Τί γύρευε ὁ Ὅμηρος στὴν κοιλιὰ τῆς μούμιας;

*

τοῦ ΠΑΝΤΑΖΗ Α. ΣΑΡΑΦΗ

~.~

Ἡ μᾶλλον πλειοψηφικὴ ἐκείνη πλευρὰ τῶν ἀρχαιογνωστικῶν ἐπιστημῶν ποὺ ἐναρμονίζεται μὲ τὸ στείρα θετικιστικό, τεχνοκρατικῶς σοβαρό, πνεῦμα τῆς ἐποχῆς (τὸ ὁποῖο, ἐνόσῳ αὐτὲς τὸ ἐναγκαλίζονται, εἶναι θέμα χρόνου νὰ τὶς ἀποτελειώσει) βιάζεται ν’ ἀποφανθεῖ ὅτι ἡ σχετικὰ εὔλογη εἰκασία περὶ ἑνὸς κάποιου φιλόμηρου φιλαναγνώστη γιὰ τὴν περίπτωση τοῦ ταριχευμένου τῆς Ὀξυρρύγχου εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ ἰσχύει, θεωρῶντας την ἀκόμα καὶ καταγέλαστη ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ «οἱ στίχοι προέρχονται ἀπὸ τὴν πιὸ βαρετὴ ραψωδία ποὺ ἔχει γραφτεῖ ποτέ».

Ἔχει ἤδη βγεῖ ἄτυπα τὸ συμπέρασμα, διατυμπανιζόμενο μάλιστα μέσῳ δημοφιλῶν διαύλων pop-ἐκλαϊκευμένης ἀρχαιολογίας τοῦ ἑλληνικοῦ διαδικτύου, ὅτι τὸ εὕρημα ἦταν ἁπλῶς ἕνα «παλιόχαρτο» χωρὶς καμμία ἀπολύτως συμβολικὴ σημασία γιὰ τὸν νεκρὸ καὶ τὴν ὅλη διαδικασία τῆς ταφῆς, ὅτι ἡ μόνη χρησιμότητά του ἦταν νὰ λειτουργήσει ὡς ἕνα πρόχειρο ὑλικὸ γιὰ νὰ γεμίσει τὴν κοιλιακὴ χώρα ὥστε αὐτὴ νὰ διατηρήσει τὸ σχῆμα της. Ἀποκλείεται νὰ ἰσχύει αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία; Ὄχι ἀπαραίτητα, διότι ξέρουμε ἀπὸ ἄλλες περιπτώσεις ὅτι πράγματι συνέβαινε καὶ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μερίδιό της σὲ μιὰ πειστικὴ ἀπάντηση δὲν μπορεῖ σὲ καμμία περίπτωση ν’ ἀποκλείει ἄλλες ἑρμηνευτικὲς δυνατότητες ποὺ διανοίγονται, δὲν μπορεῖ νὰ κλείνει γρήγορα καὶ βολικὰ τὸ θέμα ἐκεῖ ὅπου φαίνεται νὰ ὑποκρύπτεται ἕνα κάποιο βάθος ποὺ ἐνδεχομένως νὰ κάνει τὸ ὅλο ζήτημα ἀξιερώτητο καὶ ἀξιερεύνητο.

Πάντως τὸ ποιά ἦταν ἀκριβῶς ἡ σκοπιμότητα τῆς τοποθέτησης τοῦ ἰλιαδικοῦ παπύρου ἐντὸς τῆς κοιλιακῆς χώρας τῆς μούμιας μᾶλλον δὲν θὰ τὸ μάθουμε ποτέ, ἐκτὸς ἂν ἐξασφαλίσουμε μιὰ ἐπιτυχημένη νεκρομαντικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ταριχευμένο τῆς Ὀξυρρύγχου. Ὅπως κὶ ἂν ἔχει τὸ πρᾶγμα, τὸ εὕρημα ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητα νὰ εἶναι τὸ μοναδικὸ ἑλληνόγλωσσο παπύρινο κείμενο ποὺ χωρὶς νὰ εἶναι «μαγικό/τελετουργικό», ὅπως ἄλλα καθὼς συνηθιζόταν, ἀλλὰ ἁπλῶς «λογοτεχνικό», ἔχει χρησιμοποιηθεῖ ἐσωτερικὰ στὴν διαδικασία τῆς ταρίχευσης, κατὰ πῶς τόνισε ἡ ἱσπανοαιγυπτιακὴ ἀρχαιολογικὴ ὁμάδα – ὡς ἐκ τούτου, ἀπὸ τὰ μέχρι τώρα δεδομένα μας γενικῶς γύρω ἀπὸ τὶς ταφικὲς πρακτικές, ἡ χρησιμοποίηση παπύρου γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ περιτύλιξη μιᾶς ταριχευμένης σοροῦ, ὅπως εἶναι ἡ περίπτωση παπύρου ποὺ μᾶς διέσωσε σημαντικὸ τμῆμα τῶν Σικυωνίων τοῦ Μενάνδρου, δὲν κρίνεται ἰσοσθενῶς ἔμφορτη ἱερῶν συμβολισμῶν ὅσο ἡ ἀπόθεση παπύρου στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ νεκροῦ.

Ἀντὶ λοιπὸν νὰ βρεθεῖ ἕνα μαγικο-τελετουργικὸ κείμενο στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ταριχευμένου νεκροῦ ἄνδρα, ὅπως καὶ θὰ ἦταν ἀρχαιολογικὰ τὸ ἀναμενόμενο, βρέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἕνα λογοτεχνικό. Τί ἔχει συμβεῖ λοιπὸν ἐδῶ; Χρησιμοποιήθηκε ἁπλῶς ὡς ἀνακυκλώσιμο παπύρινο ὑλικὸ γιὰ τεχνικοὺς λόγους πλήρωσης τῆς κοιλιακῆς χώρας; Δηλαδὴ ἀπουσιάζει ἀκόμη καὶ ὁ παραμικρὸς συμβολισμός, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ ἴδιο ἀνασκαφὲν περιβάλλον εἶναι ἀναντίρρητα παρόντες ἱεροὶ συμβολισμοὶ ποὺ στόχευαν σὲ μιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸ ἐπέκεινα (ὁ λόγος ἐδῶ γιὰ τὶς εὑρεθεῖσες χρυσὲς καὶ χάλκινες γλῶσσες ποὺ κατὰ τὴν αἰγυπτιακὴ παράδοση βοηθοῦσαν τὸν νεκρὸ νὰ συνομιλήσει μὲ τοὺς θεούς, χωρὶς ὡστόσο νὰ εἶναι σαφὲς μέχρι στιγμῆς ἂν κάποια ἀπ’ αὐτές ἀνῆκε στὸν νεκρὸ ποῦ μᾶς ἀφορᾶ); Ἢ νὰ θεωρήσουμε ὅτι ἡ ἐπιδίωξη ἑνὸς ἱεροῦ συμβολισμοῦ ὑπῆρχε μὲν ἀρχικῶς ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ποὺ τοῦ ἀνατέθηκε νὰ ἐσωκλείσει ἕνα κάποιο μαγικὸ κείμενο ἔκανε τὸ τραγικὸ λάθος νὰ βάλει ἀντὶ γι’ αὐτὸ ἕνα λογοτεχνικό;

Μήπως πέρα ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς δύο τρόπους προσέγγισης – ποὺ ὅμως ἐκκινοῦν ἀπὸ τὴν ἴδια ἀφετηρία – λανθάνει κὶ ἕνας ἄλλος τελείως διαφορετικὸς τρόπος, ὁ ὁποῖος ὅμως μπορεῖ νὰ ἔρθει στὸ φῶς μόνο ἂν σκεφτοῦμε σοβαρὰ τὸ ἐνδεχόμενο τὸ «τραγικὸ λάθος» νὰ τὸ διαπράττουμε τελικὰ ἐμεῖς οἱ τῆς σήμερον μὲ τὶς ἀδιερώτητες βεβαιότητές μας σχετικὰ μὲ τὴν ἀπόλυτη στεγανότητα τῶν εἰδολογικῶν κατηγοριῶν «τελετουργικὸ κείμενο» καὶ «λογοτεχνικὸ κείμενο»; Μήπως λοιπὸν ἡ μεγαλύτερη ἀξία τοῦ εὑρήματος τῆς (κο)Ιλιάδος, ἀκόμη κὶ ἂν ποτὲ δὲν τὸ ἀποκρυπτογραφήσουμε, συνίσταται στὸ ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα κάλεσμα ν’ ἀναμετρηθοῦμε ἐπιτέλους μὲ τὶς κοντόθωρες καὶ ὄχι τόσο βαθύρριζες βεβαιότητές μας, ἀντὶ τοῦ νὰ τὶς ἐφαρμόζουμε ἀστόχαστα πάνω στὸ εὕρημα μὲ τὸ νὰ τὸ πετᾶμε πάνω στὴν προκρούστεια κλίνη μας προτοῦ κἂν τὸ ἀφήσουμε νὰ μιλήσει τὸ ἴδιο γιὰ τὸν ἑαυτό του;

Πέρα λοιπὸν ἀπ’ τὸ ἂν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ διερωτηθοῦμε περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ταριχευθεὶς εἶχε ὡς ἀγαπημένο του «λογοτεχνικὸ ἀνάγνωσμα» τὴν Ἰλιάδα ἢ ὄχι, τὸ σοβαρότερο πρόβλημα αὐτῆς τῆς σπεύδουσας ἀπολυτότητας μιᾶς καθὼς πρέπει «προσγειωτικῆς» ἀνάγνωσης περὶ τεχνικῆς καὶ μόνο χρησιμότητας τοῦ παπύρου εἶναι ὅτι ἀφαιρεῖ βίαια ἀπὸ τὸν ὀπτικὸ ὁρίζοντα κάτι ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρον ποὺ πάει ν’ ἀναδυθεῖ, δηλαδὴ τὴν πιθανότητα νὰ ἔχουμε μπροστά μας, γιὰ πρώτη φορά, μιὰ χειροπιαστὰ πραγματωμένη τελετουργικὴ-θρησκευτικὴ χρήση τοῦ ὁμηρικοῦ κειμένου. Ὅτι εἶχε γενικὰ αὐτὴ τὴν χρήση σὲ φιλοσοφικοὺς-μυητικοὺς κύκλους κατὰ τὰ ἑλληνιστικὰ-ρωμαϊκὰ χρόνια δὲν συνιστᾶ κάποια θεωρία κάποιων σύγχρονων φιλολόγων, ποὺ ὁρισμένοι τὴν δέχονται, οἱ πολλοὶ τὴν ἀπορρίπτουν καὶ κάποιοι στέκονται στὴν μέση, ἀλλὰ κάτι τὸ ἀδιαμφισβήτητο (ἀσχέτως ἂν δὲν εἶναι εὐρέως γνωστὸ) ποὺ τεκμαίρεται μέσῳ μιᾶς πλειάδας ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων καὶ καθ’ ὅλα ἔγκυρων (φιλολογικὰ) ἀρχαίων πηγῶν. Ὡστόσο κάποιο ἐμπράκτως ὑλοποιημένο, κατ’ ἄτομο ἐνεργοποιημένο, δεῖγμα αὐτῆς τῆς τάσης τελετουργικῆς χρήσης ὁμηρικοῦ κειμένου δὲν διαθέταμε μέχρι σήμερα κανένα.

λιάδα (καὶ ἡ δύσσεια) πράγματι εἶχε ἀποκτήσει μιὰ πολὺ μεγάλη φιλοσοφικὴ καὶ μυστικιστικὴ σημασία, εἶχε προσλάβει γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους ἀκριβῶς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ὅταν ταριχευόταν ὁ νεκρός μας, τὸ κῦρος ἑνὸς οἱονεὶ ἱεροῦ βιβλίου, γεμάτου μεταφυσικὲς ἀλήθειες, τὸ ὁποῖο προσφερόταν γιὰ ἐσωτερικοῦ τύπου ἀποκρυπτογραφήσεις, ἀνάμεσα σ’ ἄλλα ὡς ὁδηγὸς γιὰ τὴν μετὰ θάνατον πορεία τῶν ψυχῶν [i]. Ἡ ἐπιγραφὴ σὲ ὄστρακο τοῦ 3ου αἰ. μ.Χ. «θεός, οκ νθρωπος μηρος» ποὺ βρέθηκε στὴν Αἴγυπτο, δὲν εἶναι κάποια καθ’ ὑπερβολὴν ἔκφραση ἐφάμιλλη τοῦ δικοῦ μας «θεὸς ὁ τάδε τραγουδιστής». Ἡ θεοπνευστία τοῦ Ὁμήρου ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἀντιλήψεις περὶ μιᾶς κάποιας θεοειδοῦς προέλευσής του διέτρεχαν τοὺς αἰῶνες τῆς ὄψιμης ἀρχαιότητας καὶ ἔβρισκαν ἀνταπόκριση σὲ πολὺ διαφορετικὲς μεταξύ τους ὁμάδες.

Ἐνδεικτικά, ἤδη τὸν 1ο αἰ. μ.Χ. ὁ διαβόητος γραμματικὸς Ἀπίων ὁ Ἀλεξανδρεὺς λέγεται ὅτι ἐρχόταν σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Ὁμήρου μέσῳ ἐπικλήσεων, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἱππόλυτος κατηγοροῦσε κάποιες γνωστικὲς ὁμάδες ὅτι εἶχαν ἀναγάγει τὸν Ὅμηρο σὲ «προφήτην» τους [ii]. Ἀξιοσημείωτη εἶναι καὶ μιὰ σχετικὰ ἀφανὴς λεπτομέρεια τῶν Αθιοπικν τοῦ Ἡλιοδώρου τὸν 3ο αἰ. μ.Χ., ἴσως τοῦ πλέον εὐεπίδεκτου μυστικιστικῶν ἀναγνώσεων ἐξ ὅλων τῶν διασωθέντων ἑλληνιστικῶν μυθιστορημάτων. Αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια θέλει τὸν Ὅμηρο νὰ ἔχει γεννηθεῖ θαυμαστῶς ὅταν ὁ Ἑρμῆς ὁ Τρισμέγιστος συνευρέθηκε στὸ ἱερὸ ἄδυτον μὲ τὴν γυναῖκα ἑνὸς ἀπὸ τοὺς προφῆτες του στὶς Θῆβες τῆς Αἰγύπτου [iii]. Ἡ εἰκόνα τοῦ Ὁμήρου ὡς θεϊκοῦ υἱοῦ τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Τρισμεγίστου δὲν εἶναι τόσο μιὰ λογοτεχνικὴ ἀπόπειρα πρὸς ἐξωτικοποίηση τοῦ ποιητῆ στὸ περιοριστικὸ πλαίσιο τοῦ συγκεκριμένου μυθιστορήματος ὅσο μιὰ ἐντὸς αὐτοῦ ἀντανάκλαση ἐκείνου τοῦ μαρτυρημένου ὑπερβατικοῦ status ποὺ γενικότερα ἀπολάμβανε ὁ Ὅμηρος,  καὶ ἡ ὁποία ἴσως ἀποκαλύπτει σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ μιὰ ὑπαρκτὴ τάση οἰκειοποίησής του ἀπὸ τοὺς ἑρμητικούς, μεταξὺ ἄλλων, κύκλους τῆς ἐποχῆς.

Εἶναι ὅμως σημαντικὸ νὰ ἔχουμε στὸν νοῦ μας ὅτι αὐτὴ ἡ ἐσωτερικοῦ τύπου προσοικείωση τοῦ Ὁμήρου ὡς κάποιου ἐκλεκτοῦ ταγοῦ μιᾶς ἀρχέγονης κρύφιας σοφίας δὲν περιοριζόταν μόνο στοὺς λεγόμενους «νεοπλατωνικοὺς» φιλοσόφους οὔτε ἐξαντλεῖτο στὸ ἐπίπεδο μιᾶς θεωρητικῆς προσέγγισης [iv]. Αὐτὸ ποὺ καθιστᾶ τὸ πρᾶγμα ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρον εἶναι τὸ διαπιστωμένο γεγονὸς ὅτι ἔχουμε προσέτι νὰ κάνουμε μὲ μάντεις καὶ μάγους, ἀκριβῶς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦσαν ὁμηρικοὺς στίχους ἀφ’ ἑνὸς γιὰ μαντικὲς ἐπιδιώξεις («μηρομαντεον» [v]) καὶ ἀφ’ ἑτέρου γιὰ ἐνδυνάμωση τῶν τελετουργικῶν ἐπικλήσεων καὶ μαγικῶν ἱεροτελεστιῶν τους, ὅπως ἀποδεικνύεται μέσῳ παπύρινων εὑρημάτων αὐτῆς ταύτης τῆς ρωμαιοκρατούμενης – πλὴν ἑλληνότροπης – Αἰγύπτου ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει.

Συγκεκριμένα, στοὺς λληνικος Μαγικος Παπύρους, τῆς ἴδιας ἐποχῆς μὲ τὸ εὕρημα τῆς ὀξυρρύγχειας μούμιας, ἡ μακρὰν πιὸ μυσταγωγικὴ ὅλου τοῦ corpus τελετουργία, ποὺ ὑπόσχεται «παθανατισμὸν» στὸν τελεστή, παρουσιάζει τὸ ἑξῆς ἐνδιαφέρον [vi]: προτοῦ ξεκινήσει, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ πέρας της, πλαισιώνεται ἀπὸ ἕξι στίχους τῆς λιάδος, ποὺ σημειωτέον δὲν μοιάζουν καὶ τόσο τελετουργικοὶ (ὅσο π.χ. αὐτοὶ τῆς Νεκυίας) ἀλλὰ κάπως ἄσχετοι μὲ τὸ μεγαλεπήβολο τελετουργικὸ ποὺ ἐσωκλείουν, σχεδὸν ἀνούσιοι καὶ «βαρετοί», ὅπως καὶ αὐτοὶ οἱ τάχα «βαρετοὶ» τῆς Β ραψωδίας ποὺ βρέθηκαν στὴν κοιλιὰ τῆς μούμιας.

Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ μόνοι ὁμηρικοὶ στίχοι ποὺ συναντῶνται στοὺς λληνικος Μαγικος Παπύρους. Τοὺς συναντᾶμε σὲ διάφορα σημεῖα, μὲ ἄλλο χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἕναν πάπυρο τοῦ 2ου αἰ. μ.Χ. ὅπου, καταμεσὴς τῆς βῆμα-βῆμα περιγραφῆς τῆς τελετουργικῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν κατ’ οἶκον θεοφανικὴ ἔλευση τοῦ νεκρικοῦ-ἡλιακοῦ Ἀκεφάλου θεοῦ (μιᾶς ὀσιριακῶν καταβολῶν θεότητας), κάνουν τὴν ἐμφάνισή τους κάποιοι στίχοι ἀπὸ τὴν ἀπολλώνια εὐχὴ τοῦ ἱερέα Χρύσου τῆς Α ραψωδίας τῆς λιάδος, διανθισμένοι μὲ τὴν προσθήκη κάποιων (καταληπτῶν ἢ καὶ ἀκατάληπτων γιὰ ἐμᾶς) μαγικῶν λέξεων, τοὺς ὁποίους στίχους ὁ μύστης ὀφείλει ν’ ἀναπέμψει ὡς «εχν» κατὰ τὴν δύση τοῦ ἥλιου γιὰ νὰ τελεσφορήσει ἡ μαγική του «πρξις» [vii].

Ὡς ἐκ τούτου, ἀπ’ τὴν στιγμὴ ποὺ ἔχαιραν αὐτῆς τῆς μυστικῆς μαγικο-θρησκευτικῆς ἀνάγνωσης τὰ Ὁμηρικὰ Ἔπη, τῆς ὁποίας μάρτυρες εἶναι μάλιστα σύγχρονοι μὲ τὸ εὕρημά μας ἑλληνόγλωσσοι πάπυροι τῆς αἰγυπτιακῆς γῆς, δὲν εἶναι δὰ τόσο μεγάλο ἅλμα ν’ ἀφήσουμε ἀνοιχτὸ τὸ ἐνδεχόμενο ὁ εὑρεθεὶς πάπυρος νὰ ἐπιτελοῦσε γιὰ τὸν νεκρό μας τὸν ἴδιο αὐτὸ ψυχοδηγητικὸ-ψυχοσωτήριο ρόλο ποὺ ἐπιτελοῦσαν καὶ ἄλλοι πάπυροι, ἐγνωσμένα θρησκευτικῶν κειμένων, ποὺ ἔχουν βρεθεῖ τοποθετημένοι ἐντὸς ἄλλων ταριχευμένων σωμάτων.

Ἡ σὰν τὸν Ἀχιλλέα ὠκύπους «ὀρθολογικὴ» αὐτὴ ἀνάγνωση, ποὺ προτρέχοντας κλείνει τὸ θέμα ἐν τῇ γενέσει του, μὴν ἀφήνοντας περιθώρια γιὰ γόνιμη ἐρευνητικὴ διερώτηση, ἐκκινεῖ ἀπὸ ἕνα προϋποθετικὸ σημεῖο ποὺ ἀποδεικνύεται προβληματικό, ἂν ὄχι τελείως λανθασμένο. Ὁ πάπυρος χρησιμοποιήθηκε ὅπως ὅπως, τυχαῖα, γιὰ νὰ γεμίσει ἡ κοιλιακὴ χώρα, κὶ αὐτὸ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ Ὅμηρος εἶναι λογοτεχνικὸ καὶ ὄχι κάποιο ἱερὸ-τελετουργικὸ κείμενο. Τί κὶ ἂν ἡ ἐσωτερικὴ-τελετουργικὴ χρήση τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι γεγονὸς ἀδιαμφισβήτητο καὶ πολλαπλῶς καταμαρτυρημένο ἀπὸ τὴν παραδεδομένη ἑλληνικὴ (καὶ λατινικὴ) γραμματεία ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλεῖστα παπύρινα εὑρήματα ποὺ ἀνασύρθηκαν τὸν 19ο αἰῶνα; Ὅλο αὐτὸ μοιάζει νὰ μὴν ἔχει καμμία ἰσχύ, σχεδὸν πιὰ καμμία κιόλας ὀντικὴ ὑπόσταση, μοιάζει νὰ ἐξαϋλώνεται τῇ συνδρομῇ μιᾶς κάποιας ὀρθολογίστρας μαύρης μαγείας ἐντὸς τῆς ἀβύσσου τοῦ μὴ ὄντος, μπροστὰ στὴν ἀπὸ τοῦ Οὐμανισμοῦ καὶ ἐντεῦθεν ἑδραία πεποίθηση ὅτι τὰ Ὁμηρικὰ Ἔπη ἦταν, εἶναι καὶ πάντα θὰ εἶναι, καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι μόνο – ἡ ἴδια ἡ οὐσία τους τὸ φωνάζει – λογοτεχνικὰ κείμενα ὑψηλῆς περιωπῆς, ὅλως ἀποσυνδεδεμένα – κὶ εὐτυχῶς! – ἀπὸ κάθε ἔννοια Ἱεροῦ, ὥστε ν’ ἀντλεῖ καθάρια αἰσθητικὴ τέρψη – ἢ τὸ πολὺ πολὺ κάποια ἠθικοπλαστικὰ διδάγματα – τὸ φιλαναγνωστικὸ κοινό, τὸ καθήμενο σὲ θρανία ἢ πολυθρόνα σαλονιοῦ. Τελικὰ ἡ μονοπρισματικὴ αὐτὴ πεποίθηση, γέννημα καὶ ἀγλάισμα τῶν ὕστερων χρόνων μας (ἡ ὁποία ὄχι μόνο παραμερίζει τὴν μυστικιστικὴ διάσταση τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν – κάτι τὸ συγγνωστὸ ἀπὸ μιὰ ἄποψη διότι, κατὰ πῶς φαίνεται τουλάχιστον, αὐτὴ ἦταν γέννημα τοῦ ὄψιμου Ἑλληνισμοῦ – ἀλλὰ ἐξαλείφει κιόλας ἀπὸ τὴν μνήμη τὴν ἴδια αὐτὴ αὐθεντικὴ οὐσία καὶ λειτουργία τους στον πρωταρχικὸ Ἑλληνισμὸ) κατέληξε τὸ δίχως ἄλλο βαρύτατη καὶ ἀνίατη προκατάληψη ποὺ διαπιστωμένα στενεύει ἀπελπιστικὰ τὸν ὁρίζοντα κατανόησης τοῦ μοντέρνου ἀρχαιοδίφη.

Ἡ δὲ δική μας κρίση περὶ τοῦ τί εἶναι βαρετὸ πῶς καὶ γιατί ἀπέκτησε τὸν χαρακτῆρα διαχρονικῆς ἰσχύος καὶ ρυθμιστικοῦ κανόνα ἐρευνητικῆς διευθέτησης διὰ πᾶσαν μούμιαν καὶ ἀπορίαν; Ἀντέχουμε ἄραγε νὰ δεχτοῦμε ὅτι αὐτὸ ποὺ κατανοοῦσαν (ἢ ποὺ ἤθελαν ἔστω νὰ κατανοοῦν) οἱ καθ’ ὅλα ὑπαρκτοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι ποὺ ἀνεγίγνωσκαν μυστικοτρόπως τὴν Β ραψωδία τῆς λιάδος μᾶς διαφεύγει, ἢ ἡ οἴηση ποὺ μᾶς ἀπονέμεται αὐτοδικαίως ἀπὸ τὸ προοδευτικὸ ἐν χρόνῳ προχώρημά μας σὲ σχέση μὲ τοὺς πάντοτε ἀφελεῖς παλαιότερους δὲν μᾶς τὸ ἐπιτρέπει, κὶ ἄρα πετᾶμε βολικὰ στὸν κάλαθο τῶν ἀχρήστων καὶ τὸ γεγονὸς μόνον ὅτι γιὰ κάποιους αἰῶνες ὑπῆρξε μιὰ τέτοια ζῶσα παράδοση μεταφυσικῆς προσέγγισης τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπών;

Οἱ (ἐπιλεγμένοι ἀπὸ διάφορες ραψωδίες καὶ ὄχι ἀλλεπαλλήλως ρέοντες) ἰλιαδικοὶ στίχοι ποὺ πλαισιώνουν στοὺς λληνικος Μαγικος Παπύρους τὸ μυητικὸ τελετουργικὸ τοῦ «παθανατισμοῦ», γιὰ τὸ ὁποῖο κάναμε ἤδη λόγο, μοιάζουν κὶ ἐκεῖνοι σὰν ν’ ἀπέχουν παρασάγγας ἀπὸ τὴν ὅλη ἱερὴ-μυστικιστικὴ ἀτμόσφαιρα, ἀδιάφοροι, ἀσχέτιστοι (καὶ μὲ τὸ τελετουργικό, ἀλλὰ καὶ μεταξύ τους!) παρείσακτοι, σὰν κάποιο ἀκατανόητο κολλὰζ μικροῦ παιδιοῦ, σὰν ἀστεῖο [viii]. Τὸ ὅτι γιὰ ἐμᾶς σήμερα δὲν εἶναι πιὰ τόσο εὐδιάκριτο (ἢ ἴσως ἔχει τελείως ἀπολεσθεῖ) τὸ νῆμα τῆς σύνδεσης μεταξὺ τῶν στίχων καθὼς καὶ ἐκεῖνο τῆς συνύφανσης τῶν στίχων – ὡς ἕνα τρόπον τινὰ ἑνιαῖο ὁμηρικὸ «ἀπάνθισμα» – μὲ τὸ ἐσωκλειόμενο τελετουργικὸ πρέπει ἄραγε νὰ μᾶς ὁδηγήσει ν’ ἀρνηθοῦμε ἀκόμη καὶ τὴν ὑπόσταση τοῦ ἴδιου τοῦ τελετουργικοῦ ποὺ πλαισιώνουν οἱ στίχοι; Ἢ πρέπει ἄραγε νὰ συμπεράνουμε κιόλας ἀπὸ πάνω ὅτι τὸ τελετουργικὸ συνιστᾶ μιὰ ψευτοτελετουργικὴ λογοτεχνικὴ πόζα, ἕναν ἀστεϊσμό, μιὰ ἀντι-μυητικὴ παρώδηση μὲ τὴν λογικὴ ὅτι εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἕνα ὄντως ἀληθινὸ τελετουργικὸ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ πλαισιώνεται ἀπὸ λογοτεχνικοὺς στίχους; Σ’ ἀντίθεση μὲ μιὰ τέτοια γραμμὴ προσέγγισης ποὺ κορεννύει ἱκανότατα τὶς ἀντιμεταφυσικὲς ὀρέξεις ποὺ ἔχουμε ὡς ἄνθρωποι καιρῶν σύγχρονων, μήπως θὰ ἦταν πιὸ συνετὸ καὶ ἀληθῶς ἔλλογο ἂν προσπαθούσαμε νὰ δοῦμε τί μπορεῖ νὰ κρύβεται πίσω ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς τάχα μόνο λογοτεχνικοὺς στίχους καὶ πῶς αὐτοὶ συνομιλοῦν μὲ τὸ τελετουργικὸ ποὺ ἐσωκλείουν πολλαπλασιάζοντας τὴν ὑπερβατικὴ ἰσχύ του;

Ἀντιστοίχως, γιατί ἡ ἀνικανότητα/ἀπροθυμία μας νὰ δοῦμε τὴν Β ραψωδία ὡς κάτι ἄλλο, παρὰ μόνο ὡς κάτι τὸ – ὑπὸ λογοτεχνικὸ φυσικὰ πρῖσμα – βαρετότατο, νὰ καθορίζει τὸ εὕρημα, καθιστῶντας το ἀ-νόητο καὶ συμπαρασύροντας ἔτσι καὶ τὴν ταφὴ τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου μὲ τὸ νὰ τὴν ἀπογυμνώνει βίαια ἀπὸ ἕνα πιθανὸ συμβολικὸ φορτίο ποὺ ἔφερε καὶ ποὺ ἴσως τῆς προσέδιδε μιὰν ἀναγωγικὴ διάσταση; Ὅπου δὲν ἐντοπίζουμε νόημα, ὑπάρχει πάντα ἡ πιθανότητα αὐτὸ νὰ μᾶς διαφεύγει, νὰ μὴν μᾶς φανερώνεται ἢ νὰ μὴν ξέρουμε πῶς νὰ τὸ φωτίσουμε καὶ νὰ τὸ φέρουμε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν μας. Δὲν σημαίνει ὅτι ὁ μὴ ἐντοπισμός του ἀπὸ ἐμᾶς νομιμοποιεῖ τὴν ἐξαγωγὴ τελικοῦ συμπεράσματος περὶ ὁλικῆς ἀπουσίας νοήματος ἐκεῖ ὁποὺ ψάχναμε καὶ γυρίσαμε μὲ ἄδεια χέρια.

Τὸ περίεργο εἶναι ὅτι στὴν περίπτωση τοῦ εὑρήματός μας δὲν νιώθουμε κὰν τὴν ἀνάγκη νὰ ψάξουμε, νὰ ὀπισθοχωρήσουμε λίγο μὲ στοχαστικὸ τρόπο καὶ νὰ ἐπιστρέψουμε δριμύτεροι θέτοντες ἐρωτήματα καὶ ἀναζητοῦντες νόημα. Τὸ φάντασμα μιᾶς νεωτερικῆς κοπῆς, ἁπλῆς καὶ ἀβαθοῦς, «λογοτεχνικότητας» πλανᾶται σχεδὸν πάνω ἀπὸ κάθε πτυχὴ τῶν γραμμάτων τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ κόσμου (ὄντας φυσικὰ γιὰ τὸν ἴδιο ἕνα ξένο φόρεμα ποὺ ράψανε γι’ αὐτὸν ἄλλοι σὲ μιὰ πολὺ μεταγενέστερη ἐποχή) καὶ τὸ ὁποῖο μᾶς παραλύει ἐγκλωβίζοντάς μας σ’ ἕναν ἑρμηνευτικὸ φαῦλο κύκλο μονοπωλιακὰ λογοτεχνίζοντα.

Στὸ κάτω-κάτω ἴσως τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσο σύνθετα. Ἴσως δηλαδὴ δὲν χρειαζόμαστε κάποια ἰδιαίτερα περίπλοκη ἑρμητικὴ ἀνάγνωση, παραχωρημένη σ’ ἐμᾶς μέσῳ κάποιας συνταρακτικῆς ἄνωθεν ἐπιφώτισης, ὥστε ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὴν δεσμευτικὴ καὶ συσκοτιστικὴ βεβαιότητά μας περὶ «βαρετοῦ» (τὴν ὁποία νὰ σημειωθεῖ ὅτι δὲν συμμεριζόταν οὔτε ὁ μὴ μυστικός, οὔτως εἰπεῖν ὁ μέσος ἄνθρωπος τὴς ἀρχαιότητας – κάθε ἄλλο). Μήπως, ἐν τέλει, αὐτὴ ἡ τάχα μέχρι θανάτου ἀνιαρὴ καταλογογράφηση τῶν πλοίων ποὺ ἔπλευσαν πρὸς τὴν Τροία δὲν εἶναι δὰ κάτι τὸ τόσο ἀπροσφυὲς μὲ τὸν ἐνσκήψαντα θάνατο ποὺ ὁδήγησε τὸν ταριχευμένο μας νὰ πλεύσει κατὰ τὸ τελευταῖο του ταξίδι πρὸς τὰ πέραν τῆς ἐπίγειας ζωῆς; Ἄλλωστε ἡ φαντασιακὴ σύλληψη τοῦ θανάτου ὡς ἑνὸς ταξιδιοῦ διαμέσου τοῦ ὑγροῦ στοιχεῖου πάνω σὲ κάποιο πλεούμενο ἀναμφίβολα ὑπῆρχε (ἐξίσου μάλιστα στὴν ἑλληνικὴ καὶ αἰγυπτιακὴ παράδοση). Ἕνα κάποιο νόημα μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἐξαχθεῖ χωρὶς ἰδιαίτερη δυσκολία ἀκόμα καὶ διὰ τῆς παραμονῆς μας στὸ καθ’ ὅλα ἀρεστὸ σήμερα ἐπίπεδο μιᾶς μεταφορικῆς λογοτεχνικῆς κατανόησης τῆς Β ραψωδίας, δηλαδὴ χωρὶς νὰ χρειαστεῖ κανεὶς νὰ λερωθεῖ βουτῶντας στὸ ἀπρόσδεκτο γιὰ τοὺς σημερινοὺς ἐπίπεδο μιᾶς ἐσωτερι(στι)κῆς κατανόησης. Πρὸς τί λοιπὸν, ἀλήθεια, ἐγείρεται ἡ ἐτυμηγορία περὶ πληκτικοῦ τάχα «νεῶν καταλόγου» – μὲ προφανῆ σκοπὸ ν’ ἀποτρέψει νὰ πάρουμε τὸ εὕρημα σοβαρά – σὰν ν’ ἀποτελεῖ αὐτὴ κάτι τὸ ἀναγεγραμμένο πάνω σὲ κάποια μωσαϊκὴ ἱερὰ δέλτο;

Τὸ νὰ δογματίζουμε ἐξ ὑπαρχῆς ὅτι τὸ εὕρημα στερεῖται τοῦ οἱουδήποτε, ταπεινοῦ ἢ περισσότερο ὑψηλοῦ, συμβολισμοῦ καὶ ὅτι κεῖται ἐντὸς τῆς κοιλιακῆς χώρας ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο ὡς ἕνα τεχνικὰ χρήσιμο ὑλικὸ (ἔχοντας δηλαδὴ τὴν ἴδια μοῖρα μὲ κάποιο κυριακάτικο φύλλο ποὺ στὸ ὄχι καὶ τόσο μακρινὸ παρελθὸν ἀγοράστηκε γιὰ κάποιο καλὸ dvd σὲ προσφορὰ καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο βρέθηκε νὰ περιελίσσει στοργικὰ κάποια ψάρια), δείχνει εἴτε ἀσύγγνωστη ὁλικὴ ἄγνοια εἴτε συνειδητὴ ἀπόφαση ἀποσιώπησης. Ἀποσιώπησης ἐκείνων τῶν εἰδικῶν ἀντιλήψεων τῆς ἐποχῆς, ποὺ ἀνθοῦσαν καὶ στὴν Αἴγυπτο, καὶ ποὺ θὰ μποροῦσαν ἐνδεχομένως νὰ συνεισφέρουν ὡς ἕνα βαθμὸ στὴν κατανόηση τοῦ αἰνίγματος τῆς «ἐντὸς μιᾶς μούμιας ἀποτεθείσης λιάδος»: δηλαδὴ τῶν ἀντιλήψεων κύκλων τῆς ἐποχῆς (οἱ ὁποῖοι σχετίζονταν φιλοσοφικὰ καὶ τελεστικὰ ἀκριβῶς μὲ τὸ μέγα ζήτημα τοῦ θανάτου – ποὺ σφραγίζει ἄλλωστε καὶ τὸ εὕρημά μας – καθὼς καὶ μὲ τὴν ἐξασφάλιση τῆς ἀθανασίας στὴν πέραν αὐτοῦ ἐπικράτεια) περὶ ἑνὸς Ὁμήρου ἀνυψωμένου στὸ βάθρο του ὄχι μόνον ὡς μέγας ραψωδὸς ἀλλὰ καὶ ὡς «μέγας εροφάντης» [ix].

Τὸ νὰ δογματίζουμε ἐξ ὑπαρχῆς καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο δείχνει συνάμα ὅτι ἡ βασικὴ ἔγνοια μας, ἀκόμα κὶ ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, εἶναι νὰ κάνουμε προβολὲς τῶν δικῶν μας, μυωπικῶν πολλὲς φορές, σύγχρονων, δηλαδὴ τῶν στρατευμένα ἀπομαγευτικῶν καὶ ἐνίοτε θεότυφλα ρασιοναλιστικῶν ἀντιλήψεων τῆς ἐποχῆς μας σὲ εὑρήματα ἀλλοτινῶν καιρῶν καὶ πρωτίστως ἀλλοτινῶν πολιτισμῶν, τοὺς ὁποίους διεῖπε ἕνα ἄλλο πνεῦμα, ὅλως διάφορο ἀπὸ τὸ δικό μας τῆς τεχνικῆς-ἀπνευμάτιστης φάσης τοῦ δύοντος δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Ἱκανοποιημένοι μὲ τὸ νὰ κολυμπᾶμε στὰ ἀβαθῆ νερὰ τοῦ εὐτελοῦς, δασκαλεμένοι νὰ μὴν ἀναγνωρίζουμε ὑπόσταση σὲ ὅ,τι δὲν κατανοοῦμε, κυρίως σ’ αὐτὰ ποὺ μᾶς ὑπερβαίνουν, ἄριστα ἐκπαιδευμένοι νὰ δίνουμε ἱεραρχικὴ προτεραιότητα πάντα στὸ ρηχὰ χρηστικὸ καὶ νὰ εὐλογοῦμε τὸ χρησιμοθηρικό, βαρύτατα ἐθισμένοι νὰ κατακερματίζουμε σὲ ἀ-νόητα αὐτοτελῆ θραύσματα, ἐν εἴδει ἁπλῶν σημείων στὸν ἀφηρημένο χῶρο, κάθε σφιχτοδεμένη ἄλυσο οἱουδήποτε μεγάλου ἢ ἱεροῦ «ἀφηγήματος», τὸ λοιπὸν ὅλη αὐτὴ ἡ διάθεση ποὺ μοιραῖα μᾶς διέπει ὡς ἄτομα ἑνὸς συγκεκριμένου περιβάλλοντος καὶ πολιτισμοῦ ἔχει διαμορφώσει ἤδη τὴν ἀπριορικὴ προ-κατανόησή μας γιὰ τὸ ὁτιδήποτε. Εἶναι ἡ ἴδια αὐτὴ προ-κατανόηση ποὺ καὶ στὸ προκείμενο ζήτημα τοῦ εὑρήματός μας μᾶς ὠθεῖ νὰ ἐκλέξουμε, κυριαρχικὰ καὶ ἐπιθετικὰ πρὸς ἄλλες δυνατότητες, τὴν ἀποκλειστικὰ τεχνικο-ἐργαλειακὴ ἐξήγηση ποὺ χάσκοντας κοιτάζει τὸ εὕρημα στὴν ἐπιφάνειά του καὶ, ἀκόμη χειρότερα, καθηλώνοντάς το ἐκεῖ σὲ πλήρη μόνωση ἀρνεῖται κατηγορηματικὰ τὴν θέασή του σὲ προοπτικὴ ὕψους ἢ βάθους, καθὼς καὶ τὴν παρεπόμενη τῆς θέασης ἀπόπειρα διαλεκτικῆς συναρμογῆς του σὲ κάποιο συμφυὲς καὶ ἐπιβεβαιωμένα προϋπάρχον νῆμα ἑνὸς εὐρύτερου, ὑψίπνοου καὶ ἱεροπρεποῦς, μεγανοήματος.

Τελικὰ ἀποφασίζουμε γιὰ τοὺς δικούς μας λόγους νὰ μὴν ἀκολουθήσουμε τὴν ἀληθῶς ἐπιστημονικὴ ὁδὸ τοῦ νὰ λάβουμε ὑπ’ ὅψιν μας ὅλα τὰ δεδομένα καὶ τὴν πολύπτυχη πραγματικότητα τὴς ἐποχῆς τοῦ εὑρήματος. Τὸ πολλαχῶς ἐπιβεβαιωμένο φαινόμενο μιᾶς μυστικιστικῆς ἑρμηνείας καὶ τελετουργικῆς χρήσης τῶν Ὁμηρικῶν Ἐπῶν, τὸ ὁποῖο λάμβανε χώρα ἀκριβῶς κατ’ ἐκεῖνα τὰ χρόνια καὶ μάλιστα, μεταξὺ ἄλλων, καὶ στὸν ἴδιο ἐκεῖνον τόπο ὅπου ἀνασύρθηκε ἡ λιὰς ἀπὸ τὴν κοιλιακὴ χώρα τῆς μούμιας, παρακάμπτεται καὶ ἀγνοεῖται ὁλοκληρωτικά. Τὸ ἀνωτέρω μᾶλλον δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσει, γιὰ τὸν λόγο ὅτι, ἂν τὸ καλοσκεφτοῦμε, μοιάζει ν’ ἀναδύεται ὡς μιὰ μόνο ὑποπερίπτωση μιᾶς γενικότερης κατάστασης τῶν τελευταίων αἰώνων: στὸν πάγιο στόχο της νὰ καταπνίξει τοὺς ἀποήχους κάθε νοήματος ὑπέρλογου, ἡ κρατοῦσα ὀρθολογιστικὴ συνθήκη καταφεύγει ἀναγκαστικὰ στὸν παραλογισμὸ ἀκόμη καὶ σὲ ζητήματα προκαταρκτικῆς μεθοδολογίας. Ἴσως αὐτὸ νὰ εἶναι καὶ ἡ τιμωρία της.

Βιαζόμαστε τὸ λοιπὸν νὰ σφραγίσουμε τὸ θέμα. Εἰδικὰ δὲ στὴν ἐγχώρια σφαῖρα, αὐτὴ ἡ μὴ συναντώμενη ἀλλοῦ ἀστραπιαία σπουδὴ καὶ ζωηρὴ αὐστηρότητα πρὸς μιὰ ταχέως ὁριστικὴ καὶ τεχνικῶς ἔξυπνη (μᾶλλον…smart) τακτοποίηση τοῦ θέματος εἶναι γέννημα ἑνὸς ἐπιπρόσθετου «εὐγενοῦς» κινήτρου ποὺ συντρέχει στὴν ἐθνική μας περίπτωση: δηλαδὴ τὸ νὰ ἐλεεινολογήσουμε ἀνυπερθέτως καὶ ἀφ’ ὑψηλοῦ τὸν πρῶτο ἐνθουσιασμὸ ποὺ ὅπως εἶναι φυσιολογικὸ διέτρεξε τόν, τρισχιλιετῶς ὀργανικὰ συνδεδεμένο μὲ τὸν Ὅμηρο, Ἕλληνα – ποὺ ὅμως, φεῦ, δὲν γνώρισε ἀγγλογαλλικὸ Διαφωτισμὸ – κατὰ τὴν ἀνάγνωση τῆς εἴδησης. Προτρέχουμε προκρίνοντας σχεδὸν ψυχαναγκαστικὰ τὴν πιὸ ἀπομαγευτικὴ καὶ ἐστερημένη ψυχῆς ἑρμηνευτικὴ δυνατότητα. Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του δὲν θὰ ἦταν τόσο μεγάλο πρόβλημα ἂν δὲν τὴν ἀνάγαμε κιόλας, μὲ φτιασιδωμένη νηφαλιότητα (ποὺ ἀποτυγχάνει να κρύψει τὴν νευρικότητα ποὺ τὴν ὁρίζει), στὴν μόνη ἐπιτρεπτὴ δυνατότητα, διαχέοντας μάλιστα συγχρόνως ὑπόρρητες μομφὲς περὶ ἀνεπιστημοσύνης, καλπάζουσας φαντασίας καὶ γελοιότητας γιὰ κάθε ἄλλη ἑρμηνευτικὴ δυνατότητα ποὺ παρεκκλίνει τῆς δικῆς μας. Τί εἶναι αὐτὸ ἂν ὄχι μιὰ ἐκ προοιμίου παρεμπόδιση καὶ κατάπνιξη κάθε φιλέρευνης διάθεσης καὶ κυρίως τῆς σκέψης – ἀκόμα καὶ ἐκείνης τῆς ἑδραζόμενης πάνω σὲ μιὰ καθ’ ὅλα ὑπαρκτὴ πτυχὴ τῆς πρόσληψης τοῦ Ὁμήρου κατὰ τὴν Ὕστερη Ἀρχαιότητα ὅπως τὴν περιγράψαμε παραπάνω;

Πόσο μακριὰ βρισκόμαστε ἄραγε ἀπ’ τὸν ἀφορισμὸ ἐκείνου τοῦ Σκοτεινοῦ ἀπὸ τὸν Μέλανα Δρυμὸ ὅτι ἡ ἐπιστήμη κατήντησε ἀστόχαστη, ἀνήμπορη νὰ σκεφτεῖ; Ἐν τέλει, ἂν ἀποδεικνυόμαστε ταγμένοι στὸ νὰ γειώνουμε πάσῃ θυσίᾳ στὸ οἰκεῖο μας πεπλατυσμένο ἐπίπεδο ἀκόμη καὶ τὴν σημειολογία ταφῶν, ἄρρηκτα προσδεδεμένων στὸν ἀνωφερῆ ἄξονα σὲ κάθε παραδοσιακὸ πολιτισμό, δὲν θὰ ἦταν ἄραγε καλύτερο – ὑπὸ τὴν ἔννοια τοῦ λιγότερο βέβηλου – νὰ σταματούσαμε νὰ διαταράσσουμε τὴν ἡσυχία τῶν παλαιῶν νεκρῶν καὶ αὐτὸς ὁ τόσο πληκτικὸς πάπυρος τῆς λιάδος νὰ εἶχε μείνει ἐκεῖ, ὅπου ἴσως γιὰ κάποιο λόγο προοριζόταν νὰ εἶναι, μέχρι τὸ τέλος τοῦ χρόνου;

1. 5. 2026

///

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[i] Xαρακτηριστικὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ διασώζει ὁ νεοπλατωνικὸς Πορφύριος (Περὶ τοῦ ἐν Ὀδυσσείᾳ τῶν νυμφῶν ἄντρου) σχετικὰ μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν «θεολόγων», ὅπως λέγει, πάνω στὸ ἰθακήσιο σπήλαιο τῶν Νυμφῶν ὡς κάτι ποὺ ἐξεικονίζει μυστικὰ τὸν τρόπο ἐνσάρκωσης ἀλλὰ καὶ ἐπανόδου τῶν ψυχῶν στοὺς θεούς.
[ii] Πλίν., Ηist. Nat. XXX.VI,18: «seque evocasse umbras ad percunctandum Homerum…» · Ἱππόλ., Κατὰ πασῶν αἱρέσεων ἔλεγχος V.8.1: «τὸν ἑαυτὸν προφήτην Ὅμηρον ταῦτα προφαίνοντα ἀρρήτως δοξάζουσι».
[iii] Ἡλιόδ. Αἰθ. Γ, 14 (91.10-23 Bekker): «καὶ πόλις αὐτῷ Θῆβαι αἱ ἑκατόμπυλοί εἰσι καταὐτὸν ἐκεῖνον, πατὴρ δὲ τῷ μὲν δοκεῖν προφήτης, τὸ δὲ ἀψευδὲς Ἑρμῆς, οὗπερ ἦν δοκὼν πατὴρ προφήτης, τῇ γὰρ τούτου γαμετῇ τελοῦσῃ τινὰ πάτριον ἁγιστείαν καὶ κατὰ τὸ ἱερὸν καθευδούσῃ συνῆλθεν δαίμων, καὶ ποιεῖ Ὅμηρον».
[iv] Bλ. ἐπὶ παραδείγματι τὴν περίπτωση τοῦ νεοπλατωνικοῦ Ἑρμείου ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια, ὁ ὁποῖος στὸ ὑπόμνημά του γιὰ τὸν Φαῖδρο διέσωσε τὴν διδασκαλία τοῦ σχολάρχη τῆς Ἀκαδημίας Συριανοῦ περὶ ἑνὸς Ὁμήρου ὡς φορέα ἱερῆς σοφίας –– ἄν καὶ οἱ ἀναφορές γιὰ μιὰ θεουργικὴν διάσταση τοῦ θέματος δείχνουν ὅτι οὔτε ἐκεῖ, στὸ πεδίο τοῦ Νεοπλατωνισμοῦ, ἐξέλιπε ἡ τελεστική προσέγγιση ἐντὸς αὐτῆς τῆς μυστικῆς ἑρμηνείας τοῦ Ὁμήρου.
[v] «Μαγικὸ» ἐγχειρίδιο τοῦ 4ου αἰ. μ.Χ. (Papyri Graecae Magicae VII [GEMF 74] 1-148). Πρόκειται γιὰ ἕναν κατάλογο 214 ἀσύνδετων μεταξύ τους ὁμηρικῶν στίχων, ἀριθμημένων μ’ ἕνα μοναδικὸ τριψήφιο ἀριθμὸ ἕκαστος (προϊὸν συνδυασμοῦ μόνον ἀπὸ τὸ 1 ἕως τὸ 6), μὲ τὴν βοήθεια τῶν ὁποίων ὁ τελετουργὸς λάμβανε ὁμηρομαντικὲς ἀποκρίσεις σὲ ἐρωτήματα ποὺ ἔθετε τὴν κατάλληλη ὥραν ρίχνοντας τρεῖς φορὲς ἕναν πεσσό (δηλαδή ὁ 1ος στ. ἀριθμεῖται ὡς «ααα» [111] καὶ ὁ 214ος ως «ςςς» [666]).
[vi] Papyri Graecae Magicae [GEMF 57] 475-829. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἄνευ τίτλου τελετουργικὸ ποὺ ἔχει μείνει γνωστὸ στὴν βιβλιογραφία ὡς «Λειτουργία τοῦ Μίθρα» καὶ περιγράφει μιὰ διαδικασία ἀναγεννητικοῦ «ἀπαθανατισμοῦ» τοῦ τελετουργοῦ («σήμερον τούτου ὑπὸ σοῦ μεταγεννηθέντος, ἐκ τοσούτων μυριάδων ἀπαθανατισθείςκατὰ δόκησιν θεοῦ ὑπερβαλλόντως ἀγαθοῦ», στ. 644-649, «γίγνεται δὲ ἀπαθανατισμός», στ. 746-747), ἡ οποία επιτυγχάνεται μέσῳ τῆς διαστρικῆς μεταρσίωσής του καὶ τῆς θέασης τοῦ ἀφανοῦς Ηλίου-Μίθρα κατὰ τὴν ἔκτακτη Ἐπιφάνεια τοῦ τελευταίου στὸ σημεῖο τοῦ βόρειου οὐράνιου Πόλου.
[vii] Papyri Graecae Magicae VI [GEMF 30] 29-38: «εἶτα πρὸς κατά[δυσ]ιν ἡλίου ἐξαιτοῦ πάλιν·κλῦθί μευ, ἀργυρό[τοξ]ε, ὃς  Χρύσην ἀμφιβέ[βηκ]ας Κίλλαν τε ζαθέην [Τε]νέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις”,  χρυσοφαῆ, λαῖλ[α]ψ καὶ Πυθολέτα μεσεγκριφι, Λατῶε σιαωθΣ[αβ]αώθμελιοῦχε, τύραννε, πευχρη, νυκτε[ρόφ]οιτε σεσεγγενβαρφαραγης καὶ αρβεθ’,  ωπολ[.].ορφε, φιλαίματε, Ἀρβαθιαω,“Σμινθεῦ εἰ ποτ[έ τ]οι χαρίεντἐπὶ βωμὸν  ἔρεψα, εἰ δή ποτέ τοι κ[ατ] πίονα μηρίἔκηα ταύρων ἠδα[ἰγ]ῶν, τόδε μοι  κρήηνο[ν] ἐέλδωρ».
[viii] Πρόκειται γιὰ τοὺς ἑξῆς ἕξι στίχους: ἕνας ἀπὸ τὴν ραψωδία Θ (424: «τολμήσεις Διὸς ἄντα πελώριον ἔγχος ἀεῖραι»), τέσσερεις ἀπὸ τὴν Κ (193: «αἱρείτω μὴ χάρμα γενώμεθα δυσμενέεσσιν» · 564: «ὡς εἰπὼν τάφροιο διήλασε μώνυχας ἵππους» · 521: «ἄνδρας τ᾽ ἀσπαίροντας ἐν ἀργαλέῃσι φονῇσιν» · 572: «αὐτοὶ δἱδρῶ πολλὸν ἀπενίζοντο θαλάσσῃ»), καὶ ἕνας ἀπὸ τὴν Ε (385 «τλῆ μὲν Ἄρης, ὅτε μιν Ὦτος κρατερός τ᾽ Ἐφιάλτης»). Γιὰ μιὰ προσπάθεια ἡ ὁμηρικὴ αὐτὴ συρραφὴ στίχων νὰ ἰδωθεῖ σοβαρὰ ὡς ἄμεσα σχετιζόμενη μὲ τὸ τελετουργικό, βλ. Stoholski, Mark ««Welcome to Heaven, Please Watch Your Step»: Τhe «Mithras Liturgy» and the Homeric Quotations in the Paris Papyrus»», Helios, 34(1) 2007, 69-95.
[ix] Ἡ διατύπωση προέρχεται ἀπὸ τὸν Ἡράκλειτο τὸν Νεώτερο, ὁ ὁποῖος ἀνῆκε ἁπλῶς στὴν σχολὴ ἀλληγορικῆς ἑρμηνείας τοῦ Ὁμήρου καὶ ὄχι στὴν μυστικότερη ἐκείνη μὲ τελεστικὲς προεκτάσεις ποὺ βλέπουμε λίγο ἀργότερα στοὺς Νεοπλατωνικοὺς καὶ σὲ ἐσωτερικοὺς/μαγικοὺς κύκλους. Ὁ τρόπος ποὺ περιγράφει τὸν Ὅμηρο εἶναι πάντως ἐνδεικτικὸς τῆς ὅλης ἀτμόσφαιρας: « μέγας οὐρανοῦ καὶ θεῶν ἱεροφάντης Ὅμηρος, τὰς ἀβάτους καὶ κεκλεισμένας ἀνθρωπίναις ψυχαῖς ἀτραποὺς ἐποὐρανὸν ἀνοίξας» (Ὁμηρικὰ Προβλήματα LXXIV).

*

**