Ελλάδα

Πολλά τα νέα κόμματα, μα όλα τα ίδια μένουν


*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

«Σήμερα υπάρχει ακόμη η στίλβουσα επίστρωση
Που συγκρατεί τις υποτιθέμενες υποσχέσεις
Σε μια επιφάνεια»
JOHN ASHBERY

Υποστηρίζεται ότι η δημιουργία των νέων κομμάτων που ανακοινώθηκαν πρόσφατα, θα προκαλέσει αναταράξεις στο υφιστάμενο πολιτικό σκηνικό δημιουργώντας θετικές προσδοκίες για το μέλλον της χώρας. Υποστηρίζονται τα παραπάνω προφανώς από τους ίδιους τους πρωτεργάτες των εν λόγω εγχειρημάτων και από τα ΜΜΕ που για διάφορους λόγους τα στηρίζουν.

Αυτή η εικόνα που επιχειρείται να ενσταλαχτεί στα μυαλά των πολιτών ως νέα και καταλυτική παρουσία ανατροπής του υφιστάμενου δυσώδους πολιτικού σκηνικού, φοβούμαι ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από το επιφαινόμενο αυτού καθαυτού του πολιτικού σκηνικού που θέλει να ανατρέψει. Είναι μέρος του ίδιου προβλήματος. Εξάλλου κατά τη διάρκεια των τελευταίων χρόνων πόσα και πόσα νέα κόμματα δεν δημιουργήθηκαν… Ας μην τα αναφέρω, είναι γνωστά. Όλα ιδρύθηκαν για να ανατρέψουν το σάπιο καθεστώς. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά.

Ας συλλογιστούμε απλώς τα εξής: συνδυάζοντας ιστορικά και πολιτικά γεγονότα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ένας νέος κομματικός σχηματισμός έρχεται στο προσκήνιο ως μια ανάγκη κοινωνική και εθνική για να διανειχθεί ένας νέος ιστορικός ορίζοντας. Οι κοινωνικές διεργασίες είναι τόσο έντονα υποστηρικτικές σε αυτό, που διακρίνονται χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια. Σε ολόκληρη την ιστορία του νέου ελληνικού κράτους, τα ελληνικά πολιτικά κινήματα αποκτούσαν δυναμική όταν κατόρθωναν να συνδέσουν τις καθημερινές εμπειρίες με μια ευρύτερη ιστορική κατεύθυνση. Όταν συνδύαζαν την επίλυση των καθημερινών προβλημάτων με την ένταξή τους σε έναν μακροχρόνιο εθνικό και κοινωνικό στόχο.

Το βενιζελικό πολιτικό κίνημα και το φιλελεύθερο κόμμα είχαν εθνικό όραμα την γεωγραφική επέκταση και ολοκλήρωση της χώρας σε απόλυτο συνδυασμό με τον εκσυγχρονισμό της στη βάση ενός πλαισίου κοινωνικής δικαιοσύνης. Ο καραμανλισμός συνέδεσε την επιτυχημένη παρουσία του μετά τη περίοδο της δικτατορίας με την στερέωση της δημοκρατίας και τον εθνικό στόχο ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο παπανδρεϊσμός του Ανδρέα, αντίστοιχα, συνέδεσε την επίλυση βασικότατων κοινωνικών και θεσμικών προβλημάτων με έναν νέο πατριωτισμό.

Το ερώτημα επομένως είναι όχι η δημιουργία νέων «νέων» κομμάτων, αλλά αν κάποιο από αυτά μπορεί να λειτουργήσει με τρόπο ανάλογο προς τα αναφερόμενα ιστορικά παραδείγματα. Αν μπορεί, μέσα σε ένα δυστοπικό εγχώριο περιβάλλον, και σε ένα αβέβαιο και ρευστό διεθνές περιβάλλον που όλο και χειροτερεύει, να εμπνεύσει την ελληνική κοινωνία προς την κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού και πολιτιστικού συλλογικού βίου.

Η απάντηση είναι, προφανώς, «όχι». Δεν χρειάζονται εμβριθείς αναλύσεις για να αντιληφθεί κάποιος ότι τα νέα κόμματα απέχουν παρασάγγας από το να εκπροσωπούν ένα παρόμοιο παράδειγμα. Η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι παλαιοκομματική, ξεπερασμένη και βρίθει στερεοτύπων.

Για παράδειγμα. Τα νέα ελληνικά κόμματα αναφέρονται σε ένα «ραντεβού με την ιστορία», μια από τις συνήθεις και στομφώδεις πολιτικές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται διαχρονικά. Η επιλογή τέτοιων εκφράσεων γίνεται συνήθως για να κινητοποιήσει την εκλογική βάση, να δημιουργήσει υψηλές προσδοκίες και να δώσει έναν τόνο ιστορικής βαρύτητας στις εκάστοτε πολιτικές κινήσεις.

Ουδέν το ψευδέστερον… Ο ριζοσπαστισμός του σήμερα είναι ο συντηρητισμός του αύριο. Αυτό το δείχνει με ακρίβεια η θεωρία της «συστημικής ενσωμάτωσης». Από τη στιγμή που το αφήγημά τους δεν απηχεί έναν νέο εθνικό και κοινωνικό στόχο αποδεκτό «δια βοής» από τον λαό, το αποτέλεσμα είναι πως όλα τα νέα κόμματα μεταλλάσσονται κυνικά σε σύντομο χρονικό διάστημα σε ό,τι κατηγορούσαν.

*

**

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Μια νοσταλγία που αφορά το μέλλον

*
του ΒΑΣΙΛΗ ΖΗΛΑΚΟΥ

~.~

Θεόδωρος Ε. Παντούλας,
«Έλληνες του πικρού καιρού» – 
Σπαράγματα για μια πατρίδα που λιγοστεύει,
Εκδόσεις Manifesto, 2026

«Γιατί αγκιστρώθηκε τόσο νωρίς μέσα μου το συναίσθημα πως, εάν το ταξίδι και μόνο –το ταξίδι χωρίς την ιδέα του γυρισμού– ανοίγει για μας τις πόρτες και μπορεί ν’ αλλάξει αληθινά τη ζωή μας, μια μαγεία πιο κρυφή, που συγγενεύει με το χειρισμό της διχάλας του ραβδοσκόπου, είναι δεμένη με τον περίπατο που προτιμάμε περισσότερο, ή την εκδρομή που δεν έχει περιπέτεια και απρόοπτο και που μας επαναφέρει σε λίγες ώρες στη βάση μας, στην ξερολιθιά του αγαπημένου σπιτιού; […] Περισσότερο απ’ τον αγαπητό στον Γκαίτε “πλανητικό ασπασμό” μπορεί κανείς να πιστέψει ότι η γραμμή της ζωής μας φωτίζεται συγκεχυμένα. Πού και πού, θα ’λεγε κανείς ότι ένα κιγκλίδωμα μέσα μας, αρχαιότερο από μας, αλλά με ρήγματα και ελλείψεις, διασαφηνίζει, στην τύχη των εμπνευσμένων, τις δυναμικές γραμμές που θα δεθούν με τα επεισόδια της ζωής που μας μένει να ζήσουμε. Όπως ένα λεύκωμα με οικογενειακές φωτογραφίες που ξεφυλλίζουμε στην τύχη μάς μιλάει για το παρελθόν μας, για ένα παρελθόν μισοσβησμένο απ’ τα μικρά του γεγονότα, αλλά παρ’ όλα αυτά ανέκφραστα προσωπικό, μεταδίδοντάς μας συγχρόνως το ζωτικό αίσθημα της επαφής με το μητρικό κλαδί και την υπέροχη μουσικότητα της φθοράς που ακόμα χαμογελάει αμυδρά, τέτοιοι τόποι σηκώνουν αινιγματικά ένα πέπλο απ’ το μέλλον: φέρνουν εκ των προτέρων τα χρώματα της ζωής μας μόλις αγγίξουμε αυτή τη γη που κατά κάποιον τρόπο μας ήταν ταγμένη, όλες οι αναδιπλώσεις μας ξετυλίγονται όπως ανοίγει στο νερό ένα γιαπωνέζικο λουλούδι: αισθανόμαστε, ανεξήγητα, σε γνώριμο χώρο, και κατά κάποιον τρόπο ανάμεσα στα πρόσωπα μιας οικογένειας που μέλλεται να ’ρθει.»

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το ποιητικό δοκίμιο του Ζυλιέν Γκρακ, Τα Στενά Νερά (μτφρ. Δημήτρη Τ. Άναλι, Εκδόσεις Υψιλον 1985). Το θυμήθηκα ξανά διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Θεόδωρου Ε. Παντούλα, «Έλληνες του πικρού καιρού» – Σπαράγματα για μια πατρίδα που λιγοστεύει. Μας λέει περίπου ό,τι και κείνο, ότι το μέλλον φτιάχνεται μέσα απ’ τις παρόδους των αλλοτινών καιρών. Αλλοίμονο, τα χρόνια που περνάνε σαλεύουν άπιαστα στο βυθό. Όταν πιστεύεις πως τα ’χεις του χεριού σου, αυτά τρέχουν πίσω πάλι στα σκοτάδια. Πάντοτε ωστόσο καταφέρνουν να δώσουν στη γαλάζια άβυσσο της μέρας που απομένει τη μικρούλα τους πνοή μαζί με τον πρώτο αφρό, να δώσουν πλατιά ανοιγμένα τα φτερά (Σικελιανός).

Δεν είναι τα μακρινά ταξίδια που ονειρεύεται η ώριμη καρδιά αλλά τα πιο οικεία, που σ’ ανεβάζουν με τα γνωστά φυσήματά τους στην παρειά της πλώρης. Όταν ο άνθρωπος επιστρέφει σπίτι του μετά από πολλές δοκιμασίες, ο ήλιος τον αγαπά περισσότερο. Ν΄ αναβλύζει μονίμως απ’ τον ώμο σου το άγνωστο, το γενικό και το αφηρημένο, δεν είναι τρόπος. Είναι η ανοησία μιας μεγάλης γνώσης που δεν κατέχεις. Η γενιά μου έμαθε ν’ αγαπά το γενικό και το αφηρημένο, μα βρέθηκε από νωρίς χωρίς δαδί να μετρά τους σφυγμούς του ύπνου της. Ναι, υπάρχει χλομάδα μεγαλύτερη απ’ το μαργαριτάρι. Είναι η χλομάδα του ανθρώπου που δεν ξέρει τα σπλάχνα του. Γερμένος εδώ κι εκεί παλεύει μονάχος να συγκρατήσει τα δάκρυα μες στον νιπτήρα. Σαν πέφτει η νύχτα και πρέπει να σπάσει η υπερηφάνεια, ξεντύνεται τις ίδιες του τις πληγές.

Τα βιβλία του Παντούλα είναι γεμάτα ακριβά μεταλλεύματα που μας προσπερνούν μες στο πούσι μιας εποχής φθαρμένης απ’ τα ποικίλα στόματα, μιας εποχής που γαυγίζει σκοτεινή ψύχρα πάνω απ’ τα όνειρα. Πότε εδώ και πότε εκεί βρίσκεις τον συγγραφέα να χτυπά με το ματσακόνι της γραφής του τις μπάντες. Να φύγουν τα μίνια. Να γεμίσουν τα μπουγέλα σκουριά. Να υγιάνουν οι πληγές. Να φωτιστεί η περαντζάδα. Το τελευταίο του βιβλίο δεν είναι εξαίρεση. Στον σύντομο πρόλογο διαβάζουμε πως ο συγγραφέας κλείνει λογαριασμούς: (περισσότερα…)

Ιουδαιοχριστιανική Ευρώπη; Ορισμένες σκέψεις

*

Από τον συνεργάτη μας Γιάννη Κακριδή λάβαμε και δημοσιεύουμε την παρακάτω επιστολή.

~.~

Αγαπητό Νέο Πλανόδιον

Το πρόσφατο άρθρο του Ανρί Λεβαβασέρ με έβαλε σε ορισμένες σκέψεις που θα ήθελα να μοιραστώ με τους αναγνώστες σου.

Το άρθρο του Λεβαβασέρ έχει δύο σκέλη. Το ένα απο αυτά αναφέρεται στον ίδιο τον όρο «ιουδαιο­χριστιανικός». Εδώ δέν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με την κριτική του αρθρογράφου. Άν το πρώτο συν­θετικό του όρου «ιουδαιο­χριστιανικός» αναφέ­ρεται στο αρχαίο Ισραήλ, τότε είναι περιττό: χριστια­νισμός χωρίς την Παλαιά Διαθήκη δέν νοείται. Άν πάλι αναφέρεται στη Συναγωγή, τότε δέν συμβιβάζεται με το δεύ­τερο, εφόσον η δική-της πίστη βρίσκεται σε πλήρη και συνειδητή αντίθεση προς το μήνυμα του Ευαγγελίου.

Ο όρος «ιουδαιοχριστιανικός» είναι επομένως είτε πλεοναστικός είτε οξύμωρος. Φτάνει το «χρι­στια­­νικός».

Και εδώ αρχίζει τo άλλο, πιό ουσιαστικό σκέλος της κριτικής του Λεβαβασέρ, κατα τον οποίο η ευ­ρωπαϊκή πολιτιστική πραγματικότητα προϋπήρχε του χριστιανισμού. Την πραγματικότητα αυτή ο Λεβαβασέρ την ανάγει μάλιστα όχι μόνο στην ελληνική σκέψη και στο ρωμαϊκό δίκαιο, αλλά και στην ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα και στον υψηλό πολιτιστικό επίπεδο που κατα τη γνώμη-του είχαν κατακτήσει οι λαοί της Ευρώπης ήδη τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Υπο αυτό το πρίσμα ο χριστιανισμός φαίνεται να είναι απλώς ενα μπόλι στον κορμό ενος δέντρου που έθαλλε ήδη απο πολύ καιρό.

Μπόλι-ξεμπόλι, είναι προφανές –και ο ίδιος ο Λεβαβασέρ το αποδέχεται– οτι άν αφαιρέσουμε τα χριστιανικά στοιχεία απο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό των τελευταίων αιώνων δέν θα μείνουν και πολλά πράγματα. Θα χρειαστεί να θυσιάσουμε όχι μόνο τον Θωμά τον Ακινάτη και τον Πασκάλ, αλλά και τον Ρασίν, τον Κάντ, τον Χέγκελ… Ακόμα και ενας αρνητής του χριστιανισμού όπως ο Νί­τσε απο αυτόν τρέφεται, είτε θέλει να το παραδεχθεί είτε όχι.

Η ουσία του ζητήματος βρίσκεται βεβαίως αλλού και αφορά όχι τόσο το παρελθόν, όσο το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος –σε αυτό συμφωνούμε όλοι– έχει απομακρυνθεί πιά πολύ απο τις χριστιανικές-του καταβολές. Η απομάκρυνση αυτή δέν φαίνεται ωστόσο να οδηγεί σε κάποια αναβίωση της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας και ακόμα λιγότερο στον λαμπρό πολιτισμό που οι λαοί της Ευρώπης είχαν αναπτύξει τάχα την Εποχή του Χαλκού (αστεία ιδέα). Αυτό που κυριαρχεί στον σύγχρονο κόσμο (τουλάχιστο τον Δυτικό) είναι το ιουδαϊκό πνεύμα – δικαίως άλλωστε: όσο και άν απο χριστιανική άποψη δέν επαρκεί για να σώσει τον άνθρωπο, ο ηθικός μονοθεϊσμός της Πα­λαιάς Διαθήκης είναι απείρως ανώτερος απο οποιαδήποτε παγανιστική φαν­τασίωση.

Το δείχνει άλλωστε και η πορεία της δικής-μας πατρίδας: ξεκίνησε με την φιλοδοξία να ξαναζων­τανέ­ψει την Αρχαία Ελλάδα και κατέληξε στρατηγικός σύμμαχος του Ισραήλ…

Με θερμούς χαιρετισμούς

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»;

*

του ΗΕΝRΙ LΕVΑVΑSSΕUR

~.~

Η προσφυγή στον όρο «ιουδαιοχριστιανισμός» συνιστά ένα αμφισβητήσιμο συντομευτικό σχήμα, ακατάλληλο να αποδώσει την ουσία του πολιτισμού μας, τον οποίο προσήκει απλώς να ονομάζουμε ευρωπαϊκό, χωρίς να του προσάπτουμε άλλους, περιοριστικούς προσδιορισμούς.

Είναι άραγε η πολιτισμική ταυτότητα της Ευρώπης «ιουδαιοχριστιανική»; Πολλοί σημερινοί συγγραφείς, στοχαστές ή πολεμογράφοι σπεύδουν να την χαρακτηρίσουν ως τέτοια. Είναι, όμως, ακριβής και πρόσφορος αυτός ο ορισμός της ευρωπαϊκής πολιτισμικής πραγματικότητας; Πρέπει η τελευταία να νοηθεί κατ’ ουσίαν ως «ιουδαιοχριστιανικών» καταβολών; Δεν πιστεύουμε κάτι τέτοιο, για δύο κύριους λόγους: ο πρώτος αφορά την ιστορία των ευρωπαϊκών λαών, ο δεύτερος την ιστορία των θρησκειών.

Πρέπει κατ’ αρχάς να υπομνησθεί ότι οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Οι γλώσσες που ομιλούνται σήμερα από τους ευρωπαϊκούς λαούς (λατινογενείς, γερμανικές, κελτικές, σλαβικές, βαλτικές, καθώς και η νέα ελληνική) ανήκουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα (με εξαίρεση τη βασκική, την ουγγρική, τη φινλανδική και την εσθονική), στην οικογένεια των «ινδοευρωπαϊκών» γλωσσών· πράγμα που σημαίνει ότι σχεδόν όλες κατάγονται από μια κοινή μητρική γλώσσα, ηλικίας άνω των 5.000 ετών. Και δεδομένου ότι η γλώσσα δομεί τη σκέψη, αυτή η κληρονομιά συνιστά θεμελιώδες τμήμα του πολιτισμού μας.

Επιπλέον, καμία μετακίνηση πληθυσμών ή αποικισμός εξωγενής προς το ινδοευρωπαϊκό σύνολο δεν υπήρξε επαρκώς μαζικός —από όσους έπληξαν κατά τόπους την Ευρώπη τα τελευταία πέντε χιλιάδες έτη— ώστε να ανατρέψει ριζικά τη σύνθεση του ευρωπαϊκού πληθυσμού σε ηπειρωτική κλίμακα (με εξαίρεση τα μεταναστευτικά ρεύματα των τελευταίων δεκαετιών, τα οποία συνιστούν φαινόμενο άνευ ιστορικού προηγουμένου από την εποχή της διάχυσης των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών). Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται σήμερα απερίφραστα από τα πορίσματα των πλέον πρόσφατων παλαιογονιδιωματικών μελετών. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι δεν είναι απλώς ομιλητές ινδοευρωπαϊκών γλωσσών (όπως συμβαίνει, λ.χ., με αφροαμερικανικούς πληθυσμούς που επικοινωνούν στα αγγλικά), αλλά και απόγονοι ινδοευρωπαϊκών προγονικών γραμμών, εγκατεστημένων επί χιλιετίες στον ίδιο χώρο.

Οι λαοί της Ευρώπης είχαν ήδη φθάσει σε προχωρημένο στάδιο πολιτισμικής ανάπτυξης από την εποχή του Χαλκού, πριν από 3.500 χρόνια και πλέον. Ως προς την εξέλιξη των επιστημών και των τεχνών, αλλά και ως προς τις μεγάλες αρχές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, η Ευρώπη είναι επίσης κληρονόμος της ελληνικής σκέψης και του ρωμαϊκού προτύπου, τα οποία προϋπάρχουν του χριστιανισμού. Τα μνημεία του Στόουνχεντζ, του Παρθενώνα ή του ρωμαϊκού Φόρουμ ανεγέρθηκαν πολύ πριν από τον εκχριστιανισμό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αποτελούν απτά τεκμήρια της αρχαιότητας του πολιτισμού μας.

Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραγνωρισθεί η σημασία των εξωτερικών επιδράσεων, ιδίως των ανατολικών, που ασκήθηκαν κατά καιρούς στον ευρωπαϊκό πολιτισμό: κανένας πολιτισμός δεν αναπτύσσεται χωρίς επαφή με τους γείτονές του, με τους οποίους άλλοτε συγκρούεται και άλλοτε συνδιαλέγεται, γεγονός που συνεπάγεται αδιάκοπη αλληλεπίδραση. Παρά ταύτα, ο ευρωπαϊκός πολιτισμός παραμένει διακριτός από τον περίγυρό του· διαθέτει ίδϊα ταυτότητα, και οι επιδράσεις που δέχθηκε ή άσκησε ανά τους αιώνες δεν πρέπει να οδηγούν σε παραγνώριση της ιδιοπροσωπίας του.

Υπό το πρίσμα αυτό, ο χριστιανισμός δεν ανήκει στις «ρίζες» της Ευρώπης, αλλά συνιστά μάλλον ένα «εμβόλιο» που μετασχημάτισε φυσιολογικά την ανάπτυξη του δένδρου επί του οποίου εμφυτεύθηκε σε ήδη προχωρημένο στάδιο της πολυχιλιετούς του εξέλιξης. Η διαπίστωση αυτή δεν αποβλέπει, βεβαίως, στην υποτίμηση της συμβολής του χριστιανισμού στον πολιτισμό μας. Χωρίς αυτή τη «μεταμόσχευση», ο ευρωπαϊκός πολιτισμός θα ήταν αναμφίβολα πολύ διαφορετικός (προς το καλύτερο ή το χειρότερο, ουδείς μπορεί να το κρίνει). Η συγκίνησή μας ενώπιον των ερειπίων του Στόουνχεντζ ή του Παρθενώνα δεν αποκλείει τη συγκίνησή μας κάτω από τους θόλους του καθεδρικού της Σαρτρ. Ο θαυμασμός προς τον Όμηρο ή τον Αριστοτέλη δεν συνεπάγεται παραίτηση από την εκτίμηση προς τον Θωμά τον Ακινάτη ή τον Πασκάλ. Ας προστεθεί —κάτι που δυστυχώς δεν είναι πλέον αυτονόητο στην εποχή μιας πολιτισμικής αποσάθρωσης υπό τις επιταγές «πνευματικών τρομοκρατών»— ότι μπορεί κανείς να θαυμάζει έναν στοχαστή χωρίς να συμμερίζεται όλες τις αναλύσεις του. Υπενθυμίζεται, τέλος, το προφανές: το να αναγνωρίζουμε ότι οι «ρίζες» του ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι αρχαιότερες του χριστιανισμού δεν εμποδίζει κάποιον να είναι χριστιανός, ούτε θίγει την εγκυρότητα των δογμάτων των χριστιανικών ομολογιών για όσους τα ασπάζονται. Πρόκειται για διαπίστωση που ανήκει στο πεδίο της ιστορικής ανάλυσης και όχι της πίστης: η ευρωπαϊκή πολιτισμική πραγματικότητα κατέστη χριστιανική, υπό την έννοια ότι η ιστορική της πορεία δεν νοείται χωρίς τη χριστιανική συμβολή, ενώ οι πρώιμες φάσεις της, που αποτελούν το απώτατο κληροδότημά μας, προηγούνται της έλευσης του χριστιανισμού στην Ευρώπη. Αντιστρόφως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι και ο χριστιανισμός προσέλαβε πολλά από την Ευρώπη κατά την εγκατάστασή του σε αυτήν: αρκεί να αναλογισθεί κανείς τα εκτενή δάνεια από την ελληνική σκέψη, τα «ρωμαϊκά» σχήματα οργάνωσης (στις δυτικές και ανατολικές εκδοχές τους), καθώς και τις τοπικές παραδόσεις «λαϊκής ευσέβειας», από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας έως σήμερα — τόσο στους καθολικούς και τους προτεστάντες όσο και στους ορθοδόξους. (περισσότερα…)

Ο κόσμος είναι διάφανος κι εμείς διαπερατοί

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ο κόσμος είναι διάφανος κι εμείς διαπερατοί

Μόνο καλπάζουσα αφέλεια δικαιολογεί όσους διατηρούσαν έστω και ελάχιστες αμφιβολίες για την ύπουλη χρήση του Predator από την κυβέρνηση και την παρακολούθηση Ελλήνων πολιτών με αδιευκρίνιστα κριτήρια. Η δήλωση λοιπόν του ιδιοκτήτη της Intellexa ότι η εταιρεία του παρέχει τεχνογνωσία μόνο σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόμου και άρα ότι το Predator χρησιμοποιήθηκε όχι από ιδιώτες αλλά από κυβερνητικές υπηρεσίες δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Κεντρική μέριμνα όλων των κυβερνήσεων σε Βορρά και Νότο, Δύση και Ανατολή και όλων των πολιτευμάτων, υποτιθέμενα δημοκρατικών ή πασίδηλα αυταρχικών, κοσμικών ή θεοκρατικών, είναι να χώνουν τη σουβλερή τους μύτη στο μυαλό και στα βρακιά των υπηκόων τους. Αυτοί είναι οι εχθροί και η φιλυποψία απέναντί τους αποτελεί θέσφατο για τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, τους πρεντατοριανούς της εξουσίας και τις παρακρατικές τους συμμορίες. Οι κυβερνήσεις άλλωστε, ως μικρομερισματούχοι του Κράτους Υπονοίας ακολουθούν απλώς την πρακτική των αφεντικών τους, των μεγάλων εταιρειών που συλλέγουν καθημερινά τρισεκατομμύρια δεδομένων για τα υποψήφια εμπορικά τους θύματα.

Το χειρότερο όμως είναι ότι η παράνοια του Μεγάλου Αδελφού, που άλλοτε κυρίευε μόνο άρρωστους ζηλιάρηδες, έχει δηλητηριάσει  ολόκληρη την κοινωνία. Πολλοί κουτσομπόληδες ξενυχτούν στο διαδίκτυο για να ξεσκεπάσουν παρεκκλίνουσες συμπεριφορές άλλων χρηστών – και σε λίγο, ως αποτέλεσμα του τεχνοκρατικού εκδημοκρατισμού, τα πιο προηγμένα εργαλεία ηλεκτρονικής παρακολούθησης θα βρίσκονται στα χέρια του καθενός. Οι ψυχαναλυτές θα επιτηρούν τους αναλυόμενους για το ενδεχόμενο να μοιράζονται τα μυστικά τους με τις καφετζούδες, τα κουρεία θα καιροφυλακτούν για κάποια ξένη ψαλιδιά στα κεφάλια των πιστών τους, τα μανάβικα της γειτονιάς θα επισκοπούν πελάτες ύποπτους για φρουτολαγνικές αποστασίες – κι όλοι μαζί, ως αληλλοβλεψίες, θα σκαλίζουμε ο ένας τα σωθικά του άλλου με θλιβερές συνέπειες: γιατί όντως βρίσκει κανείς ακριβώς ό,τι ψάχνει. (περισσότερα…)

«Ένας καλός Ευρωπαίος»: Δύση και Ισλάμ

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[7/12]

~.~

Τον νεοορθόδοξο στοχασμό, ως αυτός εκφράστηκε τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δεν απασχόλησε ο ισλαμικός κόσμος, καθώς μείζων αντιπολιτισμικό υπόδειγμα στην προβληματική της ελληνικής ταυτότητας, μπροστά στον εξευρωπαϊσμό και την παγκοσμιοποίηση, συνιστούσε κατ’ ουσίαν η Δύση. Με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που έδωσε γεωπολιτισμικό χώρο στην ευρωατλαντική ηγεμονία, χάρη στα άρθρα του Σάμιουελ Χάντινγκτον στο περιοδικό Foreign Affairs,[402] που επέδειξαν ως μείζονα πρόκληση στη νέα τάξη πραγμάτων τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Γιανναράς διαβλέπει προφητικά, ήδη το 1995, ως βασικότερους πόλους αντιπαράθεσης στον 21ο αιώνα τη Δύση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.[403] Σπεύδει δε να αποκαθάρει τη δυτικής κοπής σύμπτωση που το βιβλίο του Χάντινγκτον πυροδότησε ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το Ισλάμ ως εξίσου αντινεωτερικά δόγματα, εστιάζοντας μάλλον στα κοινά χαρακτηριστικά του Ισλάμ με τη Δύση.[404]  Παρότι, επιπλέον, ανησυχεί για την από τη δεκαετία του ’90 διαπιστωμένη πολιτική διείσδυση του Ισλάμ στον ευρωπαϊκό και τον βορειοαφρικανικό χώρο, ο Γιανναράς δεν θεωρεί κίνδυνο τον αραβικό ισλαμισμό, καθότι αυτός αποκλείει, κατά τον ίδιο, ιστορικοπολιτισμικά την Ελλάδα από τον προαιώνιο εχθρό του, τη Δύση.[405] Ο «οθωμανικός ισλαμισμός»,[406] ο οποίος διεκδικεί «πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους»,[407] αντιθέτως, υποδεικνύεται ως απειλή σε ζητήματα εθνικής επιβίωσης, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται πλέον με τη μεταφυσική, αλλά αντικειμενοποιείται ως η θρησκεία του έθνους.

Tον δε Ράμφο το ζήτημα του Ισλάμ θα απασχολήσει κυρίως μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στο βιβλίο του Έλληνες και Ταλιμπάν (2001).[408] Το Ισλάμ επικρίνει σποραδικά, έναντι του κεμαλικού κράτους, ως συντελεστή ανιστορισμού και χρονικής αγκύλωσης για τη νεοοθωμανική στρατηγική της σύγχρονης Τουρκίας.[409] Συναφώς, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί προκύπτει κατά τον ίδιο ως σύμπτωμα «πολιτισμικού γενιτσαρισμού» και «πνευματικής υστέρησης».[410]

Το Ισλάμ, συνεπώς, για τους δύο αυτούς στοχαστές, ειδικά στην εποχή της ακμής του νεοορθόδοξου λόγου, δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα ή απειλή per se, ωστόσο εισέρχεται σποραδικά στις παρεμβάσεις τους στη νέα χιλιετία, κυρίως σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, το Δόγμα «Νταβούτογλου» και την εν γένει απειλή της Τουρκίας για τον ελληνισμό. (περισσότερα…)

Αρρυθμίες πρακτικών και το νεοελληνικό στοίχημα

*

του ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΥΜΕΝΗ

~.~

Ο πήχης των πρακτικών

Ένα πρόσωπο προσανατολίζεται είτε μέσω ευρύτερων αιτημάτων είτε μέσω μεμονωμένων πρακτικών. Εντός πρακτικών υπάρχει μια ανταλλακτική σχέση: δίνονται και λαμβάνονται αγαθά και τεχνήματα που κυκλοφορούν στον κοινωνικό σχηματισμό, εμπλέκοντας επαγγέλματα, θεσμούς και πρακτικές. Ο προσανατολισμός εκτός πρακτικών χαρακτηρίζεται από διαθέσεις, στάσεις και πράξεις που ξεπερνούν τις μεμονωμένες πρακτικές και αφορούν μία συνολική πορεία πλεύσεως. Βρίσκεται έξω από το προαναφερθέν δούναι και λαβείν και σχετίζεται με τη συνάντηση προσώπου με πρόσωπο∙ στις έλξεις ή απώσεις που αναπτύσσονται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον: κοινωνικό, πολιτισμικό, φιλικό, οικογενειακό, ερωτικό.

Σύμφυτη με την έννοια της πρακτικής είναι η έννοια του κριτηρίου. Τα κριτήρια αφορούν το αποτέλεσμα μιας πρακτικής που τίθεται σε κυκλοφορία – ως προϊόν, ως υπηρεσία, ως αγαθό. Χαράζουν τα όρια μεταξύ του ορθού και του λανθασμένου, του άξιου και του ανάξιου, του αποδεκτού και του μη αποδεκτού. Επιπλέον, δεν πέφτουν από τον ουρανό. Από ανθρώπους φτιάχνονται, μέσα από ποικίλες ζυμώσεις στην εκάστοτε πρακτική, και στον χρόνο δοκιμάζονται. Κάθε κοινωνικός σχηματισμός θέτει τον δικό του πήχη, διαμορφώνει τα δικά του κριτήρια στην εκάστοτε πρακτική. Διαμορφώνει πρότυπα· τι είναι αποδεκτή δημοσιογραφία, άξιο λογοτεχνικό έργο, κατάλληλη ιατρική φροντίδα, σωστή εκπαιδευτική προσέγγιση ή λανθασμένη. Σε κάποιους κοινωνικούς σχηματισμούς αναπτύσσονται καινοτομίες στις πρακτικές (ενδεχομένως και ολότελα καινούργιες πρακτικές), ενώ σε άλλους αναπτύσσονται αντίγραφα, τα οποία είτε εξελίσσουν το πρότυπο είτε αποτελούν επιτόπιες προσαρμογές είτε καταντούν κακέκτυπά του. (περισσότερα…)

Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 45 χρόνια διαψεύσεις

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Σαράντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από την επίσημη εισδοχή της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Τρεις υποσχέσεις είχαν λάβει οι Έλληνες, τρεις θετικές εξελίξεις προσδοκούσαν από την ένταξή τους το 1981. Η πρώτη ήταν η βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, η ενδυνάμωση της οικονομίας και των εισοδημάτων. Η δεύτερη, η στήριξη της διεθνούς θέσης της χώρας, ιδίως έναντι του αναθεωρητισμού της Τουρκίας, που ελάχιστα χρόνια πριν είχε καταλάβει τη βόρεια Κύπρο. Τέλος, αίτημα αυτονόητο αφού οι μνήμες της Χούντας ήταν ακόμη νωπές, οι Έλληνες προσδοκούσαν την εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Και οι τρεις αυτές προσδοκίες αποδείχτηκαν φρούδες. Οικονομικά, η Ελλάδα είναι σήμερα πολύ φτωχότερη από το 1981, συγκρινόμενη με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες. Τότε ήμασταν πιο εύποροι από τους Ισπανούς λ.χ., πολύ πιο ευκατάστατοι από τους Πορτογάλους, ενώ απείχαμε παρασάγγες από τις, κομμουνιστικές ακόμη, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σήμερα, οι μετρήσεις μάς φέρνουν έσχατους σε αγοραστική δύναμη, κυριολεκτικά στον πάτο. Και αυτό δεν είναι το μόνο. Το 1981 είχαμε ακόμη ισχυρή αγροτική παραγωγή, αξιόλογη βιομηχανία, ελάχιστο δημόσιο χρέος. Σήμερα είμαστε μια καταχρεωμένη χώρα εξαρτημένη από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.

Ανάλογα ισχύουν για την ασφάλεια της χώρας. Από το 1981 και εντεύθεν, οι τουρκικές διεκδικήσεις όχι μόνο δεν ανασχέθηκαν, αλλά γιγαντώθηκαν κιόλας, φέρνοντάς μας στα πρόθυρα του πολέμου τουλάχιστον τρεις φορές. Η μεν Κύπρος μπήκε και αυτή στην Ένωση, ωστόσο αυτό δεν παρενόχλησε καθόλου την ερωτοτροπία των εταίρων μας με την Άγκυρα. Εμείς υποχρεωθήκαμε να πάρουμε πίσω κάθε βέτο και ένσταση σχετική με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, οι Τούρκοι δεν εξαναγκάστηκαν στην παραμικρή υποχώρηση. Στην πράξη, οι ευρωπαϊκοί θεσμικοί μηχανισμοί (τελευταίο παράδειγμα τα επιχειρούμενα, έστω, περί ευρωάμυνας) έγιναν προνομιακό πεδίο της γείτονος διά των οποίων ενισχύουν την πίεση που μας ασκούν. (περισσότερα…)

Σκέψεις για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα

 *

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Σε περιόδους παρακμής διαπιστώνεται μια ταλάντωση μεταξύ των λεπτότερων αποχρώσεων της πιο σχολαστικής υπερευαισθησίας και της ξαφνικής συχνά υστερικής κτηνωδίας. Επίσης μια βαθιά δυσαρέσκεια με την κουλτούρα του παρόντος, μια δυσφορία, μια εξέγερση εναντίον της, αλλά μια εξέγερση στην οποία ο «εξεγερμένος» δεν θέλει να δει τα δικά του παρασιτικά προνόμια και την κοινωνική τους βάση να θίγονται σε καμιά περίπτωση, και έτσι το καλωσορίζει με ενθουσιασμό όταν ο επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της δυσαρέσκειας επιδοκιμάζεται φιλοσοφικά, αλλά ταυτόχρονα, ως προς το κοινωνικό του περιεχόμενο, μετατρέπεται σε άμυνα κατά οποιασδήποτε αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος.
ΓΚΕΟΡΓΚ ΛΟΥΚΑΤΣ

Στο περιβάλλον της προχωρημένης μετανεωτερικότητας, όπου η ιδεολογία ζει και βασιλεύει και τους ανθρώπους κυριεύει, παρά τα όσα αντίθετα λέγονται, η πολιτική ως κυβερνητικό φαινόμενο, δηλαδή ως άσκηση της εξουσίας και «διαχείριση» της κυριαρχίας από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ, παράλληλα με την εξάρθρωση της λαϊκής υποκειμενικότητας, αδυνατεί να προκαλέσει την γνήσια εκδίπλωση εκείνων των συγκρουσιακών καταστάσεων που αποτελούν τον πυρήνα της Δημοκρατίας.

Το πολιτικό προσωπικό των αρχηγεσιών που ηγείται σήμερα μετριέται στην ικανότητα να «αλλάζει γήπεδο», να φαντάζεται και να εφευρίσκει νέες ευκαιρίες για σύγκρουση, μέσω όμως των οποίων επιτυγχάνεται πάντοτε η συναίνεση στα προκαθορισμένα σημεία εντός ενός δεδομένου πλαισίου. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας του εκλογικού σώματος, αλλά και εντός της ίδιας της πλειοψηφίας, των κομμάτων –ή των ρευμάτων– τεστάροντας συνεχώς τα αναχώματα του αντιπάλου, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τη ροή των εξερχόμενων ψήφων.

Σε αντίθεση με όσους είχαν ελπίσει ότι η βαθιά πολύπλευρη κρίση που διέρχεται η χώρα θα οδηγούσε σε στοιχειώδη ποιοτική αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων της χώρας, η αδήριτη πραγματικότητα δικαιώνει όλους όσοι είχαν τολμήσει να υποστηρίξουν (-ζουν) ότι αντιθέτως αυτή όχι μόνο θα παραμείνει η ίδια αλλά και θα κατρακυλήσει σε χειρότερα επίπεδα. Μάλιστα η συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων οδηγεί σε οδυνηρές σκέψεις ότι τελικά «δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μη μαίνεται κατά της πατρίδας».[1]

Δυστυχώς κανένα πολιτικό κόμμα για το ζήτημα αυτό δεν δίνει καμία εξήγηση. Καθένα έχει τα δικά του σκοτεινά σημεία, τις κρυφές του εκατόμβες και τα ανομολόγητα όνειρά του. Τους θησαυρούς του από απερίσκεπτα πράγματα και από προπέτειες. Όσα λησμόνησε στα σχέδιά του και όσα θέλει να κάνει να ξεχάσουν οι άλλοι. Αποσύρουν, προκειμένου να επιβιώσουν, όλα εκείνα τα οποία υπόσχονται προκειμένου να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους. Συμπεριφέρονται «λαϊκιστικά» όσο βρίσκονται εκτός εξουσίας και άλλο τόσο και περισσότερο όταν βρίσκονται στην εξουσία. (περισσότερα…)

Τα νησάκια

* * * 

Νοέμβρης· τα νησάκια μπαίνουν στον ορό
με μια γερή γροθιά πέφτουν σε νάρκη
μέχρι το Πάσχα (τύπου Ανάσταση θαρρώ…).

Κλειστές ταβέρνες, στοιχειωμένα πάρκινγκ,
ξεθωριασμένα διαφημιστικά εκδρομών,
χωριά ερημωμένα – άλλοτε αυτάρκη…

Οι επιχειρηματίες –οι πιο πολλοί– υπ’ ατμόν
φεύγουν, να διαχειμάσουνε και πάλι
στις πολιτείες των φώτων, των ευκαιριών

κι ύστερα με το λάπτοπ στη μασχάλη
και μ’ άπταιστη αγγλική θα ’ρθούν σε υποδοχή
ορδών με παρεό και με σανδάλι.

Νησιά πεντόβολα σε φαύλη χούφτα· ηχεί
φάλτσα το Άξιον Εστί εντέλει…
Νησιά πηχτά στη λασπουριά και στη βροχή

που ο ήλιος μισθωμένος ανατέλλει. (περισσότερα…)

Yποτροπίασα!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Υποτροπίασα!

Σ’ ένα μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ διαδραματίζεται μια πολύ σπιρτόζικη σκηνή. Ένας ζωγράφος ψάχνει κάποιον συγγραφέα που του έχει υποσχεθεί ένα κειμενάκι για το έντυπο της προσεχούς του εκθέσεως. Μάταια όμως, γιατί ενώ ο καιρός περνά ο συγγραφέας είναι εξαφανισμένος και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα από τα αγωνιώδη μηνύματα που θυμίζουν την υποχρέωσή του. Όταν τελικά ο ζωγράφος αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα του αντικρύζει ένα αλλόκοτο θέαμα. Ο συγγραφέας είναι, άλουστος αξύριστος με μια βρώμικη ρόμπα, εμφανώς παραμελημένος ενώ το σπίτι δεν βρίσκεται σε διόλου καλύτερη κατάσταση. Σ’ ένα τραπέζι βρίσκονται αραδιασμένα όλων των ειδών τα ζαμπονικά και μια μεγάλη ποικιλία σαλαμιών. Στο ερωτηματικό βλέμμα του επισκέπτη ο συγγραφέας απολογείται με σκυμμένο κεφάλι: Ε, ναι λοιπόν! Υποτροπίασα! Ξανάπεσα στα αλλαντικά!

Θυμήθηκα τη σκηνή γιατί αυτή τη βδομάδα υποτροπίασα με τη σειρά μου. Ξανάπεσα στα αστυνομικά! Πήρα από μια φίλη δυό σακούλες από δαύτα και ξημεροβραδιάζομαι μαζί τους. Αλλά μη φανταστείτε αστυνομική λογοτεχνία ποιότητος, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ρέημοντ Τσάντλερ ή τίποτε ανάλογο σε καλαίσθητες εκδόσεις. Μιλάμε γι’ αυτά τα προχειρογραμμένα, μαζικής παραγωγής αστυνομικά, με την υποτυπώδη πλοκή και τους χοντροκομμένους χαρακτήρες, κακοτυπωμένα συνήθως, μεταφρασμένα στο πόδι και με τόσες περικοπές ώστε να χωρέσουν σ’ ένα βιβλιαράκι τσέπης. Παλιότερα είν’ αλήθεια με τον Δημήτρη Αρμάο συνηθίζαμε, μια-δυό φορές τον χρόνο, να κάνουμε νυχτερινές επιδρομές στην Ομόνοια. Αγοράζαμε κατόπιν προσεκτικής επιλογής ό,τι χειρότερο βρίσκαμε στον πάτο του βαρελιού: κόμικς της κακιάς ώρας, ιστορίες βλακώδους φαντασίας ή διαστημικά σκουπίδια. Ύστερα τα βάζαμε στο πάτωμα με συνοδεία ένα μπουκάλι ουίσκυ, καθόμαστε ανακούρκουδα και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια διαβάζοντας εκ περιτροπής λίγες αράδες απ’ το καθένα. Όταν χάθηκε ο Δημήτρης έκοψα αυτή την αλγεινά διασκεδαστική συνήθεια — έλα όμως που όπως γίνεται σε κάτι θριλεράκια της συμφοράς, τα φαντάσματα κάποτε ξυπνούν και διεκδικούν τα απνευμάτιστα δικαιώματά τους!

Υ.Γ. Και μη με ρωτήσετε για τους συγγραφείς αυτών των φτηνιάρικων αστυνομικών: (περισσότερα…)