Μήνας: Σεπτεμβρίου 2015

Ηλίας Αλεβίζος: Πληροφοριακές λεωφόροι και διαδικτυακά σοκάκια

El-fake-con-la-foto-del-arrepentimiento-torero-que-se-convirtió-en-viral

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Στα μέσα του 2012, μια είδηση έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο. Αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής. Πόση σχέση όμως έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Η ιστορία της δημιουργίας ενός θρύλου…

Άρτος και θεάματα 

   Στο εκτενέστερο από τα δοκίμιά του, γραμμένο πριν από 450 χρόνια περίπου, ο Μονταίν επιχειρεί να αποδείξει ότι τα ζώα πόρρω απέχουν από το να είναι απλά θηρία, κατευθυνόμενα από ωμά ένστικτα, χωρίς ίχνος λογικής και φαντασίας. Διαθέτουν κι αυτά εκείνα τα χαρακτηριστικά για τα οποία ο άνθρωπος υπερηφανεύται ότι αποτελεί τον εργολαβικό κάτοχό τους. Χαρακτηριστικά όπως ευφυία, γενναιότητα, συμπόνια κι ευγνωμοσύνη ανήκουν στο ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους και, καταπώς το συνήθιζε, ο Μονταίν αντλεί πλήθος παραδειγμάτων από την αρχαία Ελληνική και Λατινική γραμματεία, προς επίρρωση της θέσης του.

   Ανάμεσα στα άλλα, παραθέτει και την περίπτωση του Ανδροκλή, ενός σκλάβου από τη Δακία, που μια μέρα βρέθηκε σε κάποια αρένα της Ρώμης, ως υποψήφιο έδεσμα για τα δόντια ενός λιονταριού, περίφημου για το μέγεθος και την αγριότητά του. Ωστόσο, προς έκπληξη του φιλοθεάμονος κοινού, αντί να τον κατασπαράξει, το λιοντάρι τον πλησίασε και άρχισε τα παιχνιδίσματα και τα χάδια μαζί του. Όπως αφηγήθηκε αργότερα ο Ανδροκλής, την εποχή που ήταν δραπέτης και φυγάς στην Αφρική, βρήκε καταφύγιο σε κάποια σπηλιά της ερήμου. Ήταν εκεί που συνάντησε το λιοντάρι. Πληγωμένο στο πόδι του, αφέθηκε στις περιποιήσεις του Ανδροκλή και όταν ανάρρωσε, κυνηγούσε και μοιραζόταν μαζί του την τροφή που έπιανε. Επί τρία χρόνια έζησαν μαζί στη σπηλιά, μέχρι που ο Ανδροκλής αποφάσισε να επιστρέψει στον πολιτισμό, για να αιχμαλωτιστεί ξανά, έπειτα από τρεις ημέρες. Όταν κατά τύχη βρέθηκαν μαζί στην αρένα μετά από καιρό, ήταν σαν συνάντηση παλιών φίλων. Φυσικά, δόθηκε χάρη στον Ανδροκλή, ο οποίος από τότε ζούσε μαζί με το λιοντάρι, βγάζοντάς το για βόλτες στα στενά της Ρώμης.

   Στα μέσα του 2012, μια είδηση παρόμοιας θεματολογίας έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο, ξεκινώντας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φτάνοντας μέχρι και σε ορισμένους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους. Η είδηση αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Συνειδητοποιώντας τη βαρβαρότητα του συγκεκριμένου «αθλήματος» τη στιγμή που ετοιμαζόταν να αποτελειώσει τον ταύρο, βίωσε μια συναισθηματική κατάρρευση μέσα στην αρένα κι έκτοτε αποφάσισε να στρατευτεί ως ακτιβιστής στον αγώνα υπερ της κατάργησης των ταυρομαχιών. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής.

   Η επιμονή στην κατανάλωση θηριωδίας θα μπορούσε να ωθήσει κάποιον να αντλήσει συμπεράσματα διόλου κολακευτικά για αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό, ή, εν πάση περιπτώσει, για ορισμένες στιγμές του δυτικού πολιτισμού (και η αξία του Μονταίν, μεταξύ άλλων, έγκειται στο ότι υπήρξε ένας από τους πρώτους στοχαστές με την ικανότητα να σκέφτεται ανθρωπολογικά). Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, η αντιπαραβολή του σχολίου του Μονταίν με μια σύγχρονη είδηση θα μπορούσε να αναδείξει τις διαφορές που χωρίζουν δύο κοινωνίες με απόσταση μισής χιλιετηρίδας, όσον αφορά στο τι αντιλαμβάνονται ως ζητούμενο της κοινωνικής κριτικής. Αν το διακύβευμα του Μονταίν υπήρξε η σχετικοποίηση του δυτικού ανθρώπου, τόσο ως προς άλλους πολιτισμούς όσο και ως προς τα ζώα, η είδηση για τον ανανήψαντα ταυρόμαχο φαίνεται να μας καλεί σε μια υπεράσπιση της ανθρωπιάς… του ανθρώπου. Ωστόσο, το παρόν κείμενο θα περιοριστεί σε κάτι πιο τετριμμένο. Θα επιχειρήσουμε μία σύντομη ανάλυση της εν λόγω είδησης, τόσο ως προς την αξιοπιστία της όσο και ως προς την εξέλιξη και τη διάδοσή της  στις πληροφοριακές λεωφόρους του διαδικτύου – που ενίοτε μπορεί να αποδεικνύονται στενοσόκακα.

Η ιστορία μιας «παρανόησης» 

   Για όσους έτυχε να διαβάσουν τη συγκεκριμένη ιστορία κάπου στο διαδίκτυο, το πιο πιθανό είναι ότι είτε την είδαν αναδημοσιευμένη στο προφίλ κάποιου φίλου τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είτε την έλαβαν από κάποιο γνωστό τους υπό τη μορφή e-mail. Παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται σε διάφορες παραλλαγές, ποτέ δεν υπερβαίνει τις δύο – τρεις παραγράφους και ανάμεσα στην περιγραφή του περιστατικού παρεμβάλλεται κι ένα απόσπασμα σχεδόν λογοτεχνικής ποιότητας που αποδίδεται στον ίδιο τον ταυρομάχο. Αναπόσπαστο κομμάτι της αποτελεί και η φωτογραφία που αναφέρθηκε παραπάνω. Η ιστορία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ορφανή, μιας και σχεδόν ποτέ δεν συνοδεύεται από παραπομπή στην αρχική πηγή ούτε γίνεται αναφορά στον συντάκτη της. Για να πιάσει κανείς το νήμα της εξέλιξής της, πρέπει να είναι πρόθυμος να αφιερώσει μερικές ώρες αναζήτησης στο διαδίκτυο, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εργαλεία και συμπληρώνοντας κατά περίσταση με τις κατάλληλες λογικές συνεπαγωγές.

   Μία από τις πρώτες εκδοχές της, τοποθετημένη περίπου στις αρχές του 2012, μπορεί να ανευρεθεί στο ισπανόφωνο (με έδρα την Αργεντινή) κοινωνικό δίκτυο taringa[1]. Ο χρήστης που τη δημοσίευσε ανήρτησε την επίμαχη φωτογραφία, πάνω από την οποία παρέθετε το «λογοτεχνικό» απόσπασμα σε εισαγωγικά.  Ωστόσο, φρόντισε να αποδώσει την πατρότητα του αποσπάσματος στον συγγραφέα του, τον ισπανό λογοτέχνη Antonio Gala. Δεν ήταν ο πρώτος που χρησιμοποιούσε τα συγκεκριμένα λόγια του Gala, σε συνδυασμό με κάποια φωτογραφία ταυρομαχίας, προφανώς ως μια συμβολική κίνηση εναντίωσης στο έθιμο αυτό[2]. Το 1995, ο Gala έγραψε ένα άρθρο για την ισπανική εφημερίδα El Pais, στο οποίο περιέγραφε τη δική του εμπειρία μεταστροφής που τον οδήγησε να συνταχθεί με το μέρος όσων αντιτάσσονται στο έθιμο των ταυρομαχιών. Από κάποια στιγμή κι έπειτα, φαίνεται πως ένα μέρος του άρθρου εκείνου βρήκε τον δρόμο του προς το διαδίκτυο, αποτελώντας έκτοτε προσφιλή παραπομπή για τους anti-taurino. Περίπου την ίδια εποχή, ο συνδυασμός της φωτογραφίας με το απόσπασμα του Gala κυκλοφορεί και στην ορφανή του εκδοχή, με τα λόγια ενσωματωμένα στην εικόνα, τα εισαγωγικά στη θέση τους, αλλά χωρίς αναφορά στον συγγραφέα[3].

   Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το όνομα του ταυρομάχου (Álvaro Múnera) δεν εμφανίζεται κάπου, συνδεδεμένο είτε με η φωτογραφία είτε με τα λόγια του Gala, παρά το ότι ο ίδιος είχε υπάρξει για χρόνια ενεργός ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων και είχε παραχωρήσει συνεντεύξεις, προσβάσιμες και σε αγγλόφωνο κοινό[4]. Το σημείο καμπής φαίνεται πως είναι η 5η Μαρτίου του 2012, όταν ο αμερικανικός ιστότοπος salon.com αναδημοσιεύει δύο παλαιότερες συνεντεύξεις του, μία σε περιοδικό και μία ραδιοφωνική σε έναν ολλανδικό σταθμό[5]. Την ίδια μέρα, τρεις αμερικανοί χρήστες του facebook αναρτούν μία δημοσίευση που περιλαμβάνει την αρχική φωτογραφία, τα λόγια του Gala, αποδιδόμενα πλέον στον Múnera, καθώς και μερικά επιπλέον σχόλια όπου αναφέρεται ότι ο Múnera, παρότι κατέρρευσε σε εκείνη την ταυρομαχία, αποχώρησε τελικά από την ενεργό δράση λίγο καιρό αργότερα, λόγω ενός ατυχήματος στο οποίο ο ταύρος τον τραυμάτισε, αφήνοντάς τον παράλυτο[6]. Η χρήστης, στο προφίλ της οποίας ανέβηκε η δημοσίευση, παραθέτει σε σχόλιο της σύνδεσμο προς τη ραδιοφωνική συνέντευξη του Múnera, στην οποία όμως ο ίδιος ο Múnera δεν αναφέρει το παραμικρό σχετικά με κάποια κατάρρευσή του μέσα στην αρένα. Αντιθέτως, και στις δύο συνεντεύξεις του αναφέρει ρητά ότι η μεταστροφή του οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι, μετά το ατύχημά του (που όντως συνέβη), το περιβάλλον του, ιδιαίτερα όταν μετέβη στις Η.Π.Α. για κάποιες θεραπείες, τον αντιμετώπιζε περίπου ως εγκληματία.

   Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία άρχισε να διαδίδεται γρήγορα στο facebook και να καταγράφει χιλιάδες αναδημοσιεύσεις, ακόμα και σε συντομευμένες ή και ελαφρώς παραλλαγμένες εκδοχές της, χωρίς όμως κάποιον σύνδεσμο προς τις συνεντεύξεις[7]. Το καλοκαίρι του 2012, ένας συγγραφέας, στο ενεργητικό του οποίου βρίσκεται κι ένα βιβλίο με θέμα ειδικά τις ταυρομαχίες, ανήρτησε στο ιστολόγιό του μία σειρά στοιχείων που αποδείκνυαν το πλαστό της ιστορίας[8]  (χωρίς όμως να ιχνηλατεί την εξελιξή της, όπως παρουσιάζεται εδώ). Πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί ως τώρα σχετικά με την πραγματική ιστορία του Múnera, ταυτοποιεί επίσης τον ταυρομάχο της φωτογραφίας (Sánchez Vara) κι επεξηγεί το νόημα της στάσης στην οποία τον συνέλαβε ο φακός. Κατά τρόπο ειρωνικό, ο ταυρομάχος όχι μόνο δεν βρισκόταν σε απόγνωση τη στιγμή που καθόταν με το κεφάλι του ακουμπισμένο στο χέρι, αλλά, αντίθετα, η εν λόγω στάση αποτελεί τη λεγόμενη φιγούρα desplante, κατά την οποία δείχνει να αψηφά επιδεικτικά τον ταύρο, επιτρέποντάς του να φτάσει σε τόσο κοντινή απόσταση. Φυσικά, όσοι ταυρομάχοι αποπειρώνται να εκτελέσουν αυτή τη φιγούρα, το κάνουν μόνο τότε, όταν έχουν βεβαιωθεί ότι ο ταύρος είναι τόσο τραυματισμένος κι εξουθενωμένος ώστε να μην έχει καν τη δύναμη για να επιτεθεί – στην ουσία όταν βρίσκεται λίγο πριν τον θάνατο.

Δι’ εσόπτρου ηλεκτρονικού

   Αν το χρονολόγιο αυτής της πλαστογράφησης, όπως το ανασυστήσαμε παραπάνω, ευσταθεί έστω και σε αδρές γραμμές, τότε το ενδεχόμενο κάποιας εσκεμμένης παραποίησης με σκοπό την παραπληροφόρηση, μοιάζει λιγότερο πιθανό απ’ όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, γνωρίζοντας μόνο το γεγονός της πλαστογράφησης αυτό καθ’ εαυτό. Αντίθετα, μια πιο ευλογοφανής υπόθεση θα ήταν αυτή της «αθώας» παρανόησης. Ένας ιστότοπος αναδημοσιεύει αρχικά μια παλαιότερη συνέντευξη του ταυρομάχου. Ορισμένα άτομα με ευαίσθησίες στο θέμα των δικαιωμάτων των ζώων σκοντάφτουν στο άρθρο και σπεύδουν να κάνουν μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο για το θέμα. Καθώς το λογοτεχνικό απόσπασμα του Gala κυκλοφορεί ήδη ορφανό, μαζί με τη φωτογραφία,  αναφερόμενο επίσης σε μια εμπειρία μεταστροφής και μάλιστα μέσα από το βλέμμα ενός οιονεί ταυρομάχου, το βήμα της σύνδεσης των δύο περιστατικών μοιάζει σχεδόν λογικό. Εφόσον η σύνδεση μέσω απλής παράθεσης δεν θα ήταν αρκούντως ελκυστική, η φαντασία συμπληρώνει επικουρικά τη διήγηση με τις κατάλληλες λεπτομέρειες ώστε να της προσδώσει συνοχή. Τελικά, άτομα ή ομάδες με συγγενείς ανησυχίες αναλαμβάνουν από αυτό το σημείο κι έπειτα τη διάδοση της ιστορίας, η οποία σταδιακά αποκτά το καθεστώς είδησης.

   Το περιστατικό δεν είναι ούτε το πιο ακραίο ούτε μεμονωμένο μέσα στη σύντομη ιστορία του διαδικτύου. Το ζήτημα θα μπορούσε επομένως να λήξει κάπου εδώ, αφήνοντας ως παρακαταθήκη μία ακόμα αφορμή για ανέξοδες ηθικολογίες περί αναξιοπιστίας των νέων μέσων – προφανώς τα έντυπα μέσα του παρελθόντος και του παρόντος υπήρξαν υποδείγματα αξιοπιστίας – ή για διθυράμβους περί της ικανότητας του διαδικτυακού «πλήθους» να αυτορυθμίζεται, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των κυβερνητικών συστημάτων – μέχρι τον επόμενο Snowden που θα υπενθυμίσει ότι και οι μηχανές διαθέτουν τους ρυθμιστές τους. Ως διέξοδο από τη διελκυνστίδα μεταξύ τεχνοφοβίας και τεχνοφιλίας προτάσσεται ενίοτε εκείνη η «ώριμη» στάση της τήρησης ίσων αποστάσεων από εκδηλώσεις του λεγόμενου τεχνολογικού ντετερμινισμού, αντίθετες όψεις του οποίου συνιστούν τόσο η τεχνοφοβία όσο και η τεχνοφιλία. Μια τέτοια καταδίκη του τεχνολογικού ντετερμινισμού «απ’ όπου κι αν προέρχεται», στη βάση μιας αφηρημένης μεθοδολογικής αρχής, μοιάζει καταρχήν θεμιτή. Ωστόσο, δεν θα μπορούσε παρά να εγείρει υποψίες, αν εξεταστεί ως προς τις έσχατες κοινωνικές, πολιτικές κι εν τέλει ιδεολογικές συνέπειές της, ειδικότερα αν λάβει κανείς υπόψιν του την πλημμυρίδα «λατρευτικών» εκδηλώσεων που περιβάλλει τα νέα μέσα καθώς και την πηγή απ’ όπου αναβλύζει όλη η συναφής τεχνολαγνεία – κι εδώ φυσικά εννοούμε τα προνομιούχα τμήματα των τεχνολογικά υπερανεπτυγμένων και καπιταλιστικά υπερώριμων κοινωνιών της δύσης. Αντί να προσπεράσουμε το περιστατικό, ξορκίζοντάς το με μερικές κατάρες ή δοξολογίες, ίσως θα ήταν πιο γόνιμο να το χρησιμοποιήσουμε ως εφαλτήριο για ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις.

   Μία από τις συνηθέστερες χάρες που αποδίδονται στα νέα μέσα αφορά στην υποτιθέμενα εγγενή δημοκρατικότητά τους, με τη δυνατότητα που παρέχουν στους απλούς χρήστες να εκφράζονται αυθόρμητα, σπάζοντας τα άλλοτε ασφυκτικά δεσμά των παντός είδους διαμεσολαβήσεων. Αν εξεταστεί από πιο κοντά αυτό το νέο είδος λόγου του απλού χρήστη (κι αφήνοντας κατά μέρος το θέμα της αξιοπιστίας προς το παρόν), ένα ερώτημα που θα μπορούσε να διατυπωθεί είναι το κατά πόσον ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού ή του δημόσιου.  Στην περίπτωση της ιστορίας με τον ταυρομάχο, το ύφος της παρουσίασής της καθώς και ο τρόπος διαδόσης της προδιαθέτουν υπέρ της δημόσιας φύσης της. Ωστόσο, οι δημοσιεύσεις ενός χρήστη κοινωνικού δικτύου στο προφίλ του απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε όσους έχει επιλέξει να προσθέσει ως «φίλους» του ή, με άλλα λόγια, σε άτομα που παραδοσιακά θα λέγαμε ότι ανήκουν στον προσωπικό του κύκλο. Φυσικά, μόνο κάποιος αφοπλιστικά αφελής θα τολμούσε να αντιμετωπίσει τη δραστηριότητα του σε τέτοια μέσα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα διαχειριζόταν αυστηρά ιδιωτικές υποθέσεις του (τουλάχιστον μέχρι τώρα). Παρ’ όλα αυτά, μεγάλο κομμάτι του λόγου των νέων μέσων φαίνεται να εμπίπτει ακριβώς σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, με τις αντιφάσεις, τις αντινομίες και τις εντάσεις μεταξύ των δύο πόλων να διατρέχουν και το ύφος του. Ύφος εξομολογητικό, συχνά με υπερχειλίζοντα συναισθηματισμό ποικίλων αποχρώσεων (από δακρύβρεχτο μέχρι οργίλο) που ωστόσο, στο βαθμό που θέλει να εκφραστεί ημι-δημόσια, ποτέ δεν ρίχνει τις άμυνες για να γίνει απροκάλυπτα προσωπικό, παρά την τελευταία στιγμή ελίσσεται για να επιδοθεί σε γενικεύσεις και παρατηρήσεις που υπερβαίνουν  το ατομικό – και δικαιολογημένα ελέγχονται ως απλές εκλογικεύσεις. Αρκετά χρόνια πριν τη διάδοση του διαδικτύου, ο Richard Sennett είχε περιγράψει σε μια εκτενή μελέτη του (The Fall of Public Man, μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Η τυραννία της οικειότητας) τη διαδικασία κατάλυσης των ορίων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού κατά τη μετάβαση από το Ancien Régime στις αστικές, βιομηχανικές κοινωνίες του 19ου αιώνα. Αυτό που ονόμασε ως εισβολή της προσωπικότητας στον δημόσιο χώρο αποτυπώνεται ιδεοτυπικά στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή και κρίνεται η παρουσία ενός πολιτικού (αλλά όχι μόνο) προσώπου στις δημόσιες εμφανίσεις του, κατά τις οποίες το ίδιο το περιεχόμενο των λόγων του δεν διαθέτει κάποια αυταξία, παρά λογίζεται ως αφορμή για να αποκωδικοποιηθούν όψεις της προσωπικής του ζωής, όταν αυτή δεν προβάλλεται απροκάλυπτα ως θέαμα μπροστά σ’ ένα παθητικό κοινό. Μπορεί κανείς να επιχαίρει για τις (πραγματικές ή φανταστικές) αυξημένες δυνατότητες ενεργητικής συμμετοχής των απλών χρηστών στον δημόσιο λόγο, όμως συνήθως προσπερνάται το ζήτημα των δομικών μεταβολών σε αυτόν τον λόγο, διαμέσου και των νέων δικτυακών τεχνολογιών. Αυτό το υβρίδιο του νέου λόγου που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στις γκρίζες ζώνες του διαδικτύου φαίνεται να οδηγεί στις ακραίες της συνέπειες τη διαδικασία σύμφυσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, όπως την είχε περιγράψει ο Sennett. Όμως αυτή τη φορά δεν πρόκειται μόνο για μια διάρρηξη των ορίων του δημοσίου από στιγμές του ιδιωτικού, αλλά και αντίστροφα, για μια διαρκή παρουσία ενός οιονεί δημοσίου ματιού σε λειτουργία κατόπτευσης του προσωπικού, παγιδεύοντας έτσι τον λόγο στη μέγγενη μιας διπλής λογοκρισίας (λησμονείται συχνά ότι η πιο αυστηρή λογοκρισία μπορεί να έχει ως πηγή της τα πιο κοντινά πρόσωπα), από την οποία επιχειρεί να αποδράσει με συναισθηματικές εξάρσεις που καταλήγουν να ταυτίζουν το πολιτικό με το προσωπικό. Κατόπιν τούτου, δεν φαίνεται παράλογο όταν πολιτικές και ιδεολογικές διαφωνίες εκλαμβάνονται ως προσωπικές προδοσίες ή όταν προσωπικές διαφορές λειτουργούν ως ανυπέρβλητα αναχώματα για την σύμπτυξη πολιτικών συμμαχιών ή όταν παροχετεύονται στον δημόσιο λόγο με το προκάλυμμα του πολιτικού.

   Ένα δεύτερο στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην είδηση για τον ταυρομάχο αφορά στην εξέλιξη της μέσα στον χρόνο. Παρά τις παραλλαγές και μεταμορφώσεις που γνώρισε κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής της, η ιστορία κατάφερε να διατηρήσει αλώβητο ένα χαρακτηριστικό της. Το μήνυμα που μεταφέρει, ως μια διαμαρτυρία εναντίον των ταυρομαχιών, μοιάζει αναμφίλεκτο, ανεξαρτήτως του ακριβούς περιεχομένου του. Οι ενδιάμεσοι κόμβοι μέσα από τους οποίους διήλθε μπορεί να επέβαλλαν πλήθος περιεχομενικών παραμορφώσεων, κάτι που ωστόσο όχι μόνο δεν αποδυνάμωσε το αρχικό μήνυμα, αλλά λειτούργησε και ενισχυτικά υπέρ του. Το «παράδοξο» αυτό βρίσκει μια απλή εξήγηση αν παρατηρήσει κανείς ότι όσοι επέλεξαν να αναδημοσιεύσουν την ιστορία συμμερίζονταν εξαρχής μία αδιαπραγμάτευτη στάση εναντίον των ταυρομαχιών. Φυσικά, δεν πρόκειται για μια συμπεριφορά που προσιδιάζει ειδικά στους χρήστες των νέων μέσων. Αν κάτι είναι καινούριο στην εικονικότητα του διαδικτύου, αυτό έγκειται στην ευκολία με την οποία ένας χρήστης μπορεί να απορρίψει, να αποδεχτεί και να αναπαραγάγει το όποιο υλικό συναντάει στις ψηφιακές περιπλανήσεις του, χαρακτηριστικό που δύσκολα θα έβρισκε επικριτές. Σε δεύτερο χρόνο όμως, αυτή η ευκολία ανεπαίσθητα μεταφράζεται σε ευχέρεια προεπιλογής εκείνων των όψεων της εμπειρικής πραγματικότητας που συνάδουν με ό,τι φαίνεται να επιβεβαιώνει την αυτοκατανόηση του εγώ που κάθεται μπροστά από την οθόνη – ευχέρεια που ενισχύεται από πλείστες εταιρείες μέσω της λεγόμενης προσωποποιημένης παροχής υπηρεσιών ή αλλιώς customization. Η επιδίωξη μιας (εικονικής, περιττό να το πούμε) ασφάλειας μέσω του εξοβελισμού από το διανοητικό και συναισθηματικό πεδίο του ο,τιδήποτε μοιάζει απειλητικό ανορθώνει έτσι διάφανα τείχη τα οποία δεν μπορούν παρά να επιστρέφουν αντανακλάσεις αυτού του περιδεούς εγώ[9]. Αν η ελευθερία διακίνησης πληροφοριών αποτελεί κάτι σαν άρθρο πίστης του νέου ψηφιακού κόσμου, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο, οι διαδικασίες που κυοφορούνται υπόγεια μπορεί ωστόσο να εκβάλουν σε ένα νέο είδος πουριτανισμού που θα κρατάει σε απόσταση ό,τι δεν συμμορφώνεται με προσωπικές αρέσκειες. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο παράλληλων και μη τεμνόμενων οδών ψηφιακά ενισχυμένης φιλαυτίας, οι πληροφοριακές λεωφόροι των φιλελεύθερων δημοκρατιών (μαζί με την περιλάλητη πολυφωνία τους) ίσως καταλήξουν τελικά να μοιάζουν περισσότερο με τα τούνελ του Σάμπατο.

Η ανθεκτική γοητεία της μυθολογίας

Συχνά – πυκνά, διάφορες αναλύσεις που πραγματεύονται τις κοινωνικές επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών καταφεύγουν σε αναλογίες με την εποχή της ανακάλυψης της τυπογραφίας. Αυτό που επιτυγχάνουν συνήθως είναι να συνδυάζουν κατά αξιοθαύμαστο τρόπο την ιστορική άγνοια γύρω από την εξέλιξη της τυπογραφίας με την ακόμα πιο αβυσσαλέα τεχνική άγνοια σχετικά με τη δομή των ψηφιακών μέσων (τυπικό παράδειγμα τέτοιας παρανόησης αποτελεί ο μύθος περί της αποκεντρωμένης φύσης του διαδικτύου, σε αντίθεση με τη συγκεντρωτική φύση της τυπογραφίας)[10]. Ενδίδοντας προς στιγμή στον πειρασμό μιας τέτοιας ιστορικής αναλογίας, θα αναφέρουμε μια συνηθισμένη πρακτική από τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας. Ως γνωστό, η ευρωπαϊκή επέκταση προς νέες ηπείρους συνέπεσε με την ανακάλυψη της τυπογραφίας. Ένα από τα προσφιλή θέματα των τότε βιβλίων ήταν οι ταξιδιωτικές αφηγήσεις από τους νέους τόπους καθώς και ζωολογικές εγκυκλοπαίδειες που περιλάμβαναν πλήθος ζώων που συναντούσε κανείς στα ταξίδια, αλφαβητικά ταξινομημένων, τα λεγόμενα bestiarium vocabulum. Μία ιδιαιτερότητα ωστόσο αυτών των βιβλίων ήταν η απουσία διάκρισης ανάμεσα σε πραγματικές και φανταστικές ιστορίες ή ανάμεσα σε υπαρκτά ζώα και μυθολογικά τέρατα, κάτι που παρά ταύτα δεν μείωνε τη λαοφιλία τους. Τραβώντας την αναλογία διαδικτύου – τυπογραφίας στα άκρα και με αφορμή την ιστορία που παρουσιάστηκε, πόσο εύστοχο ή άστοχο θα ήταν άραγε να μιλήσουμε για μια αναβίωση των bestiarium vocabulum στον 21ο αιώνα; Οι εύκολες ιστορικές αναλογίες είναι όντως παρακινδυνευμένες, όμως αν κάτι έχει να μας πει η ιστορική εμπειρία είναι ότι τα νέα τεχνικά μέσα ποτέ δεν έδρασαν αυτόματα κατά διαφωτιστικό ή χειραφετητικό τρόπο, ενώ η συλλήβδην απόρριψή τους μπορεί να οδηγήσει σε κωμικά συμπεράσματα. Στο βαθμό που τα νέα, ψηφιακά μέσα, όπως κάποτε τα βιβλία, γεννιούνται κι αναπτύσσοναι εντός ανταγωνιστικών κοινωνικών πλαισίων, δεν μπορεί παρά να λειτουργούν κι αυτά σε ένα βαθμό ως όπλα του πολιτικού αγώνα. Αν η αντανακλαστική απόρριψή τους ισοδυναμεί με αφοπλισμό, η άκριτη αποδοχή τους από την άλλη μάλλον ακονίζει το λεπίδι των εκάστοτε ισχυρών.

[1]     Σύνδεσμος Ακριβής ημερομηνία δημοσίευσης δεν υπάρχει. Ωστόσο ο χρονικός εντοπισμός της μπορεί να γίνει με χρήση των κατάλληλων ημερομηνιακών φίλτρων της Google.

[2]     Σύνδεσμος Σε αυτόν τον σύνδεσμο (Ιούλιος 2011) μπορεί να βρεθεί μια άλλη φωτογραφία, με ενσωματωμένο το απόσπασμα.

[3]     Σύνεδσμος Ιανουάριος 2012

[4]     Σύνδεσμος Συνέντευξή του στο περιοδικό Vice, από το 2008.

[5]     Σύνδεσμος Ο αρχικός σύνδεσμος δεν λειτουργεί αλλά μπορεί να ανακτηθεί μέσω του wayback machine.

[6]     Σύνδεσμος

[7]     Σύνδεσμος 7 Μαρτίου 2012, Σύνδεσμος 8 Ιουλίου 2012

[8]     Σύνδεσμος

[9]     Στον αγγλόφωνο χώρο, το συγκεκριμένο φαινόμενο έχει αποδοθεί εύστοχα με τον όρο echo chamber, που μια πιθανή απόσοσή του στα ελληνικά θα ήταν ως αντηχοϊκός θάλαμος, κατά παράφραση του ανηχοϊκού θαλάμου.

[10]    Κάποιες πιο ισορροπημένες αναλύσεις σχετικά με την ιστορική εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, τις ιδεολογικές προκείμενές τους και τις επιπτώσεις τους, τόσο από συντηρητική όσο και από ρητά κριτική σκοπιά, μπορούν να βρεθούν στα εξής: Computer: a history of the information machine (Martin Campbell-Kelly, William Aspray, Nathan Ensmenger, Jeffrey Yost), The modern invention of information: discourse, history and power (Ronald Day) Who controls the Internet? Illusions of a borderless world (Jack Goldsmith, Tim Wu). Ειδικότερα για τις σχέσεις γραφής και τεχνικών μέσων: Orality and literacy: the technologizing of the word (Walter Ong), Writing technology: studies on the materiality of literacy (Christina Haas).

Advertisements

Μαρκ Τουέην: Η προσευχή του πολέμου

0424_-_second

του ΜΑΡΚ ΤΟΥΕΗΝ

Μετάφραση
Αχιλλέας Κατσαρός

Ήταν μια περίοδος μεγάλων πανηγυρισμών και συγκίνησης. Η χώρα είχε πάρει τα όπλα, ο πόλεμος είχε ξεκινήσει, σε κάθε στήθος έκαιγε η ιερή φλόγα του πατριωτισμού. Τα τύμπανα ηχούσαν, οι μπάντες παιάνιζαν, τα παιδικά πιστολάκια κροτάλιζαν, τα σφιχτοδεμένα βαρελότα σφύριζαν και πέταγαν σπίθες.

Σε κάθε χέρι, σε όλες τις στέγες και τα μπαλκόνια, που χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα, ένα δάσος από σημαίες ανέμιζαν και άστραφταν στον ήλιο. Κάθε μέρα οι νεαροί εθελοντές έκαναν παρέλαση στην πλατιά λεωφόρο, χαρούμενοι και όμορφοι με τις καινούριες τους στολές, οι πατεράδες και οι μητέρες και οι αδελφές και οι αγαπημένες, γεμάτοι περηφάνια ζητωκραύγαζαν με φωνές πνιγμένες από συγκίνηση και ευτυχία καθώς περνούσαν μπροστά τους. Κάθε βράδυ τα στοιβαγμένα ακροατήρια σε μαζικές συναθροίσεις άκουγαν, λαχανιασμένα, την πατριωτική ρητορεία που συγκινούσε και τα πιο άδυτα βάθη των ψυχών τους. Και διέκοπταν αυτή τη ρητορεία κατά σύντομα διαστήματα με κυκλώνες από χειροκροτήματα, ενώ πάνω στα μάγουλά τους έτρεχαν τα δάκρυα. Στις εκκλησίες οι πάστορες κήρυσσαν την αφοσίωση στη σημαία και στην πατρίδα και επικαλούνταν το Θεό των Μαχών, ικετεύοντας την παροχή της βοηθείας Του στον καλό μας αγώνα με χείμαρρους από φλογερή ευφράδεια για να συγκινηθεί κάθε ακροατής. Ήταν πραγματικά μια χαρούμενη και ευγενική στιγμή, και όσες άφρονες ψυχές τόλμησαν να αποδοκιμάσουν τον πόλεμο και να προβάλλουν αμφιβολίες για το ότι ήταν άδικος, αμέσως δέχτηκαν αυστηρή και οργισμένη προειδοποίηση ώστε για χάρη της προσωπικής τους ασφάλειας γρήγορα ζάρωσαν μακριά από τα βλέμματα του κόσμου και δεν προκάλεσαν ξανά με αυτόν τον τρόπο. Ήρθε το πρωί της Κυριακής. Την επόμενη μέρα τα τάγματα θα έφευγαν για το μέτωπο. Η εκκλησία ήταν γεμάτη. Οι εθελοντές ήταν εκεί, τα πρόσωπά τους ξαναμμένα από στρατιωτικά όνειρα. Οράματα της σταθερής προέλασης με αυξανόμενη ορμή, της χειμαρρώδους επίθεσης, των λαμπερών σπαθιών, της φυγής του εχθρού, του ορυμαγδού, της αναμενόμενης κάπνας, της άγριας καταδίωξης, της παράδοσης! Και μετά από τον πόλεμο, πίσω στην πατρίδα, ήρωες παρασημοφορημένοι, καλοδεχούμενοι, λατρεμένοι, βαφτισμένοι σε χρυσές θάλασσες δόξας!

Η λειτουργία προχωρούσε. Διαβάστηκε ένα πολεμικό κεφάλαιο από την Παλαιά Διαθήκη. Είπαν την πρώτη προσευχή. Την ακολούθησε μια βροντή από το αρμόνιο που συντάραξε το κτίριο, και με μια ενστικτώδη κίνηση σηκώθηκε όλο το εκκλησίασμα, με απαστράπτοντα μάτια και παλλόμενες καρδιές, και αναφώνησε με ορμή εκείνη τη φοβερή παράκληση:

«Ω Θεέ, ο με κάθε τρόπο τρομερός! Εσύ που προστάζεις. Βροντή η σάλπιγγά σου και κεραυνός η ρομφαία σου».

Μετά ακολούθησε η «μεγάλη» προσευχή. Κανένας δεν μπορούσε να θυμηθεί από τα παλιά ανάλογη προσευχή με τόσο φλογερή παράκληση και τόσο συγκινητική και όμορφη γλώσσα. Η ουσία της ικεσίας της ήταν, ότι ένας φιλεύσπλαχνος και πανάγαθος Πατέρας πάντων ημών, θα προστατεύει τους αγνούς νεαρούς στρατιώτες μας και θα τους βοηθάει, θα τους παρηγορεί και θα τους ενθαρρύνει στο πατριωτικό τους έργο. Θα τους ευλογεί, θα τους προστατεύει την ημέρα της μάχης και την ώρα του κίνδυνου, θα τους κρατάει στο παντοδύναμο χέρι του, θα τους κάνει δυνατούς και θαρραλέους, αήττητους κατά την αιματηρή επίθεση. Θα τους βοηθήσει να συντρίψουν τον εχθρό, θα δώσει σε αυτούς και στη σημαία τους και στην πατρίδα τους αιώνια τιμή και δόξα. Ένας ηλικιωμένος ξένος μπήκε στην εκκλησία και με αργά και αθόρυβα βήματα προχώρησε στον κύριο διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στον ιερέα. Το υψηλό του σώμα ήταν ντυμένο με χιτώνα που έφτανε μέχρι τα πόδια του, το κεφάλι του ήταν ακάλυπτο, τα άσπρα του μαλλιά έφταναν μέχρι τους ώμους του σαν ένας αφρισμένος καταρράκτης, το ρυτιδωμένο του πρόσωπο ήταν αφύσικα χλωμό , τόσο χλωμό που έδειχνε σταχτί. Ενώ όλα τα μάτια τον παρακολουθούσαν με απορία, αυτός συνέχισε τη σιωπηλή πορεία του. Χωρίς να σταματήσει, ανέβηκε στον άμβωνα και στάθηκε δίπλα στον ιεροκήρυκα και έμεινε εκεί όρθιος, περιμένοντας. Με κλεισμένα τα βλέφαρα ο ιεροκήρυκας, χωρίς να έχει αντιληφθεί την παρουσία του ξένου, συνέχισε τη συγκινητική του προσευχή, την οποία και τέλειωσε με την φλογερή παράκληση:

«Ευλόγησε τα όπλα μας, δώσε μας τη νίκη, Ω Κύριε που είσαι ο Θεός μας, ο Πατέρας μας και ο Προστάτης της χώρας μας και της σημαίας μας!»

Ο ξένος τού άγγιξε τον βραχίονα, του έγνεψε να παραμερίσει, πράγμα που έκανε ξαφνιασμένος ο ιερωμένος και πήρε τη θέση του. Για μερικές στιγμές ερεύνησε το εκστατικό ακροατήριο με σοβαρά μάτια, μέσα στα οποία έκαιγε ένα παράξενο φως. Κατόπιν με μια βαθιά φωνή είπε:

«Έρχομαι από το Θρόνο, φέρνοντας μήνυμα από τον Παντοδύναμο Θεό!»

Τα λόγια αναστάτωσαν το εκκλησίασμα. Ο ξένος δεν έδωσε σημασία, αν και είχε καταλάβει την ταραχή.

«Εκείνος άκουσε την προσευχή του δούλου Του και ποιμένα σας, και θα την εκπληρώσει, εάν αυτή είναι η επιθυμία σας, αφού όμως πρώτα εγώ ο αγγελιοφόρος Του, σας έχω εξηγήσει τη σημασία της, την πλήρη σημασία της. Γιατί όπως πολλές από τις προσευχές των ανθρώπων, ζητάει κι αυτή περισσότερα από όσα έχει επίγνωση αυτός που την αρθρώνει, χωρίς να σταθεί και να σκεφτεί. Ο δούλος του Θεού και δικός σας δούλος ολοκλήρωσε την προσευχή του. Σταμάτησε όμως να σκεφτεί; Είναι μόνο μία προσευχή; Όχι, είναι δύο. Η μια εκφωνήθηκε, η άλλη όχι. Και οι δύο όμως έφθασαν στο αυτί Του, Αυτού του Οποίου ακούει όλες τις παρακλήσεις, αυτές που εκφωνήθηκαν και αυτές που δεν εκφωνήθηκαν. Στοχασθείτε το εξής και κρατήστε το στο νου σας. Εάν ικετεύσετε κάποια ευλογία για τον εαυτό σας, προσέξτε! Για να μην, χωρίς τη δική σας πρόθεση, επικαλείσθε συγχρόνως να πέσει κατάρα στο γείτονά σας. Εάν εσείς ζητάτε με την προσευχή σας την ευλογία της βροχής για τα σπαρτά σας, γιατί τη χρειάζονται, με αυτή σας την πράξη πιθανώς προσεύχεστε να πέσει κατάρα στα σπαρτά του γείτονά σας που ίσως δεν χρειάζονται τη βροχή και μπορεί να βλαφτούν από αυτήν. Ακούσατε την προσευχή του δούλου σας. Το μέρος που εκφωνήθηκε. Είμαι εντεταλμένος από το Θεό να εκφράσω με λόγια το άλλο της μέρος. Εκείνο το μέρος με το οποίο ο πάστορας σας, όπως και εσείς μέσα στις καρδιές σας, προσευχηθήκατε εν σιωπή μετά θέρμης. Και εν αγνοία και άνευ στοχασμού. Ο Θεός να δώσει να ήταν έτσι! Ακούσατε αυτές τις λέξεις:

‘Δώσε μας τη νίκη, Ω Κύριε που είσαι ο Θεός μας!’

Αυτό είναι αρκετό. Το όλο της εκφωνηθείσης προσευχής βρίσκεται συμπυκνωμένο σε αυτές τις φορτισμένες λέξεις. Περαιτέρω ανάπτυξη δεν είναι απαραίτητη. Όταν προσευχηθήκατε για τη νίκη, προσευχηθήκατε και για μη τις αναφερθείσες επιπτώσεις που συνοδεύουν τη νίκη. Πρέπει να την συνοδεύουν. Δεν μπορεί παρά να την συνοδεύουν. Στο ευήκοον πνεύμα του Θεού και Πατρός έφτασε επίσης και η μη εκφωνηθείσα προσευχή. Μου εδόθη εντολή από Αυτόν να την εκφράσω με λόγους. Ακούσατε!

«Ω Κύριε και Πάτερά μας, οι νεαροί μας πατριώτες, τα ινδάλματά μας, ξεκινάνε για τη μάχη. Είθε Εσύ να είσαι κοντά τους! Μετ’ αυτών, εν πνεύματι, ξεκινάμε και εμείς από την γλυκιά ειρήνη των προσφιλών μας εστιών για να συντρίψουμε τον εχθρό.

Ω Κύριε και Πάτερά μας, βοήθησέ μας να ξεσκίσουμε τους στρατιώτες του εχθρού σε αιματοβαμμένα κομμάτια με τις οβίδες μας.

Βοήθησέ μας να σκεπάσουμε τα χαμογελαστά τους λιβάδια με τις ωχρές μορφές των γεμάτων πατριωτισμό νεκρών τους.

Βοήθησέ μας να πνίξουμε τη βροντή των κανονιών με τα ουρλιαχτά των τραυματιών τους, καθώς θα σφαδάζουν από τον πόνο.

Βοήθησέ μας να ισοπεδώσουμε τα ταπεινά τους σπίτια με θύελλες από φωτιά.

Βοήθησέ μας να γεμίσουμε τις καρδιές των χαροκαμένων γυναικών, οι οποίες δε φταίνε σε τίποτα με μάταια θλίψη.

Βοήθησέ μας να τις πετάξουμε έξω, άστεγες να περιπλανώνται με τα μικρά παιδιά τους, χωρίς φίλους στους ερημότοπους της ρημαγμένης χώρας τους, μέσα σε κουρέλια να πεινούν και να διψούν, με κομματιασμένη την ψυχή τους, τσακισμένες από την οδύνη να Σε εκλιπαρούν να τους δώσεις το καταφύγιο του τάφου και Εσύ να τους αρνείσαι. Για το δικό μας χατίρι οι οποίοι Σε λατρεύουμε, Κύριε, γκρέμισε τις ελπίδες τους, γνωρίζανε τη ζωή τους, παράτεινε την πικρή τους πορεία, κάνε να βαρύνουν τα βήματά τους, πότισε το δρόμο τους με δάκρυα, βάψε το λευκό χιόνι με το αίμα από τα πληγωμένα ποδιά τους!

Το ζητάμε από Εσένα, με το πνεύμα της αγάπης, απ’ Αυτόν που είναι η Πηγή της Αγάπης, και ο Οποίος είναι το αιώνια πιστό καταφύγιο και ο φίλος όλων όσων είναι οικτρά βασανισμένοι και αποζητούν τη βοήθεια Του με ταπεινές και συντετριμμένες καρδιές. Αμήν.»

[Μετά από παύση] Εσείς προσευχηθήκατε να γίνει τούτο. Εάν ακόμη το επιθυμείτε, πέστε το! Ο αγγελιαφόρος του Ύψιστου αναμένει.»

Όλοι ήταν σίγουροι ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν τρελός, γιατί δεν υπήρχε νόημα σε αυτά που είπε.

–––––––––––––––––––––––

«Η προσευχή του πολέμου» μικρή ιστορία ή πεζό ποίημα του Μαρκ Τουέην, αποτελεί καυστικό κατηγορητήριο κατά του πολέμου, και ιδιαίτερα κατά του τυφλού πατριωτικού και θρησκευτικού ζήλου ως κίνητρα για τον πόλεμο. Το κείμενο έμεινε αδημοσίευτο από τον Μαρκ Τουέην ως τον θάνατό του, τον Απρίλιο του 1910. Δημοσιεύθηκε τελικά στην ανθολογία του 1923 Europe and Elsewhere. Το παρόν αντλήθηκε και μεταφράστηκε από το βιβλίο Peace, Love and Liberty του Tom Palmer, κεφ. 12, σελ. 132-135.

Ο Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς, καλύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο ως Μαρκ Τουέην, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά έργα του ξεχωρίζουν Οι περιπέτειες του Τομ Σώγιερ και Οι περιπέτειες του Χάκλμπερυ Φιν.

Δημήτρης Αγαθοκλής: Παθολογία της σύγχρονης ελληνικής ποίησης

863_2

Παθολογία τής σύγχρονης ελληνικής
ποίησης ή κλαδεύοντας το ποιητικό όραμα

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

Όλοι οι αμέσως ή εμμέσως ασχολούμενοι με την ποίηση —ποιητές, κριτικοί αλλά και αναγνωστικό κοινό— ομολογούν λίγο ή πολύ την κρίση στην οποίαν βρίσκεται ο ελληνικός στίχος. Ως κύριος υπαίτιος δεικνύεται ο επονομαζόμενος ελεύθερος στίχος και η αποκλειστική χρήση του στην ποιητική έκφραση. Είναι όμως ακριβώς έτσι; Κι αν ναι, σε ποιό βαθμό;

ΟΡΘΩΣ, ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΙΡΟ, έχει διαγνωσθεί από πάσαν κατεύθυνση ότι η ελληνική ποίηση βρίσκεται καθηλωμένη και πυρέσσουσα στην κλίνη τού ασθενούς, χωρίς την προοπτική ταχείας ανάνηψης αφού, δυστυχώς, κανένα σημείο βελτίωσης δεν διαγράφεται στον κοντινό ή έστω μακρινό ορίζοντα. Κύριο σύμπτωμα τής (ανίατης;) αυτής κατάστασης αποτελεί ο «ποιητικός ντιλετταντισμός»1 τού εσμού των ποιητών που πολλαπλασιάζονται γεωμετρικώς και ξεπηδούν σαν τις κεφαλές τής Λερναίας  Ύδρας, και η ελαφρότητα με την οποίαν αυτοί —αλλά και αρκετοί οι οποίοι ασχολούνται με την συγγραφή εν γένει στην χώρα μας— αντιμετωπίζουν την ελληνική ποίηση, μεταφέροντας το παιχνίδι από το γήπεδο των Μουσών σε αυτό των Χόμπυ2. Ως αίτιο τούτης τής συμπεριφοράς, πέρα από την γενική διαπίστωση τής ιδιάζουσας σύγχυσης των αξιών που είναι πράγματι ορατή σήμερα σε πολλούς τομείς τού δημόσιου βίου, έχει επισημανθεί η αθρόα και αλόγιστη χρήση τού ελεύθερου στίχου και ο σχεδόν παντελής εξοστρακισμός τού έμμετρου από τις πέννες των επίδοξων νέων συγγραφέων3. Σκοπός μας εδώ δεν είναι να αποκρούσουμε αυτήν την άποψη – η οποία μάς  βρίσκει εν πολλοίς συμφώνους. Θεωρούμε όμως άδικο ο ελεύθερος στίχος (ανισοσύλλαβος στην πραγματικότητα) να φέρει την αποκλειστικότητα για το κατρακύλισμα τού ποιητικού μας λόγου. Το κύριο ζητούμενο για μας είναι να καταλάβουμε πώς η ποίηση σήμερα, ως μέσον έκφρασης, προσλαμβάνεται από τους ποιητές. Άπαξ και ορισθεί αυτό καλώς η προβληματική τίθεται σε νέα βάση. Είναι βέβαια γεγονός πως γι’ αυτήν την οπτική έχει βοηθήσει ο ελεύθερος στίχος – όχι όμως για να την καλλιεργήσει στην αντίληψη τού ποιητή αλλά για να την αναπαραγάγει, αφού πρώτα αυτός την έχει ενστερνιστεί.

Αντί να εισέλθουμε στα εγκεφαλικά άδυτα τού δημιουργού και να ξεδιπλώσουμε σαν λευκοσέντονο τις ποιητικές συνάψεις των νευρώνων του, θα προχωρήσουμε το εγχείρημά μας κάνοντας κάτι πιο απλό: θα κοιτάξουμε να δούμε τί λένε τα έργα του4, προσπαθώντας να εντοπίσουμε και να καταγράψουμε τα κύρια χαρακτηριστικά τής σύγχρονης ελληνικής ποίησης —η οποία αληθώς χρησιμοποιεί τον ελεύθερο στίχο κυρίως—, και μελετώντας την παθολογία της να εξηγήσουμε γιατί ο ποιητής τού σήμερα είναι «χομπίστας» κι έχει υποβιβάσει τον λόγον σε τέτοιο βαθμό. Αριθμός ουκ εστί για το μέγεθος των δημοσιευθέντων σε περιοδικά ποιημάτων αλλά και εκδοθέντων ποιητικών συλλογών κατ’ έτος στον τόπο μας (ο στατιστικός πληθυσμός μας)· σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να καθίσταται σχεδόν αδύνατη η στενή παρακολούθηση τής ποιητικής αυτής παραγωγής. Για το εγχείρημά μας όμως οποιοδήποτε τυχαίο υποσύνολο, χωρίς παραμέτρους ή περιο-ρισμούς σε ηλικία, φύλο κτλ. (το στατιστικό μας δείγμα) είναι ικανό να μάς οδηγήσει στις διαπιστώσεις που ακολουθούν.

ΟΠΩΣ ΚΑΘΕ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ (εικαστικό ή μη) έτσι και η ποίηση στηρίζεται σε δύο πόδες: στην μορφή (ή φόρμα) και στο περιεχόμενο. Αυτά τα δύο στοιχεία είναι που ορίζουν το ποίημα και τα οποία ο δημιουργός οφείλει να χειρίζεται με μαεστρία ώστε να υπάρξει ισορροπία·  σαν ακροβάτης που βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί. Ο τελικός σκοπός βεβαίως είναι το περιεχόμενο, η ουσία τού έργου τέχνης. Το μέσον είναι η μορφή. Είναι αδύνατον να επιτευχθεί περιεχόμενο χωρίς μορφή ή για να το πούμε διαφορετικά: ένα «γερό» ποίημα θα έχει σίγουρα και μια «γερή» μορφή να το υποστηρίζει. Η μορφή όμως από μόνη της –τα «ποιητικά θεμέλια» θα λέγαμε– δεν αποτελεί και ικανή συνθήκη για ουσιαστικό περιεχόμενο (υποτυπώδες, ίσως). Και φυσικά ο ελεύθερος στίχος δεν αποκλείει την μορφή ούτε όμως ο έμμετρος στίχος την υποστηρίζει πλήρως εξ ορισμού· διότι η φόρμα είναι τόσο εξωτερικό όσο και εσωτερικό στοιχείο. Καλά ποιήματα μάς έχουν χαρίσει και οι δύο κατηγορίες όπως και κακά.

Ας ξεκινήσουμε με την μορφή. Πράγματι, κύριο γνώρισμα σχεδόν όλων των ποιημάτων που γράφονται σήμερα είναι ότι χρησιμοποιούν τον ελεύθερο στίχο· που σημαίνει ανισο-σύλλαβη παράταξη γραμμών, απουσία (τακτικών) στροφών και συνήθως απουσία ομοιοκαταληξίας. Πρόκειται δηλαδή για ανισοσύλλαβο, ανομοιοκατάληκτο και άστροφο στίχο (που καταχρηστικά καλούμε «ελεύθερο»), όχι όμως και άρρυθμο κατ’ ανάγκη. Η σχέση ρυθμού και μέτρου δεν είναι σχέση ισοδυναμίας. Αλλά και η σχέση συνεπαγωγής δεν είναι πάντοτε «ισχυρή» (δηλ. το μέτρο συνεπάγεται ρυθμό όχι όμως αναγκαστικά «καλό» ρυθμό). Αυτά έχουν ήδη αναλυθεί σε βάθος από έγκριτους μελετητές και δεν θα μάς απασχολήσουν εδώ. Για την περίπτωσή μας, αυτό που πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι στα σημερινά ποιητικά κείμενα, δυστυχώς, ο ελεύθερος στίχος υποβαθμίζεται από τρία επί πλέον στοιχεία τα οποία, είτε όλα μαζί είτε μεμονωμένα, υποσκάπτουν την δυναμική του και δεν τον αφήνουν να επιτελέσει τον ρόλο του, αφού τού αφαιρούν το εργαλείο πλάσεως τής φόρμας. Αυτά είναι: η απουσία σημείων στίξεως, η βραχύτητα των στίχων, η βραχύτητα των ποιημάτων.

Εάν μελετήσουμε τον ελεύθερο στίχο των μεγάλων μας ποιητών που τον υπηρέτησαν (Σεφέρης, Ρίτσος, Παπατζώνης κτλ.) παρατηρούμε ότι ο στίχος τους εν γένει απλώνεται σε πολλές συλλαβές, αρκετές φορές άνω των 15 που μπορεί κανείς να διαβάσει απνευστί (με μια εισπνοή δηλαδή — βλέπε παραδοσιακό 15σύλλαβο), όμως με κατάλληλες τομές  ώστε τελικά να καθίσταται εφικτό. Αντιθέτως, θα λέγαμε, ο σύγχρονος ελεύθερος στίχος προσομοιάζει περισσότερο στον στίχο τού Σαχτούρη (σαχτούρειος στίχος)· σύντομος και κοφτός χωρίς πολλούς διασκελισμούς. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί και η απουσία σημείων στίξεως. Ο δημιουργός πλέον δεν θεωρεί σημαντικό για την αρτιότητα τού έργου του τα κόμματα, τις τελείες, τις άνω τελείες, τις παύλες (ενωτικές, μεσαίες, διαλόγου κτλ.), τις παρενθέσεις, τα κεφαλαία ή μικρά γράμματα κοκ. Που σημαίνει ότι δεν το θεωρεί βασικό στοιχείο για την ορθή απαγγελία των στίχων, μιας και οι στίχοι πρέπει (και) να μπορούν να απαγγέλλονται. Αρκεί να αναφέρουμε την γνωστή περίπτωση μελοποίησης τής ΑΡΝΗΣΗΣ τού Σεφέρη, όπου η άνω τελεία στον στίχο «πήραμε την ζωή μας· λάθος» δεν αποδόθηκε σωστά κατά την εκτέλεση, κάνοντας τον ποιητή έξω φρενών. Σε όλα τα παραπάνω έγκειται η αποδόμηση τού εσωτερικού ρυθμού τού ελεύθερου στίχου· η χαλάρωση των θεμελιωδών εσωτερικών του συνεπειών5. Ο στίχος πλέον καθίσταται βαρύς, δεν μπορεί να ξεδιπλωθεί ώστε να αναπτύξει τα νοήματα για τα οποία έχει επιλεγεί με αποτέλεσμα να μετατρέπεται από «ελεύθερο» στίχο σε «άμορφο» στίχο. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πολύ δύσκολα μπορεί κανείς να διακρίνει πλέον τον ποιητή πίσω από έναν στίχο· διότι όλοι οι στίχοι, ως άμορφοι, είναι ίδιοι – χωρίς ταυτότητα! Την βραχύτητα των στίχων έρχεται να συμπληρώσει και η βραχύτητα τού όλου ποιήματος. Σίγουρα, το ποίημα δεν είναι φιλοσοφική πραγματεία ούτε έχει σκοπό να αναλύει κοινωνικοπολιτικά θέματα εις βάθος, ώστε να απλώνεται σε εκατοντάδες γραμμές (υπάρχει και αυτό το είδος αλλά ανήκει σε άλλη κατηγορία). Δεν μπορεί όμως και από την άλλη να αποτελεί τηλεγράφημα ή διαφημιστικό σποτ ολίγων γραμμών που τις περισσότερες φορές ελαχιστοποιείται σε μία «ευφυολογική» ατάκα· μπορεί να είναι επιτυχημένο, δεν αντιλέγουμε, δεν θα χαρακτηρίζεται όμως ως ποίημα. Και για να υπερβάλουμε λίγο· το ποίημα είναι ένας ζων οργανισμός! Κι ως τέτοιος χρειάζεται τον χώρο του για να αναπνεύσει και να αναπτύξει τα κύρια μέρη του: την αρχή, το μέσο και το τέλος. Και εδώ ακριβώς αγγίζουμε την παθολογία τού περιεχομένου.

ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ των ποιητών σήμερα έγκειται στο ότι δεν έχουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, ένα «ποιητικό όραμα» το οποίο να μεταφέρουν στο χαρτί. Ίσως αυτή η έκφραση να ακούγεται βαρύγδουπη, πομπώδης ή ακόμα και ρομαντική χωρίς καμμία ουσία, θα πουν μερικοί. Αυτό που εννοούμε, για να επαναδιατυπώσουμε και να μην παρεξηγηθούμε, είναι ότι ο δημιουργός πρέπει να έχει έναν «αντικειμενικό σκοπό» κατά την δημιουργία τού (επί μέρους εν αρχή, συνολικού κατόπιν) έργου του. Το κάθε ποίημά του πρέπει κάπου να οδηγεί, να έχει έναν τελικό προορισμό. Ένας κύριος κορμός πρέπει να συνέχει το έργο, οι στίχοι τού ποιήματος να διαπνέονται από μία κεντρική ιδέα6. Αυτό προηγείται τής μορφής, έχει να κάνει με την διανοητική σύλληψη τού έργου (και κάθε καλλιτεχνικού έργου) και δεν επηρεάζεται πρωτογενώς από τον ελεύθερο ή μη στίχο. Για  να απλουστεύσουμε έτι περισσότερο, θεωρούμε πως κάθε ποίημα πρέπει να απαντάει σε τρία ερωτήματα, τα οποία να έχει θέσει και ο δημιουργός, κάποια στιγμή, στον εαυτό του. Αυτά είναι: τί, τίς, τίνι τρόπω;

Στο παρόν κείμενο υποστηρίζουμε ότι η αστοχία των σημερινών ποιητών να αρθρώσουν ποιητικό λόγο δεν έγκειται μόνον στην μονομερή απάντηση τού τρίτου ερωτήματος «τίνι τρόπω», όπου σχεδόν άπαντες απαντούν με την ελλειμματική τής «μορφής» όπως την αναλύσαμε παραπάνω, αλλά και με την αδυναμία να δώσουν μια πειστική απάντηση μέσα από τα γραφόμενά τους στο πρώτο ερώτημα, που είναι και η καρδιά τού περιεχομένου: «τί» δηλαδή «για ποιό πράγμα». Ας τα δούμε λίγο αυτά.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΡΕΠΕΙ να πει μια ιστορία. Αυτό περιμένει ο αναγνώστης και αυτό οφείλει να πράξει ο ίδιος. Ποιητής δεν είναι αυτός που εμπνέεται αλλά αυτός που εμπνέει7. Το πόσο «καλά» θα μιλήσει ο ποιητής για το θέμα που τον απασχολεί θα δείξει και τον βαθμό στον οποίον έχει κάνει κτήμα του το «ποιητικό όραμά» του ώστε, κατόπιν, να λάβει και την θέση που τού αναλογεί μεταξύ των ομοτέχνων του. Βέβαια, όλα αυτά έχουν επισημανθεί τόσες και τόσες φορές· απ’ τον ορισμό τού Αριστοτέλη για την «τραγωδία», την συνέμπτωσι έπους και πάθους απ’ τον Λογγίνο, την σχέση ύπαρξης-αντίληψης και αντίληψης-έκφρασης από τον Σέλλεϋ, τον συντονισμό ευαισθησίας και ποιητικού ρήματος απ’ τον Σεφέρη 8  κοκ. Όπως και να το πούμε, το ζητούμενο παραμένει: πως απαιτείται μία σπονδυλική στήλη που να κρατάει το ποίημα όρθιο. Αυτό έχει ξεχαστεί σήμερα ή σκοπίμως παραγκωνισθεί ως πλεονάζον (ίσως και να αποτελεί μία «αρνητική συνεισφορά» τού υπερρεαλισμού). Και ο ελεύθερος στίχος, εν αγνοία του, διατηρεί αυτήν την άρνηση/λήθη στην αντίληψη των ποιητών. Δεν υποστηρίζουμε βέβαια ότι συνεκτικός κορμός εμφανίζεται μόνον στα ποιήματα που είναι πλήρως κατανοητά στην νοηματική τους πρόσληψη. Κάθε άλλο. Διαβάζοντας για παράδειγμα το ποίημα τού Τάκη Παπατζώνη «Το απροσδόκητο θέμα»9, ενώ έχουμε την αίσθηση ενός συγκροτημένου ποιήματος με τόσο έντονες εικόνες και περιγραφές, αν μάς ρώταγαν ποιό είναι το κύριο θέμα που πραγματεύεται ο ποιητής, θα δυσκολευόμασταν να απαντήσουμε· ίσως και να λέγαμε ότι το θέμα είναι ακριβώς η απουσία θέματος! Όπως και να είναι, εν προκειμένω, ο ποιητής δείχνει φανερά ότι κατέχει το ποιητικό του όραμα, το οποίο μετέφερε στο χαρτί υπό μία συγκεκριμένη (εσωτερική και εξωτερική) φόρμα.

Άλλο παράδειγμα. Όταν ο αρχαίος τραγωδός στην ΑΝΤΙΓΟΝΗ γράφει το περίφημο: «Ἔρως ἀνίκατε μάχαν / Ἔρως, ὅς ἐν κτήμασι πίπτεις, / ὅς ἐν μαλακαῖς παρειαῖς νεάνιδος ἐννυχεύεις» κτλ., και κατόπιν παίρνει την σκυτάλη ο Robert Burns, το 1794, για να πει με απλότητα: “O my Luve’s like a red, red rose / That’s newly sprung in June”, και μετά η Κική Δημουλά στην ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ της μάς αιφνιδιάζει με το «Μέρες ούτε ξέρω πόσες / έχει να χτυπήσει το τηλέφωνο. / Το κινητό σου αίσθημα φραγή», όλοι αυτοί οι ποιητές μιλάνε λίγο-πολύ για το ίδιο πράγμα αλλά ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ο κορμός τού ποιήματος όμως είναι εκεί, ορατός για όσους θέλουν να τον δουν, μόνο που ο κάθε ποιητής τον έχει αναπτύξει διαφορετικά· σαν ένας κορμός πόας ή δένδρου που ο κάθε κηπουρός-τεχνίτης ποιητής περιποιείται διαφορετικά, δίνοντάς του με μικρές και προσεκτικές ψαλιδιές την μορφή που ο αυτός αισθάνεται να ταιριάζει στο ίδιο το ποίημα-δένδρο (κλαδεύοντας το ποιητικό όραμα). Κι έτσι σιγά-σιγά, ανεπαισθήτως θα λέγαμε, ο ποιητής αφήνει, αλλά δεν εγκαταλείπει, το πρώτο ερώτημα τού «τί» για να προχωρήσει στο δεύτερο και τρίτο – τα οποία σχετίζονται αρχικά με την μορφή και τα οποία θα μπορούσαν, χωρίς βλάβη τής γενικότητας, να συγχωνευτούν σε ένα ερώτημα.

ΦΑΝΕΡΑ ΤΟ «ΤΙΣ» έχει να κάνει με το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί στην ποιητική ιστορία. Καθόλου αμελητέα ποσότητα· αλλάζοντας το πρόσωπο αλλάζει πλήρως το ποίημα! Μιλάει ο ποιητής ή κάποιος άλλος σε πρώτο πρόσωπο («Τώρα, μιλώ πάλι σαν ένας άνθρωπος που γλίτωσε απ’ το λοιμό…», Μ. Αναγνωστάκης)· είναι το αόριστο γ’ ενικό ή  γ’ πληθυντικό («Αυτός, που, ακούγοντας το βήμα των συντρόφων του / να ξεμακραίνει πάνω στα χαλίκια…», Γ. Ρίτσος) · είναι το ουδέτερο αλλά όχι αποστασιοποιημένο α’ πληθυντικό («Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε…», Γ. Σεφέρης) · ή το αρκετά πιο απαιτητικό β’ ενικό («Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη…» , Κ. Καβάφης); Φυσικά, το θέμα τού προσώπου είναι κι αυτό σύνθετο και δεν εξαντλείται στα παραδείγματα που δώσαμε. Κρατάμε όμως τις επιφυλάξεις μας  για το κατά πόσον εγκύπτουν σε αυτήν την σημαντική παράμετρο οι νέοι ποιητές. Αξίζει κανείς να πειραματιστεί αλλάζοντας την οπτική τού «ήρωα» σε ένα ποίημα. Τα αποτελέσματα μπορεί να καταστούν πολύ διαφωτιστικά για την σχέση μορφής-περιεχομένου. Αλλά όπως είπαμε, το θέμα τού προσώπου μπορεί κάλλιστα να ενταχθεί ως υποερώτημα στο κεντρικό πρόβλημα τού «τίνι τρόπω».

Στο τρίτο αυτό ερώτημα, ακροβατούμε για άλλη μια φορά μεταξύ μορφής και περιεχομένου. Τα όρια είναι συγκεχυμένα σαν να έχει διαχυθεί ομηρική αχλύς επί τού ποιητικού πεδίου. Και αυτό, διότι το ερώτημα «τίνι τρόπω» έχει δύο διαβαθμίσεις, δύο σκαλοπάτια. Το πρώτο έχει να κάνει με την εξωτερική φόρμα· πολύ απλά, αν ο ποιητής θα επιλέξει έμμετρο ή ελεύθερο στίχο – όπου έχουμε και την αρχή τής παρεξηγήσεως. Η επιλογή εννοείται συνεχίζει στις υποκατηγορίες τού κάθε είδους (με τον ελεύθερο να είναι περισσότερο πλαστικός στις επιλογές) αλλά δεν χρειάζεται να πάμε τόσο βαθειά. Σε δεύτερο επίπεδο είναι η εσωτερική φόρμα. Το πώς θα προσεγγίσει το θέμα του ο ποιητής, τί λεξιλόγιο θα χρησιμοποιήσει, πώς θα αρμόσει τις λέξεις και τα νοήματα μεταξύ τους, όλα όσα τέλος πάντων θα προσδώσουν  στον καλλιτέχνη το προσωπικό του ύφος. Και για να είμαστε πιο συνεπείς με τον τίτλο τού άρθρου: πώς ο ποιητής θα κλαδέψει το ποιητικό του όραμα.

ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΚΟΠΙΜΟ εδώ για την ανάλυσή μας να δώσουμε κάποιο παράδειγμα. Ας παραθέσουμε λοιπόν δύο ποιήματα, για να δούμε ακριβώς την διαφορά στην εσωτερική/εξωτερική μορφή (το κλάδεμα) ενός θέματος (ποιητικού οράματος) το οποίο, ας μας επιτραπεί η απλούστευση, εν προκειμένω μοιάζει να είναι συγγενές στους δύο ποιητές που ακολουθούν: η απώλεια ενός ανθρώπου, στρατιώτη ή μη· ο βίαιος θάνατος. Το πρώτο ποίημα είναι τού Μανόλη Αναγνωστάκη από την συλλογή ΕΠΟΧΕΣ (1945) και το δεύτερο τού Robert Lee Frost από την συλλογή MOUNTAIN INTERVAL (1920). Ακολουθούν τα ποιήματα10.

Χάρης 1944

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ’ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Μια μέρα μάς σφύριξε κάποιος στ’ αυτί: «Πέθανε ο Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θά ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά τής καινούριας ζωής μας
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει
…Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο τρεις ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μάς ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μάς δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

Range-Finding

The battle rent a cobweb diamond-strung
And cut a flower beside a ground bird’s nest
Before it stained a single human breast.
The stricken flower bent double and so hung.
And still the bird revisited her young.
A butterfly its fall had dispossessed
A moment sought in air his flower of rest,
Then lightly stooped to it and fluttering clung.

On the bare upland pasture there had spread
O’ernight ‘twixt mullein stalks a wheel of thread
And straining cables wet with silver dew.
A sudden passing bullet shook it dry.
The indwelling spider ran to greet the fly,
But finding nothing, sullenly withdrew.

Δεν θα προβούμε σε συγκριτική ανάλυση των δύο ποιημάτων, δεν τα παραθέσαμε γι’ αυτόν τον λόγο. Σκοπός είναι να δούμε πώς οι ποιητές «κλάδεψαν» το ποιητικό τους όραμα ο καθένας· πώς απάντησαν στο κύριο ερώτημα τού περιεχομένου, το «τί», και πώς το υπηρέτησαν απαντώντας κατόπιν (ή ταυτοχρόνως) στο «τίνι τρόπω». Η αντίθεση είναι πολύ χαρακτηριστική, με τους ποιητές να εστιάζουν σε διαφορετικό σημείο έκαστος, για να μάς πουν στην πραγματικότητα ότι ξεκίνησε να λέει κι ο Όμηρος στο Π τής Ιλιάδος· τον άδικο χαμό τού γενναίου Πατρόκλου που πίπτει στην δίνη ενός κρυόεντος πολέμου, «τηλόθι πάτρης»· απλά, με άλλον τρόπο. Παραπάνω από φανερή είναι και η επιλογή τού ελεύθερου στίχου από τον Αναγνωστάκη και τού έμμετρου στίχου, υπό μορφήν πέντε ιαμβικών ποδών σονέτου, από τον Frost. Και αυτό που είναι ενδιαφέρον και αποκαλύπτεται στον προσεκτικό αναγνώστη, είναι η διαπίστωση ότι τελικώς η μορφή, υπό την καθοδήγηση πάντοτε μιας ακονισμένης στην ποιητική κονίστρα πέννας, καθίσταται και αυτή περιεχόμενο! Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. «Στην ποίηση, μορφή και περιεχόμενο είναι το ίδιο πράγμα, γιατί όταν αλλάζει η μορφή αλλάζει και το περιεχόμενο», θα μάς πει ο Σεφέρης στις Δοκιμές του. Και η δική μας θέση σε τούτο το αξίωμα είναι η πεποίθηση ότι αυτή η αλληλεξάρτηση μορφής και περιεχομένου είναι εξ ορισμού κατά τι πιο έντονη, πιο ορατή, όταν ο στίχος είναι έμμετρος/ομοιοκατάληκτος απ’ ότι όταν είναι ελεύθερος. Όταν δε ο ελεύθερος στίχος καθίσταται «άμορφος» στίχος, όπως τον περιγράψαμε παραπάνω, τότε η δυναμική αυτής τής σχέσης διαρρηγνύεται σχεδόν ολοκληρωτικά! Και εκεί θεωρούμε πως βρίσκεται το κύριο σύμπτωμα τής παθολογικής ασθένειας που ταλανίζει την σημερινή μας ποίηση.

Μέχρι τώρα δηλαδή, υποστηρίξαμε ότι το πρώτο λάθος των νέων ποιητών είναι η απουσία «ποιητικού οράματος», ας πούμε «θέματος» για να το απλοποιήσουμε. Το δεύτερο λάθος που τελείται εκ μέρους των, είναι η επιλογή τού ελεύθερου (άμορφου) στίχου, ο οποίος εκ γενετής (ή εκ κατασκευής) δεν μπορεί να σώσει την κατάσταση και να προσδώσει περιεχόμενο στο ποίημα. Είναι η χειρότερη επιλογή μετά το πρώτο ατόπημα τής απουσίας «θέματος»· ο χειρότερος δυνατόν συνδυασμός. Ο έμμετρος στίχος, εδώ, θα μπορούσε να καταστεί θετικά καταλυτικός. Λόγω τής πολύ αυστηρής του μορφής, λόγω τής ενδεχόμενης ομοιοκαταληξίας; Ίσως· το θέμα είναι ότι ο επίδοξος ποιητής, παλεύοντας με το μέτρο/ρίμα και προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του(ς), τελικά θα έδινε περιεχόμενο στο ποίημά του, έστω ταπεινό ή παιδαριώδες· ακόμα και αν αυτό δεν προηγήθηκε, σε πρώτη φάση, τής δημιουργίας. Το ποίημα μπορεί να είναι κακό, πιθανώτατα όμως θα είναι ποίημα. Είναι πολύ πιο εύκολο να «φλυαρήσει» κανείς με τον ελεύθερο στίχο απ’ ότι με τον (ομοιοκατάληκτο) έμμετρο· με τον δε άμορφο ακόμη περισσότερο. Γι’ αυτό και παρ’ όλο που ο Σεφέρης γράφει στις Μέρες του ότι: «Αν όλοι οι ποιητές τού κόσμου δεν είχαν την άδεια να μεταχειριστούν παρά μια μόνη λέξη, την ίδια λέξη – οι καλοί ποιητές πάλι θά’ βρισκαν τρόπο να ξεχωρίσουν ο ένας τον άλλον και να κάνουν μ’ αυτή τη μοναδική λέξη διαφορετικά προσωπικά ποιήματα. (1946)», σήμερα δυστυχώς δεν μπορούμε να το υποστηρίξουμε αυτό για την μαζική ποιητική μας παραγωγή, αφού ο στίχος που χρησιμοποιείται είναι άμορφος και χωρίς περιεχόμενο. Και μία λέξη να έχεις κατά Σεφέρη, πρέπει να τής προσδώσεις περιεχόμενο για να ξεχωρίσει. Εάν είσαι καλός ποιητής.

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ άραγε, τί ποίηση θα έκανε ο Οδυσσέας Ελύτης εάν έγραφε αποκλειστικά στο παραδοσιακό ύφος ή ο Ρόμπερτ Φροστ, που προαναφέραμε, εάν ο στίχος του ήταν μόνον ελεύθερος; Ερωτήματα χωρίς απαντήσεις αλλά και χωρίς ουσία βέβαια. Σίγουρα όμως θα ήταν κάτι διαφορετικό, μιας και οι μορφολογικές επιλογές θα οδηγούσαν τους δημιουργούς σε άλλους ποιητικούς δρόμους. «Στερνός σκοπός τού ποιητή δεν είναι να περιγράφει τα πράγματα αλλά να τα δημιουργεί ονομάζοντάς τα», μάς υπαγορεύει το γνωστό ποιητικό θεώρημα τού Σεφέρη. Και αν πράγματι αυτός παραμένει ο σκοπός, τότε  τα δύο βέλη τής μορφής («κλαδευτήρι») και τού περιεχομένου («ποιητικό όραμα») αποτελούν αναγκαία εξάρτυση κάθε ποιητικής φαρέτρας. Όσο πιο αρμονικά συνεργάζονται αυτά τα δύο, τόσο πιο αρμονικός είναι και ο «ταυτισμός» τού ποιητή με τα πράγματα11. Όσο λιγότερο επιτυχής η ταύτιση, τόσο πιο έντονα τα συμπτώματα τής ασθενούσης ποίησης. Ομολογουμένως, σήμερα, η απουσία συντονισμού των δύο αυτών στοιχείων («ετεροφωνία» για να εισαγάγουμε ένα νέον όρο) είναι πάρα πολύ έντονη. Και το κύριο βάρος τής ευθύνης πέφτει στον ελεύθερο στίχο. Η θέση αυτή δεν είναι λανθασμένη· αντιθέτως, ενέχει μεγάλο μέρος τής αλήθειας. Τον βαθμό αυτό συμμετοχής ευθύνης προσπαθήσαμε να διερευνήσουμε στην παρούσα εργασία.

Επιχειρήσαμε δηλαδή, εντοπίζοντας τα κύρια χαρακτηριστικά τής σύγχρονης ελληνικής ποίησης, να αναλύσουμε την παθολογία της και να διαγνώσουμε την παθογένειά της διότι πέραν κάθε αμφιβολίας, η ελληνική ποίηση νοσεί. Η επικρατούσα άποψη ρίχνει το ανάθεμα στην αποκλειστική χρήση τού ελεύθερου στίχου, όπως αυτός λανθασμένα χρησιμοποιείται από τα ανειδίκευτα ποιητικά χέρια. Η θέση αυτή δεν αντικρούστηκε αλλά μάλλον ενισχύθηκε στο παρόν κείμενο με ένα επί πλέον δεδομένο. Ότι πίσω από αυτήν την προβληματική κρύβεται και ένα έτερο στοιχείο που έχει να κάνει εξ ίσου με το περιεχόμενο των ποιημάτων όσο και με την μορφή τους. Υποστηρίξαμε δηλαδή ότι ο πυρήνας τού «ντιλετταντισμού» όλως αυτών των hobby-ποιητών που κυκλοφορούν οφείλεται εν αρχή στην απουσία «ποιητικού οράματος» εκ μέρους των, και εν συνεχεία ή εν παραλλήλω, λόγω μη τριβής με τον έμμετρο/ομοιοκατάληκτο στίχο, στην επιλογή τού «κλαδευτικού εργαλείου» που καλείται ελεύθερος-άμορφος στίχος, προκειμένου να δώσουν μορφή στο ποιητικό τους όραμα – που δεν έχουν! Εάν αντιθέτως επιλεγόταν ο πρώτος, το πρόβλημα δεν θα ήταν τόσο οξυμένο, λόγω τής στενότερης σχέσης που έχει αυτός με το περιεχόμενο. Αλλά εάν οι νέοι ποιητές προτιμούσαν (και) το παραδοσιακό ύφος για να υπηρετήσουν την τέχνη τους, μάλλον θα ήταν πιο υποψιασμένοι και δεν θα κάναμε αυτήν την συζήτηση εξ αρχής.

Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν κομίζουμε γλαύκας εις Αθήνας. Στα θέματα αυτά έχουν αναφερθεί, στο κοντινό παρελθόν, εμβριθέστεροι μελετητές που έχουν κρούσει τον κώδωνα τού κινδύνου σχετικά με τις αδυναμίες τής ποιητικής έκφρασης στον τόπο μας12. Ας ελπίσουμε ότι δια τής επαναλήψεως (ως «μητέρα τής μαθήσεως») θα επιτευχθεί η εμπέδωση τού προβλήματος. Πάντοτε, σε τέτοιες περιπτώσεις, το πρώτο αποφασιστικό βήμα είναι η ομολογία τού πάσχοντος ότι πάσχει. Από κει και πέρα, η ίαση είναι θέμα χρόνου.

——————————

1, 2 Κώστας Κουτσουρέλης: Πώς η ποίηση από τέχνη έγινε χόμπυ – Ντιλετταντισμού εγκώμιον
(εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 9/12/2012)

3 Ν. Βαγενάς: Η κρίση τού ποιητικού λόγου (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 14/01/2001)

4 «Ανάμεσα στους πολλούς τρόπους που υπάρχουν για να μελετούμε τους ποιητές, ο απλούστερος μού φαίνεται, είναι ο καλύτερος: να κοιτάζουμε τί μάς δείχνουν τα έργα τους. Και δεν είναι απίθανο πως μάς δείχνουν πράγματα που γυρεύαμε». (Γ. Σεφέρης – Ημερολόγιο, Μέρες)

5 Ν. Βαγενάς: Το εκφραστικό αδιέξοδο τής ποίησης (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 26/11/2000)

6 Επί τού θέματος, κατατοπιστικότατο το κείμενο τού Άρη Μπερλή: Ο διδακτισμός στην λογοτεχνία» (εκδ. Ύψιλον/βιβλία, σελ. 110)

7 “Le poète est celui qui inspire bien plus que celui qui est inspiré”. (Paul Elyard – L’ évidence
poétique, 1937, p. 515, éd. Pléiade, t. I)

8 Βλέπε «Η αναζήτηση μιας ποιητικής θεωρίας» από τον Νάσο Βαγενά (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 27/02/2000)

9 Τ. Παπατζώνης – Το απροσδόκητο θέμα (Ανθολογία ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ, 11η έκδ.  Τα Νέα Ελληνικά, σελ. 1007)

Σήμερα, ύστερ’ από τα τόσα σκολιά μονοπάτια,
τις τόσες περιδιάβασες, τα τόσα περιπλανήματα,
έρχεται στην επιφάνεια το μεγάλο, το απροσδόκητο θέμα!..
Δεν θέλω με τούτο να ισχυριστώ
πως δεν συνάντησα βιολέττα ώσαμε τώρα
ή πως δεν άνθισε μπροστά μου τριανταφυλλιά –
απ’ τις ολοκκόκινες εκείνες, με τα πελώρια, τα φλογώδη,
τ’ αρωματισμένα ρόδα τού Μαγιού – αλλα είναι εν τούτοις
απροσδόκητο, είναι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη,
που τού αντριεύει τους μυκηθμούς το λυώσιμο των χιονιών
στη μέση τής μεγάλης περιδιάβασης τής ζωής
ν’ αποκαλύφτεται εμπρός σου, κατά τα βουνά,
σε ύψος πολύ, ένα οροπέδιο τής αιθρίας!
Με θέα όλες τις λίμνες από κει πάνου –
ατάραχους δίσκους ασημένιους, με ατμούς προς το θεό
των δρυμών και τής ανοίξεως!.. Ένα οροπέδιο τής γαλήνης,
με την χλωρίδα των Άλπεων, με τα πλούτια
τού κήπου – ακόμα και τού θερμοκηπίου –
να διατρυπούν τα χιόνια• μια βλάστηση ολωσδιόλου
χρωμάτων τής ανάπαψης – εκείνα τα μαβιά
η εκείνα τα ωραία τα κίτρινα – με την απόλυτη προσφορά
τής βεβαιότητας πως τ’ άγγιξες πια το ύψος,
πως ψαύεις τον μεγάλον ουρανό!..

Κάτι σαν το αντίθετο τού καταρράχτη… και όμως –
τί ασαφείς οι έννοιες, τί ατυχείς, τί μισερές οι παρομοιώσεις! –
αντίθετο αλλά και τρισόμοιο προς την ουσία τού καταρράχτη,
προς τον παιάνα τού καταρράχτη!.. Όσο για ορμή, όσο για βουή,
όσο για δύναμη πρώτου στοιχείου, όσο για λαμποκόπημα
στο ζέοντα ήλιο ή όσο για το άφρισμα τής δροσιάς,
το θέμα το απροσδόκητο που ανάβλυσε μεμιάς
είναι το θέμα τής ο υ σ ί α ς τού καταρράχτη!
Είναι το θέμα το εκ βαθέων!..

10 Μανόλης Αναγνωστάκης – Τα Ποιήματα 1941-1971 (εκδ. ΝΕΦΕΛΗ, σελ. 37)
Robert Lee Frost – Collected poems (HALCYON HOUSE, 1942, σελ. 159)

11 Γιώργος Σεφέρης – Μονόλογος πάνω στην ποίηση, Δοκιμές Α΄, Ίκαρος, 1974, σελ. 139

12 Για παράδειγμα, ήδη από το 2000 ο Νάσος Βαγενάς έχει αναφερθεί στην «προβληματική χρήση   τού διανοητικού νοήματος των λέξεων» και πως χρειαζόμαστε «μια νέα εμμετροποίηση τού ελεύθερου στίχου» (Ν. Βαγενάς: Η επαναμάγευση τού ποιητικού λόγου – εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ, 11/03/2001).

Γ. Ηλιόπουλος-Δ. Ελέας: Σχόλιο στον Στέλιο Ράμφο

Για το απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Στέλιου Ράμφου, το σχετικό με τον Παναγιώτη Κονδύλη, που προδημοσιεύσαμε τον Μάιο, λάβαμε επιστολικώς και αναρτούμε το ακόλουθο κείμενο.  

* * *

Ο Ράμφος ως οικοδεσπότης και το χρέος της μεγαλοφυΐας

των ΓΙΩΡΓΟΥ Η. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ και ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΑ

Μετά την πρώτη ανάγνωση του κειμένου του Στέλιου Ράμφου για τον Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), το οποίο δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ΝΠ, ήταν σίγουρο ότι θα ακολουθούσε και επόμενη ανάγνωση μετά την πρώτη δυσάρεστη έκπληξη. Την ημέρα εκείνη του Μαΐου, εξ άλλου, είχε ανέβει απότομα κι ο υδράργυρος… Ο ίδιος ο Ράμφος μιλώντας για τον Κονδύλη, καταφέρνει αρίστως να μιλάει για έναν σημαίνοντα εκλιπόντα, καταφέρνοντας συνάμα να πνίγεται μέσα στην θάλασσα του κονδυλικού έργου ή, αν δεν συμβαίνει αυτό (ανθρώπινο είναι να κάνουμε λάθος), τότε ο Ράμφος μιλάει για τον Κονδύλη, όπως μιλάει ο θείος αναφερόμενος στον ξεροκέφαλο ανιψιό του.

Η Τίνα Μανδηλαρά που σαφώς ένιωσε την ίδια έκπληξη, έγραψε σε ένα κοινωνικό δίκτυο την 6η Μαΐου του 2015: «Να μην έχεις καταλάβει λέξη από Κονδύλη και να θες να ασκείς και κριτική. Ας μαζέψει κάποιος τον Ράμφο επιτέλους!!». Είναι, ασφαλώς, υπερβολή να ισχυριστεί κανείς κυριολεκτώντας ότι ο Στέλιος Ράμφος «δεν έχει καταλάβει ούτε μία λέξη». Στη διάρκεια της υπερτριακονταετούς γνωριμίας και σχέσης τους δεν μπορεί, κάτι θα έπιασε. Το πρόβλημα δεν είναι η αφομοιωτική ικανότητα του «φίλου Στέλιου» (για τον Κονδύλη είναι βέβαιο ότι η όποια προσωπική φιλία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «φιλτέρα της αληθείας»). Το πρόβλημα είναι ότι στη μονομερή κατανόηση του κονδυλικού έργου (στο εσωτερικό του οποίου ο Ράμφος εντοπίζει, με σχετική ευστοχία, αντινομίες και όρια) ο ίδιος δεν έχει να αντιτάξει παρά μόνο κάποιες δογματικές τοποθετήσεις, προβληματικές, αν μη τι άλλο, εξ αιτίας του τρόπου με τον οποίον εκφέρονται. Το θεμελιώδες πρόβλημα της επιφανειακής κριτικής του στον Κονδύλη, από την άλλη, έγκειται στην αδυναμία του να εντοπίσει τη δύναμη του κονδυλικού έργου ακόμη και στα σημεία – κατά μείζονα λόγο, ίσως, σ’ αυτά – όπου εμφαίνονται αδυναμίες. Και τούτο διότι ο Κονδύλης, δεν πρέπει να λησμονούμε, ήταν κατ’ εξοχήν ένας στοχαστής που δεν δίστασε να αναμετρηθεί με ερωτήματα κρίσιμα και οριακά για κάθε στοχαστική προσέγγιση ερωτημάτων της πρακτικής, κυρίως, φιλοσοφίας.

Στο κείμενό του ο κύριος Ράμφος προσπαθεί να πλέξει τις λέξεις – και οι λέξεις είναι καλό να πλέκονται όταν παράγεται κρυστάλλινο νόημα και όχι νόημα που είναι είτε διφορούμενο μέσα στην ομίχλη, είτε νόημα απαξιωτικό για τον Κονδύλη. Ο Ράμφος καταφέρνει και εξισώνει τον εαυτό του με τον Κονδύλη. Έτσι απλώνονται σαν τραχανάς μέσα στο κείμενο διάφορες «χαριτωμένες και παροδικές αστοχίες». Ο Κορνήλιος Καστοριάδης λέει ρητώς σε ένα κείμενό του «το να σκέφτομαι δεν σημαίνει οικοδομώ Παρθενώνες», ο Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν κάνει λόγο για «κουταμάρες με τη σέσουλα» που είναι καλές για να περνάει η ώρα και μόνο, αλλά και ο ίδιος ο Κονδύλης διαπιστώνοντας απουσία εργασιακού ήθους στο χώρο του πνεύματος μίλησε για τις «πασίγνωστες επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακισμού και της ημιμάθειας». Έτσι είναι λυπηρό, μα από την άλλη φυσιολογικό κι αναμενόμενο, που στην πνευματική δημοσιότητα της Ελλάδας δεσπόζουν ρητορεύουσες και δημοσιοσχεσίτικες ασημαντότητες. Δεσπόζουν οι μίμοι, οι ψυχικά κλονισμένοι γελωτοποιοί και οι νοσοκόμοι τρελοκομείου που δηλώνουν διανοούμενοι.

Μια σημαντική ιδιοφυΐα – όπως υπήρξε ο Κονδύλης, με τη συγκρότηση του αναλυτικού και του στρατηγικού νου που είχε – δεν μπορεί να είναι σε κατάσταση ταραχής, όπως διεπίστωσε ο Ράμφος ως οικοδεσπότης. Θυμίζουμε πως ήδη είχε γράψει και εκδώσει το opus Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, αλλά και την επιμελημένη ελληνόγλωσση έκδοση της Θεωρίας του Πολέμου με το περίφημο επίμετρο υπό τον τίτλο: «Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου». Μήπως ταραχή ένιωθε ο οικοδεσπότης; Μήπως διάβασε, κατά λάθος, την ψυχική του κατάσταση εκείνη την ημέρα στο πρόσωπο του φιλοξενούμενου Κονδύλη; Ας μην ξεχνάμε πως ο ίδιος ο Σίγκμουντ Φρόυντ, όταν συναντούσε τον κύριο ανταγωνιστή του Καρλ Γιουνγκ, κάνα δυο φορές έχασε τις αισθήσεις του και λιποθύμησε μπροστά του.

Ο Ράμφος ακόμη και στα πιο στοχαστικά του κείμενα μπορεί να διαβαστεί ως ποιητής και ως συγγραφέας, αλλά μέχρι εκεί. Η ερμηνευτική του ελληνισμού μέσα στην σύνολη εργασία του δεν στερείται γραπτού πολυτονικού όγκου, αλλά στερείται πραγματικής ουσίας ή και πρωτοτυπίας. Είναι ένα μεγάλο ερώτημα το πώς ο ίδιος αναγιγνώσκει τον εαυτό του. Το κάνει άραγε από καιρού εις καιρόν; Εμείς πάντως ακολουθούμε μια ανάγνωση στο έργο του Ράμφου, και σεβόμαστε την προσπαθειά του, αλλά σαφώς βλέπουμε ότι τα πνευματικά εργαλεία που χρησιμοποιεί ή υπαινίσσεται, υπολείπονται κατά πολύ των εργαλείων που έριξε στη μάχη των ιδεών ο Κονδύλης. Και με βάση τα εργαλεία αυτά, της παλαίστρας του κληρονομημένου λόγου δηλαδή (που ο Καντ τα σφυρηλατούσε κάθε πρωί για δεκαετίες, με πυξίδα το λατινικό μότο Sapere aude πριν τις διαλέξεις που έδινε στο Πανεπιστήμιο του Königsberg) δεν μπορούμε να δούμε πώς θα μπορούσε να σταθεί το όποιο έργο του Στέλιου Ράμφου δίπλα στο αξιόλογο και ρηξικέλευθο έργο του Κονδύλη. Το να τα βάλουμε και εμείς, δίπλα-δίπλα, είναι ένα αστείο ατόπημα που θα ισοδυναμούσε με το να αγοράζαμε εισιτήριο πρώτης θέσης στον Τιτανικό. Δεν το κάνουμε και είναι καιρός να σκεφτούν σοβαρά επί του θέματος όσοι είναι ακόλουθοι του Ράμφου ή και συνομιλητές του ακόμη, για ένα μικρό ποσοστό φήμης ποτισμένης με θλιβερή ματαιότητα στις όχθες του Ρουβίκωνα.

Ο Ράμφος «διαδηλώνει» πως έχει ακολουθήσει τον μονήρη βίο του στοχαστή, ως ακόλουθο προνόμιο κρατάει σφιχτά για τον εαυτό του την «πνευματική διάσταση του νοήματος». Ο Κονδύλης από τη μεριά του έπραττε ουσιαστικά το ίδιο και δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να το διαλαλήσει στο πανελλήνιο. Όσο ζούσε ο Κονδύλης, δεν υπήρχε καλά-καλά ούτε δημοσιευμένη φωτογραφία του και ο Κονδύλης για να γίνει Κονδύλης «έφτυσε αίμα», προπαντός στη Γερμανία όπου και έλαμψε. Ο Ράμφος, εν αντιθέσει, επιζητεί την εν Αθήναις δημοσιότητα και καλά θα κάνει να συνεχίσει τις διαλέξεις του και να συνεχίσει να εναγκαλίζεται και να θωπεύει τη βυζαντινή σκέψη και τους Πατέρες της Εκκλησίας, αφού, αν μη τι άλλο, η ζεστή αγκαλιά τους είναι σαν παρηγοριά. Μακάρι αυτή η αυστηρή πορεία του «πιστού» Ράμφου να ήταν πραγματικά στοχαστική και ανατρεπτική και όχι μια πορεία που καταλήγει στην εκκλησιαστική πεπατημένη. Διότι, δυστυχώς, είναι αμφίβολο αν μέσα από την όποια δογματική ορθοδοξία μπορούν να εξασφαλιστούν τα νοητικά εργαλεία που είναι απαραίτητα για μια ουσιαστική ανάγνωση και εις βάθος κατανόηση του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη: πρόκειται για το έργο ενός στοχαστή που δίνει αυθεντικό νόημα στη λέξη ιδιοφυΐα. Δυστυχώς, όμως, στις μέρες μας, ο Κονδύλης έχει ανάγκη από υπεράσπιση, καθώς το έργο του είναι αφ’ εαυτού δυσπρόσιτο, αγγλιστί «a tough nut to crack» και μπορεί εύκολα να πέφτει θύμα κακομεταχείρισης.

Οι υπογράφοντες χαιρετούμε και ασπαζόμαστε την παρέα του Κονδύλη στον «Κάτω Κόσμο» και με δέος «φανταζόμαστε» τις διαλεκτικές του αναζητήσεις με στοχαστές σημαντικού διαμετρήματος και βεληνεκούς, όπως: Θουκυδίδη, Μακιαβέλλι, Χέγκελ, Κλαούζεβιτς, Μαρξ, Βέμπερ και άλλους. Τα πράγματα στον «Πάνω Κόσμο», και δη τον ελληνικό και πνευματικό, είναι τα ίδια όπως τα άφησε, αν δεν είναι ήδη και χειρότερα, καθώς κυριαρχούνται από τις εναλλαγές και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις εμπαθείς κριτικές και τις άκριτες εξυμνήσεις («λιβανωτούς»): Διότι όσο απορριπτέα είναι η ανεύθυνη και αδόκιμη κριτική, το ίδιο απορριπτέο είναι και το «λιβάνισμα» που, αφρόνως, με τη μορφή «παρασιτικού σχολιασμού» και «ύπουλης αυθεντίας», εκδηλώνεται ενίοτε στη δική του μνήμη και στο όνομά του. Το όνομά του, πάντως, θα παραμένει ορισμός αυτού που πραγματικά οφείλει να είναι το χρέος της μεγαλοφυΐας: το χρέος ενός homo universalis, ενός κριτικού στοχαστή και πρωτότυπου διανοουμένου στην Ευρώπη και τον άτακτο κόσμο του σήμερα με τα οικονομικά, τα γεωπολιτικά, τα οικολογικά του προβλήματα και, προπαντός, τα προβλήματα στο ψυχικό απόθεμα των ανθρώπων και στην πνευματική συγκρότησή τους.