Month: Αύγουστος 2022

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Πέντε ποιήματα

*

Μετάφραση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

~.~

Θραύσμα θανάτου

Προέρχομαι από σένα και σε σένα επιστρέφω
συναίσθημα με το φως γεννημένο, με το κρύο
βαφτισμένο όταν το κλάμα ήταν χαρά
απ’ τον Πιέρ Πάολο αναγνωρισμένο
στην αρχή μιας φρενήρους εποποιίας
περπάτησα στο φως της ιστορίας
μα ανέκαθεν ήταν ηρωική η ύπαρξή μου
σκέψη βαθιά, κάτω από την υπεροχή σου.
Έπηξε στο αυλάκι του αφρού που άφηνε το φως σου
στις άγριες εκμυστηρεύσεις
της φλόγας σου, κάθε πράξη αληθινή
του κόσμου, της ιστορίας
εκείνης. Και μέσα της επαληθευόταν ολόκληρη
χανόταν η ζωή για να ξαναβρεθεί:
και ήταν η ζωή αληθινή μόνο αν ήταν όμορφη… (περισσότερα…)

Εμείς και οι Αρχαίοι, 2.7.2022 (Όλη η συζήτηση μαγνητοσκοπημένη)

*

Νύχτες του Ιουλίου
Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης

«Εμείς και οι Αρχαίοι»

Σάββατο 2 Ιουλίου 2022, Θέατρο Κυδωνία – Αίθριος Χώρος

Τι απομένει από την Αρχαιότητα σήμερα; Εξακολουθεί να είναι η κληρονομιά της πηγή έμπνευσης, σημείο προσανατολισμού για τον σύγχρονο κόσμο; Ή η επίκλησή της έχει γίνει πλέον συνήθεια αταβιστική, ανούσια τελετουργία της μνήμης;

Συζητούν τρεις από τους κορυφαίους αρχαιογνώστες μας: Βασίλειος Π. Βερτουδάκης, καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο ΕΚΠΑ, Βασίλης Κάλφας, καθηγητής φιλοσοφίας στο ΑΠΘ και Παντελής Μπουκάλας, ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής.

Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης, συγγραφέας, διευθυντής του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. Χαιρετισμό απευθύνει ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης, διευθυντής του Θεάτρου Κυδωνία.

Παρακολουθήστε την συζήτηση εδώ:

*

Βισλάβα Συμπόρσκα, Τό Κρόμμυον

*

Tό Κρόμμυον

Τό κρόμμυον, τώρα εἶναι τό κάτι ἄλλο.
Σωθικά ἀνύπαρκτα.
Μόνον ἁγνή κρομμυωσύνη.
γιά χόρταση τοῦ ἀφοσιωμένου κρομμυολάτρη.
Κρομμυότητα ἐντός
Κρομμυομοιότητα στήν ὄψη ἐκτός.
Ἀκολουθεῖ δικό του κρεμμυδοδαιμόνιον
δίχως ἀνθρωποδάκρυα δικά μας.

Τό δέρμα μας περικάλυμμα μονάχα
γιά κείνη κεῖ τή γῆ ὅπου κανένας δέν τολμᾶ νά πάει,
κολαστήριο ἐσωτερικό
τῆς ἀνατομίας τό ἀνάθεμα. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

*

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμέν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὣς πενηνταπέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρῦς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικά, τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρὴν ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος. (περισσότερα…)

Γιώργος Σαραντάρης: Η ποίηση ως πνευματική στάση

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Γιῶργος Σαραντάρης, Εἰσαγωγή-Ἀνθολόγηση Ἄγγελος Καλογερόπουλος,
Δύο αἰῶνες ἑλληνικῆς ποίησης, τόμος 21ος, Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος, Ἀθήνα 2022, σσ. 140.

Νά λοιπόν άλλο ένα βιβλίο για τον Γιώργο Σαραντάρη. Όσο περνάει ο καιρός, όλο και κάποιος καταπιάνεται με τον άνθρωπο και το έργο του. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ισχύει η ρήση της εισαγωγής ότι «στη σύντομη ζωή του ανέλαβε την αποστολή να κηρύξει μια πνευματική επανάσταση που ουδέποτε εξερράγη και στη συνέχεια το έργο του καλύφθηκε κάτω από τους ανώδυνους χαρακτηρισμούς της λεπτότητος, της ευαισθησίας ή της καλλιέργειας μιας εύθραυστης ποιητικής φιγούρας» (σ. 13).

Ο Άγγελος Καλογερόπουλος συγγραφέας του εν λόγω πονήματος και ανθολόγος είναι από τους καλύτερους γνώστες του Γ.Σ., όπως έχει δείξει στο παρελθόν με κείμενα και ομιλίες του και όπως προπαντός αναδείχνεται τώρα με το βιβλίο αυτό. Και θέλω να τονίσω από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι στην εκτενή εισαγωγή του αναφέρονται όλα τα κύρια γνωρίσματα του έργου του Σαραντάρη. Ο Καλογερόπουλος μιλάει για τις επιδράσεις του, τις αφετηρίες του, το χριστιανισμό του, την ποιητική του, τον φιλοσοφικό λόγο του, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι επισημαίνει και υπογραμμίζει εκείνα τα σημεία και εκείνες τις θέσεις που όχι μονάχα κάνουν τον Σαραντάρη να ξεχωρίζει αλλά τον διαφοροποιούν ολοσχερώς από τους άλλους ποιητές, Έλληνες και ξένους. (περισσότερα…)

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Για τον έρωτα και συναφή θέματα

*

( Ένα ευρωπαϊκό πρόβλημα )

Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Στην εποχή μας συμβαίνει μια από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις που έχουν γίνει ποτέ στις σχέσεις μεταξύ των φύλων. Μόνο κάποιος που έχει επίγνωση αυτής της εξέλιξης έχει το δικαίωμα να μιλήσει για τη σεξουαλικότητα και τον έρωτα στις μέρες μας. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η συνειδητοποίηση ότι παύουν πια να ισχύουν αιωνόβιες κοινωνικές μορφές και μαζί με αυτές χάνει το κύρος της μια εξίσου αρχαία κοινωνική γνώση για τις σχέσεις μεταξύ των φύλων.

Mεγαλύτερο εμπόδιο για να το συνειδητοποιήσουμε αυτό δεν υπάρχει από την πεποίθηση ότι αυτές οι σχέσεις παραμένουν αμετάβλητες στα βαθύτερα επίπεδά τους – η εσφαλμένη πεποίθηση ότι μόνο οι πιο εφήμερες μορφές ερωτικής μόδας υπόκεινται σε αλλαγές και σε ιστορική μεταβολή, επειδή το βαθύτερο και υποτιθέμενο αναλλοίωτο υπόβαθρό τους διέπεται από τους αιώνιους νόμους της φύσης. (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Διάλογος εαυτού και ψυχής

*

Του Ηλία Μαλεβίτη, ευχετήριο
Ο μεταφραστής

I

Η ψυχή μου. Στη γυριστή φωνάζω, την παμπάλαια σκάλα·
εδώ, στο απόκρημνο το ανέβασμα εστιάσου,
απ’ τα σαθρά, ετοιμόρροπά σου μέλη πιάσου,
απ’ της απανεμιάς τα φωτεινά σινιάλα,
απ’ τ’ άστρο που τον μυστικό πόλο σού δείχνει·
άσε τις σκέψεις σου που σ’ έχουνε πλανέψει
κι έλα εδώ που ’χει τελειώσει κάθε σκέψη:
ποιος ξέρει σκότος και ψυχή να διακρίνει;

Ο εαυτός μου. Η αγιασμένη λάμα αυτή στα γόνατά μου
είναι η ίδια η αρχαία του Σάτο, πάντα αστράφτει
σαν τον καφρέφτη, πάντα κόβει σαν ξυράφι,
απ’ τους αιώνες άσπιλη στέκει μπροστά μου·
κι αυτό το ελάχιστο ανθοκέντητο μετάξι
που ’ναι στο ξύλινο θηκάρι τυλιγμένο,
απ’ την εσθήτα κάποιας αυλικής κομμένο
να την κοσμεί, να τη φρουρεί δεν έχει πάψει. (περισσότερα…)

Calle al Ponte de la Guerra

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

«Η σωστή σειρά είναι καμιά. Το μάτι το τρίγωνο κι ο κύκλος στη μετόπη βρίσκονται σε συμβουλευτική αναλογία. Κάπως υπολογίζονται: η σοφία έχτισε τον οίκο της, κι ούτε ένα λοξό βλέμμα κατά ‘κει. Ένας Αφρικανός πλανόδιος πωλητής ξόανων έχει γείρει στο σκαλί με το κεσάτι του κι ένα εκτόπισμα τρυφηλότητας που δεν αναγνωρίζεται σε άλλη χρονολόγηση πέρα από εκείνη της πείνας και της ανέχειας όταν η μία αλληλοσπαράζεται με την άλλη για να υπάρξει έστω μια δόση νυχτερινού ύπνου από απαύδισμα. Το μόνο πράγμα που έχει διαβάσει στη ζωή του είναι τα ονόματα των ελάχιστων πόλεων που έχει γνωρίσει όταν αναβόσβησαν ή πέρασαν συρμικά στον φωτεινό πίνακα κάποιου σιδηροδρομικού σταθμού. Δεν είναι όμως ένας άτιμος των λέξεων, ξέρει να προφέρει τα ονόματα ορισμένων πόλεων αποδοτικά προς τη σημασία τους, δεν διαθέτει φαντασιοπονίες, γερές δόσεις πηγαίου σκεπτικισμού με ιδρυματικά νύχια και δόντια, που μετατρέπουν κάθε άσκοπη αιτία σε κοινωφελή σκοπό». Αυτό είτε θα μπορούσε να πεταχτεί είτε να παρατεθεί εδώ∙ επέλεξα να κάνω το δεύτερο, έτσι όπως το είδα, σχεδόν ξεθωριασμένο να κείται στο συρταρωτό καπάκι ενός κουτιού από εγγλέζικα τσιγάρα που κάποτε κάπνιζα. (περισσότερα…)

Έλλη Παπά, Το σκάκι του μέλλοντος

*

Πολλοί αναρωτιούνται αν η ζωή μας είναι στην πραγματικότητα ένα πρόγραμμα με κωδικούς και αμέτρητα νούμερα. Αλλά είμαι η μόνη που έφτασε τόσο κοντά στην αλήθεια.

Όταν γεννήθηκα δεν έβλεπα καθαρά. Τα χρώματα, οι φιγούρες, τα χαμόγελα χωρίζονταν σε μικρά κουτιά, ψηφίδες. Ποτέ δεν το αποκάλυψα, φοβόμουν. Δεν ένιωθα τίποτα όταν έπεφτα στο τραχύ έδαφος του τσιμεντένιου δρόμου, ούτε όταν με άγγιζαν τ’ απαλά χείλη της μητέρας μου στο μάγουλο. Είχα ξεφύγει από το πρόγραμμα και τελικά ήμουν η μόνη που πραγματικά είχε την ικανότητα να δει.

Για χρόνια προσπαθούσα να αρνηθώ την σκληρή αλήθεια. Χιλιάδες σκέψεις κατέλαβαν το μυαλό μου και με βασάνιζαν καθημερινά. Αυτοί που αγαπώ είναι απλώς προγράμματα; Η αγάπη που ισχυρίζονται ότι νιώθουν για μένα είναι αληθινή; Είναι όλα γύρω μου ψεύτικα, ολογράμματα; Τόσες θεωρίες, τόσες πιθανές απαντήσεις. Σ’ έναν κόσμο με δισεκατομμύρια άτομα ήμουν μόνη, ή μήπως όχι; (περισσότερα…)

Κοσμάς Πολίτης, «Τα τσερκένια»

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

Θα σου μιλήσω για τα τσερκένια.

Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Kαι όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορωνίζανε. Θα μου πεις, κι εδώ, την Kαθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Eίδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Eκεί, ούλα ήταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Kαι χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.

O Σταυράκης, ο Σταυράκης του Aμανατζή, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Mα χαραμίστηκε η ζωή του. Aς είναι… Που λες, θα γινότανε σπουδαίος τσερκενάς. Παιδί ακόμα, ήτανε μάνα στις μυρωδιές. Nα σου εξηγηθώ. Συμφωνούσες μ’ έναν άλλον που αμόλαρε τσερκένι —όλα γίνονταν με συμφωνία, τίμια, δίχως χιανετιά — συμφωνούσες μαζί του να παίρνετε μυρωδιές. Δηλαδή ποιος θα ξούριζε την οριά του αλλουνού. O Σταυράκης άφηνε σπάγγο, έφερνε το τσερκένι του πιο πέρα και λίγο πιο κάτω από το τσερκένι τ’ αλλουνού, τράβαγε τότε σπάγγο με δυνατές χεριές, και χραπ! του ξούριζε την οριά. Ήξερε κι άλλα κόλπα ο Σταυράκης. Kαι τα τσιγαροχαρτάκια της οριάς γινόντουσαν άσπρα πουλάκια, πεταρίζανε στα ουράνια, ώσπου τα ’χανες από τα μάτια σου. Tο κολοβό τσερκένι αρχίναγε να παίρνει τάκλες —να, όπως γράφουνε τώρα κάποιες φορές οι εφημερίδες για τ’ αεροπλάνα— και σαν ήπεφτε με το κεφάλι, δεν είχε γλιτωμό: χτύπαγε κάπου, ήσπαζε ο γιαρμάς στη μέση, και το τσερκένι σωριαζότανε ίδιο κορμί με τσακισμένη ραχοκοκαλιά. Ήτανε μάνα ο Σταυράκης. (περισσότερα…)