ΝΠ | Βιβλίο

Η μελανή όψη του καθρέφτη

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Δημήτρης Περοδασκαλάκης,
Πώς πιάνεται κανείς απ’ τους καθρέφτες;
Ποιήματα [2005-2018], Κουκκίδα 2025

Ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Κρητικός δημιουργός που ζει και εργάζεται στην Κρήτη, σε αυτό τον τόμο συγκεντρώνει την ποιητική δουλειά του έως το 2018, μια δουλειά που τη συνέχει ο στοχασμός πάνω στο άρρητο της ζωής μυστήριο ζυμωμένο από το χρόνο και το θεό, βλέποντας την κτίση, από τις απλές χειρονομίες του βίου έως τις υπαρξιακές εσχατιές, με μια ήρεμη στοχαστικότητα που αν και αποδέχεται το αφετηριακό της μαύρο συναινεί συμφιλιωτικά στο μυστήριό της, με ποιήματα μικρά ενός ρυθμικού και συγκρατημένου λυρισμού θρησκευτικής χροιάς. Ο χρόνος, ο θάνατος και ο θεός είναι τα ετερώνυμα μιας ύλης ενιαίας και ανάερης, του θαύματος που εντός μας ενοικεί και δίνει στο φευγαλέο της ζωής τη μουσική της. Φανερώματα αυτού του θαυμαστού υπάρχουν παντού γύρω μας, γι’ αυτό και τα ποιήματα δεν διαχέονται σε θεωρητικές περιπλανήσεις αλλά αγκυρώνονται με ευκρίνεια σε αυτά τα μικρά φανερώματα: ο αέρας στα δέντρα, το γεράνι της αυλής, τα πουλιά, το γατί που κυνηγά το κουβάρι, το φεγγάρι του Οκτώβρη.

Στην ενότητα «Δεκατέσσερις χειραψίες με τον χρόνο» από την πρώτη συλλογή, Μες στο λευκό και μες στο μαύρο (2005), αυτή η αισθαντική μουσικότητα του χρόνου διατρέχει όλα τα ποιήματα:

Ι
Τα πιο απότομα φαράγγια
τα ’χουν τα μάτια των ανθρώπων.
Κει ο Θεός κάθε πρωί ποτίζει τα τζιτζίκια του
πριν να τα στείλει με το θέρος
στην αυλή μας.
Διάφανη και υγρή τη φέρνουνε
τη μνήμη μας
και την κρεμούν στα φύλλα της μουριάς
να γίνεται μετάξι.

IV
Είναι ο μεγάλος ποταμός που μας ξυπνά
και μας κοιμίζει στις ροές του.
Στις όχθες του δε γίνεται να στέκεις
το ρέμα σε καλεί και σε ναυλώνει.
Υποχρεωτική η πλεύση
με μία την κατεύθυνση και μόνο.
Τα σώματά μας το κατέχουνε καλά.
Τι κουβαλούν τόσο νερό στα σωθικά τους;

Στη μαθητεία του νερού
γνωρίζουν να προφέρουνε το Χρόνο.

Χ
Είναι το άγγιγμα που θέλει
η ομορφιά
είναι το φίλημα που γίνεται
στον κήπο
είν’ το θρινάκι που μιλάει
με τα στάχυα
πριν τα σηκώσει και τα δώσει
στο βοριά.

Μες σ’ ένα αλώνι που γυρίζει διαρκώς
χιλιάδες χρόνια
χιλιάδες κόκκοι που ’πεσαν στη γη
να πατηθούν και να βλαστήσουν.

Όλα κυλούν μες σ’ ένα δάκρυ καθαρό. (περισσότερα…)

«Εγώ είμαι ο Χριστός»: Από την κρίση στην αυτομεμψία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[11/12]

~.~

«Εγώ είμαι ο Χριστός»[603]: Έχοντας θέσει τη γραφή του στο πρότυπο του ησυχασμού, της ταπείνωσης και της μετάνοιας, ο Κυριάκος Μαργαρίτης επιλέγει με τη Νέα Κρόνακα μια εσωτερική πορεία με εκκλησιολογική διάσταση. Χρησιμοποιώντας διάσπαρτα στο κείμενό του όρους της πατερικής παράδοσης όπως «νήψη»,[604] ισοδύναμη με την εσωτερική εγρήγορση, και «φιλοκαλία»,[605] που προσδιορίζει το κάλλος της πνευματικής εμπειρίας, με κυρίαρχα τα ερείσματά του στο πόνημα του Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ περί τον βίο του Αγίου Σιλουανού,[606] ολόκληρο το βιβλίο Σαμψών αφιερώνεται ως υπαρξιακή κίνηση του προσώπου προς τον Θεό. Ο Νίκος Σαμψών, σε αυτό το πλαίσιο, αποτελεί μία (ακόμη) ιστορική περίπτωση που κινήθηκε αντίστροφα προς το πρότυπο της νηπτικής ζωής, χωρίς να παραιτηθεί ποτέ από την ανάγκη αυτοδικαίωσης:

Ο Νίκος Σαμψών εξακολουθεί να κομπάζει, στον ύπνο, στον ξύπνιο μου. Με στοιχειώνει με την τρυφερότητα του φονιά. Το αγγελικό πρόσωπο. Το αθώο βλέμμα. Δεν τον συνερίζομαι. Ο κομπασμός, του Αισχύλου ο κόμπος, ξέρω ότι είναι ιδίωμα των μόνων και των απελπισμένων πολύ. Στο χείλος αβύσσου ο Σιλουανός με ελεεί: να μην απελπίζεσαι.[607]

Εμπλουτίζοντας διαρκώς το περιεχόμενο της έννοιας της «αδύνατης» αφήγησης, ο Μαργαρίτης κινητοποιεί στο Σαμψών την ιστορία του αμετανόητου Ληστή στον Σταυρό, προκειμένου να υπογραμμίσει, μέσα από την αδυναμία ή την απροθυμία του Νίκου Σαμψών για μεταμέλεια, την αδυναμία, ου μην την αποτυχία, και της ίδιας της (ζωής ως) αφήγησης:

Την ιστορία του ληστή δεν την είπε κανένας. Πώς να την πει; Δίχως μετάνοια δεν γίνεται αφήγηση.[608]

Μια τίμια συγγνώμη. Μια μεγάλη μετάνοια. Χωρίς αυτήν δεν γίνεται τίποτα.[609]

Το μετάνιωσα που ανέλαβα. Αλλά δεν μετανιώνω. Έτσι, σκέφτομαι, δεν γίνεται δουλειά. Δεν έχω αφήγηση.[610]

Έχοντας παραιτηθεί, ως αναλύθηκε πρότερα, από την απόδοση πταίσματος και αντλώντας από την ησυχαστική παράδοση, ο Μαργαρίτης προσεγγίζει τη γραφή ως επίκληση, ως εξομολόγηση, κύρια δε ως ευχή, ακόμα και για αυτόν τον Νίκο Σαμψών:

Το ίδιο εύχομαι και για τον Νίκο. Η λέξη-κλειδί, για την εύρεση και την έλευση, για τη μεγάλη γιορτή, είναι προφανώς η ευχή.[611]

Θα βάλω τα δυνατά μου, […] εκκαλώντας τη χάρη του Θεού για τον έκπτωτο. […] Κι αν γίνει έτσι, τότε η χάρη της αφήγησης […] μπορεί να ευχηθεί για τον νεκρό την ανάπαυση.[612]

Η ευχή υπέρ αναπαύσεως του Νίκου Σαμψών φανερώνει το ριζικά θεοκεντρικό Ορθόδοξο ήθος της γραφής του Μαργαρίτη, όπου το λυτρωτικό έλεος δεν εξαντλείται στα μέτρα της ανθρώπινης δικαιοσύνης: «Ποιος ξέρει; Εις άλλα πταίομεν, καμιά φορά, και εις άλλα πληρώνουμε. Ποιος θα κρίνει;».[613] Μετατοπίζοντας με ευστροφία το βάρος, όπως το πράττει και ο πρώτος διδάξας και δάσκαλός του Παπαδιαμάντης, από τα θύματα του κακού στους φορείς της αμαρτίας, τον Μαργαρίτη δεν απασχολεί η κρίση του Νίκου Σαμψών, αλλά ο Νίκος Σαμψών και η ψυχή του. Η προοπτική του Αγίου Σώστη για τη Φόνισσα, ως παρατηρεί ο Κωστής Μπαστιάς, από τους πρώτους που μπόρεσαν να αναγνώσουν επαρκώς το έργο, δείχνει ότι «το κακό», για τον Παπαδιαμάντη, «δεν είναι ανεπανόρθωτο».[614] Η δε Φραγκογιαννού παραμένει στο μεταίχμιο της θείας και της ανθρώπινης δικαιοσύνης, εμφαίνοντας τον ακατάπαυστο αγώνα και την μέχρις εσχάτων προοπτική της πτωτικής ύπαρξης. Αποφεύγοντας οποιαδήποτε προδικαστική κρίση, ο Μαργαρίτης εκφράζει συνολικά το μεγαλείο και την ευθύνη της ανθρώπινης ελευθερίας και βίου ως πορείας διαρκούς μεταμόρφωσης:

Η κρίση γίνεται κέρασμα, και στον θυρεό συλλαβίζω το θαύμα: Οὐκ ἦλθον κρῖναι τὸν κόσμον, ἀλλὰ σῶσαι τὸν κόσμον.[615]

Παρά ταύτα, όντας ερμηνευτικά ανοιχτός και πολύτροπος, οι ιστορικές μορφές που σκιαγραφεί, είτε πρόκειται για τον αρχιδήμιο Χάρι Άλεν είτε για τον πραξικοπηματικό Πρόεδρο Νίκο Σαμψών, έχουν αλλού προδιαγράψει τον αυτοαποκλεισμό τους από τη θεία ζωή, χωρίς περιθώρια διεξόδου: (περισσότερα…)

To φρούριο στην γκρίζα ζώνη

του ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Θάνος Γιαννούδης
Μοντέρνα Τέχνη
Περισπωμένη, 2025

Αν έπρεπε να περιγράψω την νέα συλλογή του Θάνου Γιαννούδη, Μοντέρνα Τέχνη, με μία μόνο φράση, θα ήταν αυτή: Γκρίζα ζώνη. Η συλλογή κινείται σε μια περιοχή, η οποία δεν μπορεί ακριβώς να οριστεί, καθώς φαίνεται το όραμα, η στόχευση, το μήνυμα και η τεχνική πολλές φορές βρίσκονται σε ασυμφωνία μεταξύ τους. Τι είναι ακριβώς η συλλογή; Μια σπουδή στην μοντέρνα τέχνη; Ένας σαρκασμός της από την σκοπιά του νεοφορμαλισμού; Είναι ένα μανιφέστο για την κατάρριψή της; Είναι ο οραματισμός του καλλιτέχνη για το μέλλον; Είναι ένας διάλογος με το παρελθόν; Ίσως όλα αυτά μαζί, ίσως κάποια από αυτά, ίσως πάλι και τίποτα απολύτως. Ποιήματα με σαφή νοήματα και σταθερά θεμέλια, που όμως κινούνται σε μια αόριστη γκρίζα ζώνη.

Ίσως ακόμη πιο εύστοχα η συλλογή περιγράφεται με το δίστιχο στην πρώτη σελίδα της συλλογής:

Να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θα ’ρθει.

Είναι η συλλογή λοιπόν ένας πρόδρομος για το μέλλον που θα έρθει; Βρίσκεται (όπως κάθε πρόδρομος) στην κόψη του ξυραφιού μεταξύ του παρόντος (που θέλει να αλλάξει) και του μέλλοντος που ακόμη δεν έχει γεννηθεί; Θεωρώ, ξαναδιαβάζοντάς την, πως η απάντηση είναι θετική. Η Μοντέρνα τέχνη είναι ένα ξεκάθαρο μεταβατικό στάδιο στην ποιητική του Γιαννούδη, που μετά το «Του Ουρανού και της Γης» επιχειρεί να κάνει το επόμενο βήμα στο ευρύτερο λογοτεχνικό-ποιητικό του έργο.

Ως μεταβατικό στάδιο – πρόδρομος – γκρίζα ζώνη, η Μοντέρνα τέχνη έχει αυτά που θεωρώ πισωγυρίσματα. Ενώ υπάρχουν σημεία στα οποία πιστεύω πως ο Γιαννούδης θα μπορούσε να είχε κάνει πραγματική υπέρβαση, υπάρχουν άλλα σημεία που τα οποία τον κρατάνε «δέσμιο». Για παράδειγμα, στο εναρκτήριο ποίημα της συλλογής «Αναγέννηση», ο ποιητής-αφηγητής αναφωνεί πως «ξαναγεννιέται ο ποιητής-προφήτης», εντούτοις η παρουσία του ποιητή-προφήτη δεν εμφανίζεται ποτέ ξανά. Ο Γιαννούδης εντέχνως μας συστήνει την μοντέρνα εποχή στο πρώτο μέρος της συλλογής, αλλά μετά από το πρώτο ιντερμέδιο ασχολείται με τα «Πρόσωπα της μοντέρνας Τέχνης» και μετά το δεύτερο ιντερμέδιο, με τα «Τοπία της Μοντέρνας Τέχνης». Η εποχή του προφήτη, το μέλλον δεν έρχεται ποτέ. Το βήμα για το ξεπέρασμα της μοντέρνας συνθήκης δεν γίνεται και ο επίλογος δεν λειτουργεί ως κατακλείδα, αλλά μάλλον ως “cliffhanger” για το επόμενο εγχείρημα.

Ένας από τους λόγους που υποπτεύομαι πως συμβαίνει αυτό το πράγμα, είναι το γεγονός πως όλα τα ποιήματα της συλλογής έχουν δημοσιευτεί παλαιότερα σε κάποιο φιλολογικό-λογοτεχνικό blog. Η γενικότερη εντύπωση που δίνεται είναι πως ο ποιητής απλώς έχει μαζέψει τα ποιήματα που έχει γράψει την προηγούμενη περίοδο, τα έχει επεξεργαστεί και απλώς τα ανθολογεί στη συλλογή του, κάτω από την ομπρέλα της Μοντέρνας τέχνης. Όμως αυτό παραμένει μια ανθολογία, όχι ένα συντεταγμένο μανιφέστο, το οποίο έχει γραφεί με σκοπό να υπηρετήσει το ποιητικό όραμα. Προφανώς, τα ποιήματα αυτά έχουν σχέση με την μοντέρνα τέχνη (αν και π.χ αδυνατώ να συλλάβω πως ο Κολόμβος είναι ένα πρόσωπο της μοντέρνας τέχνης και όχι π.χ ο Έλιοτ). Είναι μια πάγια αισθητική θέση του Γιαννούδη η αποκήρυξη του (μετα)μοντερνισμού και αυτό φαίνεται σε κάθε του ποίημα. Δεν είναι λοιπόν ασύμβατη η παρουσία των ποιημάτων με την γενική σύλληψη, αλλά διαδικασία έχει αντιστραφεί: Δεν είναι η Μοντέρνα τέχνη που απαιτεί τα συγκεκριμένα ποιήματα, αλλά τα συγκεκριμένα ποιήματα που πρέπει να βολευτούν κάτω από την Μοντέρνα τέχνη.

Αυτή η κριτική αποτελεί μόνο την μία πλευρά του νομίσματος. Αν αφήσουμε στην άκρη το όραμα και την γενικότερη ιδέα της Μοντέρνας Τέχνης και τα δούμε ένα προς ένα (όπως δηλαδή θα τα έβλεπε η μοντέρνα τέχνη, κατακερματισμένα, χωρίς την μεγάλη αφήγηση του παρελθόντος), θα αντιληφθούμε πως ο ποιητής όχι μόνο έχει να επιδείξει τεράστια ποιητική εξέλιξη από την πρώτη του ποιητική συλλογή, αλλά ανεβάζει υψηλότερα τον πήχη του έμμετρου στίχου. (περισσότερα…)

Μυστήριον

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Μυστήριον

Φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη Γιάννη Χρήστου και εξήντα από την κυκλοφορία του εμβληματικού έργου του Mysterion, ενός σκηνικού ορατορίου βασισμένου σε αρχαίες αιγυπτιακές νεκρολογίες, για αφηγητή, ηθοποιούς, τρεις χορωδίες, ορχήστρα και μαγνητοταινία. Στο οπισθόφυλλο της πρώτης δισκογραφικής έκδοσης του έργου είναι τυπωμένο ένα σύντομο κείμενο του ίδιου του συνθέτη, όπου περιγράφει το έργο ως μια εμπειρία ονείρου: οι λέξεις αρθρώνονται, αλλά το νόημά τους παραμένει ασαφές· μοιάζουν με μαγικές φόρμουλες μιας μακρινής γλώσσας. Κι όπως δεν χρειάζεται να καταλάβει κανείς τι λέει ένα έξαλλο πλήθος για να επηρεαστεί από τις κραυγές του, έτσι κι εδώ η γλώσσα λειτουργεί πρωτίστως ως δύναμη και όχι ως φορέας σημασίας. Στο μικρό σχέδιο που συνοδεύει το κείμενο, το περιεχόμενο ενός εσωτερικού κύκλου προσδιορίζεται ως «εφιάλτης», ενώ ο Χρήστου κλείνει με μία προειδοποίηση: οι σύγχρονες «λέξεις της ισχύος» είναι η γλώσσα της επιστήμης και της τεχνολογίας, «από την οποία έχουμε καταντήσει να εξαρτιόμαστε τόσο πολύ».

Το κείμενο δεν αποτελεί απλή επεξήγηση του έργου· φωτίζει την αντίληψη του Χρήστου για τη λειτουργία της γλώσσας μέσα σ’ αυτό. Οι λέξεις δεν εμφανίζονται ως φορείς νοήματος, αλλά ως ηχητικά συμβάντα με άμεση ψυχολογική επίδραση, ικανά να επηρεάσουν τον αποδέκτη ακόμη κι όταν παραμένουν ακατανόητα. Η εμπειρία καθιστά, τρόπον τινά, την ερμηνεία περιττή.

Η φωτογραφία που συνοδεύει το παρόν κείμενο απεικονίζει, σε μεγέθυνση, το σχέδιο του οπισθοφύλλου πλάι σε ένα σύγχρονο κινητό τηλέφωνο. Η ομοιότητα δύσκολα περνά απαρατήρητη: το περίγραμμα του σχεδίου θυμίζει τη μορφή της συσκευής, ενώ ο εσωτερικός κύκλος του «εφιάλτη» αντιστοιχεί στη διάταξη των καμερών. Πρόκειται, ασφαλώς, για μια οπτική σύμπτωση. Ωστόσο, η σύμπτωση αυτή προσφέρεται ως αφορμή για μια διαφορετική ανάγνωση. Το σχέδιο του Χρήστου μοιάζει να συνομιλεί με ένα από τα βασικά αντικείμενα που οργανώνουν σήμερα την καθημερινή μας εμπειρία.

Το παράδειγμα του έξαλλου πλήθους που χρησιμοποιεί ο Χρήστου μπορεί να ιδωθεί ως περιγραφή αυτής της ψηφιακής εμπειρίας. Ο συνθέτης μετατοπίζει τη σημασία από το περιεχόμενο στον τόνο, στη συχνότητα, στην ένταση της φωνής. Με ανάλογο τρόπο, τα σύγχρονα ψηφιακά περιβάλλοντα βασίζονται στην ένταση που παράγει η αδιάκοπη ροή εικόνων, ειδοποιήσεων και ερεθισμάτων. Δεν απαιτούν ερμηνεία· απαιτούν κυρίως ανταπόκριση. Οι «λέξεις της ισχύος» του Χρήστου αποκτούν, υπό αυτό το πρίσμα, μια νέα διάσταση.

Ίσως, τελικά, το πραγματικό «Μυστήριον» να μην είναι οι αρχαίες νεκρολογίες ούτε οι ακατανόητες λέξεις, αλλά η αινιγματική ευκολία με την οποία ο άνθρωπος παραιτείται από την ανάγκη να καταλάβει. Και το πιο ανησυχητικό να μην είναι η επιρροή καθεαυτή που ασκούν πάνω του οι νέες «λέξεις της ισχύος», αλλά η προθυμία με την οποία παραδίδεται σε αυτές, εκχωρώντας την προσοχή, τη σκέψη και, τελικά, την κρίση του σε ό,τι καταφέρνει να ακούγεται δυνατότερα. (περισσότερα…)

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)

 Ο έρωτας ως επαναστατική δύναμη

*

της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ

~.~

Λίλα Τρουλινού,
Νύχτες με την Γκαμπριέλα,
Περισπωμένη, 2026

Το βιβλίο Νύχτες με την Γκαμπριέλα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026, είναι νουβέλα, το δυσκολότερο αλλά και αρτιότερο, κατά την άποψή μου, λογοτεχνικό είδος που αγαπά ιδιαίτερα η συγγραφέας· μια ενέργεια ή απόφαση της βασικής ηρωίδας γίνεται η αφορμή για να ζήσουμε ένα συναρπαστικό ταξίδι στη Ρώμη του 1979.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η Νόρα, Ελληνίδα φοιτήτρια στη Ρώμη στα τέλη της δεκαετίας του 70, αναζητά απελπισμένα τον έρωτα της ζωής της, την Γκαμπριέλα, μια όμορφη γυναίκα αργεντίνικης καταγωγής που εξαφανίστηκε. Την ψάχνει σε μια πόλη που ήδη από την προηγούμενη δεκαετία βιώνει, όπως όλη η χώρα, τα «μολυβένια χρόνια» με τις φοβερές σε ένταση τρομοκρατικές επιθέσεις από ακροδεξιές ομάδες, όπως η Όρντινε Νουόβο, προκειμένου να κατασταλεί το αριστερό εργατικό και φοιτητικό κίνημα το οποίο διεκδικούσε, με πολυήμερες απεργίες, πορείες, συζητήσεις, επαναστατικές πρακτικές, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και κοινωνικές ελευθερίες. Η απαρηγόρητη Νόρα, που βιώνει με σπαραγμό την υποψία της ερωτικής απόρριψης και την αγωνία για τη ζωή της αινιγματικής συντρόφου, την ίδια στιγμή διαθέτει την επαναστατικότητα μιας συνειδητοποιημένης νέας γυναίκας που πάει σε πορείες με λυσσαλέες επιθέσεις από ακροδεξιούς τραμπούκους με ξυρισμένα κρανία και ρόπαλα που χτυπούν για να σκοτώσουν ή στέκεται θαρραλέα απέναντι σε μικροαστικές αντιλήψεις για την περιχαράκωση της ερωτικής προτίμησης, ασκώντας, παράλληλα, κριτική στις επαναστατικές πρακτικές της εποχής.

Η πόλη ανοίγεται ολοζώντανη όταν τη διασχίζει για να βρει το ταίρι της, εναρμονισμένη με την ασθματική περιπλάνησή της, με αυστηρό ταξικό προσδιορισμό: εκεί που ζουν οι φτωχοί προλετάριοι, οι φοιτητές με τα λίγα λεφτά κάθε μήνα, οι μετανάστες, οι πολιτικοί εξόριστοι, οι πλάνητες, οι χρήστες, δεν υπάρχουν λουλούδια, οι πολυκατοικίες είναι κοκκινοπλίνθινες, τα τραμ λαμαρινόφαια, τα σπίτια είναι αθλιόσπιτα, κεραμιδοκόκκινα, φρικτοτενεκεδόκουτα. Οι άλλοι μένουν μακριά, στο Μόντε Σάκρο, σε μεσοαστικές, περιποιημένες γειτονιές.

Η ασθμαίνουσα ηρωίδα διασχίζει τοπία, συναντά και συνδέεται με ανθρώπους ενεργητικούς, δρώντα υποκείμενα της κοινωνίας και της ιστορίας, όντα πολιτικά που, άλλοτε με πράξεις και άλλοτε με τη θεωρία τους, πολεμούν την εξουσία και συνιστούν, λιγότερο ή περισσότερο, το περιβάλλον της εξαφανισμένης Γκαμπριέλας. Η μυθοπλασία συμπλέκεται με την Ιστορία. Οι επινοημένοι ήρωες της συγγραφέως, φεμινίστριες, επαναστάτες, ντήλερς, ανήσυχοι φιλόσοφοι και μουσικοί, συνυπάρχουν με τον Φελίνι, στην πιο αμφιλεγόμενη ταινία του «Η πόλη των γυναικών», τους καταστασιακούς, την ιταλική Εργατική Αυτονομία, την Όντα Ρόσα, τον Αντόνιο Νέγκρι, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, την φασιστική Όρντινε Νουόβο ακόμα και τον αρχιφασίστα Στέφανο ντέλε Κιάιε. Η Νόρα βυθίζεται όλο και πιο πολύ σε αυτόν τον κόσμο με αποκορύφωμα το συλλογικό τραύμα του «Βρώμικου πολέμου» στην Αργεντινή του στυγερού δικτάτορα Βιντέλα με τις μαζικές εξοντώσεις ακτιβιστών και αντιφρονούτων, με τους πάνω από 30.000 desaparecidos, τους εξαφανισμένους (η εξαφάνιση του σώματος ως άρνηση του εγκλήματος, όπως λέει ο ήρωας του βιβλίου).

Αυτή είναι –ας την πούμε έτσι– η υπόθεση. Η ουσιαστική απόλαυση της λογοτεχνίας όμως κρύβεται στο αληθινό ταξίδι που η συγγραφέας μας καλεί να κάνουμε: σημασία έχει όχι το τι έγινε αλλά το μη ειπωμένο, το καλά κρυμμένο. Και η Λίλα Τρουλινού το αναδεικνύει με τρόπο εξαιρετικό. Μας ταξιδεύει με λόγο πρωτοπρόσωπο, πυκνό, χειμαρρώδη, ανατρεπτικό, πυρετικό. Η ποιητικότητα της γραφής συνυπάρχει αρμονικά με την ωμότητα της πραγματικότητας, οι ήρωες αυτονομούνται όχι μόνο μέσα από τις πράξεις τους αλλά, πρωτίστως, μέσα από τον λόγο τους. Μόνον έτσι η επινοημένη ζωή γίνεται αληθινή, πράγμα που η συγγραφέας ξέρει να κάνει άριστα. Όταν η Νόρα απευθύνεται στην αγαπημένη της, ο λόγος ακροβατεί ανάμεσα στην ερωτική σπαρακτική εξομολόγηση και την υλικότητα της κανονικής ζωής. Είναι ακριβώς αυτή η θλίψη που δεν καταλήγει σε λυγμούς, που το έντονο συναίσθημα δε σου στερεί τη σκέψη, γιατί τι να την κάνεις την απόγνωση όταν δε συνοδεύεται από την επιθυμία να ερμηνεύσεις και τελικά να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο; Και ο κόσμος της ηρωίδας, αλλά και των ανθρώπων που συναντά, είναι τόσο ανατρεπτικός, τόσο επαναστατικός και πολιτικός, με την πραγματική έννοια του όρου, που μόνο η σύγκρουση με την κατεστημένη, τακτοποιημένη, στερεοτυπική σκέψη και πράξη κάθε εποχής θα φέρει τη νέα θέση, τη νέα αντίληψη. (περισσότερα…)

«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας». (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Εύθραυστος κόσμος (Προδημοσίευση)

*

Από το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη «Εύθραυστος κόσμος. Τριαντατρείς πεντάλεπτες δοκιμές» (Μικρή Άρκτος, Ιούλιος 2026) που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία αυτές τις μέρες, προδημοσιεύουμε εδώ το προλογικό σημείωμα του συγγραφέα και τον πίνακα των περιεχομένων.

Με τον «Εύθραυστο κόσμο» οι εκδόσεις Μικρή Άρκτος εγκαινιάζουν μια νέα σειρά βιβλίων υπό τον γενικό τίτλο «Τροχιές».

Όπως στο στερέωμα τροχιοδρομούν κάθε είδους ουράνια σώματα (ήλιοι, πλανήτες, μετεωρίτες, αερόλιθοι) έτσι και στη σειρά «Τροχιές» της Μικρής Άρκτου περιπλανώνται πολλών λογιών κείμενα: πεζά και ποιητικά, παλιά και σύγχρονα, ελληνικά και ξένα. Άλλοτε διασταυρώνονται, άλλοτε όχι. Κι όμως, με κάποιον τρόπο, ελκύονται το ένα απ’ το άλλο.

Τη σειρά διευθύνει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

///

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Τριαντατρείς δοκιμές περιλαμβάνει το βιβλίο αυτό. Τριαντατρείς μικροδοκιμές για την ακρίβεια, πεντάλεπτης αναγνωστικής διάρκειας, για να παραλλάξω τον τίτλο που έδωσε κάποτε σε μια δική του συναγωγή ο, μαιτρ του είδους, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ.

Παλιότερα, τέτοια κείμενα τα αποκαλούσαμε συνήθως επιφυλλίδες και διάνθιζαν τις στήλες του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου. Και πράγματι, εκεί δημοσιεύθηκαν τα πιο πολλά από τα συναθροιζόμενα εδώ, σε εφημερίδες και έντυπα χαρτώα και ηλεκτρονικά. Παρότι κάποια τους αλληλοπεριχωρούνται, στις σελίδες που ακολουθούν εκτίθενται χωρίς ειδική κατάταξη χρονολογική ή άλλη, ξανακοιταγμένα ωστόσο όπου κρίθηκε σκόπιμο.

Θεματικά, δεν απειθούν στον κανόνα που θέλει τα γραπτά τα δημοσιολογικά να ποικίλλουν. Έτσι περιστρέφονται γύρω απ’ τη λεγόμενη δημόσια σφαίρα, μετωνύμιο τρέχον της αρχαίας πόλεως, και κυμαίνονται ελεύθερα ανάμεσα στους δύο νοερούς της πόλους: την πολιτική και τον πολιτισμό. Η προηγμένη οικονομία και η αρχέγονη μουσική, οι αρχιτεκτονικοί όγκοι και οι τηλεοπτικοί ογκηθμοί, η αντιπαλότητα ανθρώπου και φύσης και το γιατί της ζωής, η πίστη ως εκκολαπτήριο ολοκληρωτισμών και τα νήματα της παράδοσης, ψαλιδισμένα ή ακέραια, είναι μερικά από τα ερωτηματικά με τα οποία καταγίνονται. Και ακόμη, η λιτότητα και η μπάλα, το μεταναστευτικό και οι ιστοριογράφοι, τα χειραφετούμενα και τα χειραγωγούμενα έθνη κ.ά. διάφορα. Με τον τρόπο τους πάντως, συγκλίνουν στο μέγιστο απόρημα: προς τα πού βαδίζει ο συγκαιρινός κόσμος.

Ακούω ήδη την ένσταση: «Μα ξετυλίγονται τέτοια ζητήματα σε μερικές εκατοντάδες λέξεις;» Την απαντώ με τα λόγια του Εντσενσμπέργκερ και πάλι:

«Μικρούτσικα κείμενα για πελώρια προβλήματα; Δεν πρόκειται δα για κάτι πρωτόφαντο, τέτοια έχουμε εδώ και πεντακόσια χρόνια. Ο Μισέλ ντε Μονταίν, μέγας προπάτωρ του δοκιμίου, ήταν ο πρώτος διδάξας.»

Δοκίμιο ή δοκιμή, το λέει η λέξη, είναι ο λόγος που δεν ματαιοδοξεί ότι θα εξαντλήσει το θέμα του. Αδρά, ελλειπτικά, ριψοκίνδυνα – τέτοια πάντα τα μέσα του, είτε απλώνεται σε λίγες γραμμές είτε σε ολόκληρους τόμους. Όχι αλλιώτικα από τον ποιητή, του οποίου είναι πρωτοξάδελφος, ο δοκιμιογράφος γεφυρώνει τα εκ πρώτης όψεως ασύνορα, πλέκει εικασίες, παίρνει αναπάντεχες άδειες. Ασφαλώς, ο κόπος των είδικών και τα ακαδημαϊκά ειωθότα –οι σχοινοτενείς αναλύσεις, οι απανωτές υποσημειώσεις, οι βιβλιογραφικές ντάνες– είναι πράγματα χρήσιμα και καθ’ όλα σεβαστά. Τον αποσταγματικό λόγο της δοκιμιογραφίας όμως δεν γίνεται να τον υποκαταστήσουν. Στο κάτω κάτω, όπως υπάρχουν λογιώ λογιώ συγγραφείς, υπάρχουν και λογιώ λογιώ αναγνώστες. Όλο το ζήτημα, φαντάζομαι, είναι να βρει κανείς τους δικούς του.

Σε πείσμα του δυσοίωνου τίτλου του και παρά την πληθύ των θεμάτων του, η γενική εικόνα που αχνοφαίνεται σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι, θέλω να πιστεύω, ούτε ανεμώλια ούτε θραυσματική. Αν τα πράγματα γύρω μας είναι ούτως ή άλλως φυγόκεντρα, η γραφή άλλο σκοπό, άλλη φιλοδοξία δεν έχει παρά να συγκρατήσει, να αποταχύνει τη χαοτική τους περιδίνηση – ας είναι και για όσο διαρκεί ένα φυλλομέτρημα. Να τα παγώσει για λίγο στον χρόνο, ώστε να μπορέσει η σκέψη να τα αναλογιστεί. Φυσικά, το αν ετούτη εδώ η γραφή το πετυχαίνει, δεν είναι δική μου δουλειά να το πω.

«Προσέχουμε τ’ άρθρα μας όσο και τα τραγούδια μας», σημειώνει κάπου ο Κωστής Παλαμάς. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στις μέρες μας το μέλημα του ύφους δεν πολυμετράει. Εδώ πάντως, όσο μπόρεσα, δεν λησμόνησα την παρακίνηση του Ποιητή.

— ΚΚ

///

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί προλόγου

Γιατί υπάρχει ζωή;
Συνέχειες / ασυνέχειες
Από τί είναι φτιαγμένη η ιστορία;
Ο θεός της σφαγής
Εμπρός στην αναπόφευκτη πτώση
Μιας χιλιετίας σπαράγματα
Κτήρια-σκουπίδια
Ο Δημοσθένης και η λιτότητα
Να μιλήσουμε για ήρωες;
Πόσα βιβλία χρειάζεται ο άνθρωπος;
Δώρα άδωρα
Η παράδοση και οι κληρονόμοι της
Κράτος, Θεός, Ευτυχία
Τηλοψίας εγκώμιον
Το κόμμα της αυτοσυντήρησης
Φύση, ο Εχθρός
Η μοίρα του Άδραστου
Μια ομολογία ενοχής
Εύθραυστος κόσμος
Όπου σάτιρα και το κεντρί της
Ένα αντιμανιφέστο
Ο γρίφος του ποδοσφαίρου
Οι ξεγραμμένοι ζούνε πιο πολύ
Ο κ. Μπιροττώ, ο κ. Μπόρκμαν κι εμείς
Χωρίς εναλλακτική
Κάτω το ταλέντο!
Το νήμα που δεν κόπηκε
Στον ωκεανό της αβεβαιότητας
Μουσική, η αρχαία μας εστία
Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν
Σκυταλοδρομία
Όλα ανυποψίαστα
Για μια ευημερία απέριττη

///

*

*

*

*

Ιδέες που δεν εξαντλούνται στην αφήγηση, ιστορίες που δεν γράφονται αλλιώς

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Υπάρχουν ιστορίες που διαβάζονται και ολοκληρώνονται μέσα στο ίδιο τους το σώμα· που, όσο κι αν εντυπωσιάζουν, αφήνουν πίσω τους μια αίσθηση πληρότητας που δεν απαιτεί επιστροφή. Και υπάρχουν άλλες —λιγότερες— που δεν τελειώνουν εκεί όπου τελειώνει το κείμενο. Αντί να κλείνουν, μετατοπίζονται· περνούν από τη σελίδα στον αναγνώστη και συνεχίζουν να λειτουργούν σε ένα επίπεδο όπου η κατανόηση δεν είναι πια μόνο νοητική, αλλά υπαρξιακή. Στα διηγήματα του Τεντ Τσιανγκ (Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες, μτφρ. Δημήτρης Αρβανίτης, Κέδρος 2016), αυτή η μετατόπιση δεν επιτυγχάνεται μέσω υπαινιγμών ή σκοτεινών κενών, αλλά μέσω μιας σχεδόν παράδοξης διαύγειας. Οι ιδέες εκτίθενται πλήρως και οι προϋποθέσεις τους γίνονται σαφείς· η αφήγηση φτάνει μέχρι το σημείο όπου δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο. Και όμως, ακριβώς εκεί, όπου όλα φαίνεται να έχουν ειπωθεί, αρχίζει κάτι άλλο: η αναμέτρηση με τις συνέπειες.

Η γραφή του δεν προτείνει απλώς υποθέσεις· τις εξαντλεί. Δεν θέτει ερωτήματα για να τα αφήσει ανοιχτά· τα οδηγεί μέχρι εκεί όπου η απάντηση παύει να είναι απελευθερωτική και γίνεται δεσμευτική. Έτσι, η ανάγνωση παύει να είναι μια πράξη κατανόησης και μετατρέπεται σε εμπειρία που δεν μπορεί να ανακληθεί. Όχι επειδή το κείμενο είναι δύσκολο, αλλά επειδή αυτό που λέει δεν μπορεί πλέον να μην ισχύει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η αφήγηση του Τσιανγκ αποκτά τον χαρακτήρα της αναγκαιότητας. Οι ιστορίες του δεν φαίνεται να γράφονται επειδή μπορούν, αλλά επειδή πρέπει. Και, αντίστοιχα, δεν διαβάζονται απλώς επειδή προσφέρονται, αλλά επειδή, από τη στιγμή που ξεκινούν, δεν επιτρέπουν να εγκαταλειφθούν χωρίς να ολοκληρωθούν. Όχι ως πλοκή, αλλά ως συνέπεια.

Στα διηγήματα του Τεντ Τσιανγκ τίποτα δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει την ώρα που διαβάζεται. Η αφήγηση είναι καθαρή, σχεδόν διαφανής, και οι ιδέες παρουσιάζονται με μια ακρίβεια που μοιάζει να εξαντλεί το νόημά τους μέσα στο ίδιο το κείμενο. Κι όμως, αυτό που μένει δεν είναι ποτέ εκείνο που έχει ήδη ειπωθεί. Είναι κάτι που ενεργοποιείται αργότερα — όταν η ιστορία έχει τελειώσει, όταν η ανάγνωση έχει κλείσει και ο αναγνώστης βρίσκεται μόνος με αυτό που κατάλαβε ή με αυτό που δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει. Αυτό που διακρίνει τον συγγραφέα δεν είναι μόνο η θεματική του, αλλά η διπλή λειτουργία της αφήγησης. Σε ένα πρώτο επίπεδο, οι ιστορίες του αναπτύσσονται ως αυστηρά δομημένες ιδέες: υποθέσεις που δοκιμάζονται, κόσμοι που οργανώνονται με συνέπεια, αφηγήσεις που προχωρούν με λογική καθαρότητα μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Κάτω όμως από αυτή τη φαινομενική πληρότητα λειτουργεί ένα δεύτερο επίπεδο, λιγότερο ορατό αλλά ουσιαστικότερο: το νόημα που δεν παραδίδεται μέσα στο κείμενο, αλλά προκύπτει από τη σύγκρουση της ιδέας με τον αναγνώστη, από την καθυστέρηση της κατανόησης, από εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα ανάμεσα στο «διάβασα» και στο «κατάλαβα». (περισσότερα…)

Πορτρέτο κυρίας στο ημίφως

 *

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

~.~

Γιώργος Συμπάρδης
Νύχτες με την Κάλλη
Μεταίχμιο, 2026
Vivre c’ est s’ obstiner à achever un souvenir
RENÉ CHAR

Η νέα νουβέλα του Γιώργου Συμπάρδη ανανεώνει και ενδυναμώνει το άρωμα μυστηριακής γοητείας που αποπνέουν τα προηγούμενα έργα του – πέντε μυθιστορήματα και μία νουβέλα συνολικά. Γιατί στα βιβλία του Συμπάρδη πρωταγωνιστής είναι η ατμόσφαιρα, ενώ οι ήρωες είναι ρευστοί και περιπλανώμενοι, ασυμβίβαστοι, αδέσμευτοι, ασαφείς και απροσδιόριστοι, ζωντανά δείγματα της ρευστής εποχής στην οποία ζούμε. Τα πρόσωπα μετατοπίζονται διαρκώς μέσα στον τόπο και τον χρόνο και αποκτούν υφή και ένα βαθμό συμπύκνωσης, ανάλογα με τα αν στέκονται στο φως, το ημίφως ή το βαθύ σκοτάδι. Οι τόποι κι αυτοί πρωταγωνιστούν ή μάλλον το πέρασμα, η μετάβαση από τόπο σε τόπο, που ορίζει και τη διαφορετική ατμόσφαιρα. Και η πλοκή είναι ακριβώς αυτοί οι τόποι, καθώς τους διασχίζει η ερωτική επιθυμία και η αναζήτηση της εκπλήρωσής της, που δεν είναι μια γραμμική πορεία, αλλά η τεθλασμένη κίνηση, η σπασμωδική, η συνειρμική, η παλινδρομούσα μετατόπιση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή. Μπαίνω στον πειρασμό να πω πως αυτή η διαρκής μετακίνηση στην ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης, το πέρασμα από διαφορετικές ατμόσφαιρες, οι γκρίζες ζώνες που διασχίζουν τις συνοικίες, ή τοποθετούνται στις παρυφές τους, δεν έχουν αποτυπωθεί από κανέναν άλλο συγγραφέα με τόση λεπτότητα και λεπτομέρεια, με εξαίρεση ίσως τον (συνομίληκό του) Πατρίκ Μοντιανό.

Έτσι στην πρόσφατη νουβέλα ο (νεαρός;) αφηγητής, καθώς περιπλανιέται στη γειτονιά του, τα Πετράλωνα, τη μέρα στο δυνατό φως του Αυγούστου, και όταν βραδιάσει στη ραστώνη των έρημων και πιο δροσερών νυχτερινών δρόμων, στα σκαλοπάτια ενός ναού εντοπίζει μια γυναικεία φιγούρα, μια μεγάλη γυναίκα, με παλιομοδίτικα εξεζητημένα ρούχα, σαν παλιά θεατρίνα, μια εκλεπτυσμένη καλλονή αλλοτινής εποχής και γοητεύεται από αυτήν σε σημείο που ο πόθος του να την συναντήσει και να την γνωρίσει την “προσελκύουν” ένα βράδυ στην ημιφωτισμένη βεράντα του σπιτιού του, όπου ξεδιψούν με παγωμένα ποτά, τζιν με τόνικ, βότκα με λεπτές φέτες λεμόνι, με θέα τον ακάλυπτο, αλλά και ένα μπαλκονάκι μιας νεαρής γειτόνισσας, για να ανακαλύψει στο τέλος πως το ενδιαφέρον της μυστηριώδους γυναίκας δεν ήταν ακριβώς για αυτόν αλλά για τη νεαρή ένοικο του διπλανού διαμερίσματος.

Στην γοητευτική κυρία με τα γαλαζοπράσινα μάτια, τα φλοράλ φορέματα, το ψάθινο πλατύγυρο καπέλο, την φαρδιά άσπρη ζώνη, την μεγάλη ετοιμότητα στον λόγο, την τάση για εκμυστήρευση, την ζωηρή ανάγκη για παρέα και συναναστροφή, την ευκολία να χτυπάει το κουδούνι και να εισβάλλει με μπαγιάτικα γλυκά στο σπίτι ενός σχεδόν άγνωστου άντρα, την άνεση να τον αγνοεί, να τον χρησιμοποιεί κατά πώς θέλει, έχοντας προφανώς συνείδηση της δύναμής της και της έλξης που του ασκεί, την ικανότητα να τον αφήνει άναυδο και ανήμπορο με την άστατη συμπεριφορά της, ο αφηγητής δίνει το όνομα “Κάλλη”, το όνομα μιας αλαζονικής μεγαλύτερης από αυτόν ξαδέλφης του, που όταν αυτός ήταν μικρός και μαγεμένος μαζί της, εκείνη τον περιφρονούσε και τον προσέβαλε, σε σημείο που να αναρωτιόμαστε αν ο πόθος του για την επιβλητική κυρία τροφοδοτείται από την ανάμνηση, κι ακόμα αν η κυρία δεν είναι εντελώς πραγματική αλλά μια αντανάκλαση της ακατάδεχτης ξαδέλφης του. «Η ζωή ως η εμμονή να ολοκληρώσεις μια ανάμνηση», καταπώς λέει ο Ρενέ Σαρ. Ή αντίστροφα, μήπως η ανάμνηση είναι μια νέα επινόηση που χτίζεται με βάση την ζωντανή μορφή που ο ήρωας έχει αυτή τη στιγμή μπροστά στα μάτια του. Πες μου κάτι δικό σου, προσωπικό, του λέει η γυναίκα. “‘Έστω κάτι γι’ αυτή την ξαδέλφη σου που της μοιάζω, την Κάλλη’. Άρχισα με τη φωνή της ξαδέλφης που ακούγοντάς την ταξίδευες και την κάπως μεγάλη αλλά και ωραία, σαν κοντυλογραμμένη, μύτη. Δηλαδή με τα γνωστά για τα οποία ούτε να ψάξω χρειάστηκε ούτε και να παιδευτώ. Το ίδιο καλά τα πήγα και με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, αφού μπροστά μου τα είχα κι απλώς παράλλαζα αυτά που έβλεπα.” “Λευκές” θα είναι και οι τέσσερεις νύχτες που θα περάσει μαζί της, όπως ήταν και με την ξαδέλφη του. Η επιθυμία ανεκπλήρωτη, ίσα που αρθρώνεται, χάνεται μέσα στην αβεβαιότητα. (περισσότερα…)

Η βία κι η εγκυρότητα στη λέξη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026

Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.

Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.

Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;

Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».

Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.

Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)

Τραγικός και… τράγος; Κυπριακό και κοινοτοπία

 

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[10/12]

~.~

Η μη μετοχή του Νίκου Σαμψών στην ΕΟΚΑ Β΄ και την προετοιμασία του πραξικοπήματος καταγράφεται από έγκυρους ιστορικούς,[513] ακόμα και από εκείνους οι οποίοι υπήρξαν οι απολογητές της οργάνωσης,[514] πιστοποιείται δε ακόμα και από μακαριακούς αντιστασιακούς, τους οποίους ο Σαμψών έσωσε από βέβαιη εκτέλεση.[515] Ωστόσο, πέρα από τη δημοσίως εκπεφρασμένη φιλογριβική και φιλοχουντική στάση του Σαμψών και της εφημερίδας του Μάχη στα χρόνια δράσης της ΕΟΚΑ Β΄,[516] μαρτυρείται πως επιχείρησε, μετά από τον θάνατο του αρχηγού της οργάνωσης, Γεώργιου Γρίβα, να έχει μυστική συνάντηση με τον νέο της διοικητή, Ταγματάρχη Γεώργιο Καρούσο, ο οποίος επιμελημένα τον απέφυγε.[517] Συναφώς, τεκμαίρεται πως μετά από τον θάνατο του Γρίβα οι ενέργειες του Σαμψών αποκάλυπταν τη βούλησή του να αναδειχθεί σε ηγετική θέση στην παράταξη των ενωτικών, της οποίας η ηγεσία, ως διασταυρώνεται, «τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία».[518] Γεγονός επίσης είναι πως, αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ως καταθέτουν οι ένοχοι επί εσχάτη προδοσία Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, επικεφαλής των μονάδων καταδρομών κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής, και ο υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, θέσεις που υιοθετεί και το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων,[519] ο Νίκος Σαμψών προσήλθε, όπως πολλοί αντιμακαριακοί αριβίστες, στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ).[520] Ο Κομπόκης μαρτυρεί ακόμη χαρακτηριστικά πως, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης Προέδρου, η απόδοση της πραξικοπηματικής προεδρίας στον Σαμψών υπήρξε τυχαία, προϊόν αυθορμητισμού, ασυνεννοησίας και σύγχυσης.[521]

Τα ανωτέρω επιχειρήματα επιστρατεύει, για να υποστηρίξει την αθωότητά του, και ο Νίκος Σαμψών στις συνεντεύξεις του της δεκαετίας του ’90, παραθέματα των οποίων αξιοποιεί προνομιακά ο Μαργαρίτης, τηρώντας, ωστόσο, απέναντι στα λεγόμενα του ήρωα μια άκρως επικριτική στάση. Για να δικαιολογήσει την ανάληψη από μέρους του της προεδρίας, ο Σαμψών προτάσσει ότι επεδίωκε να σώσει τη χώρα από τον εμφύλιο σπαραγμό, ότι ανέλαβε, επίσης, χωρίς να γνωρίζει πως ο Μακάριος ήταν ζωντανός, ενώ κεφαλαιοποιεί επίσης το γεγονός ότι φρόντισε να σώσει οπαδούς του Μακαρίου από εκκαθαρίσεις. Επιρρίπτει, περαιτέρω, την ευθύνη για την έκβαση των γεγονότων αφενός στον Μακάριο, αφετέρου δε στο χουντικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί ότι τον πρόδωσε, και ζητεί διακαώς να ανοίξει ο περιβόητος Φάκελος της Κύπρου, ώστε να αναδειχθούν οι πραγματικοί, κατ’ αυτόν, ένοχοι. Φρονεί, ακόμα –και σε αυτό δεν έχει άδικο, ο δε συγγραφέας επίσης ως προς αυτό συναινεί– πως υπήρξε ο μόνος που τιμωρήθηκε για την τραγωδία της Κύπρου, ενώ οι πρωταίτιοι της εθνικής συμφοράς δεν διώχθηκαν ποτέ ποινικά ούτε έτυχαν τιμωρίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο, προστατεύθηκαν δε ευλαβικά από τις ελλαδικές μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις:

Άραγε να ήταν χολή; Πάντως κλαίει. Οι υπεύθυνοι του πραξικοπήματος, λέει, είναι ελεύθεροι. Ο Αραπάκης, ας πούμε, έχει χτίσει ξενοδοχείο στην Πειραιώς. Γιατί δεν ανοίγει ο καταραμένος Φάκελος της Κύπρου; […] Δεν θεωρεί τον εαυτό του πιόνι ούτε αχυράνθρωπο· είναι ο άνθρωπος που έχει προδοθεί περισσότερο απ’ όλους. Εξεγελάσθημεν! Στην Κύπρο, τέλος πάντων, ποιος επλήρωσεν πλην του Νίκου Σαμψών; Αυτός ξεχρέωσε για όλους.[522]

Στο κεφάλαιο «Αδερφοφάδες», ο Μαργαρίτης αντιμετωπίζει νηφάλια τον Νίκο Σαμψών ως προς την ιστορική πτυχή της ανάμιξής του στο πραξικόπημα. Συνεξετάζοντας πηγές και μαρτυρίες, εμφαίνει πως «ο Νίκος Σαμψών δεν υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ Β΄»,[523] ωστόσο δείχνει διστακτικός απέναντι στην αποδοχή οποιασδήποτε από τις υπάρχουσες πηγές για την εμπλοκή του προσώπου ή μη στην προπαρασκευή του πραξικοπήματος:

Τα άλλα είναι θολά. Σαν τα φαινόμενα. Και το σκάνδαλο μένει ανοιχτό: ποιος ήταν ο ρόλος του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου; Μέγα μυστήριο.[524]

Πίσω στο ΓΕΕΦ οι χουντικοί αξιωματικοί έψαχναν διάδοχο για τον Μακάριο. Όλα αυτά είναι θολά.[525]

Στο σχετικό επίσης με το Πραξικόπημα κεφάλαιο «Τhe Cyprus Papers» ο Μαργαρίτης αφήνει αιχμηρούς υπαινιγμούς –όχι πολύ διαφορετικούς από εκείνους του ήρωά του και σύνολης την κυπριακής κοινής γνώμης– απέναντι στην καθυστέρηση της ανάληψης δράσης για την προδοσία της Κύπρου από την ελληνική πολιτεία («η Βουλή των Ελλήνων προχώρησε επιτέλους στις ανακρίσεις»[526]). Στέκεται ειδικά στην απουσία κάθαρσης και την ατιμωρησία, όπως και στην απόκρυψη και την κατακράτηση στοιχείων, παρά την παρέλευση του τυπικού χρονικού ορίου της πενηνταετίας («Γεγονός είναι ότι τα αρχεία, όσα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, είναι ελλιπή. Ο ίδιος ο Νίκος Σαμψών θα γελούσε πικρά, αν ήξερε ότι η πολυαναμενόμενη έκδοση του Φακέλου της Κύπρου θα περιοριζόταν σε ένα αποτέλεσμα ΜΕΤΡΙΟ»[527]). Περαιτέρω, σχολιάζει το γεγονός ότι ο Νίκος Σαμψών ποτέ δεν κλήθηκε να καταθέσει («Περιέργως, όμως, κανείς δεν νοιάστηκε για τη δική του μαρτυρία»[528]), αγνοώντας ενδεχομένως πως η διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά τους εμπλεκόμενους στα γεγονότα με ελληνική και όχι με κυπριακή υπηκοότητα. Η πολύκροτη υπόθεση του κυπριακού φακέλου, στη βάση των ανωτέρω φαιδροτήτων για χώρες που έχουν βιώσει μία εθνική συμφορά, επεξηγεί εν γένει, για τον συγγραφέα, και τη σημερινή αδιαφορία της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας σφαίρας για την υπόθεση της Κύπρου: «ο εγκλεισμός του νησιού στην κατάψυξη για πενήντα ολόκληρα χρόνια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σταδιακή απαξίωση, τη μεταβολή της τραγωδίας σε φάρσα, τη διακωμώδηση, εντέλει, σε Ελλάδα και Κύπρο, αυτής της υπόθεσης»[529]). Μετά δε και από τη δημοσιοποίηση του Φακέλου της Κύπρου, οι φρούδες ελπίδες του Νίκου Σαμψών για ιστορική αποκατάσταση αποκαλύπτουν, για τον Μαργαρίτη, την αδιαπραγμάτευτη ιστορική ευθύνη του προσώπου στην εθνική προδοσία και την παράδοση της Κύπρου στον Αττίλα:

Για τον χαμό της πατρίδας ο Νίκος μέμφεται τη Χούντα. […] Το βέβαιο είναι ότι η μισή πατρίδα χάθηκε.[530]

Τη δική του χάρη, […] που έλαβε από τον στρατάρχη Χάρντινγκ, ο Νίκος Σαμψών πολλαπλώς τη χαράμισε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο πραξικόπημα του 1974.[531]

Το ενδιαφέρον της πραγμάτευσης –και ενδεχομένως το στοιχείο της πρόκλησης– του πεζογράφου έγκειται στο γεγονός πως, παρότι αποδέχεται –και αυτό κατόπιν επίμοχθης και όχι αβασάνιστης ερευνητικής εργασίας– ότι πολλά από τα εγειρόμενα ζητήματα είναι «θολά»,[532] η όποια μετοχή του Σαμψών στην οργάνωση του Πραξικοπήματος παύει να τον ενδιαφέρει ή να αποτελεί ερώτημα per se. Η αναζήτηση του πταίσματος και των ενόχων, ο επιμερισμός των ευθυνών ή και η διαβάθμισή τους σε σοβαρές και «λιγότερο» σοβαρές μπορεί να ενδιαφέρουν τον ίδιο τον Νίκο Σαμψών, τα παιδιά του και τη σύζυγό του, Βέρα, που εναγωνίως αιτούνται μέχρι σήμερα την αποκατάσταση του ρόλου (ή και την άφεση) του οικείου τους, οπωσδήποτε δε τον ιστορικό, αλλά όχι τον μυθιστοριογράφο. Η δική του πρόταση μετακυλίεται από την απόδοση ευθυνών στο αδιαπραγμάτευτό τους αποτέλεσμα, στην είσοδο, έπειτα, του συγγραφικού υποκειμένου στο πένθος και τη μετάνοια, στην αναγωγή, εν τέλει, της κυπριακής τραγωδίας σε περιπτωσιακή έκφανση της ανθρώπινης Πτώσης: (περισσότερα…)