Μήνας: Νοέμβριος 2018

Ένας σκύλος δεμένος στην αυλή του αφέντη του και άλλες παπαδιαμαντικές παραβολές

Giacomo_Balla,_1912,_Dynamism_of_a_Dog_on_a_Leash,_oil_on_canvas,_89.8_x_109.8_cm,_Albright-Knox_Art_Gallery.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στην αρχή του παπαδιαμαντικού διηγήματος «Όνειρο στο κύμα», ο αφηγητής παρομοιάζει την κατάστασή του μ’ ένα σκυλί δεμένο στην αυλή του αφεντικού του:

Καθὼς ὁ σκύλος, ὁ δεμένος μὲ πολὺ κοντὸν σχοινίον εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ αὐθέντου του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γαυγίζῃ οὔτε νὰ δαγκάσῃ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀκτῖνα καὶ τὸ τόξον τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ κοντὸν σχοινίον, παρομοίως κ᾽ ἐγὼ δὲν δύναμαι οὔτε νὰ εἴπω, οὔτε νὰ πράξω τίποτε περισσότερον παρ᾽ ὅσον μοῦ ἐπιτρέπει ἡ στενὴ δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προϊσταμένου μου.[1]

Ο ήρωας του διηγήματος, φτωχός υπάλληλος στο γραφείο μεγαλοδικηγόρου και πολιτευτή της Αθήνας, αισθάνεται δέσμιος του εργοδότη του. Δεν μπορεί να πει ή να πράξει κάτι περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπει η υπαλληλική του ιδιότητα. Στο τέλος του διηγήματος, αφού αναπολήσει την ευτυχία και την ελευθερία της νεότητάς του στα βουνά της πατρίδας του και τον έρωτά του για τη Μοσχούλα, επιστρέφει στη σκληρή τωρινή πραγματικότητα:

Καὶ τώρα, ὅταν ἐνθυμοῦμαι τὸ κοντὸν ἐκεῖνο σχοινίον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχοινιάσθη κ᾽ ἐπνίγη ἡ Μοσχούλα, ἡ κατσίκα μου, καὶ ἀναλογίζωμαι τὸ ἄλλο σχοινίον τῆς παραβολῆς, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεμένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη του, διαπορῶ μέσα μου ἂν τὰ δύο δὲν εἶχαν μεγάλην συγγένειαν, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ὡς «σχοίνισμα κληρονομίας» δι᾽ ἐμέ, ὅπως ἡ Γραφὴ λέγει.[2]

Το συγκεκριμένο χωρίο και ιδιαίτερα η λέξη παραβολή έχουν προκαλέσει αρκετό πονοκέφαλο στους μελετητές του Παπαδιαμάντη. Ποια είναι η παραβολή στην οποία αναφέρεται ο Παπαδιαμάντης; Και γιατί την αναφέρει εδώ;

~.~

Ήδη στην κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, στο υπόμνημα παραλλήλων, προτείνεται ως πιθανή πηγή το χωρίο Παροιμιών 7,22. Εκεί διαβάζουμε:

ὁ δὲ ἐπηκολούθησεν αὐτῇ κεπφωθείς,
ὥσπερ δὲ βοῦς ἐπὶ σφαγὴν ἄγεται
καὶ ὥσπερ κύων ἐπὶ δεσμοὺς

κι εκείνος έπεσε στην παγίδα και την ακολούθησε,
όπως ακριβώς ένα βόδι που οδηγείται στη σφαγή
και σαν σκυλί δεμένο

Ο βιβλικός συγγραφέας αφηγείται μια σκηνή αποπλάνησης. Ο «κεπφωθείς» άντρας ακολουθεί την πλανεύτρα σαν ζώο που το πάνε για σφάξιμο και σαν σκυλί δεμένο. Ούτε το περιεχόμενο του χωρίου ούτε και η έκφραση φαίνεται να ταιριάζουν με το παπαδιαμαντικό κείμενο. Ο Παπαδιαμάντης δε μιλά για τη θανάσιμη γοητεία κάποιας γυναίκας· εκτός αν θεωρήσουμε ότι εννοεί τη Μοσχούλα, πως τάχα εκείνη τον κρατούσε δεμένο σαν σκυλί. Κάτι τέτοιο όμως δε συμφωνεί με το γενικό νόημα του διηγήματος. Επιπλέον, ο συγγραφέας των Παροιμιών κάνει λόγο απλώς για «δεμένο σκυλί», χωρίς να αναφέρεται κανένας αφέντης που το έχει δέσει στην αυλή του.

Με την ερμηνεία του παπαδιαμαντικού χωρίου ασχολείται επίσης η Αγγέλα Καστρινάκη στην πρόσφατη μελέτη της «Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη».[3] Σύμφωνα με την Καστρινάκη, το «αίνιγμα του σχοινιού» είναι ο

πιο δύσκολο[ς] γρίφο[ς] που μας ζητά να λύσουμε ο συγγραφέας. Στο κείμενο γίνεται λόγος για κάποια παραβολή, κάτι τέτοιο ωστόσο δεν απαντά στην Καινή Διαθήκη (στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε ένα χωρίο με άνθρωπο που άγεται στη μοιχεία σαν σκύλος, αλλά δεν αντιστοιχεί στα δικά μας δεδομένα με το κοντό σχοινί). Ίσως λοιπόν να πρόκειται για έναν μύθο του Αισώπου, όπου πράγματι ένας σκύλος είναι δεμένος με κοντό σχοινί. Συγκεκριμένα: ισχνός λύκος συναντά καλοθρεμμένο σκύλο στο υποστατικό του αφέντη του, ο δεύτερος όμως του δείχνει το λουρί του και του εξηγεί με θλίψη πού οφείλεται η καλοταϊσμένη όψη του.[4]

Η Καστρινάκη, όπως κι εμείς παραπάνω, απορρίπτει τη συγγένεια του παπαδιαμαντικού χωρίου με το παλαιοδιαθηκικό. Αντιπροτείνει έναν μύθο του Αισώπου, αν και διατηρεί τις αμφιβολίες της: «Ο αφηγητής μας δεν λέει βέβαια ακριβώς αυτό».[5]

Κατά την άποψή μας, το ερμηνευτικό αδιέξοδο οφείλεται στη λανθασμένη εξήγηση της λέξης παραβολή. Η Καστρινάκη, όπως πιθανόν προηγουμένως και ο Τριανταφυλλόπουλος, αποδίδουν στην παραβολή την έννοια του μύθου, της αλληγορικής διήγησης, την έννοια δηλαδή που έχει η παραβολή στο Ευαγγέλιο. Η παραβολή όμως δεν έχει μόνο αυτή τη σημασία. Παραβολή σημαίνει και σύγκριση, αντιπαραβολή, παραλληλισμός και, συνεπώς, παρομοίωση. Στο σχετικό λήμμα του Λεξικού Δημητράκου διαβάζουμε:

παραβολή (ἡ) κ. μσν., νεώτ. κ. δημ., παράθεσις πρὸς σύγκρισιν, ἀντιβολή, ἀντιπαραβολή […] 2) σύγκρισις, παραλληλισμός, ἀναλογία […] 3) π. ρήτορσι, παρομοίωσις, ὁμιλία περιέχουσα παραστάσεις γνωστῶν καὶ συμβαινόντων πραγμάτων […] 4) κ. μσν., νεώτ. κ. δημ., ἀλληγορική ἁπλῆ διήγησις ἐκ τοῦ καθόλου βίου πρὸς εἰκονικὴν παράστασιν ἠθικῆς τινος διδασκαλίας, γεν. λόγος τροπικῶς καὶ εἰκονικῶς ἐκφερόμενος δι’ ἀλληγοριῶν καὶ παροιμιῶν […]

Η πρώτη και κύρια σημασία της παραβολής είναι η σύγκριση και η παρομοίωση, και μόλις η τέταρτη σημασία είναι η αλληγορική διήγηση. Με αυτή τη σημασία, της παρομοίωσης, χρησιμοποιεί, κατά τη γνώμη μας, τη λέξη ο Παπαδιαμάντης. Προς επίρρωσιν του συλλογισμού μας θα ανατρέξουμε, στη συνέχεια, σε άλλα σημεία του παπαδιαμαντικού corpus όπου συναντούμε τη λέξη παραβολή.

Το πρώτο τέτοιο σημείο βρίσκεται στη Γυφτοπούλα, όπου διαβάζουμε:

Τρίτον ἡ Ἀϊμὰ παραβάλλεται μὲ Νεράϊδα, «μίαν τῶν ὡραίων, πονηρῶν καὶ τρομερῶν ἐκείνων νυμφῶν, δι᾽ ὧν ἡ φαντασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ οἰκίζει μέχρι τῆς σήμερον πάντα τὰ σπήλαια καὶ τοὺς δρυμῶνας». Ὅσον λαμπρὰ καὶ ἂν φαίνεται ἡ παραβολὴ αὕτη, κατ᾽ ἐμέ, εἶναι ἄκαιρος καὶ ἀπροσφυής.[6]

Ο συγγραφέας καταγγέλλει την παρανάγνωση ενός επίδοξου μεταφραστή της Γυφτοπούλας, ο οποίος παρομοιάζει την πρωταγωνίστρια Αϊμά με νεράιδα και νύμφη. Η παρομοίωση (παραβολή) αυτή, μας λέει, μπορεί να φαίνεται λαμπρή, αλλά είναι άκαιρη και ακατάλληλη. Όπως είναι φανερό, η παραβολή δε θα μπορούσε εδώ να έχει την έννοια της αλληγορικής διήγησης.

Το δεύτερο χωρίο που μας ενδιαφέρει είναι από τη «Μαυρομαντηλού». Εκεί ο ξάδερφος του αφηγητή Γιαννιός έχει το ωραιότερο περιβόλι στο χωριό:

Ὁποῖον λαμπρόν, ἀχανές, μεγαλοπρεπὲς περιβόλι! Καὶ πόσον δίκαιον εἶχεν ὁ θεῖος Ὅμηρος νὰ θέσῃ ἐκ παραλλήλου τὰς δύο παραβολὰς τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ἀγροῦ μὲ τοὺς κομῶντας ἀστάχυς!

Κινήθη δ᾽ ἀγορὴ φὴ κύματα μακρὰ θαλάσσης
πόντου Ἰκαρίοιο, τὰ μὲν τ᾽ Εὖρός τε Νότος τε
ὤρορ᾽ ἐπαΐξας πατρὸς Διὸς ἐκ νεφελάων·
ὡς δ᾽ ὅτε κινήσῃ Ζέφυρος βαθὺ λήϊον ἐλθών,
λάβρος ἐπαιγίζων, ἐπὶ τ᾽ ἠμύει ἀσταχύεσσιν,
ὣς τῶν πᾶσ᾽ ἀγορὴ κινήθη…
[7]

Σύμφωνα με τον Παπαδιαμάντη, ο Όμηρος παραθέτει δίπλα δίπλα δύο παραβολές στο συγκεκριμένο απόσπασμα από την Ιλιάδα, μία παραβολή «τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης» και μία παραβολή «τοῦ ἀγροῦ μὲ τοὺς κομῶντας ἀστάχυς». Το απόσπασμα προέρχεται απ’ τη ραψωδία Β, στ. 144-149. Ο Πολυλάς το μεταφράζει ως εξής:

κι ὅλη ἐκινήθ’ ἡ σύνοδος σὰν τοῦ ᾽Ικαρίου πόντου
τ’ ἀγριωμένα κύματα ποὺ ὁ Νότος μὲ τὸν Εὖρον
ἀπὸ τὰ νέφη τοῦ Διὸς ὁρμώντας τὰ σηκώνουν·
ἢ ὅπως τὸ βαθὺ σπαρτὸ μ’ ὅλα τὰ στάχυα κλίνει,
ἂν ἔλθη ξάφνου Ζέφυρος σφοδρὸς νὰ τὸ κινήση,
ὅμοια κινήθ’ ἡ σύνοδος […]

Ο Όμηρος παρομοιάζει τη σύναξη των Αχαιών, που ορμά ασύντακτα και ασυγκράτητα προς τα πλοία, πρώτα με αγριεμένα κύματα που ξεσηκώνονται απ’ τους ανέμους Νότο και Εύρο, και στη συνέχεια με στάχυα που γέρνουν όταν τα φυσά ο Ζέφυρος. Ο Παπαδιαμάντης, επομένως, ονομάζει εδώ παραβολές τις ομηρικές παρομοιώσεις, και όχι βέβαια κάποιες ανύπαρκτες αλληγορικές διηγήσεις.

Ας αναφέρουμε, τέλος, το πιο εύγλωττο, κατά τη γνώμη μας, χωρίο, που αποσαφηνίζει πλήρως την έννοια της παραβολής στον Παπαδιαμάντη:

Δὲν ἦτο ἀνάγκη, φίλε, νὰ ζητήσῃς τόσον πλάτος καὶ βάθος εἰς τὴν ἄκακον ἐκείνην παρομοίωσιν τῆς Νέας. […] Καὶ ὁ μὲν διευθυντὴς τῆς Νέας μὲ παρέβαλε τοὐλάχιστον μὲ διηγηματογράφους, σὺ δέ, θέλων ὁπωσδήποτε ν᾿ ἀντικαταστήσῃς παραβολὴν διὰ παραβολῆς καὶ μὴ εὑρίσκων κανένα διηγηματογράφον οὔτε δευτέρας οὔτε τρίτης οὔτε ἐσχάτης τάξεως, πρὸς ὃν νὰ μὲ κρίνῃς ἄξιον προσεγγίσεως, τελευτῶν μὲ παρέβαλες, πλαγίως καὶ ὑπόπτως καὶ ἑλικοειδῶς, μὲ ἕνα… ᾀσματογράφον! Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ὁμοιάζω μὲ κάποιον;[8]

papadiamantis-kontogloyΟ διευθυντής της Νέας Εφημερίδος διαφήμισε σε κάποιο φύλλο τον συνεργάτη του Παπαδιαμάντη παρομοιάζοντάς τον με τον Πόε και τον Ντίκενς. Κάποιος αναγνώστης, που υπέγραφε ως Ζ., διαμαρτυρήθηκε για την υπερβολή της παρομοίωσης, και ο Παπαδιαμάντης του απαντά με τα παραπάνω λόγια. Εδώ η ταυτοσημία και η εναλλαξιμότητα παρομοίωσης και παραβολής είναι ολοφάνερη. Στην αρχή χαρακτηρίζει το σχήμα του διευθυντή «παρομοίωσιν» και λίγο παρακάτω «παραβολήν». Κατηγορεί τον επιστολογράφο ότι αντικαθιστά «παραβολὴν διὰ παραβολῆς», δηλαδή παρομοίωση με παρομοίωση, και ότι τον «παρέβαλε», δηλαδή τον παρομοίασε, με ασματογράφο. Και για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία, αρνείται τελικά ότι «ὁμοιάζει» με κάποιον άλλο συγγραφέα. Δηλαδή, ζητά να μην παρομοιάζεται με κανέναν.

Ας επιστρέψουμε τώρα στο «Όνειρο στο κύμα». Στο τέλος του διηγήματος, ο αφηγητής θυμάται το σχοινί απ’ το οποίο «ἐσχοινιάσθη κ᾽ ἐπνίγη» η αγαπημένη του κατσικούλα και το «σχοινίον τῆς παραβολῆς, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεμένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη του», δηλαδή το «σχοινί της παρομοίωσης», της παρομοίωσης που έκανε ο ίδιος στην αρχή του διηγήματος. Και το ένα σχοινί και το άλλο είναι σημάδια της προσωπικής του δυστυχίας. Το ένα σχοινί σηματοδοτεί το τέλος της ευτυχίας του: με την απώλεια της Μοσχούλας, της αγαπημένης του κατσικούλας, συνδέεται η απώλεια της ομώνυμης κοπέλας, με την οποία ήταν απόλυτα ερωτευμένος, και η έξοδος από τον Παράδεισο. Το δεύτερο σχοινί είναι σημείο της τωρινής του δυστυχίας, της αιχμαλωσίας του στον σύγχρονο, αστικό τρόπο ζωής και στον υπαλληλικό καταναγκασμό. Δεν μπορεί να πάει πουθενά, δεν μπορεί να μιλήσει ή να πράξει αυτοβούλως.

Έτσι, τα δύο σχοινιά τού φέρνουν στον νου το «σχοίνισμα κληρονομίας» που αναφέρει η Βίβλος. Σχοίνισμα κληρονομίας είναι ο κλήρος, το μέρος γης που κληρονομεί κάποιος. Ο Παπαδιαμάντης παίζει με τις λέξεις σχοινί και σχοίνισμα αξιοποιώντας την ετυμολογική συγγένειά τους. Ταυτόχρονα, υπαινίσσεται την πικρή κληρονομιά του, που εικονίζουν αυτά τα δύο σχοινιά. Η ζωή του κύλησε απ’ την ευτυχία του Παραδείσου –στον οποίο ζούσε κατά τη νεότητά του– στην τωρινή δυστυχία και Κόλαση, απ’ την ελευθερία στη δέσμευση και στην αιχμαλωσία. Ο πνιγμός της Μοσχούλας και το δέσιμο του σκυλιού είναι παρομοιώσεις της δυστυχίας στην οποία ζει τώρα ο ίδιος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

*Ο υπογραφόμενος οφείλει θερμές ευχαριστίες στον Μιχάλη Καρδαμίτση για τις υποδείξεις του και τη βοήθειά του.

[1] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, κριτ. έκδ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, τόμ. Γ΄, Δόμος, Αθήνα 1984, σελ. 262.

[2] Ό.π., σελ. 273.

[3] Η μελέτη περιλαμβάνεται ως επίμετρο στην ανθολογία: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον… Διηγήματα ερωτικά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σελ. 173-439.

[4] Ό.π., σελ. 267-268.

[5] Ό.π.

[6] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, ό.π., τόμ. Α΄, σελ. 633.

[7] Ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 154.

[8] «Απάντησις εις τον Ζ. της “Εφημερίδος”», Άπαντα, ό.π., τόμ. Ε΄, σελ. 315-316.

(Πίνακας: G. Balla, Dinamismo di un cane al guinzaglio, 1912)

Advertisements

Θεοφανώ (η πολυτελής Ανατολή στη λιτή Δύση)

13418474_10209747735395539_1007610329395814126_o

Η πασίγνωστη απεικόνιση της στέψης τους σε ελεφαντοστό. Στη Θεοφανώ πιστώνεται και τούτο: από τότε ξεκίνησαν κι οι εισαγωγές των γνωστών μας πια ελεφαντοστέϊνων αναγλύφων στη Δύση.

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Να μνημονεύσω θέλω την απολησμένη Θεοφανώ († 15/6/991), ανηψιά του Ιωάννη Τσιμισκή, που παιδούλα ακόμα (ήδη εκπαιδευμένη βυζαντινή πριγκήπισσα όμως, αν κι όχι πορφυρογέννητη) στάλθηκε στη σκοτεινή Γερμανία για να παντρευτεί τον Όθωνα ΙΙ (το 972, στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης).

Οι βυζαντινές πηγές δεν παραδίδουνε τίποτα γι’ αυτήν…

Οι δυτικοί ιστοριογράφοι του 11ου και 12ου αιώνα όμως την καταδίκασαν στο limbo να εκλιπαρεί για τη σωτηρία της, καθώς άξιζε την αιώνια καταδίκη (merui aeternam damnationem).

Ο λόγος: η εισαγωγή της βυζαντινής πολυτέλειας στις λιτές δυτικές αυλές (multa superflua et luxoriosa mulierum ornamentum, quibus Graecia uti solet, sed eatenus in Germaniae Franciaeque provinciis errant incognita). Πλενόταν καθημερινά, ντυνόταν στα μετάξια, μάλλον είναι υπεύθυνη για την εισαγωγή του πηρουνιού (αν κι η μαρτυρία που διαθέτουμε αφορά στην άτυχη Μαρία Αργυροπούλαινα, που στάλθηκε στη Βενετιά για να παντρευτεί τον Τζιοβάνι, γιο του δόγη Πέτρο Ορσέολο ΙΙ και συν-δόγη, στις αρχές του 11ου αιώνα αλλά σύντομα πέθανε κι αυτή, μαζί με τον σύζυγο και τον γιο τους από την επιδημία πανώλης).

Το αριστουργηματικό σύμφωνο γάμου, που συντάχθηκε στις 14 Απριλίου 972.

Το αριστουργηματικό σύμφωνο γάμου, που συντάχθηκε στις 14 Απριλίου 972.

Πέρα από τις επιδράσεις στην ζωή και στην τέχνη που έφερε, με τους θησαυρούς που εκόμισε στη Δύση αλλά και με την πολιτική της, η αγέρωχη αυτή γυναίκα φαίνεται πως ίσως αποτέλεσε και το πρότυπο της βασίλισσας του σκακιού στη Δύση.

Καταπώς λέει η Marilyn Yalom, είτε αυτή είτε η πεθερά της θεωρούνται το πρότυπο για την εισαγωγή της βασίλισσας στο σκάκι· και μάλλον προκρίνει τη Θεοφανώ, λόγω της εξοικείωσής της με το παιγνίδι στο Βυζάντιο και της πιθανολογούμενης μεταφοράς του από την ίδια στη Δύση.

 

Κι αυτή η λεπτομέρεια επιβεβαιώνει τον αριστουργηματικό χαρακτήρα του συμβολαίου·

Κι αυτή η λεπτομέρεια επιβεβαιώνει τον αριστουργηματικό χαρακτήρα του συμβολαίου.

Σήμερα αναπαύεται απολησμένη στον ναό του αγίου Παντελεήμονα στην Κολωνία, αυτή που (έστω και για μια, αποδεδειγμένα ιστορικά, φορά) τόλμησε να υπογράψει, ως κηδεμονεύουσα τον γιο της Όθωνα ΙΙΙ, imperator augustus αντί του imperatrix. Πώς να μην υποτιμηθεί και να μην παραδοθεί στη λήθη: γυναίκα, βυζαντινή (γραικιά κι ορθόδοξη!), δυναμική, πεπαιδευμένη, με «πολυτελή» τρόπο ζωής, ενσάρκωσε για τους δυτικούς όλα τα αντιβυζαντινά στερεότυπα σε μια εποχή έντονων πολιτικο-θρησκευτικών κρίσεων κι εντάσεων…

~·~

Και σήμερα ψάχνουν να βρουν τα ίχνη της οι ιστορικοί· ίχνη που φανερώνουν τη βυζαντινή επίδραση στη Δύση, σε μια τόσο περίεργη κι ευμετάβλητη εποχή… τότε που η ελληνική Ανατολή εισήγαγε πολυτέλεια στη φτωχή και «λιτή» Δύση.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 

Ελένη Χαϊμάνη, Πέντε ποιήματα

8 (2).jpg

~.~

Στον Παλαμά

Ζω σε μία φυλακή. Μολύβι, σκέψη και χαρτί
και όλο γράφω· και μπορώ έτσι να υπομένω
μια-μια τις φάσεις της Σελήνης,
της λεύκας, της αγριελιάς τον ίσκιο να διαλέγω,
σε τέλεια μοναξιά και σιωπή.
Το κοίταγμά μου άγριο, μια άσχημη εικόνα,
έχοντας μάτια κόκκινα, δάχτυλα για θηρία
πάνω στην πιο λεπτή χορδή, κυλάω
και περνάω τη δοξαριά μες την οπή
μ’ εφτάπορο αυλό στην μία μου παλάμη.
Με ύπνο και με όνειρα σκέπασα την ψυχή μου
κι ορθωνόσουν δίπλα μου πύρινη και πυκνή,
απλωνόσουνα σε σκόνη, αστρική·
το φως τ’ απρόσιτο δεν είναι μακρινό
κι ύστερα από τον σάλαγο της μάχης, Σιωπή…

~. ~

Μαρασμός

«ανάθεμα τα γράμματα Χριστέ, και οπού τα θέλει»
στ. 19, 4ον ποίημα, Πτωχοπροδρομικά

Οι άνθρωποι γυρίζουνε, στο σπίτι τους το βράδυ
και βρίσκουν το τσουκάλι τους να βράζει στη γωνία·
παλεύουν να χορτάσουνε τη πείνα στο σκοτάδι,
μένουν ασάλευτοι στη συντριβή και πάσα ειρωνεία·

και ξεγελούν την πείνα τους με δεκαπεντασυλλάβους
πηγαίνουν έρχονται, μετρούν των στίχων τα ποδάρια
σαν ταχτικούς, υπεύθυνους κι a punto εργολάβους
που δένουνε τους μεταξύ ξεγόφιαστους· κι ανάρια

οι ζωντανοί, οι άνθρωποι με ζωντανή τη γλώσσα
απ’ τις σκιές του φεγγαριού διαλέγαν να πατήσουν·
με λόγια να πουν όσα ποθούν και τόσα,
που να δηλώνουν σταθερά τον Εαυτό να στήσουν

πριχού τα χείλη τους στεγνά κι η γλώσσα ξεραμένη
να σπάσουνε τα είδωλα με όπλο τους το στίχο·
από αυτή τους τη ζωή, αυτό που αναμένει
είν’ το βαθύ τους νόημα, με πιο καθάριο ήχο.

~.~

raʿāyā

Μπορεί να’ ναι ασάλευτος ο χρόνος όταν τρέχει,
να πέφτει από το άνοιγμα μια αχτίδα φωτεινή·
που να μπορεί, ο άνθρωπος, ο τραγικός ν’ αντέχει
την κάθε φάση της ζωής που είναι σκοτεινή;

Σαν το κοπάδι, βιαστικά, που άβουλο πηγαίνει,
δεν το ’θελε κι η εποχή· δεν το κατανοούσε,
πως τον βοσκό του προτιμά, εκείνον περιμένει
κι όλο γι’ αυτόν ακούγοντας, ενδόμυχα, φθονούσε

που όλα τ’ άφησε εδώ, τις σάρκες και τη σκόνη,
από την ίδια του ψυχή, που ’ταν ανάγκη πάσα·
μεταστροφές και σχήματα επάνω στη σινδόνη
ζυγίζοντας τ’ ανθρωπινά προς θεϊκή ανάσα.

Κανείς δεν φάνηκε να κράξει το θεριό του,
ο στόλος του Ιμπραήμ, φαινόταν, στ’ ανοιχτά,
παραδεχόμενος, κρυφά πάντα, στον εαυτό του
πόσο στο φως ασήμιζε και πόσο στη νυχτιά.

Άγιες και απρόσιτες τούτες οι κορυφές
σα να ηχεί αυλός, ποιμενικός, του Πάνα·
άγιες, απρόσιτες και οι ψυχές αυτές
που πάνω στο μαρτύριο θυμήθηκαν τη Μάνα.

Σταυρός μαρτυρικός και θρόνος του θεού·
κι η φύση ολάκερη, πάθος γεμάτη, φλόγα,
ξεχείλισε τόσο μ’ ενθουσιασμό Αυτού·
που ’πε η Αγάπη διδαχή και νόγα

πως ο θεός μπορεί και να πεθαίνει·
όσο άτρωτος κι ατρόμητος πηγαίνει.

~.~

Δεκαπενταύγουστος

«ανήφορος κατήφορος
είναι το ίδιο πράγμα»
Ηράκλειτος

Ως πότε μ’ ελπίδες μάταιες θ’ αναπετάς στα νέφη·
και ποιος το φεγγερό λαιμό, την ευωδάτη κόμη,
που η καρδιά σου απ’ το μυαλό, παντοτινά σου στρέφει
τ’ ολογεμάτο πρόσωπο, το μέτωπο στη σκόνη·

αρμονική, καλλίγραμμη, λιτή· π’ ασυμμετρία δεν έχεις
με τι σπουδή και πλούσια είν’ ο καρπός να πέσει,
της γης σου ακούω τον γοό· και όμως δεν αντέχεις
που στα θνητά, τα χέρια μου η Λύρα έχει δέσει

κι είν’ όλο κίνηση, έκφραση κι αρμονία·
κάλεσμα ερωτικό, κατάρα κι ευλογία

τ’ άστρα ας είναι μάρτυρες· και της αυγής το δρόσο,
που μοιάζουνε σα χορικά, αρχαίας τραγωδίας.

~.~

Σφαγεία

Δεν είναι μόνο υπάλληλοι του κάθε Δημοσίου,
π’ αισθάνονται τον τράχηλο, στη βάση του λαιμού
υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι ενός βίου αθλίου
για να τραφούν οι προύχοντες σε μια εποχή λοιμού·

σα να περνάει η μάχαιρα στον τόπο του σφαγείου
το αίμα, λες, στο σώμα τους πόσο φριχτά αναβλύζει
στα χέρια ενός, απίστευτου, που μας βαστά ηλιθίου
κι ο κάθε ένας από μας μες στα κρυφά του βρίζει.

Το αίμα στο κορμάκι τους τόσο πολύ πυρώνει·
σφαχτάρια ωραία εύρωστα και μόσχοι σιτευτοί
και νιώθουνε πως βρίσκονται σε τόπο τούτο μόνοι
όπως κρεμιούνται ατάραχα οι κάθ’ ιδιωτικοί.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

*Από τις εκδόσεις Ιωλκός μόλις κυκλοφόρησε η τελευταία ποιητική συλλογή της Ελένης Χαϊμάνη: Οιστρογόνα, 2018.

 

 

Υπέρ Κεντρωτή λακτίζειν

κεντρωτ

~.~

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

Ως συνήθως, η τελευταία μετάφραση του Κεντρωτή προκάλεσε πυρ ομαδόν. Ώς και καθηγητές της μετάφρασης ή της φιλολογίας βάλθηκαν να επιχειρηματολογούν ότι χρειάστηκαν λεξικό (των ελληνικών) για να παρακολουθήσουν τη μετάφραση, αλλά και ότι ο Κ. κάνει επιλογές που δεν δικαιολογούνται από «το λεξικό» (των γαλλικών).

Θα ήταν δύσκολο να αμφισβητήσει κανείς ότι ο Κ. καταφεύγει συστηματικά σε λογής-λογής ιδιωματικούς τύπους, συχνά αναντίστοιχους με το ύφος του πρωτοτύπου. Είναι όμως αξιοπερίεργο πώς τόσοι και τόσοι φιλαναγνώστες και φιλολογούντες δεν εννοούν να εννοήσουν ότι αν όχι ρητά, τουλάχιστον προγραμματικά ο Κ. δίνει μεταφράσεις σε στυλ παρόμοιο με εκείνο των δικών του ποιημάτων. Θα έπιανε κανείς με την ίδια άνεση να κατακρίνει γι’ αυτό και παλιούς λογοτέχνες «του Κανόνος»; ‘Η μόνον οι νεκροί δεδικαίωνται για τέτοιες ιδιοτροπίες, οπότε θα πρέπει να … πεθάνει ο άνθρωπος για να αξιολογηθούν οι μεταφράσεις του σε σχέση με το καθαυτό λογοτεχνικό του έργο;

Πέρα όμως από την ιδιαίτερη περίπτωση του λογοτέχνη που κάνει και μεταφράσεις, τίθεται ένα ευρύτερης εμβέλειας ερώτημα: όλοι όσοι μεταφράζουν σήμερα γνωστά, «κλασικά» κείμενα που έχουν ήδη μεταφραστεί (και θα μεταφραστούν ξανά και στο μέλλον) οφείλουν δηλαδή να μοιράζονται τα ίδια μεταφραστικά ιδεώδη πιστότητας, ακρίβειας, οικειότητας και κοινοχρησίας; Αν κάποιες μεταφράσεις που ήδη υπάρχουν και κυκλοφορούν είναι πιο κοντινές τόσο στο πρωτότυπο όσο και στο τρέχον γλωσσικό αίσθημα, όπως γράφεται, μα … ακριβώς, ένας λόγος παραπάνω για να γίνονται και μεταφράσεις με στοχεύσεις διαφορετικές, μεταφράσεις που παρεκκλίνουν από ένα consensus το οποίο ήδη υπηρετείται, υποτίθεται, ικανοποιητικά.

Αυτά όμως φαντάζουν υψηλές θεωρίες μπροστά στα επιχειρήματα δίκην αυτοτρικλοποδιάς που βλέπουμε να αντιτείνονται. Είναι δυνατόν επαγγελματίες του λόγου να ισχυρίζονται σοβαρά ότι χρειάζονται λεξικό για λέξεις όπως (επιλέγω από παραδείγματα που χρησιμοποιήθηκαν, από αξιόλογη μάλιστα ομότεχνο του κρινόμενου) μπαίγνιο, ξεδιψάστρα, άμιχτη, νέρινη, κατάρατες, σκιώσεις, ασκημιά, δισκοποτήρι, ντροπαλότη, γεροσύνη, αβυσσωμένα, αστερωμένα, ανάπνια, εχτύπαε, εκάπναε, ήμπαν, εγέλααν, πλέχουν, ευώδα, όμμα, βένθη, χορεία, δεσμωτεία, φιλόψογα, έμφοβα, αείζωο, πανόλβιος, ασπαίρον, έμπλεες, πυρφόρες, ατύπτως, αδολέσχως, επειράσθη, εκπτύσσεται, συγχρώνται, μαρμαίρουν, μεθύσκει, στίζει, σπένδουν, εμπεδούνται; Ο άλλος δε ισχυρισμός, ότι ανοίγουμε λεξικό και για το «μπονζούρ», δεν σημαίνει αυτοδικαίως ότι οφείλουμε κατόπιν και να το μεταφράσουμε μόνο με ό,τι βρούμε στο λήμμα: το λεξικό δεν το φτιάχνουν τίποτα θεότητες, αλλά ακόμα κι αν έχει ερμηνεύματα σπάνιας ευστοχίας, θα έχει αυτονόητα και περιορισμούς λόγω του όποιου μεγέθους του. Είναι αφελές να περιμένει κανείς ότι ένα λεξικό, ακόμα και το πληρέστερο και πλέον έγκυρο, θα καταγράφει όλες τις δυνατές σημασίες ή αποχρώσεις που μπορεί να πάρει μια λέξη ή έκφραση, ώστε να μπορεί να ανακηρυχθεί κύφων πομπεύσεως ατάκτων μεταφραστών.

Η πληθωρική ανακυκλοφόρηση ξεχασμένων τύπων, που ως επί το πολύ εγγράφονται πλέον στο λεγόμενο παθητικό λεξιλόγιο των περισσότερων αναγνωστών, ασφαλώς δεν συνιστά πρακτική που θα πρέπει να ακολουθήσει για οποιαδήποτε κείμενα σύσσωμη η μεταφραστική κοινότητα. Όμως προέχει να συνειδητοποιήσουμε ότι η επίκληση ενός προτάγματος στυλιστικής ομοιογένειας, μέσω της αλγοριθμικής τυποποίησης της μετάφρασης, εκβάλλει σε έναν γλωσσικό ορίζοντα όπου η πολλή συμμόρφωση θα γίνει στενός κορσές.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ

ΥΓ. Όχι, δεν με ενθουσιάζουν οι μεταφράσεις του Κεντρωτή, όμως φρονώ πως ζητούν άλλη αντιμετώπιση, έστω και μόνον ως παράρτημα του έργου ενός από τους καλύτερους σημερινούς ποιητές μας.

Τάσος Αναστασίου, Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε; (β΄ μέρος)

Ζευγάρι

του ΤΑΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.)

6

Μπαίνοντας στο Δημαρχείο στάθηκε ακίνητος. Το έντονο κύμα δροσιάς του είχε κόψει την ανάσα. Ήταν κάπως αστεία η απόσταση ανάμεσα στην παγωμένη ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του Δημαρχείου και τον ανυπόφορο καύσωνα έξω. Του ήρθε η όρεξη ν’ απευθύνει πειράγματα στους υπαλλήλους για την υπερβολή τους. Ή ακόμα καλύτερα θα έφερνε την Ελένη να έβλεπε την αντίδρασή της. Προχώρησε προς το ταμείο γελώντας από μέσα του. Ο υπάλληλος, ένας νεαρός που το πρόσωπό του φαινόταν οικείο στον Παντελή, μόλις διάβασε το έγγραφο, είπε:

-Τι; Πέθανε ο κ. Γιάννης;

Ο Παντελής τον αναγνώρισε: ήταν γιος του ιδιοκτήτη ενός καφενείου στο οποίο σύχναζε ο πατέρας του.

-Τον είχα σερβίρει πολλές φορές. Βέβαια έχουν περάσει χρόνια. Δούλευε στο λογιστήριο ενός σουπερμάρκετ, έτσι δεν είναι;

Το ύφος του υπαλλήλου μαρτυρούσε ειλικρινή έκπληξη και συμπόνια. Του φαινόταν απίστευτο που… Κρίμα. Κρίμα. Γιατί ο κ. Γιάννης ήταν μορφή: έπινε ούζο, συζητούσε πολιτικά κι αστειευόταν με όλους. Χωρίς ποτέ να τσακώνεται ή να βρίζει, όπως άλλοι. Ο υπάλληλος κούνησε το κεφάλι του: Ναι, όφειλε να τονίσει ότι ο κ. Γιάννης, αν και μεγάλο πειραχτήρι, ποτέ του δεν έβριζε.

-Από μια εποχή κι έπειτα τον χάσαμε, αλλά σκέφτηκα, έφτιαχνε ένα διαμέρισμα τότε. Για τον γιο του, λέει. Για σας ήτανε; Σκέφτηκα, έχει δουλειές ο άνθρωπος. Πού να πάει το μυαλό μου. Μετά εγώ διορίστηκα στον Δήμο… Από αρρώστια έφυγε;

-Καρδιά, είπε ο Παντελής.

Πλήρωσε και βγήκε γρήγορα έξω. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό του άναψε τον κλιματισμό κι έπειτα ξεκίνησε για το νεκροταφείο. Ήξερε ότι θα του χαλούσε τη διάθεση για όλη την υπόλοιπη μέρα, όμως δεν γινόταν να το αναβάλει, τον περίμενε η αδερφή του πατέρα του. Ήταν θρήσκα και γνώριζε τους παπάδες της περιοχής καθώς και τον γραμματέα του νεκροταφείου, και είχε διαβεβαιώσει τον Παντελή ότι θα φρόντιζε ώστε να βρεθεί οστεοθήκη σε καλή θέση, για να έχει πρόσβαση κι η μητέρα του. Παρόλο που ο Παντελής πήγε στο ραντεβού τους στην ώρα του, η θεία του δεν παρέλειψε να γκρινιάξει.

-Άιντι πιδάκι μ’, άργησις, είπε με την κλασική επαρχιώτικη προφορά της, λες και δεν είχε ζήσει τα τελευταία πενήντα χρόνια στην Αθήνα. Πού γύρναγις; Μι φάγαν τα παλιοκούνουπα.

Ομογάλακτος του πατρός ευθιξία, σκέφτηκε ο Παντελής.

Ο τόπος γύρω έβραζε. Κάτω απ’ το συνεχές σφυροκόπημα του ήλιου, η συνήθης ατμόσφαιρα περισυλλογής και γαλήνης είχε χαθεί. Μια εκτυφλωτική άσπρη λάμψη απλωνόταν παντού. Κι οι γλάστρες με τα λουλούδια, οι θάμνοι στα παρτέρια δίπλα στον περίβολο, τα κυπαρίσσια, δεν ήταν παρά φρικτά ορμητήρια κουνουπιών.

Η θεία του πήρε την απόδειξη κι ανέβηκε στη γραμματεία. Ύστερα από λίγο ξανακατέβηκε. Η δουλειά θα γινόταν σύντομα, μόνο που οι οστεοθήκες ήταν όλες στο πίσω μέρος του νεκροταφείου και για να πάει κάποιος εκεί μεσολαβούσαν σκαλοπάτια· οπότε τη μάνα του δεν θα την βόλευε. Αλλά τι πείραζε; Αφού θα ερχόταν η ίδια. Μήπως κάθε εβδομάδα δεν ερχόταν;

Ο Παντελής, νιώθοντας τον ήλιο να του καίει τον σβέρκο, κοίταξε τη θεία του και της πρότεινε (ελπίζοντας στην άρνησή της) να την πάει στο σπίτι της.

-Όχι, μωρέ πιδάκι μ’, πού να κάνεις κύκλου τώρα. Άσε που πρεπ’ να περπατάου.

Ο τόνος της φωνής της δεν ήταν πειστικός κι ο Παντελής επέμεινε. Αναλογίστηκε πόσο καιρό είχε να την δει. Τελευταία φορά ήταν πριν από έξι μήνες, όταν την επισκέφτηκε στην κλινική όπου είχε κάνει εγχείριση καταρράκτη. Καθώς πλησίαζαν στο αυτοκίνητο, την άκουσε να του λέει ότι δεν ήθελε να του γίνεται βάρος κι ότι προτιμούσε να περπατήσει, αλλά δεν έδωσε σημασία και της άνοιξε την πόρτα. Μόλις μπήκαν μέσα, η θεία του άλλαξε τροπάριο:

-Άιντε, να ’χ’ς την ευχή μ’, για δε νιώθου τα πόδια μ’ απ’ τα τσιμπήματα. Σαν πάου σπίτ’, θενά βάλου αμμωνία. Τ’ αναθιματισμένα, μι τάραξαν.

Έπειτα τον ρώτησε για τη μητέρα του, αν θα ερχόταν τουλάχιστον στην εκταφή, κι όταν ο Παντελής απάντησε αρνητικά, του είπε:

-Εμ, βέβαια, πού ν’ αντέξ’ τη ζέστα. Ιγώ είμι μιγαλύτερή τς κι στέκουμι καλύτιρα. Πώς και παράτ’σε τον εαυτό τς έτσ’ αυτή η γυναίκα; Η Ελέν’ θά ’ρθ’;

-Μάλλον.

Η θεία του άρχισε να λέει ότι οι γονείς του, από τότε που αρνήθηκε να μείνει μαζί τους, πήραν την κάτω βόλτα. Δεν το χώνεψαν ποτέ τους. Η μάνα του είχε θυμώσει περισσότερο αλλά σαν πιο πονηρή δεν το φανέρωνε. Ο πατέρας του, όμως, εκεί, πείσμα στο πείσμα.

-Έτσι και δεν τουν έσπρουχνα ιγώ, σιγά μη ’ρχότανε να σας επισκιφτεί στη Γλυφάδα. Θα μ’ πεις, και πού ήρθι τι έγινε; Συνέχ’σε τα ίδια κι τα ίδια, λες κι του ’χε κουπεί η λαλιά. Πουτέ τ’ δεν του χώνεψε. Αυτός, πιδί μ’, άμα ήταν να γυρίστε απ’ τη Ρόδου κι να μείνιτ’ ιδώ, κοίταε να σας παρ’ ψυγείου κι ιντοιχιζόμενη κουζίνα, για να σας κάν’ έκπληξη. Του λέου: «Στάκα, ρε αδιρφέ, χουρίς να τους ρουτήσ’ς; Χριστός κι Απόστουλος».

Ο Παντελής δεν ήξερε την ιστορία για την κουζίνα και το ψυγείο, καταλάβαινε, όμως, ότι ήταν αληθινή: ο πατέρας του ορισμένες φορές έδειχνε μιαν απίστευτη αφέλεια. Εκτός κι αν επρόκειτο για πονηριά. Σου λέει, αν τους αγοράσουμε τις ηλεκτρικές συσκευές, τους δεσμεύουμε για πάντα και δεν θα μείνουν αλλού. Αστεία υπολογιστική αφέλεια. Ο Παντελής ένιωσε τα χείλη του να τρέμουν. Κι όμως, όσα του είχαν τύχει σήμερα, θα έπρεπε να του είχαν φτιάξει το κέφι. Ποιος ξέρει, τον βασάνιζε, φαίνεται, η εκκρεμότητα με την Ελένη. Αν τουλάχιστον έπεφτε λίγο η θερμοκρασία… Ο καύσωνας τον παρέλυε, δεν τον άφηνε να σκεφτεί, να προχωρήσει…

 

7

Ο ίδιος προτιμούσε ιταλικό εστιατόριο, αλλά η Ελένη επέμενε να δοκιμάσουν το ουζερί που της σύστησε ένας συνάδελφός της κι ο Παντελής, για να μην τσακωθούν, υποχώρησε. Όπως αποδείχτηκε, οι μεζέδες ήταν αρκετά νόστιμοι, αλλά όλα τα υπόλοιπα μύριζαν παρακμή: οι καρέκλες ψάθινες, στο ταβάνι λάμπες φθορισμού, στους τοίχους πίνακες λαϊκής ζωγραφικής, οι ονομασίες των πιάτων κακόγουστες (γύρος καλαμάρι π.χ.). Ο Παντελής, ξέροντας από κοινούς φίλους ότι ο Μίμης τα τελευταία χρόνια είχε βγάλει χρήματα, ήθελε να επιδειχτεί και το περιβάλλον δεν βοηθούσε. Πάντως, κατά τη διάρκεια του γεύματος, βρήκε μια ευκαιρία κι ανέφερε ότι πούλησε πρόσφατα το Σουζούκι τζιπ και πήρε Μερσεντές. Κλασική ποιότητα, όχι αστεία!

Ο Μίμης κούνησε το κεφάλι του. Προσωπικά βολευόταν με το Χιουντάι του. Παρέμενε όπως πάντα ρομαντικός, αδιάφορος για τα υλικά αγαθά. Τον ενδιέφερε η υπεράσπιση των αδυνάτων και πίστευε ότι η εργατική τάξη στην Ελλάδα είχε δικαίωμα ν΄ αποκτήσει επιτέλους την εξουσία.

Ο Παντελής δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Στην Ελλάδα εργατική τάξη! Σε μια χώρα που το ποσοστό του βιομηχανικού προλεταριάτου ήταν μικρότερο απ’ το ποσοστό των πρεζάκηδων. Αλλά δεν μπορούσε να τα πει αυτά: ο Μίμης, ανίκανος ν’ αλλάξει, να ξεφύγει απ’ τις στερεότυπες αντιλήψεις των νεανικών τους χρόνων, θα τα εκλάμβανε σαν επίθεση στο νόημα της ζωής του κι επιπλέον θ’ αράδιαζε άσχετα επιχειρήματα (π.χ. για τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια).

-Μερσεντές έχουμε, είπε η Ελένη. Σπίτι δικό μας δεν έχουμε.

-Στο ενοίκιο μένετε; ρώτησε ο Μίμης έκπληκτος.

-Θ’ αγοράσουμε, μόλις παρουσιαστεί ευκαιρία, είπε ο Παντελής.

-Ζήσε Μάη μου…

Έτσι έκανε πάντα η Ελένη, του έφερνε αντίρρηση μπροστά σε κόσμο. Τον μείωνε σε κοινή θέα.

Η κουβέντα προχώρησε με αργά προσεκτικά βήματα, μέχρι που ξεκίνησε η αναμόχλευση αναμνήσεων. Ο Παντελής παράγγειλε δυο καραφάκια ούζο ακόμα. Σε μια στιγμή που η Ελένη του σύστησε μέτρο στο ποτό κι αυτός της απάντησε να κάνει δουλειά της κι αυτή του ανταπάντησε ότι εδώ και μερικά χρόνια τον έβλεπε να πίνει καθημερινά και πού θα πήγαινε η κατάσταση, ο Μίμης είπε χαμογελώντας:

-Βλέπω δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα μεταξύ σας.

Ο Παντελής θύμωσε. Αφού δεν τα έβρισκε με τον Μίμη, τι ήθελε και είχε έρθει εδώ μαζί του; Και τι ήταν εκείνη η βλακεία με το άγχος του τηλεφωνήματος κάθε Κυριακή; Το ίδιο και με την Ελένη: ποιος ο λόγος να κυκλοφορούν παρέα; Κοινωνικές υποχρεώσεις κι αηδίες. Την κοίταξε που έψαχνε στην τσάντα της για τσιγάρα κι αναρωτήθηκε αν όντως πριν από τέσσερα χρόνια η σχέση τους έδινε την ίδια εντύπωση ασυνεννοησίας και σύγκρουσης. Άραγε τίποτα δεν είχε επιδεινωθεί από τότε;

-Κάτι άλλαξε, είπε η Ελένη όταν βρήκε τα τσιγάρα της. Ο Παντελής ανακάλυψε το ψάρεμα.

-Όλοι οι άντρες ίδιοι είναι, είπε η Ισμήνη, η γυναίκα του Μίμη.

-Τι; Πάει κι ο Μίμης για ψάρεμα;

Η Ισμήνη κι ο Μίμης γέλασαν δυνατά.

-Όχι βέβαια! είπε η Ισμήνη.

Κι άρχισε να μιλάει για την ενασχόληση του άντρα της με την πολιτική και την εκλογή του στο δημοτικό συμβούλιο της περιοχής τους. Η Ισμήνη εργαζόταν ως ηθοποιός και, παρόλο που οι παραστάσεις στις οποίες συμμετείχε δεν της προσπόριζαν ούτε χρήμα ούτε δόξα, είχε ένα ύφος λίγο αφ’ υψηλού. Ο Παντελής κοίταξε το πρόσωπό της. Τι άχαρο! Ακόμα κι όταν χαμογελούσε, δεν φωτιζόταν.

-Εγώ μια φορά την εβδομάδα πάω και βλέπω θέατρο, είπε η Ελένη ανάβοντας τσιγάρο. Αλλά ο κύριος ποτέ δεν ακολουθεί.

-Και τα ημέτερα τέκνα; είπε ο Παντελής.

-Μπορούμε να τ’ αφήνουμε στη μητέρα σου.

-Η μήτηρ μου, εάν ενθυμείσαι, είναι ακόμα θυμωμένη.

Κι ο Παντελής διηγήθηκε στους άλλους την ιστορία με το διαμέρισμα της Αργυρούπολης. Περισσότερο ήθελε να τους δείξει ότι, παρά τη μεμψιμοιρία της γυναίκας του, στην πραγματικότητα διέθεταν σπίτι κι ότι, αν έμεναν στο ενοίκιο, ήταν δική τους επιλογή.

-Η ελληνική οικογένεια, είπε ο Μίμης. Τι περίμενες; Παρόλα αυτά δεν ξέρω αν έχετε απόλυτο δίκιο. Έπρεπε να είχατε κάπως προειδοποιήσει τον πατέρα σου.

Η Ελένη κοιτούσε αλλού.

-Κανείς ποτέ δεν πήρε το μέρος μας σ’ αυτό το ζήτημα, είπε ο Παντελής. Η αδερφή της, οι γονείς της, οι δικοί μου συγγενείς. Όλοι προσπαθούσαν να μας τα φτιάξουν με τον πατέρα μου, αλλά κανείς δεν μας είπε ποτέ: Έχετε δίκιο. Ούτε ένας, βρε παιδί μου, έτσι, για τα μάτια του κόσμου.

Για λίγο έγινε σιωπή. Έπειτα η κουβέντα πήγε σε ζητήματα σχετικά με την εργασία τους κι ο Μίμης διηγήθηκε πόσο δύστροποι ήταν μερικοί πελάτες και πόσο ανενδοίαστα του τηλεφωνούσαν στα μαύρα μεσάνυχτα κι απαιτούσαν να τον δουν αμέσως. Η Ισμήνη όλη αυτή την ώρα τον κοιτούσε με θαυμασμό.

Κατόπιν, η Ελένη κι ο Παντελής απάντησαν σ’ ερωτήσεις σχετικά με τα παιδιά τους κι όταν το θέμα εξαντλήθηκε, χωρίστηκαν άντρες-γυναίκες. Ο Παντελής κι ο Μίμης σχολίαζαν παλιούς φίλους ενώ η Ελένη και η Ισμήνη αντάλλασσαν πληροφορίες για τα μαγαζιά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και τις τιμές καλλυντικών και ρούχων.

-Ο Παντελής ποτέ δεν έρχεται μαζί μου για ψώνια, είπε η Ελένη.

-Αφού δεν έχει μέτρο, είπε ο Παντελής. Για να πάρει κρεβάτι των παιδιών γύρισε πάνω από είκοσι μαγαζιά.

-Δεν μου λέτε, είπε η Ισμήνη. Πώς γνωριστήκατε;

-Υπηρέτησα φαντάρος στη Ρόδο κι από τότε πήγαινα συχνά για διακοπές. Το ’97 βρέθηκα τυχαία σε μια παραλία στρατιωτικών. Η Ελένη σύχναζε εκεί γιατί ο προηγούμενος φίλος της ήταν αξιωματικός. Είχαν χωρίσει κι ο τύπος είχε πάρει μετάθεση, αλλά, ποιος ξέρει, της άρεσε η παραλία. Την κάλεσα να βγούμε και την πήγα σ’ ένα μπαρ με ροκ μουσική στην Παλιά Πόλη. Δυο μέρες αργότερα η Ελένη με πήγε σ’ ένα μπαρ με πισίνα στα Τριάντα. Όπως βλέπετε, συμφωνούσαμε από τότε σε όλα.

-Προφανώς δεν τα βρίσκετε, είπε ο Μίμης. Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε;

-Μα τι λες; είπε η Ισμήνη. Για συγκρατήσου, σε παρακαλώ. Άλλοι πίνουν, άλλοι μεθάνε.

-Αστειεύομαι. Πρέπει να κάνουν κάτι για να μη βασανίζονται, αυτό εννοούσα.

-Και τα παιδιά τους; Δεν είναι όλοι σαν εμάς, ξέρεις.

Η Ελένη είχε σκύψει το κεφάλι. Ο Παντελής, απλώνοντας το χέρι του στον ώμο της, την τράβηξε προς το μέρος του. Την αγκάλιασε λες και την υπερασπιζόταν απέναντι σε μια προσπάθεια υποβιβασμού της. Γιατί ο Μίμης ήταν σαν να έλεγε πως δεν αρκούσε η ομορφιά της για να κρατήσει τον Παντελή, να κρατήσει τον οποιοδήποτε, έπρεπε να υπάρχει και μια ιδιαίτερη συμφωνία χαρακτήρων.

-Όλοι κάνουμε σφάλματα, είπε ο Μίμης. Το δικό μας είναι που δεν έχουμε παιδί.

Ίσως ήταν ο τρόπος του να ζητήσει συγγνώμη. Η Ελένη είπε ότι ποτέ δεν ήταν αργά, έπειτα, μόλις ο Παντελής απέσυρε το χέρι του απ’ τον ώμο της, διηγήθηκε διάφορα προβλήματα που είχαν με τους γιους τους, ανάμεσά τους και την επιμονή τους γι’ απόκτηση σκύλου. Ο Παντελής θυμήθηκε ότι ο Μίμης είχε στο παρελθόν ένα λαμπραντόρ και τον ρώτησε τι απέγινε. Ο Μίμης σήκωσε τα χέρια του σαν να έλεγε «Πού να ξέρω τώρα» κι έσκυψε στο ούζο του. Η Ισμήνη είπε:

-Όταν ήρθε να συγκατοικήσουμε, είδα ότι το σκυλί έπρεπε να φύγει.

-You ain’t nothing but a houndog, τραγούδησε σιγανά ο Μίμης.

-Ποτέ μου δεν άκουγα ροκ μουσική, είπε η Ελένη. Πού είναι το κακό; Εμείς στη Ρόδο ξέραμε μόνο την ντίσκο απ’ τα κλαμπ του καλοκαιριού.

Ο Μίμης χαμογέλασε.

-Και τι απέγινε; ρώτησε ο Παντελής την Ισμήνη.

-Το δώσαμε και το πήραν κάποιοι σ’ ένα κτήμα. Δεν είχαμε χρόνο να το βγάζουμε βόλτα. Και το διαμέρισμά μας δεν ήταν παλιατσαρία, ήταν ωραίο διαμέρισμα, καινούριο. Μπορούσαμε να το κρατήσουμε; Δεν νομίζω.

-Οι αγρότες που το πήραν, είπε ο Μίμης, το είχαν συνέχεια δεμένο και το τάιζαν όποτε το θυμόντουσαν. Πήγα και το είδα μια φορά: είχε ρέψει από την πείνα.

-Και στις διακοπές; Τι θα το κάναμε; είπε η Ισμήνη στον Παντελή. Θα το σέρναμε μαζί μας;

 

8

Λίγες μέρες αργότερα ο Παντελής δέχτηκε στο κινητό του ένα τηλεφώνημα απ’ το νεκροταφείο της Αργυρούπολης: η εκταφή θα γινόταν την επόμενη Τετάρτη στις 10 το πρωί.

Κλείνοντας το τηλέφωνο, στράφηκε πάλι στην εργασία του· μετά από λίγο τα παράτησε και τηλεφώνησε στον Μίμη στη Θεσσαλονίκη. Καλύτερα τώρα που η συνάντησή τους ήταν πρόσφατη, γιατί, αν το καθυστερούσε, θα έπεφτε πάλι στην παγίδα της αναβλητικότητάς του.

-Τι έγινε; τον ρώτησε ο Μίμης. Θα υποχωρήσετε στους κανακάρηδές σας και θα πάρετε σκυλί;

Πάντοτε ο Μίμης μιλούσε με θράσος, ειδικά όποτε υπολόγιζε ότι θα δεχόταν επίθεση. Κι εν προκειμένω το θράσος του είχε αποτέλεσμα: ο Παντελής ήταν έτοιμος να τον ρωτήσει αν ένιωθε τύψεις που είχε δώσει το λαμπραντόρ, αλλά τώρα δεν μπορούσε να τον ρωτήσει.

-Ίσως και να υποχωρήσουμε, είπε. Μερικές φορές η υποχώρηση φανερώνει δύναμη.

-Ξέρεις εμείς γιατί το δώσαμε; είπε ο Μίμης. Δεν το ήθελαν τα πεθερικά μου. Έβαλαν βέτο.

-Γιατί; Με τα πεθερικά σου μένετε;

-Στο ίδιο οίκημα. Κάτω αυτοί, πάνω εμείς. Μακάρι να έφευγα από τη Θεσσαλονίκη. Την βαριέμαι αφόρητα. Ξέρεις, πρέπει να βρεθούμε χωρίς γυναίκες την επόμενη φορά. Έχω χρόνια να βγω αντροπαρέα.

Ο Παντελής σκέφτηκε τον επικείμενο χωρισμό του απ’ την Ελένη κι ότι στο εξής θα του ήταν εύκολο να βρίσκεται μόνος με φίλους, όμως δεν το είπε στον Μίμη. Έστειλε χαιρετίσματα στην Ισμήνη κι έκλεισε το τηλέφωνο, έπειτα σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω μες στο γραφείο του.

Του είχε έρθει στο μυαλό η φράση του Μίμη από το ουζερί, ότι κάπως έπρεπε να είχε προειδοποιήσει τον πατέρα του. Για τον Παντελή, κάτι τέτοιο ήταν απλώς αδύνατον. Όπως δεν άντεχε να του πει «Δεν πιστεύω στη θρησκεία», έτσι δεν άντεχε να του πει ότι το διαμέρισμα το προόριζε για εκμετάλλευση.

Η Ελένη έμαθε για την εκταφή το απόγευμα, όταν επισκέφθηκαν όλοι μαζί σαν οικογένεια τη μητέρα του. Τα παιδιά θα έφευγαν την επομένη για την κατασκήνωση κι έπρεπε ν’ αποχαιρετήσουν τη γιαγιά τους.

Κάποια στιγμή πήγαν να παίξουν στην κρεβατοκάμαρά της κι ο Παντελής το ανακοίνωσε. Η Ελένη χλόμιασε. Η μητέρα του τον κοίταξε και του είπε να έρθει αύριο-μεθαύριο να του δώσει λάδι, κεριά και λιβάνι – πράγματα απαραίτητα για την εκταφή.

Η Ελένη, για ν’ αλλάξει κουβέντα, διηγήθηκε στη μητέρα του τη συνάντησή τους με τον Μίμη: καλός τύπος, αλλά τον στενοχωρούσε που δεν είχε παιδιά. Το ουζερί, όμως, ήταν εξαιρετικό. Ο Παντελής σηκώθηκε: τι την ενδιέφεραν τη μητέρα του οι φίλοι τους;

Στην κρεβατοκάμαρα ο Γιάννης, καθιστός στο διπλό κρεβάτι, έβλεπε Νικελόντεον· ο Μιχάλης, ξαπλωμένος, μισοκοιμόταν. Ο Παντελής κάθισε δίπλα τους. Ήταν δυνατόν; Του πήγαινε η καρδιά να τ’ αποχωριστεί; Υπήρχε λύση: να έβρισκε μια γκαρσονιέρα στη Γλυφάδα, κοντά στην πολυκατοικία τους, και να έμενε εκεί· θα χώριζε τα τσανάκια του με την Ελένη, αλλά θα έβλεπε τα παιδιά σε καθημερινή βάση. Μερικές φράσεις ήρθαν στο μυαλό του: Οι δύο σύζυγοι έζων εν χωρισταίς οικίαις και δεν εσυναντώντο ει μη μόνον κατά το μεσημεριανόν γεύμα. Ο ανήρ εδέχετο εις τα διαμερίσματά του ευαρίθμους φίλους και συνεργάτας, η δε γυνή, κοινωνικοτέρα εκείνου, ως άπασαι αι θυγατέραι της Εύας, διοργάνωνε απογευματινά τέια και άλλας τινάς ανοήτους δεξιώσεις.

-Μπαμπά, έτσι και μέναμε εδώ, θα παίρναμε σκυλάκι; ρώτησε ο Γιάννης.

-Έχει το σπίτι της γιαγιάς αυλή και δεν το ήξερα;

Ο Παντελής αμέσως μετάνιωσε για την απάντησή του: τέτοιες εξυπναδίστικες φράσεις άκουγε ο γιος του και μετά τις επαναλάμβανε.

Στην κουζίνα η Ελένη κι η μητέρα του κουβέντιαζαν γι’ αρρώστιες.

-Η μητέρα σου έχει πονοκεφάλους είπε η Ελένη. Πρέπει να το κοιτάξει. Όχι να το αφήσει όπως ο πατέρας σου.

Ήπιε μια γουλιά απ’ τον φραπέ που είχε φέρει μαζί της και χαμήλωσε το βλέμμα της.

-Άκου εδώ, είπε η μητέρα του κοιτώντας τον. Θέλω να πας αύριο-μεθαύριο στο μαγαζί της εκκλησίας και να μου αγοράσεις νάμα.

-Δεν πρέπει να το αφήσει, επέμεινε η Ελένη, όπως ο πατέρας σου, που δεν πρόσεξε με την καρδιά του κι έπαθε το έμφραγμα.

Η μητέρα του είπε:

-Ο πατέρας σου δεν πήγε από καρδιά. Από απελπισία πήγε.

Η Ελένη σηκώθηκε. Ο Παντελής φώναξε τα παιδιά να ετοιμαστούν.

Στο αυτοκίνητο, καθώς έβαζαν τη ζώνη τους, η Ελένη είπε:

-Αυτά δεν θέλω ν’ ακούω. Αυτές τις υπερβολές.

Ο Παντελής άναψε τη μηχανή και, κοιτώντας απ’ τον καθρέφτη τα παιδιά, τους φώναξε να βάλουν ζώνη αντί να σπρώχνονται.

-Απαράδεκτο. Να προσπαθεί να σε γεμίσει ενοχές. Δεν πήγαμε να μείνουμε μαζί τους κι ήρθε το τέλος του κόσμου.

Ο τόνος της φωνής της μαρτυρούσε αγανάκτηση και ταυτόχρονα μια διάθεση να του συμπαρασταθεί. Σαν μια διαβεβαίωση ότι ανήκε στο δικό του στρατόπεδο.

Κι αν ποτέ δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα του διαζυγίου; Αν όλα αυτά ήταν δικές του φαντασίες; Ο Παντελής είδε τον εαυτό του σ’ έναν χρόνο από τώρα να θέλει να της ανακοινώσει την απόφαση του χωρισμού και να το αναβάλλει από μέρα σε μέρα.

-Γιατί δεν ξεκινάμε; είπε η Ελένη. Τι περιμένεις; Να σκάσουμε απ’ τη ζέστη;

Μετά την εκταφή θα της το πω, σκέφτηκε ο Παντελής. Σίγουρα θα το κάνω –το υπόσχομαι στον εαυτό μου. Τέρμα τ’ αστεία.

 

9

Ο καύσωνας συνεχίστηκε και την επόμενη εβδομάδα. Ο Παντελής, όταν το βράδυ έπινε λίγο αλκοόλ, πλημμύριζε στον ιδρώτα κι ένιωθε το κεφάλι του έτοιμο να εκραγεί.

Ξημερώνοντας η Τετάρτη της εκταφής, μπήκε κάτω απ’ το ντους έχοντας στο μυαλό του ότι, αργότερα, επιστρέφοντας στο σπίτι, θα ξανάμπαινε. Στην κρεβατοκάμαρα βρήκε την Ελένη να ντύνεται.

-Θα έρθω κι εγώ, του είπε. Πήρα άδεια για σήμερα. Τι νόμιζες, θα σ’ άφηνα μόνο σου;

Κούνια που σε κούναγε, σκέφτηκε ο Παντελής.

Στο νεκροταφείο η θεία του στεκόταν δίπλα στον τάφο ντυμένη στα μαύρα και φορώντας στα πόδια της καλτσοδέτες. Τους καλημέρισε και τους είπε να κάνουν τις απαραίτητες προετοιμασίες όσο αυτή θα ειδοποιούσε τον παπά.

Η πλάκα του τάφου είχε μετακινηθεί στο πλάι. Ο Παντελής, βλέποντας τη φωτογραφία του πατέρα του στο έδαφος σε ύπτια θέση, έσκυψε και την έστησε όρθια. Η Ελένη έβαλε καρβουνάκια στο λιβανιστήρι και το άναψε, κατόπιν άναψε ένα κερί. Στην απόσταση φάνηκε η θεία του μαζί με τον ιερέα και δυο εργάτες. Φτάνοντας κοντά τους, ο ιερέας πήρε το κερί και, κρατώντας το, έψαλε το τρισάγιο. Μόλις τέλειωσε, η θεία φίλησε το χέρι του και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα· έπειτα έβαλε το αναμμένο κερί σ’ ένα ποτηράκι και το ακούμπησε δίπλα στο λιβανιστήρι. Ο Παντελής, κοιτώντας τους δυο εργάτες που είχαν αρχίσει να σκάβουν, έπιασε το πουκάμισό του και το ταρακούνησε ν’ αεριστεί νιώθοντάς το κολλημένο πάνω του. Η μυρωδιά του κεριού και του λιβανιού απλωνόταν ένα γύρο κι έμοιαζε να εντείνει τη ζέστη.

Ο Παντελής θυμήθηκε που, όταν ήταν μικρός, οι γονείς του τον έπαιρναν μαζί τους κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Θεέ μου, τι βαριεστημάρα! Η ίδια μυρωδιά κυριαρχούσε και τότε, λιβανιού και κεριού, μυρωδιά χωρίς καμιά γοητεία.

Οι εργάτες άνοιξαν το φέρετρο, έπειτα έπιασαν προσεκτικά το σάβανο και το ακούμπησαν στο έδαφος. Ο ιερέας είχε εξαφανιστεί.

-Μην κοιτάτε, είπε ο ένας απ’ τους εργάτες, ο πιο νέος, καθώς ο άλλος, γονατιστός, ετοιμαζόταν να  ξετυλίξει το σάβανο.

-Γιατί; ρώτησε η Ελένη.

-Δεν είναι ευχάριστο το θέαμα. Έχουν δει τα μάτια μου εμένα… Άλλοι κλαίνε, άλλοι λιποθυμούν, μερικοί θυμώνουν έτσι και δεν τους προειδοποιήσουμε.

Οι δυο εργάτες άρχισαν να ψαχουλεύουν με τα γαντοφορεμένα χέρια τους το σάβανο. Φάνηκε το κρανίο. Η Ελένη κι ο Παντελής κοιτάχτηκαν.

-Αχ, αναστέναξε η θεία. Βιάστ’κες, μωρέ Γιάνν’.

Εκτός απ’ το κρανίο διακρίνονταν, ανάμεσα σε ξεφτίδια κοστουμιού, η σποδός και λίγα κόκαλα που δεν καταλάβαινες από ποιο μέρος του σώματος προέρχονταν.

-Κρατάει ακόμα, είπε ο ηλικιωμένος εργάτης στον συνάδελφό του. Βλέπεις; Εδώ κι εδώ.

-Θέλει κάνα χρόνο, είπε ο νέος εργάτης.

Έπειτα στράφηκε στον Παντελή και του εξήγησε ότι δεν είχε λιώσει το σώμα τελείως κι έπρεπε να τον θάψουν σ’ έναν μικρότερο λάκκο. Εκεί θα έμενε έναν χρόνο και μετά θα ήταν έτοιμος για την οστεοθήκη. Οι δυο εργάτες τύλιξαν το λείψανο και το μετέφεραν λίγα μέτρα πιο πέρα, δίπλα στον περίβολο. Τράβηξαν απ’ το έδαφος μια μικρή πλάκα και φανέρωσαν μια τετράγωνη τρύπα, έπειτα έβαλαν μέσα το σάβανο με το περιεχόμενό του, έσυραν από πάνω την πλάκα και σηκώθηκαν. Η θεία πήγε κοντά τους και τους έδωσε από ένα χαρτονόμισμα.

-Αχ, βάσανα, είπε γυρνώντας στην Ελένη και τον Παντελή. Θυμάμι τς τελευταίους μήνις, κουρασμένους που ήταν. Δεν μπόρα’ε να πάρει τα ποδάρια τ’. Θιος σχουρέσ’ τον.

-Θεός σχωρέσ’ τον, είπε η Ελένη.

-Κι άμα του ’λιγες «Κάνε κουράγιου, χριστιανέ μ’, σήκου λίγου απάν’», δεν γύρναε να σι κοιτάξ’. Λες κι ήθιλι να πιθάνει. Αγύριστου κιφάλ’, του είχε πάρ’ απόφαση και τίποτες δε μπόρα’ε να τουν σταματήσ’.

Ο Παντελής θυμήθηκε ότι τους τελευταίους μήνες πριν από τον θάνατό του, ο πατέρας του, αν και καταπονημένος, έβγαινε να ψωνίσει, πότιζε τις γλάστρες στη βεράντα, έφτιαχνε καφέ. Μόνο που δεν χαμογελούσε – ούτε καν στα εγγόνια του. Έπειτα τον έπιασαν πόνοι στο στομάχι και τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμεινε μερικές μέρες μέσα αλλά δεν του βρήκαν τίποτα. Όταν τον έφεραν στο σπίτι, άρχισε ν’ αδυνατίζει και να δυσκολεύεται στο περπάτημα. Μια μέρα που δεν μπόρεσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, κάλεσαν το ασθενοφόρο.

-Πιδιά μ’, ώρα να πα’αίνω, είπε η θεία του.

Ο Παντελής ένιωσε τον γιακά του πουκάμισού του να τον πνίγει. Στο μυαλό του εμφανίστηκε πάλι ο πατέρας του: το χλομό του πρόσωπο, τα ρουφηγμένα, σαν απεργού πείνας, μάγουλά του, τα μισόκλειστα μάτια του. Ο Παντελής κούνησε το κεφάλι του και, γυρνώντας στη θεία του, πρότεινε να την πάει στο σπίτι της.

Η θεία του αρνήθηκε, είχε ψώνια να κάνει εκεί κοντά.

-Πα’ένετ’ ισείς, είπε σπρώχνοντάς τους και με τα δυο της χέρια. Μη στιναχουριέστε για μένα, ιγώ ησύχασα που τέλειωσ’ η δ’λειά, έφ’γε ένα βάρους από πάνου μ’, δεν θέλου τίποτ’ άλλου.

Στο αυτοκίνητο στην αρχή δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Έπειτα η Ελένη γύρισε και τον ρώτησε:

-Λες να τους πάρουμε σκυλάκι;

-Και τι θα γίνει αν τους πάρουμε;

-Έχεις δίκιο. Δεν σωζόμαστε με τίποτα.

Ο Παντελής την κοίταξε έντρομος. Τι εννοείς; ήθελε να της πει. Τι είναι αυτά τώρα; Πρέπει να καταλάβεις ότι επρόκειτο απλώς για μια κωμική συμπεριφορά που εξηγείται από την ανατροφή και τις συνήθειες των ανθρώπων της επαρχίας.

Ή μήπως αναφερόταν στις δυσκολίες του γάμου τους; Ο Παντελής στράφηκε μπροστά του ανακουφισμένος. Ναι, αυτό ήταν. Μα πού είχε πάει το μυαλό του;

Στα φανάρια της Βουλιαγμένης η Ελένη του έπιασε το χέρι. Ο Παντελής ακούμπησε στην πλάτη του καθίσματός του και κράτησε το χέρι της σφίγγοντάς το απαλά. Η Ελένη αναστέναξε, ύστερα, κοιτώντας ίσια μπροστά της, είπε:

-Πράσινο.

Κάποιος από πίσω κορνάρισε. Η Ελένη έσκυψε το κεφάλι της.

Το χέρι της ήταν δροσερό κι ο Παντελής συνέχισε να το κρατάει. Ακούστηκε πάλι ένα κορνάρισμα, έπειτα ένα αυτοκίνητο ήρθε από αριστερά τους και τους προσπέρασε.

Ο Παντελής δεν ήθελε να της αφήσει το χέρι. Όμως θα της το άφηνε – τώρα, σε λίγο. Μισό λεπτό ακόμα και θα της το άφηνε. Το βάρος της ενοχής ήταν αβάσταχτο. Δεν γινόταν αλλιώς: έπρεπε να το μοιραστεί μαζί της. Έπρεπε να το κουβαλήσουν σιγά-σιγά μέχρι το τέλος οι δυο τους, από κοινού.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.)

Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Ημερολόγιο: Επιλογή κειμένων (3/3)

(Επιλογή κειμένων, Μετάφραση: Χρήστος Γροσδάνης)

~.~

Για τον Καμύ και το τραγικό.

 Διάβασα σήμερα, χάρη στη γενναιόδωρη χειρονομία ενός φίλου παριζιάνου, τον Επαναστατημένο άνθρωπο του Καμύ, ένα χρόνο ακριβώς μετά την κυκλοφορία του. Το διαβάζω «κάτω από το θρανίο», όπως διαβάζαμε κάποτε στο σχολείο, και ο Καμύ θα μπορούσε δίκαια να εγείρει αντιρρήσεις για μια τέτοια ανάγνωση. Εντούτοις, το κείμενο αυτό έγινε αμέσως ο άξονας, το κέντρο των στοχασμών μου. «Τρόμος»; Ναι, πρόκειται για «τρόμο» – δεν μπορώ, για να πω την αλήθεια, να εκφράσω αυτό που νιώθω παρά εντός εισαγωγικών. Διότι, αν μιλώ για τρόμο, θα έλεγα ότι δεν είναι τόσο το δράμα που περιέχεται στο βιβλίο του Καμύ που με φοβίζει όσο η θέληση, τόσο αισθητή σ’ αυτόν, να δημιουργήσει ένα δράμα. Ο Χέγκελ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε, τους οποίους πρέπει να έχουμε συνεχώς στο μυαλό διαβάζοντας το βιβλίο, δεν ήταν βέβαια λιγότερο δραματικοί, αλλά εκείνη την εποχή η τραγική σκέψη της ανθρωπότητας περιείχε ακόμα την ηδονή της ανακάλυψης, ηδονή τόσο εμφανής στον Σοπενχάουερ και τόσο απτή, τόσο παιδιάστικη στον Νίτσε· ο Καμύ είναι ψυχρός.

Η κόλαση αυτού του βιβλίου είναι ανησυχητική επειδή είναι ψυχρή, κι ακόμα περισσότερο επειδή είναι ηθελημένη. Τίποτα δεν είναι ίσως πιο άδικο απ’ αυτά τα λόγια – βρίσκουμε πράγματι σπάνια βιβλίο πιο ανθρώπινο, πιο ευγενές στις προθέσεις του, και που να συνηγορεί με τόση θέρμη για την υπόθεση του ανθρώπου. Η θανάσιμή του ψυχρότητα παρ’ όλα αυτά προέρχεται από την άρνηση του Καμύ να δεχτεί μέχρι και την ευχαρίστηση που μας δίνει η κατανόηση του σύμπαντος : θέλει να μας προσφέρει μονάχα τον πόνο, και αρνείται την ηδονή του γιατρού που απολαμβάνει τουλάχιστον τη διάγνωσή του· θέλει να είναι ασκητικός. Από πού αντλεί την επιθυμία του για τη τραγωδία; Από το γεγονός ότι σήμερα, για εμάς, τραγωδία και μεγαλείο, τραγωδία και βάθος, τραγωδία και αλήθεια έχουν γίνει συνώνυμα. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν ξέρουμε πια να είμαστε μεγάλοι, βαθιοί ή αυθεντικοί παρά μονάχα μέσω του τραγικού.

Εδώ βρίσκεται αναμφίβολα ένα από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της σκέψης μας του τελευταίου αιώνα. Από τη μια πλευρά έχουμε ωριμάσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη μας είναι πλέον δυνατό ν’ απολαύσουμε την αλήθεια μας· από την άλλη είμαστε ανοιχτοί και έτοιμοι να δεχτούμε το τραγικό στοιχείο, το οποίο αναζητούμε πεισματικά σαν να πρόκειται για θησαυρό. Επιπλέον, δεν είναι ο γέρικος κόσμος μας, τόσο μονότονος μέσα στη δυστυχία του, που έγινε πιο τραγικός, αλλά ο άνθρωπος. Και σ’ αυτό το σημείο συντρέχουν λόγοι ανησυχίας: εάν δε σταματήσουμε, σκυμμένοι όπως είμαστε πάνω από το κενό, να προκαλούμε τον δαίμονα μέσα από το μηδέν του, θα καταλήξει να γεμίσει τις παραμικρότερες γωνιές της ύπαρξής μας. Το σύμπαν θα γίνει όπως το θελήσαμε. Αν υπάρχει λοιπόν στον ουρανό ένας Θεός ελεήμων, ας κάνει να «μην έχουμε πλέον άσχημα όνειρα», γιατί «αυτό δεν είναι καλό και δε θα δώσει τίποτα καλό».

Τι έχω να πω για την ηθική του Επαναστατημένου ανθρώπου;

Είναι ένα βιβλίο που θα ήθελα να επιδοκιμάσω μ’ όλη μου την καρδιά. Ιδού όμως το πρόβλημα: για μένα, όταν πρόκειται για τη σωτηρία του σύμπαντος, η συνείδηση, θέλω να πω η ανθρώπινη συνείδηση, δεν έχει την ίδια δύναμη που έχει για τον Καμύ. Δε βλέπουμε σε κάθε μας βήμα ότι η συνείδηση δεν έχει σχεδόν τίποτα να μας πει; Ο άνθρωπος σκοτώνει ή βασανίζει επειδή πιστεύει ότι έχει το δικαίωμα; Σκοτώνει επειδή οι άλλοι σκοτώνουν. Βασανίζει επειδή οι άλλοι βασανίζουν. Η πιο φριχτή πράξη γίνεται εύκολη, όταν ο δρόμος που οδηγεί εκεί είναι ανοιχτός· έτσι, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης το εργοτάξιο του θανάτου ήταν τόσο καλά οργανωμένο που ο μικροαστός, ανίκανος στο σπίτι του να πειράξει μύγα, σκότωνε τον πλησίον του ανενδοίαστα. Και αυτό που σήμερα μας κάνει να σαστίζουμε δεν είναι το τάδε ή το δείνα σύμπλεγμα προβλημάτων, αλλά, για να εκφραστώ έτσι, η διάλυση αυτών των προβλημάτων στο εσωτερικό της ανθρώπινης μάζας, η εκμηδένισή τους από τη δράση των ανθρώπων.

hg_gombrowicz_2.jpg

 Σκοτώνω επειδή σκοτώνεις. Εσύ και αυτός και εσείς όλοι βασανίζετε, λοιπόν και εγώ επίσης βασανίζω. Τον σκότωσα επειδή θα με σκοτώνατε, αν δεν τον σκότωνα. Αυτή είναι η γραμματική και η σύνταξη της εποχής μας. Από αυτό μπορούμε να συναγάγουμε ότι η κινητήρια δύναμη της δράσης δεν εδράζεται στην ανθρώπινη συνείδηση, αλλά στη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στο άτομο και τους άλλους ανθρώπους. Κάνουμε το κακό όχι επειδή εκμηδενίσαμε το Θεό μέσα μας, αλλά επειδή ο Θεός και ο Διάβολος χάνουν κάθε σημασία από τη στιγμή που ένας άλλος άνθρωπος, ο πλησίον μας, γίνεται ο κριτής της εκτελούμενης πράξης. Πουθενά στο βιβλίο του Καμύ δε βρίσκω αυτή την τόσο απλή αλήθεια: το βάρος της αμαρτίας είναι αντιστρόφως ανάλογο της ποσότητας των ανθρώπων που τη διαπράττουν. Και αυτή η υποτίμηση της αμαρτίας και της ανθρώπινης συνείδησης δεν αντανακλάται πουθενά μέσα σ’ ένα βιβλίο του οποίου ο στόχος αντίθετα είναι να τις υπερτονίσει. Έπειτα από τόσους άλλους συγγραφείς, ο Καμύ βγάζει κι αυτός τον άνθρωπο από την ανθρώπινη μάζα και από την κοινωνία με τον συνάνθρωπό του· περιορίζεται να αντιπαραβάλλει την ανθρώπινη ψυχή στην ύπαρξη, πράγμα που ισοδυναμεί με το να βγάζει το ψάρι από το νερό.

Η σκέψη του είναι υπερβολικά ατομικιστική, υπερβολικά αφηρημένη. Πάει καιρός που αυτό το είδος ηθικολόγων μου φαινόταν μετέωρο πάνω από το κενό. Θέλετε να μη σκοτώνω; Να μην καταδιώκω; Κυρίως μην προσπαθείτε να μου εξηγήσετε ότι η εξέγερση αποτελεί «εκδήλωση αξίας». Επιχειρείστε καλύτερα να αποφορτίσετε όλο το δίκτυο των εντάσεων που συσσωρεύεται ανάμεσα σε μένα και τους άλλους, δείξτε μου πώς να μην υποκύψω σ’ αυτό. Η συνείδηση; Φυσικά και έχω μια συνείδηση αλλά, όπως όλα σ’ εμένα, είναι μια συνείδηση μισή, μια συνείδηση που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί. Είμαι κατά το ήμισυ τυφλός. Είμαι ελαφρύς, ασήμαντος. Είμαι όπως να ’ναι. Όσο τρομαχτικός γνώστης του κατώτερου κόσμου κι αν είναι, και ένας από αυτούς που μπόρεσε να εκφράσει άριστα το κενό που απομένει στην ατελή ανθρωποποίησή μας, ακόμα και ο ίδιος ο Καμύ καταλήγει να αναζητεί τη σωτηρία μας σε φράσεις και σε διατυπώσεις  εξιδανικευμένες.

Γιατί λοιπόν διαβάζοντας τους ηθικολόγους έχω πάντα την αίσθηση ότι ο άνθρωπος τους ξεφεύγει; Η ηθική τους μου μοιάζει αφηρημένη, θεωρητική, δίχως δυνατότητες, σαν η πραγματική μας ύπαρξη να συμβαίνει κάπου αλλού, εκτός αυτής. Και σας ρωτώ: είναι πράγματι ο Καμύ που μου μιλάει μέσα από αυτό το βιβλίο; Ή μια ορισμένη σχολή σκέψης γεννημένη σε γαλλική γη χάρη στις συλλογικές προσπάθειες των διαφόρων Πασκάλ; Και ιδού που οι άνθρωποι αυτής της σχολής έρχονται να εφαρμόσουν κατευθείαν σε μένα και στους άλλους ένα όργανο τελειοποιημένο και ακονισμένο από την εντατική δουλειά γενεών φιλοσόφων. Δεν είναι μια ηθική υπερβολικά εξειδικευμένη; Ευρεία; Υπερβολικά επινοημένη; Πώς να το πω… υπερβολικά βαθιά; Ακραία; Ανυψωτική; Μια ηθική η οποία όχι μόνο αποτελεί προϊόν ανθρώπων προικισμένων με μια αίσθηση του βάθους ιδιαίτερα εκλεπτυσμένη, αλλά οι οποίοι επιπρόσθετα τελειοποιούνται αδιάκοπα μεταξύ τους. Η σκέψη τους είναι ατομιστική  μονάχα επιφανειακά – ακόμα κι αν ενδιαφέρεται για το άτομο, δεν είναι ποτέ έργο του.

Το πάθος του Καμύ συχνά θραύει αυτόν τον σκελετό και τότε αναπνέω. Ωστόσο, η αφύσικη και εξιδανικευμένη συνείδηση που μας προτείνει ο Καμύ, αυτή η οριστική και κοσμική συνείδηση με κουράζει. Πώς να ζωογονήσω αυτή την ηθική, να της αφαιρέσω τη θεωρητική της όψη, τι να κάνω ώστε να αγγίξει μέσα μου τον άνθρωπο; Μάταια ο Καμύ θέλει να βαθύνω τη συνείδησή μου. Το πρόβλημα μου δεν είναι να την τελειοποιήσω, αλλά να ξέρω πριν απ’ όλα σε ποιο βαθμό η συνείδησή μου είναι δική μου. Πράγματι, αυτή που διαθέτω σήμερα είναι προϊόν της κουλτούρας μας, και αν αληθεύει ότι η κουλτούρα είναι προϊόν των ανθρώπων, πόρρω απέχει από το να είναι πανομοιότυπη με τον άνθρωπο. Ορίστε που θέλω να καταλήξω: όταν θέλετε να μου εφαρμόσετε αυτό το συλλογικό προϊόν, αποφύγετε να με μεταχειριστείτε σαν μια αυτόνομη και μοναχική ψυχή μέσα στον κόσμο, γιατί ο δρόμος που οδηγεί σε μένα περνά από τους άλλους. Εάν θέλετε τα λόγια σας να πιάσουν τόπο, οφείλετε να τους λάβετε υπόψη.

            Η αίσθηση μοναξιάς που πηγάζει από τον Καμύ δε μας καταβάλλει λιγότερο από την ξηρότητα του μαρξιστικού κολεκτιβισμού. Όσο πιο αληθινές είναι οι αξίες του Επαναστατημένου ανθρώπου τόσο περισσότερο αυτό το βιβλίο μας γεμίζει ανησυχία. Θαυμάζω, βέβαια, συμφωνώ, βρίσκω στήριγμα, προσυπογράφω ευχαρίστως, αλλά την ίδια στιγμή θωρώ με δυσπιστία την ίδια μου την προσχώρηση. Και αν προχωρώ στον ίδιο δρόμο, δεν είναι επειδή το θέλω, αλλά επειδή είμαι αναγκασμένος.

~.~

Για τα μουσεία και την τέχνη γενικότερα

            Συνάντησα στους Γκροντζίτσκι τον νεαρό ποιητή Έσλερ και του δήλωσα: Δεν πιστεύω στη ζωγραφική. (Στους μουσικούς λέω: Δεν πιστεύω στη μουσική). Έμαθα αργότερα από τον Γκροxόλσκι ότι ο Έσλερ τον ρώτησε εάν καλλιεργώ αυτό το είδος των παραδοξολογιών για πλάκα. Δεν μπορούν καν να διανοηθούν πόση αλήθεια κρύβεται πίσω από αυτήν την πλάκα – αλήθεια αναμφισβήτητα αυθεντικότερη από τη δουλική τους «αφοσίωση» στην τέχνη.

Υποκύπτοντας στις πιέσεις του Ν… τον συνόδευσα χθες στο Museo Nacional de Bellas Artes. Η πληθώρα των πινάκων με εξουθένωσε, πριν καν αρχίσω να τους κοιτώ· περνούσαμε από τη μια σάλα στην άλλη, σταματούσαμε μπροστά σ’ έναν πίνακα, έπειτα πλησιάζαμε έναν άλλο. Ο σύντροφος μου ανέδιδε την «απλότητα» και τη «φυσικότητα» (αυτή τη φυσικότητα δευτέρου βαθμού που είναι στην πραγματικότητα κυριαρχημένη επιτήδευση) και, σύμφωνα με το ισχύον savoirvivre, απέφευγε οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικό… Όσο για μένα, μέσα μου κυριαρχούσε η απάθεια ανακατωμένη με αηδία, αποστροφή, εξέγερση, θυμό και αίσθηση παραλογισμού.

Υπήρχαν εκτός από εμάς καμιά δεκαριά άτομα που πλησίαζαν, θαύμαζαν, απομακρύνονταν… Οι μηχανικές κινήσεις τους, οι πνιγμένες τους φωνές τους έκαναν να μοιάζουν με μαριονέτες, και τα πρόσωπά τους εκμηδενίζονταν μπροστά στα πρόσωπα των πινάκων που μας ατένιζαν από ψηλά. Δεν είναι η πρώτη φορά που ένιωσα ενοχλημένος από το πρόσωπο της μεγάλης τέχνης η οποία εκλείπει το πρόσωπο των ζωντανών. Ποιοι συχνάζουν στα μουσεία; Κάποιοι ζωγράφοι, πιο συχνά ένας φοιτητής καλών τεχνών, μια γυναίκα που δεν ξέρει πώς να σκοτώσει τον χρόνο της, τουρίστες που επισκέπτονται την πόλη… Ποιος λοιπόν ακόμα; Σχεδόν κανείς, παρόλο που όλος ο κόσμος είναι έτοιμος να ορκιστεί γονατιστός στις θεότητές του ότι ο Τιτσιάνο και ο Ρέμπραντ μπορούν να προκαλέσουν ανατριχίλες.

Αυτή η αδιαφορία δε με εκπλήσσει. Αυτές οι γεμάτες πίνακες άδειες αίθουσες, ορίστε κάτι το τρομαχτικό και το απωθητικό, ικανό να σας ρίξει στα βάραθρα της απελπισίας. Οι πίνακες; Μα έχουν φτιαχτεί για να ’ναι ο ένας κρεμασμένος δίπλα από τον άλλο σ’ έναν άδειο τοίχο; Ένας πίνακας προορίζεται να διακοσμήσει ένα εσωτερικό, να ευχαριστήσει αυτούς που τον κοιτούν κάθε μέρα. Στο μουσείο υπάρχει πληθώρα, η ποσότητα εξουδετερώνει την ποιότητα, τα αριστουργήματα, με την ντουζίνα, παύουν να είναι αριστουργήματα. Ποιος μπορεί να κοιτάξει όπως πρέπει τον Μουρίγιο, όταν ο Τιέπολο από δίπλα επιζητεί το βλέμμα του, όταν τριάντα άλλοι πίνακες του φωνάζουν κοίταξε με, κοίταξε με; Υπάρχει ένα απροσμέτρητο, εξευτελιστικό χάσμα ανάμεσα στην πρόθεση καθενός από αυτά τα έργα που είναι αποκλειστική και μοναδική – και την έκθεσή τους μέσα σ’ αυτό το κτήριο. Αλλά η τέχνη, – και όχι μόνο η ζωγραφική τέχνη – κατακλύζεται από περιθωριακούς παραλογισμούς, χάσματα, ασχήμιες, ανοησίες που με βιασύνη εξολοθρεύουμε από μέσα μας. Ο γέρος, γκριζομάλλης τενόρος παίζοντας τον Ζίγκρφιντ, οι τοιχογραφίες που είναι σχεδόν αδύνατο να καταλάβουμε, η Αφροδίτη με τη ξεριζωμένη μύτη, η γριά ρυτιδιασμένη κυρία που σας απαγγέλει νεανικά ποιήματα, τίποτα απ’ όλα αυτά δε μας σοκάρει.

            Είμαι, προσωπικά, όλο και λιγότερο πρόθυμος να μοιράσω την ευαισθησία μου σε ξεχωριστά τμήματα, και αρνούμαι να κλείσω τα μάτια μου σ’ όλους τους παραλογισμούς που, χωρίς να ’ναι τέχνη, τη συνοδεύουν. Απαιτώ από την τέχνη όχι μόνο να είναι καλή, αλλά κυρίως να ’ναι γερά ριζωμένη στην πραγματικότητα. Δεν ανέχομαι ούτε ναούς τέχνης ούτε δεήσεις υπερβολικά γελοίες. Εάν τα αληθινά αριστουργήματα οφείλουν να μας ενθουσιάζουν, γιατί το συναίσθημα μας είναι τόσο φοβισμένο, αβέβαιο, δισταχτικό; Πριν να γονατίσουμε μπροστά σ’ αυτό το αριστούργημα, αναρωτιόμαστε αν είναι όντως ένα αριστούργημα, θέλουμε τάχιστα να μάθουμε αν πρέπει πραγματικά να πέσουμε ξεροί μπροστά του, εάν έχουμε το δικαίωμα να νιώσουμε ουράνιες ηδονές και αφού πια έχουμε σιγουρευτεί, η έκσταση μας καταλαμβάνει. Πώς, σας παρακαλώ, να συμφιλιώσουμε την υποτιθέμενη κεραυνοβόλα δύναμη της τέχνης, δύναμη ακατανίκητη, αυθόρμητη, προφανή με τις διστακτικές αντιδράσεις μας; Εξάλλου, σε κάθε βήμα, γελοίες γκάφες, φριχτές ιστορίες και μοιραία λάθη έρχονται να ξεμασκαρέψουν την υποκρισία της γλώσσας μας. Κάθε στιγμή τα γεγονότα χαστουκίζουν τα ψέματά μας. Γιατί αυτό το πρωτότυπο κοστίζει δέκα εκατομμύρια, ενώ αυτό το αντίγραφο που σας κάνει την ίδια ακριβώς εντύπωση κοστίζει μόνο δέκα χιλιάδες; Γιατί μπροστά στο πρωτότυπο αυτές οι μάζες ευλαβικά γονατισμένες και μπροστά στο αντίγραφο – κανείς; Όσο περνούσε για ένα έργο του Λεονάρντο, αυτός ο πίνακας δημιουργούσε ουράνια συναισθήματα και ορίστε που σήμερα, αφού η ανάλυση έδειξε ότι στην πραγματικότητα ήταν ο πίνακας ενός μαθητή, κανείς δεν του ρίχνει ούτε μια ματιά. Και αυτή η πλάτη του Γκωγκέν, πραγματικό αριστούργημα! Ναι, αλλά για να μπορέσει κανείς να την εκτιμήσει, πρέπει να έχει τεχνικές γνώσεις, να παίζει στα δάχτυλα του χεριού του την ιστορία της ζωγραφικής, να έχει γούστο ειδικού. Λοιπόν, με ποιο δικαίωμα αυτοί που δεν είναι καθόλου εκπαιδευμένοι το θαυμάζουν; Όμως – έλεγα στον σύντροφό μου έχοντας εγκαταλείψει το μουσείο – εάν, αντί να αναλύσουμε τα χρώματα, υποβάλλουμε τις αντιδράσεις του θεατή σε μια αυστηρή πειραματική εξέταση, θα ανασύρουμε στην επιφάνεια άπειρα ψέματα που θα τραντάξουν όλους τους Παρθενώνες και θα κάνουν να κοκκινίσει από ντροπή η Σιξτίνα.

32-41a-thumb-large

Με λοξοκοίταξε επειδή τον έκανα να ζήσει μια κρίση εμπιστοσύνης. Τα επιχειρήματά μου του φαίνονταν απλοϊκά, όχι πως έβρισκε ότι έχω άδικο, άλλα δε χρησιμοποιούσα τη γλώσσα ενός ατόμου της καλλιτεχνικής « κοινότητας » : ούτε ο Μαλρώ ούτε ο Κοκτώ ούτε κανείς από αυτούς που θαύμαζε δεν θα εκφραζόταν έτσι. Υπήρχε στα λόγια μου μια ζώνη εννοιών που αυτοί είχαν ξεπεράσει από πολύ καιρό, μια ζώνη οριστικά «κατώτερη», κάτω του επιτρεπόμενου επιπέδου. Πώς μπορούσαμε να μιλάμε για την τέχνη σε τέτοιο τόνο; Και ήξερα τι του περνούσε από το μυαλό: ήμουν στα μάτια του ένας Πολωνός, άρα ένας βάρβαρος, αλλά ήμουν την ίδια στιγμή ο συγγραφέας βιβλίων που ο ίδιος θεωρούσε «ευρωπαϊκά»… Έτσι, αυτά τα λόγια δεν ήταν στα χείλη μου τα λόγια ενός πρωτόγονου σλάβου, αλλά ένα είδος προσποίησης ή ένας κακός αστεϊσμός. Δήλωσε: τα λέτε αυτά για να με προκαλέσετε.

  Να τον εκνευρίσω! Να τον εξοργίσω! Αφού η βλακεία σας δεν παύει να μ’ εξοργίζει, ας σας εξοργίσω λίγο με τη σειρά μου! Και γιατί, σας παρακαλώ, δεν καταλαβαίνετε ότι κάθε εκλέπτυνση, όχι μόνο δεν αποκλείει την απλότητα, αλλά μπορεί και πρέπει να συνδυάζεται μαζί της. Ότι αυτός που δουλεύοντας την ίδια του την πολυπλοκότητα αγνοεί την τέχνη του να γίνεται ταυτόχρονα πιο απλός, χάνει αυτόματα την ικανότητα να αντιστέκεται στις δυνάμεις που διέγειρε και οι οποίες θα καταλήξουν να τον καταστρέψουν. Και ακόμα και αν στα λόγια μου υπήρχε μονάχα η άρνησή μου να «υποστώ» την τέχνη, η επιθυμία μου να διατηρήσω απέναντί της όλη μου την ανεξαρτησία, ακόμα και τότε άρμοζε να χειροκροτήσουμε: αυτή είναι μια καλή και υγιής πολιτική για έναν καλλιτέχνη. Είχα επίσης μέσα μου και άλλους, βαθύτερους λόγους που ο σύντροφός μου δεν μπορούσε παρά να αγνοεί. Θα μπορούσα να του είχα πει αυτό:

– Με νομίζετε αφελή, ενώ είστε εσείς ο αφελής. Ούτε καν διανοείστε τι συμβαίνει μέσα σας όταν κοιτάζετε αυτούς τους πίνακες. Πιστεύετε αναμφίβολα ότι πλησιάζετε την τέχνη με τη θέληση σας, γοητευμένος από την αίγλη της, ότι η κοινωνία σας μαζί της λαμβάνει χώρα σε μια ατμόσφαιρα ελευθερίας, ότι η ευχαρίστηση, θεϊκά αναβλύζουσα από την μπαγκέτα του Ωραίου, γεννιέται μέσα σας αυθόρμητα… Η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική: ένα χέρι σας άρπαξε από το σβέρκο, για να σας φέρει μέχρι αυτόν τον πίνακα και να σας πετάξει στα γόνατα μπροστά του, μια θέληση πολύ δυνατότερη από τη δικιά σας που σας εξαναγκάζει να προσπαθήσετε να νιώσετε τα δέοντα συναισθήματα. Ποιο χέρι και ποια θέληση; Αυτό το χέρι δεν είναι ενός ανθρώπου, αυτή η θέληση είναι συλλογική, διαμορφωμένη σε μια διάσταση που αγνοείτε τελείως: τη διανθρώπινη. Και δε θαυμάζατε καθόλου, προσπαθείτε να θαυμάσατε.

Ορίστε αυτά που θα μπορούσα να του πω και άλλα ακόμα… αλλά δεν το έκανα. Πρέπει όλα αυτά να παραμείνουν πνιγμένα μέσα μου· τι να κάνω για να δώσω σ’ αυτήν τη σκέψη το ειδικό της βάρος; Να τη χτίσω πιο στέρεα, να την εισάγω σε μια εργασία πιο ευρεία: ο χρόνος που διαθέτω είναι ο χρόνος – που κανείς δε σέβεται – ενός κατώτερου υπαλλήλου[1]. Πρέπει λοιπόν να εκφράζομαι με μισές λέξεις; Με απλούς υπαινιγμούς για μια αλήθεια που δεν έρχεται ποτέ πλήρως στο φως; Όφειλα να μείνω έτσι ανέκφραστος και αποσπασματικός, δίχως βοήθεια απέναντι στο παράλογο που μου παραμορφώνει το πρόσωπο – και όχι μονάχα το δικό μου…

Μου λέει: θαυμάζω. Εγώ, λέω: προσπαθείτε να θαυμάσετε. Λεπτομέρεια, αλλά είναι ακριβώς πάνω σ’ αυτήν τη λεπτή διαφορά που κατορθώσαμε να χτίσουμε ένα βουνό αξιολύπητων ψεμάτων. Και στη σχολή του ψεύδους κατασκευάζεται ένα ύφος: όχι μονάχα ένα ύφος τέχνης, αλλά κυρίως ένα ύφος  σκέψης και συναισθήματος, υιοθετημένο από μια ελίτ που συχνάζει στα μουσεία με σκοπό να οξύνει την ευαισθησία της και να κατακτήσει την τέχνη της φόρμας.

ΒΙΤΟΛΝΤ ΓΚΟΜΠΡΟΒΙΤΣ


[1] Κατά την περίοδο της παραμονής του στην Αργεντινή, ο Γκομπρόβιτς δούλεψε στην τράπεζα Banco Polaco για εφτά χρόνια, από το 1947 ως το 1955.

~.~

(Δείτε το πρώτο και το δεύτερο μέρος του μικρού αφιερώματος στον Βίτολντ Γκομπρόβιτς)

Καρτερώντας τον κράχτη

Hercules_fighting_the_Centaurs

Ο Κωστής Παλαμάς και η νεωτερική τομή

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Ένας αιώνας μάς χωρίζει πια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ενός πολέμου που όχι μόνον άλλαξε δια παντός το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο status quo, όχι μόνο έθεσε εν αμφιβόλω τις αξίες και τα προτάγματα που είχαν απορρεύσει από το κίνημα του Διαφωτισμού και —με την θετικιστική αντίληψη του 19ου αιώνα— είχαν θεωρηθεί λίγο-πολύ ως ευρέως δεδομένα και ως το de facto μέλλον του κόσμου, αλλά επέτεινε με ραγδαίους ρυθμούς τη διασάλευση της πατροπαράδοτης τάξης και της παραδοσιοκρατικής αντίληψης, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείται σήμερα ίσως η κυρίαρχη τομή για το εκ των πραγμάτων πέρασμα του δυτικού κόσμου στην οριστικά νεωτερική και μοντέρνα περίοδό του. Κι ενώ η Ευρώπη του σήμερα, που αναζητά εναγωνίως σε κάθε λογής θραύσματα τμήματα της ταυτότητάς της αδυνατώντας ουσιαστικά να την ανιχνεύσει, θυμάται, τιμά και κάνει εκτενέστατα αφιερώματα επιλεκτικά στις ρήξεις, τις ασυνέχειες και τις πρώιμες έκκεντρες αφηγήσεις εκείνης της περιόδου, αξίζει πιστεύουμε τον κόπο να εστιάσουμε ακριβώς στην αντίθετη πλευρά και σε μια τέχνη εξωστρεφή και μεγαλόπνοη που η νεωτερικότητα απέρριψε ως ”ξεπερασμένη“, αφού δεν χωρούσε στο νέο σχήμα της για τον κόσμο. Η συνειδητή, μάλιστα, επίκληση μιας τέτοιας άποψης για την τέχνη εν έτει 2018 φαίνεται πως καθίσταται εντέλει η ριζοσπαστικότερη και πρωτοποριακότερη των πράξεων.

 Εκατό χρόνια, λοιπόν, από την περίοδο συγγραφής της πλειοψηφίας των ποιημάτων των Βωμών του Κωστή Παλαμά,[1] της τελευταίας κατά γενική ομολογία μεγαλόπνοης συλλογής του, προτού το Εθνικό Όραμα συντριβεί βίαια στη Μικρά Ασία[2] και ο ποιητής περάσει στην τρίτη και πιο χαμηλότονη περίοδο της ποιητικής του παραγωγής. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει την Ελλάδα νωθρή, αν και θριαμβεύτρια των Βαλκανικών Πολέμων, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο να συγκρούεται με στάση ουδετερότητας των Ανακτόρων που δεν τολμούσαν να πάρουν ανοιχτά θέση υπέρ των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Ώσπου εντέλει η χώρα μας αναγκαστεί να λάβει ενεργό συμμετοχή στο πλευρό της Αντάντ, έχουν προηγηθεί Διχασμός, Εμφύλιος και δολοφονίες σημαινόντων και ασήμαντων προσώπων. Ο Παλαμάς, όμως, δεν μπορεί σε ένα τέτοιο διάστημα να μένει σιωπηλός και αδρανής, ιδιαίτερα όταν βλέπει τον κόσμο γύρω του να αλλάζει, να «ξεσπερμεύωνται οι λαοί» και να «ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες» («Όταν ξεσπερμεύωνται οι λαοί / και ξεθεμελιώνονται οι πατρίδες, / μέσα στων πολέμων τη βοή / κ΄ έξω και παράμερα δεν είδες;»), όταν είναι σε θέση να δει πρώτος το σκοτάδι που χαράζει. Κι αντιμετωπίζει την απειλητική πραγματικότητα με το ισχυρότερο των όπλων το οποίο ξέρει τόσο μα τόσο καλά να χειρίζεται – τη γραφή.

 Οι Βωμοί, όπως και οι περισσότερες συλλογές του Παλαμά, συμπεριλαμβάνουν τόσο μεγαλόπνοα ποιήματα όσο και χαμηλόφωνα και ολιγόστιχα, με τις διακυμάνσεις της έντασης και της οξύτητας του λόγου να είναι συνεχείς, χαρακτηριστικό δηλωτικό της πολυσχιδούς φύσης και του ταλέντου μιας πένας που είχε τη δυνατότητα ποιητικού σχολιασμού επί παντός επιστητού. Ο βασικός όμως πυρήνας όλων των επιμέρους ενοτήτων που συναπαρτίζουν τη συλλογή είναι ένας: η ραγδαία αλλαγή του γύρω κόσμου, καθώς η ισχύουσα συνεκτική αφήγηση σπάει εις τα εξ ων συνετέθη, ο χάρτης ξαναμοιράζεται και ο κάθε παίκτης διεκδικεί την μοναδική δυνατή ερμηνεία του κόσμου για λογαριασμό του. Έτσι, δίπλα στις γνώριμες μορφές του Βασιλόπουλου, της Κασσιανής και της Νεράιδας, βλέπουμε να “απογειώνεται” και να υμνείται το αεροπλάνο με μια ένταση που θα ζήλευε και ο Ιταλός φουτουριστής Φ. Τ. Μαρινέττι («Πάρτε, με καπνοκάραβα, και σύρτε με, βαγόνια […] λαοί, στεριές, χώρες, καθεμιά και μια Βαβέλ που υψώνει / προς κάποιο θεό τον όγκο της προκλητικά, με θράσος. / Και της πρωτομαστόρισσας αρχόντισσας του κόσμου / και της κυκλώπειας Μηχανής […] τη χάρη / πάω να τη βρω […] και να τη διαλαλήσω.»), παρατηρώντας παράλληλα την ποιητική περσόνα του ”Στοχαστή” να μην είναι πια σε θέση να απαντήσει αν ο πόλεμος και η λάβα γεννούν το νέο και να αφήνεται στη ροή του ποταμού των γεγονότων («Ο Πόλεμος, των πάντων ο πατέρας; / Μυνήτρα πλούσιας βλάστησης η λάβα; / Πώς θα πιαστή το πλάσμα από το τέρας; / – ποιος ξέρει; Τράβα.»). Και ο ποιητής που αποτυπώνει τόσο παραστατικά την αλλαγή του βιοϊστορικού κύκλου και τη γέννηση του νέου τη στιγμή της δημιουργίας του πού ακριβώς άραγε βρίσκεται; Στην αγάπη που καλείται να φέρει μεσούσης «της φλόγας και του φόνου και του κνούτου»; Στη «διπλομαναξιά» του έξω και του μέσα κόσμου που διαιρεί στα δύο το υποκείμενο; Ή μήπως στις περίφημες συμβουλές του προς τις μέλλουσες γενιές των «Πατέρων» στις οποίες και θα επανέλθουμε; Μάλλον σε όλα από τα παραπάνω, γιατί από τον Παλαμά δεν μπορεί κανείς να περιμένει μία μονάχα όψη της αλήθειας. Για να γίνει όμως αυτό κατανοητό, αξίζει να εστιάσουμε σε ένα από τα κομβικότερα ποιήματα της συλλογής, τη «Χώρα που δεν πεθαίνει».

Εκκινώντας από έναν θρύλο της παράδοσης, ο Παλαμάς στήνει με τον απλούστερο δυνατό εκφραστικά τρόπο έναν κόσμο που (μετα-μοντέρνα και πρωθύστερα) θα ονομάζαμε δυστοπικό, δεκαετίες πριν τους αντίστοιχους του Θαυμαστού καινούριου κόσμου του Χάξλεϋ (1932) και του μεγάλου αδερφού τού 1984 του Όργουελ (1949).[3] Ο ήρωας του παλαμικού ποιήματος επιδιώκει να ξεφύγει από τον όλεθρο και το θάνατο κι αναζητά την ουτοπική χώρα της αιώνιας ζωής. Κατορθώνει εντέλει και βρίσκει έναν τόπο που θεωρεί πως εκπληρώνει τις επιθυμίες του, έως ότου καταλάβει πως η ευτυχία του αυτή είναι επιφανειακή και ναρκοθετημένη και πως η διαρκής αβεβαιότητα της νέας του πατρίδας τόν κάνει να εκλιπαρεί για την προγενέστερη μορφή του κόσμου με τον θάνατο παρόντα. Τα στάδια που ακολουθεί η περιπλάνησή του είναι τα εξής: α). αναγνώριση του τέλματος στην παλαιά τάξη πραγμάτων («Πού νάβγω; Παντού ο τάφος. Η στια σβυστή. Πού νάμπω; / Πού σκεπή; Πού αντιστύλι; Πού νάβρω μετερίζι;») κι επιθυμία για την εύρεση της ουτοπίας- ευτοπίας, β). αναζήτηση της χώρας που δεν πεθαίνει σε διάφορα μέρη ανά τον κόσμο, γ). εύρεση της πολυπόθητης χώρας κι αναγνώριση πως πρόκειται για τον τόπο εκπλήρωσης της επιθυμίας για αθανασία («Να η τρισμακαρισμένη! Κ΄ οι ανθρώποι, να! θεοί») (παρά τη σκιά του βουνού που παρουσιάζεται παρενθετικά κι αγνοείται ακόμα), δ). αποκάλυψη από έναν πολίτη του φοβερού μυστικού που διέπει τη ζωή στη νέα αυτή πατρίδα και δεν είναι άλλο από τον —αγνώστων λοιπών στοιχείων— “κράχτη” που κράζει ένα όνομα στο σκοτεινό βουνό και το άτομο αυτό εξαφανίζεται δια παντός («…και βλέπεις τον κρασμένο κι αμέσως ξεκινά, / χάνεται, πάει και πάει και δεν ξαναγυρνά.»), ε). τρόμος του ήρωα και διαρκής αγωνία στο εξής στη ζωή του για το πότε θα βγει ο “κράχτης” που θα κράξει το όνομά του («Οϊμένα, καινούρια ανατριχίλα […] με σφάζει, όλο με σφάζει, γιατί όλο και προσμένω / τον κράχτη να με κράξη…»), στ). ευχή για επιστροφή στην «πρώτη του γωνιά» με το θάνατο στην αρχική του θέση («Α! φέρτε με στην πρώτη γωνιά μου τη σβυσμένη, / να πω να ξανακούσω: -Πεθαίνει εδώ; -Πεθαίνει.»).

 Δεν έχει νόημα να εστιάσουμε αυστηρά και μόνο στην απώθηση του θανάτου από τη νεωτερική κοινωνία[4] σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή ούτε θαρρώ όλη η ουσία του ποιήματος του Παλαμά βρίσκεται αυστηρά και μόνο σε μια τέτοια προσέγγιση, αξίζει όμως να δώσουμε τα βασικά στοιχεία. Από τους λευκούς θαλάμους των νοσοκομείων του Θαυμαστού Καινούριου Κόσμου του Χάξλεϋ όπου κανείς δεν δικαιούται να διαταράξει την ιδιότυπη νιρβάνα των μελλοθάνατων έως τις μαζικές εκτελέσεις των κλώνων στη μελλοντική Σεούλ του Μίτσελ στον πρόσφατο Άτλαντα του ουρανού (2004)[5] μεσολαβούν πολλά επίπεδα βαρβαρότητας, η βάση όμως παραμένει η ίδια: ο θάνατος είναι ακριβώς το στοιχείο εκείνο που τρέμει η νεωτερικότητα και δεν τολμά ποτέ να κοιτάξει στα μάτια, καθώς αποτελεί το ύψιστο παράδειγμα πως η απόλυτη κυριαρχία του ατόμου και η «εντεύθεν της ζωής εσχάτη κρίση» (όπως θα έλεγε και ο σύγχρονος νεοφορμαλιστής ποιητής Α. Μνησιβιάδης)[6] που ευαγγελίζεται δεν είναι παρά μια αυταπάτη. Έτσι και στη «Χώρα που δεν πεθαίνει», ο θάνατος είναι μεν ο μεγάλος απόντας, η βαριά σκιά του όμως και ο διαρκής τρόμος για την πιθανή έλευσή του στο σκοτάδι του βουνού μετά το κάλεσμα του κράχτη κυριαρχούν κι εντέλει ορίζουν τη ζωή των κατοίκων της, καθιστώντας τον επί Γης Παράδεισο της αθανασίας μια μεγάλη Κόλαση. Η αθανασία, επομένως, δεν είναι είτε σε παλιές είτε σε καινούριες συνθήκες παρά μια πλάνη (και η αθανασία της γραφής άραγε; –εδώ μπορεί κανείς εύλογα να κάνει παραλληλισμούς μεταξύ άλλων και με άλλα έργα του Παλαμα, ενδεικτικά: «Φοινικιά», «Μεγάλος είσαι» κ.ά.) και ο ήρωας επικαλείται στο τέλος εκ νέου τον θάνατο έτσι όπως τόν είχε γνωρίσει με όλη του τη φρίκη κι είχε προηγουμένως απορρίψει, παρόλο που γνωρίζει ξεκάθαρα ως η παλιά γωνιά του είναι πια δια παντός «σβυσμένη», αφού ο χρόνος και η Ιστορία δεν γυρνούν πίσω.

f2-thumb-largeΈχοντας απορρίψει την απορρέουσα από την θεοκρατική μεταφυσική συνεκτική αφήγηση, η νεωτερικότητα δομήθηκε κατά βάση πάνω σε ατομοκεντρικές θεωρήσεις και θεάσεις του Όλου, με τους ανθρώπους ”θεούς” στη θέση αυτών που έριξαν από το βάθρο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη «τρισμακαρισμένη» χώρα του ποιήματος. «Μέλλεται κόσμος τρισμεγάλος / χαροποιός / μα το ύψιστο του λείπει κάλλος / ο Θεός», έχει πει αλλού ο Κωστής Παλαμάς.[7] Για «δέηση», «μονάξια», «νήστεια» κάνει λόγο εδώ όταν αναφέρεται στην —ξεκάθαρα ατομική και μοναχική— πορεία του ανθρώπου σ’ αυτό το νέο κόσμο που βλέπει να ξημερώνει, με το θεό απόντα και τον θάνατο ηθελημένα αόρατο. Και στο σημείο αυτό αξίζει να λυθεί μια παρεξήγηση ενός σχεδόν αιώνα που συμφέρει πολλούς θιασώτες της μοντέρνας ποίησης να διακινούν και την οποία ήδη ο Βρασίδας Καραλής στον πρόλογο της επανέκδοσης της Ασάλευτης Ζωής έθεσε στα σωστά της όρια, πηγαίνοντάς την κι ένα βήμα παραπέρα: ο Παλαμάς έχει πλήρη συναίσθηση του κόσμου που έρχεται, ξέρει και νιώθει βαθιά μέσα του τι κομίζουν η νεωτερικότητα και ο μοντερνισμός, τι είδους τέχνη επιθυμούν και προάγουν, σε ποιες κραυγές ανοίγουν χαρωπά την πόρτα και σε ποιον άνεμο τον ασκό του Αιόλου.[8]

 Κι επειδή έχει δει πολύ πιο μπροστά απ’ τους άλλους ως συνειδητός ποιητής-προφήτης, δίνει έναν απίστευτα άγριο και ψυχοφθόρο αγώνα, όχι για να σταματήσει τη ροή του ποταμού, πράγμα αδύνατο, αλλά για να μην της παραδοθεί άνευ όρων και να προλάβει να την φέρει κάπως ελεγχόμενη ο ίδιος, προτάσσοντας μια «καινούρια γέννα» μέσα από το χάος των αντίρροπων δυνάμεων, όπως αντίστοιχα έπραξαν την μεσοπολεμική οριακή περίοδο Καζαντζάκης, Σικελιανός και Βάρναλης, με διαφορετικό προφανώς πρόταγμα ο καθένας τους (και των τριών εντέλει εγκεφαλικά και ανεφάρμοστα). Εξ ου και ο απίστευτος δισταγμός και ο προβληματισμός του περί της αναγκαιότητας της σεφερικής Στροφής λίγα χρόνια αργότερα,[9] εξ ου και ο οίστρος στα πολύ βαθιά του γεράματα με αφορμή τον Β’ Παγκόσμιο[10] που ίσως να θεωρούσε πως μπορεί εντέλει να ενώσει τόσο τα θραύσματα του πρώτου όσο και τον ελληνικό λαό ξανά κάτω από μία κοινή αφήγηση.

 Ο Κωστής Παλαμάς, με την αγνότητα και την άγνοια κινδύνου που τόν διακατέχει, υμνεί στους Βωμούς την ορμή και τις αλλαγές του πολέμου εκείνου ο οποίος πυροδότησε στην παγκοσμιότητα μια σειρά από αλυσιδωτές αντιδράσεις που οδήγησαν και τον ίδιο και το έργο του στη λήθη! Και για αυτό ακόμα, όμως, δείχνει ξεκάθαρα πως έχει πλήρη συναίσθηση, γνωρίζει καλά πως δεν μπορεί να συγκρατήσει τον καιρό και πατά ο ίδιος μάλιστα »το κουμπί» της διαδοχής του. Αντί να πολεμήσει να κρατηθεί για λίγο ακόμα στο βάθρο του και να παλέψει κόντρα στις νέες γενιές για να τούς κλέψει δυο-τρεις ανάσες και να αργήσει όσο μπορεί να τούς παραδώσει τα ηνία όπως έπραξαν κι εξακολουθούν να πράττουν τόσοι και τόσοι άλλοι, κάνει το ακριβώς αντίθετο, καλώντας στους “Πατέρες” όσους τον ακολουθήσουν να μην διστάσουν να κάψουν και να γκρεμίσουν εν ώρα ανάγκης το «περιβόλι» που τούς έχει κληροδοτήσει («μη φοβηθής το χαλασμό. Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα, / ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφ’ το»), δομώντας όμως ένα «κάστρο» καινούριο και σταθερό πάνω στα δικά του ερείπια, πάντοτε ταγμένοι στον σκοπό τους να οδηγήσουν ένα σκαλοπάτι ψηλότερα την ανθρώπινη ύπαρξη («για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούρια γένα […] Φτάνει μια ιδέα να στο πη, μια ιδέα να στο προστάξη, / κορώνα ιδέα, ιδέα σπαθί, που θα είν’ απάνου απ’ όλα»).

~.~

 Τελικά οι καινούριες γενιές ήρθαν, γκρέμισαν και δεν δόμησαν τίποτα παρά αρκούνται στο να αναδιατάσσουν αενάως τα ερείπια… Είναι, οπότε, “εκτός εποχής” ο Παλαμάς; Πέρασε “για πάντα“ στο περιθώριο, ως “εκπρόσωπος ενός ξεπερασμένου κόσμου”, “ανίκανος να ερμηνεύσει τις αλλαγές των καιρών“; Ή μήπως είδε μέσα στο χαλασμό και τις ανακατατάξεις μια νέα συνεκτική αφήγηση πίσω απ’ τα ερείπια την οποία ακόμα δεν είμαστε ικανοί να δούμε κι άναψε στους Βωμούς του ένα φως περιμένοντας κι εμάς κάποτε να φτάσουμε; Προς το παρόν, πάντα, αρκούμαστε στο διαρκώς μεταβαλλόμενο σκοτάδι της νεωτερικότητας και τους διάττοντες αστέρες της επιφάνειάς της, γιατί το φως του Παλαμά φαίνεται πως μας τυφλώνει. Ώσπου ξαφνικά μια μέρα «ο κράχτης θα μας κράξει» και κανείς πια δεν θα μας ξαναδεί κι ούτε θα θυμάται πως έχουμε ζήσει. Για την ακρίβεια, βέβαια, ούτε καν αυτό δε θα συμβαίνει, αφού από τη στιγμή που ξεχάσαμε τον Παλαμά είμαστε ήδη (όπως θα ‘λεγε κι ο Βάρναλης) «του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι»…

 

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 


[1] Κ. Παλαμάς, Βωμοί – Τα παράκαιρα, Μπίρης-Γκοβόστης, χ.χ.

[2] Βλ. σχετικά το άρθρο μου: «Γαλήνη του κόσμου και ειρήνη: Οι Λύκοι του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη».

[3] Αναφέρομαι στα: A. Huxley, Brave New World, Chatto & Windus, Λονδίνο, 1932 και G. Orwell, 1984, Secker & Warburg, Λονδίνο, 1949, βιβλία που σήμερα θεωρούνται κλασικά της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας κι έχουν εμπνεύσει μυριάδες άλλων, όπως επίσης και έργα της ποπ κουλτούρας.

[4] Για όποιον, ωστόσο, το επιθυμεί μια καλή μελέτη εκκίνησης είναι η εξής: Μυρτώ Ρήγου, Ο θάνατος στη νεωτερικότητα: μια επικοινωνιακή και ηθική προβληματική, Πλέθρον, Αθήνα, 1993.

[5] D. Mitchell, Cloud Atlas, Sceptre, Λονδίνο, 2004. Πρόκειται περί ενός μεταμοντέρνου, πολυφωνικού έργου που αξιοποιεί στοιχεία κι από τα προαναφερθέντα δυστοπικά μυθιστορήματα.

[6] http://mnisiviadis.blogspot.com/2015/01/blog-post.html, (τελ. προσπέλαση: 10/8/2018).

[7] Bλ: Ε. Ν. Μόσχος, Η μεταφυσική αγωνία στον Παλαμά, Παπαδήμας, Αθήνα, 1993.

[8] Κ. Παλαμάς, Η Ασάλευτη Ζωή, Ιδεόγραμμα, Αθήνα, 2004 [Επανέκδοση με πρόλογο του Βρ. Καραλή και επίμετρο του Ηλ. Λάγιου].

[9] Η απαντητική επιστολή του Παλαμά προς τον Σεφέρη: Δ. Δασκαλόπουλος, Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2013.

[10] Αναφέρομαι στα τελευταία ποιήματα του Παλαμά, με αφορμή το Αλβανικό μέτωπο («Στη νεολαία μας», «Η νίκη»), ενσωματωμένα εντέλει στην ποιητική συλλογή: Πρόσωπα και μονόλογοι. Ο τελευταίος δε στίχος του δεύτερου ποιήματος, αξίζει να διαβαστεί και ως επιπλέον σχόλιο στο παρόν άρθρο.

Τάσος Αναστασίου, Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε; (α΄ μέρος)

Χωρισμός

1

-Παντελή, θέλω να πας στο νεκροταφείο αύριο και να τα κανονίσεις.

Αυτό του είπε, με τον συνήθη απότομο τρόπο της, η μητέρα του. Όμως ο Παντελής, φεύγοντας απ’ το πατρικό του, αποφάσισε, αφού βρισκόταν που βρισκόταν στην Αργυρούπολη, να πάει στο νεκροταφείο αμέσως. Γιατί να έρθει πάλι αύριο; Μόνο η Ελένη έκανε τέτοια, να σπαταλάει τον χρόνο της ανοήτως. Της κατέβαινε, ας πούμε, ν’ αγοράσει μια βιβλιοθήκη για το δωμάτιο των παιδιών: άρχιζε τις επισκέψεις στα καταστήματα επίπλων της Αλίμου, όχι σε δυο-τρία την ημέρα, προς Θεού, σ’ ένα κάθε φορά, έπειτα έπιανε τα καταστήματα της Βουλιαγμένης, και ούτω καθεξής, μπορεί να έφτανε η χάρη της μέχρι το Περιστέρι στη μάταιη αναζήτηση για το φτηνότερο· τέλος, επέστρεφε στην Αλίμου, για να ξανακοιτάξει και ν’ αγοράσει.

Ο Παντελής έκανε άλλα. Για παράδειγμα, εδώ και τέσσερα χρόνια ήθελε να τηλεφωνήσει σ’ έναν φίλο του απ’ το γυμνάσιο, που πλέον ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ο φίλος του τον είχε πάρει τηλέφωνο για να του δώσει το νούμερό του κι έκτοτε δεν ξαναπήρε. Ο Παντελής ήθελε να του τηλεφωνήσει Κυριακή, επειδή τις άλλες μέρες ο φίλος του, δικηγόρος με άφθονη πελατεία, δεν είχε χρόνο. Κάθε Κυριακή, όμως, ο Παντελής άφηνε το τηλεφώνημα για την επόμενη Κυριακή. Μόλις έφτανε το Σάββατο, έλεγε από μέσα του: «Να μην ξεχάσω αύριο να τηλεφωνήσω στον Μίμη». Και ποτέ δεν τηλεφωνούσε. Ο Μίμης είχε απ’ την αρχή προβλέψει ότι ο γάμος του Παντελή δεν θα πήγαινε καλά και είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του, όμως αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη διακοπή της μεταξύ τους επικοινωνίας. Απλώς ο Παντελής, αν ανέβαλλε κάτι μια-δυο φορές, έπειτα το ανέβαλλε συνέχεια.

Στη γραμματεία του νεκροταφείου τον πληροφόρησαν πως έπρεπε πρώτα να πληρώσει ένα ποσόν στον Δήμο και μετά να ορίσουν ημερομηνία εκταφής. Φεύγοντας πέρασε απ’ τον τάφο του πατέρα του και, παρόλο που ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει, κάθισε για λίγο στην άκρη της ταφόπλακας. Η φωτογραφία στην όρθια στήλη έδειχνε τον πατέρα του στα εβδομήντα του, πέντε χρόνια πριν πεθάνει, κουστουμαρισμένο, ευθυτενή και με χτενισμένα τα λιγοστά μαλλιά του. Το ύφος του ήταν ήρεμο: σαν να κατανοούσε τη ματαιότητα των εγκοσμίων και να είχε υιοθετήσει μια στάση εγκαρτέρησης. Ο Παντελής σηκώθηκε, πήρε απ’ τον διπλανό τάφο ένα ποτιστήρι, το γέμισε σε μια βρύση εκεί κοντά και, με ήρεμες αργές κινήσεις, έπλυνε την επιφάνεια του μνήματος.

Καθώς το σπίτι της μητέρας του βρισκόταν στον δρόμο για το γραφείο του, σταμάτησε μια στιγμή να της δώσει αναφορά. Μόλις η μητέρα του άκουσε τα καθέκαστα, σηκώθηκε στηριζόμενη στο πι και πήγε να πλύνει τα πιάτα στον νεροχύτη. Ο Παντελής κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Η τηλεόραση, ανοικτή ως συνήθως, εκείνη την ώρα έδειχνε εικόνες απ’ το κέντρο της Αθήνας: περαστικούς στον Άγνωστο Στρατιώτη να μορφάζουν κάτω απ’ τον ήλιο, τουρίστες που δροσίζονταν στο σιντριβάνι της Ομόνοιας και ηλικιωμένους μέσα σ’ ένα κλιματιζόμενο ΚΑΠΗ. Πίσω απ’ την τηλεόραση κρεμόταν μια φωτογραφία παρόμοια με τη φωτογραφία του νεκροταφείου: ο πατέρας του φορώντας κοστούμι και με ήρεμο ύφος.

-Πολλή ζέστη αυτές τις μέρες, είπε ο Παντελής γυρίζοντας στην κουζίνα. Ιδίως χθες ήταν μια τρέλα, μια…

Σώπασε. Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο χθεσινοβραδινός καυγάς του με την Ελένη. Παραλίγο –για τα πάντα υπάρχει πρώτη φορά– να σήκωνε χέρι πάνω της. Δεν την υπέφερε πλέον, δεν άντεχε τη συνεχή κι αδιάλειπτη, την δι’ ασήμαντον αφορμήν, γκρίνια της.

Ο χωρισμός τους ήταν αναπόφευκτος, ο Παντελής το ήξερε, το είχε πάρει απόφαση· απλώς έπρεπε να της το ανακοινώσει.

-Αν είχατε μείνει απάνω, είπε η μητέρα του, θα είχατε δροσιά, με κλιματισμό σε κάθε δωμάτιο κι όχι μόνο στο σαλόνι. Αλλά εσείς μου θέλατε ευρυχωρία. Λες και κάνετε τις δεξιώσεις.

-Το επάνω διαμέρισμα είναι ταράτσα. Ποιος ξέρει πόση ζέστη έχει. Το ζευγάρι που το νοικιάζει θα θεωρεί ότι εξαπατήθηκε.

-Άμα δεν τους αρέσει, να τα μαζέψουν και να φύγουν.

Ο Παντελής σηκώθηκε.

Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο πατέρας του: όχι όπως ήταν στις φωτογραφίες, αλλά όπως κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του: με το ξεχειλωμένο του μπλουζάκι, τα μαλλιά του αχτένιστα, καμπούρης και μελαγχολικός. Για μια στιγμή το πρόσωπό του ζωντάνεψε, τα χείλη του άνοιξαν: «Τέτοια πουστιά δεν την περίμενα».

 

2

Το απόγευμα ο Παντελής, επιστρέφοντας στο σπίτι του από το γραφείο, ασχολήθηκε με το μαγείρεμα, επειδή τον τελευταίο καιρό η Ελένη γκρίνιαζε που, αντί να την βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, έβγαινε με φίλους του για ούζα (τίποτα πιο παρακμιακό, κατά τη γνώμη της) ή έπαιρνε τα παιδιά και πήγαιναν στην παραλία για ψάρεμα. Ο Παντελής είχε την εντύπωση ότι η γυναίκα που ερχόταν κάθε Σάββατο και καθάριζε, ήταν αρκετή βοήθεια για την Ελένη, αλλά φαίνεται πως έκανε λάθος. Θύμωνε μαζί του ακόμα και για τις φορολογικές δηλώσεις που έφερνε και συμπλήρωνε στο σπίτι. «Πηγαίνετε στον πατέρα σας να σας βοηθήσει», έλεγε στα παιδιά, «που κάθεται και χαζολογάει»· παρόλο που τον έβλεπε καμπουριασμένο να παιδεύεται μπροστά στον υπολογιστή.

Όταν, όμως, ζούσαν στη Ρόδο, η Ελένη δεν αρπαζόταν με το παραμικρό ούτε του έδειχνε τόση ψυχρότητα ούτε του γκρίνιαζε για δουλειές του σπιτιού. Βέβαια τότε τα παιδιά ήταν μικρά, χωρίς ιδιαίτερα έξοδα κι απαιτήσεις, κι ο ρυθμός της ζωής πιο ήρεμος.

Αλλά μήπως κι εκεί δεν τσακώνονταν; Μήπως κι εκεί δεν υπήρχε η σκέψη του διαζυγίου; Ίσως, ποιος ξέρει, έφυγαν απ’ τη Ρόδο στην προσπάθειά τους ν’ ανανεώσουν τον γάμο τους. Αυτή που κυρίως ήθελε την Αθήνα, είχε βαρεθεί τόσα χρόνια στη γενέτειρά της, έτσι έλεγε, ήταν η Ελένη. Επιπλέον, στη Ρόδο έμεναν στους γονείς της, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην αυλή της μονοκατοικίας τους· ο πατέρας της ήταν συνταξιούχος θεολόγος και τους είχε ταράξει στα καθημερινά κηρύγματα και τις συμβουλές, ενώ η μητέρα της, μια κοντούλα εβδομηντάρα, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή τους γκρινιάζοντας αδιαλείπτως. Στην πραγματικότητα πήραν από κοινού την απόφαση να φύγουν, ύστερα από ήρεμες διεξοδικές συζητήσεις, για τις οποίες τώρα ο Παντελής ένιωθε μια κάποια νοσταλγία.

Όταν τέλειωσε με το μαγείρεμα, πήγε στο σαλόνι, άνοιξε το κλιματιστικό και την τηλεόραση και κάθισε να συμπληρώσει μια φορολογική δήλωση. Στο Μέγκα είχε ειδήσεις και, σύμφωνα με τον μετεωρολόγο του καναλιού, η ζέστη των ημερών θα εξελισσόταν την επόμενη εβδομάδα σε καύσωνα. Φαντάσου. Πού να ’μπαινε κι ο Ιούλιος. Μόλις ακούστηκε ο βόγκος του ανελκυστήρα στον όροφό τους, ο Παντελής έκλεισε το κλιματιστικό. Ποια άλλη γυναίκα στον κόσμο ήταν έτσι; Όλες όσες είχε γνωρίσει είχαν ευαισθησία στο εν λόγω ζήτημα (εδώ που τα λέμε, είχαν ευαισθησία σε κάθε ζήτημα), ωστόσο καμιά τους δεν ζούσε χωρίς καθόλου κλιματισμό.

Η Ελένη μπήκε κρατώντας έναν φραπέ, το πρόσωπό της κουρασμένο, στα ρούχα της μια μυρωδιά τσιγαρίλας.

-Μαγείρεψες; είπε.

Το πρόσωπό της παρέμεινε κουρασμένο, τα μάτια της μισόκλεισαν. Μπαίνοντας στην κουζίνα, έβαλε τις φωνές:

-Μα, ρε παιδί μου, έβρασες τα μακαρόνια; Δεν ξέρεις ότι πρέπει να τρώγονται φρεσκομαγειρεμένα; Δεν ξέρεις ότι μ’ αρέσουν ζεστά;

Ο Παντελής στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και είπε:

-Πήγα στο νεκροταφείο για την εκταφή. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια.

Η Ελένη ανακάτεψε μ’ ένα κουτάλι τον κιμά στο κατσαρόλι χωρίς να μιλήσει. Όταν ήταν με τις φίλες της, την έπιανε λογοδιάρροια, τώρα… Μπορεί, όμως, να ήθελε ν’ ακούσει αυτόν. Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι: θύμωνε με τον εαυτό του γιατί, ενώ θα έπρεπε να της ανακοινώσει τον χωρισμό τους, καθόταν κι έβρισκε δικαιολογίες για τη συμπεριφορά της.

Το αστείο ήταν ότι της είχε μαγειρέψει κιόλας. Αλλά ούτως ή άλλως πρώτα έπρεπε να ρωτήσει έναν δικηγόρο για τη διατροφή και το μοίρασμα της περιουσίας και μετά να της κάνει λόγο. Επιπλέον, από στιγμή σε στιγμή θα επέστρεφαν τα παιδιά τους απ’ το θερινό πρόγραμμα δραστηριοτήτων και δεν ήταν σωστό να τους βρουν μαλωμένους.

Παρόλα αυτά προλάβαινε να της πει δυο λόγια: Ο γάμος τους ήταν παρελθόν. Δεν χρειάζονταν περαιτέρω συγκρούσεις. Όλα θα γίνονταν ήρεμα και πολιτισμένα. Θυμήθηκε το χωριό των γονιών του στη Λάρισα, όπου περνούσε μικρός τα καλοκαίρια του. Τώρα οι παππούδες είχαν πεθάνει, ο πατέρας του επίσης, ενώ η μητέρα του, λόγω της αρρώστιας της, δεν ταξίδευε· μονάχα η αδερφή του πατέρα του το επισκεπτόταν. Ο Παντελής ήξερε ότι ο ίδιος δεν θα ξαναπήγαινε, το είχε πάρει απόφαση, και δεν ένιωθε καμιά νοσταλγία. Επιστρέφοντας στην κουζίνα την είδε να στέκεται στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και να καπνίζει φυσώντας τον καπνό προς τα έξω.

-Και τι σου είπαν; τον ρώτησε. Πότε θα τον… ;

-Πρέπει πρώτα να πάω στο Δημαρχείο να πληρώσω.

-Θεέ μου. Δεν θέλω να έρθω στην εκταφή. Με τίποτα δεν θα το άντεχα.

Στην κηδεία του πατέρα του η Ελένη δεν είχε πλησιάσει το ανοικτό φέρετρο, απέφυγε ακόμα και να το κοιτάξει, τόσο πολύ την φόβιζε ο θάνατος.

Αλλά ίσως ήταν απλώς τύψεις για εκείνη τη σύγκρουση των δυο τους με τον πατέρα του. Την αστεία εκείνη παρεξήγηση με τις τόσο άσχημες συνέπειες.

 

3

Έτσι όμως κι εξοργιζόταν η Ελένη, τα παιδιά θα το καταλάβαιναν αμέσως: θα τους σερβίριζε το φαγητό απότομα, θα έτρωγε σκυθρωπή και θα τα μάλωνε διαρκώς. Αλλά μήπως κορόιδευε τον εαυτό του; Μήπως επρόκειτο γι’ άλλη μια δικαιολογία για να μην κάνει τίποτα;

-Λες καλύτερα να μέναμε στην Αργυρούπολη; άκουσε τη φωνή της.

-Όχι βέβαια, της απάντησε.

Του είχε μιλήσει λες και θεωρούσε δεδομένη τη συνέχεια του γάμου τους, λες και δεν διαισθανόταν το αναπόφευκτο της διάλυσής του.

-Δεν μπορώ να καταλάβω πώς η μάνα σου συνεχίζει να μας κρατάει κακία.

-Οι γέροι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ας μην το σκεφτόμαστε καλύτερα.

Όλα ξεκίνησαν πριν από μερικά χρόνια, την εποχή που η Ελένη κι ο Παντελής ζούσαν στη Ρόδο: τους τηλεφώνησε ο πατέρας του και τους πρότεινε να χτίσουν ένα διαμέρισμα στην Αργυρούπολη, στον πρώτο όροφο, πάνω απ’ το δικό του, για να το έχουν αν κάποτε μετακόμιζαν στην Αθήνα. Αυτός θα έβαζε τα λεφτά για την άδεια και τα μπετά και κατόπιν θα το συνέχιζαν με δικά τους λεφτά· επίσης αναλάμβανε ο ίδιος την επίβλεψη του χτισίματος. Η Ελένη κι ο Παντελής δεν το πολυσκέφτηκαν και είπαν το ναι –με την ιδέα ότι όσα χρήματα τους περίσσευαν, θα έπιαναν τόπο: θα είχαν κάτι στην ιδιοκτησία τους, το οποίο θα τους απέφερε αργότερα ένα μικρό εισόδημα. Όταν ο πατέρας του έβγαλε την άδεια, ο Παντελής άρχισε να έχει ενδοιασμούς. Καταλάβαινε ότι οι γονείς του προόριζαν το νέο διαμέρισμα για κύρια κατοικία δική του και της Ελένης. Έπρεπε να τους μιλήσει: μπορεί κάποτε να μετακόμιζαν στην Αθήνα, όμως ποτέ δεν θα έμεναν στην Αργυρούπολη.

Στην εποχή μας, θα τους έλεγε, οι άνθρωποι θέλουν ελευθερία, δεν μπορούν να είναι αγκιστρωμένοι στους γονείς τους.

Ας μην περίμεναν από κάποιον που είχε φύγει απ’ το πατρικό του στην ηλικία των είκοσι δύο, να ερχόταν στα τριάντα τόσο του πάλι πίσω. Ας μη ματαιοπονούσαν.

Όμως δεν τους μίλησε. Και το έτερόν του ήμισυ, ενώ σε άλλα ζητήματα ήταν πιεστική κι ανυποχώρητη, στο συγκεκριμένο δεν τον πίεσε καθόλου – τον άφησε να βολοδέρνει από αναβολή σ’ αναβολή. Μέσα σε τρία χρόνια το διαμέρισμα της Αργυρούπολης τέλειωσε κι όποτε έρχονταν στην Αθήνα, κοιμόντουσαν εκεί, σε κάτι παλιά κρεβάτια που είχαν βάλει στις κρεβατοκάμαρες. Το διαμέρισμα δεν είχε άλλα έπιπλα ούτε ηλεκτρικές συσκευές.

Όταν βρέθηκε για την Ελένη μια θέση στην Εθνική Τράπεζα της Γλυφάδας, μετακόμισαν στην Αθήνα. Έπιασαν διαμέρισμα στη Γλυφάδα κι ο Παντελής άνοιξε μ’ ένα φίλο του λογιστικό γραφείο στο Ελληνικό. Οι γονείς του Παντελή έπεσαν να πεθάνουν. Ο πατέρας του, θεωρώντας εαυτόν προδομένον, τους μίλησε άσχημα και τους απαγόρευσε να εκμεταλλευτούν το διαμέρισμα της Αργυρούπολης. Στενοχωριόταν μάλιστα που ήταν ήδη στο όνομα του γιου του και δεν μπορούσε να το πάρει πίσω.

Ο Αργύρης κούνησε το κεφάλι του, για να διώξει τις αναμνήσεις.

Την Ελένη τα τελευταία τρία χρόνια κατά καιρούς κάτι την έπιανε κι ήθελε να τα κουβεντιάζουν όλα αυτά, ν’ ανταλλάσσουν γνώμες και δικαιολογίες, σαν να πίστευε ότι κάποτε, μέσα απ’ την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων, θα εμφανιζόταν ένα καθοριστικό επιχείρημα υπέρ τους. Την είδε να σβήνει με γρήγορες νευρικές κινήσεις το τσιγάρο της και να σηκώνει το καχύποπτο βλέμμα της.

-Εσύ σίγουρα θέλεις να πάμε να μείνουμε στην Αργυρούπολη. Αλλά το διαμέρισμα είναι μικρό για μας. Πώς θα χωρέσουμε τέσσερα άτομα σε ογδόντα τετραγωνικά;

-Μα όχι, εγώ δεν ήμουν που σε απέτρεψα; Λες μετά από τόσα χρόνια που έμενα μόνος μου στο κέντρο της Αθήνας, μετά από τόσα χρόνια στη Ρόδο, να ξαναγύριζα στους γονείς μου; Ακόμα και μεγάλο να ήταν…

Η Ελένη δεν απάντησε. Στεκόταν στην πόρτα, σαν να περίμενε ν’ ακούσει κι άλλα.

Η αναβλητικότητά μου φταίει, σκέφτηκε ο Παντελής. Σηκώθηκε μην μπορώντας να συγκρατήσει την οργή του. Γιατί να είμαι τόσο αναβλητικός; Γιατί; Γιατί;

 

4

Βγήκαν απ’ το σχολικό σιγά-σιγά και με κόπο, τα πρόσωπά τους αναψοκοκκινισμένα, η μπλούζα τους γεμάτη λεκέδες ιδρώτα. Ο Παντελής τα λυπήθηκε. Όλο το πρωί στην αυλή του σχολείου τα είχαν κι απασχολούνταν με αθλητικά παιχνίδια και το μεσημέρι, μετά το γεύμα, τα ξαμολούσαν στο γυμναστήριο. Και να σκεφτείς ότι αυτές τις μέρες μέχρι τα μέσα Ιουλίου που θα πήγαιναν στην κατασκήνωση, θα μπορούσε να τα κρατάει η μητέρα του. Αλλά ποτέ δεν τους το είχε προτείνει.

Μπαίνοντας στο σπίτι άφησαν το σακίδιό τους κι έτρεξαν στο σαλόνι να βγάλουν τα παπούτσια τους και ν’ ανοίξουν την τηλεόραση.

-Τα πράγματά σας μαζέψτε, είπε ο Παντελής και στάθηκε από πάνω τους.

Ο Γιάννης, ο πιο μεγάλος και πιο καλομαθημένος, τι άλλο θα έλεγε παρά: «Σε λίγο». Ο Μιχάλης, αντίθετα, σηκώθηκε, μετέφερε το σακίδιό του στο δωμάτιό του και τα παπούτσια του στην ντουλάπα του διαδρόμου κι έπειτα γύρισε και κάθισε ξανά στον καναπέ.

Όταν ο Παντελής πήγε να στρώσει το τραπέζι στην κουζίνα, η Ελένη του έβαλε τις φωνές: Γιατί τους άφηνε κι έβλεπαν τηλεόραση; Μα καλά, μυαλό δεν είχε; Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι και τους είπε να κλείσουν την τηλεόραση και να έρθουν για φαί.

Ο Γιάννης σηκώθηκε τεντώνοντας το κορμί του και πήγε στην τουαλέτα.

-Μισό λεπτό, είπε ο Μιχάλης.

-Μιχάλη, τέλειωνε.

-Μισό λεπτάκι.

-Μιθό λεπτάκι, τον κορόιδεψε ο Γιάννης βγαίνοντας απ’ την τουαλέτα.

Ο Μιχάλης έκλεισε την τηλεόραση κι έπειτα όρμησε στον Γιάννη και τον κλώτσησε, όχι δυνατά.

Άρχισαν να σπρώχνονται και να φωνάζουν.

-Ωχ, θα με πεθάνετε. Σταματήστε, είπε η Ελένη βγαίνοντας απ’ την κουζίνα. Πονάει το κεφάλι μου.

Ρε τρελέγκω, είπε ο Παντελής από μέσα του.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος, η Ελένη, όπως πάντα, τους ρώτησε πώς τα είχαν περάσει. Δεν έμαθε πολλά πράγματα, μόνο πως κανείς απ’ τους δυο δεν είχε μπλέξει σε καυγά. Τ’ αγόρια έτρωγαν γρήγορα, βιάζονταν να πιάσει το τάμπλετ του ο ένας, το κόμικ του ο άλλος.

-Μπαμπά, γιατί στον Τεν-Τεν ο Μιλού μιλάει; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Είναι κόμικ, ρε χαζέ, είπε ο Γιάννης.

-Γιάννη. Δεν θέλω τέτοιες λέξεις, είπε η Ελένη. Επιτρέπεται εσύ, που ήσουν το καλύτερο παιδί της Πέμπτης Τάξης;

-Μπαμπά, θα πάρουμε σκυλάκι; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Ναι, μπαμπά, ένα σκυλάκι, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής χάρηκε και δεν ήξερε αν ήταν απ’ τον γλυκό κι ήρεμο τόνο της κλητικής προσφώνησης ή επειδή τα παιδιά επιτέλους συμφωνούσαν μεταξύ τους σε κάτι. Τους εξήγησε πως, αν κάποτε μετακόμιζαν σε μονοκατοικία, τότε, ναι, θα έπαιρναν.

-Εντάξει, ας πάρουμε χάμστερ τώρα, είπε ο Γιάννης.

-Θα σηκωθώ να φύγω, είπε η Ελένη. Δεν αντέχω άλλο να με βασανίζετε.

Παλιότερα, όταν έλεγε τέτοια, γυρνούσε στον Παντελή και του έκλεινε το μάτι. Τώρα φυσικά ούτε που τον κοίταξε. Τα παιδιά σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν στο δωμάτιό τους, ο Γιάννης χτυπώντας με δύναμη την πόρτα του διαδρόμου.

Καθώς μάζευαν το τραπέζι, ο Παντελής είπε:

-Μετά το νεκροταφείο πήγα στη μητέρα μου.

Σε γενικές γραμμές απέφευγε να της διηγείται τις ανοησίες της μητέρας του, αλλά τώρα, ποιος ξέρει, ίσως για να την πικάρει, της είπε τα περί κλιματισμού και δεξιώσεων. Η Ελένη αναστέναξε. Ήταν εξωφρενικό, κατά τη γνώμη της. Τα ίδια και τα ίδια εδώ και χρόνια. Τελείως παράλογο, αν σκεφτόταν κανείς πως η μάνα του είχε φύγει στα νιάτα της απ’ το χωριό της κι είχε έρθει να ζήσει στην Αθήνα. Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν κι αυτοί κάτι ανάλογο;

-Μήπως οι περισσότεροι Έλληνες έτσι δεν είναι; είπε ο Παντελής. Δεν έχουν άλλα ενδιαφέροντα, μόνο τα παιδιά τους. Επιπλέον, οι δικοί μου αισθάνονταν αδικημένοι. Δεν τους το είχαμε ξεκαθαρίσει απ’ την αρχή.

-Και λοιπόν; Τα δεδομένα αλλάζουν. Εκείνη την εποχή θέλαμε το διαμέρισμα για να μείνουμε, τώρα δεν το θέλουμε. Δεν καταλαβαίνω, απαγορεύεται κάποιος ν’ αλλάξει γνώμη;

Να ένα επιχείρημα που η Ελένη δεν το είχε αναφέρει άλλοτε. Συνήθως έλεγε ότι το επάνω διαμέρισμα της Αργυρούπολης ήταν άβολο ή ότι ο δρόμος από κάτω είχε φασαρία. Στην πραγματικότητα, έτσι κι ο Παντελής είχε επιμείνει, θα είχαν πάει να ζήσουν εκεί. Αλλά του φαινόταν αστείο να επιστρέψει σ’ ένα περιβάλλον με γονείς, συχνή παρουσία συγγενών, καθημερινό έλεγχο για το πού θα πας και ποιον θα φέρεις.

Δεν χρειάζονταν επιχειρήματα στο κάτω-κάτω –όπως ένα παιδί, όταν βλέπει έναν άνθρωπο με παράξενα χαρακτηριστικά, καμπούρα ή γαμψή μύτη, αυτομάτως βάζει τα γέλια· δεν χρειάζεται να επεξεργαστεί τίποτα με τη σκέψη του.

-Κι ο πατέρας σου; Επιτρέπεται να μας βρίσει;

Η Ελένη αγανακτούσε. Αντίθετα, για τον Παντελή, το πείσμα του πατέρα του ανήκε στη σφαίρα του κωμικού. Όποτε το σκεφτόταν, του έρχονταν φράσεις στην καθαρεύουσα: Ο πατήρ μου, απόλυτος ων εν πάσαις αυτού συναλλαγαίς, αγύριστον κεφάλι κατά το κοινώς λεγόμενον, ουδεμίαν συζήτησιν εδέχετο επί του θέματος. Η απόφασίς του ήτο ειλημμένη και δεν εδύνατο να μεταστραφεί.

-Τα μαθήματά σας! Εμπρός! Γρήγορα!

Η Ελένη, φωνάζοντας απ’ την κουζίνα στα παιδιά, περίμενε ότι τα λόγια της θα είχαν αποτέλεσμα. Μια τέτοια γυναίκα πώς να μην την χωρίσεις; Αλλά και το αντίθετο: Πώς να την χωρίσεις; Θα έπαιρνε μαζί της τα παιδιά και θα τα κατέστρεφε με την γκρίνια και την ανυπομονησία της.

Ο Παντελής πήγε στο δωμάτιό τους κι ύστερα από λίγη ώρα κάθονταν και τα δυο στα γραφεία τους. Είχαν να γράψουν τ’ αγγλικά τους για ένα ιδιαίτερο μάθημα που έκαναν μέρα παρά μέρα όλο τον Ιούνιο.

-Να έρθει η μαμά και θ’ αρχίσω να γράφω, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής υποχώρησε και δεν επέμεινε. Όταν ήρθε η Ελένη, ο Γιάννης άρχισε να την παρακαλάει για σκύλο.

-Ναι, ναι, μαμά, σε παρακαλώ, είπε κι ο Μιχάλης.

Η Ελένη σήκωσε τα χέρια της.

-Παιδιά, σταματήστε. Θα πάθω κάτι. Πονάει το κεφάλι μου, έλεος. Θα με πεθάνετε όλοι σας.

Τα συνηθισμένα: φωνές κι αναστεναγμοί. Παρόλο που ο Παντελής της είχε εξηγήσει επανειλημμένως ότι τα παιδιά έπρεπε να υπακούν σε κανόνες, όχι να υποχωρούν από οίκτο, και παρόλο που η Ελένη συμφωνούσε μαζί του, τώρα συνέχιζε τα δικά της.

Μερικές ώρες αργότερα, στο κρεβάτι, περιμένοντάς την για ύπνο, άφησε τη φαντασία του να δουλέψει. Αν την έριχνε στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα κι έβαζε κάποιον να τους φωτογραφίσει σε στιγμές οικειότητας; Το διαζύγιο θα έβγαινε σε βάρος της και θα κρατούσε αυτός τα παιδιά.

Όμως, όταν η Ελένη ήρθε στο κρεβάτι, γύρισε να την αγκαλιάσει. Μόλις κατάλαβε τι πήγαινε να κάνει, συγκρατήθηκε (είχαν μήνες ν’ αγγιχτούν) και τράβηξε το χέρι του. Η Ελένη αναστέναξε και στριφογύρισε μερικές φορές απότομα, έχοντας σίγουρα στο μυαλό της το διαζύγιο και τον αποτυχημένο γάμο της. Ύστερα από λίγη ώρα η ανάσα της ακούστηκε βαριά. Ο  Παντελής σκέφτηκε να πάει στο σαλόνι και να κοιμηθεί με ανοικτό το κλιματιστικό, αλλά, καθώς το σκεφτόταν κι έλεγε μέσα του τι ανακούφιση, τι απελευθέρωση θα ήταν, ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν και να βυθίζεται στον ύπνο.

 

5

Την επομένη, στο γραφείο του, έτσι στα ξαφνικά, με κάποια οργή απέναντι στον εαυτό του, τηλεφώνησε στον Μίμη, τον φίλο που έμενε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μίμης, μόλις τον αναγνώρισε, άρχισε να μιλάει με κέφι. Ο Παντελής ανακουφίστηκε. Επιτέλους! Ένα άγχος λιγότερο! Τώρα δεν θα είχε να σκέφτεται κάθε μέρα ότι έπρεπε να του τηλεφωνήσει. Επιτέλους! Απελευθέρωση! Το εξομολογήθηκε στον Μίμη εν είδει απολογίας και τον διαβεβαίωσε ότι κάθε Κυριακή τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε αυτό το άγχος.

-Εντάξει, Παντελή, είπε ο Μίμης. Είσαι περίπτωση, το ξέρουμε.

-Είμαι, γέλασε ο Παντελής.

Κατά σύμπτωση, ο Μίμης την επόμενη εβδομάδα θα ερχόταν στην Αθήνα μαζί με τη γυναίκα του. Αν ο Παντελής είχε χρόνο στη διάθεσή του, ευχαρίστως να συναντιόντουσαν.

-Είσαι ακόμα με την Ελένη; Ή απαλλάχτηκες;

Ο Παντελής τα έχασε.

-Αστειεύομαι, είπε ο Μίμης. Παραμένει σκληρή κι αδίστακτη;

Ο Παντελής θυμήθηκε: ο φίλος του είχε τη συνήθεια να ειρωνεύεται και να λέει δυσάρεστα πράγματα, με στόχο να φέρει τον συνομιλητή του σε δύσκολη θέση· επιπλέον, δεν έτρεφε καμιά συμπάθεια για την Ελένη, αν και μπροστά της απέφευγε να το δείχνει – με τις γυναίκες ήταν πιο σοβαρός και συγκρατημένος. Τον είχε ενοχλήσει που παλιότερα για ένα μικρό διάστημα η Ελένη, όποτε τον έβλεπε, τον πίεζε να πάρει δάνειο. Αλλά γιατί σκληρή; Δεν του είχε βάλει και το μαχαίρι στο λαιμό.

Η Ελένη, αντίθετα, όταν άκουσε για τον Μίμη, χάρηκε. Ο φίλος του είχε καρδιά μάλαμα. Η γυναίκα του, ε, δεν ήταν κι ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου, αλλά, εντάξει, τρωγόταν… Ο Παντελής την διέκοψε και της ζήτησε να πάει τα παιδιά στην Αργυρούπολη ώστε αυτός να καθόταν και να τελείωνε μερικές φορολογικές δηλώσεις.

-Εντάξει, θα τα πάω. Η μάνα σου παραπονέθηκε πάλι;

-Μου έλεγε ότι δεν έχει χαρεί καθόλου τα παιδιά. Πότε στη Ρόδο, πότε στη Γλυφάδα, πάντα ήταν μακριά της.

-Έλα, μην τα παίρνεις τοις μετρητοίς. Δεν υπάρχει πιο χειριστικό άτομο απ’ τη μητέρα σου. Κι όσο σκέφτομαι ότι τότε που μέναμε στη Ρόδο κι ερχόμασταν στις γιορτές, περνούσα την ώρα μου με τους γονείς σου. Εσύ έβγαινες να δεις τους φίλους σου κι εγώ καθόμουν κι έκανα παρέα στη μάνα σου και τον πατέρα σου.

Όταν έμεινε μόνος, ο Παντελής συμπλήρωσε δύο δηλώσεις, χάνοντας σιγά-σιγά τον ενθουσιασμό που του είχε προκαλέσει η επικοινωνία με τον φίλο του. Στο τέλος τα παράτησε κι έπιασε το κεφάλι του. Ενώ σχεδίαζε να χωρίσει την Ελένη, την έστελνε να επισκεφτεί τη μητέρα του. Ήταν να τρελαίνεσαι.

Σηκώθηκε. Συνήθως, όταν έβρισκε την αιτία της κακής του διάθεσης, ηρεμούσε, τώρα όμως όχι.

Θυμήθηκε μια φράση που είχε πει προ μηνών η αδερφή της Ελένης: «Πώς την αντέχεις; Κι η μάνα μας είναι ανυπόφορη, αλλά είναι εβδομήντα χρονών. Στα σαράντα της δεν γκρίνιαζε τόσο». Ο Παντελής εκείνο το βράδυ είχε στενοχωρηθεί και είχε νιώσει μια θέρμη απέναντι στην Ελένη, μια διάθεση να την προστατέψει από τέτοιες κακολογίες. Η αδερφή της, που ζούσε στη Ρόδο και δούλευε σ’ ένα τουριστικό μαγαζί στα Τριάντα, την ζήλευε. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν, η φράση τού φάνηκε να έχει κάτι το επικριτικό για τον ίδιο.

Η Ελένη, γυρνώντας απ’ την Αργυρούπολη, έτρεξε στην μπαλκονόπορτα της κουζίνας κι άναψε τσιγάρο.

-Μου κατηγορούσε το κοριτσάκι του νοικάρη, ότι, αν και μόλις πέντε χρονών, είναι συνέχεια μ’ ένα κινητό στο χέρι κι ότι κατεβαίνει συνέχεια και της χτυπάει την πόρτα. Ήθελε να πει ότι τα δικά μας παιδιά δεν τα βλέπει. Πήρε ύστερα ένα βιβλίο και διάβαζε. Μετά μου είπε να μη βαριέμαι και να πηγαίνω τα παιδιά συχνότερα στην εκκλησία, όχι μόνο μια φορά τον μήνα.

-Σε συμπαθεί όμως. Της αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν μια σοβαρότητα. Ενώ εμένα που όλο λέω αστεία… Ποτέ δεν χώνεψε το ύφος μου.

-Ναι, μες στην καρδιά της με έχει. Στο εξής θα την επισκέπτομαι κάθε δεκαπέντε μέρες. Η διευθύντριά μου τη δική της πεθερά δεν την βλέπει καθόλου. Κι εγώ ο βλάκας τότε που ερχόμασταν απ’ τη Ρόδο κρατούσα συντροφιά στους γονείς σου. Και τις Κυριακές, αντί να βγούμε μια βόλτα, μέναμε και τρώγαμε μαζί τους. Αφού εσύ δεν τολμούσες να τους φέρεις αντίρρηση…

Ο Παντελής την κοίταξε. Δεν πήγαινε άλλο. Δεν τραβάει, τι το καθυστερούμε; θα της έλεγε.

Χτύπησε το μέτωπό του: είχε ξεχάσει το βασικότερο. Έπρεπε πρώτα να βρει δικηγόρο. Ναι, αλλά ποιον; Στην ανάγκη θ’ απευθυνόταν στον Μίμη· αυτός θα ήξερε να του συστήσει.

(Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί στις 18.11.)

Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Ημερολόγιο: Επιλογή κειμένων (2/3)

(Επιλογή κειμένων, Μετάφραση: Χρήστος Γροσδάνης)

Για το διανθρώπινο και τη φόρμα.

Γκομπρόβιτς

Ι. Εξηγούσα μια μέρα σε κάποιον ότι, για να καταλάβει το πραγματικά κοσμικό νόημα που έχει ο άνθρωπος για τον άνθρωπο, πρέπει να φανταστεί την παρακάτω σκηνή: βρίσκομαι απολύτως μόνος στην έρημο· δεν έχω δει ποτέ ένα ανθρώπινο ον, δε διανοούμαι καν ότι η ύπαρξη ενός άλλου ανθρώπου είναι δυνατή. Τότε, στο οπτικό μου πεδίο εμφανίζεται ξαφνικά ένα ον ανάλογο το οποίο, χωρίς να είναι εγώ, είναι η ίδια αρχή ενσαρκωμένη σ’ ένα ξένο σώμα, κάποιος απαράλλακτος κι όμως διαφορετικός· και να που εγώ αρχίζω να αισθάνομαι μ’ έναν μαγικό τρόπο πλήρης και ταυτόχρονα επώδυνα διχασμένος. Εντούτοις, τα πάντα είναι υποταγμένα σε μια μοναδική αποκάλυψη: ιδού που βρήκα το φως, έγινα απρόβλεπτος για μένα τον ίδιο, όλες μου οι δυνατότητες πολλαπλασιάστηκαν από την επαφή μου με αυτήν τη νέα δύναμη, ξένη και ταυτόχρονα όμοια, που με πλησιάζει σαν εγώ, ερχόμενος από έξω, να πλησίαζα τον εαυτό μου.

ΙΙ. Εάν το Φερντυντούρκε[1] αντιστέκεται τόσο πολύ στην ερμηνεία, αυτό συμβαίνει επειδή το βιβλίο μου εκφράζει μια ιδιαίτερη εικόνα του ανθρώπου. Πώς αυτοί – οι κριτικοί μου – αντιλαμβάνονται τον γκομπροβιτσιανό άνθρωπο στο έργο μου; Κι εγώ, πώς τον αντιλαμβάνομαι; Λένε – και έχουν δίκιο – ότι στο Φερντυντούρκε ο άνθρωπος δημιουργείται από τους ανθρώπους. Αλλά αυτό το εννοούν ως μια εξάρτηση του ατόμου από μια κοινωνική ομάδα η οποία του επιβάλλει τις συνήθεις της, το ύφος της, τις συμβάσεις της… Φτάνουν μάλιστα μέχρι να παρατηρήσουν ότι αυτό είναι μια αλήθεια τελείως αδιάφορη, μια κοινοτοπία που επαναλαμβάνει πράγματα γνωστά.

Αλλά αυτό που δεν είδαν είναι ότι στο Φερντυντούρκε η διαδικασία διαμόρφωσης του ανθρώπου από τους άλλους ανθρώπους έχει συλληφθεί με τρόπο απείρως πιο μεγαλειώδη. Δεν αρνούμαι την εξάρτηση του ανθρώπου από το περιβάλλον του· όμως αυτό που είναι για μένα πολύ πιο σημαντικό και δημιουργικό στο καλλιτεχνικό πεδίο, βαθύτερο στο ψυχολογικό επίπεδο, πιο ανησυχητικό τέλος στο φιλοσοφικό πεδίο, έγκειται στο ότι ο άνθρωπος είναι το έργο ενός ατόμου, κάποιου άλλου, που μπορεί να συναντήσει τυχαία, την οποιαδήποτε στιγμή. Στο βαθμό που εγώ είμαι μονίμως για τον άλλο, δημιουργημένος για να με δει ο άλλος, προικισμένος με μια οριστική ύπαρξη μόνο από κάποιον και για κάποιον, και όπου υπάρχω ως φόρμα διαμέσου του άλλου. Δεν πρόκειται λοιπόν να πούμε ότι ένα συγκεκριμένο περιβάλλον μου επιβάλλει τις συμβάσεις του ή ακόμα, όπως το θέλει ο Μαρξ, ότι ο άνθρωπος είναι το προϊόν της κοινωνικής του τάξης· πρόκειται να δείξουμε την επαφή του ανθρώπου με τον όμοιο του και τον ξαφνικό, τυχαίο, άγριο χαρακτήρα αυτής της επαφής, να κάνουμε κατανοητό πώς από αυτές τις αναπάντεχες σχέσεις γεννιέται η Φόρμα, συχνά τελείως απρόσμενη, παράλογη. Εγώ ο ίδιος δεν έχω καθόλου ανάγκη τη Φόρμα, αυτή χρησιμεύει μονάχα στον άλλο για να με αντιληφθεί, να με νιώσει, να με δοκιμάσει. Δεν καταλαβαίνετε ότι μια τέτοια Φόρμα είναι πολύ πιο δυναμική από μια απλή κοινωνική σύμβαση; Ότι είναι ένα στοιχείο αδύνατο να κυριαρχηθεί; Όσο θα βλέπετε στο Φερντυντούρκε μια μάχη ενάντια στις συμβάσεις, το βιβλίο μου, ήρεμος ίππος, θα ακολουθεί την πεπατημένη· αλλά μόλις νιώσετε ότι σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει η δημιουργία του ανθρώπου από έναν άλλον άνθρωπο μέσα στους σπασμούς του βιαιότερου εναγκαλισμού, τότε θα εκτιναχτεί χλιμιντρίζοντας από το σπιρούνιασμα και θα σας μεταφέρει στη χώρα του Απροσμέτρητου. Φερντυντούρκε είναι περισσότερο μια φόρμα-ενέργεια και λιγότερο μια φόρμα-σύμβαση.

Λένε επίσης ότι στο Φερντυντούρκε (και στα άλλα βιβλία μου) μάχομαι το ψέμα και την υποκρισία… Ας το παραδεχτούμε. Αλλά αυτό δεν είναι εκ νέου μια απλοποίηση του ανθρώπου μου και των προθέσεων μου;

Διότι επιτέλους, ο άνθρωπος που προτείνω είναι δημιουργημένος από έξω, είναι στην ίδια του την ουσία μη-αυθεντικός, επειδή δεν είναι ποτέ ο εαυτός του, τίποτα περισσότερο από μια φόρμα που γεννιέται ανάμεσα στους ανθρώπους. Το «εγώ» του του δίνεται στη σφαίρα του «διανθρώπινου». Είναι ένας ηθοποιός αιώνιος, αλλά ένας ηθοποιός φυσικός, επειδή ό,τι τεχνητό έχει του είναι έμφυτο, αυτό είναι μάλιστα ένα από τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης κατάστασης· το να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει ότι είναι ηθοποιός, σημαίνει ότι προσομοιώνει τον άνθρωπο, ότι «κάνει σαν» να ήταν άνθρωπος δίχως στο βάθος να είναι, το να είναι κανείς άνθρωπος σημαίνει ότι υποδύεται τον άνθρωπο. Σ’ αυτές τις συνθήκες πώς να εννοήσουμε τη μάχη του Φερντυντούρκε μου ενάντια στη φάτσα και τη γκριμάτσα. Δεν πρόκειται καθόλου να συμβουλεύσουμε τον άνθρωπο ν’ αφαιρέσει τη μάσκα του (όταν πίσω από αυτήν τη μάσκα δεν υπάρχει πρόσωπο)· αυτό που μπορούμε να του ζητήσουμε είναι να συνειδητοποιήσει την απουσία αυθεντικότητας της κατάστασής του και να το ομολογήσει. Εάν είμαι καταδικασμένος σε τεχνάσματα, όλη μου η ειλικρίνεια συνίσταται στο να ομολογήσω ότι δεν έχω πρόσβαση στον εαυτό μου. Εάν αδυνατώ να είμαι ο εαυτός μου, δεν μπορώ να σώσω την προσωπικότητά μου παρά μονάχα μέσω της θέλησης μου να είμαι αυθεντικός, μιας επίμονης επιθυμίας που με ωθεί να δηλώσω ενάντια σε όλους «θέλω να είμαι ο εαυτός μου» και που αποτελεί μια εξέγερση τραγική και απελπισμένη ενάντια στην παραμόρφωσή μου. Δεν μπορώ να είμαι ο εαυτός μου και όμως το θέλω, το οφείλω: είναι μια από αυτές τις αντιφάσεις που δεν κατορθώνουμε ποτέ να επιλύσουμε ούτε ν’ αμβλύνουμε… Εξάλλου μην περιμένετε από εμένα γιατρικά σε αρρώστιες αθεράπευτες. Το Φερντυντούρκε αρκείται στη διαπίστωση του εσωτερικού ξεσκίσματος του ανθρώπου – τίποτα περισσότερο.

~.~

Για την Πολωνία

 Η στάση μου απέναντι στην Πολωνία προκύπτει από τη στάση μου απέναντι στη φόρμα: θέλω να γλυτώσω από την Πολωνία, όπως γλυτώνω και από τη φόρμα, θέλω να υπερίπταμαι πάνω από την Πολωνία όσο και πάνω από το ύφος μου: εδώ, όπως και εκεί, η αποστολή μου είναι η ίδια.

Κατά κάποιο τρόπο, αισθάνομαι Μωυσής. Διασκεδαστική, αλήθεια, αυτή η τάση της φύσης μου. Στα όνειρα μου φουσκώνω σα διάνος. Και γιατί λοιπόν, θα με ρωτήσετε, πιστεύτε ότι είστε ο Μωυσής; Πριν από εκατό περίπου χρόνια, ο Λιθουανός ποιητής[2] είχε σφυρηλατήσει τη φόρμα του πολωνικού πνεύματος· σήμερα, εγώ, ως άλλος Μωυσής, ελευθερώνω τους Πολωνούς από τις αλυσίδες αυτής της αρχαίας φόρμας, αναγκάζω τον Πολωνό να βγει από τον εαυτό του…

Η μεγαλομανία μου μ’ έκανε να γελώ μέχρι δακρύων! Εντούτοις, μια τέτοια αντινομία θεωρητικά δεν είναι τελείως αθεμέλιωτη, και θα ήμουν περίεργος να μάθω πόσοι εκλεκτοί από τα ωραία πνεύματα της ιντελιγκέντσια μας θα μπορούσαν να διαισθανθούν το αληθινό νόημα αυτής της διαδικασίας. Ότι δηλαδή αν ένας Πολωνός – ακριβώς επειδή μετά από μεγάλες προσπάθειες είναι υπερβολικά Πολωνός και τίποτα άλλο από Πολωνός – θέλησε ν’ απελευθερωθεί κατηγορηματικά από την «πολωνικότητα» του, μια τέτοια ιδέα διαμετρικά αντίθετη μονάχα ανάμεσά μας μπορούσε να γεννηθεί, λόγω της εξοργιστικής τυφλότητας που μας κάνει να παραμένουμε εθνικιστές. Αναρωτιέμαι επίσης, πόσα από τα προαναφερθέντα ωραία πνεύματα θα μπορούσαν ν’ αγκαλιάσουν τις τεράστιες δυνατότητες που μια τέτοια επανάσταση ανοίγει μπροστά μας, με την προϋπόθεση να βρούμε ανθρώπους αρκετά αποφασισμένους, αρκετά γενναίους για να την πραγματοποιήσουν. Τι ελευθερία αυτή η ειλικρινής δυναμική θεμελιωμένη σε μια ανανεωμένη στάση του Πολωνού απέναντι στον εαυτό του! Ονειρεύομαι καμιά φορά να βρω υποστηριχτές ικανούς να με διογκώσουν στα όρια ενός γεγονότος της ιστορίας μας, και δηλώνω ότι αυτό δεν είναι καθόλου απίθανο: για μένα, πράγματι, η εμβέλεια του έργου εξαρτάται τόσο από αυτόν που το διαβάζει όσο και από αυτόν που το γράφει. Τα βιβλία θα μπορούσαν να ηχήσουν σαν τις σάλπιγγες της Ιεριχούς, αν οι άνθρωποι ήθελαν να τα υψώσουν όρθια στον αέρα και να τ ’ακουμπήσουν στα χείλη τους! Κοιμήσου, τρομπέτα μου, εγκαταλειμμένη πάνω στην κοπριά απραγματοποίητων δυνατοτήτων!

Η κοπριά. Ιδού το πρόβλημα : στην κοπριά σας βρίσκονται οι ρίζες μου. Είμαι η ηχώ όλων των υπολειμμάτων που έχετε απορρίψει ανά τους αιώνες. Εάν η φόρμα μου είναι παρωδία φόρμας, τότε το πνεύμα μου είναι παρωδία του πνεύματος, το πρόσωπό μου παρωδία προσώπου. Φαίνεται πράγματι ότι δεν αποδυναμώνουμε τη φόρμα φέρνοντάς την αντιμέτωπη με μια άλλη φόρμα, αλλά απλά χαλαρώνοντας τη στάση μας απέναντί της. Δεν είναι καθόλου τυχαίο αν, τη στιγμή ακριβώς που χρειαζόμασταν επειγόντως έναν ήρωα, γεννήθηκε ένας κλόουν, ένας γελωτοποιός. Ένας γελωτοποιός συνειδητοποιημένος, άρα σοβαρός. Στη μάχη σας με το πεπρωμένο παίρνατε για πολύ καιρό τα πράγματα κατά γράμμα, ήσασταν υπερβολικά αφελείς. Ξεχάσατε ότι άνθρωπος δεν είναι απλά ο εαυτός του, άλλα ότι παριστάνει τον εαυτό του. Ό,τι μέσα σας ήταν θέατρο και παιχνίδι ηθοποιού το πετάξατε στην κοπριά, προσπαθήσατε να το ξεχάσετε και ορίστε που σήμερα, κοιτώντας από το παράθυρο, βλέπετε ότι το δέντρο που φύτρωσε στην κοπριά είναι παρωδία δέντρου.

Εάν γεννήθηκα – τίποτα δεν είναι λιγότερο σίγουρο –, γεννήθηκα για να ξεσκεπάσω το παιχνίδι σας. Τα βιβλία μου δεν έχουν στόχο να σας πουν «γίνε αυτός που είσαι!», αλλά «παριστάνεις ότι είσαι αυτός που είσαι». Θα ήθελα μέσα σας να γίνει γόνιμο αυτό ακριβώς που είχατε θεωρήσει μέχρι τώρα τελείως στείρο, ακόμα και ντροπιαστικό. Εάν μισείτε σε τέτοιο βαθμό το παιχνίδι του ηθοποιού, αυτό συμβαίνει επειδή το φέρετε μέσα σας· για μένα, το παιχνίδι του κωμωδού γίνεται το κλειδί της αλήθειας και της ζωής. Εάν η ανωριμότητα σας προκαλεί αποστροφή, αυτό συμβαίνει επειδή τη φέρετε μέσα σας· για μένα η πολωνική ανωριμότητα καθορίζει όλη μου τη στάση απέναντι στην κουλτούρα. Από το στόμα μου σας μιλά η νιότη σας και η επιθυμία σας να παίξετε, η ευλυγισία σας, ό,τι μέσα σας είναι ελαστικό, φευγαλέο, ακαθόριστο… αυτό που μισείτε, αυτό που απαρνείστε…, ενώ μέσα μου ελευθερώνεται ο κρυμμένος Πολωνός, το alter ego σας, η ανάποδη όψη του νομίσματός σας, η κρυμμένη μέχρι σήμερα πλευρά της σελήνης σας. Πόσο θα ήθελα να σας δω συνειδητούς ηθοποιούς στο παιχνίδι τους!


[1] Πρώτο μυθιστόρημα του Γκομπρόβιτς δημοσιευμένο το 1937. Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ερατώ.

[2] Εννοεί τον Μιτσκιέβιτς ( 1799-1855), Πολωνό ποιητή λιθουανικής καταγωγής.

~.~

(Το τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος ακολουθεί στις 16/11. Δείτε το πρώτο μέρος εδώ)

Υποθήκες ποιητών

stuck_in_the_ice_web.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

«Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος», λέει η παροιμία. Από ποιόν, λοιπόν, θα μπορούσε να μάθει κανείς τα μυστικά της τέχνης της ποιητικής παρά από κάποιον ποιητή; Προτείνω να συμβουλευθούμε δύο ποιητές που έρχονται από τελείως διαφορετικούς κόσμους.

 Quintus_Horatius_Flaccus.jpgΟ ένας είναι ο Οράτιος και η Ποιητική Τέχνη του – ένα από τα σημαντικότερα εγχειρίδια ποιητικής. Εδώ μπορεί να βρει κανείς καίριες διαπιστώσεις αλλά και καθαρά πρακτικές συμβουλές, εξαιρετικά πολύτιμες για όποιον γράφει, που μάταια θα τις αναζητήσει στα περισπούδαστα σύγχρονα θεωρητικά πονήματα. Θα προσπαθήσω να απομονώσω αλλά και να παραφράσω στην τρέχουσα γλώσσα, δίχως εντούτοις να προδώσω το νόημά τους, ορισμένες τέτοιες συμβουλές, που ίσως βοηθήσουν κάποιον που ενδιαφέρεται για την ποιητική τέχνη και γενικότερα για τη συγγραφή.

Α. Προτού αποδυθείς στο ωραίο αγώνα, μέτρα τις δυνάμεις σας. Μην επιχειρήσεις να αναλάβεις κάτι που δεν μπορούν να σηκώσουν οι ώμοι σου.

Β. Πηγή και αρχή της καλής γραφής είναι η σωστή γνώση του θέματος, πράγμα που προϋποθέτει μιαν οξυδερκή σύλληψη της ζωής μ’ όλες τις στοχαστικές, ηθικές και ψυχικές προεκτάσεις της. Άπαξ και το θέμα βρεθεί, οι λέξεις θα ακολουθήσουν.

Γ. Αναζήτησε τα πρότυπα στην ίδια τη ζωή και πάρε από εκεί ζωντανές εκφράσεις (Ας έχουμε κατά νουν πως ο Οράτιος υιοθετεί την μιμητική θεωρία των αρχαίων, την οποία ο νεώτερος υποκειμενικός λυρισμός έχει απεμπολήσει και εκχωρήσει κατ’ αποκλειστικότητα στο μυθιστόρημα).

Δ. Οι ποιητές πρέπει και να τέρπουν και να διδάσκουν.

Ε. Στην τέχνη δεν έχουν θέση οι τραγέλαφοι.

ΣΤ. Μορφή και περιεχόμενο πρέπει να ομονοούν – όχι να αλληλογρονθοκοπούνται.

Ζ. Τα ποιήματα δεν αρκεί να είναι ωραία. Χρειάζεται να πάλλονται κι από αίσθημα. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να δονηθεί πρώτα ο ίδιος ο δημιουργός τους: Αν θες να με κάνεις να κλάψω, πρέπει πρώτα να πονέσεις ο ίδιος (si vis me flere, dolendum est / primum ipsi tibi).

H. Στην ποίηση δεν συγχωρείται το μέτριο, ακόμα και το ανεκτό, όπως σε άλλα επαγγέλματα. Ένας μέτριος δικηγόρος, δάσκαλος, μάγειρας κτλ. δεν είναι άμοιρος αξίας. Τους μέτριους ποιητές δεν τους ανέχεται κανείς. Στην ποίηση δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις. Ένα ποίημα που λίγο γλιστρά απ’ την κορυφή κατρακυλά στο βάθος. Η ποίηση ή θα είναι εξαιρετική ή δεν θα είναι.

Θ. Επειδή ελάχιστοι διακρίνουν τις ατέλειες και τις αρρυθμίες ενός ποιήματος και συχνά τα κακογραμμένα ποιήματα παίρνουν άφεση, δεν πρέπει για αυτό να περιφρονείς τους κανόνες της τέχνης.

Ι. Αν γράψεις κάτι, δώσε το να το διαβάσει κάποιος που ξέρει (διάβασέ το σε εμένα, λέει ο Οράτιος) κι άκουσε τι θα σου πει. Μη σε ξεγελούν οι ψεύτικες φιλοφρονήσεις και κολακείες. Αν ευτυχήσεις να συναντήσεις κάποιον που θα σου μιλήσει με ειλικρίνεια και θα σε βοηθήσει να βελτιώσεις τα γραπτά σου, αλλά εσύ επιμείνεις στα λάθη σου, αυτός δεν πρόκειται να ασχοληθεί άλλο μαζί σου.

ΙΑ. Αυτό που μετράει είναι το σύνολο. Ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι άρτιο ως όλον. Οι καλοδουλεμένες λεπτομέρειες δεν επαρκούν.

ΙΒ. Δούλευε τους στίχους για χρόνια. Οι στίχοι πρέπει να δουλεύονται εξονυχιστικά, τουλάχιστον δέκα φορές.

ΙΓ. Μη βιαστείς να εκδώσεις. Κράτα τα χαρτιά σου για εννιά χρόνια κλειδωμένα.

ΙΔ. Μελέτα νυχθημερόν τα ελληνικά πρότυπα (σήμερα θα λέγαμε: μελέτα νυχθημερόν τα σπουδαία έργα της δυτικής γραμματείας).

ΙΕ. Σκέψου τους αθλητές: σε πόσο σκληρή και μακροχρόνια άσκηση υποβάλλονται και πόσες στερήσεις υπομένουν (εγκράτεια, μετρημένη ζωή, αποχή από το αλκοόλ κτλ.), για να αποδώσουν. Εσύ νομίζεις πως θα αποδώσεις αν δεν ασκήσεις σκληρά και σε βάθος χρόνου το όποιο ταλέντο σου;

~.~

elyths-48.jpegΟ δεύτερος είναι ο Ελύτης. Στο βιβλίο συνεντεύξεών του, που φέρει τον τίτλο Συν τοις άλλοις, υπάρχουν σκόρπιες υποθήκες ποιητικής. Θα ήθελα να παραθέσω ορισμένες από αυτές, άλλες αυτούσιες κι άλλες ελαφρά παραλλαγμένες, αλλά πιστές στο πνεύμα του κείμενου.

 Α) Ο ποιητής μπορεί να αναζητεί κάτι πιο δύσκολο. Όχι την επικαιρική έξαρση του θυμικού του, αλλά τις ‘‘σταθερές’’ που διέπουν τη μόνιμη υπόσταση του λαού και της χώρας του.

Β)Μπορείς να παίρνεις αφορμή από κάτι που σου συμβαίνει, αλλά το σπουδαίο δεν είναι αυτό, είναι η αναγωγή του στο προσωπικό σου Αρχέτυπο. Υπό τον όρο να εξαφανίζεσαι, σαν υποκειμενική περίπτωση, όσο μπορείς πίσω απ’ αυτό.

Γ) Ο στίχος πρέπει να γραφτεί πολλές φορές, πέντε, δέκα, είκοσι, καμιά φορά και περισσότερες, όταν ο δαίμονας δεν σ’ αφήνει να απαλλαγείς από τις αναμνήσεις των άλλων στίχων, από τις επιδράσεις του εκάστοτε συρμού ή τους πειρασμούς της ευκολίας και της δήθεν ειλικρίνειας.

Δ) Οι νέοι δεν πρέπει να τοποθετούν το ποίημα, σαν νοητό σώμα, στον άξονα ‘‘παράδοξη ψυχολογική περίπτωση’’, δηλαδή να υπολογίζουν περισσότερο στην περιέργεια του ανθρώπου και λιγότερο στην ανάγκη του να δοκιμάσει την αληθινή συγκίνηση της Ομορφιάς.

Ε) Θα ήταν ευχής έργον αν βάζανε απευθείας οι νέοι τόσο μεγάλες απαιτήσεις στον εαυτό τους.

ΣΤ) Οι νέοι δεν μπορούν να καταλάβουν τι συμβαίνει στην ποίηση και να αποδώσουν, αν δεν γνωρίζουν δυο ξένες γλώσσες, να ξέρουν τι έχει γίνει και τι γίνεται έξω (να γνωρίζουν ξένες λογοτεχνίες, λέει ο Ελύτης, όχι να θηρεύουν πιστοποιητικά γλωσσομάθειας, και βέβαια να γνωρίζουν και τη δική τους παράδοση).

Ζ) Δεν αρκεί να ‘χεις καλά αισθήματα για να κάνεις καλή ποίηση… Όταν οι ιδέες είναι που βαραίνουν σε μια ποίηση κι όχι ο τρόπος που διατυπώνονται οι ιδέες, σημαίνει ότι οι βάρβαροι έφτασαν.

~.~

Νομίζω πως θα έπρεπε να σταθεί κάποιος όταν βλέπει να ομονοούν τεχνίτες που τους χωρίζουν τόσοι αιώνες.

 Ίσως όμως αμφισβητήσει κάποιος γενικά την αξία τέτοιων υποθηκών, έστω κι αν διατυπώνονται απ’ τους μεγαλύτερους ποιητές των αιώνων. Στην ποίηση —θα μπορούσε να πει—, όπως και στον έρωτα, δεν υπάρχει ‘‘πρέπει’’. Ακόμα θα μπορούσε να μας θυμίσει τόσα παραδείγματα ποιημάτων που γράφτηκαν σε λίγες μόνο ώρες ή και λεπτά ακόμα υπό το κράτος μιας ισχυρής έμπνευσης. Ο Βίκτωρ Ουγκώ λ.χ. συνέθετε στίχους στον ύπνο του, ξυπνούσε, τους στενογραφούσε και ξανακοιμόταν.

 Δεν αμφισβητώ αυτές τις περιπτώσεις. Πιστεύω όμως πως η ποίηση είναι υπόθεση και δωρεάς και συνειδητής εργασίας και άσκησης. Είναι χάρις αλλά και τέχνη. Άλλοτε η ζυγαριά γέρνει στην χάρη κι άλλοτε στην τέχνη. Αλλά έστω και σε υποτυπώδη βαθμό υπάρχουν κι οι δυο. Στο κομμάτι, λοιπόν, της τέχνης —που έχει τους κανόνες της και τις απαιτήσεις της— τέτοιες υποθήκες είναι πολύτιμες. Γιατί, όπως λέει κάπου ο Ιωάννης ο της Κλίμακος «πας ο ιδιορρύθμως τέχνην μαθών φαντάζεται».

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

~.~