ΝΠ | Βιβλίο

«Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:26
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν πρωτοκατοχυρώθηκαν τα πνευματικά λεγόμενα δικαιώματα, εκεί κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Βίκτωρ Ουγκώ είχε αντιταχθεί σθεναρά στην κληρονομική τους μεταβίβαση. Οι συγγενείς σπανίως κατανοούν, πίστευε, τη σημασία του έργου που διαχειρίζονται, όταν δεν την αγνοούν όλως διόλου. Το θλιβερό περιστατικό στο Δίον, δείχνει νομίζω πόσο δίκιο είχε…

Η λύση που είχε προτείνει τότε ο μεγάλος Γάλλος, μού φαίνεται και σήμερα η βέλτιστη. Και είναι απλή: Τη διαχείριση του έργου των τεθνεώτων αναλαμβάνει ανεξάρτητος οργανισμός. Οι συγγενείς λαμβάνουν το 50% των καθαρών εσόδων. Το υπόλοιπο 50% διατίθεται για να υποστηριχθούν νέοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες – οι πραγματικοί κληρονόμοι ενός δημιουργού.

(Κατά τα λοιπά, και για να μη μασάμε τα λόγια μας, ο Χατζιδάκις είναι σήμερα όμηρος. Σαν τον Μότσαρτ σ’ εκείνο το ποίημα του Σαχτούρη, το φάσμα του περιφέρεται ανάμεσά μας μονολογώντας παραξενεμένο: «Πουθενά δεν ακούγεται πια η μουσική μου…»)

///

ΑΥΓΗ

Να ξυπνάς, και ν’ ακούς στη σιωπή
πετεινούς να λαλούν από πέρα,
την κουρτίνα τραβώντας πιο κει
σμήνη νέφη να βλέπεις του αιθέρα…
Τι παράξενο νά ’ναι η καρδιά
έτσι δίχως αγάπη, ψυχρή σαν αυτά.

PHILIP LARKIN

///

Η είδηση, πρόσφατη, έπιανε στην εφημερίδα (FAZ) μια παραγραφούλα: ένα μοντέλο ΤΝ δραπέτευσε από τους χειριστές του και επιτέθηκε σε μια άλλη πλατφόρμα λογισμικού.

Ο σχολιασμός εκτείνεται όμως σε πολλές εκατοντάδες λέξεις, και είναι γεμάτος σκεπτικισμό. «Δραπέτευσε» όντως το πρόγραμμα; Πράγματι «επιτέθηκε» σ’ ένα άλλο; Μήπως είναι διαφημιστικό κόλπο της εταιρείας (Open AI) που βλέπει να χάνει έδαφος από τους ανταγωνιστές της, ιδίως την Anthropic, και καταφεύγει σε τεχνάσματα, ανάλογα ίσως εκείνων αυτής της τελευταίας που προ μηνών ξεσήκωσε θόρυβο με τον περιώνυμο «Μύθο» της;

Έτσι όμως δεν προβάλλονται όλες οι σχετικές ειδήσεις; 95% ενθουσιασμός για τον νέο μαγικό κόσμο που απλώνεται εμπρός μας, και 5% προβληματισμός, έτσι για ξεκάρφωμα, για τις δυσοίωνες πλευρές του;

Με την ΤΝ ο τεχνομεσσιανισμός έχει πιάσει ταβάνι. Μεγαλοεταιρείες, κυβερνήσεις, διεθνείς οργανισμοί διαγκωνίζονται ποιος θα της πρωτοσπάρει με βάγια τον δρόμο. Οι πολιτικάντηδες ειδικά κάνουν με δαύτη όπως οι έφηβοι με το σεξ, τους τρέχουν τα σάλια κάθε που την αναφέρουν… Και ακαταμέτρητοι άλλοι μίσθαρνοι και ερασιτέχνες μάς γλυκαίνουν αόκνως το χάπι. Ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί της μπαίνουν στο στόχαστρο. Όποιος αποτολμήσει να εκφράσει ενδοιασμούς σταμπάρεται αμέσως ως συνωμοσιολόγος, ως κινδυνολόγος, ως πικραμένος και ιδιοτελής…

Ακόμη και ο περίδοξος γουοκισμός που έχει σημαία του το είσαι ό,τι δηλώσεις, εδώ δογματίζει υπερηφάνως. Α, όχι, αυτά τα πράγματα που σου εξηγούν τα πάντα και σ’ εθίζουν τεχνηέντως, που σε διορθώνουν διδασκαλικά, που ιδέα δεν έχεις αν διαθέτουν ήδη κάποιου είδους αυτοσυνειδησία ή επιθυμίες, που σου επιδεικνύονται και σε κολακεύουν, που προσαρμόζουν το φέρσιμό τους στο δικό σου, που σε μαθαίνουν σαν την ίδια τους την τσέπη και ενδέχεται ήδη να μπορούν να σ’ εκβιάζουν, α, όχι, αυτά τα πράγματα δεν μπορεί, δεν γίνεται να είναι  ζ ω ή.

Ωσάν να ξέρουμε δηλαδή 100% τι εστί ζωή. Και ωσάν να το ’χουμε δέσει κόμπο διά παντός ότι, ο κόσμος να χαλάσει, δεν θα θιγεί το μονοπώλιό μας… (περισσότερα…)

 Ο έρωτας ως επαναστατική δύναμη

*

της ΣΙΤΣΑΣ ΚΟΤΣΙΦΑΚΗ

~.~

Λίλα Τρουλινού,
Νύχτες με την Γκαμπριέλα,
Περισπωμένη, 2026

Το βιβλίο Νύχτες με την Γκαμπριέλα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2026, είναι νουβέλα, το δυσκολότερο αλλά και αρτιότερο, κατά την άποψή μου, λογοτεχνικό είδος που αγαπά ιδιαίτερα η συγγραφέας· μια ενέργεια ή απόφαση της βασικής ηρωίδας γίνεται η αφορμή για να ζήσουμε ένα συναρπαστικό ταξίδι στη Ρώμη του 1979.

Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η Νόρα, Ελληνίδα φοιτήτρια στη Ρώμη στα τέλη της δεκαετίας του 70, αναζητά απελπισμένα τον έρωτα της ζωής της, την Γκαμπριέλα, μια όμορφη γυναίκα αργεντίνικης καταγωγής που εξαφανίστηκε. Την ψάχνει σε μια πόλη που ήδη από την προηγούμενη δεκαετία βιώνει, όπως όλη η χώρα, τα «μολυβένια χρόνια» με τις φοβερές σε ένταση τρομοκρατικές επιθέσεις από ακροδεξιές ομάδες, όπως η Όρντινε Νουόβο, προκειμένου να κατασταλεί το αριστερό εργατικό και φοιτητικό κίνημα το οποίο διεκδικούσε, με πολυήμερες απεργίες, πορείες, συζητήσεις, επαναστατικές πρακτικές, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και κοινωνικές ελευθερίες. Η απαρηγόρητη Νόρα, που βιώνει με σπαραγμό την υποψία της ερωτικής απόρριψης και την αγωνία για τη ζωή της αινιγματικής συντρόφου, την ίδια στιγμή διαθέτει την επαναστατικότητα μιας συνειδητοποιημένης νέας γυναίκας που πάει σε πορείες με λυσσαλέες επιθέσεις από ακροδεξιούς τραμπούκους με ξυρισμένα κρανία και ρόπαλα που χτυπούν για να σκοτώσουν ή στέκεται θαρραλέα απέναντι σε μικροαστικές αντιλήψεις για την περιχαράκωση της ερωτικής προτίμησης, ασκώντας, παράλληλα, κριτική στις επαναστατικές πρακτικές της εποχής.

Η πόλη ανοίγεται ολοζώντανη όταν τη διασχίζει για να βρει το ταίρι της, εναρμονισμένη με την ασθματική περιπλάνησή της, με αυστηρό ταξικό προσδιορισμό: εκεί που ζουν οι φτωχοί προλετάριοι, οι φοιτητές με τα λίγα λεφτά κάθε μήνα, οι μετανάστες, οι πολιτικοί εξόριστοι, οι πλάνητες, οι χρήστες, δεν υπάρχουν λουλούδια, οι πολυκατοικίες είναι κοκκινοπλίνθινες, τα τραμ λαμαρινόφαια, τα σπίτια είναι αθλιόσπιτα, κεραμιδοκόκκινα, φρικτοτενεκεδόκουτα. Οι άλλοι μένουν μακριά, στο Μόντε Σάκρο, σε μεσοαστικές, περιποιημένες γειτονιές.

Η ασθμαίνουσα ηρωίδα διασχίζει τοπία, συναντά και συνδέεται με ανθρώπους ενεργητικούς, δρώντα υποκείμενα της κοινωνίας και της ιστορίας, όντα πολιτικά που, άλλοτε με πράξεις και άλλοτε με τη θεωρία τους, πολεμούν την εξουσία και συνιστούν, λιγότερο ή περισσότερο, το περιβάλλον της εξαφανισμένης Γκαμπριέλας. Η μυθοπλασία συμπλέκεται με την Ιστορία. Οι επινοημένοι ήρωες της συγγραφέως, φεμινίστριες, επαναστάτες, ντήλερς, ανήσυχοι φιλόσοφοι και μουσικοί, συνυπάρχουν με τον Φελίνι, στην πιο αμφιλεγόμενη ταινία του «Η πόλη των γυναικών», τους καταστασιακούς, την ιταλική Εργατική Αυτονομία, την Όντα Ρόσα, τον Αντόνιο Νέγκρι, τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, την φασιστική Όρντινε Νουόβο ακόμα και τον αρχιφασίστα Στέφανο ντέλε Κιάιε. Η Νόρα βυθίζεται όλο και πιο πολύ σε αυτόν τον κόσμο με αποκορύφωμα το συλλογικό τραύμα του «Βρώμικου πολέμου» στην Αργεντινή του στυγερού δικτάτορα Βιντέλα με τις μαζικές εξοντώσεις ακτιβιστών και αντιφρονούτων, με τους πάνω από 30.000 desaparecidos, τους εξαφανισμένους (η εξαφάνιση του σώματος ως άρνηση του εγκλήματος, όπως λέει ο ήρωας του βιβλίου).

Αυτή είναι –ας την πούμε έτσι– η υπόθεση. Η ουσιαστική απόλαυση της λογοτεχνίας όμως κρύβεται στο αληθινό ταξίδι που η συγγραφέας μας καλεί να κάνουμε: σημασία έχει όχι το τι έγινε αλλά το μη ειπωμένο, το καλά κρυμμένο. Και η Λίλα Τρουλινού το αναδεικνύει με τρόπο εξαιρετικό. Μας ταξιδεύει με λόγο πρωτοπρόσωπο, πυκνό, χειμαρρώδη, ανατρεπτικό, πυρετικό. Η ποιητικότητα της γραφής συνυπάρχει αρμονικά με την ωμότητα της πραγματικότητας, οι ήρωες αυτονομούνται όχι μόνο μέσα από τις πράξεις τους αλλά, πρωτίστως, μέσα από τον λόγο τους. Μόνον έτσι η επινοημένη ζωή γίνεται αληθινή, πράγμα που η συγγραφέας ξέρει να κάνει άριστα. Όταν η Νόρα απευθύνεται στην αγαπημένη της, ο λόγος ακροβατεί ανάμεσα στην ερωτική σπαρακτική εξομολόγηση και την υλικότητα της κανονικής ζωής. Είναι ακριβώς αυτή η θλίψη που δεν καταλήγει σε λυγμούς, που το έντονο συναίσθημα δε σου στερεί τη σκέψη, γιατί τι να την κάνεις την απόγνωση όταν δε συνοδεύεται από την επιθυμία να ερμηνεύσεις και τελικά να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τον κόσμο; Και ο κόσμος της ηρωίδας, αλλά και των ανθρώπων που συναντά, είναι τόσο ανατρεπτικός, τόσο επαναστατικός και πολιτικός, με την πραγματική έννοια του όρου, που μόνο η σύγκρουση με την κατεστημένη, τακτοποιημένη, στερεοτυπική σκέψη και πράξη κάθε εποχής θα φέρει τη νέα θέση, τη νέα αντίληψη. (περισσότερα…)

«Η ζωή μάς πάει και μας φέρνει»

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
Κάτω Χώρες
Έναστρον, 2026

Η ζωή δεν είναι μόνο πολύχρωμες γέννες
και κατάμαυροι θάνατοι.
Είναι πιο πολύ οι αφόρητες ωδίνες πριν τη γέννα, και οι γκρίζες σκιές μετά θάνατον.
Ανάμεσα τους ο άνθρωπος
θλίβεται και συνθλίβεται…

Έτσι επιλέγει ο ποιητής να ανοίξει το βιβλίο, με ίσκιο πάνω του το μαύρο πεπρωμένο, χρώμα που επαναλαμβάνεται σε όλη την συλλογή, χρησιμοποιώντας το ταξίδι ως άλλοθι, για να επικυρώσει την ρήση : «ως να πεθάνεις, μαθητεύεις».

Αυτήν την σκοτεινή απόχρωση την προσυπογράφει εμμέσως και ο τίτλος της συλλογής, με τη γεωγραφική θέση των Κάτω Χωρών, αφού βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και συγγενεύουν ποιητικά με την Ελευσίνα, τον γενέθλιο τόπο του, ο οποίος στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε τελετουργικά ως είσοδος στον κόσμο των νεκρών.

Σε αυτό το διπλό σημείο εκκίνησης, γεωγραφικό και υπαρξιακό, η αρχή γίνεται από μια σταθερά: τις ρίζες. Από τον οικείο τόπο που υπάρχει αγκάλη για να κατανοήσει καλύτερα τις πλάνες του και να ξαναβρεί τη χαμένη αφή του, στην κίτρινη νεραντζιά, στον πορτοκαλοκόκκινο ιβίσκο, στα ασημένια σαφρίδια, μέσα σ’ εκείνα τα χέρια-μολύβια παστέλ.

Οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπως γεφυρώνονται, θα μπορούσαν να διαβαστούν και ως ένα ενιαίο, κυκλικό ποίημα που κυνηγά την ουρά του. Μέσα σε αυτή την κυκλική κίνηση, τρεις ενότητες γίνονται πολλαπλάσιο της ανάγκης και της απαίτησης, της απουσίας και της ανάσας, της αναμονής και της προσμονής, της επανάληψης και της επιστροφής, της ηδονής και της οδύνης, μιας επιθυμίας που μετατοπίζεται, της γλώσσας που την κατοικεί και την ορίζει. «Υπήρξε ένας καιρός που μες στη γλώσσα /  σ’ έβρισκα ευκολότερα απ’ ό,τι με τη γλώσσα απέναντι μας», γράφει. Αυτή η γλώσσα, άλλωστε, φέρει μαζί της πρόσωπα και μνήμες. Θόδωρος, Νικολίτσα, Μυρτώ, μάνα, παιδί, κορίτσι, αλιεύουν εικόνες από έναν βιωμένο χώρο: τον χώρο ως σώμα και τόπο πάθους, ως περιπέτεια της ζωής και όχι απλή περιγραφή της.

Σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες
Όπως σπρώχναμε τη ζωή
Όπως σπρώχναμε
μέχρι να μας βγει το λάδι…

Αν η γραφή είναι η φωνή που έμψυχα και άψυχα δεν έχουν το κουράγιο να αρθρώσουν, επαφίεται στον ποιητή να γίνει ο λόγος ζώντων και τεθνεώτων, «αφού δικά τους όνειρα δεν έχουν… ζουν μέσα στα δικά μας». (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Εύθραυστος κόσμος (Προδημοσίευση)

*

Από το βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη «Εύθραυστος κόσμος. Τριαντατρείς πεντάλεπτες δοκιμές» (Μικρή Άρκτος, Ιούλιος 2026) που θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία αυτές τις μέρες, προδημοσιεύουμε εδώ το προλογικό σημείωμα του συγγραφέα και τον πίνακα των περιεχομένων.

Με τον «Εύθραυστο κόσμο» οι εκδόσεις Μικρή Άρκτος εγκαινιάζουν μια νέα σειρά βιβλίων υπό τον γενικό τίτλο «Τροχιές».

Όπως στο στερέωμα τροχιοδρομούν κάθε είδους ουράνια σώματα (ήλιοι, πλανήτες, μετεωρίτες, αερόλιθοι) έτσι και στη σειρά «Τροχιές» της Μικρής Άρκτου περιπλανώνται πολλών λογιών κείμενα: πεζά και ποιητικά, παλιά και σύγχρονα, ελληνικά και ξένα. Άλλοτε διασταυρώνονται, άλλοτε όχι. Κι όμως, με κάποιον τρόπο, ελκύονται το ένα απ’ το άλλο.

Τη σειρά διευθύνει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

///

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Τριαντατρείς δοκιμές περιλαμβάνει το βιβλίο αυτό. Τριαντατρείς μικροδοκιμές για την ακρίβεια, πεντάλεπτης αναγνωστικής διάρκειας, για να παραλλάξω τον τίτλο που έδωσε κάποτε σε μια δική του συναγωγή ο, μαιτρ του είδους, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ.

Παλιότερα, τέτοια κείμενα τα αποκαλούσαμε συνήθως επιφυλλίδες και διάνθιζαν τις στήλες του ημερήσιου και του περιοδικού τύπου. Και πράγματι, εκεί δημοσιεύθηκαν τα πιο πολλά από τα συναθροιζόμενα εδώ, σε εφημερίδες και έντυπα χαρτώα και ηλεκτρονικά. Παρότι κάποια τους αλληλοπεριχωρούνται, στις σελίδες που ακολουθούν εκτίθενται χωρίς ειδική κατάταξη χρονολογική ή άλλη, ξανακοιταγμένα ωστόσο όπου κρίθηκε σκόπιμο.

Θεματικά, δεν απειθούν στον κανόνα που θέλει τα γραπτά τα δημοσιολογικά να ποικίλλουν. Έτσι περιστρέφονται γύρω απ’ τη λεγόμενη δημόσια σφαίρα, μετωνύμιο τρέχον της αρχαίας πόλεως, και κυμαίνονται ελεύθερα ανάμεσα στους δύο νοερούς της πόλους: την πολιτική και τον πολιτισμό. Η προηγμένη οικονομία και η αρχέγονη μουσική, οι αρχιτεκτονικοί όγκοι και οι τηλεοπτικοί ογκηθμοί, η αντιπαλότητα ανθρώπου και φύσης και το γιατί της ζωής, η πίστη ως εκκολαπτήριο ολοκληρωτισμών και τα νήματα της παράδοσης, ψαλιδισμένα ή ακέραια, είναι μερικά από τα ερωτηματικά με τα οποία καταγίνονται. Και ακόμη, η λιτότητα και η μπάλα, το μεταναστευτικό και οι ιστοριογράφοι, τα χειραφετούμενα και τα χειραγωγούμενα έθνη κ.ά. διάφορα. Με τον τρόπο τους πάντως, συγκλίνουν στο μέγιστο απόρημα: προς τα πού βαδίζει ο συγκαιρινός κόσμος.

Ακούω ήδη την ένσταση: «Μα ξετυλίγονται τέτοια ζητήματα σε μερικές εκατοντάδες λέξεις;» Την απαντώ με τα λόγια του Εντσενσμπέργκερ και πάλι:

«Μικρούτσικα κείμενα για πελώρια προβλήματα; Δεν πρόκειται δα για κάτι πρωτόφαντο, τέτοια έχουμε εδώ και πεντακόσια χρόνια. Ο Μισέλ ντε Μονταίν, μέγας προπάτωρ του δοκιμίου, ήταν ο πρώτος διδάξας.»

Δοκίμιο ή δοκιμή, το λέει η λέξη, είναι ο λόγος που δεν ματαιοδοξεί ότι θα εξαντλήσει το θέμα του. Αδρά, ελλειπτικά, ριψοκίνδυνα – τέτοια πάντα τα μέσα του, είτε απλώνεται σε λίγες γραμμές είτε σε ολόκληρους τόμους. Όχι αλλιώτικα από τον ποιητή, του οποίου είναι πρωτοξάδελφος, ο δοκιμιογράφος γεφυρώνει τα εκ πρώτης όψεως ασύνορα, πλέκει εικασίες, παίρνει αναπάντεχες άδειες. Ασφαλώς, ο κόπος των είδικών και τα ακαδημαϊκά ειωθότα –οι σχοινοτενείς αναλύσεις, οι απανωτές υποσημειώσεις, οι βιβλιογραφικές ντάνες– είναι πράγματα χρήσιμα και καθ’ όλα σεβαστά. Τον αποσταγματικό λόγο της δοκιμιογραφίας όμως δεν γίνεται να τον υποκαταστήσουν. Στο κάτω κάτω, όπως υπάρχουν λογιώ λογιώ συγγραφείς, υπάρχουν και λογιώ λογιώ αναγνώστες. Όλο το ζήτημα, φαντάζομαι, είναι να βρει κανείς τους δικούς του.

Σε πείσμα του δυσοίωνου τίτλου του και παρά την πληθύ των θεμάτων του, η γενική εικόνα που αχνοφαίνεται σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι, θέλω να πιστεύω, ούτε ανεμώλια ούτε θραυσματική. Αν τα πράγματα γύρω μας είναι ούτως ή άλλως φυγόκεντρα, η γραφή άλλο σκοπό, άλλη φιλοδοξία δεν έχει παρά να συγκρατήσει, να αποταχύνει τη χαοτική τους περιδίνηση – ας είναι και για όσο διαρκεί ένα φυλλομέτρημα. Να τα παγώσει για λίγο στον χρόνο, ώστε να μπορέσει η σκέψη να τα αναλογιστεί. Φυσικά, το αν ετούτη εδώ η γραφή το πετυχαίνει, δεν είναι δική μου δουλειά να το πω.

«Προσέχουμε τ’ άρθρα μας όσο και τα τραγούδια μας», σημειώνει κάπου ο Κωστής Παλαμάς. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στις μέρες μας το μέλημα του ύφους δεν πολυμετράει. Εδώ πάντως, όσο μπόρεσα, δεν λησμόνησα την παρακίνηση του Ποιητή.

— ΚΚ

///

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Αντί προλόγου

Γιατί υπάρχει ζωή;
Συνέχειες / ασυνέχειες
Από τί είναι φτιαγμένη η ιστορία;
Ο θεός της σφαγής
Εμπρός στην αναπόφευκτη πτώση
Μιας χιλιετίας σπαράγματα
Κτήρια-σκουπίδια
Ο Δημοσθένης και η λιτότητα
Να μιλήσουμε για ήρωες;
Πόσα βιβλία χρειάζεται ο άνθρωπος;
Δώρα άδωρα
Η παράδοση και οι κληρονόμοι της
Κράτος, Θεός, Ευτυχία
Τηλοψίας εγκώμιον
Το κόμμα της αυτοσυντήρησης
Φύση, ο Εχθρός
Η μοίρα του Άδραστου
Μια ομολογία ενοχής
Εύθραυστος κόσμος
Όπου σάτιρα και το κεντρί της
Ένα αντιμανιφέστο
Ο γρίφος του ποδοσφαίρου
Οι ξεγραμμένοι ζούνε πιο πολύ
Ο κ. Μπιροττώ, ο κ. Μπόρκμαν κι εμείς
Χωρίς εναλλακτική
Κάτω το ταλέντο!
Το νήμα που δεν κόπηκε
Στον ωκεανό της αβεβαιότητας
Μουσική, η αρχαία μας εστία
Τέρπειν ἅμα καὶ διδάσκειν
Σκυταλοδρομία
Όλα ανυποψίαστα
Για μια ευημερία απέριττη

///

*

*

*

*

Ιδέες που δεν εξαντλούνται στην αφήγηση, ιστορίες που δεν γράφονται αλλιώς

*

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

~.~

Υπάρχουν ιστορίες που διαβάζονται και ολοκληρώνονται μέσα στο ίδιο τους το σώμα· που, όσο κι αν εντυπωσιάζουν, αφήνουν πίσω τους μια αίσθηση πληρότητας που δεν απαιτεί επιστροφή. Και υπάρχουν άλλες —λιγότερες— που δεν τελειώνουν εκεί όπου τελειώνει το κείμενο. Αντί να κλείνουν, μετατοπίζονται· περνούν από τη σελίδα στον αναγνώστη και συνεχίζουν να λειτουργούν σε ένα επίπεδο όπου η κατανόηση δεν είναι πια μόνο νοητική, αλλά υπαρξιακή. Στα διηγήματα του Τεντ Τσιανγκ (Ιστορίες της ζωής σου και άλλες ιστορίες, μτφρ. Δημήτρης Αρβανίτης, Κέδρος 2016), αυτή η μετατόπιση δεν επιτυγχάνεται μέσω υπαινιγμών ή σκοτεινών κενών, αλλά μέσω μιας σχεδόν παράδοξης διαύγειας. Οι ιδέες εκτίθενται πλήρως και οι προϋποθέσεις τους γίνονται σαφείς· η αφήγηση φτάνει μέχρι το σημείο όπου δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο. Και όμως, ακριβώς εκεί, όπου όλα φαίνεται να έχουν ειπωθεί, αρχίζει κάτι άλλο: η αναμέτρηση με τις συνέπειες.

Η γραφή του δεν προτείνει απλώς υποθέσεις· τις εξαντλεί. Δεν θέτει ερωτήματα για να τα αφήσει ανοιχτά· τα οδηγεί μέχρι εκεί όπου η απάντηση παύει να είναι απελευθερωτική και γίνεται δεσμευτική. Έτσι, η ανάγνωση παύει να είναι μια πράξη κατανόησης και μετατρέπεται σε εμπειρία που δεν μπορεί να ανακληθεί. Όχι επειδή το κείμενο είναι δύσκολο, αλλά επειδή αυτό που λέει δεν μπορεί πλέον να μην ισχύει. Σε αυτό ακριβώς το σημείο, η αφήγηση του Τσιανγκ αποκτά τον χαρακτήρα της αναγκαιότητας. Οι ιστορίες του δεν φαίνεται να γράφονται επειδή μπορούν, αλλά επειδή πρέπει. Και, αντίστοιχα, δεν διαβάζονται απλώς επειδή προσφέρονται, αλλά επειδή, από τη στιγμή που ξεκινούν, δεν επιτρέπουν να εγκαταλειφθούν χωρίς να ολοκληρωθούν. Όχι ως πλοκή, αλλά ως συνέπεια.

Στα διηγήματα του Τεντ Τσιανγκ τίποτα δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει την ώρα που διαβάζεται. Η αφήγηση είναι καθαρή, σχεδόν διαφανής, και οι ιδέες παρουσιάζονται με μια ακρίβεια που μοιάζει να εξαντλεί το νόημά τους μέσα στο ίδιο το κείμενο. Κι όμως, αυτό που μένει δεν είναι ποτέ εκείνο που έχει ήδη ειπωθεί. Είναι κάτι που ενεργοποιείται αργότερα — όταν η ιστορία έχει τελειώσει, όταν η ανάγνωση έχει κλείσει και ο αναγνώστης βρίσκεται μόνος με αυτό που κατάλαβε ή με αυτό που δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει. Αυτό που διακρίνει τον συγγραφέα δεν είναι μόνο η θεματική του, αλλά η διπλή λειτουργία της αφήγησης. Σε ένα πρώτο επίπεδο, οι ιστορίες του αναπτύσσονται ως αυστηρά δομημένες ιδέες: υποθέσεις που δοκιμάζονται, κόσμοι που οργανώνονται με συνέπεια, αφηγήσεις που προχωρούν με λογική καθαρότητα μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Κάτω όμως από αυτή τη φαινομενική πληρότητα λειτουργεί ένα δεύτερο επίπεδο, λιγότερο ορατό αλλά ουσιαστικότερο: το νόημα που δεν παραδίδεται μέσα στο κείμενο, αλλά προκύπτει από τη σύγκρουση της ιδέας με τον αναγνώστη, από την καθυστέρηση της κατανόησης, από εκείνο το μικρό χρονικό διάστημα ανάμεσα στο «διάβασα» και στο «κατάλαβα». (περισσότερα…)

Πορτρέτο κυρίας στο ημίφως

 *

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

~.~

Γιώργος Συμπάρδης
Νύχτες με την Κάλλη
Μεταίχμιο, 2026
Vivre c’ est s’ obstiner à achever un souvenir
RENÉ CHAR

Η νέα νουβέλα του Γιώργου Συμπάρδη ανανεώνει και ενδυναμώνει το άρωμα μυστηριακής γοητείας που αποπνέουν τα προηγούμενα έργα του – πέντε μυθιστορήματα και μία νουβέλα συνολικά. Γιατί στα βιβλία του Συμπάρδη πρωταγωνιστής είναι η ατμόσφαιρα, ενώ οι ήρωες είναι ρευστοί και περιπλανώμενοι, ασυμβίβαστοι, αδέσμευτοι, ασαφείς και απροσδιόριστοι, ζωντανά δείγματα της ρευστής εποχής στην οποία ζούμε. Τα πρόσωπα μετατοπίζονται διαρκώς μέσα στον τόπο και τον χρόνο και αποκτούν υφή και ένα βαθμό συμπύκνωσης, ανάλογα με τα αν στέκονται στο φως, το ημίφως ή το βαθύ σκοτάδι. Οι τόποι κι αυτοί πρωταγωνιστούν ή μάλλον το πέρασμα, η μετάβαση από τόπο σε τόπο, που ορίζει και τη διαφορετική ατμόσφαιρα. Και η πλοκή είναι ακριβώς αυτοί οι τόποι, καθώς τους διασχίζει η ερωτική επιθυμία και η αναζήτηση της εκπλήρωσής της, που δεν είναι μια γραμμική πορεία, αλλά η τεθλασμένη κίνηση, η σπασμωδική, η συνειρμική, η παλινδρομούσα μετατόπιση, όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή. Μπαίνω στον πειρασμό να πω πως αυτή η διαρκής μετακίνηση στην ανθρωπογεωγραφία μιας πόλης, το πέρασμα από διαφορετικές ατμόσφαιρες, οι γκρίζες ζώνες που διασχίζουν τις συνοικίες, ή τοποθετούνται στις παρυφές τους, δεν έχουν αποτυπωθεί από κανέναν άλλο συγγραφέα με τόση λεπτότητα και λεπτομέρεια, με εξαίρεση ίσως τον (συνομίληκό του) Πατρίκ Μοντιανό.

Έτσι στην πρόσφατη νουβέλα ο (νεαρός;) αφηγητής, καθώς περιπλανιέται στη γειτονιά του, τα Πετράλωνα, τη μέρα στο δυνατό φως του Αυγούστου, και όταν βραδιάσει στη ραστώνη των έρημων και πιο δροσερών νυχτερινών δρόμων, στα σκαλοπάτια ενός ναού εντοπίζει μια γυναικεία φιγούρα, μια μεγάλη γυναίκα, με παλιομοδίτικα εξεζητημένα ρούχα, σαν παλιά θεατρίνα, μια εκλεπτυσμένη καλλονή αλλοτινής εποχής και γοητεύεται από αυτήν σε σημείο που ο πόθος του να την συναντήσει και να την γνωρίσει την “προσελκύουν” ένα βράδυ στην ημιφωτισμένη βεράντα του σπιτιού του, όπου ξεδιψούν με παγωμένα ποτά, τζιν με τόνικ, βότκα με λεπτές φέτες λεμόνι, με θέα τον ακάλυπτο, αλλά και ένα μπαλκονάκι μιας νεαρής γειτόνισσας, για να ανακαλύψει στο τέλος πως το ενδιαφέρον της μυστηριώδους γυναίκας δεν ήταν ακριβώς για αυτόν αλλά για τη νεαρή ένοικο του διπλανού διαμερίσματος.

Στην γοητευτική κυρία με τα γαλαζοπράσινα μάτια, τα φλοράλ φορέματα, το ψάθινο πλατύγυρο καπέλο, την φαρδιά άσπρη ζώνη, την μεγάλη ετοιμότητα στον λόγο, την τάση για εκμυστήρευση, την ζωηρή ανάγκη για παρέα και συναναστροφή, την ευκολία να χτυπάει το κουδούνι και να εισβάλλει με μπαγιάτικα γλυκά στο σπίτι ενός σχεδόν άγνωστου άντρα, την άνεση να τον αγνοεί, να τον χρησιμοποιεί κατά πώς θέλει, έχοντας προφανώς συνείδηση της δύναμής της και της έλξης που του ασκεί, την ικανότητα να τον αφήνει άναυδο και ανήμπορο με την άστατη συμπεριφορά της, ο αφηγητής δίνει το όνομα “Κάλλη”, το όνομα μιας αλαζονικής μεγαλύτερης από αυτόν ξαδέλφης του, που όταν αυτός ήταν μικρός και μαγεμένος μαζί της, εκείνη τον περιφρονούσε και τον προσέβαλε, σε σημείο που να αναρωτιόμαστε αν ο πόθος του για την επιβλητική κυρία τροφοδοτείται από την ανάμνηση, κι ακόμα αν η κυρία δεν είναι εντελώς πραγματική αλλά μια αντανάκλαση της ακατάδεχτης ξαδέλφης του. «Η ζωή ως η εμμονή να ολοκληρώσεις μια ανάμνηση», καταπώς λέει ο Ρενέ Σαρ. Ή αντίστροφα, μήπως η ανάμνηση είναι μια νέα επινόηση που χτίζεται με βάση την ζωντανή μορφή που ο ήρωας έχει αυτή τη στιγμή μπροστά στα μάτια του. Πες μου κάτι δικό σου, προσωπικό, του λέει η γυναίκα. “‘Έστω κάτι γι’ αυτή την ξαδέλφη σου που της μοιάζω, την Κάλλη’. Άρχισα με τη φωνή της ξαδέλφης που ακούγοντάς την ταξίδευες και την κάπως μεγάλη αλλά και ωραία, σαν κοντυλογραμμένη, μύτη. Δηλαδή με τα γνωστά για τα οποία ούτε να ψάξω χρειάστηκε ούτε και να παιδευτώ. Το ίδιο καλά τα πήγα και με τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά, αφού μπροστά μου τα είχα κι απλώς παράλλαζα αυτά που έβλεπα.” “Λευκές” θα είναι και οι τέσσερεις νύχτες που θα περάσει μαζί της, όπως ήταν και με την ξαδέλφη του. Η επιθυμία ανεκπλήρωτη, ίσα που αρθρώνεται, χάνεται μέσα στην αβεβαιότητα. (περισσότερα…)

Η βία κι η εγκυρότητα στη λέξη

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

~.~

Γιάννης Αντιόχου
Τις νύχτες ονειρεύομαι συντέλειες
Ίκαρος, 2026

Έχουμε συνηθίσει, στην έως τώρα ποιητική παραγωγή του Αντιόχου, να συναλλασσόμαστε με τίτλους σκοτεινούς: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα, Διάλυσις, Αυτός ο κάτω ουρανός. Συνεχίζει και στη νέα συλλογή αυτή την τακτική, ωστόσο με μιαν απαλότερη αντιμετώπιση του υλικού του, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται, γιατί ξέρεις ότι είσαι νεκρός από το πρώτο κιόλας βιβλίο.

Έχει ξεφύγει από τις τεθλασμένες και τις γωνίες και γέρνει απαλά. Σκύβει, όχι για να αποτινάξει από πάνω του και να αποποιηθεί τον πρότερο ποιητικό του βίο, μα για να γειωθεί, σχηματίζοντας μια καμπύλη, όπου πάνω της διαδραματίζεται ένα σούρτα-φέρτα εμμονών, με τις οποίες παλεύουμε διά βίου και που δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε εξαρχής και μέχρι τέλους ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες, περνώντας από την ενικότητα -περισσότερο διακριτή κατ’ εμέ στα προηγούμενα βιβλία του-, στην πολλαπλότητα της γλώσσας και του κόσμου.

Η εκκίνηση συμβαίνει με μιαν ιδιαίτερη οπτική προμετωπίδα, έναν πίνακα της Λήδας Κοντογιαννοπούλου, όπου απεικονίζεται μια ραφιέρα στην οποία ακουμπούν διάφορα αντικείμενα. Θα μπορούσαν να είναι αυτά τα οικόσιτα προικιά και τα συνοδευτικά τους, τα αγαπημένα του ποιητή: βιβλία του Έλιοτ, του Σεφέρη και του αυτόχειρα ποιητή Χαρτ Κρέιν, ένα CD του Γκλεν Γκουλντ, σουβενίρ από ταξίδια, ένα βάζο με λουλούδια, ένα ανθρώπινο οστό, κειμήλιο ενός καλοκαιριού, παστό από την αλμύρα, τυλιγμένο σε μια φόδρα και φυλαγμένο μέσα σ’ ένα φιλντισένιο κασελάκι. Τι κάνει έναν άνθρωπο να φυλάει το κομματάκι εκείνο του ξένου οστού και πώς αυτή η υλική υπόσταση της αυτοσχέδιας σαρκοφάγου, συνδέεται με τη συλλογική ή και την προσωπική μας ιστορία;

Μέσα στο κουτί είναι όλοι εκείνοι των οποίων οι φωνές δεν βρήκαν ανταπόκριση από τον έξω κόσμο, και σε αυτήν την κώφευση ο ποιητής στοχεύει. Στη συνείδησή του το παρόν συναιρείται με την ανάμνηση του παρελθόντος, και, εμμέσως, με την ενόραση του μέλλοντος: «χώμα και θάλασσα, όλα με γεύση σάρκας».

Εδώ ο χρόνος βιώνεται όχι ως ακολουθία στιγμών, αλλά ως πέρασμα αιώνων. Το αιματηρό παρελθόν, το πένθιμο παρόν και το ανεκπλήρωτο μέλλον γίνονται μια απροσδιόριστη στιγμή μέσα σ’ ένα χρονικό ασυνεχές, που ο ποιητής το ορίζει -έτσι μέσα στις παύλες-, ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται η αίσθηση, η εμπειρία και το συναίσθημα.

Κι είναι
αν όχι το ίδιο
ένα μνήμα παρόμοιο·
δίχως όνομα
τέλος
κι αρχή. (περισσότερα…)

Τραγικός και… τράγος; Κυπριακό και κοινοτοπία

*

Άγιος ή προδότης;
Το «αδύνατον» Μυθιστόρημα του Νίκου Σαμψών

γράφει η ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

[10/12]

~.~

Η μη μετοχή του Νίκου Σαμψών στην ΕΟΚΑ Β΄ και την προετοιμασία του πραξικοπήματος καταγράφεται από έγκυρους ιστορικούς,[513] ακόμα και από εκείνους οι οποίοι υπήρξαν οι απολογητές της οργάνωσης,[514] πιστοποιείται δε ακόμα και από μακαριακούς αντιστασιακούς, τους οποίους ο Σαμψών έσωσε από βέβαιη εκτέλεση.[515] Ωστόσο, πέρα από τη δημοσίως εκπεφρασμένη φιλογριβική και φιλοχουντική στάση του Σαμψών και της εφημερίδας του Μάχη στα χρόνια δράσης της ΕΟΚΑ Β΄,[516] μαρτυρείται πως επιχείρησε, μετά από τον θάνατο του αρχηγού της οργάνωσης, Γεώργιου Γρίβα, να έχει μυστική συνάντηση με τον νέο της διοικητή, Ταγματάρχη Γεώργιο Καρούσο, ο οποίος επιμελημένα τον απέφυγε.[517] Συναφώς, τεκμαίρεται πως μετά από τον θάνατο του Γρίβα οι ενέργειες του Σαμψών αποκάλυπταν τη βούλησή του να αναδειχθεί σε ηγετική θέση στην παράταξη των ενωτικών, της οποίας η ηγεσία, ως διασταυρώνεται, «τον αντιμετώπιζε με δυσπιστία».[518] Γεγονός επίσης είναι πως, αμέσως μετά την εκδήλωση του πραξικοπήματος, ως καταθέτουν οι ένοχοι επί εσχάτη προδοσία Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Κομπόκης, επικεφαλής των μονάδων καταδρομών κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος και της εισβολής, και ο υποδιοικητής της ΕΛΔΥΚ Αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Παπαγιάννης, θέσεις που υιοθετεί και το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων,[519] ο Νίκος Σαμψών προσήλθε, όπως πολλοί αντιμακαριακοί αριβίστες, στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ).[520] Ο Κομπόκης μαρτυρεί ακόμη χαρακτηριστικά πως, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης Προέδρου, η απόδοση της πραξικοπηματικής προεδρίας στον Σαμψών υπήρξε τυχαία, προϊόν αυθορμητισμού, ασυνεννοησίας και σύγχυσης.[521]

Τα ανωτέρω επιχειρήματα επιστρατεύει, για να υποστηρίξει την αθωότητά του, και ο Νίκος Σαμψών στις συνεντεύξεις του της δεκαετίας του ’90, παραθέματα των οποίων αξιοποιεί προνομιακά ο Μαργαρίτης, τηρώντας, ωστόσο, απέναντι στα λεγόμενα του ήρωα μια άκρως επικριτική στάση. Για να δικαιολογήσει την ανάληψη από μέρους του της προεδρίας, ο Σαμψών προτάσσει ότι επεδίωκε να σώσει τη χώρα από τον εμφύλιο σπαραγμό, ότι ανέλαβε, επίσης, χωρίς να γνωρίζει πως ο Μακάριος ήταν ζωντανός, ενώ κεφαλαιοποιεί επίσης το γεγονός ότι φρόντισε να σώσει οπαδούς του Μακαρίου από εκκαθαρίσεις. Επιρρίπτει, περαιτέρω, την ευθύνη για την έκβαση των γεγονότων αφενός στον Μακάριο, αφετέρου δε στο χουντικό καθεστώς, το οποίο θεωρεί ότι τον πρόδωσε, και ζητεί διακαώς να ανοίξει ο περιβόητος Φάκελος της Κύπρου, ώστε να αναδειχθούν οι πραγματικοί, κατ’ αυτόν, ένοχοι. Φρονεί, ακόμα –και σε αυτό δεν έχει άδικο, ο δε συγγραφέας επίσης ως προς αυτό συναινεί– πως υπήρξε ο μόνος που τιμωρήθηκε για την τραγωδία της Κύπρου, ενώ οι πρωταίτιοι της εθνικής συμφοράς δεν διώχθηκαν ποτέ ποινικά ούτε έτυχαν τιμωρίας καθ’ οιονδήποτε τρόπο, προστατεύθηκαν δε ευλαβικά από τις ελλαδικές μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις:

Άραγε να ήταν χολή; Πάντως κλαίει. Οι υπεύθυνοι του πραξικοπήματος, λέει, είναι ελεύθεροι. Ο Αραπάκης, ας πούμε, έχει χτίσει ξενοδοχείο στην Πειραιώς. Γιατί δεν ανοίγει ο καταραμένος Φάκελος της Κύπρου; […] Δεν θεωρεί τον εαυτό του πιόνι ούτε αχυράνθρωπο· είναι ο άνθρωπος που έχει προδοθεί περισσότερο απ’ όλους. Εξεγελάσθημεν! Στην Κύπρο, τέλος πάντων, ποιος επλήρωσεν πλην του Νίκου Σαμψών; Αυτός ξεχρέωσε για όλους.[522]

Στο κεφάλαιο «Αδερφοφάδες», ο Μαργαρίτης αντιμετωπίζει νηφάλια τον Νίκο Σαμψών ως προς την ιστορική πτυχή της ανάμιξής του στο πραξικόπημα. Συνεξετάζοντας πηγές και μαρτυρίες, εμφαίνει πως «ο Νίκος Σαμψών δεν υπήρξε μέλος της ΕΟΚΑ Β΄»,[523] ωστόσο δείχνει διστακτικός απέναντι στην αποδοχή οποιασδήποτε από τις υπάρχουσες πηγές για την εμπλοκή του προσώπου ή μη στην προπαρασκευή του πραξικοπήματος:

Τα άλλα είναι θολά. Σαν τα φαινόμενα. Και το σκάνδαλο μένει ανοιχτό: ποιος ήταν ο ρόλος του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου; Μέγα μυστήριο.[524]

Πίσω στο ΓΕΕΦ οι χουντικοί αξιωματικοί έψαχναν διάδοχο για τον Μακάριο. Όλα αυτά είναι θολά.[525]

Στο σχετικό επίσης με το Πραξικόπημα κεφάλαιο «Τhe Cyprus Papers» ο Μαργαρίτης αφήνει αιχμηρούς υπαινιγμούς –όχι πολύ διαφορετικούς από εκείνους του ήρωά του και σύνολης την κυπριακής κοινής γνώμης– απέναντι στην καθυστέρηση της ανάληψης δράσης για την προδοσία της Κύπρου από την ελληνική πολιτεία («η Βουλή των Ελλήνων προχώρησε επιτέλους στις ανακρίσεις»[526]). Στέκεται ειδικά στην απουσία κάθαρσης και την ατιμωρησία, όπως και στην απόκρυψη και την κατακράτηση στοιχείων, παρά την παρέλευση του τυπικού χρονικού ορίου της πενηνταετίας («Γεγονός είναι ότι τα αρχεία, όσα έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, είναι ελλιπή. Ο ίδιος ο Νίκος Σαμψών θα γελούσε πικρά, αν ήξερε ότι η πολυαναμενόμενη έκδοση του Φακέλου της Κύπρου θα περιοριζόταν σε ένα αποτέλεσμα ΜΕΤΡΙΟ»[527]). Περαιτέρω, σχολιάζει το γεγονός ότι ο Νίκος Σαμψών ποτέ δεν κλήθηκε να καταθέσει («Περιέργως, όμως, κανείς δεν νοιάστηκε για τη δική του μαρτυρία»[528]), αγνοώντας ενδεχομένως πως η διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά τους εμπλεκόμενους στα γεγονότα με ελληνική και όχι με κυπριακή υπηκοότητα. Η πολύκροτη υπόθεση του κυπριακού φακέλου, στη βάση των ανωτέρω φαιδροτήτων για χώρες που έχουν βιώσει μία εθνική συμφορά, επεξηγεί εν γένει, για τον συγγραφέα, και τη σημερινή αδιαφορία της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας σφαίρας για την υπόθεση της Κύπρου: «ο εγκλεισμός του νησιού στην κατάψυξη για πενήντα ολόκληρα χρόνια εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη σταδιακή απαξίωση, τη μεταβολή της τραγωδίας σε φάρσα, τη διακωμώδηση, εντέλει, σε Ελλάδα και Κύπρο, αυτής της υπόθεσης»[529]). Μετά δε και από τη δημοσιοποίηση του Φακέλου της Κύπρου, οι φρούδες ελπίδες του Νίκου Σαμψών για ιστορική αποκατάσταση αποκαλύπτουν, για τον Μαργαρίτη, την αδιαπραγμάτευτη ιστορική ευθύνη του προσώπου στην εθνική προδοσία και την παράδοση της Κύπρου στον Αττίλα:

Για τον χαμό της πατρίδας ο Νίκος μέμφεται τη Χούντα. […] Το βέβαιο είναι ότι η μισή πατρίδα χάθηκε.[530]

Τη δική του χάρη, […] που έλαβε από τον στρατάρχη Χάρντινγκ, ο Νίκος Σαμψών πολλαπλώς τη χαράμισε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο πραξικόπημα του 1974.[531]

Το ενδιαφέρον της πραγμάτευσης –και ενδεχομένως το στοιχείο της πρόκλησης– του πεζογράφου έγκειται στο γεγονός πως, παρότι αποδέχεται –και αυτό κατόπιν επίμοχθης και όχι αβασάνιστης ερευνητικής εργασίας– ότι πολλά από τα εγειρόμενα ζητήματα είναι «θολά»,[532] η όποια μετοχή του Σαμψών στην οργάνωση του Πραξικοπήματος παύει να τον ενδιαφέρει ή να αποτελεί ερώτημα per se. Η αναζήτηση του πταίσματος και των ενόχων, ο επιμερισμός των ευθυνών ή και η διαβάθμισή τους σε σοβαρές και «λιγότερο» σοβαρές μπορεί να ενδιαφέρουν τον ίδιο τον Νίκο Σαμψών, τα παιδιά του και τη σύζυγό του, Βέρα, που εναγωνίως αιτούνται μέχρι σήμερα την αποκατάσταση του ρόλου (ή και την άφεση) του οικείου τους, οπωσδήποτε δε τον ιστορικό, αλλά όχι τον μυθιστοριογράφο. Η δική του πρόταση μετακυλίεται από την απόδοση ευθυνών στο αδιαπραγμάτευτό τους αποτέλεσμα, στην είσοδο, έπειτα, του συγγραφικού υποκειμένου στο πένθος και τη μετάνοια, στην αναγωγή, εν τέλει, της κυπριακής τραγωδίας σε περιπτωσιακή έκφανση της ανθρώπινης Πτώσης: (περισσότερα…)

Για την αλληλογραφία Σεφέρη-Λορεντζάτου

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Γράμματα Σεφέρη – Λορεντζάτου
(1948 – 1968),
Επιμελήθηκε Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος,
Δόμος / Εν πλω, 2025

Επανεκδόθηκε μετά από 35 χρόνια η προ πολλών ετών εξαντλημένη αλληλογραφία Σεφέρη – Λορεντζάτου. Ενώ η συλλογή των 100 σχεδόν επιστολών, ταχυδρομικών δελταρίων, καρτών και τηλεγραφημάτων τυπικά καλύπτει μια εικοσαετία, την περίοδο ’48 με ’68/69, στη πράξη δεν αφορά παρά ελάχιστα μόνον χρόνια (αυτά ανάμεσα ’48 και ’56), κατά τα οποία παρατηρείται έτσι κι αλλιώς η μέγιστη πύκνωση της γραπτής επικοινωνίας μεταξύ των δύο αλληλογράφων· τόσο από ποσοτικής πλευράς (78 «γράμματα», ήτοι τα 4/5 του συνόλου) όσο και από πλευράς χρονικής συχνότητας ανταλλαγής των επιστολών αυτών.

Αν και στην επικοινωνία τους πάντα αναφέρονται σε «γράμματα», η ιδιότυπη τιτλογράφηση αυτής της γραπτής επικοινωνίας πιθανόν ξεφεύγει από τα όρια μιας γλωσσικής ή/και αισθητικής μόνον προτίμησης και πιθανόν υποδεικνύει κάτι διαφορετικό και πέραν της συχνόχρηστης σε τέτοιες περιπτώσεις καθιερωμένης λέξης ‘αλληλογραφία’. Η ―ηθελημένη― επιλογή της λέξης «Γράμματα» προφανώς προέρχεται από τον έτι ζώντα τότε Λορεντζάτο και σίγουρα υποδηλώνει κάποια προθετικότητα, εάν συλλογιστούμε π.χ. πως η γραπτή επικοινωνία του με τον Στυλιανό Αλεξίου τιτλοφορήθηκε, τυπικά όπως όλες, ως Αλληλογραφία. Ήθελε με αυτή την ―εσκεμμένη, επαναλαμβάνω― επιλογή ο Λορεντζάτος να προειδοποιήσει τον αναγνώστη πως πρόκειται απλά για «γράμματα» κι όχι κάτι βαθύτερο ή ουσιαστικότερο; πώς ό,τι κι αν λένε αυτά τα γράμματα δεν φτάνουν στην ουσία της προσωπικής σχέσης των δυο τους; μήπως ακριβώς θέλει να υποδείξει μια ανάγνωση υπό το πρίσμα μιας ευρύτερης, αμεσότερης επαφής και φιλίας μεταξύ των δύο ανδρών; Υπαινίσσεται δηλαδή πως η αλληλογραφία τους, όπως κι αν διαβαστεί, δεν αποτελεί παρά ένα και μόνον, ισχνό, κριτήριο της βαθύτερης, ουσιαστικότερης και διαχρονικής σχέσης τους, και μάλιστα σχετικά με ορισμένα μόνον ζητήματα που συζήτησαν σε ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα της γνωριμίας τους; μιας μακράς σχέσης, υπενθυμίζω, που κράτησε δι’ όλου του βίου τους, έως τον θάνατο του Σεφέρη. Είναι όντως μία αχνή υποσημείωση-υπενθύμιση προς τον αναγνώστη ή απλά αποτελεί μια επιλογή, αισθητικής και γλωσσικής τάξης; Ας είναι.

Η αλληλογραφία μεταξύ των δυο Ελλήνων συγγραφέων, που χαρακτηρίζεται από τον εξονυχιστικό κι ακριβολόγο επιμελητή της Δ. Ν. Τριανταφυλλόπουλο ως «άκρως ενδιαφέρουσα», σχεδόν με το ξεκίνημά της φανερώνει την αυθόρμητη ανάπτυξη μίας πηγαίας αμεσότητας, φιλίας και οικειότητας, και τούτο παρά την δεκαπενταετή ηλικιακή διαφορά μεταξύ των δύο επιστολογράφων. Λίαν χαρακτηριστικά, οι τυπικές προσφωνήσεις, συντομότατα μέσα στον ίδιο χρόνο, μεταβάλλονται (με πρωτοβουλία του Σεφέρη) στα παιγνιώδη Ζη και Σε.

Και όντως η ιδιαίτερη σημασία της εν λόγω αλληλογραφίας θεωρώ πως αφορά πρωτίστως στην ανάδειξη της γενεαλογίας μιας σχέσης ζωής των δύο επιστολογράφων, και των συστατικών στοιχείων που την θεμελίωσαν, την οικοδόμησαν και την ανέθρεψαν, την βαθιά δηλαδή γνώση και τον διάλογο που είχαν με την δυτική λογοτεχνία, μα και την ακατασίγαστη και κοινή έγνοια και μέριμνα για την ελληνική γλώσσα και την πορεία του τόπου τους. Στη συνέχεια στην κριτική που άσκησε ο καθείς στο έργο του άλλου, στην αποτύπωση της «ευρωπαϊκής περιπέτειας» του Λορεντζάτου, καθώς και στην καταγραφή της πορείας μεταστροφής του (για την τελευταία γνωρίζουμε πλέον πώς εξελίχθηκε κατά τα χρόνια παραμονής του Λορεντζάτου στο Λονδίνο από πρώτο χέρι, τον βασικό συνδιαμορφωτή της και οικοδεσπότη του Λορεντζάτου Φίλιππο Σέρραρντ). Ας συμπληρώσω πως μέσα στην αλληλογραφία παρελαύνει μια μεγάλη στρατιά Ευρωπαίων λογοτεχνών, μα κι απ’ αρχής μέχρι τέλους ο Έζρα Πάουντ και το έργο του. Με τη μετάφραση εξάλλου της Κατάης από τον Λορεντζάτο ξεκινά σχεδόν ο επιστολικός τους διάλογος (η οποία μετάφραση και ολοκληρώνεται με την ανταλλαγή διορθώσεων και παρατηρήσεων και την τελική αφιέρωσή της στον Σεφέρη). Πάντως είναι σαφές, όπως σημείωνε κι ο επιμελητής, πως με αυτή την αλληλογραφία πληροφορηθήκαμε τελικά περισσότερα για τον βίο του «αναχωρητικού» Λορεντζάτου. Υπάρχουν και άλλες στιγμές; Σαφώς ναι, και ορισμένες έχουν ήδη καταδειχθεί ή/και σχολιαστεί, σχετικά με τη μη αναφορά τους στη συγκαιρινή τους πολιτική κατάσταση εν Ελλάδι, το πώς συζητούν ορισμένα ζητήματα οι αλληλογράφοι γιοι καθηγητών Πανεπιστημίου κλπ. Αλλού όμως θέλω για λίγο να σταθώ.

Έχει πολυσυζητηθεί η «ρήξη» μεταξύ τους με αφορμή το γράμμα της 18/4/56 όπου ο Λορεντζάτος, επικρίνοντας τη συλλογή Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν, μιλά για την χρήση της ελληνικής λαλιάς… στο κενό, αλλά και η μεταστροφή του Λορεντζάτου που διατυπώνεται θεωρητικά στο Χαμένο κέντρο (στον τιμητικό τόμο για τα τριαντάχρονα της Στροφής, το 1961). Ταυτόχρονα, εξαιτίας και της πρόσφατης κυκλοφορίας και των τελευταίων τόμων του ημερολογίου του Σεφέρη, έχει δοθεί υπερβολικά μεγάλη βαρύτητα σε αυτή την υποτιθέμενη «ρήξη», προσκομίζοντας τα πολλαπλά κείμενα μιας ανεπίδοτης σεφερικής επιστολής και ορισμένων δηκτικών κρίσεων του νομπελίστα για τον Λορεντζάτο στα ημερολόγιά του. «Unresolved tension» την χαρακτήρισε ο Τσαρλς Λοκ εν όψει της επίσκεψης του Πάουντ στην Αθήνα το 1965, κι έφθασε μάλιστα αμετροεπώς και παντελώς ανυποστήρικτα να γράψει πως οι δυο τους «were never close again».

Όντως μετά την ανταλλαγή τριών επιστολών το Μαγιάπριλο του ’56, η επικοινωνία τους διακόπηκε για δυο χρόνια. Είναι ενδιαφέρον όμως πώς αποκρίνεται ο Λορεντζάτος (που έχει κλειστεί πια στο «κελλί» του στην Κηφισιά) στον Σεφέρη που κάνει την πρώτη κρούση: «Αδερφέ μου, […] Άλλοτες σου έγραφα για διάφορα ζητήματα ― που δε με ενδιαφέρουν πια. Ένα δεν άλλαξε, και το ξέρεις: η θέση που σου έχω μέσα στην καρδιά μου. Αυτό. Τί δήτα;» (19/12/58). (περισσότερα…)

Ο Μποκόρος και οι ίσκιοι του

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Δεν πρόκειται απλώς για έναν κατάλογο έκθεσης τιτλοφορούμενης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ο ίσκιος του (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, επιμέλεια έκδοσης Σταύρος Ζουμπουλάκης, μεγάλο σχήμα, σ. 93). Πρόκειται για ένα είδος αυτοβιογραφίας του ζωγράφου-συγγραφέα όχι μονάχα για ολόκληρη την περίοδο που αποτυπώνει τη φωτεινή σκιά, αλλά και όσο, γενικά, τον απασχολούσε ο Παπαδιαμάντης ως παρουσία, ως διηγηματογράφος, ως άνθρωπος που, κατά συγκεκριμένη μαρτυρία, έμπαινε στην εφημερίδα όπου δημοσίευε και έφευγε χωρίς να τον παίρνουν είδηση! Ο Μποκόρος φαίνεται ότι τον είχε αγαπήσει από νεώτερος, και μιλώντας για το διήγημά του «Φτωχός Άγιος» γράφει:

«Κι αυτή η γλώσσα! Τι έρωτας! Απ’ όλη την ιστορία μου έμεινε από τότε εκείνη η ευλογημένη ευωδιά του χώματος, τα δειλά τ’ αγριολούλουδα που τολμούνε να κρύψουν το αίμα, που στολίζουν την ανοιξιάτικη χλωρασιά ανάμεσα σε ρείκια και σκοίνα, τα ’ξερα όλα αυτά τα φυτά, ήτανε γύρω μου ο τόπος, το ’νιωθα αυτό το πράο αεράκι, τον δικό μας παράδεισο, και του χρωστάω αυτή τη γλώσσα, αυτό το βλέμμα, αυτή την ποίηση, το ξέφωτο ανάμεσα στην ανθρώπινη και τη θεία δικαιοσύνη της φύσης». (σ. 54)

Κι όμως. Πόσα χρόνια πέρασαν έως να αξιωθούμε, εδώ στην Ελλάδα, να τιμήσουμε τον Παπαδιαμάντη ιδιαίτερα, να αξιολογήσουμε το έργο του, να υπογραμμίσουμε την παρουσία του, να τολμήσουμε να αφομοιώσουμε και να αναγνωρίσουμε την πλησμονή της πνευματικής του αύρας και αίσθησης…

Ο Μποκόρος διατηρεί σε όλα όσα κάνει ένα πλεονέκτημα. Έχει βιώματα χωριού, έχει βιώματα ζωής στην ύπαιθρο. Έχει αναπνεύσει (πρόλαβε) καθαρό αέρα, βουνίσιο ή άλλον, έχει μυρίσει λουλούδια και αγριολούλουδα σαν αυτά που λέει ο Χριστός στο Ευαγγέλιο ότι «καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.» (Ματθ. 6,28-30). Έχει ανακατευτεί με τα χώματα, με τη λάσπη, με τα καπνά, με την αγροτική ζωή που δεν έχει καμιά σχέση με την αστική ζωή. Μα πλάι και συνακόλουθα σ’ αυτά –φαίνεται– να έχει αγγιχτεί από τα υψηλά της Πίστης, της Ποίησης και της Τέχνης και να αγωνίζεται να τα μετουσιώσει στα έργα του, προωθώντας έτσι, είτε το ξέρει είτε όχι, το νόημα της Σάρκωσης του Λόγου, χωρίς το οποίο όλα μένουν μετέωρα, ξεκρέμαστα, αναίσθητα, όλα μένουν έξω από το «τίποτα ή το κάτι» το δημιουργικό στο οποίο αναφέρεται σε κάποια σελίδα.

Υπάρχουν πράγματα στον κόσμο αυτόν που απαιτούν μια ιδιαίτερη προσοχή και μια ιδιαίτερη αφή. Οι αισθήσεις μας δεν δόθηκαν μονάχα για να καταφάσκουμε τα σωματικά δρώμενα αλλά και για να μας φέρνουν σε συνεργασία με τα ψυχικά και πνευματικά πεδία όπου συντελούνται τα θαύματα της ζωής.

Ο Παπαδιαμάντης, θα λέγαμε ότι, έζησε σαν σκιά, όμως μια σκιά τόσο φωτεινή που πολλοί είχαν στραβωθεί από το φως της και δεν τον έβλεπαν. Δεν έβλεπαν πώς ενεργούσε, δεν παρακολουθούσαν όλα αυτά που άγγιζε προπαντός με την γραφίδα του, αποσπάσματα από τα οποία συνοδεύουν πού και πού τη σεπτή ζωγραφική του Χρήστου Μποκόρου, όπως αποτυπώνεται σ’ αυτή τη θαυμάσια έκδοση.

Είναι μια ακόμη δουλειά που δυσκολεύεσαι να την σηκώσεις από το τυπωμένο χαρτί για να την ψηλαφίσεις όχι μονάχα με το βλέμμα αλλά με ένα πιο εσωτερικό κοίταγμα, το οποίο να εισχωρεί στα πεδία εκείνα της ύπαρξης που, τις πιο πολλές φορές, οι περισσότεροι τα αγνοούν ή τα υποβλέπουν.

Αυτός ο ζωγράφος μετακινείται στον χώρο και τον χρόνο, ψαύει την υφή των πραγμάτων, αγγίζει χειροποίητες επιφάνειες ζωής που τείνουν να εξαφανιστούν παραδίνοντας τη θέση τους στις μηχανές. Δεν είναι μονάχα που ζωγραφίζει, είναι και που γράφει: (περισσότερα…)

Τέσσερα νέα ποιήματα: Γαλανάκης – Κωσταγιόλας – Σαμπάνης – Σπυράτου

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

1

Την τελευταία τετραετία είχα την ευκαιρία να διαβάσω τέσσερις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν από το 2023 έως το 2025, συγκεκριμένα: Ντρόγκα (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Θανάση Γαλανάκη, Ακούγοντας δάση (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Νίκου Κωσταγιόλα, ἐν τούτοις (Λειμών, Αθήνα 2024) του Κωνσταντίνου Σαμπάνη και Ομώνυμα πλάσματα (Σμίλη, Αθήνα 2025) της Άννας Σπυράτου. Πρόκειται λοιπόν για «φρέσκα» ποιητικά προϊόντα, παρότι οι τέσσερις δημιουργοί τους έχουν ήδη αξιόλογη πνευματική (δοκιμιακή, μεταφραστική, λογοτεχνική ή αμιγώς επιστημονική) «προϋπηρεσία» και οι ηλικίες ποικίλλουν: οι Γαλανάκης και Κωσταγιόλας είναι συνομήλικοι (γενν. 1993), ο Σαμπάνης της δικής μου «σειράς» (γενν. 1980 – ο γράφων το 1984) και η Σπυράτου ελάχιστα παλαιότερη (γενν. 1977). Οι συλλογές έφτασαν στα χέρια μου με δύο τρόπους, δηλαδή είτε κατόπιν δικής μου παράκλησης (προκειμένου για τα έργα των Κωσταγιόλα και Σαμπάνη), είτε επειδή οι ποιητές είχαν την ευγενική καλοσύνη να με συμπεριλάβουν από μόνοι τους στο αναγνωστικό τους κοινό (Γαλανάκης και Σπυράτου). Κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης των πονημάτων και επαρκούς αναστοχασμού επ’ αυτών, σκέφτηκα να ξεχωρίσω το, κατά την κρίση μου, καλύτερο ποίημα από κάθε συλλογή και να το παρουσιάσω στο παρόν κείμενο, εφόσον βέβαια συμφωνούμε ότι η λογοτεχνία γράφεται για να διαβάζεται – αρχή που, φοβάμαι, δεν εφαρμόζεται τελικά στην πράξη, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε. Σημειώνω προκαταρκτικά ότι οι συλλογές των Γαλανάκη και Κωσταγιόλα κυκλοφόρησαν μόνο ψηφιακά, ενώ των Σαμπάνη και Σπυράτου έντυπα. Τέλος, το πλήρες κείμενο των τεσσάρων ποιημάτων παρατίθεται στο επίμετρο.

 

2

Για τον Θανάση Γαλανάκη η πραγματικότητα είναι υλική και πήλινη, κι όμως γοητευτική και αξιοπρόσεκτη. Ταυτόχρονα, η αντίληψη της πραγματικότητας λειτουργεί ως ναρκωτικό που μουδιάζει τις αισθήσεις, εντούτοις το υποκείμενο μπορεί να βρει μία σταγόνα «καθαρής ουσίας» εφόσον κάνει τον κόπο να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει εκεί που πρέπει. Γενικά θα έλεγα ότι η ποίηση του Γαλανάκη στην Ντρόγκα, και ειδικά η ενότητα «Ακαρνανική παράβαση» (η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, σε όλο το βιβλίο) έχει κάτι από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα της επόμενης (σκεφτείτε, λ.χ., τις ταινίες του Σωτήρη Γκορίτσα): όλα είναι θολά, αργά και σκληρά, μα εντέλει πιο «πραγματικά» από οποιαδήποτε θεολογική ή φιλοσοφική αλήθεια. Δεν ξέρω τις πιθανές βιβλικές συνυποδηλώσεις, αλλά η πυκνή παρουσία των σκυλιών στη συλλογή ενισχύει ενδεχομένως αυτή τη «βαλκανική» αισθητική της κατά Γαλανάκης ποιητικής.

Πρωταγωνιστικό μάλιστα ρόλο έχει ένα ζεύγος σκύλων στο εξαιρετικό ποίημα «Η θεία λάσπη» (πβ. τον τίτλο με τα όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο). Το στιχούργημα είναι γραμμένο σε άψογο ελευθερωμένο ίαμβο, με σποραδικά ομοιοτέλευτα και ελεύθερη χρήση συνιζήσεων και χασμωδιών. Ο λόγος είναι στοχαστικός ή παρατηρητικός, η διατύπωση ρέει αβίαστα, ωσάν ο αφηγητής να κάθεται απέναντί σου στο τρένο, αφηγούμενος την ιστορία ενός προσκυνηματικού οδοιπορικού, που κατέληξε στον σεβασμό, όχι μπροστά στην ιερή εικόνα, αλλά για την καθημερινή, «χθαμαλή», εικόνα δύο ψωριάρικων σκυλιών που υπερασπίζονται ένα ήσυχο γουρουνάκι μέσα σε ένα χαμώι. Όλα όμως ξεκίνησαν από έναν κτηνοτρόφο που μερίμνησε ώστε τα ζωάκια του να έχουν το καταφύγιο μέσα στο οποίο παίζεται το βασικό «δράμα» του ποιήματος. Ο αφηγητής τελικά ανακαλύπτει τη θρησκευτικότητα και τη σωτηρία, όχι στα απλά, ούτε στα ταπεινά, αλλά στα εκ πρώτης όψεως πιθανώς ανάξια και καταφρονημένα. (περισσότερα…)

Μια διαλεκτική σπουδή θανάτου

*

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

~.~

Γιώργος Χριστοδουλίδης
λύμνες
Ατέλεια, Κύπρος 2025

Όπως όλες οι εμπειρίες αρχετυπικής φύσεως, η εμπειρία του θανάτου, και δη του θανάτου του πατέρα, είναι μια αμφίσημη και ταυτόχρονα επώδυνη εμπειρία, αφού συντίθεται από τη συγχώνευση δύο αντίρροπων δυνάμεων: της απώλειας της αγαπημένης μορφής του πατέρα από τη μια, και της ζωής του ενήλικα παιδιού από την άλλη που, τραυματισμένη και αποκομμένη από τον πατέρα, συνεχίζεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως η πρόσφατη (δέκατη στο σύνολο) και εκδοτικά καλαίσθητη ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη Λύμνες είναι αφιερωμένη στον πατέρα του Δώρο Χριστοδουλίδη και φωτίζει πολύτροπα αυτό το καθεστώς απώλειας που συμπυκνώνεται, σύμφωνα με σχόλιο του ίδιου του ποιητή, σε τρεις πολύσημες λέξεις: λίμνη, μνήμη, λύπη.[1]

Πιο συγκεκριμένα, η συλλογή διακρίνεται σε δύο βασικές ενότητες («λύμνες» και «Παραλύμνες»), οι οποίες λειτουργούν συμπληρωματικά: η πρώτη και συνθετικότερη έχει επίκεντρο τη δεσπόζουσα μορφή του τεθνεώτος πατέρα και μοιάζει σαν καταβύθιση σε μια βαθιά λίμνη πένθους, ενώ η δεύτερη, η οποία αποτελείται από ξεχωριστά ποιήματα, συνιστά περιφερειακή, συχνά ειρωνική ή στοχαστική αναδίπλωση γύρω από τις πολλαπλές εκφάνσεις της φθοράς και του θανάτου και μοιάζει σαν περιήγηση στις όχθες της. Στο σύνολό της, η συλλογή συνιστά ένα εκτενές και πολυεπίπεδο συνθετικό ποίημα, το οποίο αρθρώνεται γύρω από τον πυκνό πυρήνα της απώλειας, αλλά ταυτόχρονα διαχέεται σε ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακών, πολιτικών, κοινωνικών, ερωτικών και μεταφυσικών προβληματισμών μέσα σε έναν κόσμο που φλέγεται.

Το πρώτο, συνθετικό μέρος της συλλογής, το οποίο εκφέρεται σε β’ πρόσωπο ως φανταστική αποστροφή στον πατέρα δεν μετουσιώνει μόνο τα βαθύτερα βιώματα του ποιητή (μνήμες της παιδικής ηλικίας, εστίαση στην προσωπικότητα, την αντιστασιακή, δημοκρατική, πολιτική και κοινωνική δράση του πατέρα κ.ά.), αλλά ταυτόχρονα ανακινεί καθολικότερα θέματα τα οποία πιστοποιούν πως η ρέουσα ελευθερόστιχη γραφή χτίζεται εν προόδω, αφενός ως προσπάθεια ανακοπής και αντιμετώπισης του αναπόφευκτου και, αφετέρου ως αποδοχή της πικρής συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί εντέλει να αποτρέψει το αναπότρεπτο. Η αναπάντεχη απώλεια της αγαπημένης μορφής του πατέρα, με άλλα λόγια, αποτελεί στο πρώτο μέρος του βιβλίου το κυρίαρχο σημείο αφετηρίας και ανακίνησης της ψυχής και της γραφής του Γιώργου, καθώς ο βαθύς κρατήρας του πένθους αναμοχλεύει την ιστορική μνήμη και το βαθύ υπαρξιακό και βιωματικό υπόστρωμα. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου ανοίγει εκκωφαντικά με την επιγραμματικά διατυπωμένη φράση «Ο θάνατος δεν έχει συνώνυμα», η οποία και λειτουργεί ως υπαρξιακό και ποιητικό κομψοτέχνημα. Κι αυτό γιατί η αφοπλιστική αυτή διατύπωση δεν αποτελεί επιδεικτικό ρητορικό και ποιητικό εύρημα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή και οντολογική τοποθέτηση με την οποία ο ποιητής επιλέγει να αφαιρέσει από τον θάνατο κάθε δυνατότητα μεταμφίεσης, κάθε ευφημισμό, κάθε πέπλο που θα μπορούσε να τον καταστήσει πιο υποφερτό, πιο αποδεκτό, πιο οικείο. Έτσι η ίδια η λέξη «θάνατος» στέκεται εξαρχής γυμνή, σκληρή και άκαμπτη, χωρίς τα απαλότερα συνεκδοχικά συνώνυμά της: εκδημία, ταξίδι, κοίμηση˙ γεγονός που εντείνει από τον πρώτο στίχο του βιβλίου τον οριστικό, απόλυτο και ανυπέρβλητο χαρακτήρα της. Γι’ αυτό, ίσως, ο ποιητής εγκαθιδρύει εξαρχής στη διαδικασία της ανάγνωσης ένα αντίρροπο ποιητικό σύμπαν όπου η γλώσσα δεν δύναται να λειτουργήσει ως εξιδανικευτικό παραπέτασμα, αλλά αντίθετα επιχειρεί με τον ασθματικό ρυθμό ενός μακροπερίοδου και πολύσημου ποιητικού λόγου να αποκαλύψει τον οριστικά αμετάκλητο πυρήνα του θανάτου. (περισσότερα…)