ΝΠ | Σάτιρες

«Στο ψέμα είν’ η ποίησις ή στην αλήθεια»: Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος ή Ραμπαγάς (1850-1889)

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Ο Κλεάνθης Ν. Τριαντάφυλλος γεννήθηκε στη Σίφνο. Δασκαλοπαίδι ο ίδιος, ακολούθησε τα ίδια χνάρια και διορίστηκε στην Άνδρο. Στη συνέχεια πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και εξέδωσε και μια ποιητική συλλογή, ανώνυμα. Ο ίδιος υπήρξε ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία στη νεοελληνική λογοτεχνία. Λόγιος, ποιητής, ευθυμογράφος και δημοσιογράφος, με το παιγνιώδες ύφος του αποτέλεσε μιαν αντίθεση εν μέσω της τότε σχολαστικής αρθρογραφίας του βυζαντινού τύπου.

Λιγνή, λιγνή, ξερακιανή κοπέλλα,
που τόσο βάνεις στα μαλλιά σου λάδι
και πλένεσαι με ξείδι πρωί βράδι,
η μυρωδιά σου, φως μου, είναι τρέλλα!

Ξερακιανή με μάγουλα ξειδάτα,
με κεφαλή στο λάδι βουτημένη,
η όψη σου, πουλί μου, με τρελαίνει
γιατί . . .  πεθαίνω για τσιροσαλάτα […]

Εξαιτίας του καυστικού του ύφους διώχθηκε από τις οθωμανικές αρχές και κατέφυγε στην Αθήνα. Μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη, ίδρυσε το πολιτικό και σατιρικό περιοδικό Ραμπαγάς –που κυκλοφόρησε δισεβδομαδιαία από το 1878 έως το 1889, έντεκα ολόκληρα χρόνια με 976 φύλλα–, όνομα που προήλθε από την ομώνυμη τετράπρακτη κωμωδία του Βικτοριέν Σαρντού, (στην οποία ένας αμοραλιστής πολιτικός, ο Rabagas, ζώντας στο ημιαυτόνομο πριγκιπάτο του Μονακό, ασκούσε έντονη και ανατρεπτική πολιτική εναντίον του αρχηγού του μικρού πριγκιπάτου, όμως όταν ο πρίγκιπας τον κάλεσε στην εξουσία, άλλαξε ρότα), που τότε είχε μεταφραστεί από τον Ιωάννη Καμπούρογλου, αλλά είχε απαγορευτεί από την κυβέρνηση Κουμουνδούρου.

*

*

Είμεθα όλοι Ραμπαγάδες εν Ελλάδι. Από του ανωτάτου μέχρι του κατωτάτου. Όσον μάλιστα υψούσαι εις τα κοινωνικά και πολιτικά μας στρώματα, τόσον ανευρίσκεις παχύτερον, φαυλότερον ραμπαγαδισμόν. Έφθασες εις το κατακόρυφον σημείον; Εκεί, στάσου, αποκαλύφθητι και προσαγόρευσον τον Αρχιρραμπαγάν […]

Στους τακτικούς συνεργάτες της εφημερίδας, συμπεριλαμβάνονταν οι νέοι τότε ποιητές Κωστής Παλαμάς, Νίκος Καμπάς, Δημήτρης Ταγκόπουλος και κατά διαστήματα φιλοξενήθηκαν αράδες των Γεωργίου Δροσίνη, Μπάμπη Αννίνου, Αριστομένη Προβελέγγιου και βεβαίως του Σουρή και του Ροΐδη, ενώ οι περισσότεροι υπέγραφαν ψευδωνύμως.

Θες την εξουσία πάντα να τρυγάς;
Στη Ραμπαγαδία γίνε Ραμπαγάς.
Με τους δημοκράτες είσαι και πεινάς;
Γύρνα τους τις πλάτες να καλοπερνάς.
Σκύλος που γαυγίζει όξω απ’ την αυλή,
που τα δόντια τρίζει και σε απειλεί
που γκρινιάζει, στρέφει σαν τον κυνηγάς
κι αν τ’ ανοίξεις γλείφει . . . νά ο Ραμπαγάς.
Πάρ’ την εξουσία, μη μοιρολογάς,
μούπαν και με μία νάμαι Ραμπαγάς!
Όσους μ΄έχουν στύλο της αριστεράς
στο διάουλο θα στείλω, αν φανεί παράς.
Βούρλο που λυγάει όπως κι αν λυγάς
χέλι που γλιστράει, είν’ ο Ραμπαγάς!
Χρώμα πώς αλλάζω! Κόκκινος ξυπνώ,
άσπρος ξεθωριάζω, παρδαλός δειπνώ.

Από το όνομα του περιοδικού, ο Κλεάνθης Τριαντάφυλλος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Ραμπαγάς» και η συμβολή του στη λογοτεχνία βρίσκεται όχι μόνο στα σατιρικά ποιήματα που δημοσίευσε στο περιοδικό του και αλλού, αλλά και στις μεταφράσεις ποιημάτων ξένων λογοτεχνών. (περισσότερα…)

Η Διαβολόπουτσα (Riviera Tower)

*

Ποίημα χυδαίο, μα όχι πιότερο
από το κτήριο το ψηλότερο.

Νά ’την η διαβολόπουτσα του Λάτση στον αέρα:
πύργος διακοσιόμετρος μ’ επίπεδα πενήντα.
Χτίζονται κι άλλοι τέσσερις: μια μούντζα πύργοι! Κοίτα,
στο βάθος η Ακρόπολη φαίνεται σαν τοστιέρα

που ψήνει μες στα μάρμαρα ταλαίπωρους τουρίστες
κάτω απ’ τον ήλιο, ενώ αυτοί κατάπληκτοι έχουν κάτσει
και δείχνουν με το δάχτυλο –όχι ουράνιες πίστες–
αλλά την διαβολόπουτσα που υψώνεται του Λάτση

λες και γαμάει τον ουρανό, ξεσκίζει το τοπίο,
που κείτεται στα πόδια του σαν γη βομβαρδισμένη.
Πόσο ν’ αντέξεις, Αττική, απόστημα και πύο
και πόση αμερικανιά ελληνοποιημένη;

Γεια σου, Riviera Tower! Ακρόπλη, άει γαμήσου
κι εσύ κι η ιστορία σου κι η αρχαιότητά σου!
Χέσε μας, Πνεύμα αθάνατο, και πέθανε και σβήσου…
Χαίρε, ω σύγχρονη εποχή, με την θνητότητά σου!

Μα τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα το πράγμα,
λέω: η διαβολόπουτσα, έτσι όρθια και ντούρα,
πως μοιάζει μ’ ενός σάτυρου κοιμώμενου το πράμα –
ξύπνα καημένε, σάτυρε, και πάνω μας κατούρα!

«Κι όπως κραδαίνεις την ψωλή, χώσ’ την μας όσο πάει…»
θα ’γραφα, όμως σκέφτηκα: εμάς ποιος μας γαμάει;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

*

**

Μετά-την-αισθητική

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Κατά προεκλογικά κυρίως διαστήματα, η αντισυστημική τέχνη στη Δημοκρατία είχε την τιμητική της. Παραστάσεις του Χριστού, της Παναγίας, μεταναστών, ομοφυλοφίλων και αιρετών αξιωματούχων του κράτους πρόβαλλαν ως καλλιτεχνική τομή. Αδειάζοντας οι καφετέριες και τα μπιλιαρδάδικα, γέμισαν κόσμο οι γκαλερί, τα μουσεία και τα πολιτιστικά κέντρα. Η τεχνοκριτική εκτόπισε επιτέλους τις αναρτήσεις και ειδικά τις φωτογραφίες με φίλτρα. Οι Σχολές Καλών Τεχνών άνοιγαν νέα παραρτήματα, οι Μπιενάλε έκαναν πρωτοσέλιδα και οι οίκοι δημοπρασιών χτύπησαν ποσά πρωτοφανή στην ιστορία της αγοράς τέχνης.

Σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, λογοτέχνες και κομματικά στελέχη εγκατέστησαν παντού πρότυπα ουρητήρια με την υπογραφή «R. Mutt 2025». Συλλέκτες και θηρευτές ταλέντων αναζήτησαν την Κρήνη σε τεχνοτόπους, εφημερίδες και ειδικά αφιερώματα. Γυναίκα, συγγραφέας και ποιήτρια με ανδρικό ψευδώνυμο, και συγκεκριμένα Ρίτσαρντ Μουτ, παρουσίασε μια τέτοια κρήνη πορσελάνης σε εκθεσιακό χώρο, η οποία έτυχε εξαιρετικής υποδοχής ως γλυπτό.

Αναπαράγοντας μια εύληπτη ιδέα, ένα στιγμιαίο σοκ, μία ορισμένη κατεύθυνση ή ένα μεμονωμένο συμπέρασμα με απαράμιλλη, ομολογουμένως, συνέπεια, η Κρήνη έπαψε πλέον να αποσταθεροποεί το βλέμμα, εφόσον μπορούσε απλά να το καθοδηγεί. Οι μηχανισμοί της μαζικής κουλτούρας και ο ορθολογισμός εκτόπισαν τη μεταρσίωση και την πραγμάτωση στο μοναδικό. Μορφές προβλέψιμες και αναγνωρίσιμες, εμμονικά σχεδόν επαναλαμβανόμενες εγείρονταν σε αντικείμενο λατρείας. Η υπεραπλούστευση συμβόλων, αξιών και συνθετότατων διεθνών καταστάσεων νοούνταν πλέον ως ριζοσπαστική αναμέτρηση με την παράδοση.

Το θέμα είδε τον εαυτό του να εγείρεται παντοδύναμο, αφήνοντας πίσω του τη μορφή και την ίδια την πραγμάτευση του περιεχομένου, που πολλές φορές συνέχονταν σε ό,τι η ανθρώπινη εξέλιξη αποκάλεσε «τέχνη» ή «υψηλό», μη αναγώγιμο δηλαδή σε μήνυμα, πληροφορία ή παντιέρα. Το θέμα-μπαμπούλας μπορούσε να διεγείρει τα πλήθη, χωρίς να τα πολιορκεί, μετείχε δε στους νόμους της αγοράς, την οποία εξήγγελλε ότι προτίθετο να αποδομήσει.

Ο Μπαμπούλας έπαιρνε δε συχνά τη θέση του Αμνού, για να μας πείσει ότι η χειρονομία μπορούσε να γενικευθεί, χωρίς ν’ αδειάζει, το ίδιο κι οι απολογητές του, ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση,

Ο Αμνός φορούσε Prada.

Η ιδεολογία έπαψε να θεωρείται ως ένα καταρχήν –μαρξικά και μεταμαρξιστικά– σύστημα, ενώ οι Κρήνες αδυνατούσαν να δουν τον εαυτό τους ως μετα-αφήγηση των μεγάλων αφηγήσεων. Ομοίως, η ιστορία δεν χρειαζόταν πια μεθοδολογική και αναλυτική ακρίβεια, εφόσον μια μετα-ιστορία εξηγούσε πλέον πώς λειτουργεί ή πώς φτιάχνεται η κάθε ιστορία. Όντος του έργου ανοιχτού σε ερμηνεία ή εκφραστή μιας όποιας υπό αίρεση και πάντα εναλλάξιμης αλήθειας, οι κριτικοί επιτέλους ξεκουμπίστηκαν και μας άφησαν στην ησυχία μας. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Παμμιγή (Ελλάδος περιήγησις)

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 4 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.
Βλ. το Τρίτο Μέρος εδώ.

~.~

ΠΑΜΜΙΓΗ

ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ

Δεν περιέχει πολύ γάλα η Ελλάς
κι όμως αρμέγεται άσπλαχνα σαν αγελάς.

Αφού και οι Γάλλοι ακόμα φωνάζουνε hélas
εσύ ως πατριώτης δεν κάνει να γελάς.

Τι Λωζάννη τι Κοζάνη τι Μαδρίτη ή Καπανδρίτι
τι Λεωφόρος Ηλυσίων τι Οδός των Πατησίων.

Απλώς και μόνο προς το θεαθήναι
έχουν κι αρχαία ερείπια αι Αθήναι.

Το κόλπο του δεν ήταν καθόλου ευθηνόν,
αποστρεφόταν γενικώς ανάληψι ευθυνών
και φρόντισε να διορισθεί εντός των Αθηνών.

Καλύτερα περίπατος εις τον Βοτανικόν
παρά οικτρόν ναυάγιον εις τον Τιτανικόν.

Έζησε αξέχαστες στιγμές κοντά στον Ιλισόν
μέσα στον έρωτα ηρεμών ή βράζων ή λυσσών.

Πολύν καιρό τον ψάχνανε. Πού ήτανε εντέλει;
Το κράτησε σ’ όλους κρυφό. Βγαίνανε στην Πεντέλη.

Ενοίκιασε μια βίλα και έκτοτε τους εκάλει,
φίλους, γνωστούς κι αγνώστους στην Εκάλη.

Αναζητούσε μέρη ευάερα και ευήλια
κι αντί στην Κυανή Ακτή προτίμησε τα Βίλια.

Τού ’πανε να ξεκουμπιστεί απ’ την Οινόη
κι εκείνος έκανε πως δεν ηννόει.

Τόπος παραμονής του θέλησε νά ’ναι η Κύζικος,
αλλ’ ως μη πλέον ελληνική υπήρξε κακορίζικος.

Καταγοητευμένος εθαύμασε τον Έβρον,
τόσο ωραίον ποταμό σ’ όλη τη γη δεν εύρον.

Διόρθωσε έναν τουρκόφωνο εις την Κομοτηνή
πού ’κανε το λαθάκι να πει Κομό-τηνή

Με ικανοποίησι είδε στην Ξάνθη
πως δεν φυτρώναν του κακού τα άνθη.

Για τ’ ότι εκάρη μοναχός δεν έφταιξε ο Άθως,
ήτανε αποκλειστικώς μόνο δικό του λάθος.

Αθώον και ανύποπτον συνέλαβε στην Έδεσσα
και φώναξε περήφανος: «Τον έδεσα!»

(περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 3 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.

 ~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ

Μην άδεις στο Βατικανό ούτε και στο Φανάριον
εφ’ όσον δεν ομοιάζεις με ψιττακό ή κανάριον.

Όσο για Λούθηρο, Ζβίγγλιο ή Καλβίνο,
τράβα μια μονοκοντυλιά και πες: «Τους σβήνω».

Τους πάσης φύσεως λυπηρούς, χιλιαστάς, Μορμόνους
προσπέρνα τους αμίλητος, παράτησέ τους μόνους.

Σχισματικοί, αιρετικοί, δεν ξέρουνε τον όρθρο,
ρίχνουν κουραμπιεδόσκονη στον προαιώνιο βόθρο.

Εδώ απαιτείται εκσκαφεύς, κανένα μέσον άλλο,
δεν πρόκειται για πάσσαλον που εκκρούεται πασσάλῳ.

Απ’ όσο μέσα απ’ τις γραμμές του κείμενου διακρίνω
πρέπει να ήτανε χοντρό και τεντωμένο κρίνο.

Του αμνού η μήτηρ πρόβαλλε πάντα αρνησικυρία
όποτε τη ρωτάγανε: «Αρνί συ, κυρία;»

Αποβιώνων προ Χριστού ειρηνικά και ήπια
λυπόνταν που δεν πρόλαβε να σφαγιάσει νήπια.

Όθεν η εις Αίγυπτον φυγή όχι λόγω κινδύνου,
αλλ’ εις τα πλαίσια τουρισμού φτηνού και ανωδύνου.

Σε στάβλο απαντήσανε μπάνικο βρέφος θείο
και στρίβοντας τον μύστακα οι μάγοι: «Έλα στον θείο».

Ποτέ δεν το ξανάκουσαν μάγοι, άγγελοι, ποιμένες
πως και στη γέννα μένουνε άθικτοι οι υμένες.

Τρεις επί δεκατέσσερις, ποια ήτανε η λύση;
Πάσχιζε να τη βρει προτού ο αλέκτωρ τρις λαλήσει.

Σαράντα δύο γενεές του χάρισε ο Ματθαίος
και όσοι το αμφισβητούν ανευλαβώς και αθέως. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί θανάτου

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 2 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.

~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Άρρητε, ανεκδιήγητε, ανείπωτε,
τα καταφέρνεις να ’σαι παντού και αείποτε.

Ακόρεστε, ύπουλε, ακατανίκητε,
κάθε στιγμή η έλευσή σου επίκειται.

Αναγνωρίζουμε το βήμα σου ως τάχιστον,
μην έρθεις όμως τώρα απότομα τουλάχιστον.

Μες στων δακρύων μας το πέλαγος αβύθιστε,
δώσ’ μας και συ μια προθεσμία ως είθισται.

Με πάθος σ’ εξορκίσαμε ως σήμερα εκατοντάκις,
διάπυρες οι δεήσεις μας κι ακόμα δεν ετάκης.

Όπως απ’ όλους τους βροτούς έτσι κι από εσέ
ακούει τέτοιες επικλήσεις τζάμπα και βερεσέ.

Όπως κι αν τον βρίσεις, «φύγε γρούνι», «άντε βου»,
δεν θίγεται, θα έρθει κανονικά στο ραντεβού.

Ο θάνατος στο λεξικό: ως λέγεται αυτόθι
πάει εκείνος που απ’ αυτόν κάποτε απαυτώθη.

Στου θάνατου το λεξικό είναι και αυτό το λήμμα:
Ο άνθρωπος εδώ στη γη είναι μονάχα λύμα.

(περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Προτροπές και παραινέσεις

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 1 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Εκτός από το σύντομο αλλά καίριο για τον ελληνικό μοντερνισμό εκδεδομένο έργο του ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς (1924-2012, βλ. Αφιέρωμα στο περιοδικό Χάρτης 69, Σεπτέμβριος 2024) κατέλιπε και ένα εκτενές ποιητικό πόνημα με τίτλο Εξορκισμοί. Σώζεται μαγνητοφωνημένο σε τρεις κασέτες που ταχυδρομήθηκαν κατά πάσαν πιθανότητα στις 5.5.1989, όπως προκύπτει από τη φθαρμένη πια σφραγίδα στον φάκελο. Πρόκειται για πάνω από χίλια σκωπτικά και αιχμηρά ομοιοκατάληκτα δίστιχα, ως επί το πλείστον, ποιήματα που έχουν ως βασικό θέμα τον θάνατο και την υποτιθέμενη υπέρβασή του με την Ανάσταση του Ιησού κατά τη χριστιανική θρησκεία.

Η ημερομηνία αποστολής λίγες ημέρες μετά το Πάσχα της χρονιάς εκείνης συσχετίζει το ποιητικό αυτό έργο με το πασχάλιο μήνυμα και την υπονόμευσή του με τον τρόπο της ποίησης, πόσο μάλλον που στη δεύτερη κασέτα ο Σχινάς αναφέρει συγκεκριμένα: «Θανόντος του θανάτου νέες ασκήσεις ομοιοκαταληξίας». Αναμφίβολα ο καταρράκτης αυτός των διστίχων δεν είναι δυνατόν να γράφτηκε και να εκφωνήθηκε μέσα σε λίγες μέρες. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε το Πάσχα του ’89 ως χρονική ένδειξη για την ολοκλήρωση και τη μαγνητοφώνηση του έργου.

Στη σύντομη εισαγωγή της πρώτης κασέτας με λίγες επεξηγήσεις για τους κανόνες των ομοιοκαταληξιών, ο συγγραφέας απευθύνεται ρητά «προς φιλοπαίγμονες στωικευόμενους». Τέτοιος ήταν και ο ίδιος ο Σχινάς, σαρκαστικός και προφασιζόμενος μια ανύπαρκτη αταραξία που επικάλυπτε την πυριφλεγέθουσα προσωπικότητά του. Και τον φανταζόμαστε τώρα τις μέρες εκείνες του ’89, μονάζοντα πια στο Έσσεν της Γερμανίας, να παίζει τις ομοιοκατάληκτες συλλαβές στο κομποσκοίνι του γράφοντας το δικό του ποιητικό Λειμωνάριον. Σήμερα απομένει σε μας να κρίνουμε αν το έργο αυτό είναι ή όχι μια αντισυμβατική, μοντέρνα ψυχωφελής διήγηση.

Αρχής γενομένης από αυτή την Δευτέρα και όλες τις λοιπές Δευτέρες του μηνός Μαρτίου, θα παρουσιάσουμε εδώ σε τέσσερις συνέχειες αποσπάσματα από τις ισάριθμες ενότητες του έργου: “Προτροπές και παραινέσεις”, “Εξορκισμοί θανάτου”, “Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων ή άνθη ανευλαβείας” και “Παμμιγή”.

Στην πρώτη κυριαρχεί ο διδακτικός τόνος, με τον οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το αναπόφευκτο του θανάτου. Στη δεύτερη συγκεντρώνονται παντοδαπές θανατήσιες μνείες, επικλήσεις, προλήψεις για το τέλος της ζωής. Στην τρίτη διακωμωδείται η εξιδανικευμένη εικόνα του Ιησού και η πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Η τέταρτη ενότητα έχει προφανώς προκύψει ενδιάμεσα και παράλληλα με τις ρίμες για τον θάνατο, κατά κάποιον τρόπο από κεκτημένη ποιητική ταχύτητα: έμμετρα χαριτολογήματα, θεματικά κατανεμημένα για όλους τους θεούς και δαίμονες της ιστορίας του πνεύματος και της ζωής του ανθρώπου.

— ΣΜ

(περισσότερα…)

Δώδεκα χρόνια

*

ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ἀπὸ τὴ μήτρα τοῦ ἑρμαφρόδιτου Πατίλη,
περιοδικὰ πολλά, ἱστολόγια, βιβλία,
πολλὴ καὶ διάφορη —ἐλαφρὰ ἢ βαρεία— ὕλη.
Ἀπ’ ὅλα ἕνα ἀπολαμβάνει ἀσυλία.

Εἶναι αὐτὸ ποὺ στὸ παλιὸ ἔβαλε «νέο».
Νέο ΑΦΜ, νέα διεύθυνση καὶ ὄψη.
Πιὸ βαρετὸ γραφιστικά, γι΄ ἄλλους ὡραῖο,
παιδὶ δίχως ὀμφάλιο λῶρο νἄχει κόψει.

Δὲν ἔχει ράφια, δὲν γουστάρει διαδρόμους·
βλέπει τὰ πράγματα αὐστηρά, μὰ καὶ σὰν πάρτι.
Μὲ αὐστηρὸ φέης κοντρόλ καὶ φαρδεῖς ὤμους
κι’ ὅποιος δὲν θέλει, ἂς δώσει κείμενα στὸν Χάρτη.

Γιατὶ στὰ σοῦπερ μάρκετ ἔχει ἀλλεργία.
Μὲ τὸ στανιὸ δὲν ἀναπτύσσονται οἱ παρέες.
Τὰ ἑτερόκλητα ἕλκονται δείχνει ἡ ἱστορία
καὶ μὲ τὸν διάλογο ἀναπτύσσονται οἱ ἰδέες.

Θ’ ἀπαριθμοῦσα τὰ όνόματα ἕνα-ἕνα,
ὅμως θὰ ξέχναγα κανέναν κι’ εἶναι κρίμα.
Μοῦ τελείωνει τὸ μελάνι ἀπ’ τὴν πέννα
καὶ τόσοι ποὖναι δὲν θὰ ἔβγαινε κι’ ἡ ρίμα.

Ὅσοι γνωρίζουν, ξέρουν ποιοί εἶν’ οἱ στηλοβάτες.
Ἀναρχικοί, κομμουνιστὲς τοῦ ἀμπεχώνου,
συντηρητοῦκλες μὲ δεμένες τὶς γραβάτες,
σοσιαλπρεκάριοι μὲ πεῖσμα ἡμιόνου,

οἱ φεμινίστριες, οἱ τροτσκιστές, οἱ νέοι
ποὺ ἐμπιστεύονται τὰ πρῶτα κείμενά τους,
οἱ χριστιανοί, οἱ ταξιδιῶτες, οἱ ἀκραῖοι,
οἱ νεοφορμαλιστὲς καὶ τὰ ἐπίμονά τους

(περισσότερα…)

Ὁ Ἅι-Γαμήσου

*

Σονέτο γιὰ τοὺς ποδοπατημένους

Τὸν Βαλεντῖνο τὸν παλιὸ μήνα Κουτσὸ θυμήσου
Ποὺ περιμένουν πῶς καὶ πῶς πελάτες κι ἐργοδότες
Μὰ γιὰ τοῦ κόσμου τὰ στραβὰ ποὺ ἀξαίνουν ἀπὸ τότες
Ἐρωτικὸ στὰ Καθ’ Ἡμᾶς θὰ βρεῖς τὸν Ἅι-Γαμήσου

Σὰ νιώθεις ἄλλους ρημαδιὸ νὰ κάνουν τὴν ζωή σου
Γκόμενους, σύζυγους ματσό, ἀφεντικὰ αἱμοπότες,
Φίδια γιὰ φίλους, τύραννους πολιτικοὺς προδότες
Προστάτη σου νὰ σ’ ἀγαπᾶ πάρε τὸν Ἅι-Γαμήσου

Μὲ τὸν ἀξόδευτο θυμὸ μὴν καῖς τὰ φυλλοκάρδια
Καὶ τῆς ψυχῆς σου τὸν ἀνθὸ παράταιρα μαραίνεις
Καὶ σοῦ σωθοῦν γιὰ πάντοτε τὰ τρυφερά σου βράδια

Μέσα σου κι ἔξω σου σεμνὰ βάλ ’τον στὴν προσευχή σου
Καὶ πρὶν ἀκόμη τὸ σκεφτεῖς θ’ ἀρχίσεις νὰ ’λαφραίνεις
Καθὼς θὰ βλέπεις Δύναμη ποὺ δίνει ὁ Ἅι-Γαμήσου!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ἀπὸ τὰ Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας. Σειρὰ β΄

*

*

Περί της προελεύσεως του μπακλαβά

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Στον Σωτήρη Δημητρίου,
που μου έδειξε τον τρόπο

Από ό,τι φαίνεται, διαφιλονικούμενο έδαφος στις διμερείς μας σχέσεις δεν υπήρξε μόνο η ποίηση, αλλά και η ζαχαροπλαστική.

Όλα ξεκίνησαν, όταν η Νταίζη έπεσε πάνω σ’ ένα άρθρο επιστημονικής, κατά τα άλλα, κρίσης περιοδικού Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού, όπου Τουρκάλα ακαδημαϊκός εγείρει την προβληματική της περί της υβριδοποίησης των εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη στην κατ’ αυτήν «αυθαίρετη εθνικοποίηση» του μπακλαβά σε ευρωπαϊκά fora, όπως το Café d’ Εurope, από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ουσιοκρατία του είδους, σε ένα ευκρινώς αποδομητικό πλαίσιο, μου θυμίζει, πρωτίστως, τον διάλογο που επαναλαμβάνεται σε διαφορετικούς χωροχρόνους, όταν ιθαγενείς των τριών κρατιδίων χρειαστεί να αλλάξουν, περιστασιακά, χώρα:

— Πιάσε έναν ελληνικό.

E;

— Έναν κυπριακό φέρε μου.

Tι;

— Έναν τούρκικο!

— Α…

Η αλήθεια είναι πως σε αρχεία του Τοπ Καπί απαντούν συνταγές για τον μπακλαβά, ο οποίος διαδόθηκε, μαζί με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε πολλές από τις κατακτηθείσες περιοχές.

Στην τουρκική γλώσσα, μαθαίνω, ο μπακλαβάς έχει δοξαστεί από τη λαϊκή μούσα, περνώντας αβίαστα σε παροιμίες και ιδιωματικές εκφράσεις. Πολλά δε ποιήματα φέρονται να έχουν εμπνευστεί θεματικά από αυτόν.

Ράγισε απόψε η καρδιά
με το μπακλα-α-βαδάκι (περισσότερα…)

Προς την κυρία Kaja Kallas, Υπάτη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εξομολόγηση σφόδρα ερωτοειρηνιστική

*

Κάγια αχ! μού ’κανες μάγια!
Στης Ασίας τα σεράγια
δεν υπάρχει άλλη, Κάγια,
τέτοια κούκλα κουκουβάγια,
πλάι σου ωχριά η Σοράγια
μα κι η Μάγια η Μελάγια,
τέτοια πορφυρά καμπάγια
δεν θα τά ’βρεις σ’ άλλη, Κάγια!

Κάγια, Κάγια, κι η πλεμπάγια,
Κάγια, Κάγια, κι η χλεμπάγια
τ’ όνομά σου ψάλλουν, Κάγια,
και σε ραίνουνε με βάγια!
Ασ’ τον Πούτιν τον κανάγια,
που να τον γαζώσουν σκάγια!
Έλα, vamos a la playa! (περισσότερα…)

Hate Speech

*

στον συνταγματάρχη Ζάκ Μπώ (Jacques Baud)
ένδειξη αλληλεγγύης κι εκτίμησης

Προτιμά την αμάσητη αλήθεια,
των γενναίων την τροφή, των απλών,
απ’ την ψεύτικη γλύκα της τσίχλας;
Σκέτο μίσος ο λόγος λοιπόν

και τον τρέμουν – μα πότε δέν τρέμαν; –
της κλειστής πολιτείας οι ταγοί.
Πόσο θά ’θελαν νά ’μπει μια μέρα
στο αχαλίνωτο στόμα φραγή!

Τα κανάλια του κλείνουν, τις πύλες,
τις πλατφόρμες που πάει να κρυφτεί.
Τί του μένει; Η κοιλιά μιας μποτίλιας
και μιας άστοργης μούσας το αυτί.

Πότε ωχρός συνωμότης υπόγειος,
πότε εξόριστος πρό των πυλών
σκέτο μίσος ο ασίγαστος λόγος,
σκέτο μίσος ας πνέει λοιπόν…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

*