ΝΠ | Ταξιδιωτικά – Μαρτυρίες

Πέρασμα από τη Λευκή Πόλη

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

 ~.~

«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»

Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.

Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.

«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis). (περισσότερα…)

Στο Χαμαντάν η Εσθήρ, κι άλλες τροχιές ομόκεντρες

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Χιόνιζε σαν μπήκαμε στο Χαμαντάν. Δυο μέρες τώρα που ξεκινήσαμε από τα δυτικά, στο Κερμανσάχ, το ’στρωνε το χιόνι. Ήδη είχαμε δει κρουσταλλιασμένους τους καταρράκτες του Γκαντζναμέ έξω απ’ την πόλη. Παγωμένη κυριολεξία· του σημαινομένου της αντάξια η εικόνα.

Τ’ απομεσήμερο βαρύ· σκοτεινιασμένος ο ουρανός, βουβά κι εξακολουθητικά, ράντιζε τουλούπες χιόνι την πόλη. Μπήκαμε στο μεγάλο τζαμί. Χτισμένο κοντά στα μέσα του 19ου αιώνα, τεράστιο, μ’ ένα θεόρατο ιβάν στην είσοδο, το έστεφαν δυο μιναρέδες.  Μ’ ωχροκίτρινα και κοκκινοκαφέ της άμμου τούβλα κεντημένοι οι τοίχοι μέσα κι έξω. Οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν μαλακά, έκανε κρύο.

*

*

Παραδίπλα από το πελώριο ιβάν του τζαμιού είχε ένα φούρνο. Μπήκα μέσα να πάρω κάνα φτενό φρεσκοψημένο στα τοιχώματα των κυκλικών φούρνων φελί ψωμί λαβάς. Οι φουρναραίοι με κεφαλομάντηλα σφιχτά δεμένα πλάθουν το ζυμάρι και τ’ απλώνουν σε σχήμα κυκλικό πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι φουσκωτό υφασμάτινο, κι έπειτα το κολλάνε στα καμπύλα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου. Στη σάρκα του απάνω αφήνουνε συνήθως λακκουβίτσες με τ’ ακροδάχτυλά τους ζυμωμένες. Λαχτάρα μεγάλη να βλέπεις το ζυμάρι να φουσκαλιάζει τόπους τόπους πυρρόξανθο καθώς ψήνεται, κι αμέσως με τις σιδερένιες λαβίδες τους αριστοτεχνικά να το ξεκολλάνε από τα τοιχώματα οι φουρνάρηδες και να τ’ απιθώνουν αχνιστό στον πάγκο. Φρεσκοψημμένο πέρσικο ψωμί, να ζεματάει μες στις φούχτες σου, σ’ όλες τις εκδοχές του ιρανικού νάαν (λαβάς, μπαρμπαρί ή σανγκάκ): η πιο άδολη βουλιμία που με καταλαμβάνει συχνά στο Ιράν.

~.~

*

Το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα)

*

Για το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα) ήξερα. Για τον τάφο της Εσθήρ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ίσαμε τότε. Ένας κυλινδρικός κουμπές, πιότερο σαν μιναρές μικρού χωριάτικου τζαμιού, με έναν λευκό χιονένιο σκούφο πάνω του κουκούλωνε θωπευτικά την Εσθήρ και τον θειό της Μορντεχάϊ (Μαρδοχαίο). Η πόρτα, βράχος μονόλιθος, βαρύς και χαμηλός, σκυφτά σ’ ανάγκαζε να μπεις μέσα, αφού βγάλεις τα παπούτσια σου. Δίπλα δίπλα τα δυο κιβούρια σκεπασμένα με υφάσματα στην μέση του στενάχωρου δωματίου.

*
DSC01219

*
Η εβραιοπερσική παράδοση θέλει τούτο το διπλό μνήμα να στεγάζει τη βιβλική Εσθήρ και τον θειό-θετό της πατέρα, Μαρδοχαίο. Πρώτος μιλάει για τον τάφο της Εσθήρ ο εκ Τουδέλης Βενιαμίν, ο ισπανοεβραίος ταξιδιώτης από τη Ναβάρρα, στο Βιβλίο των ταξιδιών του, καρπό των περιηγήσεών του στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (μάλλον ανάμεσα 1167 και 1172).  Εκεί γράφει λοιπόν ― χωρίς να είναι απολύτως σαφές (για τους ιστορικούς) αν πέρασε από το Χαμαντάν ή μεταφέρει πληροφορίες που συγκέντρωσε στη Βαγδάτη: «…το Χαμεντάν, τη μεγάλη πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονταν τριάντα χιλιάδες Ισραηλίτες. Μπροστά από κάποια συναγωγή έχουν ταφεί οι Μορντεχάϊ και Εσθήρ». Μετά τον 12ο αιώνα, θα ξανακούσουμε για τον τάφο της Εσθήρ στο ποιητικό έργο του Σαχίν του Σιραζινού, περσοεβραίου ποιητή του 14ου αιώνα. Ακολουθώντας την εντολή του αγγέλου στο κοινό τους όνειρo, ο Μαρδοχαίος κι η Εσθήρ φτάνουν στο Χαμαντάν, όπου κανείς δεν τους γνωρίζει. Καθώς πέφτει η νύχτα, βρίσκουν φιλόξενη στέγη σε μια συναγωγή.

«Όταν ο Μαρδοχαίος βλέπει πως δεν υπάρχει στη συναγωγή ψυχή, έξω απ’ τον Παντογνώστη, τον Μοναδικό κι Ελεήμονα, κλαίγοντας λέει στην Εσθήρ: “πλήρης ο κόσμος από σένα κι από μένα. Πρώτος εγώ θα φύγω από εδωνά. Ήρθε ο καιρός που θέλω νά μπω πια στον ύπνο τον αιώνιο. Τώρα είμαι στου μηδενός τον δρόμο, η απελπισμένη μου ψυχή έχει στα χείλη φτάσει. Το χέρι του οινοχόου με κερνάει της γήινης ζωής μου τον αφανισμό. Τον οινοχόο θα πάω να συναντήσω”. Κι αφού αφήνει την στερνή πνοή του, η Εσθήρ τον κλαίει, σαν σύννεφο ανοιξιάτικο, και δίπλα του ξεψυχά, κυπαρίσσι αργυρό… Και τάφο τούς ανέγειραν, που έγινε τόπος προσκυνήματος και μέρος περισυλλογής ευλαβικής».

*

ardashicc84r-nacc84me-the-book-of-ardashir-by-scc8cacc84hicc84n-14th-century-iran-late-16th-early-17th-century-c2a9-the-library-of-the-jewish-theological-seminary

*

Φευ! Οι ιστορικοί όμως κι οι αρχαιολόγοι κρίνουν αλλιώς. Ο πολύς Ernst Herzfeld θεωρεί πως το κτίσμα που στεγάζει σήμερα τα διπλά μνήματα έχει ανακατασκευαστεί πολλές φορές, και στη σημερινή του μορφή προέρχεται από τον 17ο αιώνα. Κι αυτός μεταξύ άλλων, πιστεύει πως είναι πολύ πιθανόν μέσα τους να φιλοξενούν τα λείψανα μιας άλλης διάσημης Οβριάς, συζύγου βασιλικής κι αυτής, αλλ’ όχι της Εσθήρ: της Σουσαντόχτ, κόρης του Ιουδαίου αιχμαλωτάρχη (ηγέτη των εξόριστων Εβραίων, ‘exilarch’) και συζύγου του Yazdegerd Α΄ (399-420), του Ισδιγέρδη των Βυζαντινών πηγών. Αντιθέτως θεωρεί πως το βιβλικό ζεύγος πρέπει να είναι θαμμένο στα Σούσα.

(περισσότερα…)

Οδός Πυθέως 2, Μασσαλία

Το Καφέ Πυθέας (2 rue Pythéas, 13001 Marseille) μια χειμωνιάτικη νύχτα.

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Πάνε περίπου πέντε αιώνες που η πρωτεύουσα της Προβηγκίας θέλησε να ενώσει υπό την αιγίδα της όλους τους Προβηγκιανούς, τουτέστιν όλους εκείνους που μιλάνε την προβηγκιανή γλώσσα καθώς και τις διαλέκτους της. Η Αυτοκρατορία του Ήλιου προσδιοριζόταν γεωγραφικά από τα ανατολικά της, τη δυτική Ιταλία, περνούσε από τις Άλπεις και την Κυανή Ακτή, όπου αποτελούσε το κύριο μέρος της πρώην ρωμαϊκής επαρχίας, από όπου και κράτησε το όνομα (Provincia Romana), και επεκτεινόταν μέχρι τη βόρειο Ισπανία, πιο κάτω από τα Πυρηναία Όρη. H Empèri dóu Soulèou δεν εδέησε να συστηθεί ποτέ αυτόνομα ως μια αυτοκρατορία ή ως μοντέρνο κράτος. Από τον 15ο αιώνα η κεντρική εξουσία των ιστορικών Φράγκων ενοποίησε όλη την περιοχή γύρω της ξεκινώντας με την Marseille la Rebelle και συνεχίζοντας με τη Βρεττάνη. Στο σκεπτικό των γηγενών ετούτων των περιοχών, η κεντρική εξουσία των Φράγκων αποτελεί μια κατάκτηση έως και αποικιοποίηση που κρατά μέχρι σήμερα, δημιουργώντας μια εμφυλιακή κατάσταση που συχνά πυκνά έρχεται στην επιφάνεια στα ματς ανάμεσα στον Ολυμπιακό της Μασσαλίας (Olympique de Marseille) με την πρωτευουσιάνικη Παρί Σαιν-Ζερμαίν.

“Σκατότρυπα της Γαλλίας”, “H πόλη των εκατό χωριών”, “Πρώτη πόλη της Αφρικής”, “Υπόδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών”, “Πύλη της Ανατολής”, “Άναρχη πόλη”, “Κολομβία της Ευρώπης”, “Τέρας”, “Μασσαλία η Επαναστάτρια”, “Χαλιφάτο της Γαλλίας”, “Πρωτεύουσα του Γκράφιτι” και πιο τωρινά “ πόλη cool” είναι κάποιοι από τους προσδιορισμούς που έχω καταγράψει μέχρι στιγμής. Η Μασσαλία εξυμνείται και καταποντίζεται ανά τους αιώνες από αυτούς που την κατοίκησαν και την εχθρεύτηκαν, από εκείνους που την πολέμησαν ή και την έκλεψαν. Και είναι λογικό αυτή η ιδιόρρυθμη πρώην ελληνική αποικία να αποτελεί σημείο προβληματισμού για τους συγκαιρινούς μας, όπως αποτέλεσε, παλαιότερα, αντικείμενο θαυμασμού, για τους ταξιδιώτες που πέρασαν από εδώ. Η Μαρσέγια (στα προβηγκιανά) είναι σήμερα η πιο κακόφημη πόλη της Γαλλίας και μία από τις φτωχότερες της Ευρώπης. Φιλόξενη και ταυτόχρονα εχθρική, πόλη προσφύγων και ρατσιστών, γηγενών ερωτευμένων με τη γη τους και γεμάτη τριτοκοσμικούς χρηματοθήρες, γκάνγκστερ και εμπόρους ναρκωτικών, εξτρεμιστές Μουσουλμάνους και new age χρηματιστές. Την έζησα μαζί με τις ορδές των αιώνων.

«Μπήκα στα περίχωρα της Μασσαλίας. Σε μια στροφή του δρόμου είδα τη θάλασσα, στο βάθος ανάμεσα στους λόφους. Λίγο αργότερα είδα την ίδια την πόλη μπροστά στο νερό. Μού φάνηκε τόσο γυμνή και άσπρη σαν αφρικανική πόλη. Επιτέλους ηρέμησα. Η μεγάλη ηρεμία με κυρίεψε: αυτή που πάντα με κυριεύει όταν κάτι μου αρέσει πάρα πολύ. Στην πόλη αυτή, πίστεψα, θα έβρισκα επιτέλους αυτό που αναζητούσα, αυτό που πάντα αναζητούσα. Πόσες φορές ακόμα θα με εξαπατήσει αυτή η αίσθηση καθώς θα μπαίνω σε μια άγνωστη πόλη

Το ίδιο κι εγώ. Μοιράστηκα τις ίδιες ελπίδες και την παρόμοια γαλήνη με την παραθαλάσσια πόλη, έπειτα από έναν μακρύ περίπλου στα φανερά και απόμερα μέρη της Ιβηρικής χερσονήσου. Καταλήγοντας για κάποιον περίεργο λόγο εδώ, ένιωσα ταυτόχρονα την ηρεμία του εξόριστου και την γαλήνη της θάλασσας, βλέποντας ένα τόσο οικείο τοπίο όσο εκείνο της παραμελημένης Αθήνας όσο και ο, καταδικασμένα, περιφερόμενος ήρωας της Ζέγκερς. (περισσότερα…)

Παλαιοί εχθροί

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

«Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο», μαθαίναμε στο πρώτο μας αρχαιοελληνικό κείμενο, την Κύρου Ανάβασιν του Ξενοφώντα. Και ναι μεν δεν έχω τη μνήμη του πρωτότοκου, του Αρταξέρξη, θυμάμαι όμως εκείνη την πρώτη μου ανάβαση στο Παρίσι τον Φλεβάρη του 1978. Άρτι αφιχθείς, νέος φοιτητής, ήθελα να μπω να φάγω για μεσημέρι στο φοιτητικό εστιατόριο, και δεν μπορούσα. Το Διεθνές Σπίτι (Maison Internationale) της Πανεπιστημιούπολης βρίσκεται πρώτο πίσω απ’ το βουλεβάρτο του Ζουρντάν και μπροστά από την λεωφόρο Ροκφέλλερ. Δυό αντιμαχόμενες ομάδες –ορδές μάλλον– έκλειναν την είσοδο, οι μεν στους δε. Μαυρίλα στα γένια, στα πρόσωπα, στα ρούχα οι μεν, πιο ξυρισμένοι οι δε. Φωνές, συνθήματα, σπρωξίματα, ελαφρό ξύλο ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα, τουλάχιστον για ένα μήνα.

Αναρωτιόμουν να μάθω τί είχε συμβεί, ποιοι ήσαν οι ευγενείς νέοι. Είχε ξεκινήσει η Ιρανική ή αλλιώς Ισλαμική επανάσταση στην πάλαι ποτέ Περσία. Μέσα στο Σπίτι ήσαν μάλλον οι του καθεστώτος Παχλεβί, απ’ έξω προσπαθούσαν να μπουν οι «ουλεμάδες» του Αγιατολάχ. Μετά από λίγους μήνες, με την επικράτηση των ισλαμιστών, ηρέμησε η κατάσταση, τουλάχιστον στην Πανεπιστημιούπολη. Όμως ένας φόβος πλανιόταν πάνω στα όμορφα εκείνα φύλα. Η Σερίν ήταν μια ευειδής φοιτήτρια η οποία συνέτρωγε στην εστία. Όσες φορές τόλμησε να σε κοιτάξει μ’ εκείνα τα καλομέλανα μάτια, δεν μπόρεσες να την πλησιάσεις περισσότερο. Ποιος ξέρει πού και πώς να κατέληξε, με μαντήλα ή χιτζάμπ μαύρο ολόσωμο; – αλίμονο! Έβλεπα πριν λίγο καιρό με θαυμασμό, μετά από σαράντα πέντε χρόνια, εύμορφες Ιρανές ν’ ανάβουν το τσιγάρο τους απ΄την καιόμενη φωτογραφία εκείνου του «συχωρεμένου» Αγιατολάχ – με κίνδυνο της ζωής τους. Κι έπειτα ποιες από αυτές τις μάνες, με χιτζάμπ ή τσιγάρο στο στόμα, κλάψανε τώρα τ’ αδικοσκοτωμένα κορίτσια τους; Ο πόνος δεν είναι ίδιος;

Πώς, πότε τελειώνει ένα ιστορικό διανυσματικό ευθύγραμμο τμήμα; Ή μήπως πρόκειται για ευθεία, αν έχει εν γένει αυτό το σχήμα; Σε ποια ημερομηνία τελειώνει μια αφήγηση, αν όχι σ΄εκείνη της δημοσίευσής της; Πριν πέσει σε οριστική νεκροφάνεια. (περισσότερα…)

Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς

To φρούριο της Φυλής την εποχή που το επισκέφθηκε ο Γουίλλιαμ Ληκ, σε απεικόνιση από το έργο του Έντουαρντ Ντόντγουελλ «Views and Descriptions of Cyclopian, or, Pelasgic Remains, in Greece and Italy» (Πηγή: Ίδρυμα Λασκαρίδη – Travelogues).

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Στις 10 Ιανουαρίου του 1806, ανεβαίνοντας στην Πάρνηθα, ο Άγγλος περιηγητής Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ συνάντησε μετά το μετόχι του Αγίου Νικολάου τα κατάλοιπα ενός στιβαρού αρχαίου τείχους. Στο ίδιο σημείο συνέπεσε να βρίσκεται ένας χωρικός από το Μενίδι και ο Ληκ τον ρώτησε αν είχε δει άλλα τείχη αυτού του είδους στην περιοχή. Τότε ο χωρικός άρχισε να του περιγράφει το αρχαίο φρούριο της Φυλής, που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό, και όταν ο περιηγητής ζήτησε να μάθει ποιό ήταν το όνομα αυτού του κάστρου, ο πρώτος του απάντησε με την εξής φράση: «Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς» (έτσι ακριβώς την κατέγραψε ο Ληκ, στα ελληνικά, στο οδοιπορικό του Travels in Northern Greece).

Ο Ληκ ενθουσιάστηκε με την απάντηση. Το «λέγομεν ἡμεῖς» του φάνηκε ελαφρά ειρωνικό — «not without attic salt», σημειώνει. Ο χωρικός από το Μενίδι, ο οποίος γνώριζε ότι το φρούριο ήταν των αρχαίων Ελλήνων, τον ρώτησε με τη σειρά του εάν ήξερε πώς το ονόμαζαν εκείνοι. Όταν άκουσε ότι το όνομα ήταν το ίδιο, Φυλή, έδειξε να χαίρεται· αυτό το μάθημα αρχαιολογίας σε έναν χωρικό της Αττικής, δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί, έγραψε ο Ληκ κλείνοντας την περιγραφή της στιχομυθίας.

Στους Αθηναίους της δικής μας εποχής, η Φυλή είναι πιο γνωστή ως όνομα ενός κακόφημου δρόμου και του τερατώδους χώρου ταφής των σκουπιδιών της πρωτεύουσας. Αποτελεί δε την επίσημη ονομασία του Δήμου της Χασιάς, την οποία όμως οι περισσότεροι εξακολουθούν να αποκαλούν με το μεσαιωνικό της τοπωνύμιο. Για τους αρχαίους Αθηναίους, η Φυλή ήταν συνώνυμη της αποκατάστασης της δημοκρατίας τo 403 π.X., μετά την ήττα τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την κατάλυση του πολιτεύματος από τους Τριάκοντα Τυράννους. Από το οχυρό ύψωμα δίπλα στον ομώνυμο αρχαίο δήμο, εκκίνησαν ο Θρασύβουλος και οι εξόριστοι δημοκρατικοί για να καταλάβουν τον Πειραιά και να επιτύχουν την πτώση των Τυράννων. Τον 4ο αιώνα οι Αθηναίοι έκτισαν στο ύψωμα νέα, ισχυρότερα τείχη — αυτά που σώζονται σε μεγάλη έκταση μέχρι σήμερα. (περισσότερα…)

Μια ιδιαίτερη «αυθαιρεσία»

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

~.~

Τον Ιούλιο του 1974, μπαρουτοκαπνισμένος Υποπλοίαρχος, έχοντας ήδη επιστρέψει στο Πολεμικό Ναυτικό, τοποθετήθηκα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Τέτοια εποχή κάθε χρόνο πραγματοποιείται ο, συνήθως δίμηνος, ετήσιος εκπαιδευτικός πλους των Ναυτικών Δοκίμων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Ειδικά το 1974 και με πρόσφατα τα γεγονότα της πτώσης της Χούντας, την απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο και την αλλαγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, το Αρχηγείο Ναυτικού αποφάσισε ο περί ου ο λόγος εκπαιδευτικός πλους να πραγματοποιηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων. Επί πλέον στο ταξίδι αυτό δεν θα συμμετείχαν οι τελειόφοιτοι της Σχολής λόγω της κρίσης που είχε ήδη δημιουργηθεί με την Τουρκία και του πιθανού ενδεχόμενου συμπληρωματικής στελέχωσης των μεγάλων μας αντιτορπιλικών. Εγώ είχα την ευθύνη παρακολούθησης της εκπαίδευσης των Δοκίμων οι οποίοι έχουν επιβιβαστεί σε δύο από τα φημισμένα αντιτορπιλικά «θηρία» του Πολεμικού Ναυτικού, τον «Ιέρακα» και τον «Αετό».

Είχαμε καταπλεύσει στην Καλαμάτα και κάπου εκεί μου προέκυψε η έμπνευση! Ζήτησα από τους δευτεροετείς Δοκίμους Υπηρεσίας να ενημερώσουν όλους τους Δοκίμους να παραταχθούν με στολές εξόδου στα πρυμναία καταστρώματα των πλοίων και στη συνέχεια όσοι απ’ αυτούς ήθελαν να αφαιρέσουν από τα πηλήκιά τους το απεχθές χουντικό εθνόσημο – το περίφημο «πουλί» με τον αναδυόμενο από τον καιγόμενο φοίνικα φαντάρο – και να το πετάξουν στη θάλασσα! Το έπραξαν όλοι, μηδενός εξαιρουμένου… Ο εκπαιδευτικός πλους συνεχίστηκε κανονικά επισκεπτόμενοι διάφορα ελληνικά λιμάνια μέχρι τον κατάπλου μας στην Κέρκυρα.

Εκεί ο εμπνεόμενος από εθνικά συναισθήματα Στρατιωτικός Διοικητής μη μπορώντας να δικαιολογήσει την απαράδεκτη και αντεθνική συμπεριφορά των έτσι κι αλλιώς άτακτων ναυταίων, με κατεπείγον σήμα του, ενημέρωσε το ΓΕΕΘΑ και τα Επιτελεία των Ενόπλων μας Δυνάμεων για την ανήκουστη πρωτοβουλία μας, ότι δηλαδή οι Ναυτικοί μας Δόκιμοι κυκλοφορούν στην πόλη του χωρίς το εθνικό μας «πουλί». Εμείς οι άτακτοι και ο κύριος υπαίτιος της αδιανόητης αταξίας, ουδέν αντελήφθημεν και συνεχίσαμε αμέριμνοι και ευτυχείς τον εκπαιδευτικόν μας πλουν καταπλέοντες αισίως, περί τα τέλη Αυγούστου, στον Πειραιά. Αποβιβαστήκαμε όλοι από τα πλοία μας και οδηγηθήκαμε με ασφάλεια στη Σχολή μας.

Δεν είχα προφτάσει να τακτοποιήσω τα πράγματά μου όταν ένας Υπαξιωματικός με ενημέρωσε ότι ο κύριος Διοικητής με αναμένει στο γραφείο του. Πήγα αμέσως. Εισέρχομαι, χαιρετώ στρατιωτικά και… «Διατάξτε, κύριε Διοικητά»! (περισσότερα…)

«Πώς είναι δυνατόν ο ήλιος να είναι τόσο εκθαμβωτικός;» Ένας Φινλανδός μοντερνιστής στην Ελλάδα

*

της ΜΑΡΙΑΣ ΜΑΡΤΖΟΥΚΟΥ

~.~

Ο Όλαβι Πάαβολάινεν (Olavi Paavolainen, 1903-1964) ήταν Φινλανδός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος και επηρέασε ποικιλοτρόπως τον πολιτισμό της χώρας του. Στη δεκαετία του 1920, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς που ασπάστηκαν το κίνημα του μοντερνισμού, σημαντικό μέλος της ομάδας των Λαμπαδηφόρων (Tulenkantajat), όπως και ο γνωστός στη χώρα μας συγγραφέας Μίκα Βάλταρι. Με τα κείμενά του, στις δεκαετίες του 1920 και του 1930, ο Πάαβολάινεν γνώρισε στους Φινλανδούς τα πιο συναρπαστικά και συγχρόνως αμφιλεγόμενα νέα κινήματα της εποχής του, από τον σουρεαλισμό έως τον εθνικοσοσιαλισμό. Το πιο γνωστό του έργο από τη δεκαετία του 1940 είναι το Synkkä yksinpuhelu [Ζοφερός μονόλογος], 1946, ένα αφήγημα ημερολογιακής μορφής σχετικά με τις εμπειρίες του κατά τον Συνεχιζόμενο πόλεμο, δηλαδή τον δεύτερο πόλεμο της Φινλανδίας με τη Σοβιετική Ένωση (jatkosota, 1941-1944).[1] Πρόκειται για ένα από τα πιο ιδιαίτερα και πολυσυζητημένα έργα της φινλανδικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Η αφήγηση του Ζοφερού μονολόγου ξεκινά με την επιστροφή του συγγραφέα στη Φινλανδία, τέλος Σεπτεμβρίου 1939, από το ταξίδι του στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχε πάει με σκοπό να γράψει ένα βιβλίο για την κοινωνία και την πολιτική σ’ αυτή τη χώρα.[2] Από την Οδησσό, τελευταίο σταθμό του ταξιδιού του στη Σοβιετική Ένωση, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί ήρθε στην Ελλάδα. Δεν γνωρίζουμε πόσο σκόπευε να μείνει, γνωρίζουμε όμως ότι από την Αθήνα θα πήγαινε στη Ρώμη. Η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία τον ανάγκασε να εγκαταλείψει βιαστικά την Ελλάδα για τη Μασσαλία και από εκεί να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η απογοήτευση και η αβεβαιότητα διαπερνούν τις σκέψεις του, καθώς σ’ αυτό το ταξίδι της επιστροφής βιώνει μια Ευρώπη στα πρόθυρα του πολέμου: «Η σιωπή της αχανούς Ρωσίας μοιάζει να κρύβει μυστικά που δεν θέλουν να φανερωθούν. Τον ορίζοντα τον βαραίνει η αίσθηση μιας σκοτεινής σκιάς», γράφει. Κατά τη διάρκεια του Συνεχιζόμενου πολέμου, ο συγγραφέας υπηρέτησε σε θέσεις ενημέρωσης του Γενικού Επιτελείου και είχε άμεση επαφή με την πολιτική και στρατιωτική ελίτ, αλλά και τον διεθνή Tύπο, πριν αυτός περιέλθει σε καθεστώς λογοκρισίας. Παράλληλα, κρατούσε αποστάσεις από τον εθνικιστικό ενθουσιασμό της εποχής, γεγονός που προσδίδει στο έργο αντιπολεμικό και κάποτε ειρωνικό χαρακτήρα. (περισσότερα…)

Ἁλιστέφανος Ταπροβάνη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Ταπροβάνη νῆσος μεγίστη ἐν τῇ Ἰνδικῇ θαλάσσῃ. Ἀλέξανδρος ὁ καὶ Λύχνος νῆσος τετράπλευρος͵ ἁλιστέφανος Ταπροβάνη θηρονόμος πέπληθεν ἐϋρρίνων ἐλεφάντων.

Νοτιοανατολικά λοιπόν της Ινδίας, στο πέλαγος το Ινδικό –και καταμεσής του δρόμου για την Κίνα– έχει κυλήσει ένα σμαράγδινο δάκρυ σε σχήμα νησιού, ανάμνηση μαζί κι εικόνα διάφανη του παραδείσου στα μάτια και τη φαντασία των ταξιδιωτών και των εμπόρων που έρχονταν από τη Δύση.

Αν και γεωγραφικά ανακριβείς και διογκωμένες, οι πρώτες μνείες των Ελλήνων γεωγράφων για το νησί –ταυτόχρονα με την ακριβή ονομασία του– μεταφέρουν και μιαν χωροθετική εντύπωση ως ενός από τα πιο απόμακρα και νότια σημεία της οικουμένης, στους αντίποδες, μαζί μ’ έναν υπαινικτικό θαυμασμό για τα πολύτιμα αγαθά της και τους ελέφαντες. (Ο Ερατοσθένης τη θέλει να είναι ίση με τη Βρετανία, ο δε Ονεισίκριτος την βάνει ν’ απέχει είκοσι μέρες από την Ινδία). Ο απόηχος της απόμακρης κι απόκοσμης τοποθεσίας της ακούγεται με παράπονο και στην πρώτη λατινιστί αναφορά της Ταπροβάνης από τον εξόριστο στον Πόντο Οβίδιο: «Aut ubi Taprobanen Indica cingit aqua (ή εκεί όπου το Ινδικό κύμα βάφει την Ταπροβάνη)».

Στο γύρισμα όμως των χριστιανικών χρόνων, καθώς οι πλώιμοι εμπορικοί δρόμοι της Ρώμης και του μετέπειτα Βυζαντίου έφεραν τη Δύση μπροστά στα θαύματα της Ανατολής, η γνώση για τον τόπο γίνεται πιο στέρεη αλλά φαίνεται ότι λειτουργεί και σαν αφετηρία για τη δημιουργία του μύθου που θέλει το νησί ένα γήινο απείκασμα του απωλεσθέντος παραδείσου, έναν paradiso terrestre. Γράφει ο Στράβωνας:

«ἡ δὲ Ταπροβάνη πεπίστευται σφόδρα ὅτι τῆς Ἰνδικῆς πρόκειται πελαγία μεγάλη νῆσος πρὸς νότον͵ μηκύνεται δὲ ἐπὶ τὴν Αἰθιοπίαν πλέον ἢ πεντακισχιλίους σταδίους͵ ὥς φασιν͵ ἐξ ἧς καὶ ἐλέφαντα κομίζεσθαι πολὺν εἰς τὰ τῶν Ἰνδῶν ἐμπόρια καὶ χελώνεια καὶ ἄλλον φόρτον».

Διόλου τυχαία δε, οι αποστάσεις πια υπολογίζονται από την Αιθιοπία, (απ’ το λιμάνι της Αδούλης), από όπου και ξεκινούν τα ρωμαϊκο-βυζαντινά πλοία για την Ανατολή, κι αργότερα λόγω και της στενής συμμαχίας της χριστιανικής Αξουμιτικής αυτοκρατορίας με τη βυζαντινή. Στο έκτο αιώνα πια η αφήγηση περνάει στα χέρια του Κοσμά του Ινδοκοπλεύστη:

«Αὕτη ἐστὶν  νῆσος  μεγάλη ἐν τῷ Ὠκεανῷ͵ ἐν τῷ Ἰνδικῷ πελάγει κειμένη͵ παρὰ μὲν Ἰνδοῖς καλουμένη Σιελεδίβα͵ παρὰ δὲ Ἕλλησι Ταπροβάνη (περισσότερα…)

Γιώργης Μανουσάκης, Το πέρασμα του φαραγγιού

*

Μικρὸ ἀφιέρωμα στὸν Γιώργη Μανουσάκη [1/4]

*

Εἰσαγωγή-Ἐπιμέλεια:
Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

«Ὁ συγγραφέας ἐπέρασε τὸ φαράγγι τῆς Σαμαριᾶς τὸ καλοκαίρι τοῦ 1968 καὶ περιηγήθηκε τὰ Σφακιὰ τὸ ἑπόμενο καλοκαίρι. Ἐπρόκειτο γιὰ μιὰ πραγματικὴ ὁδοιπορία, ἀφοῦ τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς διαδρομῆς ἔγινε μὲ τὰ πόδια.

Τὸ Ὁδοιπορικὸ τῶν Σφακιῶν δὲν εἶναι μιὰ ἁπλὴ καταγραφὴ ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων. Ὁ συγγραφέας ἦρθε σὲ στενὴ ἐπαφὴ μὲ τὴ φύση, συνδιαλέχθηκε μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἐβίωσε τὴν ἱστορία στοὺς τόπους ὅπου διαδραματίστηκαν τὰ γεγονότα, ἀναζήτησε μὲ συγκίνηση τὸ ἰδιαίτερο ἦθος μιᾶς κρητικῆς ἐπαρχίας. Ἡ ἐποχὴ τῆς ἐπίσκεψής του στὰ Σφακιὰ ἦταν μιὰ ἐποχὴ μεταβατική. Ὁ τρόπος ζωῆς κι ἡ νοοτροπία τῶν κατοίκων (ὅσων εἴχανε μείνει στὰ χώματά τους) κρατοῦσαν ἀκόμη πολλὰ ἀπὸ τὰ παλιὰ στοιχεῖα, ὡστόσο τὰ καινούργια μηνύματα ἦταν εὐδιάκριτα. Ἔτσι τὸ βιβλίο παίρνει τὸ χαρακτήρα ἑνὸς ντοκουμέντου ποὺ ἀποτυπώνει ὄχι μόνο τὴν εἰκόνα ἑνὸς τόπου, ἀλλὰ καὶ μιᾶς ἐποχῆς ποὺ ἔχει περάσει ἀνεπίστροφα.»

Τὸ παραπάνω σημείωμα, γραμμένο ἀπὸ τον ἴδιο τὸν Μανουσάκη, εἶναι παρμένο ἀπὸ τὸ ἐξώφυλλο τοῦ Ὁδοιπορικοῦ τῶν Σφακιῶν (α΄ ἔκδοση Κέδρος, Ἀθήνα 1980, β΄ ἔκδοση Μίτος, Ρέθυμνο 2002, Κρατικὸ Βραβεῖο Ταξιδιωτικῶν Ἐντυπώσεων 1981). Τὸ κεφάλαιο που αναδημοσιεύουμε εδώ εἶναι τὸ τελευταῖο τοῦ βιβλίου. Γιὰ τοὺς μὴ Κρητικοὺς ἀναγνῶστες δίνεται ἀπὸ τὸ συγγραφέα (Σ.τ.σ.) ἡ σημασία τριῶν λέξεων. Περισσότερες ὅμως ἀπὸ τὴν ἐπιμελήτρια, κυρίως μέσῳ τοῦ λεξικοῦ τοῦ Ἀντωνίου Ξανθινάκη, Λεξικό Ερμηνευτικό και Ετυμολογικό του δυτικοκρητικού γλωσσικού ιδιώματος, δ΄ έκδοση αναθεωρημένη και επαυξημένη με 1500 νέα λήμματα, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2009.

~.~

Στὴ νοτιοανατολικὴ ἄκρα του ὁ Ὁμαλὸς στενεύει, καταλήγοντας στ’ ἀκρόχειλο τοῦ Ξυλόσκαλου. Δεξιά, σ’ ἕνα ψήλωμα, τὸ τουριστικὸ περίπτερο μοιάζει μὲ βίγλα. Πίσω του ἀνεβαίνει ἄγριος κι ἐπιβλητικὸς ὁ ὄγκος τοῦ Γκίγκιλου. Αὐτὸς εἶναι προπάντων ποὺ μαγνητίζει τὴ ματιά μας, ξαφνιάζοντάς την ὕστερ’ ἀπὸ τὴ νωχελικὴ μονοτονία τοῦ καρπεροῦ ὀροπέδιου. Αὐτὸς τραβᾶ τὰ βήματά μας ὣς τὴν ἄκρα τοῦ χάους, γιὰ νὰ τόνε δοῦμε ὁλόκληρο ν’ ἀναδύεται ἀπὸ τὰ βάθη τοῦ φαραγγιοῦ καὶ νὰ στέκετ’ ἐκεῖ, μπροστά μας, γυμνὸς καὶ τρομερός, ὅλο τεφρὴ πέτρα, ρυτιδωμένη, κατακομματιασμένη, φαγωμένη ἀπὸ τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ νερὰ τῶν χειμωνιάτικων καταιγίδων. Ἀπὸ τὴ μέση κι ἀπάνω εἶναι παραδομένος στὸν ἥλιο, ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι βυθισμένος στὴ σκιά. Ἡ πυκνὴ μάζα του, ἔτσι ποὺ ὑψώνεται κατάντικρυ καὶ τόσο κοντά μας, μοιάζει μὲ βουβὴ ἀπειλή. Τὴν ἐντύπωση τούτη τὴ μεγαλώνει κι ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἔλλειψη ζωῆς ― καὶ τῆς παραμικρῆς πράσινης κηλίδας ― ἀπὸ τὴν κορφὴ ὣς τὴ μέση του. Ὁ Γκίγκιλος ἔχει τὴν ὄψη τοπίου ἀπὸ πεθαμένο ἄστρο. (περισσότερα…)

Ο παγωμένος γαλατοπώλης του Χαλανδρίου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Τον Ιανουάριο του 1858, τον καιρό της παλαιάς Ελλάδας, η Αττική γνώρισε  πρωτοφανείς χιονοπτώσεις. Στις 6 του μηνός άρχισε να πέφτει πυκνό χιόνι στα ορεινά του νομού και γρήγορα εξαπλώθηκε σε όλη την έκτασή του. Οι υποτυπώδεις δρόμοι κατέστησαν αδιάβατοι και ο Όθων με την Αμαλία και την ακολουθία τους αποκλείστηκαν στη Χαλκίδα, όπου είχαν μεταβεί για να εγκαινιάσουν τη νέα γέφυρα του πορθμού. Αλλά οι συνέπειες ήταν πιο σκληρές για τους υπηκόους τους. Η εφημερίδα Αυγή, την οποία εξέδιδε ο Φίλιππος Λούης, καταγράφει στα φύλλα εκείνου του μήνα μικρές ειδήσεις από την κακοκαιρία, αρχίζοντας με ένα παπαδιαμαντικής σκηνοθεσίας περιστατικό, στις 8 Ιανουαρίου:

«Ἐκ τοῦ δριμέος ψύχους ἐπάγωσε χθὲς εἵς γαλατοπώλης, Νικόλαος Καλίνης, ἐρχόμενος ἔφιππος ἐκ Χαλανδρίου. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου εὑρόντες τοῦτον μετὰ 24 ὥρας τὸν μετέφερον εἰς τὸ χωρίον των, ὅπου νοσηλεύεται».

O άτυχος Καλίνης θα ξεκίνησε το καθημερινό του δρομολόγιο από το χωριό του ως την Αθήνα, για να πουλήσει το φρέσκο γάλα του, αλλά φαίνεται ότι δεν υπολόγισε καλά τον καιρό. Η απόσταση απαιτούσε μιάμιση περίπου ώρα με τα πόδια και κάτι λιγότερο από μία με φορτωμένο ζώο. Ο τόπος ήταν τότε γυμνός μέχρι τους Αμπελόκηπους, όπου άρχιζαν τα περιβόλια και ο ελαιώνας της μονής Πετράκη· με πυκνό χιόνι και φαρμακερό βοριά, η διαδρομή αυτή μπορούσε εύκολα να γίνει θανατηφόρα. (περισσότερα…)

Εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου

To μικρό μοναστήρι της Αγίας Τριάδας της Καρυάς, με την αιωνόβια καρυδιά στα δεξιά του, όπως σωζόταν το 1908 (φωτογραφία από το έργο του Δ. Αιγινήτη, Το κλίμα της Αττικής).

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Το 1796, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως απέλυσε ένα σιγίλλιο με το οποίο ρύθμιζε υποθέσεις μονών της Αθήνας. Μεταξύ άλλων, το έγγραφο επικύρωνε την προσάρτηση «τοῦ ἱεροῦ μοναστηρίου τῆς Ἁγίας Τριάδος κειμένου εἰς τὸ ὄρος Ὀζέου μετὰ τοῦ μετοχίου αὐτῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου», στην κραταιά τότε μονή των Ασωμάτων Πετράκη. Το Όζεον όρος —ή Οζιά, Νοζέα και Καρά-Οζ, σε άλλες εκδοχές— δεν ήταν άλλο από την Πάρνηθα, το αρχαίο όνομα της οποίας γνώριζαν ελάχιστοι λόγιοι και οι ξένοι περιηγητές που συνέρρεαν στην Αθήνα, αναζητώντας το αρχαίο κλέος της. Όσο για την αναφερόμενη στο σιγίλλιο μονή, ήταν η λεγόμενη Αγία Τριάδα της Καρυάς, κτισμένη στην πλευρά του βουνού που έβλεπε στο λεκανοπέδιο, μέσα στα ελατοδάση και υπό τον ίσκιο, ως τις αρχές του περασμένου αιώνα, μίας πελώριας καρυδιάς.

Η Πάρνηθα, η οποία προστατεύει το αθηναϊκό πεδίο από τον βοριά όπως ένα στιβαρό τείχος, παρουσίαζε τότε μία εικόνα κάπως διαφορετική από αυτή που γνωρίζουμε σήμερα, ιδιαίτερα μετά τις πυρκαγιές των τελευταίων ετών. Μία από τις πιο άρτιες περιγραφές της οφείλουμε στον Άγγλο λοχαγό Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ, που ανέβηκε στο βουνό στις αρχές του 1806, μαζί με τον ηγούμενο του μικρού μοναστηριού της Αγίας Τριάδας. Αντίθετα με ό,τι θα φανταζόταν κανείς, η ανάβαση ήταν αρκετά εύκολη, χάρις στις διαδρομές που βρίσκονταν σε χρήση για τη μεταφορά αγαθών από διάφορες τοποθεσίες του όρους.

Πυκνή βλάστηση σκέπαζε σχεδόν όλες τις πλαγιές και τις περισσότερες κορυφές της Πάρνηθας. «Το κάτω μέρος του βουνού καλύπτεται με πεύκα· καθώς ανεβαίνουμε, αναμειγνύονται δρύες και έλατα, και σε μεγάλο βαθμό, προς την κορυφή, το δάσος αποτελείται αποκλειστικά από τέτοια δέντρα», γράφει ο Ληκ στο έργο του Travels to the Νorthern Greece. (περισσότερα…)

Νηρηΐδες: κατάλογοι και φαντασιώσεις

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Περιδιαβαίνοντας την Νικόπολη, στη δυτική πλευρά του δρόμου, πάνω στο ύψωμα, δίπλα από τον οίκο του Έκδικου Γεωργίου κι απέναντι από τη βασιλική του Δουμετίου, από τον 2ο μ.Χ. αιώνα υπάρχει το μικρό Νυμφαίο. Στην αψίδα του σώζεται ξεθωριασμένη αυτή η ψηφιδωτή παράσταση μιας Νηρηίδας που ιππεύει θαλάσσιο κήτος (σπάνιο δείγμα εντοίχιου ψηφιδωτού στον ελληνικό χώρο).

Γράφει στη συνοδευτική επιγραφή:

«Η Νηρηίδα αποδίδεται ημίγυμνη, με το δεξί χέρι, λυγισμένο, να ακουμπά στο λαιμό του κήτους και το αριστερό να στηρίζεται στο σώμα ή στην ουρά του. Το σώμα της θαλάσσιας μορφής εμφανίζεται διάστικτο και παραπέμπει σε αιλουροειδές, ενδεχομένως λεοπάρδαλη, με το κατώτερο τμήμα του να προσομοιάζει σε ουρά ιππόκαμπου ή ιχθύος, με τριπλή θυσανωτή ουρά… Την παράσταση επιστέφει μεγάλων διαστάσεων κοχύλι, σύμβολο του θαλάσσιου κόσμου, το οποίο, ο πρώτος ανασκαφέας της Νικόπολης, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς ερμήνευσε ως “ακτινοβολούντα ήλιο”».

Το γνωστό στην κλασσική αρχαιότητα μυθικό βεστιάριο των θαλάσσιων υποζυγίων, των Τριτόνων (των ιχθυοκενταύρων του Τζέτζη και του Μπόρχες), των ιπποκάμπων ή των δελφινιών, εμπλουτίστηκε στη μετακλασική περίοδο και προσέθεσε στην ελληνιστική και στη ρωμαϊκή Βίβλο των φανταστικών όντων κι άλλους ζωόμορφους συνδυασμούς. Κι έτσι στις παραστατικές τέχνες εμφανίζονται οι Νηρηίδες, κόρες του Νηρέα και της Δωρίδος, να εποχούνται επί ιπποκάμπων, ιχθυοκενταύρων, θαλασσίων δρακόντων, αιγικάμπων, ταυροκάμπων, λεοκάμπων ή και παρδαλοκάμπων, όπως και στην εν λόγω παράσταση από την Νικόπολη. Και εφόσον και μέχρι σήμερα

«ένας άνθρωπος καβαλάει το ξύλινο αλογάκι του ήσυχα και πορεύεται όμορφα-όμορφα…χωρίς να υποχρεώνει ούτ’ εμένα, ούτ’ εσάς να καβαλήσουμε ξοπίσω του, ―πείτε μου, κύριε, εμάς, τι μας νοιάζει;» (περισσότερα…)