ΝΠ | Βιβλίο

Από την αγωνία ώς τον σαρκασμό

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

~.~

Έλενα Σταγκουράκη
Εντός, εκτός και επί τα αυτά
Σμίλη 2024

Επέλεξα να ξεκινήσω την παρουσίαση της συλλογής Εντός, εκτός και επί τα αυτά της Έλενας Σταγκουράκη με το ποίημα «Μάθημα θεατρικής μετάφρασης», ίσως γιατί το θεωρώ ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά της. Το διακρίνει η ακρίβεια στη μορφή του – έμμετρο, ρυθμικό, με ζευγαρωτή ομοικαταληξία – ακρίβεια που το ακολουθεί πιστά και στις 14 στροφές. Το διακρίνει επίσης η διαύγεια του περιεχομένου του. Στο ποίημα εκφράζεται με σαφέστατο τρόπο η αγωνία της μεταφράστριας Σταγκουράκη και η αντιπαράθεση μέχρι και αντίσταση στην τετριμμένη και απολιθωμένη διδακτική, που συνήθως ακολουθείται στα Πανεπιστήμια και στα εργαστήρια μετάφρασης.

[…]

Τότε εγώ, καλή κυρία
θά βρω άλλη ευκαιρία
κείμενο να μεταφράσω
και το μάθημα ας το χάσω.

Η μετάφραση για μένα
είναι θαύμα, μέγα κι ένα!
Ούτε και θα την προδώσω
μην τυχόν και σε θυμώσω!

Λέξη-λέξη δεν το λέω,
κι άμα θες σ’ το ξαναλέω:
με το πνεύμα μεταφράζω
και το γράμμα θα τ’ αλλάζω!

Στον ποιητή πιστή θα μένω
έτσι πρέπει κι επιμένω!
Αν εκείνος το επιτρέπει,
αλλαγές θα κάνω σε έπη.

Αν χωρίσουμε, χαλάλι!
Μέθοδος δε μένει άλλη,
στη μετάφραση θα μείνω
πιο πιστή. – Το καπελίνο.

Είναι σ’ αυτό το ποίημα που η αντίσταση της ποιήτριας-μεταφράστριας στις διδακτικές μεθόδους θα την οδηγήσει στην σάτιρα, την ειρωνεία και τον σαρκασμό (φαίνεται μάλιστα πως η έμμετρη μορφή βοηθάει σ’ αυτό). Στοιχεία που όλο και περισσότερο λείπουν από τη σύγχρονη ποίηση! Μου έρχεται στο νου σχόλιο του Τάκη Σινόπουλου από το μακρινό 1965. «Σήμερα με τις ελευθερίες που πήρε η ποίηση δεν έχουμε σάτιρα. Ίσως φταίει η εποχή, υπερβολικά σοβαρή, υπερβολικά προβληματισμένη, υπερβολικά αγχώδης. Και πως να χωρέσει σάτιρα στον ελεύθερο στίχο. Μα πάλι σκέφτομαι γιατί όχι;» Αν όλα αυτά συνέβαιναν τότε που τα σημείωνε ο ποιητής του Νεκρόδειπνου, τι γίνεται σήμερα που η εποχή μας έχει κατά πολύ ξεπεράσει τα όποια όρια είχαμε κάποτε φανταστεί και μας έχει βαρύνει. Όμως η σάτιρα ανθίζει στα ποιήματα της Σταγκουράκη κι όταν αυτό δεν φαίνεται ρητά, ξεπροβάλλει με αχνό τρόπο μέσα από διάσπαρτους στίχους της συλλογής.

Από το ποίημα “Σε κατάσταση εκτάκτου συναγερμού” (σ. 18).

Αρκεί που τη γλύτωσα πάλι
φτηνά και στο τσακ, παρά τρίχα!
Σαφώς είναι τύχη μεγάλη
κομάντο στην πόρτα πως είχα.

(περισσότερα…)

Επίπονη πορεία αυτογνωσίας

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Χρήστος Μαρκίδης,
Ποιήματα 1999-2020,
Αρμός 2023

Ο τόμος περιλαμβάνει την συγκεντρωτική ποιητική δουλειά του ζωγράφου Χρήστου Μαρκίδη, μια δουλειά που επικοινωνεί άρρηκτα με το εικαστικό του έργο, καθώς και στους δύο κώδικες χρησιμοποιεί μια γλώσσα ενιαία, μέσω της οποίας αναδύεται στην επιφάνεια του ορατού το μάγμα των πραγμάτων πριν γεννηθούν και αποκοπούν από τη κοινή ύλη, όταν η λέξη και το πράγμα, η έννοια και η μορφή δεν είχαν αποσπαστεί από την ρέουσα ουσία του κόσμου, γι’ αυτό και τα σχήματα και οι λέξεις διατηρούν στην ρευστότητά τους την ανοιχτή πολυσημία του Ενός και το Όλου. Δημιουργείται έτσι ένας κόσμος πριν από την ερμηνεία, γι’ αυτό και ερμητικός. Η λέξη γίνεται σήμα ενός ρηγματωμένου από αιωνιότητα χώρου, ευδαιμονικού και χαμένου:

Άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα

Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;

Ποιος πίσω την άρπαξε;

Στη δουλειά του διέγνωσα τρεις ορίζουσες· την εκκλησιαστική παράδοση, όπως αυτή μέσω της παιδιόθεν αγωγής μεταστοιχειώνεται στην εικαστική και ποιητική αναζήτηση του καλλιτέχνη, τον «υπερούσιο νόστο» στη γενέθλια γη και τους ανθρώπους και, τέλος, το στοχασμό για την τέχνη που είναι στοχασμός για την ύπαρξη. Όλα μαζί λουσμένα στα νάματα – μια αγαπημένη λέξη στη δουλειά του – μιας Αχερουσίας της μνήμης. Έτσι στην πρώτη δουλειά του διαβάζουμε:

Συμμαζεύοντας το διάσημο εργαστήριο βρήκα
κάτι παλιές Εικόνες. Μία περίστανε τον Ιανό, η άλλη
τον Ερμόλαο, η τρίτη – κέλυφος μόνο- την
Εικοσιφοίνισσα ατραπό κόρη. Νανουρίζοντας
στην αγκαλιά μου το μέταλλο, ένα είδος ανθι-
βόλου που οι πατέρες κεντούσαν τα σπάργανα,
το εξής φάντασμα μου αποκαλύφθηκε: τραπέζι
στρωμένο με πηλό και πάνω μας χελιδονοφωλιά
από άργιλο. Ετούτη η Νεκρή φύση ενέχει την
γέννηση της Περιβλέπτου, ανέκραξα, οι τέσσε-
ρις ορίζοντες είναι τα πλοκάμια στο κεφαλάρι της
μνήμης.

Εδώ, η Εικοσιφοίνισσα, η εικόνα της Παναγίας στην ομώνυμη μονή της Δράμας, πατρίδας του Μαρκίδη, και τα συμπαρομαρτούντα σύμβολα της ορθοδοξίας είναι θραύσματα της νεκρής φύσης της μνήμης, εκεί όπου ανήκουν τα παιδικά βιώματα και οι αγαπημένοι απόντες, όπως διαβάζουμε παρακάτω («το πηγάδι που έριχνα, ο σπίνος που σημάδευα […] ο από χρόνια πεθαμένος Ανάργυρος;»). (περισσότερα…)

Η νεοελληνική διανόηση ως πεδίο διαλόγου και κριτικής σκέψης

*

της ΓΙΩΤΑΣ ΒΑΣΣΗ

~.~

Φώτης Τερζάκης – Νίκος Φούφας,
Το νεοελληνικό διανοητικό τοπίο: μια συζήτηση,
Υδροπλάνο, 2026

Εισαγωγή

Ο Φώτης Τερζάκης διαθέτει πλούσιο συγγραφικό και μεταφραστικό έργο. Το ανά χείρας πόνημα είναι το δεύτερο που συνυπογράφει με τον Νίκο Φούφα, νεαρότερο συγγραφέα, αλλά ισότιμο συνομιλητή. Η παρατήρηση δεν είναι τυχαία, καθώς οι συγγραφείς έχουν δοκιμάσει και νωρίτερα αυτό το είδος συνομιλίας (το άλλο τους πόνημα είναι το Η ατέρμονη ανησυχία της σκέψης. Συζητήσεις με τον Φώτη Τερζάκη, Ήτορ: Αθήνα 2022) που δεν αποτελεί συν-συγγραφή με τη συμβατική έννοια του όρου (οι συγγραφείς γράφουν διαφορετικά κεφάλαια ή για τα ίδια θέματα από άλλη οπτική, οπότε «συνομιλούν» νοερά μέσω των απόψεών τους), αλλά συνιστά «ζωντανό» διάλογο. Προς τούτο συνηγορεί και η έκταση του βιβλίου (75 μικρόσχημες, πυκνογραμμένες σελίδες), που ολοκληρώνεται όπως μία εκτενής κουβέντα. Όταν τελειώνεις το βιβλίο, νιώθεις ότι οι συνομιλητές αποχωρίζονται και ανανεώνουν το ραντεβού τους για μία μελλοντική φιλοσοφική συνάντηση. Ας σημειωθεί ότι το βιβλίο δεν αποτελεί έναν νόθο διάλογο, όπως πολλάκις έχουμε δει σε δοκίμια αυτοαναφορικά, όπου ο γράφων υιοθετεί διαφορετικές περσόνες. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το κείμενο μιμείται τον διάλογο, αλλά δεν είναι διάλογος.

Στην περίπτωση των Τερζάκη-Φούφα  ο αναγνώστης βρίσκεται ενώπιον των δύο συνομιλητών και παρακολουθεί τη διαλογική τους συζήτηση. Για τους γνωρίζοντες, ο Τερζάκης διατηρεί το γνώριμο ύφος του, δεν αλλοιώνεται ο λόγος του χάριν ενιαίου ύφους ή ακαδημαϊσμού και ο Φούφας θέτει σωστά ερωτήματα ή τις αναγκαίες μεταβάσεις στη συζήτηση, αλλά αποτελεί και γνήσιο ερευνητή του πεδίου. Δεν πρόκειται επομένως για συνηθισμένη ιστορία της φιλοσοφίας ούτε για τυπική —ακαδημαϊκού τύπου— μονογραφία, αλλά για διαλογικό δοκίμιο που επιδιώκει να επαναφέρει τη φιλοσοφία ως ζωντανή σκέψη, σκέψη εν κινήσει, και αναστοχαστική με στόχο όχι την οριστική σύνθεση αλλά την ανάδειξη των αντιφάσεων, των ασυνεχειών και των δυνατοτήτων της νεοελληνικής διανόησης. Δεν θα ήταν άστοχη η παρατήρηση εκ μέρους μας ότι η επιλογή του διαλόγου εγγράφεται σε μια μακρά παράδοση που ξεκινά από τον πλατωνικό διάλογο και φτάνει στον σύγχρονο δοκιμιακό λόγο. Την καλαίσθητη έκδοση κοσμεί ακουαρέλα του Τζούλιο Καΐμη, μιας σύνθετης αλλά αγνοημένης προσωπικότητας της «Γενιάς του ’30» στην οποία γίνονται αρκετές αναφορές στο έργο. Η παρακολούθησή του, όμως, απαιτεί, αν όχι καλή γνώση της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας, γνώση τουλάχιστον των βασικών εκπροσώπων της, καθώς και του ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου της στον 20ό αιώνα

Σε αντίθεση με τη Νεοελληνική Φιλοσοφία πριν τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όπου μελετάται πλέον συστηματικά και υπάρχουν ορισμένα κομβικά έργα αναφοράς, η Νεοελληνική Φιλοσοφία του 20ού αιώνα δεν έχει μελετηθεί επαρκώς. Για την περίοδο του 18ου-19ου αιώνα, επί παραδείγματι, θα έλεγα ότι υπάρχει η χαρτογράφηση των ιδεών σε έγκριτα και αξιόλογα έργα είτε από την πλευρά της ιστορίας των ιδεών (βλ. Πασχάλης Κιτρομηλίδης) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας (βλ. Κώστας Πέτσιος).  Ορθά ο Τερζάκης θέτει εξαρχής το ζήτημα: η Νεοελληνική Φιλοσοφία αφενός δεν ξεκινά με τους Έλληνες στοχαστές του 20ού αιώνα (της Ελλάδας ή της διασποράς) κι αφετέρου, για τη μελέτη της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας του 20ού αιώνα παρατηρείται βιβλιογραφικό κενό. Απουσιάζει δηλαδή μία συνεκτική ιστορία της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας η οποία θα μπορούσε να εξικνείται ως την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Στις αφετηριακές παρατηρήσεις του πονήματος είναι αναγκαίες οι βιβλιογραφικές αναφορές σε κομβικά έργα μελέτης (έργα αναφοράς) για τη Νεοελληνική Φιλοσοφία σε διάφορες φάσεις:  Η Ελληνική Φιλοσοφία, από το 1453 ως το 1821 του Νίκου Κ. Ψημμένου σε δύο τόμους (Γνώση: Αθήνα 1988-9), O Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες του Παναγιώτη Κονδύλη (Θεμέλιο: Αθήνα  2008), τα έργα του Παναγιώτη Νούτσου Νεοελληνική φιλοσοφία. Οι ιδεολογικές διαστάσεις των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων (Κέδρος: Αθήνα 1981), Από την πρόσφατη ελληνική σκέψη: «έξω»/«μέσα» (Παπαζήση: Αθήνα 2019), Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, από το 1875 ώς το 1974, 4 τόμοι (Γνώση: Αθήνα 1993-5). Η αναφορά στη βιβλιογραφία επικυρώνει τις παρατηρήσεις, δείχνει ότι η συζήτηση δεν γίνεται εν κενώ, αλλά παρακολουθεί την εκδοτική παραγωγή και την έρευνα, χωρίς να επιβαρύνει τον προφορικό χαρακτήρα της συζήτησης. (περισσότερα…)

Ζωή και θάνατος στο χωριό

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Μια επανάγνωση της Μεσοτοιχίας
της Νάντιας Δουλαβέρα (Μελάνι, 2018)

~.~

Αλλάζεις καΐκι στο τρίτο λιμάνι του Αχέροντα, διασχίζεις τον Κωκυτό ως το τέλος του και, αριστερά, απλώνεται η πεδιάδα με τους ασφοδέλους — αγριολούλουδα που μαρτυρούν ζωή στην απουσία της. Λένε πως ήρθαν ως εκεί σπόροι στο σώμα του περιστεριού που ξέφυγε απ’ τα Τάρταρα με μια ελπίδα γυρισμού. Σ’ αυτόν τον οικισμό τα παιδιά νανουρίζονται με ιστορίες θλίψης και θανάτου. Μαθαίνουν για την κυρά Τασία που «όταν έγινε το κακό// άλλος της έκλεινε τα μάτια// άλλος της άνοιγε τη χούφτα// να της πάρει τα ψίχουλα» («Τα ψίχουλα»). Φοβούνται εκείνον που «αν μας τρόμαζε// ήταν που θύμιζε άνθρωπο» («Η φοβέρα»). Κι όμως, το χωριό αυτό είναι σαν όλα τα χωριά: ζωή πιο κοινόβια από της πόλης, ταυτόχρονα πιο κλειστή, πιο αδιαπραγμάτευτη. Όσοι μεγαλώσαμε σε ένα τέτοιο χωριό μάθαμε να ζούμε με τον θάνατο καρφωμένο στο μυαλό, με μια οικειότητα που μοιάζει με φιλία. Λες και παίξαμε κρυφτό μαζί του στο προαύλιο της εκκλησίας κι έμεινε το «φτου ξελευτερία» να αντηχεί στο χτύπημα μίας καμπάνας.

Κάπως έτσι μοιάζει να μεγάλωσε και η Νάντια Δουλαβέρα, κι η ποίησή της — όπως τη γνωρίζουμε, τουλάχιστον, από την πρώτη της συλλογή, Μεσοτοιχία — δεν θα μπορούσε παρά να είναι ποτισμένη από θάνατο. Κάθε ποίημα της Μεσοτοιχίας μοιάζει με φωτογραφία που ακινητοποίησε τον χρόνο, μια σκηνή όπως έχει εντυπωθεί σε παιδική ή νεανική μνήμη. Μια δόση θλίψης, μια τζούρα σαρκασμού. Ο τόνος αυτός διατρέχει σχεδόν κάθε ποίημα της συλλογής. Κι όμως, δεν είναι ο σκληρός σαρκασμός της ειρωνείας ενός παντογνώστη, μα περισσότερο η απόληξη μιας οικειότητας με το τετελεσμένο της ζωής. Με δύο λόγια, η Μεσοτοιχία είναι ποιήματα ζωής και ποιήματα θανάτου στο χωριό. Μα το κυριότερο, είναι ποιήματα-γεγονότα. (περισσότερα…)

Λεπτή ύλη

*

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

~.~

Μαρία Κούρση,
Ο χρόνος σε τίτλους,
Ηριδανός, 2025

Ο Χρόνος σε τίτλους, η τελευταία συλλογή της Μαρίας Κούρση, θα μπορούσε να ονομάζεται «Ο χρόνος σε λέξεις», καθώς ο τίτλος περιλαμβάνει δυο βασικούς ποιητικούς τόπους της Κούρση, το χρόνο και τη γλώσσα. Κατεξοχήν τέχνη του χρόνου η ποίηση φέρει το χρόνο στις «λέξεις» της, στη σάρκα της δηλαδή, έτσι που ο χρόνος και η λέξη/ γλώσσα αποτελούν ουσιαστικά μια ταυτολογία, τις δύο αλληλεξαρτώμενες συνιστώσες της ανθρώπινης εμπειρίας. Έγχρονο και έγγλωσσο ον ο άνθρωπος δεν μπορεί να κατανοηθεί δίχως αυτά. Γι’ αυτό και στην ποίηση της Κούρση η γλώσσα είναι ομοούσια του χρόνου και ο στοχασμός για το χρόνο είναι συνάμα και στοχασμός για τη γλώσσα.

Αφήστε με τώρα να φύγω. Πλήρωσα.
Και δεν ήταν καθόλου άδικος ο κόπος.

Με τη ευγενική χορηγία
της ελληνικής κυρίως γλώσσας

γράφει σε ένα ποίημα της συλλογής, ενώ αλλού ομολογεί «εργάτη μ’ έχουν οι λέξεις», αυτές οι λέξεις «που κάνουν και ξεκάνουν τον κόσμο», όπως γράφει παραθέτοντας τον Απολλιναίρ. Ο στοχασμός πάνω στα δύο αυτά βασικά σύμβολα διατρέχουν και την προηγούμενη συλλογή- και όχι μόνο-, Εξόδιος αέρας, που δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα και για την τωρινή, όπως υποδηλώνει το εναρκτήριο ποίημα της πρώτης ενότητας.

Η τωρινή δουλειά της αρθρώνεται σε τέσσερις ενότητες και όλοι οι τίτλοι των ποιημάτων αποτελούν λόγια επιρρήματα σε -ως («Ενστικτωδώς», «Ουδόλως» κ.ο.κ.), ίσως γιατί τα επιρρήματα, όπως γράφει σε ένα ποίημα, «[…] είναι στρογγυλά. Οριστικά». Άρα ο τίτλος περιέχει κάτι το τετελεσμένο, αποδίδοντας οριστική ταυτότητα στα πράγματα, προσπαθώντας βέβαια εδώ να ταυτοποιήσει, να ονοματίσει μια εμπειρία βαθιά εσωτερική. Η κατηγορηματική διαύγεια αυτών των επιρρημάτων βρίσκεται σε σχέση έντασης με το ποιητικό σώμα που κάθε τίτλος στεγάζει, καθώς και εδώ η Μαρία Κούρση συνεχίζει τον ελαφρόπνοο μινιμαλισμό, την έλλειψη ως στάση γραφής όπου αναπνέει με μικρές συλλαβές μια αποσταγμένη αφήγηση τόσο φιλτραρισμένη που γίνεται κρυπτική. Από πίσω λανθάνει ένα γοητευτικό αίνιγμα μα δεν σου ανοίγει πάντοτε την πόρτα.

Μια γλωσσοκεντρική γραφή όπου, όπως προαναφέρθηκε, η ένσαρκη λέξη, ο φθόγγος, τα σύμφωνα ουσιώνουν το πράγμα, υποστασιοποιούνται ως φέροντες οργανισμοί του πάθους της γλώσσας που είναι συνάμα και το πάθος της ζωής. (περισσότερα…)

«Ένας καλός Ευρωπαίος»: Δύση και Ισλάμ

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[7/12]

~.~

Τον νεοορθόδοξο στοχασμό, ως αυτός εκφράστηκε τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, δεν απασχόλησε ο ισλαμικός κόσμος, καθώς μείζων αντιπολιτισμικό υπόδειγμα στην προβληματική της ελληνικής ταυτότητας, μπροστά στον εξευρωπαϊσμό και την παγκοσμιοποίηση, συνιστούσε κατ’ ουσίαν η Δύση. Με την πτώση του Σιδηρού Παραπετάσματος, που έδωσε γεωπολιτισμικό χώρο στην ευρωατλαντική ηγεμονία, χάρη στα άρθρα του Σάμιουελ Χάντινγκτον στο περιοδικό Foreign Affairs,[402] που επέδειξαν ως μείζονα πρόκληση στη νέα τάξη πραγμάτων τη σύγκρουση των πολιτισμών, ο Γιανναράς διαβλέπει προφητικά, ήδη το 1995, ως βασικότερους πόλους αντιπαράθεσης στον 21ο αιώνα τη Δύση και τον ισλαμικό φονταμενταλισμό.[403] Σπεύδει δε να αποκαθάρει τη δυτικής κοπής σύμπτωση που το βιβλίο του Χάντινγκτον πυροδότησε ανάμεσα στην Ορθοδοξία και το Ισλάμ ως εξίσου αντινεωτερικά δόγματα, εστιάζοντας μάλλον στα κοινά χαρακτηριστικά του Ισλάμ με τη Δύση.[404]  Παρότι, επιπλέον, ανησυχεί για την από τη δεκαετία του ’90 διαπιστωμένη πολιτική διείσδυση του Ισλάμ στον ευρωπαϊκό και τον βορειοαφρικανικό χώρο, ο Γιανναράς δεν θεωρεί κίνδυνο τον αραβικό ισλαμισμό, καθότι αυτός αποκλείει, κατά τον ίδιο, ιστορικοπολιτισμικά την Ελλάδα από τον προαιώνιο εχθρό του, τη Δύση.[405] Ο «οθωμανικός ισλαμισμός»,[406] ο οποίος διεκδικεί «πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους»,[407] αντιθέτως, υποδεικνύεται ως απειλή σε ζητήματα εθνικής επιβίωσης, δεδομένου ότι δεν σχετίζεται πλέον με τη μεταφυσική, αλλά αντικειμενοποιείται ως η θρησκεία του έθνους.

Tον δε Ράμφο το ζήτημα του Ισλάμ θα απασχολήσει κυρίως μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στο βιβλίο του Έλληνες και Ταλιμπάν (2001).[408] Το Ισλάμ επικρίνει σποραδικά, έναντι του κεμαλικού κράτους, ως συντελεστή ανιστορισμού και χρονικής αγκύλωσης για τη νεοοθωμανική στρατηγική της σύγχρονης Τουρκίας.[409] Συναφώς, η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί προκύπτει κατά τον ίδιο ως σύμπτωμα «πολιτισμικού γενιτσαρισμού» και «πνευματικής υστέρησης».[410]

Το Ισλάμ, συνεπώς, για τους δύο αυτούς στοχαστές, ειδικά στην εποχή της ακμής του νεοορθόδοξου λόγου, δεν αποτελεί ποτέ πρόβλημα ή απειλή per se, ωστόσο εισέρχεται σποραδικά στις παρεμβάσεις τους στη νέα χιλιετία, κυρίως σε σχέση με την τουρκική επιθετικότητα στο Αιγαίο και την Κύπρο, το Δόγμα «Νταβούτογλου» και την εν γένει απειλή της Τουρκίας για τον ελληνισμό. (περισσότερα…)

Γιατί η αριστερά δεν είναι woke

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~ 

Susan Neiman
Η αριστερά δεν είναι woke
Επίκεντρο, 2025

Η φιλοσοφικοκοινωνική μελέτη της Σούζαν Νείμαν με τίτλο Η αριστερά δεν είναι woke έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια πλήθος αντιδράσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με τη συγγραφέα να επιχειρεί μετ’ επιτάσεως να διαχωρίσει δύο όρους που πλέον τείνουν να θεωρούνται ταυτόσημοι. Η πρόσφατη, ωστόσο, μετάφραση του βιβλίου και στην ελληνική γλώσσα δεν φαίνεται πως έχει τύχει ως τώρα μιας διεξοδικής και αντικειμενικής εξέτασης, με την κάθε πλευρά του ανοιχτού και ζωηρού διαλόγου να μένει μονάχα στον τίτλο και να επιβεβαιώνει τα ήδη προκατασκευασμένα συμπεράσματά της. H διαφήμισή του, αρχικά, σε σελίδες κοινωνικής δικτύωσης προκάλεσε έναν κοινωνικό αυτοματισμό από σχολιαστές του εθνικιστικού χώρου που ουδεμία σχέση είχε με το περιεχόμενό του και επαναλάμβανε ψυχροπολεμικές απλουστεύσεις. Αντίστοιχα, η ευμενής κριτική ενός ιερέα για το βιβλίο στην Εφημερίδα των Συντακτών, μόλις εκείνο κυκλοφόρησε, δεν βοήθησε εξίσου, μιας και ταύτισε αυτομάτως τη συγγραφέα στο αριστερό φαντασιακό με το τμήμα εκείνο του συντηρητικού χώρου που ξιφουλκεί από διαφορετική αφετηρία έναντι του εκείνου που αποκαλεί ως ‘‘woke’’. Ωστόσο, το συγκεκριμένο βιβλίο απέχει παρασάγγας από την ως τώρα πολεμική έναντι του φαινομένου, μιας και εγγράφεται ξεκάθαρα εντός του αριστερού χώρου και της ριζοσπαστικής παράδοσης, κρατώντας στο ακέραιο στον πυρήνα του την αταλάντευτη πάλη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, καθώς και την πεποίθηση του ασταμάτητου αγώνα για έναν κόσμο χωρίς διακρίσεις. Ορισμένες επεξηγήσεις, επομένως, κρίνονται κάτι παραπάνω από αναγκαίες.

Αν αφήσουμε στην άκρη τον (συνειδητά) προκλητικό τίτλο του βιβλίου που αγγίζει ακόμα και τα όρια του clickbait, κρίνουμε πως ο δικαιότερος και αντικειμενικότερος θα ήταν: Προς υπεράσπιση του Διαφωτισμού. Η Νείμαν παρατηρεί πως η γραμμή της επίθεσης στη νεωτερικότητα (που μεσουρανούσε στο ακαδημαϊκό και φιλοσοφικό δοκίμιο έναν αιώνα πριν) έχει πλέον αντικατασταθεί από την επίθεση στον Διαφωτισμό και από τη –συναφή με την τελευταία– διαρκή αποδόμησή του. Ως ιδιότυπο «γενάρχη» αυτής της τάσης, η συγγραφέας ονοματίζει ανοιχτά τον Μισέλ Φουκώ, το έργο του οποίου κατακεραυνώνει με κάθε ευκαιρία στις σελίδες της μελέτης της, τονίζοντας τις αντιφάσεις του και παρατηρώντας απρόβλεπτες ιστορικές συνάφειές του με απολυταρχικές αντιλήψεις. Ο Φουκώ είναι, κατά την ερευνήτρια, εκείνος που έθεσε, σε τέτοια έκταση, σε τέτοιο εύρος και γνωρίζοντας τόση απήχηση, τις βάσεις για μια ανοιχτά μηδενιστική κριτική στο διαφωτιστικό πρόγραμμα, ακυρώνοντας εντέλει τις κοσμοϊστορικές επιτεύξεις του. Η αναίρεσή τους από τον μετέπειτα αυτοματισμό των ακαδημαϊκών επιγόνων και των συναφών λόμπι πίεσης, η οποία, μάλιστα, λαμβάνει χώρα στο όνομα της «προόδου» και της υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φαίνεται πως νομοτελειακά οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς για τον ίδιο τον Διαφωτισμό και την Αριστερά ως ώριμο τέκνο του, όπως η μελετήτρια επισημαίνει. (περισσότερα…)

Σάτιρα του λογοτεχνικού σιναφιού

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Αλεξάνδρα Σαμοθράκη
Ψυχοστασία
Ισνάφι, 2023
Και τότε είναι που θα διαβάσεις το κενό
– γιατί, ποιο άνοιγμα χωρίς κενό;
ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

«Βαρύποδες κουλτουριάρηδες δεινόσαυροι» που σε συνθήκες παρακμής αναζητούν γυναίκες-τρόπαια με την υπόσχεση να τις προωθήσουν στον χώρο του πολιτισμού και των γραμμάτων, ένας κυνικός κριτικός λογοτεχνίας, μια ευφυής μοιραία γυναίκα με δηλητηριώδες χιούμορ και οξυμμένες δεξιότητες, η οποία περιφέρεται στις λογοτεχνικές συντροφιές, δομούν μια αστυνομική ιστορία συνυφασμένη με την εξέλιξη μιας έντονης ερωτικής σχέσης, συνθέτοντας τη βασική δομή του βιβλίου της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη. Με αυτά τα υλικά η συγγραφέας περιγράφει, αποκαθηλώνει, και σαρκάζει αδυσώπητα το κενό και τα λούμπεν στοιχεία της λογοτεχνικής συντεχνίας στα καθημάς, διαβιβάζοντας και αναζητώντας τις ρωγμές τους, χωρίς καμία ωραιοποίηση και με διαρκή διλήμματα ως προς τις δυνατότητες επιβίωσης στις συνθήκες που περιγράφονται και τις συνέπειες όλων αυτών σε όσους/ες γράφουν και διαβάζουν. Τα μότο με τα οποία ξεκινά το βιβλίο περιγράφουν κατά τη γνώμη μου όλους τους προβληματισμούς για τα όσα κατά καιρούς παρατηρούμε στα λογοτεχνικά σινάφια. Κι αν με βάση το ποίημα του Λεοντάρη το κενό εμπεριέχει πάντα ανοίγματα και εναλλακτικές, η συγγραφέας αναγνωρίζει τα λεπτά όρια ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία και μάλλον συντάσσεται με τον Ντέημον Γκάλγκωτ και τον αφορισμό: «Είμαι εντάξει με την τραγωδία. Η κωμωδία είναι που δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ».

Αν, λοιπόν, η Σαμοθράκη λεπτομερώς καταγράφει στο βιβλίο της την τραγική διάσταση αυτού που ορίζεται ως παροντικός χώρος του πολιτισμού, της τέχνης και του βιβλίου, αφήνοντας να εννοηθεί πως είναι σχεδόν αδύνατον να επιβιώσεις ως συγγραφέας, ποιητής ή κριτικός στα διαρκή και ποικίλα «δούναι και λαβείν» του χώρου, παράλληλα αποφεύγει οποιαδήποτε σοβαροφανή διαπίστωση ή μελοδραματισμό, επιλέγοντας να αναδείξει με σαρκασμό και χιούμορ τις κωμικές διαστάσεις του. Το κωμικό στοιχείο δεν αποκρύπτει τα συμβάντα. Συνθέτει αντιθέσεις, αντιστροφές και συνθέσεις με ενεργές κωμικοτραγικές εκτυλίξεις και ανοιχτούς ορίζοντες οι οποίοι δεν προσφέρονται σε εύκολες ηθικές κατηγοριοποιήσεις.

Η έκφραση: «κουλτούρα να φύγουμε», περιγραφή της συνθήκης στην οποία ο χώρος του βιβλίου χρησιμοποιείται ως επιδεικτική κατανάλωση συνδεδεμένη με κοινωνικές φιλοδοξίες, ναρκισσισμό, μικροαστικές πρακτικές, κακή αισθητική και διαπλεκόμενα συμφέροντα παράγει επαναλαμβανόμενα κωμικά μοτίβα που συνδέονται με το γκροτέσκο. Παράλληλα όμως με συνοπτική λιτότητα διατυπώνεται η κατάσταση που επικρατεί με πολιτικές ιστορικές συνηχήσεις σχετικά με το πώς φτάσαμε ως εδώ και πώς αυξήθηκε ο εθνικολαϊκισμός: (περισσότερα…)

Ο χώρος ως προϋπόθεση δημιουργίας

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

~.~

Θωμᾶς Ἰωάννου
Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία
Πόλις, 2025

Δύσκολη ἡ παρουσίαση ἑνὸς βιβλίου ὅταν αὐτὸς ποὺ καλεῖται νὰ μιλήσει γι’ αὐτὸ ἔχει παρακολουθήσει ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν κατασκευή του. Ἡ στενὰ φιλική, ἀδελφικὴ σχέση μὲ τὸν συγγράφοντα, ἡ σύμπνοια καὶ συμφωνία σὲ ζητήματα ἀρχῆς καὶ τάξης ἀναφορικὰ μὲ τὸν πολιτιστικὸ καὶ ὄχι μόνο χῶρο, οἱ κοινὲς ἀναφορὲς καὶ ἐκκινήσεις ἰδίως ἀπὸ σημαντικὲς μορφὲς τῆς Β΄ Μεταπολεμικῆς Γενιᾶς, ἡ κοινὴ καταγωγὴ ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ φὰρ οὐέστ (αὐτὸς ἀπὸ τὴν καταθλιπτικὴ γιὰ τοὺς διαμένοντες καὶ γραφικὴ γιὰ τοὺς ἐπισκέπτες Πρέβεζα, ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἡρωϊκὴ —ἢ καὶ ὄχι— Κατούνα Ξηρομέρου στὴν Ἀκαρνανία, κατ’ ἐξοχὴν τόπο φονέων, μαχαιροβγαλτῶν, μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν), τὸ μοιραζόμενο πάθος γιὰ τὸ ἑλληνικὸ τρὰς σὲ τηλεόραση καὶ διαδίκτυο, καὶ τέλος τὸ Μάρλμπορο Λάιτ —ποὺ πιὰ σὲ μιὰ κρίση μεγαλείου μετονομάστηκε σὲ Μάρλμπορο Γκόλντ— και δὴ στὸ νέο 24άρι πακέτο τῶν 5€ μιᾶς καὶ ἀποφεύγουμε —γιὰ διαφορετικοὺς λόγους ὁ καθένας— νὰ κουβαλᾶμε ψιλά, εἶναι αὐτὰ ποὺ ἐνῶ βοηθοῦν ἰδιοσυγκρασιακὰ στὴν προσέγγιση τοῦ βιβλίου, τὴν ἴδια στιγμὴ δημιουργοῦν τυφλὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα μὲ ἀπωθοῦν ἀπὸ τὸ νὰ ἀξιοποιήσω στὴν ἑρμηνευτική μου προσέγγιση ἐμπειρικὰ ἐργαλεῖα ποὺ ἀφοροῦν τὸ καθαρὰ αὐτοβιογραφικὸ κομμάτι ποὺ κρύβεται σὲ κάθε ἄξιο λόγου λογοτεχνικὸ ἔργο.

Ἡ θεωρητικὴ ἐπινόηση τοῦ ἀφηγητῆ ἢ τοῦ ποιητικοῦ ὑποκειμένου εἶναι ὁπωσδήποτε σημαντικὴ συνεισφορὰ στὰ γράμματα, ὡστόσο τὴν ἴδια στιγμὴ λειτούργησε ἀποπροσανατολιστικὰ σὲ ἐπίπεδο ἑρμηνευτικῆς. Κι’ αὐτὸ γιατὶ κάθε σημαντικὸ ἔργο ποὺ γράφτηκε ἀπὸ κτίσεως κόσμου (μὲ τὶς ἐξαιρέσεις ἁπλῶς νὰ ἐπιβεβαιώνουν τὸν κανόνα), δὲν εἶναι τίποτα ἄλλα παρὰ μιὰ αὐτοβιογραφικὴ κατάθεση μὲ ἔντεχνα στοιχεῖα. Ἡ θεωρητικὴ μόδα τῆς αὐτομυθοπλασίας δὲν εἶναι τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα “ἀρχαιομοντέρνο” ἑρμηνευτικὸ σχῆμα ποὺ ἔρχεται ἁπλῶς νὰ διαρρήξει ἀνοικτὲς θύρες. Ἀκόμα κι’ ἂν μιλᾶ γιὰ ἕνα ταξίδι στὸ διάστημα, ὁ Λουκιανὸς στὴν Ἀληθινὴ ἱστορία του παραδέχεται εὐθὺς ἐξαρχῆς ὅτι λέει ψέματα ‒ ἀκόμα κι’ ἐκεῖ λοιπόν, ἡ παραδοχὴ συνιστᾶ πραγματικότητα, δηλαδὴ βίωμα, ἀκόμα κι’ ἂν τὸ ἀφηγούμενο γεγονὸς ὑπερβαίνει τὰ πρόχειρα δεδομένα.

Ἀρκετὰ μ’ αὐτὰ ὅμως. Μπαίνω στὴν ταμπακιέρα λέγοντας ἐξαρχῆς τὸ ἑξῆς: τὸ βιβλίο τοῦ Θωμᾶ Ἰωάννου Ἀνοιχτὴ ἡμερομηνία ἔχει ἕναν χρονικῆς τάξεως ἐνδείκτη στὸν τίτλο του. Ἡ παρελκυστικὴ αὐτὴ νύξη δηλώνει ἐκ τοῦ ἀντιθέτου τὸ μέγεθος, τὴ διάσταση ποὺ θὰ ἀντικρύσει κατ’ ἀρχὴν ὁ ἀναγνώστης ἐντός του ‒ ἡ διάσταση αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὸν χῶρο. Τὸν χῶρο ποὺ ἀπεικονίζεται μέσα ἀπὸ τὸν τόπο, ὁ ὁποῖος τελικὰ ξαναγίνεται χῶρος. (περισσότερα…)

Από την Εδέμ στο Βασίλειο του Πολιτισμού

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΥ

Γιάννης Παρασκευόπουλος,
Ποιητική του Κήπου: Δοκίμιο
για τους περίφρακτους τόπους,
Ροπή, 2025

Ήδη τα περιεχόμενα του βιβλίου εξηγούν την μεθοδολογική επιλογή του συγγραφέα του σε ό,τι αφορά την έκθεση της γενεαλογίας του κήπου. Περιγράφοντας τον κήπο από την αρχή ως περίκλειστο χώρο, ως κομμάτι γης ανάμεσα σε μετακινούμενους κόσμους, με τρόπο πραγματιστικό, ο Γιάννης Παρασκευόπουλος δηλώνει τους εποπτικούς όρους με τους οποίους προχωρεί την έρευνά του. Αυτοί είναι χωρικοί (μέσα-έξω), ηθικοί (καλό-κακό), τοπικοί (απέραντο-τοπικό) και τροπικοί (το χάος και η σαφήνεια του εδώ).

Ο άνθρωπος, ως χρονικό ον, βρίσκει τη θέση του αλλά και τη σχέση του με τα φυσικά στοιχεία, διαγράφοντας και αυτός, όπως και όλα τα φυσικά στοιχεία, πορεία κυκλική (γέννηση – θάνατος), ενώ χάρη σε μια αποκλειστική ιδιότητά του, τη συνειδητότητα, αποκτά και ρόλο αφηγητή που, λίγο ως πολύ, ενώ επιδιώκει και διεκδικεί μια ευέλικτη θέση μέσα και έξω από τον φυσικό χώρο, υπακούει εν τέλει στο γεγονός ότι είναι και ο ίδιος μέρος του φυσικού κόσμου.

Η κριτική του Παρασκευόπουλου ασκείται με λεπτότητα και ευαισθησία καθώς αντιτάσσει στη βαρβαρότητα την αισθητική. Το θρησκευτικό στοιχείο από την αρχή συμπαρατίθεται με τους μύθους και τους συμβολισμούς του. Τα θρησκευτικά κείμενα συνδέονται με μια φιλοσοφική αγωνία για την Αλήθεια με εντελώς φυσικό τρόπο: «η φύση αποκτά τον ρόλο μιας διόδου για τη γνώση του θείου» (σ. 92). Και παρακάτω στις σ. 93-94:

«η φύση είναι ο χώρος της Δημιουργίας. Είναι ο χώρος παραμονής των δημιουργημάτων που κινούνται ή βρίσκονται σε ακινησία εντός του. Τα κτιστά, εφόσον υπόκεινται στην εξουσία του ανθρώπου, μετεξελίσσονται σε σύμβολα κατανόησης της σχέσης του Δημιουργού με τον άνθρωπο… Μια διαρκής κίνηση προς τον φυσικό κόσμο θα είναι μια απόπειρα σχηματοποίησης του αόρατου…» (περισσότερα…)

Λαμπυρίδα αφηγηματικής αποπλάνησης

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΩΜΑΤΗΝΟΥ

~.~

Ηρακλής Λογοθέτης
Κλασσικά αποσιωπημένα
Νίκας, 2025

Έπεσα πρόσφατα πάνω σε μια κλιματολογική μελέτη, όπου, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι η κορυφή τού όρους Μπρόκεν στη Γερμανία –ύψους 1.141 μέτρων– παρουσιάζει μικροκλίμα αντίστοιχο μ’ εκείνο βουνών σχεδόν χίλια μέτρα ψηλότερων και, γι’ αυτό, καλύπτεται από ομίχλη τριακόσιες μέρες τον χρόνο· υπήρχε, μάλιστα, και η εξής χαριτωμένη σημείωση: «Αυτό το “μαγικό” βουνό εξακολουθεί να κρύβει καλά τις μάγισσές του». Θυμίζω ότι στα επικίνδυνα μονοπάτια του Μπρόκεν, ο Μεφιστοφελής οδηγεί τον Φάουστ του Γκαίτε στη σύναξη των μαγισσών, εν μέσω της βαλπούργιας νύχτας. Μια τέτοια νύχτα, ο Λοντοβίκο Σετεμπρίνι, ένας από τους χαρακτήρες τού μυθιστορήματος Το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν, απαγγέλλει ή μοιράζει σημειώματα με αποσπάσματα από τον Φάουστ, κατά τη διάρκεια ενός έξαλλου καρναβαλικού γλεντιού. Παραθέτω ένα απ’ αυτά τα αποσπάσματα, σε μετάφραση του Αριστομένη Προβελέγγιου:

Αλλά σκεφθήτε, σας παρακαλώ,
πως είνε από τα μάγια το βουνό τρελλό.
Κι αν λαμπυρίδα οδηγόν επιθυμείτε,
αλλ’ απ’ αυτήν πολλά δεν πρέπει ν’ απαιτείτε.

Ξεκινώ μ’ αυτόν τον «γερμανικό» τρόπο το κείμενό μου για το δοκίμιο Κλασσικά αποσιωπημένα του Ηρακλή Λογοθέτη, διότι έχω την αίσθηση ότι η ίδια πλανεύτρα λαμπυρίδα (Irrlicht) του Γκαίτε παραμονεύει φέγγοντας και μέσα στο δικό του βιβλίο.

Το «φάντασμα του Μπρόκεν» (Brocken Spectre) είναι ένα εντυπωσιακό οπτικό φαινόμενο που παρατηρήθηκε για πρώτη φορά σ’ εκείνον τον τόπο. Το βλέπει κανείς από την κορυφή ενός βουνού, όταν υπάρχει ομίχλη ή νέφωση μπροστά του κι έχει τον ήλιο χαμηλά πίσω του. Τότε η σκιά τού σώματός του προβάλλεται πάνω στην ομίχλη ή τη νέφωση τεράστια και παραμορφωμένη, περιβαλλόμενη από πολύχρωμους φωτεινούς δακτυλίους, δίνοντας την εντύπωση μιας γιγάντιας, φασματικής φιγούρας που κινείται μαζί του. Δεν είναι, φυσικά, αυτό το «φάντασμα» που μαγεύει το βουνό Μπρόκεν τρελαίνοντάς το, όπως διατείνεται η λαμπυρίδα στον Φάουστ, είναι, όμως, ένας εύσχημος και παραστατικός τρόπος να απεικονιστεί το προεισαγωγικό σημείωμα του Λογοθέτη για την υποκριτική αποσιώπηση της σεξουαλικότητας στη βικτωριανή λογοτεχνία:

Αποκόπτοντας τις ερωτικές σκηνές από την αγγλική λογοτεχνία τού 19ου αιώνα, τις κατέστησε βοώσες με τη διαγραφή τους και ενυπόστατες στην εξορία τους. Η αποστροφή απέναντι στη λεκτική αναπαράσταση τής σεξουαλικότητας αναδιπλασιάζει την έλλειψή της και το ανεικόνιστο, υπακούοντας στους νόμους τής αντίστροφης προοπτικής, μεγεθύνεται ανάλογα με την απόσταση τού σώματος που εκπροσωπεί. Λαμβάνοντας υπ᾿ όψιν μάλιστα ότι στις λατινογενείς γλώσσες η εκπροσώπηση συνεκφέρεται με την αναπαράσταση, η παρούσα δοκιμή προτιμά τον εξ αντανακλάσεως φωτισμό. (περισσότερα…)

Άνθρωπος του Θεού και άνθρωπος του Ανθρώπου

 *

του ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Ανδρέας Κεντζός,
Άνθρωπος του Θεού,
Αιγόκερως, 2025
Ω σκυλί
πίσω απ’ τον άνθρωπο που πέρασε
ακολουθείς κι εσύ
πιστά.
Κι ω θλίψη
που για να τον προφτάσεις
δεν θα χρειαστεί
ούτε να τρέξεις.
ΑΛΕΞΙΟΣ ΜΑΪΝΑΣ

Είδα πρώτα τη σχετική παράσταση – στο Θέατρο 104 σε σκηνοθεσία Δημήτρη Γεωργαλά, με τους Αυγουστίνο Ρεμούνδο, Δήμητρα Σύρου και Έλενα Τυρέα. Και μόνο μετά ένιωσα την ανάγκη να επιστρέψω στην πηγή, να στραφώ στο κείμενο. Συνήθως συμβαίνει το αντίστροφο· εδώ όμως η σκηνή του θεάτρου προηγήθηκε της σελίδας, σαν μια εμπειρία που ζητούσε επιβεβαίωση, όχι ερμηνεία. Και διαβάζοντας το έργο Άνθρωπος του Θεού του Ανδρέα Κεντζού, κατάλαβα ότι αυτό που είχα δει δεν ήταν απλώς μια λειτουργική θεατρική μεταφορά, αλλά μια αρκετά πιστή έκθεση του πυρήνα του έργου – με εξαίρεση ίσως μια δόση σχηματικής υπερβολής στη σκιαγράφηση της κυνικής έντασης του ματατζή-αστυνομικού. Η παράσταση στάθηκε αντάξια του κειμένου, όχι επειδή το υπηρέτησε δουλικά, αλλά επειδή κατάλαβε τι έπρεπε να αφήσει ανέγγιχτο: το βάρος. Που θα νιώσει ίσως πιο έντονο ο γονέας.

Ο Άνθρωπος του Θεού δεν ανήκει στα έργα που «μιλούν για την εποχή τους» με τον εύκολο τρόπο. Δεν σχολιάζει ευθέως. Δεν κατονομάζει. Δεν καταγγέλλει. Κι όμως, είναι βαθιά πολιτικό – ακριβώς επειδή επιμένει να δείχνει τον άνθρωπο εκεί που η πολιτική τον εγκαταλείπει. Στον ιδιωτικό του πόνο. Στην αίσθηση αδικίας που δεν μεταφράζεται πια σε συλλογικό ή κομματικά ενορχηστρωμένο αίτημα, αλλά επιστρέφει και παφλάζει εσωτερικά ως υπαρξιακή εξάντληση. Μια νεοαιωνική εξάντληση αρκετά διαφορετική από εκείνη στις αρχές του περασμένου αιώνα, που οδήγησε –μεταξύ άλλων τότε– στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια παρακμή που δεν αναζωογονεί και κινητοποιεί για να ζέψει το άτομο κάτω από τον ζυγό των ιδεών και ιδανικών, αλλά που ζέχνει αποδόμηση οραμάτων και υποσχέσεων κάθε τύπου και οιασδήποτε προέλευσης, μια εξάντληση που περνάει σταδιακά στο διανοητικό και πολιτικό DNA μας, και που μόνο με ψηφιακές περισπάσεις και κοινωνικές πλατφόρμες δήθεν εγκαρδιότητας προσπαθεί να σκεδαστεί. (περισσότερα…)