Μήνας: Αύγουστος 2017

Αναζήτηση νοήματος

book-decorations-decor-ideas

~ . ~
του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ
~ . ~

Κάθε κείμενο δεν είναι παρά ένα παλίμψηστο λέξεων, φράσεων, νοημάτων. Κάτω από τις αλλεπάλληλες διαστρωματώσεις του κρύβονται κοιτάσματα πολύτιμων λίθων ή, άλλοτε, σκέτος άνθρακας.

Αφήνοντας την επιφάνεια και αποφλοιώνοντας όσο μπορούμε το κειμενικό σώμα, βρίσκουμε τον σκελετό του που απαρτίζεται από κάποιες αδρές θεματικές ενότητες. Αποδομώντας και τον σκελετό φτάνουμε στον πυρήνα του, την κεντρική του ιδέα. Οι λοιπές, δευτερεύουσες ιδεολογικές συνισταμένες υπάρχουν για να φωτίσουν αυτόν τον ακρογωνιαίο λίθο, χωρίς τον οποίο το κειμενικό οικοδόμημα καταρρέει.

Η ανάλυση του λογοτεχνικού κειμένου οδηγεί σε ένα ντόμινο αποκαλύψεων που δεν φαίνεται να σταματάει πουθενά. Αντίθετα βλέπουμε ότι κάθε διαστρωμάτωση, κάθε νέο επίπεδο είναι μέρος μιας μακράς αιτιοκρατικής αλυσίδας, της οποίας δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε την πλήρη έκταση και λειτουργία. Γιατί ακόμα και αν φτάσουμε σε αυτό που ονομάζουμε θεματικό πυρήνα ενός κειμένου, στην κεντρική του ιδέα, πάνω στην οποία χτίζεται το όλο οικοδόμημα, δεν έχουμε βρει ακόμα την άκρη του μίτου. Η λεγόμενη κεντρική ιδέα είναι μέρος αυτής της αλυσιδωτής αντίδρασης και σίγουρα δεν αποτελεί την αρχή της. Ωστόσο από δω και πέρα η αναζήτηση μπαίνει σε έδαφος πολύ ολισθηρό. Από που προέρχεται αυτή η ιδέα; Ποιο είναι το ψυχολογικό ή συναισθηματικό ερέθισμα που την προκαλεί; Και ποια ακολουθία πραγμάτων έκανε τον νου που την συνέλαβε να λειτουργεί καθ’ αυτόν τον τρόπο; Να παράγει και να επεξεργάζεται δηλαδή τέτοιου τύπου ιδέες; Τι ρόλο παίζει σε κάτι τέτοιο η ηθική και πνευματική συγκρότηση του συγγραφικού υποκειμένου; Ποια η σημασία της κοινωνικής πραγματικότητας και της ιστορικής συνθήκης μέσα στην οποία συντίθεται το κείμενο;

Συχνά έρχεται η θεωρία της λογοτεχνίας για να δώσει (ή έστω να αποπειραθεί να δώσει) κάποιες απαντήσεις. Η μεγάλη περιπέτεια της λογοτεχνικής θεωρίας είναι υπόθεση του εικοστού αιώνα (όχι βέβαια ότι στις μέρες μας πνέει τα λοίσθια – απλά φαίνεται πια να έχει κατέλθει από το βάθρο της πνευματικής της ηγεμονίας…). Φορμαλισμός, νέος ιστορικισμός, νέα κριτική, στρουκτουραλισμός, ψυχανάλυση, μαρξιστικές θεωρίες, αποδόμηση, φεμινισμός, post-colonial studies και queer theory στρέφουν τον μεγεθυντικό φακό τους πάνω στο κείμενο και εξάγουν κάθε φορά το νόημα από μια καινούργια οπτική γωνία. Ωστόσο το ίδιο το νόημα, η λανθάνουσα ουσία του, μοιάζει πάντα να διαφεύγει.

Υπάρχουν και πιο πρακτικές προσεγγίσεις (απλοϊκές κατ’ άλλους) που στηρίζονται στον αποχρώντα λόγο όσο και στην κοινή λογική για να βγάλουν κάποιο συμπέρασμα. Όλη αυτή η παραφιλολογία που οι Αμερικανοί ονομάζουν αυθαίρετα “story theory” αναλίσκεται στο πως δομείται ένα κείμενο, ποιοι είναι οι αρμοί που το συνέχουν, πως μπορεί κάποιος να γράψει συντεταγμένα, με κανόνες και οδηγίες χρήσεως.

Ο γνωστός δάσκαλος δημιουργικής γραφής Lajos Egri στο εμβληματικό έργο του The Art of Dramatic Writing (λέγεται ότι ο Γούντυ Άλλεν κοιμάται κάθε βράδυ με αυτό το βιβλίο κάτω από το προσκεφάλι του) δηλώνει εμφατικά ότι ένα θεατρικό έργο (και συνεπακόλουθα οποιοδήποτε έργο μυθοπλασίας) ξεκινάει μόνο αφού βρούμε τον θεματικό του πυρήνα. Πρέπει να ξέρει κανείς από την αρχή για τι πράγμα γράφει. Και μάλιστα το θέμα θα πρέπει να συνοψίζεται σε μία μόλις πρόταση. Πρέπει να είναι αυτοτελές, ξεκάθαρο, διαυγές και να χαρακτηρίζεται από ηθικό και ιδεολογικό εκτόπισμα. Δεν μιλάμε για την περίληψη της ιστορίας, για το logline, αλλά για αυτό που θέλει να πει η ιστορία, το εσωτερικό μήνυμά της. Αν το νόημα παράγεται με συνειδητή προσπάθεια του συγγραφέα, δεν θα είναι δύσκολο και για τον αναγνώστη να μπορέσει να συνδεθεί κάπως με αυτό, να το αποκωδικοποιήσει, να το ερμηνεύσει. Τι γίνεται όμως με όλα τα υπόλοιπα σημεία του κειμένου που γεννιούνται από ασυνείδητες διεργασίες;

Στην Ελλάδα ακούμε κάτι τέτοια και βγάζουμε φλύκταινες. Εδώ το νόημα μας προκύπτει στην πορεία. Άσε που ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας το γνωρίζει. Αυτή είναι δουλειά των κριτικών και των μελετητών που σαν τυμβωρύχοι πρέπει να σκάψουν το κάθε κείμενο για να βρουν τον κρυμμένο του θησαυρό. Μας αρέσει να παραδινόμαστε στην μυσταγωγία που εκπέμπει ένα κείμενο χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να το εξετάσουμε λογικά. Προτιμούμε να το πλησιάζουμε συναισθηματικά ή και διαισθητικά πολλές φορές. Ίσως είναι και αυτό δείγμα της μεσογειακής μας ιδιοσυγκρασίας. Κατά βάθος φοβόμαστε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια ανάδειξης του εσωτερικού μηχανισμού ενός έργου που αναπότρεπτα διέπεται από λογικές αλληλουχίες, θα το καταστρέψει στα μάτια μας. Θα μας οδηγήσει σε απομάγευση.

Επιμένει πάντως ο Lajos Egri (το έργο του οποίου φυσικά δεν μεταφράσαμε ποτέ στην Ελλάδα, ως αντίποινα μάλλον για τις ιεροσυλίες που ξεστομίζει…) ότι η διαδικασία της συγγραφής χαρακτηρίζεται από αθροιστική λογική. Όλη η πλοκή χτίζεται σταδιακά πάνω στον ακρογωνιαίο λίθο που συνιστά το κεντρικό νόημα του εκάστοτε έργου. Πάνω σε ένα ηθικό πρόταγμα ή πάνω σε μια ιδεολογική θέση δημιουργείται, βήμα βήμα, μια ιστορία. Το πρόταγμα ή η θέση συμβολοποιούνται και ακολούθως σωματοποιούνται, αποκτούν υλική υπόσταση. Γίνονται η ψυχή και η κινητοποιός δύναμη της ιστορίας.

Βέβαια αυτή η μια πρόταση που συνιστά το θεματικό κέντρο της σύλληψης, κακά τα ψέμματα, μπορεί να φαντάζει υπερβολικά ηθικολογική ή διδακτική στην απλότητα και αμεσότητά της. Κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο. Και συνιστά σίγουρα έναν αποτρεπτικό παράγοντα για να στήσεις πάνω της ένα έργο μυθοπλασίας, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δεσμεύεται από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις (ειδικά αν διακρίνεσαι από ελληνικό ταμπεραμέντο, όπως είπαμε). Σε τελική ανάλυση αν κάποιος επιθυμεί να διατυπώσει ένα βαρύγδουπο ηθικό συμπέρασμα, δεν έχει παρά να το πει λακωνικά, με μία πρόταση. Δεν χρειάζεται να χτίσει μια ολόκληρη ιστορία γύρω του και να το κρύψει στα θεμέλιά της.

Το κείμενο είναι μια terra incognita. Στην επικράτειά του όλες οι πυξίδες τρελαίνονται. Είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι ο Σαίξπηρ ξύπνησε μια μέρα και είπε: “θα φτιάξω μια ιστορία που λέει ότι η ζήλεια είναι καταστροφική” και με βάση αυτή την σκέψη έγραψε τον Οθέλλο. Ή ότι ο Σοφοκλής σκέφτηκε συνειδητά πως το εθιμικό δίκιο είναι ισχυρότερο από το θεσμικό και από κει ξεκίνησε η Αντιγόνη. Αλλά μπορεί και έτσι να έγινε. Ποιος ξέρει; Ασφαλώς πρόκειται για απλοποιήσεις που περιορίζουν την πρόσληψη και την περαιτέρω νοηματική επεξεργασία του εκάστοτε έργου. Όμως αυτή η βασιλική οδός για το ασυνείδητο που είναι (και) η τέχνη της μυθοπλασίας δεν υπόκειται σε κανόνες και περιορισμούς εύκολα ανιχνεύσιμους.

Ο έτερος φημισμένος δάσκαλος συγγραφής, ο Robert McΚee λέει (και ορθώς) ότι οι ανθρώπινες αξίες αποτελούν την βάση κάθε αφήγησης, κάθε μυθοπλαστικής απόπειρας. Όσο και αν απεχθανόμαστε τον διδακτισμό, την μασημένη τροφή, την ηθικολογία, δεν γίνεται να μη παραδεχτούμε ότι κατά βάθος διαβάζουμε για να μάθουμε κάτι. Κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει πως όχι: διαβάζουμε για να αποκομίσουμε αισθητική απόλαυση και τίποτε άλλο ή για να επικυρώσουμε τις απόψεις που έχουμε διαμορφωμένες ήδη μέσα μας, να βρούμε ένα είδος πνευματικής επιβεβαίωσης ή τέλος πάντων για άλλους πιο φανταιζί λόγους (να ταξιδέψουμε στην φαντασία μας, να βρούμε τον εαυτό μας, να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα κτλ) . Κι όμως σε ένα αδιόρατο βάθος το ζητούμενο της αισθητικής απόλαυσης συνδέεται με μια ενδελεχή κατάσταση μάθησης όπως και η επικύρωση των ήδη αποκτημένων γνώσεων και απόψεων. Διαβάζοντας, εκόντες άκοντες, σωρεύουμε εικόνες, συλλογισμούς, αισθήσεις, θυμόμαστε, αναθεωρούμε, αλλάζουμε, ωριμάζουμε, θέτουμε σε κίνηση νέους τρόπους σκέψης, ακονίζουμε την κριτική μας αντίληψη, εμπλουτίζουμε παντοιοτρόπως την πνευματική μας σκευή και διευρύνουμε τους ορίζοντές μας. Μαθητεία δεν είναι όλα αυτά; Και μάλιστα δια βίου εκπαίδευση.

Το νόημα ενός κειμένου δεν πρέπει να λογίζεται τελικός στόχος της ανάγνωσης. Γιατί όπως συμβαίνει και με το νόημα ενός ονείρου, έχει πολλαπλές απολήξεις που το καθιστά ρευστό, διάφανο, μη χειροπιαστό. Είναι κάτι που δεν μπορεί να κατακτηθεί. Κάτι που εκ φύσεως συνεχώς ελίσσεται, μεταμορφώνεται, μετακινείται. Αντιθέτως αυτή η πρωτεϊκή ουσία που συνηθίζουμε να αποκαλούμε νόημα, είναι καλύτερο να ιδωθεί ως δρόμος πάνω στον οποίο καλείται να βαδίσει ο αναγνώστης. Το πόσο μακριά θα φτάσει, το κατά πόσο θα προσεγγίσει τις απόκρημνες, επικίνδυνες, ολισθηρές πλευρές αυτού του δρόμου, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις δυνατότητες του ίδιου του αναγνώστη.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Advertisements

Ἀθανάσιος Β. Γαλανάκης, Ταχυ(σ)φαγεῖον

αθην

~.~   
Plötzlich hat das Leben
neue Bedeutung.

Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι ἡ πόλη εἶναι δάσος.
Δεκαπενταύγουστος· τὰ ζῶα της πεθαίνουν.
Μένουμε λίγοι καὶ καλοί, ὅμως ἡ κρίση
ἐπικαθήλωσε πολλοὺς πάνω στὰ δέντρα.
Βγαίνουν μαζὶ μὲ οἰκογένεια καὶ φίλους
στὴ Φιλαδέλφεια, στὸ Ἡράκλειο, νὰ φᾶνε,
μία κουβέντα γιὰ νὰ ποῦν, σπίτι νὰ πᾶνε
νὰ κοιμηθοῦν, γιατὶ ἀπὸ αὔριο ἐργασία
ἀναλαμβάνουν καὶ ξανὰ στὸ μετερίζι
ὅλου τοῦ χρόνου ποὺ σταματημὸ δὲν ἔχει.
Καὶ εἶν’ ὁ Αὔγουστος σὰν Κυριακῆς τὸ βράδυ,
σὰν τελικὸς τοῦ Παγκοσμίου τοῦ Κυπέλλου,
ὅπως τὰ κάλαντα τῶν Φώτων, τοῦ Λαζάρου,
σὰν τοῦ Ἅι Γιάννη ποὺ ἀρχίζουν τὰ σχολεῖα,
ὅπως τὸ πλοῖο ὅταν φεύγει ἀπὸ τὸν Πόρο
καὶ ἐπιστρέφει στο ἐπίνειο τῆς Ἀθήνας·
σὰν ὅλα αὐτὰ ποὺ ’ν’ διακοπὲς κὶ ὅμως στὸ στόμα
μιὰ γεύση ἄσχημη ἀφήνουν, πρὸς τὸ τέλος.

Μὰ ἂν δουλεύουν καὶ στὸ σπίτι ἐπιστρέψουν
κάποιοι τοῦ δάσους ἔνοικοι, (θαμῶνες ἔστω!)
ποὺ οὔτε φίλο ἔχουν, οὔτε συγγενή,
μία κουβέντα γιὰ νὰ ποῦνε, νὰ γελάσουν,
ὅταν πεινάσουν –λέω– φρόνιμο ὅτι θά ’ταν
νὰ παραγγείλουν καὶ στὸ σπίτι τους νὰ φέρουν
τὸ φαγητὸ ποὺ ὀρέγονται κι ἐπιθυμοῦνε·
ἤ μοναχοὶ –ἂς εἶναι– ἂς πᾶνε ὅπου κι οἱ ἄλλοι:
στὴ Φιλαδέλφεια, στὸ Ἡράκλειο, στὸ Μαρούσι,
κι ὄχι νὰ πνίγουν τὴ μονήρη ὕπαρξή τους
μὲς σὲ τσιγάρα καὶ καφὲ, σὲ καφενεῖα
ποὺ σὲ λεωφόρους φαγητὸ ταχὺ προσφέρουν,
καφὲ φτηνό, κι ἀναπαμὸ στὸν ταξιδιώτη,
ὅπως τὸ Beat, ἢ καὶ τοῦ Γιάννη ἡ Καντίνα
(Ἰφιγενείας μὲ κατεύθυνση τὴ δύση
λίγο πρὶν βγεῖς στὸν κόμβο πού ’ναι τὰ φανάρια
ποὺ ὅσοι ζοῦμε ἐδῶ κοντὰ λέμε “στοῦ Βλάχου”…).

Εἶναι τὰ ζώα αὐτὰ ποὺ ὅταν ἡ φωτιὰ
κατατροπώσει τὸ βουνὸ καὶ φάει τὸ δάσος
μένουνε πίσω καὶ σὲ κάρβουνο πηχτὸ
μεταμορφώνονται καὶ καίγονται ἐπὶ τόπου…
Εἶναι χελῶνες καὶ σκαντζόχοιροι κι ἐλάφια
ποὺ μπλέξαν κέρατα καὶ ὁπλὲς στὰ χαμοκλάδια.
Εἶναι πουλιὰ ποὺ τὴ φωλιά τους δὲν ἀφήνουν
καὶ προτιμοῦν ἀντὶ νὰ φύγουν, νὰ χαθοῦνε,
παρὰ μεγάλη προδοσία νὰ διαπράξουν·
τὸ δάσος τόσο τὸ ἀγαποῦν καὶ τὸ πονοῦνε.
Εἶναι οἱ ἱερεῖς τῆς ἀστικῆς μας ὀμορφιᾶς·
τῆς μοναξιᾶς ποὺ ζεῖ βαθιὰ μὲς στὴν ψυχή μας.
Τὴν πνίγουμε μὲς σὲ καφὲ καὶ σὲ τσιγάρο
τρώγοντας πίτσες ζεσταμένες σὲ τοστιέρες,
πάνω σὲ δρόμους σὰν τὴν ἄσχημη καὶ γκρίζα
Ἰφιγενείας πού ’ναι πρὶν ἀπὸ τοῦ Βλάχου
τὰ αξιοθρήνητα παλλόμενα φανάρια.

 

Λεπτόπνοος λυρισμός

 

afesis

~ . ~   

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~ . ~   

Δημήτρης Αγαθοκλής,
Άφεσις,
Μελάνι, 2017

Η Άφεσις είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγαθοκλή. Στη συλλογή συμπλέκονται η προσωπική ποιητική βιογραφία και η κοινωνική ανατομία, αναπόφευκτα αλληλοπροσδιοριζόμενες, γι’ αυτό και αποφεύγεται ο ρητός διαχωρισμός των δύο ενοτήτων της συλλογής, ο οποίος, ωστόσο, διακρίνεται στη βαθμιαία μετατόπιση από έναν πιο ιδιωτικό σε ένα πιο δημόσιο λόγο, αλλά και από την ανάλογη ένδειξη στα περιεχόμενα της συλλογής.

Πρόκειται για όρια συχνά δυσδιάκριτα, γι’ αυτό ίσως θα ήταν πιο εύστοχο να πούμε πως στα πρώτα ποιήματα παρακολουθούμε τα πάθη του εαυτού εν χρόνω, ενώ στα επόμενα τα πάθη του εαυτού –του κοινωνικά προσδιορισμένου εαυτού– εν τόπω.

Στα πρώτα ποιήματα η αυτοβιογραφία χωνεύεται μέσα στην ελλειπτική, μυθικά επενδυμένη μνήμη που ανασυνθέτει σε αμφίβολα, επαρχιακής μελαγχολίας, τοπία το μίτο της. Κυρίαρχο μοτίβο η ασκητική της φυγής πολλαπλά βιωμένης, ως ξενιτιά, ως ταξίδι αυτογνωσίας, ως δραπέτευση, ως μαθητεία, ως πόθος του μεγάλου νόστου, η φυγή των ανθρώπων, των ερωτικών ινδαλμάτων στο χρόνο ή στο θάνατο. Αυτή η συνδιαλλαγή με το παρελθόν παίρνει τη μορφή ονειρικής μυθοποίησης, γι’ αυτό και το ποιητικό υποκείμενο συχνά λανθάνει ή ενδύεται την συγκεχυμένη μορφή του, ρομαντικής καταγωγής, πλάνητα (άλλοτε Περσέας άλλοτε Οδυσσέας), ηρωικά αναχωρούντος και σταθερά απόντος.

Ενδεικτικό των τόπων και των τρόπων της συλλογής το πρώτο ποίημα, ο «Πρόλογος (Μειδίαμα)»:

Ήταν γραφτό, πολύ πριν γεννηθώ
πριν ματώσουν τα βιβλία
στο ψαλίδι των χελιδονιών
μικραίνει η μέρα ο ήλιος μικραίνει
(ρόδα στο πέρασμά σου)
φύγαν πουλιά κοπάδια γνέθουν πια
σ’ άλλη μηχανή, τον θρήνο.
Εδώ, ψήλωσε το καλαμπόκι
καθένας χαράσσει νέα γραμμή· σα βόιδι.

Έτσι, ειδώλιο λατρευτικό, αρχαίο
μ’ ένα σερνάμενο καπίστρι είναι γραφτό
σ’ αυτό το χώμα που μισώ
–μύθος μακριά σου– να μείνω.

Αντίστοιχος με αυτή την απατηλή ύλη και ο στίχος που συχνά διαθέτει την ποιότητα ενός λεπτόπνοου λυρισμού και την ολισθηρότητα της ασύνδετης κύλισης από στίχο σε στίχο με συχνή χρήση του διασκελισμού.

Κοχύλια άδεια σπιτικά πρόσφυγες σ’ άλλα δάση
Γεράνια άσπρα και μαβιά πυρκαϊά στα παραθύρια
Φωνή ψιλή της λυγερής ασημόλευκα και μήνη
Μνήμη γλυκό του κουταλιού ασπροσένδονοι καθρέφτες
(«Αίσθηση»)

Στη πρώτη ενότητα συναντάμε αρκετά ποιήματα που, παρ’ όλη τη διάχυση, διαθέτουν την γοητευτική ρευστότητα της οπτασιακής ερωτικής μνήμης:

Αύριο λοιπόν, σαν περάσω όπου περνώ κάθε πρωί
θα κοιτάξω να σου στείλω ό,τι ζητείς
υστερόγραφα στα γράμματά σου:
κάτι να θυμίζει τον δρόμο, τη δημοσιά, εμένα.
(«Εις φίλην ξενιτευθείσαν»)

Άλλοτε το ερωτικό ίνδαλμα πυκνώνεται στο πρόσωπο μιας πρωτεϊκής Ελένης («Πειρατία», «Οθνείη γαίη», «Ελένη»). Στο ποίημα «Πειρατία», κυρίως, αλλά και αλλού, η γλώσσα προσπαθεί να φορτίσει το νόημα όχι δια της αποσιώπησης, αλλά μέσω της συσσώρευσης που εξυπηρετεί μεν τον δοξαστικό τόνο του κειμένου, αλλά δεν αποφεύγει την εκζήτηση, ενισχυμένη, άλλωστε, από λόγιες γλωσσικές επιλογές ποικιλμένης έκφρασης («άνασσας φυγής παιδί όνειρα μαστιγωμένη» ή «πλωρογοργόνα εφιαλτοθραύστα καλλιγύναικα»). Τα πιο πετυχημένα ποιήματα, όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι όσα μετέρχονται λιτά γλωσσικά υλικά, ενώ η αρχαιοπρεπής λογιοσύνη ξενώνει το ποίημα. Πολλές φορές, βέβαια, η αναζήτηση της εκφραστικής καθαρότητας καταφεύγει στην έκκεντρη λέξη με την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι δεν εξέχει από το υπόλοιπο σώμα («κορμός κυπάρισσου το μπράτσο του πλατάνιστος ο στέρνος»), γιατί αντί για κλασικό παράγουν ένα αδέξια στατικό ύφος που αναγκάζει τον αναγνώστη να διακόψει και να χωνέψει τη λέξη. Εδώ το ομηρικό λεξιλόγιο υπαγορεύεται και από την συνειδητή πρόθεση του ποιητή να δημιουργήσει ένα ανάλογο ομηρικού νόστου, όπου η ξενότητα ως εξορία από τον αυθεντικό εαυτό διοχετεύεται σε έναν κυρίαρχο αφηγηματικό τρόπο: τον απολογισμό ενός τριτοπρόσωπου αφηγητή ή πρωτοπρόσωπου μονολογιστή που αναδιπλώνει τη μνήμη στο τελικό και πάγκοινο δια ταύτα, την απώλεια.

Ο δεύτερος πόλος της συλλογής είναι μια πιο εξωστρεφής αναμέτρηση με το κοινωνικό κακό, και η συνεπακόλουθη στρέβλωση του εαυτού, λειψού, ενίοτε ταρτούφου, ετεροκίνητου, ένοχου, γι’ αυτό και αιτούντος άφεση.

Είμαστε σε ξύλινο κουτί απ’ τη μέση και πάνω.
Από κάτω δεμένοι- ένα ελατήριο μας βαστά
τα κοντά μας χέρια ανοιχτά κρατάν δυο χρυσά πιάτα
και το χαμόγελο πλατύ-πλατύ, ζωγραφιστό.
(«Jack-in-the-box»)

Εδώ και οι προδομένοι Εσταυρωμένοι της ανθρωπότητας, οι πολιτικοί ολοκληρωτισμοί, η κονιορτοποιημένη ατομικότητα, συχνά θεωρημένη σε μια ειρωνική συγκατάβαση. Σε αυτά τα ποιήματα, ο στίχος αποκτά μια πιο πλατιά, πεζολογική περιφραστικότητα, ενίοτε καταγγελτικής ή διδακτικής πρόθεσης που άλλοτε ευστοχεί στην ειρωνική μιμική της, αλλά συχνά παρεκκλίνει της ποιητικότητας εκπίπτοντας σε υπερσχολιασμό (π.χ. στο ποίημα «Άφεσις»). Με αυτά συνυπάρχουν πιο προσωπικά ποιήματα, ο εαυτός ως απότοκο των συνθηκών και συνδημιουργός τους.

Αυτή η διπλή στόχευση να ανιχνευθεί ο εαυτός αφενός μέσα στο ρευστό της μητρικής θάλασσας των αναμνήσεων και του μυθικού ασυνείδητου και αφετέρου στον εγκλεισμό του μέσα στην οικονομία της επιβίωσης παράγει τις δυο κυρίαρχες υφολογικές στρατηγικές της συλλογής. Προσωπικά, θεωρώ την πρώτη κατεύθυνση πιο κατορθωμένη αισθητικά, όπως μορφοποιείται στα ποιήματα «Φθινοπωρινό βράδυ», «Εις φίλην ξενιτευθείσαν», «Αίσθηση», «Ελένη», «Οινοθύελλα», «Όνειρο», «Ταξίδι». Εδώ επιτυγχάνεται η πύκνωση μέσω της έλλειψης, έστω κι αν κάποτε η ελλειπτικότητα δυσχεραίνει την πρόσληψη. Στα ποιήματα «θέσης» χρειάζεται μια λείανση αποφυγής του περιττού ή του προφανούς, και μια πιο ώριμη απόφαση μέσα σε αυτά να μην παρεισδύει, απολογητικά ή αυτοτιμωρητικά, η εξομολογητική ύλη, αλλά να ενισχυθεί η αντικειμενική πραγμάτευση μέσω των τρόπων που ήδη αξιοποιεί η συλλογή, είτε αυτή είναι η ποιητική περσόνα είτε η τριτοπρόσωπη ιστορημένη αφήγηση. Γενικότερα, βέβαια, πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις η συλλογή υπόσχεται αυτό που δηλοί η προμετωπίδα της από τα Γράμματα σε έναν νέο ποιητή του Ρἰλκε: «da doch Beginn an sich immer so schön ist» («υπάρχει τόση ομορφιά σε κάθε αρχίνισμα»).

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ