Μήνας: Ιανουαρίου 2017

Σελάνα Γραίκα: Θεοί και Άγγελοι

Buonarroti Michelangelo, Two Studies of an Outstretched Right Arm, (verso), 1508-09:

~ . ~

Οι θεοί δεν πέθαναν. Ούτε γύρω μας, ούτε μέσα μας.
Κοιμούνται μονάχα. Κι όσοι από μας το γνωρίζουν λιγάκι
δεν μπορούν παρά να ζουν, για να τους ξυπνήσουν και πάλι.
Για τούτο είμαστε βέβαια μακρινοί και βραδύκαρδοι.
Ποιος το ξέρει; Μπορεί στο τέλος να επιτύχουμε τον Λόγο
που θα ξανοίξει τα ζωογόνα τού Απόλλωνα μάτια.
Αφού θα γνωρίζετε υποθέτουμε, πως το πάθος του λόγου
κινείται μετά διψασμένων αισθήσεων
και ανήσυχα χέρια, που ζητούνε να πλάσουν,
να πιάσουν ό,τι πληγώνει ή ξεσκίζει το νου,
θα πρέπει να έχουν τον θανάσιμο έρωτα
για το γυμνό και μεστωμένο σώμα του πιο ζωντανού θεού.
Η συνάντηση με την ομορφιά, βέβαια, πάντοτε είναι τραγική.
Και δεν θα εννοήσουμε εδώ κάποια γλυκιά μορφή,
μιας Παναγίας του Ραφαήλου,
παρά αυτό το κουρέλιασμα
και πέταγμα της ψυχής στους ανέμους,
που δείχνει την ανησυχία της ερωτευμένης υπάρξεως
ενός Μιχαήλ Άγγελου.
Καθώς, όποιος αγαπά την ομορφιά, πρέπει αυτή
να παρουσιάζεται με την πραγματικότητα ανάλογη θανάτου,
ως μια πυρωμένη και θυελλώδη ατμόσφαιρα.
Βέβαια, για να διατηρήσει αυτή την αταραξία της θείας μορφής
πολλές φορές, μαθαίνουμε αναγκάσθηκε να αποστρέψει το βλέμμα,
ν’ αλλάξει τον δρόμο του και ίσως
να οπισθοχωρήσει, με κίνημα σαφώς μεγαλειώδες,
που πρόδιδε όμως την βαθύτερη αδυναμία του.
Πιθανόν να θέλαμε κι εμείς, διακαώς, να πιστέψουμε
πως δεν άφησε τις πληγές να τον ρίξουν καταγής
και να τον μεταβάλλουν σ’ ένα κουβάρι αίματος, λυγμών,
σπασμών, και στεναγμών, αφού και σε μας χρησιμεύουν συχνά
ως προσωπεία κι αποσιωπητικά που κρύβουν εσωτερικές συσπάσεις
και πληγές.
Κι αντίς να κηρύξει –ως όφειλε– τα δικαιώματα
της εξωτερικής ασχήμιας που κλείνει εσωτερικές ομορφιές
έκλεισε τον εαυτό του στην μοναξιά,
μακριά από έγκυες μητέρες που ποθούσαν να γεννήσουν ωραία παιδιά
ή των θεών ευνοούμενα ή μελλοντικών ηρώων.
Γιατί τον έρωτα, μας ήρθε ως ψίθυρος, τον γεννά η ανάμνηση.
Μα τι είναι, επιτέλους, αυτή η ανάμνηση;
Το κάλλος του αγαπημένου που συγκλονίζει κι αμιγώς μας θυμίζει
την ιδέα. Τι είναι όμως η ιδέα;
Θα κατορθώσουμε να θυμηθούμε σαν αυτόν;
Άφοβοι, τούτη την στιγμή, αντιμετωπίζουμε την θέα
που τρελαίνει, δεν βρίσκουμε όμως την ηδονή της τρέλας,
το τέλος, τον σκοπό της ιδέας.
Στο τέλος, εδώ, θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε στους καχύποπτους
πως στο διπλανό μας σπίτι μπορεί και ζει ο Ποιητής, ο Γλύπτης,
ο οποίος φαντάστηκε σε μια στιγμή δημιουργίας πως είν’ ο Θεός…
καμιά νεκρή επιταγή,
κανένα όνειρο απατηλό για μας που δημιούργησε.

Advertisements

Για την δήθεν παρακμή της σύγχρονης ποίησης

%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bc%ce%ae~  .  ~

~ . ~

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΕΗ

Διαβάζω τελευταία διάφορα σχόλια τάχα μου για την τεχνική παρακμή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ότι η ποίηση απαιτεί άσκηση, ότι ο καθένας πλέον μπορεί να βγάλει ένα βιβλίο από το πουθενά, ότι οι νέοι ποιητές είναι επί της ουσίας ποιητικά αστοιχείωτοι, δεν έχουν δείξει δείγματα κατάρτισης, δεν έχουν δομήσει ποτέ για να νομιμοποιούνται να αποδομούν, ότι ακόμα και ο στίχος τους δεν είναι στ’ αλήθεια ελεύθερος στίχος, παρά πεζόμορφος, πρόζα άκομψα στοιχισμένη σε στίχους, ήτοι κακή πρόζα και κακή ποίηση ταυτόχρονα.

Δεν τους κατηγορώ· αν και με λύπη μου διαπιστώνω πόσο εύκολα μπορεί κανείς στην εποχή μας να χαθεί στους λαβυρίνθους της πληροφορίας. Η απάντηση βέβαια, όπως πάντα, βρίσκεται στους ορθούς μηχανισμούς αναζήτησης και εντοπισμού, αλλά και την μη προκατειλημμένη προσέγγιση και αξιολόγηση· όχι στις γενικόλογες ισοπεδώσεις.

Ας πάρουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα σύγχρονης ελληνικής ποίησης, για να δούμε πόσο εύκολα μπορεί κανείς να εκφύγει της ουσίας και να πλανάται εκτροχιασμένος σε χώρους στείρας κριτικής.

Ω, στον Περαία το λιμάνι είναι βαθύ,
ξύλο και ξεβράκωμα σε κάθε Παοκτζή,
ρίξτε τον στη θάλασσα να πάει να γαμηθεί.

Το απόσπασμα αυτό κατά κοινή ομολογία πραγματεύεται κάτι απλό, έως θα έλεγα και απλοϊκό: τις απειλές των υποστηρικτών μιας ανώνυμης εταιρείας απέναντι στους φιλικά διακείμενους προς μιαν άλλη ανώνυμη εταιρεία. Και βρίσκει κανείς στον τάδε και στο δείνα ιστότοπο φωνασκίες του τύπου “ναι μεν, η αφαίρεση εσωενδύματος καθιστά την πράξη της συνουσίας πιο ευπροσέγγιστη, αλλά πώς θα μπορούσε ποτέ το βάθος ενός λιμανιού να συνεισφέρει σε αυτή;”. Και δώστου οι μομφές και οι κατακεραυνώσεις για το περιεχόμενο του έργου.

Κύριοι, θα σας θέσω ένα απλούστατο ερώτημα. Διαλέξτε εσείς ένα τρίστιχο απόσπασμα από ποιητή της αρεσκείας σας, οσοδήποτε “μεγάλο”, και ας με ενημερώσει κάποιος αν κατάφερε να βρει κάτι το νοηματικά πυκνότερο. Τι απαιτήσεις έχετε πια από τρεις στίχους ποίησης: να σας αποκαλύψουν το νόημα της ζωής; Και πάμε στο τεχνικό κομμάτι –γιατί περί αυτού γίνεται ο λόγος εν προκειμένω–, και βλέπουμε μιαν ομοιοκαταληξία να διατηρείται σε όλη την έκταση του ποιήματος με συνέπεια (για να γίνω συγκεκριμένος, και οι τρεις στίχοι τελειώνουν με τον ήχο “ι”, μάλιστα δύο εξ αυτών μοιράζονται τον καταληκτικό ήχο “θι”). Ο πρώτος στίχος μοιάζει με τέταρτο πέονα, με συγχωρείτε, τέταρτο παίονα ήθελα να γράψω, και οι δύο επόμενοι είναι γραμμένοι σε άπταιστο τροχαϊκό δεκατρισύλλαβο. Πού είναι λοιπόν η περιβόητη “προζο-ποίηση” στην οποία αναφέρεστε;

Η θέση μου γίνεται πιο σαφής αν πάμε σε ένα τεχνικά άρτιο δείγμα σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Και α και ου· και α.
Και ΔΑΠ Νου-Δου-Φου-Κου.

Πείτε μου, έχετε δει πιο στιχουργικά καθαρό ιαμβικό ημιτρίμετρο; Ξέρω, θα διαμαρτυρηθείτε, πώς είναι δυνατόν ένα δίστιχο να αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας μια ομοιοκαταληξία· το κατανοώ. Είναι πράγματι απορίας άξιον πώς με μόνο δύο στίχους αστοχεί κανείς στο κομμάτι της ομοιοκαταληξίας. Θα μπορούσα να προτείνω, χωρίς να έχω πρόθεση να αλλοιώσω το περιεχόμενο του έργου, ότι ο πρώτος στίχος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι “Και ου και α· και ου.” Έχω όμως κάτι που λείπει από εσάς, όταν με ευκολία αποφθέγγεστε, όταν φιλτράρετε ιεροεξεταστικά τα έργα των νεαρών επίδοξων δημιουργών: ταπεινοφροσύνη. Για να μη μιλήσει κανείς για τη νοηματική διαύγεια του παραπάνω –παρακαλώ να σημειωθεί– αυτοτελούς έργου, που καταφέρνει από τις κραυγές των ανωτέρων πιθήκων μέχρι το πολυσύνδετο σχήμα της Αγίας Γραφής να αγγίξει την ουσία της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε δυο γραμμές. Πρόκειται για ένα μπονζάι της ποίησης· ένα έργο που μόνον ο χρόνος –και σίγουρα όχι εσείς από τις αναπαυτικές σας πολυθρόνες– έχει το δικαίωμα να κρίνει.

Και για να πειστείτε ότι η εν λόγω αποτυχία ομοιοκαταληξίας δεν είναι παρά μεμονωμένο περιστατικό, ιδού μια ακόμα σύντομη (αλλά περιεκτική) νεοελληνική ποιητική δημιουργία.

Που-Κου-Σου, Που-Κου-Σου, Που-Κου-Σου οέ οέ,
μες στον κώλο σας χορεύει η ψωλή του Κου-Κου-Έ.

Παρά την μίξη μέτρων εντός του ποιήματος, όπου βλέπουμε μια συνύπαρξη, ένα πάντρεμα μεταξύ αναπαίστου, ιάμβου και τροχαϊκού (ενδεχομένως μια μεταμοντέρνα μετρική εισήγηση;), η ομοιοκαταληξία είναι κρυστάλλινη. Αλλά και πέραν αυτής, το ποίημα διέπεται από μουσικότητα, εντεταγμένο κραυγαλέα στη λυρική μας παράδοση. Ε λοιπόν, όχι! Δεν δικαιούται ο κριτικός λογοτεχνίας “του σαλονιού” να χαρακτηρίσει αυτή την ποίηση πεζόμορφη· και ο τελευταίος γραφειοκράτης της ποίησης οφείλει να ομολογήσει ότι τούτο το ποίημα δεν απαγγέλλεται: τραγουδιέται!

Πριν κλείσω, για να προλάβω ορισμένους από τις διαλεκτικές ατασθαλίες στις οποίες βιάζονται να υποπέσουν, σε μια τέτοια εμπεριστατωμένη σπουδή δεν αξίζουν επικλήσεις σε αυθεντίες. Μην αρχίσουν ορισμένοι λοιπόν “μα ο Ελύτης…” Όχι! Όποιος επιθυμεί να πει κάτι, να το πει στηρίζοντάς το με τα ανάλογα επιχειρήματα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΗΣ

Ομπάμα: Η ελπίδα που αστόχησε

Αποτέλεσμα εικόνας για obama can we

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Μέγας ανακινητής συναισθημάτων και παθών, λαμπρός δημεγέρτης και ρήτορας, πολιτικός καλλιεργημένος όσο ελάχιστοι, διανοούμενος πραγματικός, ο Μπαράκ Χουσσεΐν Ομπάμα ως Πρόεδρος των ΗΠΑ υπήρξε αναντίρρητα άνθρωπος ευγενικών προθέσεων. Αν οι ιδέες του είχαν μεγαλύτερη συνάφεια με την πραγματικότητα θα άφηνε ασφαλώς σπουδαίο έργο. Όμως οι ιδέες του ρίζωναν σε μια άλλη εποχή, αυτή της πρώτης μεταπολεμικής και της πρώτης μεταψυχροπολεμικής φιλελεύθερης και προοδευτικής αισιοδοξίας. Και με την αναπόφευκτη αδυναμία του να τις εφαρμόσει σ’ έναν κόσμο απείρως πολυπλοκότερο, ήταν επόμενο να προσκρούσει σε όρια.

Ιδίως στην εξωτερική του πολιτική, ο Ομπάμα έπεσε θύμα του απλουστευτικού ιδεαλισμού του. Όπως ο Μπους ο νεώτερος, πίστεψε ειλικρινά ότι με την πολιτική των παρεμβάσεων, με τις πορτοκαλόχροες επαναστάσεις και τις αραβικές ανοίξεις, με το κατακεραύνωμα της τυραννίας θα προήγαγε την υπόθεση της δημοκρατίας στη Συρία, την Ουκρανία, την Λιβύη και αλλού. Όπως ο Μπους με τον Σαντάμ, δεν διέκρινε ότι εκτός από τους Καντάφι και τους Ασάντ και τους Γιανουκόβιτς αυτού του κόσμου υπάρχουν δυνάμεις πολύ πιο σκοτεινές και απρόβλεπτες, ότι οι Πλατείες Ταχρίρ και Μαϊντάν εξεγειρόμενες δεν κυοφορούν κατ’ ανάγκην αγαθές εξελίξεις και ότι με την αποσταθεροποίησή τους άνοιγε την πόρτα όχι στην ελπίδα αλλά στην καταστροφή.

Διόλου τυχαία, οι μόνες εξωτερικοπολιτικές επιτυχίες του Ομπάμα ήταν στην Κούβα και το Ιράν, εκεί όπου προς τιμήν του κατόρθωσε να υπερβεί τον εσωτερικό φανατισμό και τα ιδεολογικά εμπόδια, και να οδηγηθεί σε μια επωφελή και για τις ΗΠΑ προσέγγιση. Διότι εκεί, αντίθετα με αυτά που έκανε στη Συρία και την Ουκρανία, δεν απαίτησε πρώτα να πέσει ο Κάστρο και οι μουλάδες, ούτε απέρριψε τον επωφελή συμβιβασμό με την Ρωσσία. Γενικά, η θητεία του Ομπάμα στα διεθνή, η κωμική άρνησή του να πιάσει στο στόμα του τις λέξεις «ισλαμική τρομοκρατία» λ.χ., επιβεβαιώνει την παλιά υποψία ότι τη μεγάλη ζημιά δεν την κάνουν τελικά οι ρεαλιστές, αλλά οι ιδεολόγοι.

Από κει και μετά, στην οικονομική πολιτική, ουσιαστική αλλαγή από τη γραμμή των προκατόχων του δεν επέφερε. Η αποβιομηχάνιση των ΗΠΑ συνεχίστηκε, τα ελλείμματα και το χρέος (ιδίως…) υπερδιογκώθηκαν (μεταθέτοντας βολικά το κόστος στις επόμενες γενεές…), η ψαλίδα εξακολούθησε να ανοίγει υπέρ των πλουσίων, οι υπεύθυνοι του κραχ του 2008 δεν ενοχλήθηκαν διόλου, οι φορολογικοί παράδεισοι ανά την υφήλιο επίσης κ.ο.κ., κ.ο.κ. Στους αριθμούς, ναι, χάρη στις νέες φούσκες που το άφθονο χρήμα δημιούργησε, την πλημμυρίδα των δολλαρίων, η Αμερική τύποις ανέκαμψε, δημιουργήθηκαν άφθονες νέες θέσεις εργασίας, πρωτίστως για μετανάστες και πρεκάριους. Επίσης θεαματική ήταν η ανάκαμψη των ρετιρέ και των μεγιστάνων. Η ραχοκοκκαλιά κάθε κοινωνίας ωστόσο, η μεσαία τάξη, κι αυτοί ακόμη που τον ψήφισαν, εξακολούθησε να διολισθαίνει προς την αβεβαιότητα. Με αποτέλεσμα την ψήφο της τον Νοέμβριο που μας πέρασε.

Tα δύο μεγαλύτερα επιτεύγματα της θητείας του τέως προέδρου υπήρξαν νομίζω το Omamacare και η, έστω και συμβολική, Συνθήκη των Παρισίων για το Κλίμα. Και στα δυο κινήθηκε προς την ορθή κατεύθυνση, παρά τη λυσσαλέα και άθλια αντίσταση που, ιδίως η ασφαλιστική του μεταρρύθμιση, συνάντησε. Μακάρι να περισωθεί κάτι από την προσπάθειά του, αν και οι πρώτοι οιωνοί δεν είναι ευχάριστοι. Στα κοινωνικά ζητήματα, την ισοπολιτεία και την εξάλειψη των διακρίσεων, πολλοί περίμεναν από την κυβέρνησή του θαύματα, και η αλήθεια είναι ότι προσπάθησε όσο λίγοι. Ειρωνικώ τω τρόπω ωστόσο, στο μέγα ζήτημα των φυλετικών εντάσεων, ελάχιστα κατόρθωσε. Προφανώς, και εδώ, η πολιτική των συμβόλων και των ταυτοτήτων δεν επαρκεί όταν οι υλικές συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες.

Ο Ομπάμα ανέβηκε στην εξουσία με την πρόθεση να γίνει ο νέος Λίνκολν, ο νέος Ρούσβελτ ή, έστω, ο νέος Κέννεντυ. Αν ο διάδοχος του αποτύχει παταγωδώς, πράγμα διόλου απίθανο, πολλοί θα τον νοσταλγήσουν. Αν όμως ο Τραμπ κατορθώσει έστω και λίγα από τα –τω όντι– ριζοσπαστικά που εξήγγειλε, ο Ομπάμα κινδυνεύει να έχει την τύχη του Κάρτερ μετά την άνοδο του Ρήγκαν στην εξουσία: την τύχη μιας ιστορικής υποσημείωσης. Έχει άλλωστε τόσα κοινά με τον γηραιό ευπατρίδη από την Τζώρτζια: τις άριστες των προθέσεων, τις μεγάλες ευέλπιδες διακηρύξεις, τα ναυάγια στον ισλαμικό κόσμο – ακόμη και το Βραβείο Νομπέλ της Ειρήνης. Και οι δυο πήραν τη σκυτάλη από κυβερνήσεις του αντίπαλου κόμματος κλονισμένες από την αναξιοπιστία και τα σκάνδαλα. Και οι δύο παρέδωσαν τη σκυτάλη σε τραχείς Ρεπουμπλικάνους που έκαναν όνομα στις σόου μπίζνες και που ούτε οι τρόποι τους ούτε η ρητορική τους φημίζεται για άψογη. Και οι δύο επαγγέλθηκαν να ενώσουν τη βαθιά διχασμένη τους χώρα – χωρίς να τα καταφέρουν.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τι είπε ο παπαγάλος στον Καζαντζάκη;

Damayanti choosing a Husband - Warwick Goble, Indian Myth and Legend:

~ . ~

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Τα παλιά χρόνια στη μακρινή Ινδία ένας φιλήδονος κι ελαφρόμυαλος νέος, ο Μαδάνας, παντρεύτηκε μια εξ ίσου φιλήδονη κι ελαφρόμυαλη γυναίκα, την Πραββαβατή. Λίγο (ή πολύ) καιρό μετά τον γάμο τους, ο Μαδάνας έφυγε για ταξίδι κι η Πραββαβατή έμεινε μόνη της. Ωστόσο, η Πραββαβατή δεν ανήκε στις γυναίκες που μένουν για πολύ καιρό μόνες τους ή που οι άντρες τις αφήνουν μόνες τους.

Φαίνεται πως η Πραββαβατή ήταν μια πολύ γοητευτική γυναίκα. Οι επίδοξοι, λοιπόν, εραστές της άρχισαν να την πολιορκούν επίμονα. Στο σπίτι της κατέφταναν μαυλίστρες κι έχυναν, αλειμμένο με λόγια μελιστάλακτα, το δηλητήριο της διαφθοράς στα αυτιά, κι από εκεί στην καρδιά, της Πραββαβατής. «Τους άντρες μας», της έλεγαν, «τους αγαπάμε όσο ζουν ή είναι κοντά μας. Σαν πεθάνουν ή φύγουν, σβήνεται κι η αγάπη. Απόλαυσε τα νιάτα σου, γιατί τα νιάτα γρήγορα περνούν». Η Πραββαβατή δεν ήταν, βέβαια, Πηνελόπη και δεν άργησε να ενδώσει σε τόσο δελεαστικές και πειστικές προτάσεις. Έτσι ένα βράδυ ντύθηκε και στολίστηκε για να συναντήσει τον αγαπητικό της (που ακόμα δεν είχε γίνει αγαπητικός της).

Στον απερίσκεπτο νεόνυμφο, ωστόσο, η προνοητική συμπάθεια κάποιου βραχμάνα είχε χαρίσει μια κίσσα κι έναν παπαγάλο – σανσκριτιστί Σούκα. Καθώς η Πραββαβατή ετοιμαζόταν να βγει, άκουσε να της μιλά ο Σούκας (τα παλιά χρόνια στην Ινδία οι παπαγάλοι κι όλα γενικώς τα ζώα μιλούσαν): «Πήγαινε», της είπε , «μα πρώτα σκέψου αν έχεις την εξυπνάδα της Λαξμής». «Και ποια είναι η Λαξμή;», ρώτησε η Πραββαβατή. «Άκου, λοιπόν, την ιστορία της», της αποκρίθηκε ο Σούκας. «Κάποτε ο Μαχάνας, ένας έμπορος, ερωτεύθηκε τη γυναίκα ενός άλλου εμπόρου, την Λαξμή. Για να καταφέρει την Λαξμή, ο Μαχάνας της έστειλε μια πανούργα μαυλίστρα, την Πουρνά την Μασοπαβασινή. Η Λαξμή ήταν πιστή στον άντρα της και στην αρχή απέρριπτε τις εκκλήσεις της Μασοπαβασινής. Πες-πες όμως κάμφθηκαν οι αντιστάσεις της και δέχθηκε να συναντήσει τον Μαχάνα. Για κάποιον ωστόσο λόγο, ο Μαχάνας δεν μπόρεσε να έρθει. Τότε η οιστρηλατημένη Λαξμή πρόσταξε τη μαστροπό να της φέρει όποιον άντρα βρει. Εκείνη κατά λάθος της έφερε τον δικό της. Μόλις τον αντίκρισε η Λαξμή προσποιήθηκε τη χολωμένη και τον κατσάδιασε στα γερά: »Παλιάνθρωπε, μου ’λεγες πως μ’ αγαπάς και δεν σ’ αρέσει καμιά άλλη. Τώρα πια σε ξέρουμε». Κι αυτός την καθησύχασε και γύρισαν σπίτι».

Σαν ο Σούκας τελείωσε την διήγησή του, η Πραββαβατή ήταν κουρασμένη και αποκοιμήθηκε. Έτσι κάθε νύχτα, μέχρι την επιστροφή του Μαδάνα, ο παπαγάλος της έλεγε κι από μια ιστορία. Της είπε για την ανδρομανή Ραμββικά, που πίστευε πως όποιον δεν στέργει τη γυναίκα που λιώνει από έρωτα κι έρχεται, επειδή το θέλει, τον αφανίζει ο αναστεναγμός της και τον στέλνει στα Τάρταρα, για τον Μουλαδέβα, τον άτυχο θνητό που οι δαίμονες Καράλας και Ουτάλας όρισαν κριτή για την ομορφιά των γυναικών τους κι εκείνος ανακήρυξε ομορφότερη στον κόσμο αυτή που αρέσει στον άντρα της, για τον γιο του Σάνδρα που ο πατέρας του τον έστειλε σε μια πορνοβοσκό για μάθει τις ραδιουργίες και τις παγίδες των εταιρών (τους ψευδείς όρκους, τους πλαστούς λόγους, τον πλαστό ακκισμό, τα πλαστά δάκρια, τον πλαστό γέλωτα, την πλαστή λύπη και χαρά, το επίπλαστο φίλτρο), μα που κι αυτόν τον ξεγέλασε πόρνη, της είπε για τον αήττητο στην ερωτική αντοχή Βισνουσαρμάν, για την στρίγγλα Καραγαρά, για τον Σουβουδή και τον Κουβουδή, για την αφοσιωμένη Σαντικά, για τον Δαρμαβουδή και τον Δουστουραβή, για τις γυναίκες του Κουχάνα…

Οι Ιστορίες του Παπαγάλου ή η Νυκτερινές Μυθολογίες του Ψιττακού, όπως απέδωσε τον τίτλο του έργου ο πρώτος μεταφραστής του στα ελληνικά και γενικότερα σε ευρωπαϊκή γλώσσα Δημήτριος Γαλανός, είναι μια σειρά ευτράπελων διηγημάτων γραμμένων στα σανσκριτικά. Το βιβλίο μοιάζει με εγκόλπιο γυναικείων ερωτικών τεχνασμάτων και δολοπλοκιών. Ένα επιδερμικό άρτυμα ηθικοπλαστικών γνωμικών δεν καταφέρνει να καλύψει τον σκαμπρόζικο χαρακτήρα του.

Στον μεσαίωνα τα ινδικά διηγήματα αγαπήθηκαν και διαδόθηκαν πολύ. Ενσωματώθηκαν στις Χίλιες και μια νύχτες», πλανόδιοι παραμυθάδες τα αφηγούνταν σ’ όλη την ανατολή, έφτασαν μέχρι και το Βυζάντιο. Εκεί ο Συμεών Σηθ, ιατρός, μάγιστρος και πρωτοσπαθάριος εξ Αντιοχείας, στις μέρες του Ανδρονίκου και του Μιχαήλ Δούκα, εξελλήνισε, υπό την ονομασία Στεφανίτης και Ιχνηλάτης, από τα αραβικά, μια άλλη περίφημη συλλογή ινδικών μύθων, την Χιτοπαδάσσα. Φαίνεται πως οι ιστορίες του Στεφανίτη και Ιχνηλάτη υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλείς στους Βυζαντινούς.

Ολίγα τινά και εγκυκλοπαιδικά τώρα περί Δημητρίου Γαλανού. Ο Γαλανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1760. Σπούδασε στο Μεσολόγγι και την Πάτμο πλάι σε ονομαστούς δασκάλους του υπόδουλου ελληνισμού. Τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη και του πρότειναν να γίνει ιερωμένος. Αλλά η δίψα του Γαλανού για μάθηση ήταν αστείρευτη. «Οι δε σοφοί των Ινδών», γράφει σε επιστολή του, «λέγουσιν, ότι ο φρόνιμος άνθρωπος αφίησι και οικίαν και περουσίαν και φίλους και ξενιτεύει και κακοπαθεί δια ζήτησιν και εύρεσιν μαθήσεως». Προτίμησε να φύγει για την Ινδία, όπου μελέτησε τη Σανσκριτική και άλλες ανατολικές γλώσσες. Αφού απέκτησε αξιόλογη περιουσία, αποσύρθηκε στο Μπεναρές, την ιερή πόλη των Ινδών, ντύθηκε τη στολή των βραχμάνων και αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη θεωρία. Μετέγραψε στα ελληνικά ολόκληρη σειρά έργων της σανσκριτικής γραμματείας, τα οποία εκδόθηκαν, λίγο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, χάρη στις φροντίδες ενός άλλου φωτισμένου λόγιου, του Γεωργίου Τυπάλδου.

Φαίνεται όμως η δράση του μυθοπλάστη παπαγάλου δεν σταμάτησε και πως έκανε για μιαν ακόμη φορά την εμφάνισή του στα γράμματά μας. Πρόσφατα, άνοιξα τυχαία, στο γραφείο ενός φίλου, τον Αλέξη Ζορμπά, που είχα να τον διαβάσω από την εφηβεία. Έπεσα στο κομμάτι, όπου ο Ζορμπάς εξιστορεί τις συμβουλές που του έδωσε ένας χότζας στη Σαλονίκη. Παραθέτω όλο το χωρίο: «Ο χότζας ήρθε και με βρήκε. — Μωρέ ρωμιόπουλο, μου κάνει, έλα μαζί μου!» —«Δεν έρχουμαι, του λέω, πού θα με πας;» —«Μια χανούμη, μωρέ ρωμιόπουλο, σαν τα κρύα νερά, σε περιμένει στον οντά της, έλα!» Μα εγώ ήξερα πως σκότωναν τους χριστιανούς στους τουρκομαχαλάδες τη νύχτα. —«Όχι, δεν έρχουμαι!» του κάνω. —«Και δεν φοβάσαι το Θεό, γκιαούρη;» —«Γιατί να τον φοβηθώ;» —«Γιατί, μωρές ρωμιόπουλο, όποιος μπορεί να σμίξει με μια γυναίκα και δε σμίγει, κάνει μεγάλο κρίμα. Να σε φωνάξει, μωρέ, μια γυναίκα στο στρώμα της και να μην πας, χάθηκε η ψυχή σου. Η γυναίκα αυτή θ’ αναστενάξει στη μεγάλη κρίση του Θεού κι ο στεναγμός αυτής της γυναίκας, θα σε γκρεμίσει, όποιος και νάσαι, όσα καλά κι αν έχεις καμωμένα, στην Κόλαση!»

Έ, λοιπόν, ναι: Χωρίς αμφιβολία, ο Καζαντζάκης έχει παραφράσει τα λόγια της Ραμββικάς, απ’ τις Ιστορίες του Παπαγάλου και τις έχει βάλει στο στόμα του προξενητή-χότζα του. Μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο πως ο βιβλιοφάγος Καζαντζάκης γνώριζε το συγκεκριμένο έργο, είτε στη μετάφραση του Γαλανού, είτε σε κάποια άλλη σε σύγχρονη ευρωπαϊκή γλώσσα. Άλλωστε, το μνημονεύει κι ο ίδιος στο κεφάλαιο για την ινδική φιλολογία, που συνέγραψε για το ευρύτερο λήμμα Ινδία ή Ινδίαι του εγκυκλοπαιδικού λεξικού του Ελευθερουδάκη: «Περιφανής υπήρξεν η τέχνη των Ινδών εις την διασκευήν μύθων· αι ονομαστότεραι συλλογαί μύθων είνε η Πανσατάντρα και η Χιτοπαδέσα». Παρεμπιπτόντως, το εκτενές μέρος του ίδιου λήμματος, που συνέταξε ο Καζαντζάκης, δείχνει όχι μόνον πόσο ο συγγραφέας του Ζορμπά ενδιαφερόταν για τον κόσμο και τη σκέψη της Ινδίας –αυτό το ξέρουμε κι από αλλού– αλλά και πόσο καλά είχε διαβάσει τα θεμελιώδη έργα της ινδικής γραμματείας.

Φυσικά, για να επανέλθουμε στον Αλέξη Ζορμπά, κανένας χότζας δεν θα έδινε τέτοιες συμβουλές. Ο Καζαντζάκης, εν τούτοις, βάζει στο στόμα ενός ιεροδιδασκάλου αυτά τα λόγια, αποκυήματα ενός επικουρικού πνεύματος, για να τονίζει εκείνη την αντιστροφή της συμβατικής θρησκευτικής ηθικής που εκφράζουν παρόμοιες ηδονιστικές θεωρήσεις. Μιλάω για την ηθική που συναντούμε, φέρ’ ειπείν, στις βιβλικές Παροιμίες, όπου αφθονούν οι παραινέσεις προφύλαξης από την «ξελογιάστρα» μοιχαλίδα, που παρασύρει το άρρεν σαν «βουν επί σφαγήν». Πολύ παραστατικά ζωγραφίζεται εκεί η γυναίκα αυτού του τύπου και τα τεχνάσματά της: «Ποθούσα το σον πρόσωπον εύρηκά σε… ελθέ και απολαύσωμεν φιλίας έως όρθρου, δεύρο και εγκυλισθώνεν έρωτι· ου γαρ πάρεστιν ο ανήρ μου εν οίκω, πορεύεται δε οδόν μακράν». Πρόκειται, βέβαια, για το γνωστό θέμα του πειρασμού και της υπερνίκησής του, που ο Ερίκ Ρομέρ θα το διαπραγματευτεί, σε σύγχρονη εκδοχή του, στη Νύχτα με τη Μώντ. Σύμφωνα, όμως με την ηθική του χότζα του Καζαντζάκη, αμαρτία δεν είναι να ενδώσεις στον πειρασμό αλλά να μην ενδώσεις. Να μια άλλη πτυχή της κατά Νίτσε –δασκάλου του Καζαντζάκη– «μεταξίωσης των αξιών»!

Σκέφτομαι πως μια τέτοια μεταξίωση εισηγείται κι ο Σικελιανός, όταν προτάσσει στα «σεξουαλικά του ποιήματα», όπως τα λέει ο ίδιος, τη φράση από τον συροσιναϊτικό κώδικα, «το γαρ πνεύμα ζωοποιεί την σάρκα. Και πώς υμείς λέγετε, ότι η σαρξ ουδέν ωφελεί;», που αντιστρέφει το νόημα της ευαγγελικής ρήσης, «το πνεύμα ζωοποιεί την σάρκα· η σαρξ ουδέν ωφελεί». Βέβαια, σήμερα αυτές οι αντιστροφές σε ζητήματα ερωτικής ηθικής έχουν κάπως ξεθωριάσει, έχουν χάσει την επαναστατικότητά τους….

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

 

Ο πίθος των Δανα·ί·δων

Σχετική εικόνα

~ . ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Τείνουμε να συνδέουμε όλες τις ασθένειες σήμερα με ψυχολογικά ή συναισθηματικά αίτια. Πρόκειται για μια πεποίθηση λίγο καταχρηστική, αφού είναι αναπόδεικτη, που δεν απέχει πολύ από την πίστη μας στα άστρα. Φορώντας το περισπούδαστο ύφος του ειδικού γνωμοδοτούμε επί πασών των περιπτώσεων χωρίς να θέτουμε υπό έλεγχο την ακρίβεια των λόγων μας. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι η ερμηνευτική μας είναι καίρια και αδιάβλητη διότι έχει κριθεί μέσα στην διακεκαυμένη ζώνη της προσωπικής μας εμπειρίας. Αυτό την χαλυβδώνει.

Ακόμα και στα νοσοκομεία η πρώτη ερώτηση που θέτουν οι γιατροί στον νεοεισαχθέντα ασθενή ανεξαρτήτως πάθησης, είναι αν έχει άγχος. Βέβαια η ερώτηση γίνεται με την ελαφρότητα και την υστεροβουλία του ρητορικού ερωτήματος. Υπάρχει άνθρωπος χωρίς άγχη, ειδικά σε εποχές μέγιστης ανασφάλειας όπως η δική μας; Αλλά ο εφημερεύων γιατρός δεν είναι αναγκασμένος να γνωρίζει ψυχολογία του βάθους για να κουράρει τον ασθενή και επιπλέον δεν έχει χρόνο για μια τέτοια προσέγγιση. Ο ασθενής πρέπει να ανακουφισθεί πάραυτα. Επομένως, παρά την γενική βεβαιότητά μας ότι η αρρώστια έχει ψυχολογικές ρίζες, αποφεύγουμε να επιτεθούμε σε αυτές, αγνοούμε τις βαθιές αιτίες και περιορίζουμε την θεραπεία γύρω από τα συμπτώματα.

Η ίδια η ζωή κάποτε ακυρώνει τις βεβαιότητές μας, ανατρέπει τις εδραιωμένες αντιλήψεις, καταρρίπτει τις δεισιδαιμονίες μας. Αν υπήρχε συγκεκριμένος και αποτελεσματικός τρόπος καταπολέμησης της ασθένειας εν γένει, αυτή θα είχε εξαλειφθεί παντελώς από προσώπου γης (τότε θα δημιουργούνταν άλλα προβλήματα φιλοσοφικής, υπαρξιακής και… χωροταξικής φύσεως βέβαια). Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι στιγμής και η συνομωσιολογία ενάντια στις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρίες φουντώνει. Αναγκαστικά το άτομο καταφεύγει ακόμη σε γιατροσόφια και μαγγανείες ιδιωτικής χρήσης.

Όλοι λίγο πολύ έχουμε σχεδιάσει ένα ιδιότυπο προσωπικό στρατήγημα που υποτίθεται διαφυλάττει την υγεία μας και περισώζει την ακεραιότητά μας. Έτσι κάποιος γίνεται vegeterian, άλλος γυμνάζεται φρενιτιωδώς, τρίτος αποφεύγει τα λιπαρά και έτερος κόβει το τσιγάρο. Η κοινή λογική δεν αντιστρατεύεται σε αυτές τις επιλογές που κατά το μάλλον ή ήττον σημειώνουν ένα κάποιο αποτέλεσμα. Αλλά η προσωπική μας οχύρωση δεν περιορίζεται σε αυτά. Θα ήταν πλημμελής άλλωστε. Έτσι δεν χάνουμε ευκαιρία να εναποθέτουμε την μέριμνα για την υγεία μας σε μεταφυσικούς παράγοντες, μετερχόμενοι τάματα, προσευχές ή διαλογισμό. Αυτά αποτελούν αναμφιβόλως το πιο σύνηθες έξτρα, βοηθητικό εργαλείο (πέρα από τα φάρμακα δηλαδή και την συμβατική θεραπεία) για την καταπολέμηση των ασθενειών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Ακόμα και στην τόσο αναπτυγμένη τεχνολογικά εποχή μας με τα τεράστια άλματα της ιατρικής επιστήμης γινόμαστε συχνότατα άθυρμα του φόβου μας και της ανημπόριας μας απέναντι στην αρρώστια.

Θα ήθελα να θίξω μια άλλη παράμετρο όμως και να προστεθεί και αυτή στην λίστα των χρήσιμων προλήψεων που αφορούν την υγεία του σώματος. Όπως είπαμε, αποτελεί κοινό τόπο η πεποίθηση ότι οι περισσότερες ασθένειες εκπορεύονται από ψυχολογικές και συναισθηματικές δυσλειτουργίες. Από παρεμπόδιση της ελεύθερης διέλευσης του chi ή από κλειστά chakras, θα λέγανε σε άλλες κουλτούρες. Καλώς. Γιατί όμως δεν λαμβάνουμε ποτέ υπ’ όψιν τον πνευματικό παράγοντα στην δημιουργία, σχηματισμό και κατίσχυση μιας νόσου; Γιατί δεν εστιάζουμε σε διανοητικές δυσλειτουργίες, ιδεολογικές κακοήθειες και πνευματικά προσκόμματα; Γιατί όχι σε ιδεοληπτικούς επαμφοτερισμούς, σε επιφανειακούς συλλογισμούς, σε ετεροκαθορισμένους τρόπους σκέψης;

Να διευκρινίσουμε εδώ ότι δεν πρεσβεύουμε κάποιο είδος ευγονικής του πνεύματος. Ίσα ίσα είναι ηλίου φαεινότερον ότι, συχνότατα, όσο πιο έξυπνος και μορφωμένος είναι κάποιος, τόσο πιο πολύ ταλανίζεται από προβλήματα σωματικά, συναισθηματικά, ψυχολογικά. Η ευφυΐα εξανεμίζεται μπροστά σε τέτοιου είδους σκοτούρες και βλέπουμε τους πιο έξυπνους ανθρώπους, ενώ βρίσκονται σε δύσκολες καταστάσεις, να συμπεριφέρονται απόλυτα βλακωδώς. Συνεπώς ποιος είναι αυτός ο υγιής τρόπος σκέψης που θα μπορούσε να δράσει ως καταλύτης και να επιφέρει μια κάποια ισορροπία στην ρευστότητα του ανθρώπινου ψυχοσυναισθηματικού δυναμικού;

Αν το υγιώς σκέπτεσθαι έχει να κάνει με το κομμάτι της εφαρμοσμένης ή μη φιλοσοφίας πάλι διανοίγονται κενά στον συλλογισμό. Με αυτή τη συνθήκη θα έπρεπε όλοι οι επαγγελματίες φιλόσοφοι να διάγουν βίο υγιή, ευτυχισμένο και μακρύ – πράγμα που καμία στατιστική έρευνα δεν επιβεβαιώνει. Ως αναγνώστες εντρυφώντας σε φιλοσοφικές μελέτες αντλούμε κάποιες φορές ευχαρίστηση ή κατανοούμε πράγματα για τον κόσμο και τον εαυτό μας, αλλά σίγουρα δεν είμαστε σε θέση να επιμηκύνουμε το προσδόκιμο ζωής μας. Η φιλοσοφία όμως που κατατρίβεται με την λογική, την ηθική, την μεταφυσική, την αισθητική, την οντολογία, την γνωσιολογία, την επαγωγική σκέψη, την παρατήρηση, την ανάλυση, την διαλεκτική, την ερμηνεία της πραγματικότητας, την διείσδυση στα άδυτα της γλώσσας, μας δίνει μέσα από τα αντικείμενα του ενδιαφέροντός της ένα λαμπρό παράδειγμα: είναι ένας τρόπος του οράν. Η φιλοσοφική σκέψη γίνεται ένα βήμα που βγάζει τον στοχαστή λίγο έξω από τον κόσμο και του επιτρέπει την ψύχραιμη και αδιατάρακτη θέαση.

Είναι δύσκολο να σταθεί κανείς έξω από το συναίσθημά του. Να δει τον εαυτό του απογυμνωμένο, αδέσμευτο, ελαφρύ και ελεύθερο από τα πάθη και τους φόβους του. Το αποπειρώνται όσοι κάνουν γιόγκα χωρίς, εντούτοις, να επιτυγχάνουν πάντα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Για τον κανονικό, καθημερινό άνθρωπο το συναίσθημα δεν μπορεί να ελεγχθεί, να μπει σε καλούπια. Και αυτό είναι φυσικό. Ο σημερινός άνθρωπος άγεται και φέρεται από το θυμικό του. Σε αυτό δεν διαφέρουμε πολύ από τον ομηρικό πρόγονό μας που κάνει τα πάντα, σύμφωνα με τον Κωστή Παπαγιώργη, υπό το κράτος μιας λυσσαλέας οργής. Τω όντι αν εξετάσει κανείς σύγχρονες συμπεριφορές, μένει εμβρόντητος από την ένταση του συναισθήματος, από την πανταχού παρούσα λαχτάρα για κορεσμό όλων των επιθυμιών, από την έλλειψη χαλιναγώγησης του πάθους (“οι καλύτεροι δίχως πεποίθηση καμιά / ενώ οι χειρότεροι ωθούνται από την ένταση του πάθους” όπως γράφει ο Γέητς). Μόνο που το πάθος στην εποχή της μετανεωτερικότητας δεν διαθέτει την αχλύ του ρομαντισμού. Είναι ένα πάθος ξεθωριασμένο, προσανατολισμένο κυρίως σε φτηνές και μικρές ηδονές. Συν τοις άλλοις δεν πρέπει να ξεχνάμε και κάτι οξύμωρο: ενώ κατηγορούμε την εποχή μας για σαχλή αισθηματολογία, βλέπουμε ότι βασικό χαρακτηριστικό της αποτελεί επίσης η έλλειψη γνήσιου συναισθήματος, η αυτοματοποίηση, ο κυνισμός, η αδιαφορία, η ψυχρότητα.

Η συναισθηματική πλημμυρίδα δείχνει καμιά φορά εγωτική εστίαση. Το να νιώθεις σημαίνει να λαμβάνεις σοβαρά υπ’ όψιν τον εαυτό σου. Είσαι χωμένος μέσα στον εαυτό σου, χωρίς καμία δυνατότητα αποστασιοποίησης, χωρίς προοπτικές επισκόπησης, έρμαιο των περιστάσεων και της συγκυριακής και ανεξέλεγκτης τροχιάς του συναισθήματος.

Η προτροπή προς τον σύγχρονο άνθρωπο να δει από κάποια απόσταση των εαυτό του και να ελέγξει έστω και λίγο τα πάθη του, τις επιθυμίες, τους φόβους, τα συναισθήματά του, μπορεί να εγείρει –φευ– ακόμα και γενική κατακραυγή. Ο άνθρωπος –παρά την γκρίνια, την μιζέρια, τις νευρώσεις– είναι καλά βολεμένος μέσα στην κατασκευασμένη εικόνα του εαυτού του. Αντιμετωπίζει μάλιστα τα προβλήματα που προκύπτουν από τα ψυχολογικά και συναισθηματικά κενά του με τρόπους ευτελείς και με πρόσκαιρες λύσεις. Καταφεύγει στον καταναλωτισμό, δραπετεύει με την βοήθεια του ίντερνετ και της τεχνολογίας, ρίχνεται στις ανέσεις, αποβλακώνεται στην τηλεόραση. Διαχειρίζεται της ανασφάλειές του, τα συναισθηματικά του άχθη και τις ανολοκλήρωτες επιθυμίες του με τρόπο πληθωριστικό. Με άλλα λόγια συλλέγει όσα περισσότερα μπορεί και, σαν την μέλισσα που πετά από λουλούδι σε λουλούδι, προσπαθεί να καταπραΰνει την ατέρμονη δίψα του, αναζητώντας λύτρωση μέσα στην πληθώρα των εμπειριών και την συσσώρευση ερεθισμάτων. Αυτός ο τύπος διαχείρισης θυμίζει τραγικά τον αρχετυπικό μύθο των Δαναΐδων που ήταν καταδικασμένες να γεμίζουν αιωνίως ένα τρύπιο πιθάρι με νερό.

Όπως στεκόμαστε με δέος και αμηχανία απέναντι στην επιθυμία, έτσι κάνουμε και όσον αφορά τον πόνο και τον φόβο. Αδυνατούμε να τα διαχειριστούμε. Ο Κικέρων εξισώνει πόνο, φόβο, επιθυμία και ηδονή. Για κείνον και τα τέσσερα είναι το ίδιο πράγμα. Στις περίφημες Τουσκουλανές Διατριβές του εξηγεί με πολύ εναργή τρόπο ότι φόβος είναι η ανησυχία για έναν μελλοντικό πόνο και επιθυμία η προσμονή για μια μελλοντική ηδονή. Όσον αφορά δε την ίδια την φύση του πόνου και της ηδονής ο φιλόσοφος δεν κρύβει την περιφρόνησή του απέναντί της. Το χείριστο για τον φιλόσοφο είναι η ατίμωση και η έλλειψη συνέπειας στην ζωή του, η προδοσία των φιλοσοφικών του θέσεων. Το βέλτιστο είναι η επίτευξη της αρετής. Αυτή οδηγεί σε αληθινή ευδαιμονία και φέρνει τον βίο σε κατάσταση νηνεμίας. Στο πλαίσιο αυτής της γαλήνης που προσδίδει στον άνθρωπο λυσιτελή οξυδέρκεια, όσα θεωρούμε δεινά για τη ζωή και τη συνέχισή της, ξεθωριάζουν σταδιακά, χάνουν το νόημά τους και εξαφανίζονται.

Η συλλογιστική φαίνεται παράταιρη, ακατανόητη, ασυνάρτητη για τα σύγχρονα, μηδενιστικά ώτα μας. Όλα αυτά μοιάζουν με κούφιες ηθικολογίες. Πως μπορεί να συνυπάρξουν οι λησμονημένες αξίες, το παρωχημένο λεξιλόγιο της αρχαίας φιλοσοφίας με τις σύγχρονες τάσεις και απαιτήσεις της ζωής; “Φρόνηση”, “καλόν καγαθόν”, “αρετή”, “εγκράτεια” είναι έννοιες που έχουν μπαγιατέψει, τις αντιμετωπίζουμε κοροϊδευτικά ή με ειρωνική διάθεση. Είναι λογικό μέσα στον κυκεώνα της μετανεωτερικότητας να έχει επισυμβεί κάτι τέτοιο. Αλλά είναι ίσως και θεμιτό να επιχειρήσουμε μια επανιεράρχηση των αξιών και των προτεραιοτήτων μας, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όχι μόνο το ηθικό τους περιεχόμενο, αλλά αντιμετωπίζοντάς τες σαν μέσο υγείας, αρμονίας και ψυχοσωματικής ισορροπίας για το σύνολο του πληθυσμού και τον καθένα μας προσωπικά.

Οι περισσότεροι είμαστε ετερόφωτα όντα. Παίρνουμε λάμψη από ξένες ιδέες. Αναμηρυκάζουμε απόψεις της κυρίαρχης ιδεολογίας και προσεταιριζόμαστε τον τρόπο σκέψης των άλλων. Το μυαλό μας θολώνει κάποιες φορές από τις αλλότριες επιρροές, ενώ ο μιμητισμός μας χτυπάει κόκκινο. Το να μη σκέφτεται κανείς καθαρά μπορεί και να οφείλεται σε έμφυτη ευήθεια ή –τις περισσότερες φορές– σε πνευματική νωθρότητα, σε έλλειψη εγρήγορσης, σε διανοητικό βόλεμα, σε ελλιπή καλλιέργεια, σε σαθρή παιδεία. Μια τέτοια συνθήκη ενίοτε εξανδραποδίζει το άτομο, το υποδουλώνει σε εξωγενείς δυνάμεις, το καθιστά πιόνι προπαγάνδας, αφιονισμένο ανδρείκελο, ανυπεράσπιστη μαριονέτα απέναντι στις σειρήνες της διαφήμισης, υπάκουο καταναλωτή στις επιταγές της μόδας και οπαδό του φαύλου και επίβουλου πολιτικού λόγου. Το καθηλώνει σε άγονες πνευματικές εκτάσεις όπου κυριαρχεί το τετριμμένο, η ποταπή αισθητική, η πενιχρή ιδεολογία, η απουσία οράματος.

Τι αντίκτυπο έχει κάτι τέτοιο στην εξισορρόπηση της υγείας; Δεν είμαι σε θέση να ορίσω! Αλλά δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι όλα αυτά προκαλούν από οξύτατους πονοκεφάλους μέχρι δυσεντερίες, στομαχικά έλκη και ένα σωρό ακόμα χειρότερα. Γιατί; Μα λόγω τεράστιας, ανυπολόγιστης και γενικευμένης διαταραχής. Υπό το κράτος όλης αυτής της δυσαρμονίας το άτομο υποκύπτει σε συμπεριφορές που αποκλίνουν από έναν υψηλόφρονα τρόπο ζωής και έρπει σε χθαμαλές περιοχές του κοινωνικού και προσωπικού βίου. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε χίλιους δυο τομείς της καθημερινότητας: από τις ενδυματολογικές του επιλογές, μέχρι τον τρόπο σίτισης, μετακίνησης, εργασίας, διασκέδασης, το ύφος του συνδιαλέγεσθαι, του ερωτεύεσθαι, του συνυπάρχειν, από την κοινωνική δραστηριότητα μέχρι τις πολιτικές επιλογές, την οικολογική συνείδηση και την συλλογική ευθύνη κ.ο.κ. Έτσι κάποιος μπορεί να αρρωσταίνει επειδή υπήρξε δογματικός αριστερός, άλλος γιατί ψήφιζε όλη του τη ζωή ΠΑΣΟΚ και άλλος γιατί είναι κομπλεξικός νεοφιλελές. Για τους χρυσαυγίτες δεν χρειάζεται να τονίσουμε ότι αποτελούν εξαιρετικά επικίνδυνη, ιογενή, παθολογική περίπτωση. Ιδεολογικές αγκυλώσεις, παρωπίδες, δογματισμός, μονοθεματική σκέψη, φανατισμός, υποκρισία, έξη στο ψέμα, αδυναμία κριτικής σκέψης, διανοητική απίσχνανση δεν δημιουργούν τους καλύτερους οιωνούς για τη διατήρηση της σωματικής υγείας.

Στοιχειώδης πνευματική συγκρότηση από όλους μας δεν θα επέτρεπε να γιγαντωθούν στοιχεία πολιτισμικής παρακμής και ανέχειας που ταλανίζουν τον σύγχρονο κοινωνικό βίο. Με άλλα λόγια η ηγεμονία της κυρίαρχης ιδεολογίας η οποία παράγει την δική της τηλεόραση, την δική της μουσική, τη δική της λογοτεχνία, την δική της κουλτούρα, εφόσον μας αρρωσταίνει σε συμβολικό επίπεδο ως κοινωνικό σύνολο, ενδέχεται να δημιουργεί και μια στρατιά ασθενών που κανείς γιατρός, χειροπρακτικός, μέντιουμ, αστρολόγος ή μάγος, δεν μπορεί να θεραπεύσει.

Πως αντιμετωπίζεται το ζήτημα; Είναι σημαντικό για έναν άνθρωπο να διαθέτει αυτοσυνειδησία. Να έχει εξαντλήσει όσο το δυνατόν περισσότερο το ηρακλείτειο “εδιζησάμην εμεωυτόν”. Ο εαυτός περιλαμβάνει σώμα, πνεύμα, συναίσθημα, ψυχή, ως μια ολότητα. Συνεπώς αυτός που επιχειρεί να κάνει το ταξίδι αναζητώντας τα όρια του εαυτού του, έχει να διανύσει πολύ δρόμο.

Ποιος σκέπτεται χωρίς στεγανά; Ποιος πάει κόντρα στο ρεύμα υιοθετώντας την άποψη που ενοχλεί, σοκάρει, προκαλεί αντιδράσεις; Αυτός ίσως δικαιωθεί και ίσως μπορέσει να θωρακίσει ικανοποιητικά τον εαυτό του απέναντι στους κινδύνους που ελλοχεύουν πίσω από μια αχρεία πνευματική κατάσταση. Όταν ο Σάντε Πολλάστρι ερωτήθηκε από την αστυνομία αν έχει αναρχικές ιδέες, απάντησε: “έχω τις δικιές μου ιδέες”. Πόσοι από εμάς μπορούν να καυχηθούν για τέτοια πνευματική ιδιοφωνία;

Αλλά ας μη ζητάμε το απόλυτο. Η σκέψη δύναται να αποτελέσει παράδειγμα αυτοελέγχου. Το πρώτο ζητούμενο για ένα σκεπτόμενο ον είναι η αποφυγή των ετεροκαθορισμών και το προσεκτικό φιλτράρισμα των επιρροών. Καλό είναι να μάθει να σκέφτεται κανείς με διαύγεια, θάρρος και ελευθερία. Αν και ζούμε σε μια ορθολογιστική υποτίθεται περίοδο, έχουμε γίνει, πλείστες όσες φορές, μάρτυρες της κατάρρευσης της λογικής. Το να καλύπτουμε τα ψυχικά κενά μας με την απόκτηση υλικών αγαθών, gadget, κινητών, λογιών λογιών αντικειμένων, συντελεί στην ανατροφοδότηση της συλλογικής μας νεύρωσης με άχρηστα μπιχλιμπίδια. Αν σκεφτούμε με νουνέχεια γιατί υπάρχει αυτό το “κενό” και από που προκύπτουν αυτές οι επείγουσες συναισθηματικές ανάγκες που δεν μπορούμε να καλύψουμε με τίποτα, ίσως φτάσουμε σε γόνιμα συμπεράσματα.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ