πόλεμοι

Όταν αποτυγχάνουν οι λέξεις

Giovanni Battista Tiepolo, Η Αθηνά αποτρέπει τον Αχιλλέα από το να σκοτώσει τον Αγαμέμνονα (1757)

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 05:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όλη η Ιλιάδα είναι το ξεδίπλωμα μιας τρομακτικής παρεξήγησης, μιας πλήρους αποτυχίας του λόγου. Ο Αγαμέμνων πνέει μένεα με τον Κάλχα που του ζητά να παραδώσει την Χρυσηίδα. Η σχέση τους είναι ήδη δηλητηριασμένη. Και έχει λόγους καλούς να τον αποκαλεί μάντη κακών: εκείνος ήταν που χρησμοδότησε να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, ο Κάλχας ήταν που σήκωσε το λεπίδι να τη σφάξει. Ο Αγαμέμνων σκέφτεται ασφαλώς και τη βασιλική του εξουσία που εκτίθεται. Ζητώντας τρόπο να προστατεύσει το κύρος του, ζητά αδέξια ν’ αποζημιωθεί, έστω υλικά, απ’ τους άλλους. Κι αυτό πυροδοτεί την αλυσίδα της τραγωδίας.

Ο Αχιλλέας μες στην νεανική του έπαρση δεν καταλαβαίνει τον βαθύτερο λόγο της οργής του Ατρείδη. Ούτε συναισθάνεται πόσο ευτελιστικό είναι για τον αρχιστράτηγο, πόσο υπονομευτικό είναι για την τιμή του, να παρουσιάζεται διαρκώς στα μάτια του στρατού ως αίτιο όλων των δεινών, ώς διαρκής πηγή του μένους των θεών. Ο ίδιος για ένα επείγεται, να επιστρέψει στη μάχη και στις δόξες της. Και αντί να βρει λόγο καταλλαγής προς τον πολλαπλώς πληττόμενο μονάρχη, ρίχνει από πάνω λάδι στη φωτιά. Συμφεροντολόγο τον αποκαλεί, λες και του Αγαμέμνονα εκείνο που του λείπει είναι τα πλούτη.

Εμπρός στα μάτια των τρανών του στρατεύματος, ο Ατρείδης δεν έχει άλλη επιλογή. Υπεραμυνόμενος της θέσης του, υπερασπίζεται τα πρωτεία της τιμής του αρχιστρατήγου, πράγμα εντελώς απαραίτητο για τη διατήρηση της ιεραρχίας. Κάνει το λάθος όμως να απειλήσει τον αψίθυμο γιο του Πηλέα και προσωπικά. Ίσως του αρπάξει τη Βρισηίδα του λέει, γι’ αντάλλαγμα. Δεν καίει πάντως τις γέφυρες. Ας τα δούμε όλα αυτά αργότερα, τώρα προέχει να επιστρέψουμε το κορίτσι. Προτείνει μάλιστα τιμητικά στον Αχιλλέα να ηγηθεί εκείνος της αποστολής, μήπως με τη φήμη και την ανδρεία του κατορθώσει να εξευμενίσει τον Φοίβο.

Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα γίνεται προσωπικό, μιας και προσωπική είναι και η σχέση του Αχιλλέα με την Βρισηίδα, ο πρώτος εκμαίνεται. Η Αθηνά την τελευταία στιγμή αποτρέπει την αιματοχυσία. Οι ύβρεις που εκτοξεύει κατά του Αγαμέμνονα είναι ανήκουστες, η κατευναστική παρεμβολή του Νέστορα έρχεται πολύ αργά. (Πόσα θα είχαν αποφευχθεί αν εκείνος ή ο Οδυσσέας είχαν λάβει νωρίτερα τον λόγο…) Παρότι ο Ατρείδης ακόμη και τώρα δεν φαίνεται να απορρίπτει κατηγορηματικά τις συμβουλές του Νέστορα, ο Αχιλλέας είναι εντελώς αδιάλλακτος, τον ανταπειλεί μάλιστα δημοσίως ότι θα τον σκοτώσει.

Πλέον το χάσμα μεταξύ των δύο ανδρών είναι αγεφύρωτο. Και να μη σκόπευε, ο Αγαμέμνων είναι υποχρεωμένος πια τώρα να κάνει τη δική του απειλή πράξη. Δεν είναι θέμα απλού εγωισμού, είναι ζήτημα γοήτρου, και το γόητρο για έναν ηγέτη είναι ζήτημα πολιτικό και απαράκαμπτο, το γόητρο είναι τα πάντα. Το ίδιο όμως και για το πρωτοπαλίκαρό του: ένας τέτοιος απαράβλητος ήρωας δεν σηκώνει ιταμές προσβολές.

Ο καιρός της διαλλαγής έχει παρέλθει. Αυτή την έριδα κανείς από τους πρωταγωνιστές δεν την θέλησε, ήταν καθ’ όλα δυνατόν να κατασιγαστεί. Όμως οι λέξεις απέτυχαν. Η τραγωδία μπορεί επιτέλους ν’ αρχίσει.

///

«Είναι τέρας το Ιράν;» «Είναι τέρας ο Πούτιν;» Αυτές τις (ρητορικές, κατά την κρίση τους) ερωτήσεις είχαν να εισφέρουν στη χθεσινή πολυαναμενόμενη διαλογική αντιμαχία τους στο Τορόντο με τους καθηγητές Τζων Μερσχάιμερ και Στήβεν Γουώλτ, συνεπείς εκπροσώπους της ρεαλιστικής σχολής στη μελέτη των διεθνών σχέσεων, η Βικτώρια Νούλαντ και ο Μάικ Πομπέο.

Από ανθρώπους που άσκησαν εξουσία για πολλά χρόνια από κρίσιμα πόστα, που διηύθυναν μάλιστα το Στέητ Ντηπάρτμεντ με τις γνωστές τραγικές συνέπειες, θα περιμένε κανείς μια δόση έστω αυτοκριτικής, αν όχι αυτογνωσίας. Φρούδα προσδοκία. Απύθμενο θράσος και ποζάτη δοκησισοφία ήταν η στάση τους. Διαρκής στρεψοδικία απέναντι στα τεκμηριωμένα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

«Σταυροφόρους» τους αποκάλεσε στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Μερσχάιμερ και ήταν απόλυτα εύστοχος. Πειρατές και λαφυραγωγούς δηλαδή που πορεύονται υποκριτικά με έναν σταυρό ευκαιρίας στο χέρι, εν προκειμένω αυτόν της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιώματων.

Τι κι αν οι συνομιλητές τους τους υπενθύμισαν τον μακρύ κατάλογο των χωρών των οποίων το δημοκρατικό καθεστώς ανέτρεψαν οι ΗΠΑ, επειδή η πολιτική τους τύχαινε να μην είναι της αρεσκείας τους – από το Ιράν του Μοσαντέκ ώς την Χιλή του Αλλιέντε; Τι κι αν τους θύμισαν τα δεκάδες εκατομμύρια νεκρούς που έχει στοιχίσει η πολεμοκάπηλη πολιτική που υποστηρίζουν; Σαν την αλήστου μνήμης Ωλλμπράιτ, απάντησαν κι εκείνοι στην ουσία ότι όλα όσα έκαναν ήταν καλώς καμωμένα. Τέρατα είναι μόνο όσοι υψώνουν το ανάστημά τους απέναντι στους λογχοφόρους της pax americana. (περισσότερα…)

Σαν το σκυλί ή Ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Στο μυθιστόρημα Η Δίκη του Φραντς Κάφκα, ο ήρωας Γιόζεφ Κ. συλλαμβάνεται χωρίς να ξέρει γιατί, δικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί και καταδικάζεται χωρίς να ξέρει γιατί. Σε όλη τη διάρκεια της δίωξής του προσπαθεί να καταλάβει ποιο είναι το αόρατο δικαστήριο που διέταξε τη σύλληψή του και ποιο είναι το έγκλημα που διέπραξε. Στο τέλος, δυο μαυροντυμένοι άνδρες οδηγούν τον Γιόζεφ Κ. σε ένα λατομείο έξω από την πόλη και τον εκτελούν. «Σαν το σκυλί» είναι τα τελευταία λόγια του μυθιστορηματικού ήρωα που αβοήθητος από θεούς και ανθρώπους δολοφονείται χωρίς εξήγηση από μια εξουσία αόρατη, σκοτεινή, απάνθρωπη.

«Σαν τα σκυλιά» δολοφονούνται στις μέρες μας αναρίθμητοι άνθρωποι σε κάθε γωνιά του κόσμου. Με όπλα ή με βόμβες, με εμβόλια ή με τρένα, πολύτιμα σώματα κάθε ηλικίας πέφτουν νεκρά, σκοτωμένα από ορατές και αόρατες εξουσίες. Νέοι άνθρωποι εξοντώνονται μαζικά αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα να πολεμούν για δικαιοσύνη και δικαίωση σε έναν κόσμο όπου η δικαιοσύνη είναι σχετική και η εξουσία απόλυτη, αδίστακτη, απεχθής και ικανή για τα πάντα: ακόμα και για να μεταμορφώσει τους δολοφόνους σε δικαστές και τους δικαστές σε δολοφόνους.

Ολόκληρο το έργο του Κάφκα (αινιγματικό και με πολλαπλές ερμηνείες) είναι εξαιρετικά επίκαιρο για τη φύση και τους μηχανισμούς του Νόμου μέσα στο γενικότερο πλαίσιο των συστημάτων εξουσίας. Μπορούμε να έχουμε πίστη στο Νόμο και ειδικότερα στους φύλακές του; Και αν δεν μπορούμε, «ποιος θα μας φυλάξει από τους φύλακες;» (Γιουβενάλης).

Στις μέρες μας το παραπάνω ερώτημα αποκτά αγωνιώδεις διαστάσεις. Καθώς η λεγόμενη «δικτατορία της εκτελεστικής εξουσίας» τείνει να γίνει πρότυπο διακυβέρνησης και οι δικαστικές εξουσίες είναι ανήμπορες να διαφυλάξουν την τήρηση του Νόμου, ποια εμπιστοσύνη μπορεί να έχει ο πολίτης στη λειτουργία της δικαιοσύνης και που αλλού να προσφύγει όταν οι ίδιοι οι φύλακες της έννομης τάξης γίνονται μαριονέτες στα χέρια πλουτοκρατών και τυράννων αφήνοντας κάθε λογής άνομα συμφέροντα και εγκληματικές οργανώσεις να γίνουν δομικό και ρυθμιστικό στοιχείο του συστήματος;

«Αν η εποχή μας δικαιολογεί τόσο εύκολα το έγκλημα, είναι γιατί υπάρχει η αδιαφορία για τη ζωή, που χαρακτηρίζει τον μηδενισμό» έγραφε ο Καμύ στα μέσα του περασμένου αιώνα. Στις μέρες μας, αυτή η αδιαφορία για τη ζωή είναι διάχυτη. Ένας νέος μηδενισμός σαρώνει όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και πολιτικής ιεραρχίας. Από την καθημερινή βία των ανηλίκων με ξυλοδαρμούς και ταπεινώσεις μέχρι τα τερατώδη εγκλήματα της εξουσίας, η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής προκαλεί οργή και αμηχανία.

Οργισμένοι και αμήχανοι παρακολουθούμε σε καθημερινή βάση ένα φριχτό «ρεπερτόριο» τραγωδιών και εγκλημάτων. Με τι να εξοργιστείς περισσότερο; Με την ατιμωρησία και τη συγκάλυψη της μαζικής δολοφονίας 57 ανθρώπων στα τρένα του θανάτου; Με το ρεσιτάλ υποκρισίας των εκπροσώπων της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας; Με τις χιλιάδες έρευνες και τις επίσημες ομολογίες για τα εμβόλια του κορωνοϊού που διαφήμισαν και επέβαλλαν οι κυβερνήσεις, η ιατρική κοινότητα και τα συστημικά ΜΜΕ λέγοντας διαρκώς ψέματα και εξαπατώντας έναν ολόκληρο λαό και έναν ολόκληρο πλανήτη; Με τους αναρίθμητους καθημερινούς θανάτους νέων ανθρώπων που πέφτουν ξαφνικά και δεν ξανασηκώνονται; Ή με τη διαπλοκή και τη διαφθορά που έχουν μολύνει όλα σχεδόν τα επίπεδα της κρατικής διοίκησης; Ανήμποροι και αμήχανοι, χωρίς ίχνος εμπιστοσύνης στους κρίσιμους θεσμούς του κράτους (δικαιοσύνη, υγεία, ασφάλεια) εναποθέτουμε τις ελπίδες μας σε αφηρημένες μεταφυσικές τιμωρίες και σε απελπισμένες ευχές: είθε η δικαιοσύνη της ζωής να συντρίψει της αδικίας το κεφάλι.

Όμως, «Απ’ τα τσακάλια, δε γλιτώνεις με ευχές και παρακάλια» (Βάρναλης). Τα τσακάλια της εξουσίας, έχοντας επιβάλλει την αυτοεξαίρεσή τους από το Νόμο συνεχίζουν ακάθεκτα τις απρέπειες και τα εγκλήματά τους. (περισσότερα…)