ΝΠ | Ταξιδιωτικά – Μαρτυρίες

Βροχαὶ πίπτουσαι ἀδιακόπως εἰς τὸν ὁρίζοντά μας

Η Αθήνα και ο Υμηττός κάτω από σύννεφα· υδατογραφία του Τσαρλς Κόκερελ, 1811-1814, Βρετανικό Μουσείο.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Το φετινό φθινόπωρο παρουσιάζει μια απρόσμενη κανονικότητα, με τη θερμοκρασία να υποχωρεί ομαλά, με πολλές συννεφιασμένες μέρες, με συχνές βροχές και με τα πρώτα δέντρα να αποχωρίζονται τα φύλλα τους. Για τους περισσότερους κατοίκους της γιγαντωμένης Αθήνας, οι φθινοπωρινές  βροχοπτώσεις μοιάζουν με κακό μπελά που τους γεμίζει γκρίνια και εκνευρισμό. Μικροί και μεγάλοι δρόμοι πλημμυρίζουν, αυτοκίνητα ακινητοποιούνται, τα διαλυμένα πεζοδρόμια γίνονται εφιάλτης για τους πεζούς, ενώ οι όμβροι —κατά την ποιητική γλώσσα της μετεωρολογίας— δεν έχουν τη δύναμη να ξεπλύνουν τη μόνιμη πλέον βρωμιά της πόλης.

Οι βροχές του φθινοπώρου απασχολούσαν πάντοτε τους Αθηναίους, ανεξαρτήτως ιστορικού χρόνου και κοινωνικής θέσης. Επί Όθωνος, όταν πολλοί ήταν ακόμη αγρότες, τα πρώτα νερά της εποχής ήταν ευεργετικά για τις καλλιέργειές τους, οι οποίες άρχιζαν αμέσως μετά τα τελευταία σπίτια της πόλης — ακόμη και μέσα στο τείχος της, που έκτισε το 1778 ο Χατζή Αλή Χασεκής. Ο Γερμανός αρχαιολόγος Λουδοβίκος Ρος γράφει σχετικά σε επιστολή του από την Αθήνα, στις 6/18 Οκτωβρίου 1832:

«Εδώ και δυο χρόνια, ποτέ δεν έπεσε τόση βροχή στην Αττική όσο τούτο το φθινόπωρο, αρχίζοντας από τον Σεπτέμβρη — πράγμα που υπόσχεται μια ασυνήθιστα πλούσια σοδειά… Γύρω απ’ την πόλη και στα χωράφια που κλείνουν τα τείχη της, νέοι και γέροι χρησιμοποιούν τα χέρια τους για να επωφεληθούν από τον ευνοϊκό καιρό, για τις σπορές δημητριακών».

 Ήδη είχε τελειώσει ο τρύγος και η συγκομιδή των ελιών, με πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα:

«Ταυτόχρονα ο αγρότης ασχολείται με το λάδι και το κρασί. Παρ’ όλο που βρίσκεται στο τέλος αυτή η δουλειά των λιοτριβιών και του τρύγου, φέτος έχει αποδώσει. Έτσι οι Αθηναίοι με μεγάλη τους ευχαρίστηση δεν περιμένουν τίποτ’ άλλο από το νέο ότι η Αντιβασιλεία θα καταπλεύσει και θα ορίσει την Αθήνα για πρωτεύουσα»

Στο αττικό φθινόπωρο δεν έλειπαν οι ξαφνικές καταιγίδες, που μέσα σε ελάχιστο χρόνο μπορούσαν να αλλάξουν άρδην το τοπίο του καιρού και να αναστατώσουν όσους βρίσκονταν έξω. Ένα τέτοιο επεισόδιο αφηγείται η βασίλισσα Αμαλία σε γράμμα προς τον πατέρα της, στις 14/26 Νοεμβρίου 1837. Η Αμαλία και ο Όθων, μαζί με την ακολουθία τους, έκαναν μια εκδρομή σε μοναστήρι των περιχώρων της Αθήνας. Αν και δεν κατανομάζεται, επρόκειτο μάλλον για τη μονή της Πεντέλης. Λάτρις της ελληνικής φύσης, που μόλις ανακάλυπτε, η δεκαεννιάχρονη βασίλισσα περιγράφει με λεπτομέρεια το περιβάλλον του βουνού και την καταιγίδα που τους βρήκε στην επιστροφή:

«Στις 27 Νοεμβρίου πήγαμε μια εκδρομή σ’ ένα μοναστήρι. Τον μισό δρόμο τον κάναμε με την άμαξα και τον άλλο μισό με το άλογο. Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως είναι στα δικά μας μέρη το καλοκαίρι, και είχαμε τον πιο όμορφο γαλανό ουρανό που μπορεί να φανταστεί κανείς. Φάγαμε στη σκιά ενός πλατάνου και μετά κάναμε έναν περίπατο. Το μοναστήρι βρίσκεται μέσα σε μια χαράδρα όπου ρέει νερό. Έχει εκεί πολλά δέντρα, καθώς επίσης και εκτάσεις με γρασίδι, κάτι το σπάνιο εδώ. Χαριτωμένο θέαμα αποτελεί ιδιαίτερα η κουμαριά, ένας ψηλός θάμνος γεμάτος κόκκινους καρπούς που μοιάζουν με φράουλες και έχουν πολύ ωραία γεύση. Ο ίδιος θάμνος έχει συγχρόνως άνθη και καρπούς. Διασκεδάσαμε πολύ και μείναμε μέχρι τις πέντε και μισή, οπότε ανεβήκαμε στα άλογα και πήραμε τον δρόμο του γυρισμού. Καθώς επιστρέφαμε μας αιφνιδίασε μια φοβερή καταιγίδα, με τρομερούς κεραυνούς, θυελλώδη άνεμο και δυνατή βροχή. Ήταν απελπισία. Όλοι κατέφυγαν στις άμαξες. Δεν φαντάζεσαι τί μπέρδεμα δημιουργήθηκε, δεν υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι για να αναλάβουν τα άλογα και είχε πέσει βαθύ σκοτάδι που το φώτιζαν μόνο μεμονωμένοι κεραυνοί. Μερικά άλογα γύρισαν μόνα τους στο σπίτι.» (περισσότερα…)

Σύρος

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

~.~

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

Ἡ Σύρα[1] εἶν’ ἡ τυπικὴ εἰκόνα τοῦ ἄγονου αἰγαιοπελαγίτικου νησιοῦ: στρογγυλεμένα ὑψώματα, σκεπασμένα ἀπὸ ἕνα ἐλάχιστο χνούδι ξεροῦ χόρτου. Γυμνὴ πέτρα μὲ λιγοστὸ χῶμα, πλανισμένη ἀπὸ τοὺς ἀέρηδες καὶ τὶς βροχὲς πολλῶν αἰώνων. Ξερολιθιὲς σὲ μακριὲς γραμμὲς ποὺ διασχίζουνε τὶς μαγληνὲς πλαγιὲς σὰν τεράστια ἰσχνὰ φίδια ποὺ κατηφορίζουνε πρὸς τὴ θάλασσα. Κάπου κάπου μερικὲς πεζοῦλες ποὺ ἀγωνίζουνται νὰ συγκρατήσουν τὴ φτενὴ γῆς. Στὴ βίγλα μιᾶς κορφῆς ἕνα ρημοκλήσι στραμμένο πρὸς τὸ πέλαγο. Σὲ κάποιο πλάι πέντ’ ἕξι ἄσπρα σπίτια παραδομένα στὸν ἀνελέητο ἥλιο δίχως τὴν παραμικρὴ πρασινάδα γιὰ συντροφιά τους. Καὶ στὴ βάση ὅλων ἐτούτων οἱ ἴδιοι πάντα βράχοι, μαυριδεροὶ ἢ πρασινωποί, ὅλο ἀκμὲς καὶ βαθουλώματα −τὸ ἔργο τῶν κυμάτων τοῦ Αἰγαίου.

Εἶναι ν’ ἀπορεῖς ποὺ ὁ Ὅμηρος τὴν ἀναφέρει σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ εὔφορα νησιά. Γι’ αὐτὸ μερικοὶ ἔχουν ἀμφιβολίες ἂν ἡ ἀκμάζουσα «Συρίη» τῆς Ὀδύσσειας[2] μὲ τὶς δυὸ πολιτεῖες, τὴν Ποσειδωνία καὶ τὴ Φοινίκη, εἶν’ ἡ ἴδια μὲ τὴ σημερινὴ συνονόματή της. Ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πρᾶμα ἡ ρίζα τοῦ ὀνόματος τοῦ νησιοῦ εἶναι φοινικικὴ (ἀπὸ τὸ σὺρ ποὺ σημαίνει βράχος ἢ τὸ οὐσύρα ποὺ σημαίνει πλούσια ἢ τὸ οὐσούρα ποὺ σημαίνει εὐτυχισμένη) καὶ φαίνεται πὼς οἱ Φοίνικες ἦταν οἱ πρῶτοι του κάτοικοι ποὺ ἀργότερα διώχτηκαν ἢ ἐξελληνίστηκαν. Τὸν ἕκτο αἰώνα π.Χ. ἔβγαλε ἕναν ὀνομαστὸ φιλόσοφο, τὸν Φερεκύδη, δάσκαλο τοῦ Πυθαγόρα, τὸν ἑπόμενο αἰώνα ὑποτάχτηκε γιὰ λίγο στοὺς Πέρσες, λευτερώθηκε ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους ποὺ τὴν ἔμπασαν στὴ συμμαχία τους, ἀργότερα γνώρισε τὴν κυριαρχία τῶν Μακεδόνων καὶ τῶν Ρωμαίων καὶ τὸν τρίτο μ.Χ. αἰώνα βυθίστηκε στὴν παρακμή.

Ἡ σημερινὴ πολιτεία ἄρχισε νὰ χτίζεται χίλια χρόνια ἀργότερα, ὅταν τὸ νησὶ ἀποτελοῦσε ἕνα κομμάτι τοῦ φράγκικου Δουκάτου τῆς Νάξου. Ὁ ἐπισκέπτης τὴν ἀντικρίζει ἀπὸ τὸ πλοῖο, στὸ γύρισμα ἑνὸς κάβου, νὰ ξετυλίγεται, σιγὰ-σιγὰ μπροστά του, σ’ ἕνα γοητευτικὸ πανόραμα: σπίτια ἄσπρα, μπέζ, ἀνοιχτοπράσινα ἢ ἀνοιχτογάλανα, δίπατα τὰ περισσότερα καὶ μ’ ἐπίπεδη στέγη, γεμίζουν σὲ πυκνὴ παράταξη τὸ βάθος τοῦ κόλπου. Τὰ πιὸ μεγάλα, μ’ ἀρχοντικὴ σοβαρότητα στέκουνται χαμηλά, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν προκυμαία ἐνῶ τὰ μικρότερα τραβιοῦνται πιὸ ψηλὰ μὲ παιδιάστικη περιέργεια καὶ σκανταλιά, στὰ τρία ὑψώματα ὅπου καταλήγει ἡ πολιτεία. Τὸ ἕν’ ἀπ’ αὐτὰ ἔχει τὴ μορφὴ ἑνὸς τέλειου κάτασπρου κώνου. Ἐπιβλητικὲς ἐκκλησιὲς κάθουνται στὶς κορφὲς τῶν ὑψωμάτων. Τροῦλοι καὶ καμπαναριὰ προβαίνουνε σὲ διάφορα σημεῖα ἀνάμεσ’ ἀπὸ τὰ σπίτια. Στὴν ἀριστερὴ ἄκρα τῆς πολιτείας ξεχωρίζουνε μὲ τὶς ἄψογες μακριὲς ἀράδες τῶν παράθυρών τους τὰ κτήρια τῆς Σχολῆς Ἐφέδρων. Πιὸ πέρα γυαλίζουν ἀσημιοὶ οἱ κύλιντροι τῶν δεξαμενῶν τοῦ πετρέλαιου.

Τὸ λιμάνι τῆς Σύρας εἶν’ ἕνας εὐρύχωρος κλειστὸς κόλπος ποὺ τόνε κλείνει ἀκόμη πιὸ πολὺ ἕνας λιμενοβραχίονας. Τὸ μουράγιο, ὄχι καὶ τόσο φαρδύ, πλακοστρωμένο, διαγράφει μιὰν ἀνοιχτὴ καμπύλη στὸν γύρο τῆς θάλασσας. Τὴν ἴδια καμπύλη ἀκολουθοῦνε καὶ τὰ χτήρια τῆς προκυμαίας: καφενεῖα, ἑστιατόρια καὶ καταστήματα λουκουμιῶν, μὲ ξενοδοχεῖα συνήθως ἀπὸ πάνω.

Σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν παραλία οἱ δρόμοι ἀρχίζουνε ν’ ἀνηφορίζουνε γιὰ νὰ δώσουνε σύντομα τὴ θέση τους σὲ σκάλες. Τ’ αὐτοκίνητα περιορίζουνε τὴ δράση τους σὲ λίγους δρόμους, κυρίως στὴν περιοχὴ τοῦ λιμανιοῦ.

*

Εἶναι Σάββατο ἀπόγεμα. Στὴν ἀγορὰ οἱ νοικοκυραῖοι μὲ τὴν τσάντα στὸ χέρι κάνουνε τὰ κυριακάτικα ψώνια τους. Κοιτάζω τὶς ταμπέλες τῶν μαγαζιῶν. Σ’ ἀρκετὲς ἀπ’ αὐτὲς εἶναι γραμμένα ἐπίθετα κρητικά (ἀνάμεσά τους καὶ κάποιος Καζαντζάκης). Θά ’ναι ἀπόγονοι προσφύγων τῶν κρητικῶν ἐπαναστάσεων ποὺ ἔμειναν στὸ νησί. Ἐδῶ ἔμαθε τὰ πρῶτα του γράμματα, προσφυγάκι, κι ὁ Λευτέρης Βενιζέλος.

Καθὼς βραδιάζει ὀρδινιάζεται στὴν παραλία ἡ σαββατοβραδιάτικη βόλτα. Οἱ περιπατητὲς στρίβουνε στὴν Ὁδὸ Βενιζέλου καὶ φτάνουνε στὴν Πλατεία Μιαούλη −τὸ κέντρο τῆς πολιτείας. Τὸ ἐπιβλητικὸ μέγαρο τοῦ Δημαρχείου πιάνει ὁλάκερη τὴ μιὰ πλευρὰ τῆς πλατείας. Εἶν’ ἕνα ὡραῖο νεοκλασικὸ χτήριο, τριώροφο, (τὸ ἰσόγειο εἶναι νοικιασμένο καὶ στεγάζει ζαχαροπλαστεῖα καὶ καφενεῖα), μὲ φαρδιὰ μεγαλόπρεπη μαρμαρένια σκάλα ποὺ ἀνεβάζει στὴν τρίπυλη εἴσοδο τοῦ πρώτου πατώματος μὲ τοὺς δωρικοὺς ἡμικίονες. Στὴν κεντρικὴ πρόσοψη τοῦ πάνω πατώματος οἱ ἡμικίονες εἶναι ἰωνικοῦ ρυθμοῦ καὶ στὸ ἐπιστύλιό τους κάθεται τὸ τριγωνικὸ ἀέτωμα. Μιὰ σειρὰ ἀπὸ φοίνικες στολίζει τὴν πλακόστρωτη πλατεία. Στὸ κέντρο ὀρθὸς στὸ ψηλὸ βάθρο του ὁ μαρμαρένιος Μιαούλης κρατᾶ μὲ τ’ ἀριστερό του χέρι τὸ δοιάκι τοῦ καραβιοῦ καὶ μὲ τὸ δεξὶ τὸ κανοκιάλι. Ἡ ἔκφρασή του εἶν’ ἀγέρωχη κι αὐστηρή, ὅλο ἔγνοια κι ἀποφασιστικότητα. Παρέκει ὑψώνεται, μαρμαρένια κι ἐκείνη, ἡ στρογγυλὴ ἐξέδρα τῆς φιλαρμονικῆς μὲ ἀνάγλυφα τοῦ Ἀπόλλωνα καὶ τῶν Μουσῶν καὶ μὲ κομψοὺς στύλους ποὺ ἀπολήγουνε σὲ ἠλεχτρικὰ φανάρια. Μόνο ποὺ μένει βουβή.

Σιωπηλό, κατάκλειστο κι ἐγκαταλειμμένο ὑψώνεται καὶ τὸ Δημοτικὸ Θέατρο «Ἀπόλλων» ποὺ εἶχε δεῖ μεγάλες δόξες στὴν ἐποχή του. Ἤτανε τὸν καιρὸ ποὺ ἡ Σύρα ξεπερνοῦσε σ’ ἐμπορικὴ καὶ βιομηχανικὴ κίνηση τὸν Πειραιᾶ −τὸ τρίτο τέταρτο τοῦ δέκατου ἔνατου αἰώνα. Μὲ τὰ ναυπηγεῖα της, τὰ κλωστοϋφαντουργεῖα, τὰ βυρσοδεψεῖα, τοὺς ἀλευρόμυλους καὶ τὴ σιδηρουργία της, μὲ τὸ μεγάλο ἀσφαλισμένο λιμάνι της, σταθμὸ γιὰ ἀνεφοδιασμὸ κι ἐπισκευὲς τῶν ἑλληνικῶν καὶ τῶν ξένων πλοίων, εἶχε φτάσει σὲ λαμπρὴ οἰκονομικὴ ἄνθιση. Μιὰ ἀστικὴ τάξη, ποὺ μπορεῖ νὰ πιθήκιζε τὰ εὐρωπαϊκὰ ἤθη, μὰ ποὺ φιλοτιμοῦνταν νὰ στολίσει τὴν πολιτεία της μὲ μεγαλόπρεπα δημόσια χτήρια καὶ νὰ οἰκοδομήσει πλούσια ἀρχοντικὰ γιὰ κατοικία της καὶ ποὺ δὲν ἤτανε ξένη πρὸς τὰ γράμματα, ἀναπτύχθηκε τότε σὲ τοῦτο τὸ ξερονήσι. (περισσότερα…)

Για την Ανύμφευτη Γεωγραφία: Αντιγραφές, Σπαράγματα, Αποστροφές, Περιδιαβάσεις

Το πεζοδρόμιο, «οικία του συλλογικού» κατά τον Βάλτερ Μπένγιαμιν.

 

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Η παρούσα διερώτηση προκύπτει από την παρατήρηση της νυχτερινής χρωματολογίας. Κοινώς αναρωτιέμαι αν η νύχτα έχει χρώματα· αν η νύχτα έχει το δικό της χρώμα ή αν αναδύει τα χρώματα των πραγμάτων από την ανάποδη, ή αν οι αντανακλάσεις των σωμάτων είναι διαβρωμένες από τη μαυρίλα. Όχι τα τεχνητά χρώματα του ηλεκτρισμού ή των τεχνητών παρεμβάσεων του ανθρώπου. Αν η νύχτα έχει χρώμα, τότε ποιο είναι εκείνο; Αν είναι ένα χρώμα εκ του φυσικού, δεδομένου ότι το μαύρο θεωρείται μη-χρώμα; Τελικώς και εσχάτως μήπως η νύχτα είναι ένας τόπος με τους δικούς του χρωματισμούς; Καρούζος ή ο Έλληνας της Νύχτας:

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου
σαν πέσει η νύχτα.

εξωραΐζουμε
τη νύχτα
χωρίς ιδεολογίες·
μονάχα πιστεύοντας
άνθηση·
Θα υπάρξουμε
οπωσδήποτε
κι αύριο

Τη νύχτα που κουράζονται τα πράγματα
και παύουν να με κυνηγούν
έρωτα.

Μέσα στο μαύρο χάλκωμα της νύχτας
οι επιθυμίες
στους κήπους του ερωτικού μεσονυχτίου η καμέλια.

Θα παραπονεθώ για σένα έρωτα στ’ αστέρια
τη νύχτα που είν’ ο μανδύας της απελπισίας μου

«Δεν έχεις ερωτήματα;» ‒ μου λέει το φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα εσύ τάχα ρωτάς αυτή τη νύχτα;

Ο κόσμος της νύχτας είναι πρόσφατος, νεωτεριστικός και μετα-διαφωτιστικός, με την ισχυρή τάση να μετατρέπεται σε αντι-διαφωτιστικό. Η γέννησή του ανάγεται στη χρήση ‒ αρχικά, εκείνη των δημόσιων λαμπτήρων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, για τους οποίους χρησιμοποιούνταν το λίπος φάλαινας, ένας από τους λόγους για τον οποίους και έγινε παγκοσμίως γνωστό το αριστούργημα Μόμπυ Ντικ. Σε έναν από αυτούς τους δημόσιους λαμπτήρες αυτο-απαγχονίστηκε o Ζεράρ ντε Νερβάλ τη νύχτα της 26ης Ιανουαρίου του 1855 στην οδό de la Vieille Lanterne στο πρώτο διαμέρισμα των Παρισίων· δρόμος που δεν υπάρχει πια.

Το νυχτοπερπάτημα και ο μοναχοπερπατισμός αποτελούν τρόπους ζωής για τους νυχτόβιους. Ο νυχτοβάτης είναι το τελείως αντίθετο του ημεροβάτη ορθολογιστή. Με την έλλειψη φωτός, ειδικά το καλοκαίρι, τα καταστήματα, μετά το πέρας του ωραρίου, παραμένουν κλειστά, οι οικογενειάρχες γυρίζουν στην οικογενειακή τους φωλιά, οι περισσότερες εργασίες στην πόλη παύουν να υφίστανται. Ο δρόμος μετατρέπεται για σε σκηνή θεάτρου ή σε θέατρο σκιών. Οι πόρνες βγαίνουν στην πιάτσα («κάνουν πεζοδρόμιο»), οι ταβερνιάρηδες ετοιμάζουν το κρασί και εδέσματα για τους θαμώνες τους, τα μπαρ ανοίγουν περιμένοντας τους πελάτες τους, οι μικροαστοί με τη διπλή ζωή καταφέρνουν ενίοτε να ξεφύγουν από την αχαροσύνη τους και να εισχωρήσουν μετά βουλιμίας σε αυτό που αποκαλείται «βούρκος της νύχτας». Μέχρι πρόσφατα, η μουσική, λαϊκή ή μη, ήταν συνυφασμένη με τη νύχτα. Στα ελληνικά χρησιμοποιείται από τους ηθικολόγους η έκφραση «αυτός είναι του δρόμου», όπως επίσης «αυτός είναι της νύχτας». Για τον δρόμο της νύχτας δεν έχει σημασία αν είναι άνοιξη ή χειμώνας· οι εποχές καταλύονται πολύ εύκολα, όπως και ο ορθολογισμός της ημέρας.

Στο δοκίμιό του Νύχτες στην Μεγάλη Πόλη (Nachts in der großen Stadt, 1991) ο Γιόαχιμ Σλέρ (Joachim Schlör) αναφέρει ως χρονιά που ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση για τον δρόμο, τα ήθη και τα έθιμά του, το 1840. Εκείνη τη χρονιά ο δρόμος, σε συνδυασμό με τη νύχτα, ορίζεται «ως ένα θέατρο στο έργο του οποίου διαδραματίζεται η σύγκρουση ανάμεσα στην τάξη και την αταξία, την ασφάλεια και την ανασφάλεια, την ηθικότητα και τον αμοραλισμό». Η συζήτηση για τη νύχτα, την ασφάλεια των πολιτών και όχι μόνον, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, αφού αφορμή έδινε συνεχώς η κάθε είδους παράνομη δραστηριότητα που λάμβανε χώρα τη νύχτα με διάσημους κωδικοποιημένους χαρακτήρες και ομάδες, όπως οι Απάχηδες. Άλλοι, πάλι, ονόμαζαν τους διαρρήκτες «εργάτες της νύχτας».

Η αλαμπία και αμαυρότης αποτελούν τους κύριους πρωταγωνιστές της νύχτας, και οι θαυμαστές της μαθαίνουν να αναμειγνύουν τα βήματά τους στις φωτοσκιάσεις που σχηματίζει το φεγγάρι σε συνδυασμό με τους ηλεκτρικούς λαμπτήρες, τα φώτα νέον και ό,τι άλλο παρήγαγε ο βιομηχανικός πολιτισμός, που με βάση αυτές τις τεχνητές ιδιότητες —οι οποίες και γίνονται εύκολα πολύ ανθρώπινες— διαμορφώνονται και οι προσωπικότητες της νύχτας. «Παρόλο που υπόσχεται φόβο και κίνδυνο», ο δρόμος προσφέρει «τη γνώση ως ανταμοιβή». Συμπληρωματικά σε αυτά, ο Σλερ αναφέρει ως επιστέγασμα της νεωτεριστικής νύχτας το γεγονός ότι υπάρχει «μια υποχθόνια μορφή της μητροπολιτικής αίσθησης η οποία και διαφεύγει της χρονολογίας». Ο χρόνος καθαιρείται κατά τη διάρκεια της νύχτας. Θα προσέθετα, βεβαίως, ότι η ημέρα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νυχτερινής ζωής. Κι αυτό διατυπώνεται όχι χωρίς κάποιο βάσιμο λόγο. Η οικονομία της ημέρας με τις δικονομικές της μεταβιβάσεις της στη νύχτα, καθώς και οι συνεχόμενες απαγορεύσεις εκ μέρους του πολιτικού και αστυνομικού σκηνικού επηρεάζουν τη ζωή της νύχτας, και κατά συνέπεια, ή όπως θα λέγαμε πολύ απλά και κοινώς, δεν την αφήνουν σε ησυχία.

*

(περισσότερα…)

Πανήγυρις Δαφνίου

Εκδρομείς στο Δαφνί, σε επιχρωματισμένη καρτ-ποστάλ των αρχών του περασμένου αιώνα.

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

«Τὴν 23 τ.μ. ἡμέραν, καθ᾿ ἥν ἀποδίδοται ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας, ἤ ὡς κοινῶς λέγομεν τὰ ἐννεάμερα τῆς Θεοτόκου, τελεῖται πανήγυρις ἐν τῇ Μονῇ Δαφνίου, ὅπου κατ᾿ ἔτος συῤῥέουν ἐξ Ἀθηνῶν ἄπειροι προσκυνηταὶ χάριν εὐλαβείας». Με αυτό το σύντομο σημείωμα ανήγγειλε η αθηναϊκή εφημερίδα Ταχύπτερος Φήμη στις 19 Αυγούστου του 1853 την πανήγυρη του Δαφνίου, του περίφημου βυζαντινού μοναστηριού της Αττικής, τα ψηφιδωτά του οποίου συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της μεσαιωνικής τέχνης.

Το συγκρότημα της μονής ήταν τότε ένας σωρός από ερείπια, ανάμεσα στα οποία πρόβαλε η γηραιά μεγάλη εκκλησία της –το καθολικό– πρόχειρα επισκευασμένη. Έξω από τα τείχη της περνούσε η Ιερά Οδός των αρχαίων, ή δρόμος της Λεψίνας για τους νεότερους κατοίκους της Αττικής, που συνέδεε την Αθήνα με τη Θήβα και τα Μέγαρα. Λόγω της θέσης του, το Δαφνί μετατράπηκε κατά την Επανάσταση του 1821 σε φρούριο που το διεκδικούσαν Έλληνες και Τούρκοι, με αποτέλεσμα να υποστεί απανωτές καταστροφές. Οι ελάχιστοι καλόγηροί του το είχαν ήδη εγκαταλείψει και κατόπιν, ο νόμος του 1833 το κατέταξε στις μη διατηρούμενες μονές του κράτους, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε πλήρη ερήμωση και εγκατάλειψη.

Η ρημαγμένη μονή ζωντάνευε στα χρόνια του Όθωνα κατά την ημέρα της παλαιάς της πανήγυρης, στις 23 Αυγούστου, την οποία δεν είχαν λησμονήσει οι Αθηναίοι. Εκεί συνέρρεαν κατά εκατοντάδες, χάριν προσκυνήματος και αναψυχής, με άμαξες, κάρα, υποζύγια, αλλά και με τα πόδια, διασχίζοντας το πυκνό ακόμα δάσος των δέντρων του μεγάλου Ελαιώνα. Την τέλεση του πανηγυριού το 1853, στην οποία αναφέρεται η Ταχύπτερος Φήμη, είχε αναλάβει μια επιτροπή κατοίκων της πρωτεύουσας, το έργο της οποίας ενίσχυσε ο Δήμος Αθηναίων με το πενιχρό του ταμείο.

«Εἰς τὴν πανήγυριν ταύτην», συνεχίζει λίγες μέρες αργότερα ίδια εφημερίδα,

«παρευρέθησαν πολλοὶ ἄνθρωποι οἰκογενειακῶς, οἵτινες μετὰ τὴν Ἱερὰν λειτουργίαν εὐθύμησαν καθ᾿ ὅλην τὴν ἐντέλειαν. Μετὰ καιρόν τινα εἶναι ἐλπὶς ἡ Μονὴ αὕτη, ἥτις θεωρεῖται μία τῶν ἀρχαιοτάτων ἐκκλησιῶν διότι καὶ εἰς θέσιν καλὴν εὑρίσκεται καὶ εὐρύχωρος εἶναι, καὶ δωμάτια πολλὰ ἔχει, καὶ εἰκόνας σπανίους, νὰ ἀποκαταστῇ καὶ νὰ τελειοποιηθῇ ἔτι περισσότερον. Ἡ Δημαρχία Αθηνῶν ἔχουσα ὑπ᾿ ὄψιν ταῦτα, ἐδαπάνησε 300 δρ. εἰς ἐπισκευὰς τριῶν κελίων καὶ ἄλλων καὶ παρέχει πᾶσαν συνδρομὴν εἰς βελτίωσιν τῆς εἰρημένης Μονῆς. Οὐχ᾿ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ ἐπαινέσωμεν καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Μονῆς μὴ φειδομένην οὐδενὸς κόπου πρὸς καλλωπισμὸν τῆς ἐκκλησίας.»

Εντούτοις, η τύχη του Δαφνίου δεν άλλαξε. Η επιτροπή συνέχισε να φροντίζει στο μέτρο των δυνάμεών της την εκκλησία και το πανηγύρι της, αλλά δεν υπήρξε καμία σοβαρή μέριμνα για τη στοιχειώδη συντήρηση του μνημείου, τα ψηφιδωτά του οποίου διαλύονταν και καταστρέφονταν. Έπρεπε να περάσουν ακόμη τριάντα χρόνια και να σημειωθούν περαιτέρω φθορές, μέχρι να αποφασίσει η κυβέρνηση, το 1885, τη λήψη των πρώτων μέτρων προστασίας της μονής, αφού προηγουμένως στέγασε για λίγο στους χώρους της ένα άθλιο φρενοκομείο. (περισσότερα…)

Η ζωή στην επαρχία: Ο σιωπηλός κώδικας της ανδρικής ομοφυλοφιλίας

*

του ΑΡΗ ΜΕΝΤΗ

~.~

Κάθε πόρτα κλειδωνόταν δύο φορές. Μία για τους κλέφτες, μία για τους γείτονες.

Έμεινα έναν χρόνο σε μια μικρή πόλη για σπουδές, και χρειάστηκαν λίγες εβδομάδες για να καταλάβω ότι δεν είχα μετακομίσει απλώς σε άλλο γεωγραφικό σημείο. Είχα μπει σε άλλο σύστημα επιβίωσης, με δικούς του κανόνες, δική του λογική, και μια συνοχή που δεν την είχα υποψιαστεί ζώντας από πάντα στην Αθήνα.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει κανείς είναι ότι εκεί δεν υπάρχει μυστικό. Όποιος φαντάζεται ότι η ομοφυλοφιλία στην ύπαιθρο παραμένει «κρυφή», με την αστική έννοια της λέξης, δεν έχει καταλάβει τη μηχανική του τόπου. Όλοι ξέρουν ποιος πάει πού, ποιος γύρισε αργά, ποιανού το αυτοκίνητο στάθμευσε έξω από ποια αυλή και για πόση ώρα. Η πληροφορία κυκλοφορεί καθημερινά και ελεύθερα.

Απλώς κυκλοφορεί πάντα σε τρίτο πρόσωπο.

Αυτό είναι όλο το σύστημα σε μία πρόταση. Η κοινότητα κατέχει την πληροφορία και αρνείται πεισματικά να την επικυρώσει σε δεύτερο πρόσωπο. Κανείς δεν θα σε ρωτήσει ευθέως αλλά όλοι θα συζητούν για σένα. Το queer σώμα υπάρχει εκεί ως διαρκές αντικείμενο ομιλίας και ποτέ ως συνομιλητής.

Κι επειδή είσαι μόνο αντικείμενο, η ιστορία σου δεν μένει ποτέ στο μέγεθός της. Το χωριό δεν αρκείται στο γεγονός, το κάνει σήριαλ. Και δεν μπορείς να διορθώσεις τίποτα, γιατί δεν σου το λέει ποτέ κανείς κατάμουτρα. Γίνεσαι ο μόνος άνθρωπος που δεν έχει δικαίωμα απάντησης στη δική του ιστορία.

Δεν είναι σιωπή αυτό. Είναι κάτι πολύ πιο βίαιο: το να ακούς τον εαυτό σου να συζητιέται σε ένα καφενείο όπου κάθεσαι. Σε ένα αστικό οικογενειακό τραπέζι η ερώτηση για την προσωπική σου ζωή λείπει επειδή δεν θέλουν να ξέρουν. Στην επαρχία λείπει επειδή ξέρουν.

Και πίσω από αυτή τη λειτουργία δεν κρύβεται ατομική υποκρισία, κρύβεται κάτι παλαιότερο. Ο Κώστας Γιαννακόπουλος, ύστερα από χρόνια εθνογραφικής και αρχειακής έρευνας για τις ανδρικές ομοερωτικές σχέσεις στη μεταπολεμική Ελλάδα, περιγράφει μια μετάβαση: από μια διάχυτη ομοσεξουαλικότητα, όπου η πράξη δεν παρήγαγε ταυτότητα, προς τη σύγχρονη δυτική διάκριση ομοφυλοφιλίας και ετεροφυλοφιλίας. Στην επαρχία, το παλιό σύστημα δεν έφυγε ποτέ εντελώς. Επιβιώνει, δίπλα στο καινούργιο, και ρυθμίζει ακόμα ποιος είναι τι.

Σε αυτό το σύστημα, ο άντρας που διεισδύει δεν είναι ομοφυλόφιλος. Ομοφυλόφιλος είναι πάντα εκείνος που δέχεται.

Θέλει προσοχή εδώ, γιατί είναι εύκολο να διαβαστεί λάθος. Ο άντρας που γυρίζει το πρωί στην οικογένειά του, δεν λέει ψέματα στον εαυτό του με τη σύγχρονη έννοια της άρνησης. Υπακούει σε μια συνθήκη που έχει τη δική της ιστορική συνοχή και προηγείται της γενιάς του. Είναι κι αυτός γρανάζι σε έναν μηχανισμό που του επιτρέπει να υπάρχει στην κοινότητα μόνο αν κρατήσει ένα κομμάτι του εαυτού του αυστηρά στο σκοτάδι.

Το είδα να δουλεύει μπροστά μου, κάθε μέρα, για έναν χρόνο. Άνοιξα τις εφαρμογές την πρώτη εβδομάδα και μέσα σε λίγες μέρες είχα γίνει ένα από τα καινούρια θέματα της πόλης. Ο φοιτητής από την Αθήνα, που ήρθε για λίγο. Η ποικιλία ήταν πρωτοφανής: άσπρα κολάρα και κτηνοτρόφοι, φοιτητές, στρατιωτικοί, άντρες με τα διπλά μου χρόνια. Και πάνω απ’ όλα οικογενειάρχες. Οικογενειάρχες που έξω, στο καφενείο και στην πλατεία, ήταν η ίδια η επικύρωση του κώδικα — παντρεμένοι, με παιδιά, με την αρρενωπότητά τους άθικτη και μη διαπραγματεύσιμη. Και που έρχονταν σε μένα ζητώντας ακριβώς τη θέση που ο κώδικας καταδικάζει. Τη θέση εκείνου που δέχεται. Δηλαδή, τη θέση που στην ίδια τους την πόλη σημαίνει ότι είσαι πούστης. (περισσότερα…)

Η πραγματικότητα των δημόσιων ψυχιατρικών κλινικών στην Ελλάδα: Μια μαρτυρία

 

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΩΤΗ

~.~

Συνηθίζω να γράφω δοκίμια. Το παρόν κείμενο, όμως, είναι μια μαρτυρία. Και θα προσπαθήσω να κρατήσω το ύφος άμεσο, απλό, σχεδόν προφορικό, όπως όταν ομολογείς κάτι σ’ έναν φίλο. Η εποχή μας φλυαρεί με υπερηφάνεια για τη συμπερίληψη, τις κατακτήσεις στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την προοδευτικότητα, τη χειραφέτηση της σεξουαλικότητας, την ελευθερία του λόγου, τις κοινωνικές της ανησυχίες. Ωστόσο, βιώνοντας το σήμερα και μελετώντας την Ιστορία, διαπιστώνω με θλίψη ότι το άτομο ποτέ ξανά δεν υπήρξε τόσο απομονωμένο. Απελπισμένο, κενό, έρημο αξιών και ιερότητας, δίχως ταυτότητα, αγωνιώντας απ’ την απουσία του ανήκειν. Όσον αφορά στα καθ’ ημάς, όλοι γνωρίζουμε την πραγματικότητα της ζωής στην Ελλάδα. Τη διαφθορά, την ακρίβεια, την αναξιοκρατία, την οικονομική δυσχέρεια, το άγχος και την απαισιοδοξία μας για το μέλλον, την υποστελέχωση των σημαντικότερων θεσμών, την κρίση των αξιών, τον μακρύ κατάλογο των προβλημάτων που μας κατατρύχουν. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν την πραγματικότητα του περιθωρίου. Και λίγοι ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Σας υποσχέθηκα μια μαρτυρία. Κ’ εδώ θα μιλήσω για τη ζωή στη δημόσια ψυχιατρική κλινική.

Από κάπου θα πρέπει να ξεκινήσω. Έχω εμπειρίες από αρκετά ψυχιατρεία και οι ασθενείς με τους οποίους νοσηλεύτηκα μου μετέφεραν τα δικά τους βιώματα από άλλες κλινικές. Θα κάνω, λοιπόν, την αρχή εξηγώντας το ποινικό σύστημα που υπάρχει μέσα σε μια ψυχιατρική κλινική. Αρκετοί ασθενείς είχαν φυλακιστεί, πριν καταλήξουν σε μια μονάδα ψυχικής υγείας. Συνήθιζαν να λένε ότι όσοι βρίσκονται στη φυλακή, φοβούνται τα ψυχιατρεία, και το αντίστροφο. Γιατί η φυλακή κ’ η δημόσια ψυχιατρική κλινική δεν διαφέρουν πολύ. Το προφανές είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις χάνεις την ελευθερία σου. Όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Μέσα σ’ ένα ψυχιατρείο επικρατεί ένα σύστημα ποινών. Αρχικά, οι «συνεργάσιμοι» ασθενείς παίρνουν εξιτήριο πιο γρήγορα, ενώ οι «αντιδραστικοί» τιμωρούνται με την αύξηση της διαμονής τους εκεί. Η πρώτη κατηγορία ασθενών αποκτά προνόμια που δεν έχουν οι άλλοι, όπως η πρόσβαση στο κινητό τους τηλέφωνο, οι μεγαλύτερες μερίδες φαγητού, που ποτέ δεν είναι αρκετό, κ.ά. Αν ο ασθενής επιμένει να προβάλει αντίσταση, τον δένουν σ’ ένα κρεβάτι για 24-48 ώρες, δεν του επιτρέπουν να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, συχνά μάλιστα δεν τον καθαρίζουν καν. Είδα ασθενείς με μώλωπες απ’ τα σφιχτά δεμένα δεσμά, που φώναζαν για ώρες να τους τα χαλαρώσουν. Το επόμενο βήμα είναι η απομόνωση: ένα κυριολεκτικό κελί με μεταλλική πόρτα κ’ ένα παραθυράκι που μένει σχεδόν πάντα κλειστό. Κι όλ’ αυτά τα μέτρα εφαρμόζονται σε άτομα που η συμπεριφορά τους οφείλεται σε μία νόσο, δεν είναι επιλογή. Θυμάμαι ακόμα ένα βράδυ που ο Θ., ναρκομανής με σύνδρομο στέρησης, ζητούσε επιτακτικά τη «βιταμίνη» του: έτσι ονόμαζε το φάρμακο που του χορηγούσαν. Ο Θ. ήταν επίσης άρρωστος από λοίμωξη του αναπνευστικού. Οι νοσηλευτές δεν απαντούσαν στις εκκλήσεις του. Όπως καταλαβαίνετε, ένας άνθρωπος που βρίσκεται σε στερητικό σύνδρομο και παράλληλα νοσεί ψυχικά μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτος. Κ’ έτσι συνέβησαν τα πράγματα: ο Θ. άρχισε να χτυπά τα τζάμια του φαρμακείου και να φωνάζει. Ο νοσηλευτής που είχε βάρδια, βγήκε έξω έξαλλος, τον άρπαξε απ’ την μπλούζα κ’ ήταν έτοιμος να τον χτυπήσει, τον προκαλούσε, «Έλα, έλα, αν σου βαστάει», τού ’λεγε, λες κ’ επρόκειτο για κανέναν αλήτη του δρόμου που του επιτέθηκε σε στενό ή για καβγά σε μπαρ. Ο Θ. φοβήθηκε κι ο νοσηλευτής φώναξε «Ε, βέβαια, όλοι κότες είστε τελικά».

Ο φόβος. Γεννιέται απ’ αυτές ακριβώς τις ποινές. Ειδικά για όσους έχουν κάνει εισαγωγή με εισαγγελική. Φοβούνται τους γιατρούς και τους νοσηλευτές. Είδα πολλούς να φέρονται σχεδόν δουλικά απέναντί τους, να τους κολακεύουν, να χάνουν την αξιοπρέπειά τους, μόνο και μόνο για ν’ αφεθούν ελεύθεροι. Ο φόβος, όμως, σε μια ψυχιατρική κλινική προκαλείται κι απ’ τους ίδιους τους νοσηλευόμενους: λόγω έλλειψης κλινών, συγχρωτίζονται άτομα που η βαρύτητα της ψυχοπαθολογίας τους είναι εντελώς δυσανάλογη. Έτσι, νοσηλευόμενοι που είχαν εισαχθεί λόγω ηπιότερης παθολογίας, όπως π.χ. η πολυήμερη αϋπνία, συγκατοικούσαν με ψυχωτικούς. Νοσηλευόμουν μαζί μ’ εμπόρους όπλων, ναρκέμπορους κ’ έναν δολοφόνο. Μια νοσηλεύτρια με πλησίασε τη δεύτερη μέρα και μού ’πε «Αγόρι μου, τι κάνεις εδώ; Δεν ανήκεις εδώ. Σήκω φύγε». (περισσότερα…)

Ημέρες αναλογικές

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Ήταν πρωί της Παρασκευής όταν ακούστηκε απ’ τη μεριά της λεωφόρου Κηφισίας ένας συνεχής βόμβος μεταλλικός, όπως τεράστια ρουλεμάν που περιστρέφονταν στην άσφαλτο, σαν συναρμολογημένος σκελετός εξωγήινων ρομπότ. Μέρες του 1967.

«Αχ, λέει η μάνα, πάλι οι ερπύστριες, πάλι τεθωρακισμένα κατεβαίνουν προς την Αθήνα». Επανήλθαν οι μνήμες της Κατοχής και των υστερότερων εφιαλτών. Τριάντα ένα χρόνια μετά από τη Δικτατορία του Μεταξά.

Σ’ έστειλε αργότερα προς το μεσημέρι ο πατέρας, να πάρεις εφημερίδα. Στο ψιλικατζίδικο του Χαλδαιόπουλου ήταν ο γιος. Καρίκωνε δίπλα η αδερφή του, γυναικεία καλσόν.

«Μια Μεσημβρινή» του λες.

«Δεν έχει» απαντά.

«Μια Μεσημβρινή» του ξαναλές, αφού γνωρίζεις καλά ότι αυτή πάντοτε παίρνετε. Αυτή και Μπριγιόλ για τα μαλλιά του πατέρα.

«Δεν βγήκε η Μεσημβρινή».

«Μα τι σημαίνει δεν βγήκε; Δεν καταλαβαίνω».

«Δεν υπάρχει σήμερα» απαντάει πάλι και φαίνεται κομπιασμένος να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. «Θέλεις την Απογευματινή, την Ακρόπολη;» αντιπροτείνει.

Εσύ, μικρός ακόμα, δεν ξέρεις αν πρέπει ν’ αλλάξεις εφημερίδα αλλά την παίρνεις και γυρνάς διστακτικός στο σπίτι.

Είναι Παρασκευή αλλά σήμερα δεν πήγες σχολείο. Ούτε και το Σάββατο. Έγινε πραξικόπημα, λένε. Πάντως δεν είναι άσχημα χωρίς σχολείο.

«Πήρανε τον θείο Πέτρο στην Aσφάλεια».

«Μαμά, τι είναι η Aσφάλεια;». Κατάλαβες όμως· το ίδιο με το αστυνομικό τμήμα.

«Και τον Τζώρτζη της Μαρίας, τον κυρ Γιάννη, τον κυρ Βασίλη, τους μαζέψανε. Μα και τον Ματζανά, τον μπακάλη μας, τέτοιο ευγενικό άνθρωπο, δεν το περίμενα».

Πολλούς απ’ τους δικούς μας, τους αφήσανε το άλλο πρωί, άκουσες.

///

Radio days. Πώς περνά ο χρόνος όταν είσαι παιδί; Πώς θα περάσει το απόγευμα, όταν τελειώσεις τα μαθήματα;

«Πού θα πάμε σήμερα μαμά; Στην κυρία Θεοδώρα, στη θεία Κατερίνα, στην κυρία Σοφία;». Μαζεύονταν οι γυναίκες, παίρναν τις βελόνες και το μαλλί για πλέξιμο και συνομιλούσαν στη σειρά ή όλες μαζί· και το κουτσομπολιό ήταν σαν τοπικές ειδήσεις άλλοτε καλόβολες, κάποτε αιχμηρές. Ξέραν αυτές. Σ’ έναν τέτοιο κύκλο καλοκαιρινό, είχε κάποια το μωρό της αγκαλιά. Ρωτά τη μάνα μου, πόσο χρονών είμαι. Λέει η μάνα, τόσων. Με θεώρησε μικρό κι απονήρευτο, βγάζει το λευκό της μαστάρι και θηλάζει εν μέσω ενός κύκλου γυναικών κι ενός μικρού αγοριού.

Κάποτε ο κύκλος έσπαγε. «Μαμά, γιατί δεν ξαναπάμε στην κυρία Σοφία;». Απάντησε εκείνη μ’ έναν αναστεναγμό. Παρεξήγηση; Μικροί ή μεγαλύτεροι θάνατοι. (περισσότερα…)

Πέρασμα από τη Λευκή Πόλη

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

 ~.~

«Πλεῖν ἀνάγκη, ζῆν οὐκ ἀνάγκη»
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, «Πομπήιος»

Όταν χτύπησα επάνω στην υγρή κολώνα και βρέθηκα καταγής, δεν είχα αντιληφθεί αν αυτή η πτώση οφειλόταν στην τρύπα που σχημάτιζε ένα βαθούλωμα στο μουσκεμένο πεζοδρόμιο που αγνόησα ή αν ήμουν τόσο μεθυσμένος που κυριολεκτικά δεν έβλεπα μπροστά μου. Όμως υπάρχει και μία τρίτη εκδοχή γι’ αυτήν την πτώση: ο Πεσσόα. Την ώρα της σύγκρουσης, διατελώντας μίαν ακόμη νυκτοβασία, περνούσα από την τελευταία κατοικία του ποιητού καθώς ανέβαινα την rua Coelho da Rocha, οδοιπορώντας προς το δωμάτιό μου λίγα μέτρα πιο πάνω στην rua Saraiva de Carvalho, στην συνοικία Campo de Ourique και σκεπτόμενος τους στίχους του Μπερνάντο Σοάρες: «Τι ανθρώπινος ο μεταλλικός ήχος των τραμ! Τι εύθυμο τοπίο η απλή βροχή στο δρόμο που αναστήθηκε από την άβυσσο!», ηδονιζόμουνα, διανοητικώς, μόνος μου, εν τω μέσω της νυκτός.

Αίσθηση, παραίσθηση ή ψευδαίσθηση; Πόλη της Αβύσσου ή αβυσσαλέα πόλη; Ακόμη μια φορά αναρωτήθηκα για το εάν οι πόλεις είναι κατά το ήμισυ πραγματικές και κατά το άλλο ήμισυ ένα καθαρό δημιούργημα της φαντασίας. Φανταστικές πόλεις. Πόλεις που δεν υπάρχουν σε αυτό που ονομάζουμε πραγματικότητα αλλά δημιουργημένες στο φαντασιακό εκείνων που έζησαν πάνω τους, χρησιμοποιώντας την πόλη ως σκηνή των φαντασμάτων τους ή των φαντασιώσεών τους. Ιδωμένες κατά αυτόν τον τρόπο, οι πόλεις αποτελούν μια βάση παιγνιδιού για τους σύγχρονους δημιουργούς (σε αυτούς εντάσσω και τους κινηματογραφιστές) που ανέλαβαν τον ρόλο του ιερουργού μετά την κατάλυση των ιερών κειμένων των θρησκειών. Είναι ο χώρος όπου μέσα του απλώνονται κατασκευάζοντας μια προσωπική μυθολογία που μετατρέπεται σε μυθοπραξία αφού, από ένα σημείο και μετά το πραγματικό ενσωματώνεται στο φαντασιακό και όχι το αντίστροφο. Η Βιέννη ταυτίζεται με τους κόσμους των Τσβάιχ, Ροτ και Σνίτσλερ ανάμεσα σε άλλους. Υπάρχουν πολλές πόλεις μέσα στην Βιέννη. Περπατώντας στην Praterstraße, διαπερνώντας τα σοκάκια και τους παραδρόμους της πρώην Αυτοκρατορικής πρωτεύουσας, τα σκουπίδια και τον Δούναβη δεν καταφέρνω να ξεχωρίσω ανάμεσα στην πραγματική ουσία των τόπων και την γραφή που μένει συνεχώς αόρατη επάνω σε όλα αυτά1. Αόρατες πολιτείες. Η Alexanderplatz δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αυτεξούσια, ούτε μετά τον Νταιμπλίν ούτε και μετά το έπος του Φασσμπίντερ. Στην προφορά της λέξης Schnapps δεν διακρίνω ανάμεσα στην ύπαρξη και την σύσταση του ποτού και την φωνή του Φραντς Μπίμπερκοπφ. Είναι όλος ο υλικός κόσμος, όλα τα στοιχεία της καθημερινότητας που συμμετέχουν σε αυτό το παιγνίδι. Και δεν πρόκειται για καταγραφή των τεκταινομένων της πόλης, αλλά για μια συγγραφή που προέρχεται από τα βάθη της πόλης και που την μεταμορφώνει αφού μετατρέπει την σύγχρονη πολεοδομία σε προϊστορικό λαβύρινθο, το φως σε σκοτάδι, την λέξη σε αίνιγμα, τις αισθήσεις σε σωματικό παραλήρημα. Υπό αυτήν την έννοια ο κόσμος της πόλης μετατρέπεται σε πόλη που φέρει μέσα της τον κόσμο, γίνεται η ίδια ο κόσμος, δηλαδή μια επιφάνεια πολλαπλών στρωμάτων.

Το ίδιο ισχύει και για την βροχή της Λισσαβώνας. Είναι η βροχή της Λισσαβώνας. Συσσώρευση νεφελώδους ουρανού που προετοιμάζει τον περαστικό για αυτό που έρχεται. Κατακλυσμιαία αίσθηση του υπαρκτού που γίνεται ένα με το παλίρροια του ποταμιού και της θάλασσας λίγο πιο μακριά. Αλλά δεν είναι μόνο η βροχή που κάνει την πόλη φαντασματική. Μαζί με την προερχόμενη από τον Τάγο ομίχλη τα φυσικά στοιχεία διαμορφώνουν την φυσιογνωμία της κατά τα άλλα πολύχρωμης πόλης. Οι μεσαιωνικοί Πορτογάλοι αποκαλούσαν τον Ατλαντικό Η Σκοτεινή Θάλασσα (O Mar Tenebroso). Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι η θάλασσα παίρνει προσδιορισμό αρσενικής φύσεως σε αυτήν την σκληρή γλώσσα εν αντιθέσει με την ελληνική θάλατταν. Το να στέκεται κάποιος και να αντικρύζει τον Ατλαντικό αποτελεί από μόνο του κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο αν επιχειρηθεί με ποταπά μέσα η διάσχιση αυτής της αλλόκοτης επιφάνειας νερού. Με τα τεράστια και πομπώδη κύματά του, τον αέρα που παρασέρνει τα κορμιά, τους σμιλεμένους βράχους από το ωκεάνιο αλάτι και τις παραλίες με την γιγαντιαία απλωσιά τους, ο Ατλαντικός σηματοδοτεί μέχρι σήμερα κάτι το τρομακτικό στην όψη και φρικαλέο στην σκέψη.

«Είναι Κυριακή. Πέρα από τις αποθήκες της προκυμαίας ξεκινά η σκυθρωπή πόλη, αποτραβηγμένη πίσω από προσόψεις και τείχη, προφυλαγμένη προς το παρόν απ’ τη βροχή, τραβώντας λες μια κουρτίνα θλιβερή και κεντημένη, κοιτάζοντας έξω με μάτια κενά, ακούγοντας το γουργούρισμα του νερού στις στέγες, απ’ την υδρορροή μέχρι κάτω, ως τον βασάλτη των ρείθρων, τον καθαρό ασβεστόλιθο των πεζοδρομίων, τις πληθωρικές σχάρες των υπονόμων, σηκωμένες κάποιες, μπας κι είχε πλημμύρα.»

Με αυτόν τον τρόπο περιγράφει ο Σαραμάγκου το θέαμα της Λισσαβώνας κατά την απόβαση του ετερώνυμου του Πεσσόα, Ρικάρντο Ρέις. Κι είναι εδώ το σημείο που επανέρχεται το θέμα του διπλασιασμού της πόλης από το φαντασιακό ή της φαντασιακής πόλης ενόσω εισερχόμαστε με τρόπο φαντασμαγορικό- πάντα με σκηνικό την πόλη-σε δύο φαντασιακά: το πρώτο εκείνου του το Ρικάρντο Ρέις, δηλαδή της μυθοπλασίας εντός της μυθοπλασίας του Πεσσόα και εκείνο του Σαραμάγκου τουτέστιν του αναδιπλασιασμού του φαντασιακού, ένα φανταστικό μέσα στο φαντασιακό στο έργο Η χρονιά θανάτου του Ρικάρντο Ρέις (O Ano da Morte de Ricardo Reis). (περισσότερα…)

Στο Χαμαντάν η Εσθήρ, κι άλλες τροχιές ομόκεντρες

*

Παρασάγγες | Δρόμοι του Ιράν
Κείμενα-Φωτογραφίες Ηλίας Μαλεβίτης

~.~

Χιόνιζε σαν μπήκαμε στο Χαμαντάν. Δυο μέρες τώρα που ξεκινήσαμε από τα δυτικά, στο Κερμανσάχ, το ’στρωνε το χιόνι. Ήδη είχαμε δει κρουσταλλιασμένους τους καταρράκτες του Γκαντζναμέ έξω απ’ την πόλη. Παγωμένη κυριολεξία· του σημαινομένου της αντάξια η εικόνα.

Τ’ απομεσήμερο βαρύ· σκοτεινιασμένος ο ουρανός, βουβά κι εξακολουθητικά, ράντιζε τουλούπες χιόνι την πόλη. Μπήκαμε στο μεγάλο τζαμί. Χτισμένο κοντά στα μέσα του 19ου αιώνα, τεράστιο, μ’ ένα θεόρατο ιβάν στην είσοδο, το έστεφαν δυο μιναρέδες.  Μ’ ωχροκίτρινα και κοκκινοκαφέ της άμμου τούβλα κεντημένοι οι τοίχοι μέσα κι έξω. Οι νιφάδες συνέχιζαν να πέφτουν μαλακά, έκανε κρύο.

*

*

Παραδίπλα από το πελώριο ιβάν του τζαμιού είχε ένα φούρνο. Μπήκα μέσα να πάρω κάνα φτενό φρεσκοψημένο στα τοιχώματα των κυκλικών φούρνων φελί ψωμί λαβάς. Οι φουρναραίοι με κεφαλομάντηλα σφιχτά δεμένα πλάθουν το ζυμάρι και τ’ απλώνουν σε σχήμα κυκλικό πάνω σ’ ένα μαξιλαράκι φουσκωτό υφασμάτινο, κι έπειτα το κολλάνε στα καμπύλα εσωτερικά τοιχώματα του φούρνου. Στη σάρκα του απάνω αφήνουνε συνήθως λακκουβίτσες με τ’ ακροδάχτυλά τους ζυμωμένες. Λαχτάρα μεγάλη να βλέπεις το ζυμάρι να φουσκαλιάζει τόπους τόπους πυρρόξανθο καθώς ψήνεται, κι αμέσως με τις σιδερένιες λαβίδες τους αριστοτεχνικά να το ξεκολλάνε από τα τοιχώματα οι φουρνάρηδες και να τ’ απιθώνουν αχνιστό στον πάγκο. Φρεσκοψημμένο πέρσικο ψωμί, να ζεματάει μες στις φούχτες σου, σ’ όλες τις εκδοχές του ιρανικού νάαν (λαβάς, μπαρμπαρί ή σανγκάκ): η πιο άδολη βουλιμία που με καταλαμβάνει συχνά στο Ιράν.

~.~

*

Το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα)

*

Για το μαυσωλείο του ιμπν Σίνα (Αβικέννα) ήξερα. Για τον τάφο της Εσθήρ δεν είχα την παραμικρή ιδέα ίσαμε τότε. Ένας κυλινδρικός κουμπές, πιότερο σαν μιναρές μικρού χωριάτικου τζαμιού, με έναν λευκό χιονένιο σκούφο πάνω του κουκούλωνε θωπευτικά την Εσθήρ και τον θειό της Μορντεχάϊ (Μαρδοχαίο). Η πόρτα, βράχος μονόλιθος, βαρύς και χαμηλός, σκυφτά σ’ ανάγκαζε να μπεις μέσα, αφού βγάλεις τα παπούτσια σου. Δίπλα δίπλα τα δυο κιβούρια σκεπασμένα με υφάσματα στην μέση του στενάχωρου δωματίου.

*
DSC01219

*
Η εβραιοπερσική παράδοση θέλει τούτο το διπλό μνήμα να στεγάζει τη βιβλική Εσθήρ και τον θειό-θετό της πατέρα, Μαρδοχαίο. Πρώτος μιλάει για τον τάφο της Εσθήρ ο εκ Τουδέλης Βενιαμίν, ο ισπανοεβραίος ταξιδιώτης από τη Ναβάρρα, στο Βιβλίο των ταξιδιών του, καρπό των περιηγήσεών του στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (μάλλον ανάμεσα 1167 και 1172).  Εκεί γράφει λοιπόν ― χωρίς να είναι απολύτως σαφές (για τους ιστορικούς) αν πέρασε από το Χαμαντάν ή μεταφέρει πληροφορίες που συγκέντρωσε στη Βαγδάτη: «…το Χαμεντάν, τη μεγάλη πόλη της Μηδίας, όπου βρίσκονταν τριάντα χιλιάδες Ισραηλίτες. Μπροστά από κάποια συναγωγή έχουν ταφεί οι Μορντεχάϊ και Εσθήρ». Μετά τον 12ο αιώνα, θα ξανακούσουμε για τον τάφο της Εσθήρ στο ποιητικό έργο του Σαχίν του Σιραζινού, περσοεβραίου ποιητή του 14ου αιώνα. Ακολουθώντας την εντολή του αγγέλου στο κοινό τους όνειρo, ο Μαρδοχαίος κι η Εσθήρ φτάνουν στο Χαμαντάν, όπου κανείς δεν τους γνωρίζει. Καθώς πέφτει η νύχτα, βρίσκουν φιλόξενη στέγη σε μια συναγωγή.

«Όταν ο Μαρδοχαίος βλέπει πως δεν υπάρχει στη συναγωγή ψυχή, έξω απ’ τον Παντογνώστη, τον Μοναδικό κι Ελεήμονα, κλαίγοντας λέει στην Εσθήρ: “πλήρης ο κόσμος από σένα κι από μένα. Πρώτος εγώ θα φύγω από εδωνά. Ήρθε ο καιρός που θέλω νά μπω πια στον ύπνο τον αιώνιο. Τώρα είμαι στου μηδενός τον δρόμο, η απελπισμένη μου ψυχή έχει στα χείλη φτάσει. Το χέρι του οινοχόου με κερνάει της γήινης ζωής μου τον αφανισμό. Τον οινοχόο θα πάω να συναντήσω”. Κι αφού αφήνει την στερνή πνοή του, η Εσθήρ τον κλαίει, σαν σύννεφο ανοιξιάτικο, και δίπλα του ξεψυχά, κυπαρίσσι αργυρό… Και τάφο τούς ανέγειραν, που έγινε τόπος προσκυνήματος και μέρος περισυλλογής ευλαβικής».

*

ardashicc84r-nacc84me-the-book-of-ardashir-by-scc8cacc84hicc84n-14th-century-iran-late-16th-early-17th-century-c2a9-the-library-of-the-jewish-theological-seminary

*

Φευ! Οι ιστορικοί όμως κι οι αρχαιολόγοι κρίνουν αλλιώς. Ο πολύς Ernst Herzfeld θεωρεί πως το κτίσμα που στεγάζει σήμερα τα διπλά μνήματα έχει ανακατασκευαστεί πολλές φορές, και στη σημερινή του μορφή προέρχεται από τον 17ο αιώνα. Κι αυτός μεταξύ άλλων, πιστεύει πως είναι πολύ πιθανόν μέσα τους να φιλοξενούν τα λείψανα μιας άλλης διάσημης Οβριάς, συζύγου βασιλικής κι αυτής, αλλ’ όχι της Εσθήρ: της Σουσαντόχτ, κόρης του Ιουδαίου αιχμαλωτάρχη (ηγέτη των εξόριστων Εβραίων, ‘exilarch’) και συζύγου του Yazdegerd Α΄ (399-420), του Ισδιγέρδη των Βυζαντινών πηγών. Αντιθέτως θεωρεί πως το βιβλικό ζεύγος πρέπει να είναι θαμμένο στα Σούσα.

(περισσότερα…)

Οδός Πυθέως 2, Μασσαλία

Το Καφέ Πυθέας (2 rue Pythéas, 13001 Marseille) μια χειμωνιάτικη νύχτα.

*

ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΗΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑΣ
γράφει ο Γιάννης Παρασκευόπουλος

~.~

Πάνε περίπου πέντε αιώνες που η πρωτεύουσα της Προβηγκίας θέλησε να ενώσει υπό την αιγίδα της όλους τους Προβηγκιανούς, τουτέστιν όλους εκείνους που μιλάνε την προβηγκιανή γλώσσα καθώς και τις διαλέκτους της. Η Αυτοκρατορία του Ήλιου προσδιοριζόταν γεωγραφικά από τα ανατολικά της, τη δυτική Ιταλία, περνούσε από τις Άλπεις και την Κυανή Ακτή, όπου αποτελούσε το κύριο μέρος της πρώην ρωμαϊκής επαρχίας, από όπου και κράτησε το όνομα (Provincia Romana), και επεκτεινόταν μέχρι τη βόρειο Ισπανία, πιο κάτω από τα Πυρηναία Όρη. H Empèri dóu Soulèou δεν εδέησε να συστηθεί ποτέ αυτόνομα ως μια αυτοκρατορία ή ως μοντέρνο κράτος. Από τον 15ο αιώνα η κεντρική εξουσία των ιστορικών Φράγκων ενοποίησε όλη την περιοχή γύρω της ξεκινώντας με την Marseille la Rebelle και συνεχίζοντας με τη Βρεττάνη. Στο σκεπτικό των γηγενών ετούτων των περιοχών, η κεντρική εξουσία των Φράγκων αποτελεί μια κατάκτηση έως και αποικιοποίηση που κρατά μέχρι σήμερα, δημιουργώντας μια εμφυλιακή κατάσταση που συχνά πυκνά έρχεται στην επιφάνεια στα ματς ανάμεσα στον Ολυμπιακό της Μασσαλίας (Olympique de Marseille) με την πρωτευουσιάνικη Παρί Σαιν-Ζερμαίν.

“Σκατότρυπα της Γαλλίας”, “H πόλη των εκατό χωριών”, “Πρώτη πόλη της Αφρικής”, “Υπόδειγμα συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών”, “Πύλη της Ανατολής”, “Άναρχη πόλη”, “Κολομβία της Ευρώπης”, “Τέρας”, “Μασσαλία η Επαναστάτρια”, “Χαλιφάτο της Γαλλίας”, “Πρωτεύουσα του Γκράφιτι” και πιο τωρινά “ πόλη cool” είναι κάποιοι από τους προσδιορισμούς που έχω καταγράψει μέχρι στιγμής. Η Μασσαλία εξυμνείται και καταποντίζεται ανά τους αιώνες από αυτούς που την κατοίκησαν και την εχθρεύτηκαν, από εκείνους που την πολέμησαν ή και την έκλεψαν. Και είναι λογικό αυτή η ιδιόρρυθμη πρώην ελληνική αποικία να αποτελεί σημείο προβληματισμού για τους συγκαιρινούς μας, όπως αποτέλεσε, παλαιότερα, αντικείμενο θαυμασμού, για τους ταξιδιώτες που πέρασαν από εδώ. Η Μαρσέγια (στα προβηγκιανά) είναι σήμερα η πιο κακόφημη πόλη της Γαλλίας και μία από τις φτωχότερες της Ευρώπης. Φιλόξενη και ταυτόχρονα εχθρική, πόλη προσφύγων και ρατσιστών, γηγενών ερωτευμένων με τη γη τους και γεμάτη τριτοκοσμικούς χρηματοθήρες, γκάνγκστερ και εμπόρους ναρκωτικών, εξτρεμιστές Μουσουλμάνους και new age χρηματιστές. Την έζησα μαζί με τις ορδές των αιώνων.

«Μπήκα στα περίχωρα της Μασσαλίας. Σε μια στροφή του δρόμου είδα τη θάλασσα, στο βάθος ανάμεσα στους λόφους. Λίγο αργότερα είδα την ίδια την πόλη μπροστά στο νερό. Μού φάνηκε τόσο γυμνή και άσπρη σαν αφρικανική πόλη. Επιτέλους ηρέμησα. Η μεγάλη ηρεμία με κυρίεψε: αυτή που πάντα με κυριεύει όταν κάτι μου αρέσει πάρα πολύ. Στην πόλη αυτή, πίστεψα, θα έβρισκα επιτέλους αυτό που αναζητούσα, αυτό που πάντα αναζητούσα. Πόσες φορές ακόμα θα με εξαπατήσει αυτή η αίσθηση καθώς θα μπαίνω σε μια άγνωστη πόλη.»

Το ίδιο κι εγώ. Μοιράστηκα τις ίδιες ελπίδες και την παρόμοια γαλήνη με την παραθαλάσσια πόλη, έπειτα από έναν μακρύ περίπλου στα φανερά και απόμερα μέρη της Ιβηρικής χερσονήσου. Καταλήγοντας για κάποιον περίεργο λόγο εδώ, ένιωσα ταυτόχρονα την ηρεμία του εξόριστου και την γαλήνη της θάλασσας, βλέποντας ένα τόσο οικείο τοπίο όσο εκείνο της παραμελημένης Αθήνας όσο και ο, καταδικασμένα, περιφερόμενος ήρωας της Ζέγκερς. (περισσότερα…)

Παλαιοί εχθροί

 *

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

«Δαρείου και Παρυσάτιδος γίγνονται παίδες δύο», μαθαίναμε στο πρώτο μας αρχαιοελληνικό κείμενο, την Κύρου Ανάβασιν του Ξενοφώντα. Και ναι μεν δεν έχω τη μνήμη του πρωτότοκου, του Αρταξέρξη, θυμάμαι όμως εκείνη την πρώτη μου ανάβαση στο Παρίσι τον Φλεβάρη του 1978. Άρτι αφιχθείς, νέος φοιτητής, ήθελα να μπω να φάγω για μεσημέρι στο φοιτητικό εστιατόριο, και δεν μπορούσα. Το Διεθνές Σπίτι (Maison Internationale) της Πανεπιστημιούπολης βρίσκεται πρώτο πίσω απ’ το βουλεβάρτο του Ζουρντάν και μπροστά από την λεωφόρο Ροκφέλλερ. Δυό αντιμαχόμενες ομάδες –ορδές μάλλον– έκλειναν την είσοδο, οι μεν στους δε. Μαυρίλα στα γένια, στα πρόσωπα, στα ρούχα οι μεν, πιο ξυρισμένοι οι δε. Φωνές, συνθήματα, σπρωξίματα, ελαφρό ξύλο ήταν στο καθημερινό πρόγραμμα, τουλάχιστον για ένα μήνα.

Αναρωτιόμουν να μάθω τί είχε συμβεί, ποιοι ήσαν οι ευγενείς νέοι. Είχε ξεκινήσει η Ιρανική ή αλλιώς Ισλαμική επανάσταση στην πάλαι ποτέ Περσία. Μέσα στο Σπίτι ήσαν μάλλον οι του καθεστώτος Παχλεβί, απ’ έξω προσπαθούσαν να μπουν οι «ουλεμάδες» του Αγιατολάχ. Μετά από λίγους μήνες, με την επικράτηση των ισλαμιστών, ηρέμησε η κατάσταση, τουλάχιστον στην Πανεπιστημιούπολη. Όμως ένας φόβος πλανιόταν πάνω στα όμορφα εκείνα φύλα. Η Σερίν ήταν μια ευειδής φοιτήτρια η οποία συνέτρωγε στην εστία. Όσες φορές τόλμησε να σε κοιτάξει μ’ εκείνα τα καλομέλανα μάτια, δεν μπόρεσες να την πλησιάσεις περισσότερο. Ποιος ξέρει πού και πώς να κατέληξε, με μαντήλα ή χιτζάμπ μαύρο ολόσωμο; – αλίμονο! Έβλεπα πριν λίγο καιρό με θαυμασμό, μετά από σαράντα πέντε χρόνια, εύμορφες Ιρανές ν’ ανάβουν το τσιγάρο τους απ΄την καιόμενη φωτογραφία εκείνου του «συχωρεμένου» Αγιατολάχ – με κίνδυνο της ζωής τους. Κι έπειτα ποιες από αυτές τις μάνες, με χιτζάμπ ή τσιγάρο στο στόμα, κλάψανε τώρα τ’ αδικοσκοτωμένα κορίτσια τους; Ο πόνος δεν είναι ίδιος;

Πώς, πότε τελειώνει ένα ιστορικό διανυσματικό ευθύγραμμο τμήμα; Ή μήπως πρόκειται για ευθεία, αν έχει εν γένει αυτό το σχήμα; Σε ποια ημερομηνία τελειώνει μια αφήγηση, αν όχι σ΄εκείνη της δημοσίευσής της; Πριν πέσει σε οριστική νεκροφάνεια. (περισσότερα…)

Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς

To φρούριο της Φυλής την εποχή που το επισκέφθηκε ο Γουίλλιαμ Ληκ, σε απεικόνιση από το έργο του Έντουαρντ Ντόντγουελλ «Views and Descriptions of Cyclopian, or, Pelasgic Remains, in Greece and Italy» (Πηγή: Ίδρυμα Λασκαρίδη – Travelogues).

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΛΛΗ

~.~

Στις 10 Ιανουαρίου του 1806, ανεβαίνοντας στην Πάρνηθα, ο Άγγλος περιηγητής Γουίλλιαμ Μάρτιν Ληκ συνάντησε μετά το μετόχι του Αγίου Νικολάου τα κατάλοιπα ενός στιβαρού αρχαίου τείχους. Στο ίδιο σημείο συνέπεσε να βρίσκεται ένας χωρικός από το Μενίδι και ο Ληκ τον ρώτησε αν είχε δει άλλα τείχη αυτού του είδους στην περιοχή. Τότε ο χωρικός άρχισε να του περιγράφει το αρχαίο φρούριο της Φυλής, που βρίσκεται ψηλότερα στο βουνό, και όταν ο περιηγητής ζήτησε να μάθει ποιό ήταν το όνομα αυτού του κάστρου, ο πρώτος του απάντησε με την εξής φράση: «Στὸ Φυλὶ λέγομεν ἡμεῖς» (έτσι ακριβώς την κατέγραψε ο Ληκ, στα ελληνικά, στο οδοιπορικό του Travels in Northern Greece).

Ο Ληκ ενθουσιάστηκε με την απάντηση. Το «λέγομεν ἡμεῖς» του φάνηκε ελαφρά ειρωνικό — «not without attic salt», σημειώνει. Ο χωρικός από το Μενίδι, ο οποίος γνώριζε ότι το φρούριο ήταν των αρχαίων Ελλήνων, τον ρώτησε με τη σειρά του εάν ήξερε πώς το ονόμαζαν εκείνοι. Όταν άκουσε ότι το όνομα ήταν το ίδιο, Φυλή, έδειξε να χαίρεται· αυτό το μάθημα αρχαιολογίας σε έναν χωρικό της Αττικής, δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί, έγραψε ο Ληκ κλείνοντας την περιγραφή της στιχομυθίας.

Στους Αθηναίους της δικής μας εποχής, η Φυλή είναι πιο γνωστή ως όνομα ενός κακόφημου δρόμου και του τερατώδους χώρου ταφής των σκουπιδιών της πρωτεύουσας. Αποτελεί δε την επίσημη ονομασία του Δήμου της Χασιάς, την οποία όμως οι περισσότεροι εξακολουθούν να αποκαλούν με το μεσαιωνικό της τοπωνύμιο. Για τους αρχαίους Αθηναίους, η Φυλή ήταν συνώνυμη της αποκατάστασης της δημοκρατίας τo 403 π.X., μετά την ήττα τους στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την κατάλυση του πολιτεύματος από τους Τριάκοντα Τυράννους. Από το οχυρό ύψωμα δίπλα στον ομώνυμο αρχαίο δήμο, εκκίνησαν ο Θρασύβουλος και οι εξόριστοι δημοκρατικοί για να καταλάβουν τον Πειραιά και να επιτύχουν την πτώση των Τυράννων. Τον 4ο αιώνα οι Αθηναίοι έκτισαν στο ύψωμα νέα, ισχυρότερα τείχη — αυτά που σώζονται σε μεγάλη έκταση μέχρι σήμερα. (περισσότερα…)