία απόρριψη της Αναγέννησης και η αποκατάσταση της δυτικής μεσαιωνικής τέχνης ξέρω πως προκαλεί έκπληξη. Οι ιδέες τους όμως για ρεαλισμό και επιστροφή στην φύση, η έξοδος από τα σκοτεινά ατελιέ, η πίστη στο πραγματικό φως, το λαμπερό χρώμα και την σχολαστική λεπτομέρεια, η πεποίθηση για μία τέχνη με ηθικό, κοινωνικό και πνευματικό βάρος, προετοιμάζει νομίζω τα μεγάλα ρεύματα που ακολούθησαν. Κι ας μη φαίνεται αυτό με μια πρώτη ματιά. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ακόμη και τα θρησκευτικά τους θέματα τα αποδίδουν με γήινο, σοκαριστικό για την εποχή ρεαλισμό. Και βέβαια δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε την άμεση επαφή με την μεγάλη ποίηση: από τον κύκλο του Αρθούρου, τον Δάντη και τον Σαίξπηρ ως τον Κητς και τον Τέννυσον. Χαίρομαι που υπενθυμίζεις την επιρροή τους στον πρώιμο Πάουντ και τον Γέητς, ο πατέρας του οποίου ήταν γνήσιος Προραφαηλίτης ζωγράφος. Το «Make it New» του μοντερνιστή Πάουντ και ο «Αποχαιρετισμός» του Hugh Selwyn Mauberley, η οριστική ρήξη με την αναζήτηση της ομορφιάς (υπό το πρόσχημα ότι ο κόσμος αλλάζει βίαια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), στάθηκαν μοιραίες κινήσεις, αν και βλέπω κάποιες επιβιώσεις του ρεύματος μέσα στον υπερρεαλισμό. Μα νομίζω πως ξέφυγα από την ερώτηση και την μελαγχολία της Μαρίας Σπάρταλη που με την ευφυΐα της είχε καταλάβει πολύ νωρίς πως ανήκε σε ένα κόσμο που πεθαίνει.

— Ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτήν λοιπόν. Ξέρουμε βεβαίως τα εικαστικά της έργα που εκτίθενται σε γνωστά μουσεία. Οι υπόλοιπες πηγές για τη ζωή της πόσο πλούσιες είναι, τι περιθώριο, μικρό ή μεγάλο, σου άφησαν για να την «νιώσεις»; Σε κάποιο σημείο την βάζεις να ξεφυλλίζει την μετάφραση του Φάουστ από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, μετανοημένη που άφησε τις ελληνικές της ρίζες να ατροφήσουν. Ξέρουμε κι από άλλες πηγές, τον Βικέλα λ.χ., τις βιογραφίες του Καβάφη, πόσο καλά προσαρμοσμένοι ήταν οι Έλληνες στο περιβάλλον της βικτωριανής Αγγλίας. Αλλά και πόσο γρήγορα ενίοτε αφομοιώνονταν πλήρως…

Θίγεις ένα κρίσιμο σημείο που με απασχόλησε ιδιαίτερα πριν αφεθώ τελικά στην φαντασία και το ένστικτό μου – το μεγάλο πλεονέκτημα της μυθοπλασίας απέναντι στην ιστορική μελέτη και την βιογραφία. Δυστυχώς οι πηγές για την ίδια είναι ελάχιστες, ακόμη και οι επιστολές της λιγοστές. Αυτές δε που ελάμβανε ανύπαρκτες – μαρτυρείται ότι τις έκαψε. Τα περιθώρια συνεπώς ήταν μεγάλα, αντιστοίχως και η διακινδύνευση. Αντιθέτως για τον σύζυγό της, τον Ουίλλιαμ Στίλλμαν, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα αφού έγραψε και εξέδωσε απομνημονεύματα. Η αναφορά στην μετάφραση του Προβελέγγιου είναι επινοημένη, όπως και η παρουσία της π.χ. στο φιλελληνικό συλλαλητήριο του 1922, που όντως έγινε στο Λονδίνο. Δυστυχώς η Μαρία συν τω χρόνω πήρε αποστάσεις από την ελληνική ζωή και δεν είναι τυχαίο ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα. Θεωρώ βέβαιη την πικρία από τις επιθέσεις του αθηναϊκού τύπου κατά του πατέρα της (προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο και επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε ελληνικά επαναστατικά κινήματα) αλλά και κατά του Στίλλμαν, φίλων αμφοτέρων του Χαρίλαου Τρικούπη. Η εχθρότης του μικροελλαδισμού που εξαντλείται σε ηρωικούς δεκάρικους και των λεγομένων «αυτοχθόνων» έναντι των Ελλήνων των παροικιών είναι νομίζω γνωστές τοις πάσι. Ωστόσο η Μαρία δεν αγγλοποιήθηκε. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι τα παιδιά και τα εγγόνια της κατέληξαν στις ΗΠΑ (εκεί ζουν σήμερα οι απόγονοί της). Καμιά μεταφύτευση όμως δεν φέρνει την ευτυχία. Σκέπτομαι πως ήταν μοιραίο (αφού αποτύχαμε να συγκροτηθεί ο ελληνικός κοσμοπολιτισμός) άλλοι να γίνουν κοσμοπολίτες κι άλλοι να οχυρωθούν νοσταλγικά στην ανάμνηση του εθνισμού μας – πριν τα σαρώσει όλα ο επελαύνων μηδενισμός. Η πληγή της αποτυχίας του νέου Ελληνισμού πάντως παραμένει ανοιχτή. Ό,τι κι αν πουν οι ξεριζωμένοι, όσες δικαιολογίες και αν εφεύρουμε.

— Όπως και τ’ άλλα σου βιβλία, το Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη σχολιάζει διαμέσου του παρελθόντος το παρόν. Γράφεις λ.χ. «την πραγματική διαφορά μεταξύ των καθεστώτων δεν την κάνει το πρόσωπο των κυβερνώντων όσο ο χαρακτήρας των κυβερνωμένων». Ή, πιο ωμά αυτή τη φορά, «Ξένος πάλι – ανέχονται οι Ρωμιοί να βασιλεύει Ρωμιός;»

Κάθε φορά που αναλύουμε τις κακοδαιμονίες ή και τις συμφορές που μας πλήττουν, έχουμε την τάση να τις αποδίδουμε είτε σε μια «κρίση αξιών» είτε σε ανάξιες ηγεσίες είτε, ακόμη χειρότερα, σε συνωμοσίες. Πρόκειται για ακίνδυνα εικονικά φάρμακα που παρουσιάζονται ως πανάκεια. Στην πραγματικότητα οι «αξίες» είναι πολιτιστικά προϊόντα, η ιεραρχία των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντά μας (για να μην πω συμφέροντα), οπότε και η εγκυρότητά τους μειώνεται καθώς οι προτιμήσεις και τα συμφέροντα εξελίσσονται. Προφανώς η εξουσία υποβάλλεται στην συνεχή βάσανο της αμφισβήτησης. Πότε όμως γίνεται αυτή η αμφισβήτηση ανταρσία και πολιτική μεταβολή; Οι κοινωνικοί επιστήμονες θα απαντούσαν όταν ωριμάσουν οι κοινωνικές συνθήκες. Εγώ θα έλεγα πως είναι οι χαρακτήρες των ανθρώπων που όταν συντονιστούν σε έναν κοινό τρόπο αντίδρασης οδηγούν στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές. Στην ελληνική περίπτωση που αναφέρεις, ο ημιάγριος ατομικισμός και η ενδιάθετη ροπή προς συνεχείς εμφυλίους πολέμους υποχωρούν μόνο μπροστά στο αίσθημα μιας ξένης διαιτησίας. Από την κλήση ξένων βασιλέων ως την πρόσκληση διαιτητών ποδοσφαιρικών αγώνων, από την αναζήτηση προπονητών ως την αμφίθυμη υποδοχή αθλητών, καθηγητών και πολιτικών με διεθνείς τίτλους, δεν αποδεικνύεται ένα θηριώδες έλλειμμα εθνικής αυτοπεποίθησης; Αλίμονο δε αν κάποιος ξεχωρίσει – για να μην αναφερθώ σε όσα αντιμετώπισε ο ελληνισμός των παροικιών όταν θέλησε να υπηρετήσει αυτόν τον τόπο. Σε αντίθεση λοιπόν με τις εφήμερες και μεταβαλλόμενες αξίες, ίσως θα έπρεπε να ξαναμιλήσουμε για αυτό που οι Αρχαίοι ονόμαζαν αρετές. Αλλά πώς κανείς να επικαλεστεί τέτοιες λέξεις, αν δεν αναγνωρίσει έναν ηθικό κώδικα από τον οποίο αυτές πηγάζουν; Και τέτοιος κοινός κώδικας  δεν υπάρχει όταν τελειώνει ένας ολόκληρος κόσμος…

— «Λίγο πριν τελειώσει αυτός ο κόσμος» είναι και ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου. Τίτλος που μοιάζει να συνοψίζει επιγραμματικά την ψυχική διάθεση που το γέννησε, και την βαθύτερη επίγνωση που το υποβαστάζει. Σκέφτομαι τώρα ότι και εδώ και έξω τα πιο αξιόλογα πράγματα που γράφονται μοιάζουν όλο πιο πολύ με Ρέκβιεμ. Του Σινιόσογλου το Απομονωτήριο λ.χ. Ή κάποια από τα βιβλία του Ουελλμπέκ.

Ακριβώς! Βέβαια αυτή η αίσθηση δεν είναι νέα. Ήδη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έχουμε τις πρώτες ρωγμές στην θεολογία της προόδου. Η Μαρία Σπάρταλη, έχοντας ζήσει την αισιοδοξία του 19ου αιώνα, λίγο πριν πεθάνει, με την εμπειρία ήδη του πρώτου τετάρτου του εικοστού αιώνα, νιώθει πως ο κόσμος που ήξερε τελειώνει. Σκέπτομαι πως εμείς, με την εμπειρία του πρώτου τετάρτου του εικοστού πρώτου αιώνα, μπορούμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα. Να πούμε πως πιθανότατα πεθαίνει όχι απλώς ο κόσμος «μας» αλλά ο κόσμος. Κοίταξε. Ένας πολιτισμός μπορεί να μην πεθάνει από μια φυσική ή πολεμική καταστροφή. (περισσότερα…)

Για την Ανύμφευτη Γεωγραφία: Αντιγραφές, Σπαράγματα, Αποστροφές, Περιδιαβάσεις

Το πεζοδρόμιο, «οικία του συλλογικού» κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν.

 

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Η παρούσα διερώτηση προκύπτει από την παρατήρηση της νυχτερινής χρωματολογίας. Κοινώς αναρωτιέμαι αν η νύχτα έχει χρώματα· αν η νύχτα έχει το δικό της χρώμα ή αν αναδύει τα χρώματα των πραγμάτων από την ανάποδη, ή αν οι αντανακλάσεις των σωμάτων είναι διαβρωμένες από τη μαυρίλα. Όχι τα τεχνητά χρώματα του ηλεκτρισμού ή των τεχνητών παρεμβάσεων του ανθρώπου. Αν η νύχτα έχει χρώμα, τότε ποιο είναι εκείνο; Αν είναι ένα χρώμα εκ του φυσικού, δεδομένου ότι το μαύρο θεωρείται μη-χρώμα; Τελικώς και εσχάτως μήπως η νύχτα είναι ένας τόπος με τους δικούς του χρωματισμούς; Καρούζος ή ο Έλληνας της Νύχτας:

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου
σαν πέσει η νύχτα.

εξωραΐζουμε
τη νύχτα
χωρίς ιδεολογίες·
μονάχα πιστεύοντας
άνθηση·
Θα υπάρξουμε
οπωσδήποτε
κι αύριο

Τη νύχτα που κουράζονται τα πράγματα
και παύουν να με κυνηγούν
έρωτα.

Μέσα στο μαύρο χάλκωμα της νύχτας
οι επιθυμίες
στους κήπους του ερωτικού μεσονυχτίου η καμέλια.

Θα παραπονεθώ για σένα έρωτα στ’ αστέρια
τη νύχτα που είν’ ο μανδύας της απελπισίας μου

«Δεν έχεις ερωτήματα;» ‒ μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;

Ο κόσμος της νύχτας είναι πρόσφατος, νεωτεριστικός και μετα-διαφωτιστικός, με την ισχυρή τάση να μετατρέπεται σε αντι-διαφωτιστικό. Η γέννησή του ανάγεται στη χρήση ‒ αρχικά, εκείνη των δημόσιων λαμπτήρων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, για τους οποίους χρησιμοποιούνταν το λίπος φάλαινας, ένας από τους λόγους για τον οποίους και έγινε παγκοσμίως γνωστό το αριστούργημα Μόμπυ Ντικ. Σε έναν από αυτούς τους δημόσιους λαμπτήρες αυτο-απαγχονίστηκε o Ζεράρ ντε Νερβάλ τη νύχτα της 26ης Ιανουαρίου του 1855 στην οδό de la Vieille Lanterne στο πρώτο διαμέρισμα των Παρισίων· δρόμος που δεν υπάρχει πια.

Το νυχτοπερπάτημα και ο μοναχοπερπατισμός αποτελούν τρόπους ζωής για τους νυχτόβιους. Ο νυχτοβάτης είναι το τελείως αντίθετο του ημεροβάτη ορθολογιστή. Με την έλλειψη φωτός, ειδικά το καλοκαίρι, τα καταστήματα, μετά το πέρας του ωραρίου, παραμένουν κλειστά, οι οικογενειάρχες γυρίζουν στην οικογενειακή τους φωλιά, οι περισσότερες εργασίες στην πόλη παύουν να υφίστανται. Ο δρόμος μετατρέπεται για σε σκηνή θεάτρου ή σε θέατρο σκιών. Οι πόρνες βγαίνουν στην πιάτσα («κάνουν πεζοδρόμιο»), οι ταβερνιάρηδες ετοιμάζουν το κρασί και εδέσματα για τους θαμώνες τους, τα μπαρ ανοίγουν περιμένοντας τους πελάτες τους, οι μικροαστοί με τη διπλή ζωή καταφέρνουν ενίοτε να ξεφύγουν από την αχαροσύνη τους και να εισχωρήσουν μετά βουλιμίας σε αυτό που αποκαλείται «βούρκος της νύχτας». Μέχρι πρόσφατα, η μουσική, λαϊκή ή μη, ήταν συνυφασμένη με τη νύχτα. Στα ελληνικά χρησιμοποιείται από τους ηθικολόγους η έκφραση «αυτός είναι του δρόμου», όπως επίσης «αυτός είναι της νύχτας». Για τον δρόμο της νύχτας δεν έχει σημασία αν είναι άνοιξη ή χειμώνας· οι εποχές καταλύονται πολύ εύκολα, όπως και ο ορθολογισμός της ημέρας.

Στο δοκίμιό του Νύχτες στην Μεγάλη Πόλη (Nachts in der großen Stadt, 1991) ο Γιόαχιμ Σλέρ (Joachim Schlör) αναφέρει ως χρονιά που ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση για τον δρόμο, τα ήθη και τα έθιμά του, το 1840. Εκείνη τη χρονιά ο δρόμος, σε συνδυασμό με τη νύχτα, ορίζεται «ως ένα θέατρο στο έργο του οποίου διαδραματίζεται η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, την ασφάλεια και την ανασφάλεια, την ηθικότητα και τον αμοραλισμό». Η συζήτηση για τη νύχτα, την ασφάλεια των πολιτών και όχι μόνον, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αφού αφορμή έδινε συνεχώς η κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα τη νύχτα με διάσημους κωδικοποιημένους χαρακτήρες και ομάδες, όπως οι Απάχηδες. Άλλοι, πάλι, ονόμαζαν τους διαρρήκτες «εργάτες της νύχτας».

Η αλαμπία και αμαυρότης αποτελούν τους κύριους πρωταγωνιστές της νύχτας, και οι θαυμαστές της μαθαίνουν να αναμειγνύουν τα βήματά τους στις φωτοσκιάσεις που σχηματίζει το φεγγάρι σε συνδυασμό με τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τα φώτα νέον και ό,τι άλλο παρήγαγε ο βιομηχανικός πολιτισμός, που με βάση αυτές τις τεχνητές ιδιότητες —οι οποίες και γίνονται εύκολα πολύ ανθρώπινες— διαμορφώνονται και οι προσωπικότητες της νύχτας. «Παρόλο που υπόσχεται φόβο και κίνδυνο», ο δρόμος προσφέρει «τη γνώση ως ανταμοιβή». Συμπληρωματικά σε αυτά, ο Σλερ αναφέρει ως επιστέγασμα της νεωτεριστικής νύχτας το γεγονός ότι υπάρχει «μια υποχθόνια μορφή της μητροπολιτικής αίσθησης η οποία και διαφεύγει της χρονολογίας». Ο χρόνος καθαιρείται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Θα προσέθετα, βεβαίως, ότι η ημέρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νυχτερινής ζωής. Κι αυτό διατυπώνεται όχι χωρίς κάποιο βάσιμο λόγο. Η οικονομία της ημέρας με τις δικονομικές της μεταβιβάσεις της στη νύχτα, καθώς και οι συνεχόμενες απαγορεύσεις εκ μέρους του πολιτικού και αστυνομικού σκηνικού επηρεάζουν τη ζωή της νύχτας, και κατά συνέπεια, ή όπως θα λέγαμε πολύ απλά και κοινώς, δεν την αφήνουν σε ησυχία.

*

(περισσότερα…)

Τα νήματα του κόσμου

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Κατά βάθος, η ιδέα ότι τα νήματα αυτού του κόσμου τα κινούν κάποιοι καλά κρυμμένοι συνομώτες, είναι μια ιδέα αισιόδοξη, βγαλμένη κι αυτή από τη δέσμη των ασπρόμαυρων διαφωτιστικών διανοημάτων που κηδεμονεύουν τη σκέψη μας τους τελευταίους αιώνες. Διότι συνοδεύεται πάντα από την διαβεβαίωση: αρκεί να τραβήξουμε τον μπερντέ και όλα θα έρθουν στο φως, οι κατεργάρηδες θα πάνε στον πάγκο τους και τον ρόλο του κουκλοπαίχτη, στα φανερά πια, θα τον αναλάβουν εκείνοι που πρέπει.

Όμως στην πράξη τα νήματα του κόσμου δεν τα κινεί κανείς αποκλειστικά. Όχι γιατί δεν υπάρχουν συνωμοσίες, όπως διδάσκουν οι, αφελείς ή ιδιοτελείς, αντισυνομωσιολόγοι του καιρού μας. Από συνωμοσίες, απάτες, ψεύδη, υποκρισία βρίθει η προσωπική και η συλλογική μας ζωή, στα φανερά λίγα πράγματα γίνονται, όποιοι και να τα κάνουν. Αλλά διότι το έργο που παίζεται είναι χαοτικό εξαρχής και οι πρωταγωνιστές του φιγούρες τυχάρπαστες και εναλλάξιμες ταχύτατα.

Αυτά που παρακολουθούμε να γίνονται στην Ουκρανία, την Παλαιστίνη, το Ιράν, στην τεχνητή νοημοσύνη, στα πολιτικά πράγματα της Δύσης κ.ο.κ., ναι, κάποιοι τα θέλησαν αρχικά. Τώρα όμως κανείς δεν τα ελέγχει και όσοι ισχυρίζονται ότι το κάνουν, καυχιούνται για μια ισχύ που δεν διαθέτουν εμπράκτως.

Μακάρι να την είχαν! Ακόμη και μια καταθλιπτική βεβαιότητα θα ήταν προτιμότερη από το ιλιγγιώδες αυτό σκόρπισμα του κόσμου που όλο και επιταχύνεται μπροστά μας.

///

«Αυτό το ποίημα είναι ένα θαύμα. Η πικρία του είναι η μόνη πικρία που έχει νόημα, εκείνη που πηγάζει από την καθυποταγή του ανθρώπινου πνεύματος στη βία, δηλαδή, εντέλει, στην ύλη. Αυτή η καθυποταγή είναι κοινή μοίρα, αν και κάθε πνεύμα την υπομένει διαφορετικά, κατά τις αρετές του. Κανείς στην Ιλιάδα δεν γλιτώνει από αυτήν, όπως και κανείς άνθρωπος πάνω στη γη. Όμως και κανείς υποτασσόμενος δεν αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση γι’ αυτό. Όποιος, μέσα στην ίδια του την ψυχή και στις ανθρώπινες σχέσεις, ξεφεύγει από την κυριαρχία της βίας, χαίρεται την αγάπη, αλλά μια αγάπη που την σκιάζει πάντα η θλίψη λόγω του ολέθρου που επικρέμεται συνεχώς πάνω της.

Τέτοιο είναι το πνεύμα του μοναδικού αληθινού έπους που διαθέτει η Δύση. Εμπρός της η Οδύσσεια φαντάζει απλώς μια καλή μίμηση, άλλοτε της Ιλιάδας, άλλοτε ανατολικών ποιημάτων. Η Αινειάδα είναι μια μίμηση που, όσο λαμπρή κι αν είναι, την παραμορφώνει η ψυχρότητα, η πομπώδης ρητορική και το κακό γούστο. Τα γαλλικά chansons de geste, στερούμενα της αίσθησης της δικαιοσύνης, δεν μπόρεσαν να φτάσουν στη μεγαλοσύνη: στο Chanson de Roland, ο θάνατος ενός εχθρού δεν συγκινεί ούτε τον συγγραφέα ούτε τον αναγνώστη με τον ίδιο τρόπο όπως ο θάνατος του Ρολάνδου.

Η αττική τραγωδία, ή τουλάχιστον η τραγωδία του Αισχύλου και του Σοφοκλή, αποτελεί την πραγματική συνέχεια του έπους. Η έννοια της δικαιοσύνης τη διαφωτίζει, χωρίς ποτέ να παρεμβαίνει άμεσα σε αυτήν. Εδώ η βία εμφανίζεται με την ψυχρότητα και τη σκληρότητά της, πάντα συνοδευόμενη από μοιραίες συνέπειες αναπόφευκτες και γι’ αυτούς που την ασκούν και γι’ αυτούς που την υφίστανται.»

SIMONE WEIL

///

Ο Μαζωνάκης και η Βίσση. Ό,τι γνώμη και να έχει κανείς για τους δυο τους, είναι προφανές: αντικατοπτρίζουν με μεγάλη ακρίβεια αυτό που είμαστε ως συλλογικότητα. Μας αντιπροσωπεύουν.

///

Δύσμοιρα ελληνικά… Ούτε στις μαρκίζες των βιβλιοπωλείων, ούτε στους τίτλους των λογοτεχνικών περιοδικών, ούτε στις αφίσες των ποιητικών φεστιβάλ δεν περισσεύει πια θέση για σας.

/// (περισσότερα…)

 Ο Φοίνικας και η Σιλικόνη: Σχόλιο στο «Στάδιο Ντουμπάι» του καπιταλισμού [2/2]

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Πρώτο Μέρος εδώ

 ΙΙ.

Στις 5 Μαρτίου 2026, έναν μήνα και πέντε μέρες μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν, διαβάζω μία από τις σπάνιες πλέον δηλώσεις του Τζόρτζιο Αγκάμπεν:

«Μια χώρα δέχτηκε επίθεση χωρίς κανένα πραγματικό λόγο και δολίως, τη στιγμή που υποτίθεται ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μαζί της, και ο πνευματικός της ηγέτης δολοφονήθηκε. Η Ευρωπαϊκή Ένωση –ή η παράνομη οργάνωση που φέρει αυτό το όνομα– όχι μόνο δεν καταδίκασε τούτη την κατάφωρη παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου από δύο κράτη που καθώς φαίνεται έχουν απολέσει κάθε μέτρο αυτογνωσίας και ευθύνης, αλλά και διέταξε τον ιρανικό λαό να πάψει να αμύνεται3.»

Εννοείται ότι μία χώρα, όπως συμβαίνει και με πολλές άλλες αυτήν την περίοδο, δέχθηκε σοβαρή επίθεση. Όχι μόνον στην επικράτειά της αλλά και στην αξιοπρέπεια και την αυτεξουσιότητά της. Η Δύση, αρχικά, επικαλούμενη το μεταμοντέρνο παραμύθι του δικαιωματισμού που γνωρίζει ως κάκιστος πλασιέ να πουλάει τα τελευταία χρόνια στην υπόλοιπη υφήλιο, εγκατέλειψε την κασέτα που είχε βάλει να παίζει μονίμως, για να βγει στην επιφάνεια το πραγματικό ζητούμενο της επίθεσης στο Ιράν: το πετρέλαιο. Και δεν είναι μόνον το πετρέλαιο αλλά και το ποιος ελέγχει έναν γεωγραφικό τόπο και ένα φυσικό πέρασμα που από αρχαιοτάτων χρόνων ανήκει σε συγκεκριμένους λαούς. Αφού οι ΗΠΑ και οι σκοταδιστές δορυφόροι τους στην περιοχή κατάφεραν να επιβάλουν, έπειτα από δεκαπέντε συναπτά έτη συνεχούς προσπάθειας, το τερατώδες καθεστώς της Αλ-Κάιντα στην Συρία, διέλυσαν εν συνεχεία τον Λίβανο και προχωρούν προς την πλήρη γενοκτονία ενός από τους ελάχιστους λαούς που λειτουργεί ακόμη με σεβασμό στην πατρογονική του γη και του οποίου η αξιοπρέπεια καθορίζει τον τρόπο ζωής του: τους Παλαιστινίους.

Αλλά αυτά είναι ασήμαντα γεγονότα για τους κατοίκους της ευρωπαϊκής ηπείρου και πολύ περισσότερο για τους κατοίκους του Νότου της Χερσονήσου του Αίμου, που φαίνεται ότι έχουν λύσει όλα τα προβλήματα δημοκρατίας και ελευθερίας μέσω του «έξυπνου» τηλέφωνου και του τουρισμού, και πιστεύουν ότι η καταστροφή τόπων με τους οποίους είχαν άμεση σχέση επί χιλιετηρίδες, δεν τους αφορά άμεσα, ως Έλληνες, αλλά κάποιον άλλον μακρινό γαλαξία.

Κατ’ ελπίδα: ο βαμβαρδισμός του Ντουμπάϊ, ως αντίποινα των Ιρανών στην απειλή αφανισμού της πατρογονικής τους γης, έρχεται να επιβεβαιώσει μια πρόσχαρη υπόσχεση καταστροφής ενός μοντέλου που απειλεί εδώ και δεκαετίες τον πλανήτη. Αρχικά να υπενθυμίσουμε ότι από όλους τους κατοίκους του τόπου που ο Πτολεμαίος αποκαλούσε «Ευδαίμονα Αραβία» τα σημερινά Εμιράτα δεν είχαν ποτέ να επιδείξουν το παραμικρότερο είδος πολιτισμού, ούτε και κάποια ευδαιμονία (εν αντιθέσει, π.χ., με τους κατοίκους της Υεμένης και εν μέρει του προϊσλαμικού Μπαχρέιν), καθότι ο νομαδικός τρόπος ζωής τούς εμπόδιζε να στραφούν προς αυτήν την κατεύθυνση και τα ολιγάνθρωπα ψαροχώρια τους ζούσαν ακριβώς από την αλιεία και ενίοτε από την εύρεση οργανικών πολύτιμων λίθων όπως τα μαργαριτάρια τα οποία και πουλούσαν στους ξένους.

Η κατάσταση άλλαξε χάρη στην εύρεση του πετρελαίου. Από την δεκαετία του 1950, ξεκινάει ένας ασυλλόγιστος αγώνας επιβεβαίωσης των Εμιράτων χάρη στον υλικό πλούτο. Το 1971 όσοι από την ανατολική Αραβία κατάφεραν να βρουν πετρέλαιο στην ξηρή έρημό τους ενώθηκαν σε συνομοσπονδία χάριν ακριβώς του πετρελαίου. Όσοι από τους γηγενείς βεδουίνους δεν συμμετείχαν ή και δεν συμμετέχουν στην μετατροπή της Αραβίας σε Μαϊάμι, εξορίζονται στην έρημο. Για τις ιθύνουσες τάξεις δεν τίθεται ζήτημα: μπορούν πάντα να βρουν σκλάβους από την Αφρική και την Ινδική Χερσόνησο.3 Πράγμα που γίνεται συστηματικά μέχρι σήμερα: Νοτιοαφρικανοί, Κογκολέζοι, Ταζμανοί καθώς και Αιθίοπες παίρνουν τον δρόμο της εξορίας, τον δρόμο της σκλαβιάς που έχουν χαραχθεί εδώ και αιώνες. Είτε από την Σομαλία είτε από το περίφημο Port Sudan οι έμποροι μαύρης σάρκας είναι πάντα σε ετοιμότητα να εφοδιάσουν την, πλέον, Δύσθυμη Αραβία με καινούργιους σκλάβους για τις celebrities που συχνάζουν στο Ντουμπάι. (περισσότερα…)

Η ελληνική βαθύτητα

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Είπα να γράψω ένα σχόλιο για την γερμανική οικονομία, που ενώ παρακμάζει ταχύτατα, χάνοντας αγορές και απολύοντας δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους ετησίως, με κάποιον συναρπαστικό τρόπο («κεφαλαιοκρατία» τον λένε) κατορθώνει την ίδια στιγμή να σημειώνει κέρδη-ρεκόρ.

Ωστόσο το πράγμα δεν έχει πια ενδιαφέρον, φοβάμαι. Μήπως το ότι καλοπερνούν κάποιοι εκποιώντας σιγά σιγά τα ασημικά της οικογένειας που τους τρέφει, δεν το ζούμε δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα, ιδίως τα τελευταία, «αναπτυξιακά», χρόνια; Μήπως αυτός δεν είναι ο μόνος τρόπος να καλοπερνάς υπό τέτοιες συνθήκες, δηώνοντας το σώμα του άλλου;

Ξαναγυρνώ στον  Όμηρο λοιπόν. Εδώ οι αντιφάσεις δεν βλέπονται ακόμη υπό το ασπρόμαυρο πρίσμα του ηθικισμού ούτε συνιστούν κάποιας λογής σκάνδαλο. Αλλά είναι αυτό που είναι: εκπτυχώσεις δυνάμεων υπέρτερων («θείων» για την αρχαϊκή κοσμοεικόνα) που συγκρούονται και συλλειτουργούν αδιάκοπα μέσα και έξω μας. Εδώ η ζωή είναι ακόμη αυτό που είναι: όχι μια εύτακτη τάχα βιτρίνα, ούτε ένα όνειρο (πάντα μελλούμενης, ποτέ τετελεσμένης) σωτηρίας. Αλλά ένα πεδίο μάχης με αναπότρεπτους νεκρούς: βίους ατομικούς και βίους πόλεων, πόθους ιδιωτικούς κι αξίες δημόσιες, περιουσίες υλικές και άυλα τρόπαια.

Και ετούτη η απορία πάντα: πώς ο ζοφερός αυτός κόσμος του έπους συζεί και συμβαδίζει αχώριστα με τον έρωτα της ζωής; Πώς η στυγερή σκιά του Άρεως και οι Κήρες του θανάτου δεν μηδενίζουν τη χαρά του υπάρχειν;

Μάταια απορία ασφαλώς. Η ελληνική βαθύτητα, έλεγε ο Νίτσε, βρίσκεται στην επιπολή, στην επιφάνεια των πραγμάτων. «Μέσα στον πόνο είναι η χαρά, μες στη χαρά είναι ο πόνος», που λέει και μια ωραία μαντινάδα. Όπως η σφαγή κάνει τον ήρωα, έτσι και οι αντιξοότητες γεννούν την ευτυχία. Οι Έλληνες του Ομήρου ήταν ακόμη βάρβαροι αρκετά ώστε να το γνωρίζουν.

///

Σύμφωνα με νέα μελέτη, οι αναγνώστες από σάρκα και οστά δεν διακρίνουν πλέον με βεβαιότητα αν τα διηγήματα που διαβάζουν προέρχονται από ανθρώπινες συνάψεις ή από ψηφιακά κυκλώματα. Επιπλέον, τα «τεχνητά διηγήματα» αξιολογούνται από τους ίδιους ως καλύτερα, και κυρίως πιο ελκυστικά, σε σχέση με τα «χειροποίητα»…  Αυτά ανέφερε εσχάτως η FAZ, παραπέμποντας στο περιοδικό Judgement and Decision Making. Οι μελετητές, με τη σειρά τους, αναφέρουν ότι:

«Ενώ τα προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης δημιουργούν ήδη έργα που κρίνονται τουλάχιστον εφάμιλλα με αυτά που παράγονται από τον άνθρωπο, οι περισσότεροι ερωτώμενοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι δεν είναι σε θέση να το κάνουν.»

Τις προάλλες μια Γερμανίδα βουλευτίνα ζήτησε να πληροφορηθεί από την κυβέρνηση της χώρας της, πόσες από τις ομιλίες, δηλώσεις και τοποθετήσεις των μελών της είναι προϊόν ΤΝ. Απάντηση φυσικά δεν πήρε…

Απόδειξη ακράδαντη δεν μπορεί να προσκομιστεί, όμως η γενική εκτίμηση των ειδημόνων είναι ότι, από καιρό πλέον, η πλειονότητα των κάθε είδους γραπτών που κυκλοφορούν στο χαρτί ή στην οθόνη είναι μηχανογενής. Και φυσικά, η ποσοτική υπεροχή τους είναι εκείνη που διαμορφώνει πλέον και τις προσδοκίες του κοινού – η κατανάλωσή τους μας εκπαιδεύει στο να τα θεωρούμε αυτονόητα και με τη σειρά της μας εθίζει να γράφουμε, όσοι τέλος πάντων ακόμη γράφουν ή θα γράφουν αύριο, κι εμείς έτσι.

Ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρει κάπου στις Μέρες ένα επεισόδιο με δύο λαϊκούς τύπους του Μεσοπολέμου που στραμπουλάνε τη γλώσσα τους πάνω στην προσπάθεια να μιλήσουν την επίσημη καθαρεύουσα. Έτσι που πάμε, παρατηρεί, σε λίγο «καθαρεύουσα», γλώσσα τεχνητή, πεποιημένη, θα μας φαίνεται η δημοτική. Για την ανθρώπινη γραφή, αυτή η στιγμή έχει κιόλας φτάσει. (περισσότερα…)

Πολλά τα νέα κόμματα, μα όλα τα ίδια μένουν


*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

«Σήμερα υπάρχει ακόμη η στίλβουσα επίστρωση
Που συγκρατεί τις υποτιθέμενες υποσχέσεις
Σε μια επιφάνεια»
JOHN ASHBERY

Υποστηρίζεται ότι η δημιουργία των νέων κομμάτων που ανακοινώθηκαν πρόσφατα, θα προκαλέσει αναταράξεις στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό δημιουργώντας θετικές προσδοκίες για το μέλλον της χώρας. Υποστηρίζονται τα παραπάνω προφανώς από τους ίδιους τους πρωτεργάτες των εν λόγω εγχειρημάτων και από τα ΜΜΕ που για διάφορους λόγους τα στηρίζουν.

Αυτή η εικόνα που επιχειρείται να ενσταλαχτεί στα μυαλά των πολιτών ως νέα και καταλυτική παρουσία ανατροπής του υφιστάμενου δυσώδους πολιτικού σκηνικού, φοβούμαι ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από το επιφαινόμενο αυτού καθαυτού του πολιτικού σκηνικού που θέλει να ανατρέψει. Είναι μέρος του ίδιου προβλήματος. Εξάλλου κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πόσα και πόσα νέα κόμματα δεν δημιουργήθηκαν… Ας μην τα αναφέρω, είναι γνωστά. Όλα ιδρύθηκαν για να ανατρέψουν το σάπιο καθεστώς. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

Ας συλλογιστούμε απλώς τα εξής: συνδυάζοντας ιστορικά και πολιτικά γεγονότα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένας νέος κομματικός σχηματισμός έρχεται στο προσκήνιο ως μια ανάγκη κοινωνική και εθνική για να διανειχθεί ένας νέος ιστορικός ορίζοντας. Οι κοινωνικές διεργασίες είναι τόσο έντονα υποστηρικτικές σε αυτό, που διακρίνονται χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Σε ολόκληρη την ιστορία του νέου ελληνικού κράτους, τα ελληνικά πολιτικά κινήματα αποκτούσαν δυναμική όταν κατόρθωναν να συνδέσουν τις καθημερινές εμπειρίες με μια ευρύτερη ιστορική κατεύθυνση. Όταν συνδύαζαν την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων με την ένταξή τους σε έναν μακροχρόνιο εθνικό και κοινωνικό στόχο.

Το βενιζελικό πολιτικό κίνημα και το φιλελεύθερο κόμμα είχαν εθνικό όραμα την γεωγραφική επέκταση και ολοκλήρωση της χώρας σε απόλυτο συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό της στη βάση ενός πλαισίου κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο καραμανλισμός συνέδεσε την επιτυχημένη παρουσία του μετά τη περίοδο της δικτατορίας με την στερέωση της δημοκρατίας και τον εθνικό στόχο ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο παπανδρεϊσμός του Ανδρέα, αντίστοιχα, συνέδεσε την επίλυση βασικότατων κοινωνικών και θεσμικών προβλημάτων με έναν νέο πατριωτισμό.

Το ερώτημα επομένως είναι όχι η δημιουργία νέων «νέων» κομμάτων, αλλά αν κάποιο από αυτά μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο ανάλογο προς τα αναφερόμενα ιστορικά παραδείγματα. Αν μπορεί, μέσα σε ένα δυστοπικό εγχώριο περιβάλλον, και σε ένα αβέβαιο και ρευστό διεθνές περιβάλλον που όλο και χειροτερεύει, να εμπνεύσει την ελληνική κοινωνία προς την κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού και πολιτιστικού συλλογικού βίου.

Η απάντηση είναι, προφανώς, «όχι». Δεν χρειάζονται εμβριθείς αναλύσεις για να αντιληφθεί κάποιος ότι τα νέα κόμματα απέχουν παρασάγγας από το να εκπροσωπούν ένα παρόμοιο παράδειγμα. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι παλαιοκομματική, ξεπερασμένη και βρίθει στερεοτύπων.

Για παράδειγμα. Τα νέα ελληνικά κόμματα αναφέρονται σε ένα «ραντεβού με την ιστορία», μια από τις συνήθεις και στομφώδεις πολιτικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται διαχρονικά. Η επιλογή τέτοιων εκφράσεων γίνεται συνήθως για να κινητοποιήσει την εκλογική βάση, να δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες και να δώσει έναν τόνο ιστορικής βαρύτητας στις εκάστοτε πολιτικές κινήσεις.

Ουδέν το ψευδέστερον… Ο ριζοσπαστισμός του σήμερα είναι ο συντηρητισμός του αύριο. Αυτό το δείχνει με ακρίβεια η θεωρία της «συστημικής ενσωμάτωσης». Από τη στιγμή που το αφήγημά τους δεν απηχεί έναν νέο εθνικό και κοινωνικό στόχο αποδεκτό «δια βοής» από τον λαό, το αποτέλεσμα είναι πως όλα τα νέα κόμματα μεταλλάσσονται κυνικά σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ό,τι κατηγορούσαν.

*

**

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Μια νοσταλγία που αφορά το μέλλον

*
του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ

~.~

Θεόδωρος Ε. Παντούλας,
«Έλληνες του πικρού καιρού» – 
Σπαράγματα για μια πατρίδα που λιγοστεύει,
Εκδόσεις Manifesto, 2026

«Γιατί αγκιστρώθηκε τόσο νωρίς μέσα μου το συναίσθημα πως, εάν το ταξίδι και μόνο –το ταξίδι χωρίς την ιδέα του γυρισμού– ανοίγει για μας τις πόρτες και μπορεί ν’ αλλάξει αληθινά τη ζωή μας, μια μαγεία πιο κρυφή, που συγγενεύει με το χειρισμό της διχάλας του ραβδοσκόπου, είναι δεμένη με τον περίπατο που προτιμάμε περισσότερο, ή την εκδρομή που δεν έχει περιπέτεια και απρόοπτο και που μας επαναφέρει σε λίγες ώρες στη βάση μας, στην ξερολιθιά του αγαπημένου σπιτιού; […] Περισσότερο απ’ τον αγαπητό στον Γκαίτε “πλανητικό ασπασμό” μπορεί κανείς να πιστέψει ότι η γραμμή της ζωής μας φωτίζεται συγκεχυμένα. Πού και πού, θα ’λεγε κανείς ότι ένα κιγκλίδωμα μέσα μας, αρχαιότερο από μας, αλλά με ρήγματα και ελλείψεις, διασαφηνίζει, στην τύχη των εμπνευσμένων, τις δυναμικές γραμμές που θα δεθούν με τα επεισόδια της ζωής που μας μένει να ζήσουμε. Όπως ένα λεύκωμα με οικογενειακές φωτογραφίες που ξεφυλλίζουμε στην τύχη μάς μιλάει για το παρελθόν μας, για ένα παρελθόν μισοσβησμένο απ’ τα μικρά του γεγονότα, αλλά παρ’ όλα αυτά ανέκφραστα προσωπικό, μεταδίδοντάς μας συγχρόνως το ζωτικό αίσθημα της επαφής με το μητρικό κλαδί και την υπέροχη μουσικότητα της φθοράς που ακόμα χαμογελάει αμυδρά, τέτοιοι τόποι σηκώνουν αινιγματικά ένα πέπλο απ’ το μέλλον: φέρνουν εκ των προτέρων τα χρώματα της ζωής μας μόλις αγγίξουμε αυτή τη γη που κατά κάποιον τρόπο μας ήταν ταγμένη, όλες οι αναδιπλώσεις μας ξετυλίγονται όπως ανοίγει στο νερό ένα γιαπωνέζικο λουλούδι: αισθανόμαστε, ανεξήγητα, σε γνώριμο χώρο, και κατά κάποιον τρόπο ανάμεσα στα πρόσωπα μιας οικογένειας που μέλλεται να ’ρθει.»

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το ποιητικό δοκίμιο του Ζυλιέν Γκρακ, Τα Στενά Νερά (μτφρ. Δημήτρη Τ. Άναλι, Εκδόσεις Υψιλον 1985). Το θυμήθηκα ξανά διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Ε. Παντούλα, «Έλληνες του πικρού καιρού» – Σπαράγματα για μια πατρίδα που λιγοστεύει. Μας λέει περίπου ό,τι και κείνο, ότι το μέλλον φτιάχνεται μέσα απ’ τις παρόδους των αλλοτινών καιρών. Αλλοίμονο, τα χρόνια που περνάνε σαλεύουν άπιαστα στο βυθό. Όταν πιστεύεις πως τα ’χεις του χεριού σου, αυτά τρέχουν πίσω πάλι στα σκοτάδια. Πάντοτε ωστόσο καταφέρνουν να δώσουν στη γαλάζια άβυσσο της μέρας που απομένει τη μικρούλα τους πνοή μαζί με τον πρώτο αφρό, να δώσουν πλατιά ανοιγμένα τα φτερά (Σικελιανός).

Δεν είναι τα μακρινά ταξίδια που ονειρεύεται η ώριμη καρδιά αλλά τα πιο οικεία, που σ’ ανεβάζουν με τα γνωστά φυσήματά τους στην παρειά της πλώρης. Όταν ο άνθρωπος επιστρέφει σπίτι του μετά από πολλές δοκιμασίες, ο ήλιος τον αγαπά περισσότερο. Ν΄ αναβλύζει μονίμως απ’ τον ώμο σου το άγνωστο, το γενικό και το αφηρημένο, δεν είναι τρόπος. Είναι η ανοησία μιας μεγάλης γνώσης που δεν κατέχεις. Η γενιά μου έμαθε ν’ αγαπά το γενικό και το αφηρημένο, μα βρέθηκε από νωρίς χωρίς δαδί να μετρά τους σφυγμούς του ύπνου της. Ναι, υπάρχει χλομάδα μεγαλύτερη απ’ το μαργαριτάρι. Είναι η χλομάδα του ανθρώπου που δεν ξέρει τα σπλάχνα του. Γερμένος εδώ κι εκεί παλεύει μονάχος να συγκρατήσει τα δάκρυα μες στον νιπτήρα. Σαν πέφτει η νύχτα και πρέπει να σπάσει η υπερηφάνεια, ξεντύνεται τις ίδιες του τις πληγές.

Τα βιβλία του Παντούλα είναι γεμάτα ακριβά μεταλλεύματα που μας προσπερνούν μες στο πούσι μιας εποχής φθαρμένης απ’ τα ποικίλα στόματα, μιας εποχής που γαυγίζει σκοτεινή ψύχρα πάνω απ’ τα όνειρα. Πότε εδώ και πότε εκεί βρίσκεις τον συγγραφέα να χτυπά με το ματσακόνι της γραφής του τις μπάντες. Να φύγουν τα μίνια. Να γεμίσουν τα μπουγέλα σκουριά. Να υγιάνουν οι πληγές. Να φωτιστεί η περαντζάδα. Το τελευταίο του βιβλίο δεν είναι εξαίρεση. Στον σύντομο πρόλογο διαβάζουμε πως ο συγγραφέας κλείνει λογαριασμούς: (περισσότερα…)

Ιουδαιοχριστιανική Ευρώπη; Ορισμένες σκέψεις

*

Από τον συνεργάτη μας Γιάννη Κακριδή λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.

~.~

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Το πρόσφατο άρθρο του Ανρί Λεβαβασέρ με έβαλε σε ορισμένες σκέψεις που θα ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες σου.

Το άρθρο του Λεβαβασέρ έχει δύο σκέλη. Το ένα απο αυτά αναφέρεται στον ίδιο τον όρο «ιουδαιο­χριστιανικός». Εδώ δέν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την κριτική του αρθρογράφου. Άν το πρώτο συν­θετικό του όρου «ιουδαιο­χριστιανικός» αναφέ­ρεται στο αρχαίο Ισραήλ, τότε είναι περιττό: χριστια­νισμός χωρίς την Παλαιά Διαθήκη δέν νοείται. Άν πάλι αναφέρεται στη Συναγωγή, τότε δέν συμβιβάζεται με το δεύ­τερο, εφόσον η δική-της πίστη βρίσκεται σε πλήρη και συνειδητή αντίθεση προς το μήνυμα του Ευαγγελίου.

Ο όρος «ιουδαιοχριστιανικός» είναι επομένως είτε πλεοναστικός είτε οξύμωρος. Φτάνει το «χρι­στια­­νικός».

Και εδώ αρχίζει τo άλλο, πιό ουσιαστικό σκέλος της κριτικής του Λεβαβασέρ, κατα τον οποίο η ευ­ρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα προϋπήρχε του χριστιανισμού. Την πραγματικότητα αυτή ο Λεβαβασέρ την ανάγει μάλιστα όχι μόνο στην ελληνική σκέψη και στο ρωμαϊκό δίκαιο, αλλά και στην ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα και στον υψηλό πολιτιστικό επίπεδο που κατα τη γνώμη-του είχαν κατακτήσει οι λαοί της Ευρώπης ήδη τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Υπο αυτό το πρίσμα ο χριστιανισμός φαίνεται να είναι απλώς ενα μπόλι στον κορμό ενος δέντρου που έθαλλε ήδη απο πολύ καιρό.

Μπόλι-ξεμπόλι, είναι προφανές –και ο ίδιος ο Λεβαβασέρ το αποδέχεται– οτι άν αφαιρέσουμε τα χριστιανικά στοιχεία απο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό των τελευταίων αιώνων δέν θα μείνουν και πολλά πράγματα. Θα χρειαστεί να θυσιάσουμε όχι μόνο τον Θωμά τον Ακινάτη και τον Πασκάλ, αλλά και τον Ρασίν, τον Κάντ, τον Χέγκελ… Ακόμα και ενας αρνητής του χριστιανισμού όπως ο Νί­τσε απο αυτόν τρέφεται, είτε θέλει να το παραδεχθεί είτε όχι.

Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται βεβαίως αλλού και αφορά όχι τόσο το παρελθόν, όσο το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος –σε αυτό συμφωνούμε όλοι– έχει απομακρυνθεί πιά πολύ απο τις χριστιανικές-του καταβολές. Η απομάκρυνση αυτή δέν φαίνεται ωστόσο να οδηγεί σε κάποια αναβίωση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και ακόμα λιγότερο στον λαμπρό πολιτισμό που οι λαοί της Ευρώπης είχαν αναπτύξει τάχα την Εποχή του Χαλκού (αστεία ιδέα). Αυτό που κυριαρχεί στον σύγχρονο κόσμο (τουλάχιστο τον Δυτικό) είναι το ιουδαϊκό πνεύμα – δικαίως άλλωστε: όσο και άν απο χριστιανική άποψη δέν επαρκεί για να σώσει τον άνθρωπο, ο ηθικός μονοθεϊσμός της Πα­λαιάς Διαθήκης είναι απείρως ανώτερος απο οποιαδήποτε παγανιστική φαν­τασίωση.

Το δείχνει άλλωστε και η πορεία της δικής-μας πατρίδας: ξεκίνησε με την φιλοδοξία να ξαναζων­τανέ­ψει την Αρχαία Ελλάδα και κατέληξε στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ…

Με θερμούς χαιρετισμούς

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»;

*

του ΗΕΝRΙ LΕVΑVΑSSΕUR

~.~

Η προσφυγή στον όρο «ιουδαιοχριστιανισμός» συνιστά ένα αμφισβητήσιμο συντομευτικό σχήμα, ακατάλληλο να αποδώσει την ουσία του πολιτισμού μας, τον οποίο προσήκει απλώς να ονομάζουμε ευρωπαϊκό, χωρίς να του προσάπτουμε άλλους, περιοριστικούς προσδιορισμούς.

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»; Πολλοί σημερινοί συγγραφείς, στοχαστές ή πολεμογράφοι σπεύδουν να την χαρακτηρίσουν ως τέτοια. Είναι, όμως, ακριβής και πρόσφορος αυτός ο ορισμός της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πραγματικότητας; Πρέπει η τελευταία να νοηθεί κατ’ ουσίαν ως «ιουδαιοχριστιανικών» καταβολών; Δεν πιστεύουμε κάτι τέτοιο, για δύο κύριους λόγους: ο πρώτος αφορά την ιστορία των ευρωπαϊκών λαών, ο δεύτερος την ιστορία των θρησκειών.

Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Οι γλώσσες που ομιλούνται σήμερα από τους ευρωπαϊκούς λαούς (λατινογενείς, γερμανικές, κελτικές, σλαβικές, βαλτικές, καθώς και η νέα ελληνική) ανήκουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα (με εξαίρεση τη βασκική, την ουγγρική, τη φινλανδική και την εσθονική), στην οικογένεια των «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών· πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν όλες κατάγονται από μια κοινή μητρική γλώσσα, ηλικίας άνω των 5.000 ετών. Και δεδομένου ότι η γλώσσα δομεί τη σκέψη, αυτή η κληρονομιά συνιστά θεμελιώδες τμήμα του πολιτισμού μας.

Επιπλέον, καμία μετακίνηση πληθυσμών ή αποικισμός εξωγενής προς το ινδοευρωπαϊκό σύνολο δεν υπήρξε επαρκώς μαζικός —από όσους έπληξαν κατά τόπους την Ευρώπη τα τελευταία πέντε χιλιάδες έτη— ώστε να ανατρέψει ριζικά τη σύνθεση του ευρωπαϊκού πληθυσμού σε ηπειρωτική κλίμακα (με εξαίρεση τα μεταναστευτικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών, τα οποία συνιστούν φαινόμενο άνευ ιστορικού προηγουμένου από την εποχή της διάχυσης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται σήμερα απερίφραστα από τα πορίσματα των πλέον πρόσφατων παλαιογονιδιωματικών μελετών. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν είναι απλώς ομιλητές ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (όπως συμβαίνει, λ.χ., με αφροαμερικανικούς πληθυσμούς που επικοινωνούν στα αγγλικά), αλλά και απόγονοι ινδοευρωπαϊκών προγονικών γραμμών, εγκατεστημένων επί χιλιετίες στον ίδιο χώρο.

Οι λαοί της Ευρώπης είχαν ήδη φθάσει σε προχωρημένο στάδιο πολιτισμικής ανάπτυξης από την εποχή του Χαλκού, πριν από 3.500 χρόνια και πλέον. Ως προς την εξέλιξη των επιστημών και των τεχνών, αλλά και ως προς τις μεγάλες αρχές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, η Ευρώπη είναι επίσης κληρονόμος της ελληνικής σκέψης και του ρωμαϊκού προτύπου, τα οποία προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Τα μνημεία του Στόουνχεντζ, του Παρθενώνα ή του ρωμαϊκού Φόρουμ ανεγέρθηκαν πολύ πριν από τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αποτελούν απτά τεκμήρια της αρχαιότητας του πολιτισμού μας.

Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί η σημασία των εξωτερικών επιδράσεων, ιδίως των ανατολικών, που ασκήθηκαν κατά καιρούς στον ευρωπαϊκό πολιτισμό: κανένας πολιτισμός δεν αναπτύσσεται χωρίς επαφή με τους γείτονές του, με τους οποίους άλλοτε συγκρούεται και άλλοτε συνδιαλέγεται, γεγονός που συνεπάγεται αδιάκοπη αλληλεπίδραση. Παρά ταύτα, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός παραμένει διακριτός από τον περίγυρό του· διαθέτει ίδϊα ταυτότητα, και οι επιδράσεις που δέχθηκε ή άσκησε ανά τους αιώνες δεν πρέπει να οδηγούν σε παραγνώριση της ιδιοπροσωπίας του.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο χριστιανισμός δεν ανήκει στις «ρίζες» της Ευρώπης, αλλά συνιστά μάλλον ένα «εμβόλιο» που μετασχημάτισε φυσιολογικά την ανάπτυξη του δένδρου επί του οποίου εμφυτεύθηκε σε ήδη προχωρημένο στάδιο της πολυχιλιετούς του εξέλιξης. Η διαπίστωση αυτή δεν αποβλέπει, βεβαίως, στην υποτίμηση της συμβολής του χριστιανισμού στον πολιτισμό μας. Χωρίς αυτή τη «μεταμόσχευση», ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα ήταν αναμφίβολα πολύ διαφορετικός (προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ουδείς μπορεί να το κρίνει). Η συγκίνησή μας ενώπιον των ερειπίων του Στόουνχεντζ ή του Παρθενώνα δεν αποκλείει τη συγκίνησή μας κάτω από τους θόλους του καθεδρικού της Σαρτρ. Ο θαυμασμός προς τον Όμηρο ή τον Αριστοτέλη δεν συνεπάγεται παραίτηση από την εκτίμηση προς τον Θωμά τον Ακινάτη ή τον Πασκάλ. Ας προστεθεί —κάτι που δυστυχώς δεν είναι πλέον αυτονόητο στην εποχή μιας πολιτισμικής αποσάθρωσης υπό τις επιταγές «πνευματικών τρομοκρατών»— ότι μπορεί κανείς να θαυμάζει έναν στοχαστή χωρίς να συμμερίζεται όλες τις αναλύσεις του. Υπενθυμίζεται, τέλος, το προφανές: το να αναγνωρίζουμε ότι οι «ρίζες» του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι αρχαιότερες του χριστιανισμού δεν εμποδίζει κάποιον να είναι χριστιανός, ούτε θίγει την εγκυρότητα των δογμάτων των χριστιανικών ομολογιών για όσους τα ασπάζονται. Πρόκειται για διαπίστωση που ανήκει στο πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και όχι της πίστης: η ευρωπαϊκή πολιτισμική πραγματικότητα κατέστη χριστιανική, υπό την έννοια ότι η ιστορική της πορεία δεν νοείται χωρίς τη χριστιανική συμβολή, ενώ οι πρώιμες φάσεις της, που αποτελούν το απώτατο κληροδότημά μας, προηγούνται της έλευσης του χριστιανισμού στην Ευρώπη. Αντιστρόφως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι και ο χριστιανισμός προσέλαβε πολλά από την Ευρώπη κατά την εγκατάστασή του σε αυτήν: αρκεί να αναλογισθεί κανείς τα εκτενή δάνεια από την ελληνική σκέψη, τα «ρωμαϊκά» σχήματα οργάνωσης (στις δυτικές και ανατολικές εκδοχές τους), καθώς και τις τοπικές παραδόσεις «λαϊκής ευσέβειας», από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας έως σήμερα — τόσο στους καθολικούς και τους προτεστάντες όσο και στους ορθοδόξους. (περισσότερα…)