Μήνας: Δεκέμβριος 2019

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |44. Θεοδόσης Βολκώφ (Ι)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

angel_guardian_810_500_75_s_c1

(Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2004)

VII

Πολεμιστὴς ἀρχαίων καιρῶν σὲ κοίταζα,
Κιμμέριος βασιλιάς, πρόμαχος Σκύθης
κι ἀγρίμι τῆς ζωῆς, γιὸς τῆς φωτιᾶς,
τσακίζω μὲς στὰ χέρια σου τὸ κύπελλο τῆς λήθης.
Δὲς τὴν αὐγή, δὲς τὸ σπαθὶ καὶ δὲς τὴ νίκη.
Δὲ σοῦ ταιριάζει μιὰ ζωὴ τῆς λησμονιᾶς
δὲ σοῦ ταιριάζει ἐσένα, Ἐλεύθερη, μιὰ τέτοια καταδίκη
ποὺ σὰν ντροπὴ μολεύει τὴ μορφή σου.
Εἶναι κατάρα τῆς ζωῆς ἡ λήθη. Σ’ ἀγαπῶ. Θυμήσου.

Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται
κι ἐκεῖνος ποὺ θυμώνει
κι εἶναι γιὰ σένα ὅλες μου οἱ ζωές,
γιὰ σένα εἶν’ οἱ πληγές, γιὰ σένα οἱ πόνοι,
γιὰ σένα ὅλοι οἱ θάνατοι καὶ οἱ νίκες,
πολεμιστὴ μὲ γνώρισες, πολεμιστὴ μὲ βρῆκες
γιὰ τὸ κορμί, γιὰ τὸ φιλί σου,
γιὰ σένα οἱ μάχες τῆς ἀβύσσου,
γιὰ σένα κάτι μέσα μου ξεσπᾶ
κι ἀστράφτει καὶ θυμώνει,
γιὰ σένα γήινη τῶν πόθων μου Θεά!
Καὶ ὅλα τ’ ἄλλα – σκόνη…

~.~

XVII

Γεννήθηκα ἕνας γίγαντας
ἀπὸ τὴς γῆς τὰ σπλάχνα,
μὲ τὸ κορμὶ χωμάτινο,
φτιαγμένος μὲ πηλὸ
καὶ πάνω μου δροσιὰ ἔφερνε
τῆς μάνας μου ἡ ἄχνα,
πλασμένος μὲ τὴν ἔρημο
ζητοῦσα τὸ νερό.
Καὶ γύριζα τὰ πέρατα
τοῦ κόσμου καὶ τὶς χῶρες,
Ἀγάπη πάντα ψάχνοντας
καὶ Μάχες μυστικὲς
καὶ μ’ ἔδειραν οἱ ἀνεμικὲς
καὶ μὲ τσακίσαν μπόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἔσπασαν
καὶ γέμισαν ρωγμές.
Στὴν ἔρημ’ ὁλομόναχος
ξεδίψαγα στὸ Νεῖλο
καὶ τὰ κομμάτια μάζευα
θνητὸς στοχαστικὸς
κι εἶπα «δὲ θέλω τὸν πηλὸ»
καὶ μ’ ἔπλασ’ ἀπὸ ξύλο
κι εἶπα, «παλιὲς ἀνεμικὲς
δὲν εἶμαι πιὰ τρωτός».
Κι ἦρθαν καινούργιες θύελλες
κι ὁρμῆσαν νέες μπόρες,
δὲν ἔκλεινε ἡ Μοίρα μου
καὶ γύριζε τ’ ἀδράχτι,
πολέμους γνώρισα φωτιᾶς
τῶν κεραυνῶν τὶς κόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἀπόμεινε
καὶ κάρβουνο καὶ στάχτη.
Κι ἐκεῖ πάλι σηκώθηκα
βαρὺς ἀπὸ τὴ γῆ μου
καὶ μ’ ἔσπρωχνε ξανὰ μιὰ ὁρμή,
ζωὴ ἁλυσοδέτρα,
νὰ βρῶ μιὰ ὕλη ἄφθαρτη
ἀπὸ τὸ χαλαστή μου
κι ἔψαξα μὲς στὰ βάθη μου
καὶ μ’ ἔκαν’ ἀπὸ πέτρα.
Καὶ τότε ἦρθαν καὶ μ’ ἄγγιξαν
μάγισσες κάποιες κόρες,
μητέρες τους τὰ τέρατα,
πατέρες οἰ σεισμοί,
βαθιὲς θάλασσες μέσα μου
πνίγαν στεριὲς καὶ χῶρες
καὶ πιὰ χαλίκια ὁ βράχος μου
καὶ νά, ξανὰ ἡ ρωγμή!
Κι εἶπα «τώρ’ ἀπὸ σίδερο
θὰ πλάσω τὸν ἑαυτό μου,
δὲ θά ‘χω πιὰ καμιὰ ρωγμὴ
καὶ στάχτη καὶ καπνιά,
ἡ Μάχη εἶναι ἡ δόξα μου
κι ἡ Ἀγάπη τ’ ὄνειρό μου»,
μὲ βρῆκε ὅμως τὸ λύγισμα,
τὸ λιώσιμο, ἡ σκουριά.
Καινούργιες πάντ’ ἀνεμικές,
πάντα καινούργιες μπόρες,
δαιμόνισσες σὰν νά ‘λεγαν
μ’ ἀνθρώπινες φωνὲς
«ἴδιες γιὰ σένα τῆς ζωῆς
καὶ τοῦ θανάτου οἱ ὧρες,
γιατὶ κι ἐσὺ δυνάμωσες
κι ἐμεῖς πιὸ δυνατές».
Κι ἦρθε ἀπὸ μέσα ἡ Μοίρα μου,
ποὺ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ καλοῦσα,
ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ παλιά,
τὰ χρόνια τοῦ πηλοῦ,
κι εἶπε σὲ μένα  –μαχητὴς
ποὺ ζοῦσα κι ἀγαποῦσα–
τοὺς νόμους καὶ τὶς προσταγὲς
τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ:
«Γιατ’ εἶσαι σὺ ὁ ἀδάμαστος
κι ἂν γίνεις ἀπὸ ἀτσάλι
κι ἀπ’ ὅποιο μέταλλο ἄγνωστο,
σκληρό, γυαλιστερό,
μὲς στὶς φωτιές, στοὺς χαλασμοὺς
θὰ σὲ βυθίσω πάλι
δὲν ἔχ’ ἡ Ἀγάπη νικητὲς
κι ἡ Μάχη τελειωμό».

~.~

f36c8d7cbee64cd976b42a958d8b5cad

(Γιουβενάλης, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

ΙΙ

Μνήμη Louis Antoine de Saint-Just

Ἀπ’ τοῦ Θυμοῦ τὸ πυρωμένο ἀγέρι
σαρκώσου τώρα, Στίχε, κι ἔτσι τράβα
σὲ ὅσα ἡ Ποίηση ἀποφεύγει μέρη

στὸ τρυφερὸ καὶ στὸ δειλό της διάβα.
Νέοι καιροί· πανάρχαιο προσκλητήρι –
Νὰ καῖς· ἐδῶ μὲ πάγο, ἐκεῖ μὲ λάβα.

Στῆς Ἱστορίας τ’ ἄγριο χωνευτήρι
διάλεξε τὸ πεδίο σου καὶ στήσου
ὀρθὸς μέσα στὸ ψύχος καὶ στὴν πύρη.

Λάβε, λοιπόν, τὴ θέση σου κι ὁπλίσου.
Μεριὰ ἀπόψε, Στίχε, θὰ διαλέξεις,
θὰ ὁρίσεις, ἐπιτέλους, ποιά ἡ Γῆ σου

καὶ σύσσωμος θὰ τὴνε διαφεντέψεις.
Τὴ Διψασμένη μ’ αἷμα θὰ ποτίσεις,
τὴν κλίμακα τῶν πόνων θὰ διατρέξεις,

μὰ δὲν θὰ σπάσεις ὅσο κι ἂν λυγίσεις.
Στοῦ πλήθους τὴν ψυχή, Στίχε, βυθίσου
καὶ πιὲς καὶ λούσου ἐκεῖ ὣς νὰ μεθύσεις.

Κι ὡστόσο πάλι Ἐλεύθερος κρατήσου
μὲ μάτι γερακίσιο γιὰ νὰ κρίνεις
τὶς πράξεις καὶ τὴν πράξη τὴ δική σου.

Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη κόβε ὅταν λύνεις
δὲν εἶναι οὔτε ὁ τόπος οὔτε ἡ ὥρα·
νὰ καῖς, σὰν πρέπει, καὶ ἂν ὄχι, νὰ σβήνεις.

Ὅπως καὶ νά ‘χει ὡστόσο, ἐμπρὸς προχῶρα.
Πάτα μὲ ὁπλὲς καὶ χτύπα μὲ τσεκούρια·
κι ἂν πρέπει, κάψε ὁλάκερη τὴ χώρα

καὶ μὴν σκεφτεῖς τὰ ἐνάντια καὶ τὰ οὔρια.
Ξεχέρσωσε ὅ,τι εἶναι νὰ ἐκχερσώσεις
γιὰ νὰ φανεῖ στὴ γῆ μιὰ Γῆ καινούργια

καὶ χαλυβδώσου, ἂν θὲς νὰ χαλυβδώσεις.
Θὐμωσες, Στίχε. Δὲν ἀρκεῖ. Ὀργίσου. –
Καὶ σκότωσε, ἂν πρέπει νὰ σκοτώσεις.

Τράχυνε στὴν Ἀνάγκη τὸ κορμί σου
καὶ νεῦρα καὶ μυῶνες ὅλος δείξου,
τὴν ἴδια σου ψυχή, ἂν πρέπει, ἀρνήσου

κι ἕνας ἐνάντια σ’ ὅλους μόνος ρίξου·
φτάσε στὰ ἔσχατα τὸν Ἑαυτό σου,
στὸν πόλεμο καὶ μὲς στὸ αἷμα πνίξου·

ἀκόμα καὶ τὸ ἔγκλημα φορτώσου
καὶ γίνε Τρόμος – ἔτσι θυσιάσου·
ἂν πρέπει, καὶ αὐτό – ἀποκτηνώσου.

Ἡ Ἀνάγκη, ἐρωμένη καὶ θεά σου,
στὸ σχῆμα μιᾶς ἀόρατης στεφάνης
θὰ σώζει ἀλλοῦ τὴν ἀθωότητά σου.

Ἂν θὲς νὰ ζήσεις, πρέπει νὰ πεθάνεις.

~.~

IV

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τῆς κάθε νύχτας σκοτεινὴ Κυρά μου,
κάθε ἴνα τοῦ κορμιοῦ μου σὲ καλεῖ,
τὴ μήτρα σου γυρεύουν τὰ παιδιά μου.
Σάρκα ποὺ ἰδέα σὲ, Ἐσὺ
πηγὴ στερνὴ καὶ πρώτη τοῦ Ἔρωτά μου,
νὰ σὲ κοιμᾶμαι θέλω, τρομερή
πίστη κι ἐλπίδα· θλίψη καὶ χαρά μου.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τὴν ὀμορφιά σου πιὰ ποιός διακρίνει…
Τώρα ποὺ ἀδειάζει κι ὅλο ἀδειάζει ἡ Γῆ
τὴ γύμνια μου ἡ σάρκα σου θὰ ντύνει.
Σὲ σένα μόνον δέεται ἡ Ψυχή,
μεστώνει ἀργὰ καὶ μὲ τὸ ξίφος λύνει
τὰ αἰνίγματα ποὺ θέτει ἡ Ἐποχή·
τὴ βλέπει, τὴ ζυγίζει καὶ τὴν κρίνει.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
διῶξε ἀπὸ πάνω μου ὅλες τὶς καμπύλες
καὶ σκλήρυνέ με, κάνε με τραχύ,
νὰ μὲ μισοῦν οἱ σκύλοι καὶ οἱ σκύλες
ποὺ μόνο τρῶν καὶ καβαλιοῦνται, Ὀργή·
καὶ λεγεῶνες κάνε με καὶ ἴλες·
τὸν ἕναν πλήθυνέ τον πάλι, Ἐσύ,
καὶ στῆσε τὸν Κριὸ μπροστὰ στὶς Πύλες.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
στὰ πόδια σου τὸν βίο μου ἀποθέτω·
τὸ σῶμα προσφορὰ καὶ προσευχὴ
ἡ Γλώσσα πού, Ὀργή, σοῦ καταθέτω.
Εἶσαι ἡ Ἀνἀγκη. Κάλπασε γοργή.
Ἔσο ἡ Φωνή. Τὸ στόμα μου ἀπελθέτω…
Καὶ ὑποψάλλω – Ὀργή, Ὀργή, Ὀργή –
Ὀργή – ἡ Βασιλεία σου ἐλθέτω.

~.~

1-angelus-novus-paul-klee

(Missa Brevis, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

Ἀφροδίτη Οὐρανία

Σὰν ἔρθει ἡ ὥρα Ἀφροδίτη Οὐρανία
ν’ ἀριθμηθῶ κι ἐγὼ μὲς στοὺς πιστούς σου
δὲν θέλω οἱ ποὺ ἀγάπησα νὰ μεσιτεύσουν
μήτε κι οἱ ποὺ μ’ ἀγάπησαν αὐτές

παρὰ οἱ δυσαρίθμητες κι ἀνέγνωρες γυναῖκες
ποὺ δρόμους γνώριμους ἀφήνοντας
–καὶ δίχως ν’ ἀνταλλάξουμε μιλιά–
φορὲς ἀμέτρητες ἐπῆρα στὸ κατόπι.

~.~

Γυμνή

Τοῦ γλύπτη Χρήστου Γεωργίου

Θὰ σοῦ δειχτῶ γυμνή. Κάθε γραμμὴ θὰ δεῖς κάθε καμπύλη
κι αὐτὰ ποὺ μόνο ἐσύ –γνωρίζω– τὰ μαντεύεις
καὶ στὴ φωτιὰ κι ὅπως ποτέ σου πρὶν δὲν ἔπιασες τὴ σμίλη
θ’ ἀρχίσεις γρήγορα καὶ ἄγρια νὰ λαξεύεις.

Ἀπ’ τὰ κοινὰ κι ἀδύναμα κουράστηκα τὰ χάδια,
τὸ πύρινο νὰ τυλιχτεῖ ζητᾶ ἡ σάρκα μου ὄνειρό σου
κι αὐτὸ τὸ βράδυ ποὺ κρατᾶ βαθιά του ὅλα τὰ βράδια
θέλει τὸν μπροῦντζο σου καὶ τὸ πεντελικὸ τὸ μάρμαρό σου.

~.~

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα,
καὶ ποὺ ἂν τοὺς φωνάξεις, λές, θὰ κοκκινίσεις·
«Κάνε, ζητᾶς, λιγότερο πυρὸ τὸ χρῶμα
ἐκτεθειμένο τὸ κορμί μου μὴν ἀφήσεις»

»Ὑπάρχει κάτι ἐκεῖ ποὺ καίει καὶ ξεσχίζει,
κάτι ποὺ θά ‘θελα γοργὰ νὰ τὸ ξεχάσω·
κάτι σὰν τέρας ποὺ κινεῖται καὶ μουγκρίζει…
Τοὺς στίχους σου ψιθυριστὰ θὰ τοὺς διαβάσω».

(Τοὺς στίχους μου δὲν τοὺς ἀντέχουνε τὰ χείλη;
Νὰ τοὺς φωνάξει δὲν τολμᾶ κανένα στόμα;
Εὐλογημένη νύχτα ἐσύ, ἀκριβή μου φίλη,
τὰ ψιθυρίσματα δὲν τὰ ἔμαθα ἀκόμα.)

Καὶ νὰ τοὺς ψιθυρίσεις ὅμως  – δὲν ἀλλάζει
τίποτα· ἐτοῦτο τὸ κορμί δὲν παίρνει ντῦμα·
λύκος ὁ ἄνεμος ἐκεῖ πάντα θὰ οὐρλιάζει
καὶ πάντα πύρινο θὰ ὑψώνεται τὸ κῦμα.

~.~

Αἰδοῖον ἀΐδιον

Δεύτερο στόμα, τρομερότερο τοῦ πρώτου –
μὲ τ’ ἀνδροφόνα δίχως δόντια χείλη,
μὲς στὶς συσπάσεις σου μὲ εἶχες ἀναγγείλει.
Γεννᾶς τὸν ἄντρα καὶ δηλοῖς τὸν θάνατό του.
Ἡ γλώσσα σου δὲν φτιάχτηκε ἀπὸ λέξεις·
θάλασσα ποὺ ἁρμύρα ξεχειλίζεις,
ποὺ μὲ καλεῖς, ποὺ μοῦ μιλᾶς κι ἀναβαπτίζεις
τὸ πνεῦμα μου, τὸ σῶμα ἂν ἐπιλέξεις.

Θήρα διπλή, τετράφυλλη, μικρή, μεγάλη·
ἄβατο χιλιοδιάβατο παλάτι,
ἔμμονη σκέψη καὶ βούληση ἐσχάτη
ἡ ὑποπόρφυρη θαμνώδης σου ἀγκάλη.
Ἰδέα σάρκινη, σκοπὲ τῆς κάθε πράξης,
τῶν τρόπων ὅλων τὸ αἰώνιο θέμα,
ποτάμιο πρὸς ἐσένα ρέει τὸ αἷμα
ζωὴ καὶ θάνατο μαζὶ γιὰ νὰ διδάξεις.

Καταγωγή μου ποὺ σὲ σένα κατατείνω,
λέαινα μαύρη, κόκκινη, ξανθιά, ὁ σκύμνος
ἐγώ – κι ὁ πίδακας τοῦ σπέρματος ὁ ὕμνος,
ἡ προσευχή κι ὁ ὅρκος ποὺ σοῦ δίνω.
Κόρη τοῦ Χρόνου ἀρχαιότερη ἀπ’ τὸν Χρόνο,
χαλκέντερη αἰώνια αἰώνων μήτρα,
τὴ μόνη μου λευκότητα γιὰ λύτρα
ὅσο ὁ ταῦρος μου βαστᾶ θὰ σοῦ πληρώνω.

~.~

Μαῦρος ἄγγελος

Τὸ σῶμα ἀναζητᾶ τὴν καίρια λέξη,
νὰ πεῖ, νὰ πεῖ αὐτὸ ποὺ τὸ συνέχει,
τὸν ἴδιο του τὸν θάνατο ν’ ἀντέξει,
αὐτὸ ποὺ ἐντός του φέρει μὰ ποὺ ἀπέχει.

Σῶμα νεκρό –κι ἡ Γλώσσα δὲν θὰ στέρξει–,
κατέχεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν κατέχει,
στὴν ἀνδροφόνο ἀφέθηκε πιὰ ἕλξη
καὶ ζωντανὸ τοῦ ὀλέθρου του μετέχει.

Μαῦρε Ἄγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι ἀργὰ ἢ γοργὰ στὸν Θάνατο τὸν Ἕνα
μὲ σέρνεις, μὲ ὁδηγεῖς· μὲ ματαιώνεις·

φωνῆεν ἢ σύμφωνο τοῦ λόγου μου κανένα
δὲν μοῦ ἀφήνεις νὰ ἱστορήσω τὴ ζωή μου…
Βουβὴ ἀποβαίνεις, Γλώσσα μου καὶ Γῆ μου.



Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).

Ο τραγικός θάνατος του γελωτοποιού Πιέτρο Γκονέλα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ο άνωθι εικονιζόμενος Πιέτρο Γκονέλα ήταν γελωτοποιός στην αυλή του Νικολό ντ’ Έστε στη Φερράρα. Το πορτραίτο του Γκονέλα φιλοτέχνησε ο διάσημος Γάλλος ζωγράφος και μικρογράφος Ζαν Φουκέ μεταξύ 1447 και 1450, και σήμερα φυλάσσεται στο Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης στη Βιέννη. Ο Φουκέ είχε ταξιδέψει στην Ιταλία γύρω στα 1447 και εκεί έμαθε για τον γελωτοποιό, που είχε πεθάνει λίγα χρόνια νωρίτερα, το 1441. Το ωραίο πορτραίτο του Γκονέλα φιλοτεχνήθηκε είτε στην Ιταλία είτε στη Γαλλία, όπου ο Φουκέ επέστρεψε το 1450.

Οι διαστάσεις του πορτραίτου είναι 36,3 x 25,9 εκατοστά και είναι ζωγραφισμένο με λάδι σε ξύλο βελανιδιάς. Τα ρούχα του Γκονέλα είναι βαμμένα με εραλδικά χρώματα, κίτρινο, κόκκινο και πράσινο, και ο σκούφος του είναι σύμφωνος με τη μόδα που ήταν διαδεδομένη εκείνη την εποχή στη Γαλλία. Το κεφάλι του είναι γερμένο στο πλάι και τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Είναι πολύ κοντά στον θεατή και μοιάζει να σκύβει και να κοιτά απ’ το παράθυρο. Η θέση των χεριών και η κλίση του σώματός του δε συνηθίζονταν σε πορτραίτα αριστοκρατών της εποχής· ίσως με αυτό τον τρόπο ο ζωγράφος υποδηλώνει την κατώτερη κοινωνική θέση του γελωτοποιού ή, σύμφωνα με μια άλλη θεωρία, παρωδεί την imago pietatis, την εικόνα του πάσχοντος Χριστού. Ο Γκονέλα κοιτάζει καλοκάγαθα τον θεατή μ’ ένα ελαφρό χαμόγελο. Το βλέμμα του είναι διεισδυτικό, το μέτωπο ρυτιδιασμένο, το πρόσωπο τελικά παίρνει μια κάπως μελαγχολική έκφραση.

Ο Γκονέλα γεννήθηκε γύρω στα 1390, κατά πάσα πιθανότητα στη Φλωρεντία. Είχε ταπεινή καταγωγή, αλλά έγινε διάσημος για τα πνευματώδη αστεία και τις φάρσες του, κι έτσι προσλήφθηκε ως επίσημος γελωτοποιός στην αυλή των Έστε στη Φερράρα. Είναι από τους πρώτους γελωτοποιούς της Αναγέννησης που αρχίζουν να διακρίνονται καθαρότερα μέσα στην αχλύ του μύθου. Στο εξής οι γελωτοποιοί αποκτούν σιγά σιγά όνομα και βιογραφία· παύουν να είναι ανώνυμοι, ίδιοι κι αξεχώριστοι μέσα στην ασημότητά τους. Ο Γκονέλα μάλιστα φαίνεται ότι απέκτησε πολύ μεγάλη φήμη: αναφέρεται και στις Τριακόσιες νουβέλες (II Trecentonovelle, 1392-1400) του Φράνκο Σακέτι και στα Ανέκδοτα (Facetiae, 1438-1452) του Πότζιο Μπρατσιολίνι και στις Νουβέλες (Novelle, 1554, 1573) του Ματέο Μπαντέλο. Το 1762 δημοσιεύτηκε και μια ανώνυμη Vita di Pietro Gonnella Buffone (Βίος του μπουφόνου Πιέτρο Γκονέλα).

Καθώς φαίνεται, ο Γκονέλα ίππευε ένα άλογο εξαιρετικά ισχνό και κωμικά λιπόσαρκο· εγκαινιάζει έτσι τη μακρά κωμική παράδοση των αστείων ηρώων που καβαλικεύουν άλογα αδύναμα κι ετοιμόρροπα. Ο Θερβάντες μάλιστα αναγνωρίζει ρητά αυτή την οφειλή του στον Γκονέλα, όσον αφορά το παρουσιαστικό του Ροσινάντε. Στο πρώτο κεφάλαιο του Δον Κιχώτη διαβάζουμε:

Ύστερα πήγε [ο Δον Κιχώτης] να δει το ψωραλέο του άλογο που, μολονότι είχε περισσότερες αγκωνές κι από ρεάλι και πιότερα κουσούρια κι από το άλογο του Γκονέλα, το οποίο tantum pellis et ossa fuit [ήταν όλο πετσί και κόκκαλα], εκείνου του φάνηκε πως ούτε ο Βουκεφάλας του Αλεξάνδρου ή ο Μπαμπιέκα του Θιδ δεν συγκρίνονταν μαζί του.[1]

Νεότεροι μελετητές προσπάθησαν να ξεχωρίσουν τον πραγματικό βίο του Γκονέλα απ’ το μύθο του, κάτι εξαιρετικά δύσκολο, γιατί οι γελωτοποιοί είχαν πάντα μια ρευστή ύπαρξη, όπως άλλωστε όλοι οι πλανόδιοι λαϊκοί καλλιτέχνες. Η πρώτη σοβαρή εργασία πάνω στο γενικότερο ζήτημα των γελωτοποιών, στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στον Γκονέλα, είναι η Ιστορία των αυλικών γελωτοποιών του Τζον Ντόραν.[2] Σημαντικότερη και πιο αξιόπιστη είναι η μνημειώδης μελέτη της Ένιντ Γουέλσφορντ Ο γελωτοποιός: Η κοινωνική και λογοτεχνική ιστορία του.[3] Από αυτές τις εργασίες αντλήσαμε και τα ανέκδοτα που ακολουθούν.

*  *  *

Κάποτε η μαρκησία ήταν άρρωστη και ο μαρκήσιος διέταξε τον τότε νεόνυμφο Γκονέλα να στείλει τη γυναίκα του να διασκεδάσει την εκλαμπρότατη κυρία. Ο Γκονέλα δεν ήθελε να στείλει τη γυναίκα του και είπε ψέματα στον μαρκήσιο πως είναι εντελώς κουφή. «Πρέπει να ουρλιάζεις μ’ όλη σου τη δύναμη, αν θες να σε ακούσει». Ο μαρκήσιος επέμεινε να έρθει ούτως ή άλλως, και ο Γκονέλα αναγκάστηκε να υπακούσει. Είπε λοιπόν στη γυναίκα του, καθώς την έστελνε στο παλάτι: «Ο μαρκήσιος είναι εντελώς κουφός. Αν θες να σ’ ακούσει, πρέπει να φωνάζεις με φωνή που θα μπορούσε να ξυπνήσει τους επτά κοιμώμενους παίδες. Πήγαινε, και να φωνάζεις μ’ όλη σου τη δύναμη!» Όταν η γυναίκα τού γελωτοποιού συνάντησε τον μαρκήσιο στο προσκεφάλι της άρρωστης μαρκησίας, ακολούθησε ένας διάλογος που ακούστηκε χιλιόμετρα μακριά. Φώναζαν ο ένας στον άλλο, μέχρι που το κεφάλι της άρρωστης άρχισε να πονάει και ικέτεψε τον άντρα της να μιλά πιο χαμηλόφωνα. «Δε γίνεται», της είπε ο μαρκήσιος, «αυτή η γυναίκα είναι εντελώς κουφή». «Κάθε άλλο», απάντησε η γυναίκα του Γκονέλα, «εσύ είσαι ο κουφός».

*  *  *

Τρεις τυφλοί ζητιάνοι στέκονταν έξω απ’ την εκκλησία και παρακαλούσαν φωναχτά τους περαστικούς να τους ελεήσουν. Ο Γκονέλα, που περνούσε δίπλα τους για να πάει στη λειτουργία, τους είπε: «Φτωχοί φίλοι μου, να ένα φλορίνι! μοιράστε το μεταξύ σας!» Και δεν τους έδωσε τίποτα. «Ο Θεός να σ’ ανταμείψει στον παράδεισο», απάντησαν οι τρεις τυφλοί εν χορώ. Κι έπειτα κάθισαν να μοιράσουν μεταξύ τους αυτό που γενναιόδωρα τους προσφέρθηκε. Καθώς όμως κανένας δεν είχε το φλορίνι, και κανένας δεν πίστευε ότι δεν τον έκλεψαν οι άλλοι, άρχισαν να βρίζονται, κι από τις βρισιές περάσαν στις ξυλιές, κι άρχισαν να χτυπάνε άγρια ο ένας τον άλλο με τα δεκανίκια τους, μέχρι που έσπασαν τα κεφάλια τους κι αιμορραγούσαν. Και τότε ο Γκονέλα μπήκε ανάμεσά τους και προσπάθησε να τους ηρεμήσει λέγοντας: «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί!»

*  *  *

Κάποιο αστείο του πείραξε τόσο πολύ τη μαρκησία, που έστειλε να τον φέρουν στο δωμάτιό της. Εκεί εξόπλισε μια ντουζίνα απ’ τις καμαριέρες της με ραβδιά, με την εντολή να πέσουν πάνω στον γελωτοποιό χωρίς έλεος αμέσως μόλις εμφανιζόταν. Ο Γκονέλα, ωστόσο, κατάλαβε, όταν του άνοιξαν την πόρτα, τι τον περίμενε, κι άρχισε αμέσως να φωνάζει: «Κυρίες μου, η ράχη μου είναι στη διάθεσή σας! Η μόνη χάρη που ζητώ είναι εκείνη που θα φιλήσω τελευταία ν’ αρχίσει να με δέρνει πρώτη, κι η πιο αδιάντροπη τσούλα ανάμεσά σας να με χτυπήσει πιο δυνατά απ’ όλες!» Εκείνες έμειναν άναυδες και, μέχρι να προλάβουν να δράσουν, ο Γκονέλα το είχε βάλει στα πόδια, ενώ πίσω του αντηχούσε το γέλιο της μαρκησίας.

*  *  *

Ο Γκονέλα έβαλε στοίχημα με τον αφέντη του ότι υπήρχαν πιο πολλοί γιατροί στη Φερράρα απ’ όσα τα μέλη οποιασδήποτε άλλης συντεχνίας. «Τρελέ», είπε ο μαρκήσιος, «δεν υπάρχει ούτε μισή ντουζίνα γραμμένη στο ληξιαρχείο της πόλης». «Θα σου φέρω έναν πιο αξιόπιστο κατάλογο σε τρεις τέσσερις μέρες», απάντησε ο γελωτοποιός. Και πήγε, με το σαγόνι δεμένο, κι έκατσε στην είσοδο της εκκλησίας. Και όταν τον ρωτούσε κάποιος τι έχει, απαντούσε «Πονόδοντο». Και όλοι του συνταγογραφούσαν κι από ένα αλάνθαστο φάρμακο. Ο Γκονέλα έγραφε το όνομα και τη διεύθυνση, αντί για τη συνταγή. Τελικά, εμφανίστηκε, με το σαγόνι ακόμα δεμένο, στο τραπέζι του αφέντη του. Εκείνος, μόλις άκουσε από τι έπασχε, ανακοίνωσε ότι η μοναδική θεραπεία ήταν η εξαγωγή. Αμέσως ο γελωτοποιός πρόσθεσε το όνομα του μαρκησίου στον κατάλογο των γιατρών της Φερράρας, και τους μέτρησε και τους υπολόγισε ακριβώς τριακόσιους. Ο μαρκήσιος γέλασε και διέταξε να του δώσουν το ποσό που είχαν στοιχηματίσει.

*  *  *

Ο θάνατος του Γκονέλα ήταν κι αυτός αποτέλεσμα μιας φάρσας. Ο αφέντης του, Νικολό ντ’ Έστε, αρρώστησε για μέρες κι ο πυρετός δεν έπεφτε. Οι γιατροί πρότειναν ως θεραπεία να βουτήξει σε παγωμένο νερό, αλλά κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να εξαναγκάσει τον μαρκήσιο να υποστεί την αναγκαία ψυχρολουσία. Ο μόνος που είχε το θάρρος και το θράσος να το κάνει ήταν ο Γκονέλα, ο οποίος έσπρωξε τον Νικολό και τον έριξε στο ποτάμι, καθώς εκείνος περπατούσε δίπλα του. Ο μαρκήσιος θεραπεύτηκε, αλλά ήταν τόσο εξοργισμένος με τη συμπεριφορά του γελωτοποιού, ώστε αποφάσισε να του κάνει μια αγριότερη φάρσα: τον καταδίκασε σε δημόσιο αποκεφαλισμό. Ο Γκονέλα δέθηκε πισθάγκωνα, με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στο ειδικό κούτσουρο. Ακολουθήθηκε όλη η τελετουργία της δημόσιας εκτέλεσης. Και την ώρα που ο δήμιος σήκωσε το τσεκούρι του πάνω απ’ τον κακόμοιρο γελωτοποιό κι ετοιμάστηκε να το κατεβάσει στο λαιμό του, του έριξαν απλά έναν κουβά νερό στο πρόσωπο. Όλοι γέλασαν και περίμεναν απ’ τον Γκονέλα να κάνει το ίδιο. Εκείνος όμως δεν αντέδρασε καθόλου. Ο άμοιρος γελωτοποιός είχε πεθάνει απ’ το σοκ που του προκάλεσε η επικείμενη εκτέλεσή του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα. Μέρος Ι: Ο ευφάνταστος ιδαλγός Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2009, σελ. 69. Όπως εξηγεί σε σχετικό σχόλιο η μεταφράστρια, τα ισπανικά ρεάλια είχαν ακανόνιστο σχήμα και γι’ αυτό οι πολλές γωνιές που αναφέρει ο συγγραφέας.

[2] John Doran, The History of Court Fools, εκδ. Richard Bentley, Λονδίνο 1858, σελ. 358-363.

[3] Enid Welsford, The Fool: His Social and Literary History, Farrar and Rinehart, Νέα Υόρκη 1935, σελ. 128-130. Το βιβλίο του Ντόραν είναι ιστοριοδιφικό, χωρίς ιδιαίτερες επιστημονικές αξιώσεις, αλλά έχει μεγάλες αφηγηματικές αρετές. Αντίθετα, το βιβλίο της Γουέλσφορντ είναι μια μελέτη με τεράστια επιστημονική αξία· ερευνά το αντικείμενό της σε βάθος και κάνει μια συνθετική κοινωνική και ιστορική ερμηνεία.

«Η Παρθένος σήμερον…» και ο δεκαπεντασύλλαβος

xristou-genna2

«Ἡ Παρθένος σήμερον…» καί ὁ δεκαπεντασύλλαβος[i]

του ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΑΛΚΟΥ

Ὁ Κωνσταντῖνος Σάθας, ἀναφερόμενος στήν καταλυτική ἐπίδραση τῆς Θάλειας τοῦ αἱρεσιάρχη Ἀρείου πάνω στήν χριστιανική λειτουργία, σημείωνε: «… ἐκ τῶν παρ᾿ Ἀθανασίῳ ὅμως διασωθέντων ἠκρωτηριασμένων τῆς Θαλείας λειψάνων δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ὅτι ὁ ῥυθμὸς τῆς Ἀρειανῆς λειτουργίας ἐστερεῖτο οἱουδήποτε γνωστοῦ ποιητικοῦ μέτρου, ἑπομένως ὅτι αὕτη ἦν πεζὸν σύγγραμμα ὡς ἡ ἡμετέρα Ὀκτώηχος καὶ τὰ ἄλλα λειτουργικὰ βιβλία, ἐκτὸς ἄν ποτε ἀνακαλυφθῇ ὑπολανθάνον τι μέτρον καὶ ἐν τῇ ρυθμικῇ ταύτῃ πεζολογίᾳ» (Κωνσταντῖνος Σάθας, Ἱστορικὸν δοκίμιον περὶ τοῦ θεάτρου καὶ τῆς μουσικῆς τῶν Βυζαντινῶν, ἤτοι εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Κρητικὸν θέατρον, ἐν Βενετίᾳ, 1878, σ. σδ΄).

Καί ὅτι ἡ «ρυθμικὴ πεζολογία» ἀποτελεῖ βασικό χαρακτηριστικό τῶν βυζαντινῶν ἐκκλησιαστικῶν ὕμνων, ἐξαιρουμένων βεβαίως τῶν ἰαμβικῶν κανόνων πού μιμοῦνται τά ἀρχαῖα προσωδιακά μέτρα, δέν μπορεῖ γενικῶς νά ἀμφισβητηθῇ.

Ὑπάρχουν, ἐν τούτοις περιπτώσεις, ὅπου ὑπό τήν ἐπιφάνεια τοῦ καταλογάδην καταγεγραμμένου κειμένου κάνουν τήν ἐμφάνισή τους τονικά μέτρα, μεταξύ τῶν ὁποίων ἐξέχουσα θέση κατέχει ὁ ἰαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. (περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Bicycle Waltz

20190801_103048.jpg

Δημήτρης Καρακίτσος

Bicycle Waltz

Ξεκινάς από το σπίτι, είναι, λες, ένα μικροαστικό δυάρι στα Πατήσια. Βιβλία παντού και κούτες με περιοδικά, προφυλακτικά στο πάτωμα, ένα κλουβί με παπαγαλάκια… ή μάλλον σκατά, δεν χρειάζεται παπαγαλάκια η ιστορία σου, έχεις έναν ταύρο εν υαλοπωλείω, ένα τηλεβόλο που ισοπεδώνει την ετοιμόρροπη γλώσσα μας: έχεις τον μεγαλύτερο συγγραφέα από καταβολής κόσμου. Το δυάρι του λοιπόν είναι γεμάτο εξωτικά φυτά και αντίγραφα έργων του Πικάμπια – αρκούν αυτά. Ένα τραπεζάκι με λίγα μπουκάλια, ουίσκι, ρούμι και μπράντι… όχι, μεθύσι και γραφομηχανές δεν φτιάχνουν καλούς συγγραφείς αλλά ηλίθιους θαυμαστές, σκέτος καφές, φτάνει, μια χαρά. Και τώρα στο ζουμί: να περιγράψεις το υποτιθέμενο έργο του. Ότι έγραψε τι; Οπότε στύβεις τη φαντασία σου και ξεκινάς. Έκανε το ντεμπούτο του στα έντεκα, μπλα μπλα, με ένα βιβλίο που τυπώθηκε με λεφτά του πατερούλη. Η Ιστορία της αεροπλοΐας. Εξήντα εννιά αεροπλάνα, οι πρώτες πτήσεις και οι πρώτες ανακαλύψεις. Οι πρωτοπόροι, ο Voisin, οι αδερφοί Ράιτ, τα μονοκινητήρια, οι αεροπλανικές επιδείξεις, τα καρδιοχτύπια και τα λιβάδια με τα ανεμόπτερα, τα αερόστατα και οι εκκεντρικοί μηχανικοί. Οι στολές, τα ατυχήματα, τα υπερατλαντικά εγχειρήματα, τα μεσοπολεμικά πόστερ και οι σαμπάνιες ύστερα από κάθε πέρασμα της Μάγχης – έντεκα χρονών, διάολε! Κι ύστερα περνάς στο δεύτερο, ένα μυθιστόρημα με τίτλο, ξερωγώ, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας με γιγάντιο ψάρι. Λήγει ο Πρώτος Παγκόσμιος, κι ένας Γάλλος φαντάρος γυρίζει στο χωριό του. Κοιμάται σε αχυρώνες και παλιές αποθήκες, πιάνει δουλειά ως εργάτης των Σιδηροδρομικών Γραμμών Υπερδνειστερίας, αλλά δεν στεριώνει εκεί, ξέρεις, κάποια γυναίκα. Ύστερα περιπέτειες, καβγάδες, πόρνες και ο δρόμος που τον οδηγεί στο κεντροευρωπαϊκό κρατίδιο Μαρντούκ κλπ κλπ, σε ένα ψιλοερειπωμένο ξενοδοχείο, παρέα με δυο περιπλανώμενους πεζικάριους (έναν πρώην μάγειρα κι έναν πρώην νευρολόγο-ψυχαναλυτή). Αποφασίζουν να στήσουν το ξενοδοχείο από την αρχή, αλλά ως ησυχαστήριο αυτή τη φορά για ολίγους εκλεκτούς. Ιδού το «Οτέλ Μιραμάρε», που αφορά στρατιώτες και αξιωματικούς που θυμούνται τα όνειρα και τους εφιάλτες τους στα χαρακώματα. Ο νευρολόγος καταγράφει τις αφηγήσεις και τις καρφιτσώνει στις κόκκινες κουρτίνες της σάλας, τίποτα πιο φρικιαστικό και παράλληλα όμορφο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα πεις εσύ, τα νοσταλγικά όνειρα, το σπιτικό που περιμένει, η τσαγιέρα και το πιάτο με τα βουτήματα, η σοφίτα, το ξύλινο αλογάκι, ο αχυρώνας και οι κότες του παππού, ενώ, από την άλλη, οι εφιάλτες, τα μάτια των κατακρεουργημένων, τα αέρια, οι αρουραίοι, ένα άλογο χτυπημένο από οβίδα. Και μπλα μπλα. Και το τρίτο τώρα, μια φιλοσοφική νουβέλα είκοσι χιλιάδων λέξεων με τον τίτλο Ex nihilo. ένας δυσλεκτικός που προσπαθεί μέσα από βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης να κατανοήσει το σύμπαν. Το ηλεκτρόνιο (γιατί έχει μάζα 1,836 x 10³ φορές μικρότερη από το πρωτόνιο;), η βαρύτητα, η σκοτεινή ύλη, η θεωρία των πάντων, η κβαντομηχανική κλπ κλπ. Ξαφνικά ο ήρωας συλλαμβάνει μια υπέροχη ιδέα. Αν υποθέσουμε ότι η ιστορία της φυσικής είναι σαν να ξετυλίγεις ένα μπλεγμένο κουβάρι, τότε τι θα βρούμε (αν φτάσουμε ποτέ) στο τέλος του νήματος; Τι υπάρχει έξω από το σύμπαν, πότε γεννήθηκε ο χρόνος, συνέβη το Big bang, και αν ναι τι το προκάλεσε; Τι προκάλεσε αυτό που προκάλεσε το Big Bang και ούτω καθεξής. Μα είναι απλό, σκέφτηκε ο καθηγητής, τα δομικά στοιχεία του σύμπαντος δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, το σύμπαν έχει χάσει τη μνήμη του, δηλαδή όφειλε, ως αιτιατό, να χάσει τη μνήμη του για να μπορέσει να κόψει τις βαριές αλυσίδες που το καταδίκαζαν στο ίδιο κελί με την άπλυτη και αυταρχική αιτία. Αν τα υποατομικά σωματίδια, τα μποζόνια φερ’ ειπείν και τα γκλουόνια, ήξεραν τι κάνουν θα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις, αλλά οι απαντήσεις (π.χ. τι προηγήθηκε του χρόνου;) θα έσπρωχναν τα πάντα στο χείλος μια προ-κοσμικής αβύσσου. Ζούμε λοιπόν σε έναν αμνήμονα κόσμο, και είναι η ιδιότητά του αυτή που τον καθιστά πραγματοποιήσιμο εκ του μηδενός. Φοβερό βιβλίο. Φοβερή σύλληψη. Ή, όπως έγραψε ένας κριτικός, μια συμπαντική αντισύλληψη. Και μπλα μπλα. Πραγματικά, είναι άχαρο αυτό που πρέπει να υποστώ, η αρχική ιδέα μου δεν ήταν τόσο φιλόδοξη: ήθελα να γράψω για έναν μέτριο συγγραφέα που κάθε λίγο τού χτυπούν την πόρτα. Μια απλοϊκή ιστορία: Είναι πανέμορφες γυναίκες, η Κατερίνα από τον πρώτο, που ξέμεινε από ζάχαρη, η Σοφία με την πετσέτα στα κεφάλι, που της κάηκε το πιστολάκι, η Έφη από το διπλανό, που του ζητά ευγενικά να χαμηλώσει την τηλεόραση γιατί μελετά για το διδακτορικό της – μα ποια τηλεόραση; Δεν έχω τηλεόραση, όπως βλέπεις βασανίζομαι σε μια παλιά γραφομηχανή, λέει ο συγγραφέας. Όλες τους γυρεύουν αφορμή για σεξ. Είναι θεές και αχαλίνωτες. Δεν μ’ αφήνουν να γράψω, σκέφτεται ο τύπος βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της τάδε και της τάδε, υπνωτισμένος από την ηδονή και τα αρώματα. Θα ήταν κωμικό το διήγημά μου, είχα γράψει τέσσερις σελίδες και είχα βρει το κατάλληλο ύφος, αλλά ξαφνικά κεραυνοβολήθηκα από αυτό που λέμε συγγραφική σοβαρότητα. Μυρίζει καψόνι εδώ, μυρίζει τιμωρία αυτό με τις γυναίκες που δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Και το ερώτημα που γεννάται είναι ποιος θέλει την τιμωρία του, και κυρίως γιατί; Η απάντηση είναι εύκολη: ο Θεός. Ναι, είναι έργα του Θεού οι παρενοχλήσεις. Ο Θεός αποφάσισε να φέρει προσκόμματα στον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Γιατί όμως; «Έχεις διαπράξει ύβρη», του λέει μέσα από τα μάτια της Σοφίας, της Έφης και της Κατερίνας, «για την ακρίβεια μαζί τη διαπράξαμε, πηλέ μου έμψυχε. Δεν έπρεπε να σε πλάσω, είσαι ένα λάθος της Δημιουργίας, είσαι ένα τεράστιο λάθος, μα τώρα είναι αργά – σε έχω αγαπήσει. Τι μου μένει; Να θέσω εμπόδια στη γραφή σου. Και θα το κάνω, γλίσχρε και ουτιδανέ, θα σου επιβάλω μια θεσπέσια τιμωρία. Ετοιμάσου για ορδές γυναικών, καλλονές που θα σου χτυπούν την πόρτα κάθε φορά που πας να γράψεις, είσαι επικίνδυνος, τα γραπτά σου πρόκειται να σπείρουν το χάος – κι αυτό δεν θα το επιτρέψω. Θα σου στείλω πολλές γυναίκες: την Νάντια από τον πέμπτο και την παντρεμένη από το ημιυπόγειο, την Κερασία, αλλά και την Πόπη, την ντελιβερού, που μπέρδεψε τα κουδούνια – σεξ και πίτσες!» Το κλειδί της παρουσίας του Θεού σ’ αυτό το διήγημα είναι η λέξη χάος. Η σπορά χάους. Και είναι αυτό που φοβάται ο Θεός. Πώς ένα πλάσμα τρωτό μπορεί να θέσει τους όρους για κάτι αναλλοίωτο και άφθαρτο; Λένε ότι το σύμπαν κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει, η ανθρωπότητα, η Γη, ο γαλαξίας μας, η Λανιακέα και όλα τα σούπερ κλάστερ γαλαξιών θα έχουν ήδη καταποντιστεί στις μαύρες τρύπες, αλλά εμείς, με μόλις τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, γράφουμε κριτικές λογοτεχνίας και επιδιδόμαστε, μεταξύ τύρου και αχλαδίου, σε μια αναζήτηση πλατωνικού καθρεφτίσματος στους αιθέρες της ποιητικής (θυμάμαι τους δυσκοίλιους στοχασμούς του Διονύσιου Σολωμού). Τι αβάσταχτο λάθος θα ήταν, όντως, ένας τόσο μεγάλος συγγραφέας! Μα ας δούμε κι αυτό: Τέλεια διηγήματα, τέλεια ποιήματα και μυθιστορήματα – ψυχανεμίζεστε το περιεχόμενό τους; Είναι μάταιο να πεις ναι. Τα βιβλία του θα ήταν κορνίζες χωρίς καθρέπτη. Δεν με βλέπω, δεν με βλέπω πουθενά, δεν βρίσκομαι εκεί, δεν υπάρχω. Ανοικείωση. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πνεύματα, τρομάζουν αν δεν δουν σκιά ή είδωλο. Μεταμφιέζονται καθημερινά (κάζουαλ ντύσιμο ή κοστούμια εποχής) και ποζάρουν – είναι ζήτημα ουσίας αυτό. Θαυμάσιοι βιεννέζικοι καθρέπτες, Φρόιντ, Χόφμανσταλ, Μπροχ, Σνίτσλερ. Εσάς σας αρέσει ο Σαίξπηρ; Μα ναι, επιχρυσωμένη η κορνίζα, κοιταζόμαστε και είναι σαν να γίναμε εκείνα τα σοκολατάκια με την Μόνα Λίζα. Τι λέτε φίλοι, περνάμε κι από του Ομήρου; Και τι θα λέγατε αν κρεμούσαμε τον θαμπό του Κάφκα στο κουρείο που ξυρίζεται ο κύριος υπουργός; Χαχα, έχετε δίκιο.
]]]]]Μπορεί. Συμπεράσματα ας βγάλουν οι αναγνώστες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ


Φωτογραφία: L’apprendista, Νεκρὴ ἀστικὴ φύση (Λ. Πεντέλης, 2019)  

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλλάντα για κόμη ξανθή

 

Μ π α λ λ ά ν τ α   γ ι ὰ   κ ό μ η   ξ α ν θ ή 

Σf1f5ff8df750a2659a21ecaf85b250c1ὲ τραῖνο ἀκυβέρνητο ζητοῦν
νὰ βροῦνε ποιός θὰ πιάσει τὸ τιμόνι,
ἐνῶ ἀποσβολωμένοι ὅλοι κοιτοῦν
τῆς νήσου τὸ ἐξόδιο κανόνι.
Κοστοῦμι σιδηρὸ φτιάχνουν στὸ ἀμόνι
μίας Ἀγγλίας τέλειας παρακόρης,
ποὺ μοιάζει μὲ σαράβαλο καμιόνι.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Ὁ ἕνας ἐμπιστοσύνη ἔχει τυφλή,1160178137.jpg.0
ἄλλος ἐπιτιμᾶ στὰ φανερά:
ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιός ἐθελοτυφλεῖ;
Εἴτε ἔτσι εἴτ’ ἀλλιῶς κάνει νερά·
τὰ σχέδια ὅλων μοιράζουν πλανερά,
κι ὁ πρῶτος Τόρης εἶναι μὲς στοὺς Τόρις:
τὰ ὑπόλοιπα εἶναι λόγια φθονερά.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

jojohnsonΚάτω ἀπὸ τὴν κόμη τὴν ξανθὴ
χωρία τοῦ Ὁμήρου κατοικοῦν,
κι οἱ γόνιμες ἰδέες σὰν ψυχανθῆ,
τὰ ὅποια του κουσούρια ὑπερνικοῦν.
Ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι εὐθὺς φυγοδικοῦν
αὐτὸς ἐπιθυμεῖ ἐπὶ ἴσοις ὅροις
τὴ χώρα οἱ ὁμοεθνεῖς του νὰ διοικοῦν.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Μιὰ ἀγκούσα παρακμῆς παντοῦ ἀντηχεῖ:_Boris-Johnson-blasts-‘ludicrous’-rules-which-ban-Brits-from-eating-rare-hamburgers
ἀπὸ τὴ μιὰ φαιδροὶ οἱ ἀριστοκράτες,
ἡ πρότασή τους κούφια ἀντηχεῖ
καὶ μοιάζουν θλιβεροὶ σὰν στὸ Sartoris,
μὰ ἀνήμποροι ἀπ’ τὴν ἄλλη κι οἱ ἐργάτες…
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη Τζῶνσον Μπόρις!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Ευσταθία Δήμου, Σατιρικά γυμνάσματα

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΝΕΑΡΕΣ ΤΩΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
 
Σε ινστιτούτα ομορφιάς παρκαρισμένη,
σαν ξεχαρβαλωμένη μηχανή,
ακούω να μου λεν∙ «σε περιμένει
ανόρθωση σ’ οπίσθια και σε βυζί.
Και μόλις θα σε δούνε σφριγηλή,
τ’ ανδρός σου τα χείλη ‘θαύμα!’ θα πούνε».
Μα εγώ θα γίνω από στιγμή σε στιγμή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Αν δείχνουν οι γλουτοί κατεβασμένοι,
κι αν οι ρυτίδες ξεπροβάλλουνε σερί,
η εξαφάνισή τους είναι ακριβοπληρωμένη.
Νυστέρι κοφτερό με καρτερεί
και το δέρμα μεμιάς θα τραβηχτεί
από γιατρούς που επάξια χειρουργούνε.
Μα εγώ θα γίνω η καψερή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Η ρίζα στο μαλλί όλο λευκαίνει,
και στην κοιλιά τα λιπαρά έχουν σταθεί,
στα μπράτσα μου η σάρκα κρεμασμένη
κι ο διαιτολόγος όπου να ’ναι θα φανεί,
κόκκαλο να μ’ αφήσει και πετσί.
Μα οι φίλες ποτέ τους δεν ξεχνούνε.
Κεριά θα μπήξουνε στη σαντιγί
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Δεν είναι ένα – τι κρίμα! – το κερί
όμως με όλα αυτά που θα συμβούνε
εγώ θα φαίνομαι για μια ζωή
τριάντα και τα εκατό ποτέ δεν θα με βρούνε.
 
 
UNA RATSA
 
Πήρε σκύλο κατοικίδιο,
από ράτσα αρρενωπή,
για να πάψει το αιφνίδιο
διαζύγιο να θρηνεί.
 
Του πέρασε σφιχτό λουρί.
του αγόρασε σπιτάκι,
του ’βαλε διαλεχτό φαΐ
και του έστρωσε χαλάκι.
 
Καθόταν και τον κοίταζε,
ήσυχα όπως κοιμόταν,
κι όταν στο τέλος νύσταζε,
στο πλάι του ξαπλωνόταν.
 
Το όνομα εκείνου έδωσε
– όμοια τα είχαν όλα –
και πήγε και τον στείρωσε
πριν του σερβίρει φόλα.
 
 
ΦΛΕΡΤING
 
Απ’ το παράθυρο κοιτώ – στο βάθος
βλέπω ξανθό τεκνό που μου γελάει.
Το βλέμμα του πονηρό με διαπερνάει.
Είναι πασιφανές, δεν κάνω λάθος.
 
Το χέρι του επιδέξια ανασκαλεύει
ό,τι η φύση του ’χει αφειδώς δωρίσει
και με την κίνησή του μ’ έχει πείσει
πως σμίξιμο καυτό μου μαγειρεύει.
 
Κάθε αναστολή μου έχει σβήσει.
Με θέλει και τον θέλω. Δεν κρατιέμαι
άλλο. Μεμιάς πάνω του ξαμολιέμαι
 
μα εκείνος την πλάτη έχει γυρίσει.
Θαρρώ πως μάλλον τρέχει κάτι άλλο.
Το σώβρακο τον κόβει στον καβάλο.
 
 
 
ΆΣΟ – ΔΥΟ
 
Ένα το παντελόνι
και η πρόσληψη αργεί,
το ύφασμα όλο λιώνει,
στο γόνυ έχει σχιστεί.
 
Τα δανεικά τελειώσαν
τελειώσαν κι οι ελπίδες
σ’ αυτούς που μου τα δώσαν
διαρκώς στήνω παγίδες.
 
Μα ο κλοιός στενεύει,
με πήρανε χαμπάρι,
μου μένει ένα ζάρι
 
να ρίξω και στα ερέβη
να χαθώ προτού χάσω
με δύο πάλι κι άσσο.
 
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Σε κάθε δάσος ας ψάξουμε λοιπόν για την κουρούνα – Δοκίμιο για τον Τόμας Μπέρνχαρντ

213b8739-a1b9-4727-aa1c-5bb5b7e2ae0d

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

 

Η τέχνη συνολικά δεν είναι, ναι, τίποτε άλλο παρά μια τέχνη επιβίωσης, το γεγονός αυτό δεν επιτρέπεται να το παραβλέψουμε, η τέχνη είναι η απόπειρα που κάνει συνέχεια με τρόπο συγκινητικό η διάνοια να τα βγάλει πέρα μ’ αυτό τον κόσμο και με τις αντιξοότητες του, πράγμα που, ναι, όπως ξέρουμε, είναι προπάντων δυνατόν μόνο αν χρησιμοποιούμε μόνο ψέμα και ψευδολογία, υποκρισία και αυτοεξαπάτηση, είπε ο Ρέγκερ.[i] (Παλιοί δάσκαλοι, σ. 199)

 Πώς ξεκινά να γράψει κάποιος για έναν αγαπημένο συγγραφέα; Και ποια η ανάγκη να παραθέτουμε τους αγαπημένους μας στοχαστές σε τακτικά αφιερώματα; Η αυτονόητη απάντηση είναι ότι για τους συγγραφείς των κειμένων, τα πρόσωπα αυτά είναι με κάποιο τρόπο σημαντικά· συχνά με παραπάνω από έναν τρόπους. Σημαίνει επίσης ότι δίνεται η δυνατότητα στους συγγραφείς να ανακατασκευάσουν ένα πρόσωπο. Να το φέρουν στη μνήμη επισημαίνοντας με όσο γίνεται πιο εύστοχο και πειστικό τρόπο τα στοιχεία αυτά που “επιτάσσουν” την ανάγκη να θυμηθούμε τα πρόσωπα αυτά και το έργο τους. Η συγγραφή, λοιπόν, ενός κειμένου για έναν αγαπημένο σε αυτήν την περίπτωση συγγραφέα προσκαλεί τους αναγνώστες στη συγκρότηση μιας “μυθολογίας”. Η “μυθολογία” αυτή μπορεί βέβαια να συγκροτηθεί με πολλούς τρόπους, χωρίς να παύει να είναι μυθολογία. Σε κάθε περίπτωση ένα αφιέρωμα στα πρόσωπα κινητοποιεί μνήμες, συναισθήματα, συμβάντα, διαλόγους και μετασχηματισμούς. Πάντως τα διλήμματα είναι πολλά και διαρκή, ενώ η έμφαση είναι ανάγκη να προσανατολιστεί στη σαρωτική γραφή του και το έργο του. Οι αναφορές στα κείμενά του δεν θα είναι πάντως “διδακτικές” παραθέσεις και εκτενής λογοδοσία που εξηγεί την ανάγκη να μιλήσουμε εγκωμιαστικά για αυτόν και την εργογραφία του. Ο Μπέρνχαρντ άλλωστε έχει μιλήσει εκτενώς για τον θαυμασμό και τα βραβεία.[ii]

Μόνο αυτό που βρίσκουμε τελικά γελοίο το κουμαντάρουμε, μόνο όταν βρίσκουμε γελοίο τον κόσμο και τη ζωή στον κόσμο πηγαίνουμε μπροστά, δεν υπάρχει άλλη, δεν υπάρχει καλύτερη μέθοδος, είπε. Σε κατάσταση θαυμασμού δεν αντέχουμε για πολύ και αφανιζόμαστε αν δεν τη διακόψουμε εγκαίρως, είπε. Ήμουν, ναι, σ’ όλη μου τη ζωή πάντοτε πολύ μακριά από την κατάσταση του ανθρώπου που θαυμάζει, ο θαυμασμός μου είναι κάτι ξένο, αφού δεν υπάρχει το θαύμα, μου ήταν πάντοτε πάντα κάτι ξένο ο θαυμασμός και τίποτε δεν με απωθεί τόσο όσο το να παρατηρώ τους ανθρώπους που θαυμάζουν, που τους έχει μολύνει ο οποιοσδήποτε θαυμασμός. (Παλιοί δάσκαλοι, 1994, Αθήνα: Εξάντας, σ. 85) (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |43. Θοδωρής Ρακόπουλος (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

lesvos-petrified-forest01

(Ὀρυκτὸ δάσος, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

Καβάλ

Διαπίστωναν μὲ τὴν πάροδο τῶν γενεῶν πὼς ἐκείνη ἡ λαμπρὴ πίστη στὸ κέρατο
ἐλάφου, ὡς τὸ δῆθεν πιὸ ἀξιόπιστο ϋλικὸ γιὰ τὴν κατασκευὴ αὐλοῦ τοῦ Πανός
καὶ καβάλ, ἦταν μία ἀπὸ κεῖνες τὶς ἱστορίες πού, πλέον ὑποψιασμένα, ἀπο-
καλοῦσαν μύθους. Ὁ κοσμολογικός τους τρόμος εἶχε νὰ κάνει μὲ τὸ εὔθραυστο
τοῦ ὀργάνου: ἂν σπάσει ὁ μελωδικὸς ἄξονας τῆς ἀνάσας, θὰ γίνει κομμάτια ὁ
κόσμος· ὅλος. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ μετανάστευση στὸν γιαλὸ μετὰ τὴν ἀποδάσωση,
τοὺς ἔπεισε ὅτι ὁ θρυμματισμένος κόσμος ἦταν θάλασσα· ἀπὸ τὰ ἐξίσου εὔθραυ-
στα κοράλλια της μποροῦσαν τώρα νὰ φτιάχνουν τὰ ἴδια ὄργανα. Καὶ τότε,
κατάλαβαν πὼς τὰ κόκαλα ἦσαν πορώδη στὸν χρόνο, κι ἡ ἀνάσα ἔχανε στὸν
συριγμὸ τῆς μουσικῆς σταδιακά – ἐνῶ τὰ κοράλλια αίώνια, καὶ πὼς τὰ κύματα
τὰ ἔχτιζαν, ἀντὶ νὰ τὰ σπᾶν.

~.~

Μπαλλάντα γιὰ τοὺς Συνοριοφύλακες

Ἐκεῖνος κάθισε ὁλόκληρος, βαρύς, καὶ σήκωσε τὸ
χέρι νὰ καλέσει πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο τὸ γνωστὸ
κορίτσι. Ἔνιωθε, γυρνᾶ καὶ λέει στὸν σύντροφό του,
σὰν ξαφνικὰ ἀπὸ μέσα νά ‘βγε ἕνα ζῶο ποὺ εἶχα ξεχάσει νηστικὸ
γιὰ μέρες – μὲ ἁρπάζει καὶ μοῦ ψιθυρίζω: «ἄκουσέ το».
(Σιώπησε. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸ μαγαζί, στὸ διάκοσμό του) –
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«,

ἄκουσα νὰ μοῦ λέει. Ἡ κρύα ὑφὴ στὸ δέρμα ἀπὸ μπουκάλι,
τὸν ἔκοψε. Κοιτᾶ τριγύρω: ξεδοντιάρικα χαμόγελα. «Ἡ πρώτη
γύρα Amstel κερασμένη», κάν’ ἡ γκαρσόνα, κάπως μηχανικά.
Κάθεται πάνω σὲ στοίβα ροῦχα ματωμένα. Ἐκεῖνος ἅρπαξε τὸ
μανίκι ἀπ’ τὸ κορίτσι. Οἱ τέσσερείς τους τώρα. Ἔξω, κρότοι
καὶ φωνὲς ἀκούγονται ἀπ’ τὸ χιόνι ἡσυχασμένα, ἐπαναληπτικά:
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Ἐκεῖνος ἔκλεισε τὸ μάτι (τὸ καλό του) στὸν κόσμο ὁλόγυρα,
νὰ δείξει πὼς ὅλοι (ἔξω καὶ μἐσα) σὰν Ἐκεῖνον μοιάζουνε.
Ὁ σύντροφός του θυμήθηκε τὴ λάσπη, τὸ αἷμα:»τίναξέ το,
τίναξέ το
«. Δὲν μίλαγε. Μετὰ πῆρε νὰ σκέφτεται πῶς ἔπαιξε τὸ
Ἄρσεναλ-Μίλαν. Ἡ γκαρσόνα ἔσυρε ἀπ’ τὸ μπὰρ μιὰ γύρα
άκόμη. Ὁ ἄλλος (ὁ τέταρτος) δὲν εἶχε ἀγγίξει διόλου μπύρα,
θυμόταν μόνο πότε ἄκουσε πρώτη φορὰ νὰ κράζουνε
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Κι ἐκεῖ εἶχε μείνει. Τέταρτος. Ξαναχιονισμένα μίλια ἐμπρός του.
Τὰ ροῦχα του συνέχισαν, μέσα στὴ λάσπη, μέσα στὸ αῐμα,
μ’ Ἐκεῖνον, μὲ τὸν σύντροφο, τὴν Ἄρσεναλ, τὸ βλέμμα
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«.

~.~

Τῆς Ἔψιλον, Πάλι

Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνἠ. Ἡ θάλασσα
κρύβει, σὰν περιδέραιο ὑφήλιο
τὴ χοϊκὴ δορά σου. Χάλασα
εὐκαιρία σάν (γερτὴ στὸν ἥλιο)

στάθηκες, φορώντας τὸ νερὸ ποδῆρες.
Μετά, σὲ κάλυψε ὁ ὑγρὸς μανδύας
καί, τυφλός (ἀντηλιὰ ἐνενήντα μοῖρες).
συγχρονισμένα τ’ ἄκρα σου –σχῆμα ὑδρίας–

σκέφτηκα, ὑφυδρίως. Στιλπνὸ κῦμα φῶς
στὰ ἴσια μαλλιά. Χωρὶς τὸ πῶμα
τοῦ καπέλου, λυτά: λευκὲς γραμμές, πλαίσιο

στὶς πινελιὲς τοῦ προσώπου. Οὔτε ἀφρὸς
τ’ ἄγγιξε, οὔτε χέρι, πρίν, στὸ διθέσιο
ἀμάξι. Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνή. Ἀκόμα.

~.~

talos
(Ξέρετε τὸ τέλος, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2017 [μαζὶ μὲ Στέργιο Μήτα, Ἀντώνη Ψάλτη])

Τάλως

πὺρ στοὺς ἐκτὸς ὁρίων ἄνευ δίκης

Μὲ λὲν τὸ ἀρχαῖο ρομπότ· γυρνάω τρεῖς φορὲς
τὴ μέρα τὸ νησί μας δρασκελώντας τὰ βουνά.
Πηγαίνω πάντα στὰ ὅρια τῆς ταχύτητας  –
Μὲ προσπερνοῦν Κρητίκαροι μὲ SUV + dolby λύρες.

Μὲ λένε σκουριασμένη μηχανή: κανεὶς
τριγύρω δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴ φλόγα ποὺ
ἐκτοξεύω ἐπάνω στὰ πλοιάρια
ποὺ χάσκουνε μαῦρα κορμιὰ τοῦ Λιβυκοῦ, τοῦ λίβα.

Μὲ λὲν ἀρχαῖο φασίστα, ἄνεργο φρουρό,
μιλιτσια ἀπελπισίας. Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ. Κρύβομαι
ἀνἀμεσα στὰ ὄρη. Μιὰ μηχανὴ ὁριζόντιου ἤθους
σὲ μέλλον γαλανόλευκο, σὲ κυβικὰ χαλκοῦ.

Καὶ ξέρετε τὸ τέλος.


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).

Τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἀνθολόγησης τοῦ Θ.Ρ., ἐδῶ.

Προς τους φίλους συνδρομητές του ΝΠ

Τις αμέσως προσεχείς ημέρες θα παραλάβουμε το τέταρτο τεύχος του Νέου Πλανόδιου, ευελπιστούμε δε να είναι αυτό η απαρχή μιας νέας, τακτικότερης στην εμφάνισή του, εποχής του περιοδικού. Εννοείται ότι οι παλαιές, ανεκτέλεστες συνδρομές ισχύουν κανονικά. Επειδή όμως έχει περάσει καιρός, παρακαλούμε τους συνδρομητές των οποίων η διεύθυνση έχει στο μεταξύ αλλάξει, να μας ενημερώσουν. Το μέηλ μας: neoplanodion@gmail.com.

Θάνος Γιαννούδης, Ατλαντίδα

Ατλαντίδα
 
Εκατομμύρια χρόνια πέρασαν,
σκορπίσατε, σβηστήκατε απ’ το χάρτη.
Μα θα ’ρθει η στιγμή και θα ενωθείτε
και πάλι στην Παγγαία την Εσχάτη.
Λ. Λαρέλης
 
Ποια τύχη μού ’δωσε το χάρισμα του λόγου
κι ήρθα σιμά σ’ εσάς τα λόγια αυτά να πω;
Πολλοί την είπανε Θεό κι εμείς Αγέρα,
μα –ο,τι κι αν είναι– το ίδιο κάνει τη φλογέρα
να παρασέρνει τον καιρό του παραλόγου
σ’ ιαμβικό κι ακαταμάχητο σκοπό.
 
Μ’ υποδεχτήκατε, ω άνδρες Αθηναίοι,
σαν πρέσβη επίτιμο ονείρου μακρινού
κι –ενώ μου δώσατε νερό κι αφρώδην οίνο–
ξέρω καλά πως στην ψυχή σας δεν θα μείνω
γιατί άλλος ήχος τη ζωή σας τώρα εμπνέει,
καινούριοι στόχοι σάς συντάραξαν τον νου.
 
Προορισμός σας τα ψηλά και τα μεγάλα
μα το παρόν σας δυστυχώς στα ποταπά.
Λαέ ξεχνάς κι έχεις μια μνήμη σαν το ψάρι
που την ακτίδα απ’ την ψυχή του έχουν πάρει
κι εκείνο ελπίζει και ποθεί μια νέα γυάλα,
καινούρια τείχη να ’χει εμπρός του ν’ αγαπά.
 
Κι ήρθα, λοιπόν, και με κοιτάζετε σαν ξένο
κι όλα είναι ξένα πια σ’ αυτή την εποχή
– μα ποιος καιρός για μας δεν ήτανε εμπόδιο,
με το στερνό φιλί της μάνας κατευόδιο
και την καρδιά μου που –είτε ζω είτε πεθαίνω–
δίπλα στο αιώνιο τραγούδι θ’ αντηχεί;
 
Σας αναγγέλλω πως ξεφτίζει η Ατλαντίδα
κι εσείς το ίδιο ανασαίνετε, θνητοί
στην εκκλησιά του δήμου, γύρω στην πλατεία,
αγιάζι στο Μπουρνάζι, τέλμα στα Χαυτεία,
κοινές ζωές – και στέκει μόνη σας φροντίδα
να μη ραγίσει τούτ’ η μοίρα η τεχνητή!
 
Σώπα, καημέ, κι εσύ, ορμή μου, συγκρατήσου!
Μίκρυν’ η πλάση και δεν κάνει πια για μας…
Στο αττικό ετούτο τ’ άχρονο τ’ αλώνι
ο θαυμαστός καινούριος κόσμος ξεσαλώνει,
με το μυαλό νωθρό και την καρδιά εξίσου,
με δυο στιχάκια που ’χει γράψει ο Σατανάς.
 
Ξέρω καλά πως θε να σβήσει η φωνή μου,
μα αυτό μονάχα σας θερμοπαρακαλώ:
να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη,
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θά ’ρθει,
μεγάλη λέξη στον καιρό του ακρωνύμου,
μακρύ καράβι σε κοντόφθαλμο γιαλό.
 
Γενιές που βγαίνουν και θα σβήσουν γύρω μέτρα,
κραυγές κι αγάπες γέφυρα στον χαλασμό.
Στον Παρνασσό με βγάζει το στρατί που πήρα,
μα πάει καιρός που ο Δευκαλίωνας κι η Πύρρα
γεννούσαν άντρες και γυναίκες απ’ την πέτρα,
όσους δεν ζήσανε ποτέ Κατακλυσμό.
 
Τώρα πια η μνήμη του Κακού παντού θ’ ανήκει,
τις αναμνήσεις του ολούθε θα γροικώ,
θα συντροφεύει τα μικρά παιδιά στην κλίνη,
θα ’ναι λαμπτήρας του φωτός που ανοιγοκλείνει,
Μοίρα μας, που ’ταν να σε πω Θεσσαλονίκη,
μα γλυκογέρνω σε λυκόφως αττικό.
 
Κατακλυσμέ, αυτός ο κόσμος δεν μου φτάνει!
Όλα μού φαίνονται πως στέργουν στο κενό:
συντρίμμια ο έρωτας, το κώνειο στον Σωκράτη,
αιώνιοι πόλεμοι ξανά στις πόλεις-κράτη
κι είναι γραμμένο η Ατλαντίδα να πεθάνει,
να γίνει θρύλος σε βαθύν ωκεανό.
 
Μα κι ο απέραντος ο πόντος θα τελειώσει
σαν άγρια τέρατα ρουφήξουν το νερό
– η Γη είν’ επίπεδη και τ’ όνειρο επίσης,
προτού μας φύγεις την πορτούλα να του κλείσεις,
μην μπει ο Αγέρας ξαφνικά και μου κρυώσει,
γιατί χωρίς αυτό να ζήσω δεν μπορώ…
 
ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ