ΝΠ | Κινηματογράφος

Το έργο ως θραύσμα και ως όλον

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

~.~

«Αν υπάρχει, λοιπόν, εδώ ένα κενό, η αιτία του δεν πρέπει να αναζητηθεί στις αδυναμίες του ίδιου του Μαν, αλλά στον κόσμο του οποίου ο Μαν ήταν προορισμένος να γίνει ο καθρέφτης του»
Γ. ΛΟΥΚΑΤΣ, Σε αναζήτηση του αστού

Σε μια ταινία κατάστικτη από κάδρα δουλεμένα στην παραμικρή τους λεπτομέρεια, είναι στο πρώτο που οφείλεις περισσότερο να σταθείς – ίσως και στο τελευταίο. Το Vaterland του Παβλικόφσκι ανοίγει με ένα κλειστό, μακρόστενο παράθυρο ξενοδοχείου που υψώνεται πάνω από ένα μικρό, σταχτί σεκρετέρ ξενοδοχείου. Στο βάθος οι φοίνικες της Κυανής Ακτής μαστιγώνονται από έναν άνεμο που φτάνει μέσα ως βόμβος. Το κάδρο μένει στατικό, τυπικά μικροαστικό, με τα σαν ψεύτικα άνθη του ανέγγιχτα από τη διαλεκτικά κινούμενη πραγματικότητα. Η βαθιά φωνή του Άουγκουστ Ντιλ (ενσαρκώνει τον Κλάους Μαν σε ένα απολαυστικά καταθλιπτικό εναρκτήριο μακρύ μονόπλανο) διεμβολίζει τη νεκρή φύση φέροντας όλη την απελπισία, τον κυνισμό που κουβαλά μια μεταπολεμική διανόηση η οποία αδυνατεί να υπαινιχθεί το παραμικρό όραμα, μήτε ακόμα κι εκείνη την περίπου επιστροφή σ’ ένα στιβαρό πλην μολυσμένο από την υπόνοια μιας οποιαδήποτε συσχέτισης με τον ναζισμό παρελθόν.

Σε μια από τις μελέτες του για τον Τόμας Μαν, ο Λούκατς ισχυρίζεται πως «συμβολίζει ό,τι καλύτερο περιέχει ο γερμανικός αστισμός» – και είναι αυτή ακριβώς η ιδιότητα του που αριστοτεχνικά αποτυπώνεται καθόλη τη διάρκεια του φιλμ, αλλά και, με έναν διόλου παράξενο τρόπο, διαποτίζει το ίδιο το έργο. Για τον Μαν του Παβλικόφσκι, η μπουρζουάδικη στάση του αποκρυσταλλώνεται στην επίμονη άρνησή του να ενταχθεί, στην απροθυμία του να επιλέξει: «Τώρα μένω στην Καλιφόρνια», ομολογεί, «αλλά το πού ανήκω είναι μια δυσκολότερη ερώτηση». Εδώ ο Μαν αρνείται να προσδιορίσει τη Heimat, την πατρίδα του με τη βαθύτερη έννοια, όμως η απάντηση καθίσταται σύντομα σαφής: Ως ο τελευταίος μεγάλος αστός συγγραφέας της Γερμανίας, ανήκει στην εικόνα του, στο έργο του, στο βάθρο που τοποθετείται εμπρός του, στις πλήρεις ασαφειών και χαμαιλεοντισμών ομιλίες του για τον Γκαίτε –ένας Γκαίτε που, διόλου τυχαία,  διεκδικείται εκατέρωθεν του, υπό διαμόρφωση ακόμη τότε, παραπετάσματος, μιας και η πνευματική του κληρονομιά μπορούσε να μείνει εκ των πραγμάτων αμόλυντη από κάθε αναφορά στον ναζισμό, εν αντιθέσει με φιγούρες όπως οι Βάγκνερ, Νίτσε ή το σύνολο περίπου του ύστερου Γερμανικού Ρομαντισμού. Η διαίρεση της χώρας, η εξάλειψη της πίστης, το τρόχισμα της εθνικής ταυτότητας· όλα αληθινά και όλα βολικές πραγματικότητες που πείθουν τον αστό να δοθεί αποκλειστικά και παράφορα στο παρελθόν και τον εαυτό του, δεδομένου ότι μια τέτοια στάση είναι ευκολότερη από την ευαλωτότητα που συνεπάγεται το άνοιγμα προς τα έξω, η τριβή με τις υπό διαμόρφωση κοινωνικές δυνάμεις που απρόβλεπτες περιδινούνται γύρω του.

Ο Παβλικόφσκι, όμοια ουδέτερος με τον ήρωά του, εικονογραφεί δυο αβαθείς κόσμους, αναπολώντας κατοπτρικά μια Ευρώπη που φαινομενικά προϋπήρχε αυτών1, και υιοθετώντας μια πούρα αστική θέαση των πραγμάτων – ήτοι, μια προοδευτικής κοπής κριτική στην αγγλοσαξωνική πια Δύση σε συναρμογή με τον σκοτεινό χρωματισμό της αρχετυπικά ανελεύθερης εικόνας της σοβιετικής Ανατολής. Στη Δύση τα λαμπερά γκαλά, οι πρώην ναζί που καμώνονται τους ανήξερους («Φαντάσου τι έκαναν όλοι αυτοί τέσσερα χρόνια πριν» σχολιάζει δηκτικά η Έρικα Μαν) ή οι μεθυσμένοι νεολαίοι που επιμένουν στα πατριωτικά εμβατήρια· όλα τούτα υπό το καθεστώς ενός φιλελευθερισμού που κάποτε φαντάζει απειλητικός. Στην Ανατολή οι Ασιάτες στρατιώτες που ζητούν τσιγάρα, η ακραιφνής καταπίεση, το ανελεύθερο καθεστώς ενός απροκάλυπτου ολοκληρωτισμού, οι χορογραφημένες κινήσεις των μονάδων που έχουν βιαίως υποταχθεί στη μάζα. Μαζί όμως με την ελαφρότητα της μπουρζουάδικης θέασης έρχεται και μια κάποια αφέλεια, μιας και η Δύση τουλάχιστον απέχει πάντοτε πολύ από τη φιλελεύθερη αυτοεικόνα που επιμελώς και διαχρονικώς ενδύεται –την οποία απόσταση ακροθιγώς, ωστόσο, αγγίζει2. (περισσότερα…)

Πατρίδα είναι

*

Σημεία και σώματα
Γράφει ο Γιώργος Χωματηνός

~.~

Πατρίδα είναι

Φέρνω και ξαναφέρνω στο μυαλό μου την τελευταία σκηνή της Πατρίδας (Fatherland, 2026) του Πάβελ Παβλικόφσκι, όπου ο Τόμας Μαν και η κόρη του, Έρικα, εισέρχονται σ’ έναν κατεστραμμένο ναό. Μέσα στα ερείπια, δύο άνδρες δοκιμάζουν το εκκλησιαστικό όργανο που έχει διασωθεί και, ύστερα από τις πρώτες αδέξιες νότες, αρχίζει να ακούγεται το «Jesus bleibet meine Freude» από την καντάτα Herz und Mund und Tat und Leben (BWV 147) του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Στο άκουσμα της μελωδίας, ο Μαν ξεσπά σε βουβό κλάμα, καθώς έρχεται ξανά αντιμέτωπος με την απώλεια του γιου του, Κλάους, για τον οποίο η μουσική του Μπαχ άφηνε ανοιχτό το ενδεχόμενο της ύπαρξης του Θεού. Η σκηνή συμπυκνώνει τον πυρήνα της ταινίας: τι σημαίνει να επιστρέφει κανείς στην πατρίδα του όταν αυτή εξακολουθεί να υπάρχει ως γεωγραφικός τόπος, αλλά έχει πάψει να αποτελεί τον ιστορικό και ηθικό κόσμο μέσα στον οποίο διαμορφώθηκε η ταυτότητά του.

Η επιλογή της καντάτας BWV 147 έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ίδια η ιστορία της εμπεριέχει μια μορφή επιστροφής. Η αρχική εκδοχή της, BWV 147a, συντέθηκε στη Βαϊμάρη το 1716 για την τέταρτη Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα (Advent). Στη Λειψία, το 1723, ο Μπαχ επανήλθε στο παλαιότερο έργο, το αναθεώρησε και το διεύρυνε, προσαρμόζοντάς το σε ένα νέο λειτουργικό και θεολογικό συμφραζόμενο. Στις προσθήκες του ανήκουν οι δύο καταληκτικοί χορικοί ύμνοι, με πιο γνωστό το «Jesus bleibet meine Freude». Η σημερινή μορφή της καντάτας δεν αποτελεί, λοιπόν, απλή επανάληψη του παρελθόντος, αλλά μετασχηματισμό του· το παλιό μουσικό υλικό αποκτά νέα λειτουργία μέσα σε μια διαφορετική συνθήκη.

Η διαδικασία επιστροφής και μετασχηματισμού φωτίζει τη δραματουργία της Πατρίδας. Ο Τόμας Μαν επιστρέφει το 1949 σε μια Γερμανία αναγνωρίσιμη και συγχρόνως αγνώριστη. Οι πόλεις, οι δρόμοι, οι εκκλησίες και τα μνημεία εξακολουθούν να υπάρχουν, ο ιστορικός κόσμος στον οποίο ανήκαν, όμως, έχει διαρραγεί αμετάκλητα. Η καταστροφή της χώρας μεταβάλλει ριζικά και το νόημα της πολιτισμικής της κληρονομιάς. Πώς μπορεί κανείς να διεκδικήσει μια παράδοση δίχως να παραβλέπει ότι αυτή η ίδια παράδοση υπήρξε, τουλάχιστον εν μέρει, το πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο κυοφορήθηκε η καταστροφή; Ο Μαν δεν επιστρέφει στη «Γερμανία του» – η Γερμανία αυτή δεν υφίσταται πλέον.

Η προβληματική της επιστροφής οξύνεται στην ταινία, καθώς ο Παβλικόφσκι επινοεί μια κοινή διαδρομή του Τόμας και της Έρικα, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο Μαν ταξίδεψε στη Γερμανία τον Ιούλιο του 1949 μαζί με τη σύζυγό του Κάτια, ενώ η Έρικα είχε αρνηθεί να συμμετάσχει στο ταξίδι. Ο Κλάους είχε αυτοκτονήσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Ο σκηνοθέτης συμπλέκει γεγονότα που στην πραγματικότητα χωρίζονταν χρονικά, ώστε η επιστροφή του πατέρα και της κόρης να πραγματοποιείται κάτω από τη σκιά της απώλειας του Κλάους. Η επιλογή αυτή επιτρέπει στην ταινία να κατασκευάσει έναν χώρο όπου η οικογενειακή και η εθνική απώλεια μπορούν να συναντηθούν. Ο Κλάους γίνεται το προσωπικό τραύμα που επανέρχεται μέσα στην πολιτική και πολιτισμική συζήτηση για τη Γερμανία, και η εκκλησία στο τέλος είναι ο τόπος όπου οι δύο αυτές διαστάσεις παύουν, για μια στιγμή, να διαχωρίζονται.

Εδώ η σχέση με τον Μπαχ αποκτά το βαθύτερο νόημά της. Στην περίπτωση της BWV 147, το παλιό μουσικό υλικό μπορεί να επιστρέψει επειδή ο συνθέτης έχει τη δυνατότητα να το μετασχηματίσει. Ο Μαν, αντίθετα, βρίσκεται μπροστά σ’ ένα παρελθόν που δεν μπορεί να ξαναγραφτεί. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με την πατρίδα του· δεν μπορεί να αλλάξει αυτό που της συνέβη.

Έτσι, το «Jesus bleibet meine Freude» («ο Ιησούς παραμένει η χαρά μου») αποκτά έναν κάπως ειρωνικό μα και βαθιά συγκινητικό τόνο, καθώς  αναφέρεται σε μια μορφή σταθερότητας μέσα στην αλλαγή. Το «παραμένει» (bleibet) υποδηλώνει αυτό που η Πατρίδα δυσκολεύεται να εντοπίσει: κάτι που εξακολουθεί να υπάρχει ενώ όλα γύρω του έχουν αλλάξει. Η δύναμη της τελευταίας σκηνής  έγκειται στο γεγονός ότι η γλώσσα –το κατεξοχήν υλικό του Μαν– παραχωρεί τη θέση της στη μουσική. (περισσότερα…)

Φτηνό κονιάκ για την ψυχή και το συκώτι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Bαγόνια τελεφερίκ φορτωμένα, πιθανώς, με βιομηχανικά υλικά κατεβαίνουν στη σειρά, ενώ η εικόνα επαναλαμβάνεται θαρρείς και η κίνησή της εννοηματώνει τον ρυθμό της ζωής, αλλά και τον ρυθμό των εικόνων. Η διασκέδαση παραπλεύρως της εργασίας, όπως προβάλλεται με την παρουσία του χορευτικού κέντρου, και του μπαρ “Τitanic”, θα είναι ένας απόηχος του υπαρκτού σοσιαλισμού, βέβαια. Όσο για τον ρεαλισμό όμως, το χωριό που προβάλλεται στην ταινία δεν υπάρχει στην πραγματικότητα αλλά είναι “κινηματογραφικά” κατασκευασμένο.Ο ρυθμός της ζωής, από τη μεριά του, αφορά σε μιαν ανώνυμη επαρχιακή πόλη της Μεσευρώπης, που ψάχνει να βρει έναν τρόπο ύπαρξης, μια ευστάθεια μέσα στην υπαρξιακή της ταλάντωση. Η κάθοδος του τελεφερίκ έχει έναν ρυθμό, μια συνέχεια, έναν σκοπό, κατά τα φαινόμενα. Επιπλέον, υπάρχει κάποιος που την παρατηρεί πίσω από ένα παράθυρο, μια σκιά συγκεκριμένα, που δεν θα τη δούμε ποτέ από εμπρός και φωτισμένη καλύτερα. Μαζί με το τρίξιμο που κάνουν τα σύρματα του τελεφερίκ, και που θα γίνει ένας τύπος λάιτ-μοτίβ το οποίο θα διαχυθεί σε ολόκληρη την ταινία, θα αποτελέσει μια ηχητική δεσπόζουσα. Εξάλλου, αυτό το μοτίβο εικόνας, με κάποιον που κοιτά πίσω από το παράθυρο τη ροή των πραγμάτων, είναι διάσπαρτο μέσα σε ολόκληρη την ταινία. Το υποκείμενο πίσω από το παράθυρο (της συνείδησής του) αποτελεί αδιαμφισβήτητη παραπομπή στη διαλεκτική του βλέμματος, στη σχάση του υποκειμένου ανάμεσα σε υποκειμενικότητα και κοινωνικότητα. Η μουσική, μια μουσική συνοδεία περισσότερο, επαναληπτική, μονότονη, δεν φιλοδοξεί να υπογραμμίσει κάποια δραματική εξέλιξη ή ενισχύει μάλλον την ακινησία της κατάστασης, το αναμφισβήτητο του δεδομένου της, το μοιραίο εκεί-είναι της, τη στιγμή που τα εν λόγω τελεφερίκ αυτών των πρώτων πλάνων θα λέγαμε καλύτερα ότι προσποιούνται την κίνηση: νομίζει κανείς ότι ο κόσμος του Μπέλα Ταρ ετοιμάζεται να στηθεί, ή λες και ήταν στημένος ήδη εκεί πέρα. Περιμένουμε τους ήρωές του, αλλά φαίνεται ότι αυτοί είναι μάλλον κομπάρσοι.

Όπως και σε άλλες ταινίες του Ούγγρου σκηνοθέτη, έτσι και στο Κολαστήριο, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, για να χρησιμοποιήσουμε έναν παλιομοδίτικο όρο, φαίνεται να είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, αυτή που παγιδεύει τον θεατή, που αναστέλλει το νόημα της υπόθεσης. Και τούτη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα συντίθεται από την ομίχλη, προνομιακό φόντο για τις σκιές των ανθρώπων και των αδέσποτων σκυλιών, από τη λάσπη των χωματόδρομων όπως την αποτυπώνει η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Γκάμπορ Μεντβίγκυα, από τις μουσκεμένες καμπαρτίνες, σήμα κατατεθέν εξάλλου της απανταχού σινεμελαγχολίας, από την επαναληπτική και αντιδραματοποιητική χρήση της μουσικής, που τείνει κατ’ αυτόν τον τρόπο σε έναν εμμονικό βόμβο.

Κι αυτή η φορά του σκηνοθέτη προς τα πράγματα είναι απαραγνώριστο χαρακτηριστικό της τέχνης του: αφενός, η αυθαίρετη, υποκειμενική, ματιά του, και αφετέρου, ό,τι περισυλλέγει από την αντικειμενική και ανεξάλειπτη πραγματικότητα, ενώ τούτη η τριβή, τούτη η λαχανιαστή επαφή προκαλεί τη σπίθα εκείνη που συνιστά μια θεμελιώδη αρχή της κινηματογραφικής ποιητικής του. Η σύνθεση της συνέχειας, η ενιαία δόμηση της αφήγησης, επαφίεται στη συνείδηση των θεατών, που πρέπει να υπερβούν τη συνέχεια για να αποκαταστήσουν το διαλεκτικό της νήμα. Ως εκ τούτου, έχουμε ένα σινεμά που δεν χαρίζεται στον θεατή του, που η υποκειμενικότητά του κάνει διαρκή νεύματα πρόκλησης προς μία ευτυχή αισθητική συνεύρεση. Αυτή η υποκειμενικότητα είναι που επιζητεί την αντίστοιχη του σκηνοθέτη, ή εκείνου που αφηγείται τη φιλμική ιστορία, διότι μόνο υπό αυτήν την προϋπόθεση μπορεί να λειτουργήσει ένα έργο τέχνης, και πολλώ μάλλον μια κινηματογραφική ταινία. Ακόμη και στις πλέον ανατρεπτικές εκδοχές του, το σινεμά, και όχι ο κινηματογράφος, για να ακολουθήσουμε την ορολογία του Εντγκάρ Μορέν, δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την προβολή και την ταύτιση, χωρίς την ιδιάζουσα υποκειμενικότητα του θεατή δηλαδή. Η προσπάθεια να υιοθετήσουμε την υποκειμενικότητα του Μπέλα Ταρ είναι και αυτή που καθιστά τις ταινίες του δύσβατες, άρα και αντιεμπορικές. Εξάλλου, καθώς το σινεμά συγγενεύει με την ύπνωση και το όνειρο, είναι και ιδιαζόντως ευεπίφορο στο να προκαλέσει τον “πανικό” του θεατή, πανικός που μόνο με την πλήξη και τη δυσφορία μπορεί να εξουδετερωθεί. (περισσότερα…)

Ἔρχου καὶ ἴδε

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ο Έλεμ Κλήμοφ δανείζεται τον τίτλο της ταινίας του Έλα να δεις από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. «Ἔρχου καὶ ἴδε», γράφει ο Ευαγγελιστής, στα ελληνικά του καιρού του. Ένας τίτλος που διατηρεί από την αποκαλυψιακή θερμοκρασία εκείνον τον βαθμό που χρειάζεται ο σκηνοθέτης ώστε να προβάλει την αντίληψη που χρειάζεται για τα υπό πραγμάτευση έκτακτα γεγονότα της ιστορίας του. Κι αυτά τα γεγονότα χαρακτηρίζονται από μια ωμή βιαιότητα. Η βία αποκτά, έτσι, μια μεταφυσική, τερατώδη ποιότητα, ενώ η προστακτική τού “έλα να δεις” δεν είναι μόνο μια προτροπή για επαλήθευση μέσω της όρασης, της πλέον αξιόπιστης από τις αισθήσεις, αλλά και μια προοικονομία της τερατωδίας που πρόκειται να ακολουθήσει. Αυτό που θα δεις είναι κάτι φρικαλέο και ως αυτόπτης μάρτυρας φέρεις την ευθύνη σχετικά, την ευθύνη της μαρτυρίας του.

Η ζέουσα αντιπολεμική καταγγελία χρειάζεται το μεταφυσικό ρίγος του τίτλου για να εισαγάγει τον θεατή στη δυστοπία της πολεμικής ωμότητας. Το μεταφυσικά αδιανόητο και το αποτρόπαια ωμό συναντώνται και αλληλοτροφοδοτούνται. Δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε δύο εκ συστάσεως αντίθετες απόψεις για τον κόσμο να συζευγνύονται για να υπηρετήσουν ένα κοινό αισθητικό όραμα. Η αποκαλυψιακή μεταφυσική υπηρετεί μια οπτική ιστορικού υλισμού. Ποιος κερδίζει και ποιος χάνει άραγε από το ζευγάρωμα αυτό, έχει η αισθητική τη δύναμη να συναιρεί τούτα τα δύο αντίθετα και να τα ωθεί προς μία οπτική που εξουδετερώνει την αντίφασή τους; Ή μήπως τίποτα δεν ακυρώνεται και δεν μειώνεται μέσα από τη σύζευξη αυτή και ο κάθε όρος, ο μεταφυσικός και ο υλιστικός, διατηρεί το σθένος του παράγοντας μιαν αντίφαση που μπορεί να λυθεί μόνο διά της αισθητικής συναίρεσης των αντιθέτων, αφήνοντας ανοιχτό και ειρωνικά άλυτο το εν λόγω ζήτημα του συμβιβασμού τους;

Η υπόθεση: βρισκόμαστε σε ένα χωριό της Λευκορωσίας, κατά τη γερμανική κατοχή στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, λίγο πριν ξεσπάσει η καταστροφική ναζιστική θηριωδία, πάνω στον άμαχο πληθυσμό και ενόσω αυτή σοβεί και προκαλεί ένα κυριολεκτικό ολοκαύτωμα (μάς είναι οικεία ήδη και είναι παροιμιώδης από το δικό μας ιστορικό παρελθόν κατά την ίδια χρονική περίοδο –Καλάβρυτα, Δίστομο, Δοξάτο– ο θάνατος, η βία, η ρατσιστική προκατάληψη παρασύρουν τα γεγονότα, ακόμη κι όταν ο συσχετισμός δυνάμεων θα αλλάξει φορά, ακόμη κι όταν οι παρτιζάνοι επέμβουν και επιβάλλουν τη δικαιοσύνη τους και κατά έναν τρόπο που βαραίνει ακόμη τη συλλογική μνήμη με το αίμα των αθώων. Το πρόβλημα του σκηνοθέτη δεν είναι, φυσικά, να αποδείξει τον βαθμό της ωμότητας, ο οποίος επιβάλλεται, σχεδόν αυτονόητα μέσα από την απυρόβλητη ιστορική του αληθοφάνεια και πιστοποίηση Το πρόβλημα είναι μάλλον πώς τούτο το αυταπόδεικτο της θηριωδίας θα μεταστοιχειωθεί σε ένα αισθητικό ζητούμενο.

Είναι καταφανώς βέβαιο ότι πρόκειται για ένα αποτρόπαιο έγκλημα εις βάρος του άμαχου πληθυσμού, ένα έγκλημα πολέμου: οι αθώοι και οι δήμιοι είναι ξεκάθαρα διακριτοί. Ο Κλήμοφ δεν κομίζει τίποτα καινούργιο όσον αφορά σε αυτόν τον διαχωρισμό. Διαθλά όμως το κακό, τούτο το “απόλυτο” ναζιστικό κακό, μέσα από διάφορους φακούς. Ένας από αυτούς, και, αναμφισβήτητα, ο ισχυρότερος, είναι το “αθώο” παιδικό βλέμμα. Ο Φλόριαν (Αλεξέι Kραβτσένκο) είναι ένα παιδί που, παρότι ονειρεύεται τον πόλεμο, έστω υπό μορφή παιχνιδιών, έστω σε κατάσταση γενικής επιστρατεύσεως και πατριωτικού συναγερμού υπέρ βωμών και εστιών, θα υποστεί τις συνέπειες της πολεμικής θηριωδίας, η οποία θα αποτυπωθεί πάνω του σχεδόν σωματικά, και μάλιστα με έναν προοδευτικό ρυθμό. Σύμφωνα με αυτόν, τα σωματικά χαρακτηριστικά του παιδιού θα υποβληθούν σε μιαν αλλόκοτη φυσιογνωμική αλλοίωση, μέχρι την αφύσικη πρόωρη γήρανσή του. (περισσότερα…)

Στον αμφιβληστροειδή του κήτους

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ο Αντρέας Βερκμάιστερ (1645-1706) συνδύασε μουσική, μαθηματικά, φιλοσοφία και θεολογία. Θεωρούσε τη μουσική αρμονία έκφραση της τάξης που διέπει το σύμπαν. Οι ιδέες του επηρέασαν βαθιά τη θεωρία και την πράξη του ύστερου μπαρόκ. Συγγενεύει μουσικά με τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Μελέτησε τον μουσικό συγκερασμό και επηρέασε την εξέλιξη του χορδίσματος των πληκτροφόρων οργάνων, ενώ εξέλιξε τη χρήση όλων των τονικοτήτων.

Εν προκειμένω η λέξη αρμονία χρησιμοποιείται υπονομευτικά και ειρωνικά, διότι αυτό στο οποίο κατατείνει το αισθητικό ζητούμενο της ταινίας (Oι αρμονίες του Βερκμάιστερ του Μπέλα Ταρ) είναι η συστατική οντολογική παραφωνία. Στα γερμανικά η λέξη Werkmeister σημαίνει τον αρχιμάστορα, και άρα εκείνον που κρατά στο χέρι του την υφή και τη σύνθεση του σύμπαντος, υλικού και πνευματικού.

Τούτη η πλέον προσπελάσιμη από τις ταινίες του Μπέλα Ταρ επιτρέπει εμφανώς κάποια σημεία πρόσβασης. Με πρώτο, το μοτίβο του τέρατος- φάλαινα, που κείται νεκρό στην πλατεία και περιμένει να εκτεθεί ως ατραξιόν στα μάτια των κατοίκων της μικρής ουγγρικής πόλης. Μιας πόλης με σφαλισμένα σπίτια και φαινομενικά ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία. Σπίτια λιτά, συγυρισμένα, έρημα όμως και νοτισμένα από την ασπρόμαυρη φωτογραφία των Γκάμπορ Μεντβίγκυ, Γιεργκ Βίντμερ, μεταξύ άλλων. Η παλιά ρήση ότι η αρχιτεκτονική είναι η κατ’ εξοχήν πρόσφορη τέχνη για τον κινηματογράφο βρίσκει εδώ την εφαρμογή της. Τα σπίτια, με την ευταξία της ομοιομορφίας τους, συνθέτουν ένα σχεδόν μεταφυσικό υπόβαθρο όπου εντούτοις είναι ευδιάκριτη η κληρονομιά του σοσιαλιστικού παρελθόντος, η άνωθεν επιβεβλημένη ταπεινότητα και έλλειψη διάκρισης, αλλά και η ισοπεδωτική κανονικότητα. Σε ολόκληρη την ταινία εξάλλου υπάρχει μια υπόκωφη αντίστιξη με τούτο το σοσιαλιστικό παρελθόν χωρίς όμως να γίνεται μια ανοιχτή αναφορά σχετικά, παρά μόνο σε συμβολικό και ασυνείδητο επίπεδο. Δεν γίνεται λόγος, φυσικά, για την αψβουργική αίγλη (ούτε επιβλητικές γέφυρες, κωδωνοστάσια και κλιμακοστάσια, ούτε πύργοι με επίχρυσους πυργίσκους).

Στην καρδιά της μίζερης λιτότητας, ωστόσο, ένα στοιχείο έρχεται να ανατρέψει την τυποποιημένη εικόνα και την κάνει να γείρει προς την αντίθετη πλευρά. Είναι το κουφάρι μιας φάλαινας, που παριστάνεται μάλιστα όχι ακριβώς με έναν γκροτέσκο, αλλά με έναν αντιρεαλιστικό, γελοιογραφικό τρόπο: ένα κήτος που έχει εξοκείλει σε τούτη τη μεσευρωπαϊκή ακτή και, ως εκ τούτου, αποτελεί έναν κλονισμό παραξενίσματος. Συνιστά ένα ερώτημα και ταυτόχρονα την εισβολή ενός παράδοξου φανταστικού που ασκεί μιαν αόρατη ώση πάνω στους ανθρώπους και στους τόπους. Ποιοι έφεραν το κήτος στην πλατεία, είναι απλώς για τους σκοπούς ενός πανηγυριού, μια ατραξιόν τσίρκου; Αν μπορεί να ειπωθεί αυτό για ένα νεκρό ζώο, τούτο το τελευταίο έχει ένα ανησυχητικό, ζοφερό βλέμμα. Το εν λόγω εύρημα ανατρέπει κάθε φιλοδοξία ρεαλιστικής αναπαράστασης, προτείνοντας έναν συμβολισμό για την κατάσταση στην Ουγγαρία, για το άδοξο τέλος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, ας πούμε, και τα θυρανοίξια μιας καινούργιας, επικίνδυνα αμφίβολης, εποχής.

(περισσότερα…)

Ο τρόμος του σωσία

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Aνάμεσα στα φυσικά στοιχεία αυτό που διακρίνεται για τη μεταδοτικότητά του, την άμεση επαφή του, είναι το υγρό στοιχείο: μπορεί να είναι πηγή ζωής και αναζωογόνησης, όμως η άμεση και σχεδόν ολική επαφή που προϋποθέτει το καθιστούν καλό ή κακό αγωγό της μετάδοσης. Η πρόσφατη επιδημική εμπειρία το κατέτασσε στην πρώτη τάξη των κολλητικών παραγόντων. Παράλληλα με την επισφάλεια που επιφέρει, βέβαια, το αρχέγονο αυτό στοιχείο διατηρεί ωστόσο τις στοιχειακές συμβολικές του ιδιότητες, με προεξάρχουσες εκείνην της κάθαρσης, υλικής και ηθικής, της αναγέννησης, κυριολεκτικής και συμβολικής.

Τι να πει επομένως κανείς για μια ταινία που ο δημιουργός της, ο Τσάρλυ Πόλινγκερ, επιμένει να τοποθετεί τα δρώμενά της κοντά, γύρω, πάνω αλλά και κάτω από την επιφάνεια του νερού, έστω κι αν αυτό είναι το «χλωριωμένο» νερό μιας πισίνας; Μιας πισίνας σχολικών εγκαταστάσεων, μιας πισίνας κατασκήνωσης, προορισμένης για προπόνηση και αγώνες γουώτερ-πόλο, ενώ θα μπορούσε να μετατοπίσει λίγο τις εικόνες του σε πιο «στεγνούς» και στεγανούς χώρους που διαθέτει μια εγκατάσταση κατασκήνωσης, σε χώρους όπου η υγρασία ή η υποψία της δεν φαίνεται να επηρεάζουν τη στεγνή ή στυγνή λογική των διανθρώπινων συναναστροφών. Εσκεμμένα και μετ’ επιτάσεως παρά ταύτα οι ήρωες είναι ραντισμένοι από την υγρασία της πισίνας οποιαδήποτε αναφορά, οποιοδήποτε πλάνο εκτός του εν λόγω χώρου θα αποτελούσε παραφωνία, έστω κι αν συνιστούσε δραματουργική αιτιολόγηση: μόνο ο χώρος της πισίνας, των διαδρόμων και των παράπλευρων αιθουσών (π.χ. εστιατόριο) ενδιαφέρουν τον σκηνοθέτηʿ ό,τι είναι να βυθιστεί θα βυθιστεί μέσα στο χλωριωμένο νερό, και ό,τι είναι να αναδειχθεί θα αναδυθεί από αυτό. Οι πρωταγωνιστές κυκλοφορούν εστεμμένοι με τα μαργαριτάρια των σταλίδων πάνω τους σαν να πρόκειται για τη μοίρα με την οποία τους έχει αγγίξει η πρωτογενής δύναμη του υγρού στοιχείου.

Και μιλάμε για την ταινία Η πανούκλα, όπου ένα πλήθος τεχνικών κυρίως συντελεστών της φέρουν ρουμανικά ονόματα, καθότι απλούστατα η ταινία έχει γυριστεί στη Ρουμανία, αλλά το στίγμα του νεότερου ρουμανικού κινηματογράφου ελάχιστα τη χαρακτηρίζει, ενώ η αμερικανική γραφή είναι έκδηλη, παρότι δεν ακολουθεί την πεπατημένη του αμερικάνικου ψυχολογικού θρίλερ.

Βασικός πυρήνας της ιστορίας δηλαδή είναι κάτι πλέον κοινότοπο, ο σχολικός εκφοβισμός, το μπούλινγκ. Αυτό που μέχρι πρόσφατα δεν είχε καν όνομα, άρα και νόημα, ώστε να γίνει αντικείμενο μυθοπλαστικής πραγμάτευσης, εμφανίζεται για ακόμη μια φορά, με τον κίνδυνο βέβαια της χιλιοειπωμένης ιστορίας, του «ένδοξου» κλισέ.

Καλό θα είναι λοιπόν να δούμε σε τι αποκλίνει δημιουργικά η ταινία από παρεμφερείς ιστορίες και τη σκηνοθετική τους πραγμάτευση.

Κατά πρώτον, ενώ η ομάδα των bullies, των εκφοβιστών, είναι, όπως συχνά, πολυπληθής, και αυτός ο «μαζικός» χαρακτήρας συντηρεί την αντίθεση θύτη-θύματος, αυτό το τελευταίο αναδιπλασιάζεται: είναι, κατά πρώτον, ένα παιδί με μιαν απροσδιόριστη κολλητική ασθένεια, που μπορεί και να μην είναι και κολλητική, και που ο φαινότυπός της είναι οι κοκκινίλες και τα ερεθισμένα εξανθήματα, αποκρουστικά στην όψη, πιθανώς παθογενή και παθογόνα, τίποτα όμως πιο συγκεκριμένο. Το νερό με την κοσμογονική του πρωτογένεια γίνεται, εδώ, φορέας παθογένειας. Η απροσδιοριστία αυτή αποτελεί έναν δυνητικό τρομοκρατικό παράγοντα, όπως φάνηκε, αρχικά τουλάχιστον με το παράδειγμα της πρόσφατης επιδημίας του AIDS. Η πιθανότητα της ψυχογένειας των εξανθημάτων, η πιθανότητα το εκφοβιστικό κλίμα να γεννά τα εξανθήματα, δεν απασχολεί τους ήρωες, ούτε επομένως και τον σκηνοθέτη. Αιωρείται ως εικασία των υποψιασμένων θεατών. Εκείνο που προέχει είναι το νερό ως καλός αγωγός μολυσματικής μετάδοσης, και όχι μόνο αυτό: η ανθρώπινη επιδερμίδα ως επιφάνεια ενός βάθους: είναι γνωστή η φράση του Πωλ Βαλερύ, δεν υπάρχει τίποτα πιο βαθύ από την ανθρώπινη επιδερμίδα. (περισσότερα…)

Η Χορδή του Τόξου: Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗ

~.~

Ο Τρωικός Πόλεμος δεν έχει ξεκινήσει, ο Οδυσσέας βρίσκεται ακόμα στην Ιθάκη και έχει βγει στο δάσος για κυνήγι συνοδευόμενος από έξι-εφτά υποτακτικούς. Κάποια στιγμή, η ομάδα διακρίνει έναν ανυποψίαστο κάπρο ανάμεσα στα πουρνάρια. Τους χωρίζουν ακόμα αρκετά μέτρα. Ο Οδυσσέας είναι δεινός τοξοβόλος και δεν θα έχει πρόβλημα να κατεβάσει το θηρίο με μια σαϊτιά. Τότε, ο θεατής, ο θεατής που τόσο άνετα κάθεται στο πολυτελές σινεμά με την ηχητική τεχνολογία Dolby Atmos και την προβολή σε 4K, έρχεται αντιμέτωπος με κάτι αναπάντεχο. Ο Οδυσσέας τινάζει τη χορδή του τόξου δίχως να ρίξει κανένα βέλος, εκείνη ταλαντώνεται ηχηρά για ένα δευτερόλεπτο, το οξύ νταν ανησυχεί τον κάπρο κι αυτός επιτίθεται ορμητικός προς τους επίδοξους θηρευτές. Επικρατεί φόβος αλλά ο Οδυσσέας καταφέρνει να σαϊτέψει το ζώο λίγο πριν σαρώσει αυτόν και την ομάδα του. Ο θεατής θα απορήσει με την πράξη του Οδυσσέα του Ματτ  Ντέημον, που ρίσκαρε όχι μόνο την επιτυχία του κυνηγιού αλλά και την ίδια την ακεραιότητα τη δική του και των ακολούθων του. Και φαίνεται πως οι τελευταίοι γνωρίζουν τα καμώματα του Οδυσσέα, γι’ αυτό και αγανακτούν λιγάκι μαζί του (όσο μπορεί κανείς να αγανακτήσει ενώπιον του κύρη του). Ωστόσο, ο Οδυσσέας του Ματτ  Ντέημον είναι σχετικά πράος και σπεύδει να τους θυμίσει πως έτσι πράττει πάντα: προειδοποιεί το ζωντανό για να του δώσει μια ευκαιρία να το βάλει στα πόδια ή να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο θεατής στο πολυτελές σινεμά ίσως σκεφτεί ότι εδώ έχουμε έναν Οδυσσέα ηθικό, ακόμα και έναν Οδυσσέα με πρόσημο οικολογικό. Ωστόσο, το πράγμα πηγαίνει βαθύτερα. Εδώ, στη σκηνή με τη χορδή του τόξου, βρίσκεται η ουσία της ανάγνωσης της Οδύσσειας από τον Κρίστοφερ Νόλαν (και όχι στις όποιες επιλογές του κάστινγκ, οι οποίες συζητήθηκαν ad nauseam και επί ματαίω). Το ηχηρό χτύπημα της χορδής πριν από την εκτόξευση του βέλους προειδοποιεί το θήραμα και, έτσι, δημιουργεί μια συνθήκη οιονεί μονομαχίας, όπου ο θηρευτής δεν χτυπάει πισώπλατα αλλά εισέρχεται συνειδητά στη ζώνη του κινδύνου. Και αυτό είναι το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της κατά Νόλαν Εποχής του Χαλκού, της εποχής εκείνης των ημίθεων ηρώων και της πολιορκίας του Τροίας, όπου η παλικαριά του ενός μετριόταν απέναντι στην παλικαριά του άλλου. Στην ταινία του Νόλαν, το χτύπημα της χορδής ως προειδοποίηση απέναντι στο θήραμα κάνει τον Οδυσσέα ήρωα αντάξιο ενός Διομήδη και ενός Έκτορα.

Κι όμως. Κάπου εδώ, ανακύπτει ένα ερώτημα. Απέναντι σε εκείνους τους «τρανούς κονταρομάχους»[1] του τρωικού πολέμου που υψώνονταν σαν πύργοι στο πεδίο της μάχης, ο Οδυσσέας δεν παύει να είναι ένας άνθρωπος πολυμήχανος, ένας άνθρωπος δαιμόνιος. Η συνύπαρξη μεταξύ τους ίσως επιφυλάσσει τριβές. Ήδη ο Σοφοκλής εξέθεσε προγραμματικά αυτό το ρήγμα δείχνοντας τον ογκώδη και ηρωικό Αίαντα να χάνει τα όπλα του σκοτωμένου Αχιλλέα μες από τα χέρια του εξαιτίας της πονηριάς και της διπλωματικότητας του βασιλιά της Ιθάκης και, έτσι, να ατιμάζεται βαριά, με καταστροφικά αποτελέσματα. Για να επιστρέψουμε στην καλή ταινία του 2026, η ιδιάζουσα χρήση του τόξου σημαίνει πως ο νολανικός Οδυσσέας έχει πάντα την επιλογή είτε να σε πολεμήσει στα ίσα είτε να σε τελειώσει ύπουλα προτού καν γίνει αντιληπτός. Κι αυτή είναι η αμφιρρέπεια που δένει την ταινία και την κάνει να στέκεται στα πόδια της.

Όταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φτάνουν στη σπηλιά του Πολύφημου (μια εξαιρετική σεκάνς τρόμου), περιμένουν αυτός να κοιμηθεί και ύστερα τον τυφλώνουν, σε ένα διάσημο στιγμιότυπο γνωστό ακόμα και σε όσους είχαν μια κάποια επαφή με το ομηρικό έπος μόνο στην παιδική τους ηλικία. Ο Πολύφημος ουρλιάζει και το πλήρωμα των πολεμιστών ακούει εμβρόντητο πως ο πατέρας του είναι ο Ποσειδώνας, τον οποίο ο φοβερός κύκλωπας παρακαλεί τώρα για εκδίκηση. Ο Πολύφημος είναι πλέον τυφλός και, ως γνωστόν, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του δραπετεύουν χάρη στα πρόβατα, τα οποία τους καλύπτουν από το ψαχούλεμα του φονικού, γιγάντιου χεριού. Οι σύντροφοι μαζί με τον βασιλιά τους κουτρουβαλούν πια στον λόφο και το συγχυσμένο τέρας κοντοστέκεται στο στόμιο του σπηλαίου. Έχει μεγάλη σημασία για την ταινία ολόκληρη ότι ο Οδυσσέας του Νόλαν ουδέποτε συστήνεται στον Πολύφημο ως «Κανένας» και ουδέποτε εκστομίζει ύβριν προς τον Ποσειδώνα (όπως συμβαίνει στο ι της Οδύσσειας του Ομήρου). Η ύβρις στην ταινία έγκειται στο εξής: Έχοντας πια πάρει απόσταση ασφαλείας από τον τυφλωμένο κύκλωπα, ο Οδυσσέας γυρίζει προς τα πίσω και τον τοξεύει στο πληγωμένο του μάτι. Όχι απλώς δεν τον προειδοποιεί μ’ ένα κουδουνιστό νταν της χορδής αλλά τον χτυπάει ενώ αυτός είναι παροπλισμένος και απολύτως ανήμπορος να φυλαχτεί. Όλα τα κατοπινά παθήματα οι σύντροφοι του Οδυσσέα τα αποδίδουν σε αυτήν ακριβώς τη στιγμή, όπου ο ήρωας σπάει τον κώδικα τιμής της μονομαχίας και χτυπάει ύπουλα και χαιρέκακα. (Το αν οι ήρωες των στίχων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας κρατούν απαρέγκλιτα έναν τέτοιο κώδικα τιμής ή αν ενσωματώνουν και τις ποταπές όψεις του πολέμου είναι άλλη κουβέντα· εδώ πραγματευόμαστε την ερμηνεία της ταινίας.) Η ασέβειά του απέναντι στον Πολύφημο και στον θεό πατέρα του δεν είναι άλλη από το αντιηρωικό και αχρείαστο χτύπημα. (περισσότερα…)

Ο (μακρινός) απόηχος του Μάη

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Στο φαντασιακό του παρισινού Μάη του ’68, το ατομικό συνδυαζόταν ανεπιφύλακτα με το συλλογικό, το μύχιο με το εξωστρεφές, αλλά και το όνειρο με την πραγματικότητα, μέχρι την τελική ταύτισή τους, μέχρι το τέλος και τη συντέλεια της ιστορίας δηλαδή. Κάθε καιρός και οι εσχατολογίες του.

Όταν στις αρχές της δεύτερης χιλιετίας ο Μπερνάρντο Μπερτολούτσι γυρίζει τους Ονειροπόλους, περνώντας από πολλούς διασταθμούς, Τελευταίο ταγκό, Το φεγγάρι, Τελευταίος αυτοκράτορας, Τσάι στη Σαχάρα, έχει, σίγουρα, εκείνη την απόσταση, τόσο ως δημιουργός όσο και ως κοινωνικός στοχαστής, για να δει ξεκάθαρα την εποχή των Ονειροπόλων του, να δει κριτικά τον ουτοπισμό της και να προβάλει τις κοινωνικές του αντιφάσεις. Και το κάνει με μια εύλογη απροθυμία κάποτε να υποστεί ο ίδιος την εν λόγω εγχείριση απομάγευσης. Επιστρέφει στο θέμα του και στην εποχή του, βέβαια, με τη νηφαλιότητα και τη σοφία του ξανακερδισμένου χρόνου, χωρίς ωστόσο τη συγκατάβαση της ύστερης γνώσης.

Το Παρίσι είναι για τον Ιταλό σκηνοθέτη, και πάλι, μια κοσμογονική μήτρα, όπου μπορεί να ραβδοσκοπήσει κανείς, έστω πρωθύστερα, τους κραδασμούς των ιστορικών αλλαγών. Οι τρεις ήρωές του, οι δύο Γάλλοι, ένας νεαρός και μια κοπέλα, και ένας Αμερικανός, δεν είναι, βέβαια, από τους τυπικούς πρωτομάστορες του Μάη. Οι Γάλλοι, από τη μεριά τους, είναι «κληρονόμοι» της αστικής ιντελιγκέντσιας, ενώ ο Αμερικανός, είναι μάλλον ένας αμήχανος μικροαστός. Οι Γάλλοι είναι αυτό που Πιέρ Μπουρντιέ κωδικοποίησε ως «κληρονόμοι». Φορείς του αστικού πολιτιστικού κεφαλαίου, αμφισβητούν εκ του ασφαλούς και εκ των υστέρων, καλοπροαίρετα, βέβαια, πάντα. Όμως χωρίς να προσδιορίζονται επακριβώς τα κίνητρά τους, οι τρεις νεαροί ακολουθούν, μοιρολατρικά θα λέγαμε, το ρεύμα της κοινωνικής άμπωτης που οδηγεί στην ιδιώτευση. Οι ανατρεπτικές προοπτικές τούς προκαλούν μάλλον αμηχανία, έστω κι αν δεν θέλουν να το παραδεχθούν φωναχτά. Κλείνουν την πόρτα πίσω τους, αφήνοντας έξω την Εξέγερση, με μια μπωντλαιρική χειρονομία, που, σίγουρα, δεν υπονοεί καμιά ενοχή.

Eίναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ο Μάης κατόρθωσε να συγκεράσει το συλλογικό με το ατομικό, την ουτοπία του ενός με τις λαχτάρες του πλήθους. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι δεν φοβόταν την αντίφαση, η αντίφαση ήταν ένας κόμπος που έπρεπε να λυθεί στο πλαίσιο των γενικότερων αντιφάσεων του καπιταλισμού και της διαλεκτικής του σύλληψης. Αυτή η αίσθηση σώζει τρόπον τινά τα παιδιά της ιστορίας και δεν αφήνει την πραγματικότητα να τα καταπιεί. Το χιούμορ απέναντι στην ιστορία, η αίσθηση των αντιφάσεων και άρα η ταπεινότητα απέναντί τους, ήταν ένα από τα μεγάλα τρόπαια του παρισινού Μάη, αυτό που οι τρεις νεαροί περιφέρουν ασύστολα μέσα στην ταινία. Οι πανουργίες της ιστορίας αντιμετωπίζονται εδώ με χιούμορ και παιγνιώδη διάθεση, κάτι που εκ παραδόσεως ανήκε στο αστικό οπλοστάσιο.

Έπειτα, αν μιλάμε για αντιφάσεις, πώς μπορεί να μας διαφύγει το γεγονός ότι ο αναχωρητισμός των τριών παιδιών συντελείται μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο από αφίσες που προπαγανδίζουν τη μαοϊκή πολιτιστική επανάσταση, κάτι τόσο ασύμβατο δηλαδή με τον «μικροαστικό» ατομισμό αλλά και με τη γενικότερη ελευθεριότητα που χαρακτηρίζει το πνεύμα και τη συμπεριφορά των τριών πρωταγωνιστών. Μήπως ο Μπερτολούτσι υπονοεί ότι ο Μάης ήταν στιγματισμένος και καταδικασμένος από τα γεννοφάσκια του ή ότι η αντίφαση αποτελεί ένα προπατορικό στίγμα του επαναστατικού πνεύματος χωρίς το οποίο όμως καμία δράση, καμία ανατροπή δεν είναι εφικτή; (περισσότερα…)

Ο ξένος: Μια εκδοχή

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Προκειμένου να μιλήσει κανείς για τον Ξένο του Φρανσουά Οζόν, θα πρέπει όχι μόνο να φέρει στον νου πράγματα που αφορούν στη σχέση λογοτεχνίας και κινηματογράφου, καθώς, και στη μετάθεση από το ένα σημειωτικό σύστημα όπως η γλώσσα και η λογοτεχνία, στο άλλο, ήτοι στη γλώσσα του κινηματογράφου, αλλά, εν προκειμένω, και τη «μυθολογία» που βαραίνει το βιβλίο του Καμύ και τους ορίζοντες που έχει ανοίξει. Μετά το εν λόγω μυθιστόρημα, ο ξένος προσλαμβάνει μια υπαρξιακή διάσταση που είναι ταυτόχρονα κριτική στις νοητικές και κοινωνικές δομές της σύγχρονης κοινωνίας, γίνεται ο παρίας που έχει ένα ηθικό πλεονέκτημα απέναντι στους εγκατεστημένους και τους βολεμένους. Και μάλιστα, τα όσα έπονται της έκδοσης του βιβλίου, η όλη νοόσφαιρα του μεταπολεμικού κόσμου, θα εκλεπτύνουν τούτη την έννοια της ξενότητας και θα την καταστήσουν αντιπροσωπευτική της σύγχρονης πραγματικότητας. Ως εκ τούτου, ενενήντα περίπου χρόνια μετά, το βιβλίο διατηρεί την ερεβώδη και ανησυχητική του ετερότητα, εκείνη που έκανε τον Αντρέ Μαλρώ να πάρει τον νεόφυτο Αλμπέρ από το χέρι και να τον παρουσιάσει επειγόντως στον εκδότη Γκαλιμάρ ως ένα αναπάντεχο συγγραφικό εύρημα.

Έκτοτε οι δυτικές κοινωνίες έχουν επεξεργαστεί και προβληματοποιήσει την έννοια του ξένου, κατά έναν τρόπο όμως που δεν εφαρμόζει απόλυτα με τον καμυσιανό Ξένο, αποδεικνύοντας έτσι ότι το βιβλίο δεν έχει εξαντλήσει τη δυναμική του, ότι κάτι, ένα καταραμένο υπόλοιπο, περισσεύει και κρατά ανοιχτή τη συμβολική του. Βέβαια, οι ξένοι των ημερών μας, εξαθλιωμένοι, καταδιωγμένοι, απειλητικοί και ταυτόχρονα περιφρονημένοι, δεν εμπίπτουν ακριβώς στην έννοια του Μερσώ, του κεντρικού προσώπου της μυθοπλασίας του Καμύ. Ο Μερσώ είναι ένας στυλάτος ευρωπαίος εν μέσω αποκιοκρατούμενων γηγενών της Αλγερίας. Έχουμε μιαν αντιστροφή, επομένως, των δεδομένων. Ποιος είναι ο κυρίαρχος και ποιος ο μειονοτικός εν προκειμένω; Ο ξένος του Καμύ πλάθει μια sui generis ξενότητα με πολλαπλά μέτωπα.

Μετά τον θάνατο της μητέρας του, στην κηδεία της οποίας παρευρίσκεται εκών άκων και αδιάφορος, θα σκοτώσει σε ένα αναίτιο φαινομενικά ξέσπασμα έναν ντόπιο που δήθεν τον απειλεί λόγω της σχέσης του με τον Γάλλο φίλο του Ραϋμόν, που κι αυτός δεν είναι εντελώς αθώος και υπεράνω υποψίας. Ο συγγραφέας, και ο σκηνοθέτης βέβαια, αφενός, παρουσιάζει τον Μερσώ ως ηθικά ψυχρό και αδιάφορο, αφετέρου όμως φωτίζει τη σχέση του με έκνομες καταστάσεις που ευδοκιμούν στους κόλπους των αποικιοκρατών. Επομένως ο φόνος που διαπράττει ο Μερσώ εντάσσεται σε μια προοπτική διαπροσωπικών συμμαχιών, γίνεται με το αντάλλαγμα μιας αόριστης εύνοιας και συνενοχής εκ μέρους της κοινότητας στην οποία ανήκει ο γάλλος ήρωας, και η οποία είναι, ωστόσο, η ίδια που τον ορίζει ως ξένο μέσα στους κόλπους της. Αλλά και η σχέση με τον Ραημόν τοποθετεί τον Μερσώ πέρα από το καλό και το κακό, στον χώρο μιας αδιαφορίας που θα τον φέρει ante festum μεταξύ των αντιηρώων της σύγχρονης μυθοπλασίας. Έτσι, η έννοια του ξένου υπόκειται σε μια βαθιά επεξεργασία βάσει του προσώπου του Μερσώ. Το ξένο γίνεται συνώνυμο του ανοίκειου, του παράδοξου, του unheimlich της φροϋδικής σύλληψης. Η σημερινή εκδοχή για τον ξένο όπως προκρίνεται από τις ΜΚΟ και άλλες αγαθές ψυχές αποδεικνύεται επομένως ανεπαρκής για την κατανόηση των αντιδράσεων του εν λόγω ήρωα.

Εξάλλου, όταν, στα 1967, ο Λουκίνο Βισκόντι μετέφερε τον Ξένο στον κινηματογράφο, κατηγορήθηκε για αστοχία και προδοσία του νοήματος του βιβλίου. Τι έφταιξε και, παρά τη συνεπικουρία της βισκοντικής dream team που συνεργάστηκε για το Lo straniero (Μαρτσέλο και Ρουτζέρο Μαστρογιάννι, Σούζο Τσέκι ντ’ Αμίκο, Άννα Καρίνα, Τζουζέπε Ροτούνο), η ταινία θεωρείται ακόμη και σήμερα ως «η» παροιμιώδης αποτυχία του σκηνοθέτη του Γατόπαρδου; Ομολογουμένως, η ταινία δεν χωλαίνει τόσο αισθητικά, απλώς μετατοπίζει το ιδεολογικό της έρμα από το «υπαρξιακό» στο «πολιτικό» και, έτσι, μοιραία χάνει την «εμβληματική» ουσία του Ξένου, που από πολλούς επικεντρώνεται στην έννοια του παραλόγου όπως αυτή κατοχυρώθηκε, αναδρομικά και κάπως αναχρονιστικά, από τον φιλόσοφο Καμύ (Ο μύθος του Σισύφου, Ο επαναστατημένος άνθρωπος) και τη μεταπολεμική υπαρξιστική προβληματική. (περισσότερα…)

Είναι άραγε η ποίηση που προέχει;

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Το Ένας ποιητής του Σιμόν Μέσα Σότο είναι μια ταινία πάνω στην ποίηση, και όχι μια ποιητική ταινία. Εξετάζει τη θέση του ποιητή και της ποιητικής λειτουργίας μέσα στην κοινωνία, και δη στην κοινωνία μιας υπανάπτυκτης χώρας όπως η Κολομβία. Είναι γεγονός ότι το σινεμά δυνάμει των αυτόχθονων εκφραστικών του μέσων είναι επιτήδειο για τη μετάδοση του ποιητικού ρίγους. Ποιος μπορεί να το αρνηθεί αυτό σε μια μεγέθυνση όπως αυτή του γκρο-πλαν, ποιος μπορεί να το αρνηθεί σε μια σύντηξη εικόνων όπως αυτή του φοντύ-σε-μαύρο ή στη δυναμική της μεταφοράς που επιτελεί το φοντύ-ανσαινέ: τρόποι συγκόλλησης-στίξης μεταξύ εικόνων που χαρακτηρίζουν ιδίως τις συνδέσεις εικόνων στην κλασική κινηματογραφική αφήγηση, και που επιπλέον κάνουν την κινηματογραφική εικόνα να συγγενεύει με το όνειρο και την ποιητική του. Η κινηματογραφική εικόνα βρήκε πολλαπλούς τρόπους για να ορίσει αυτό του εννοούμε λέγοντας ποιητικότητα και να την κατοχυρώσει ως προσίδιo γνώρισμα του κινηματογράφου. Από την άλλη, ποίηση και κινηματογράφος συνιστούν δύο αντιθετικούς πόλους στο φάσμα της εξέλιξης της καλλιτεχνικής έκφρασης του ανθρώπου. Η πρώτη είναι τόσο αβίαστη και πρωτογενής όσο και ένα επιφώνημα, για να θυμηθούμε τον γνωστό ορισμό του Βαλερύ, ο δεύτερος αποτελεί τη δευτερογενή εξέλιξη του ανθρώπινου βλέμματος, διαμεσολαβημένη όμως από τεχνικά κεκτημένα της βιομηχανικής εποχής. Πράγμα που δεν τους εμποδίζει όμως να συναντώνται.

Μια ταινία για τη θέση της ποίησης όμως μέσα στην κοινωνία δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιεί «ποιητικά» μέσα, μπορεί κάλλιστα να περιορίζεται στην κλασική αφήγηση χωρίς να στηρίζεται στις συνήθεις ποιητικές διαφυγές. Άλλο το να μιλάς για ποίηση και ποιητές, και άλλο το να χρησιμοποιείς την εκφραστική σκευή της για να εκφραστείς καλλιτεχνικά. Η ζωή ενός ποιητή μπορεί να παρασταθεί και χωρίς κανένα ποιητικό μέσο, εφόσον, όπως το θέλει ένας καλά ριζωμένος κοινός τόπος, ενδέχεται να έχει μια πεζολογική όψη, στερούμενη, τουλάχιστον επιφανειακά, οποιασδήποτε λυρικής πνοής.

Ο σκηνοθέτης Σιμόν Ουμπεϊμάρ Ρος δεν ασχολείται ιδιαίτερα με το εν λόγω ζήτημα. Παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή της ιστορίας καθώς αυτός έρχεται αντιμέτωπος με ένα καταφανώς αντιποιητικό περιβάλλον, αυτό της δικής του οικογένειας και εκείνο της οικογένειας της μαθήτριας της οποίας αποφασίζει να αναλάβει την προστασία και την προώθηση. Καθότι, όπως βλέπουμε, η μαθήτριά του τις χρειάζεται απαραιτήτως λόγω της ενδεούς κοινωνικής της θέσης. Και βλέπουμε, όπως συνέβαινε από αρχαιοτάτων χρόνων, ότι η λειτουργία, ο ρόλος του ποιητή, δεν είναι κάτι εντελώς άδολο: από τη στιγμή που το υποκείμενο αναλάβει να εκφραστεί ποιητικά, είναι σίγουρο ότι ασκεί κάποια αξίωση ισχύος, κάποια εξουσία που θα εφαρμοστεί πάνω σε εκείνους που θα τον ακούσουν ή και θα τον πιστέψουν, δηλαδή που θα περιβάλλουν με κύρος τα λεγόμενά του και θα τα καταξιώσουν ως ανώτερο πολιτιστικό θέσφατο. Η ποίηση ως φιλολογικό είδος, ως τροπικότητα εκφώνησης, μπορεί να έχει χάσει αρκετή δύναμη από εκείνη που κατείχε στις παλαιότερες ή σε προνεωτερικές κοινωνίες, η γνωστική της εμβέλεια μπορεί να έχει αμφισβητηθεί, διατηρεί όμως κάτι από την ιερατική άλω της μαγείας, από την αληθολογική μαρτυρία της ιστοριογραφίας, από την επιβολή του λόγου της ρητορικής. Η ποίηση, όσο εσωστρεφής και κωδικοποιημένη και αν είναι, διαδηλώνει πάντα τη δύναμή της να κατονομάζει, να εξηγεί, να συνδυάζει μέσω ενός λόγου που το αμετάβατό του και το απυρόβλητό του τού εξασφαλίζει μια θέση πέραν κάθε αμφισβήτησης.

Έτσι, βλέπουμε στην υπόθεση της ταινίας τον πρωταγωνιστή να έχει μια μειονεκτική, μια επισφαλή θέση απέναντι στο κοινωνικό περιβάλλον του. Η οικογένειά του τον αμφισβητεί, τον προτρέπει να «ξεκαβαλήσει το σύννεφό του» και να αντιμετωπίσει τη ζωή με τις πρακτικές της απαιτήσεις, να ζήσει ρεαλιστικά. Και μολονότι και ο ίδιος καταλαβαίνει ότι η στάση του και η προσκόλλησή του στην ποίηση δεν τον βοηθά στις σχέσεις με τους άλλους, δεν τον βοηθά να επιβιώσει και να συντηρήσει την οικογένειά του, εντούτοις είναι ανεκρίζωτη μέσα του η πεποίθηση για την ηθική ανωτερότητα της «ποιητικής» του στάσης. Είναι μια πίστη που αντλείται ασυνείδητα από το πανάρχαιο συμβολικό γόητρο της ποιητικής τέχνης, γόητρο που κατά βάθος παραμένει ανέπαφο, έστω κι αν ο ρεαλιστικός, τεχνοκρατικός, χρησιμοθηρικός προσανατολισμός των κοινωνιών μας ρίχνει πάνω της τον απειλητικό του ίσκιο. Ακόμη και απέναντι στα πλέον γειωμένα πνεύματα ο ποιητικός οίστρος μεταδίδει έναν εξωλογικό ηλεκτρισμό. Έτσι πορεύονται οι ποιητές στους χαλεπούς καιρούς του εργαλειακού λόγου. (περισσότερα…)

Χνούδι στο πηγούνι

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Ένα κινηματογραφικό είδος ορίζεται στην πράξη, εμπλουτίζεται, παραλλάσσει, αυτοαναιρείται, συντήκεται με άλλα είδη, ενώ μπορεί να κρατά το όνομά του, που μας χρησιμεύει για να εποπτεύουμε το ιστορικό του βάθος, για να συνεννοούμαστε, όταν η καινοφάνεια μιας ταινίας μάς προκαλεί αμηχανία. Για παράδειγμα: ποια είναι τα διαπιστευτήρια ενός κινηματογραφικού είδους όπως το road-movie, γιατί συνιστά ξεχωριστό είδος, πώς έχει διαμορφωθεί μέσα στους κόλπους της ιστορικής συνέχειας, έχει μια συγκεκριμένη εντοπιότητα ή μπορεί να μεταφερθεί σε οποιοδήποτε περιβάλλον και σε εποχές διαφορετικές από εκείνες που διαμόρφωσαν τον «κανόνα» των ταινιών του; Η «επίσκεψις» του ονόματός του μας οδηγεί, σίγουρα, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί το αχανές της χώρας, η ευχέρεια αλλά συνάμα και η διακινδύνευση των μετακινήσεων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη μυθοπλασία περιπλάνησης. Εκεί το είδος παγίωσε κάποια βασικά χαρακτηριστικά που αποτέλεσαν τη μαγιά του είδους, την οποία οι δημιουργοί ανέπτυξαν περαιτέρω ως προς τη μορφή και το περιεχόμενό του. Ταινίες όπως Οι άνθρωποι της βροχής του Κόππολα, Το σκιάχτρο του Σάτζμπεργκ, μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους από όσο με ταινίες όπως το Θέλμα και Λουίζ του Σκοτ, όπως το Παρίσι, Τέξας του Βέντερς, κι αυτό καθότι το κινηματογραφικό είδος εξελίσσεται με το πέρασμα του χρόνου και γίνεται διαφορετικά αιχμηρό.

Αν σκεφτούμε, βέβαια, ότι κάθε μυθοπλασία ενέχει εγγενώς την αναζήτηση, τότε η περιπλάνηση την οποία προϋποθέτει αυτή η τελευταία συνιστά ένα στοιχείο που θα αποτελούσε πλεονασμό να το ορίσουμε ως διακριτικό του road-movie: υπ’ αυτήν την έννοια κάθε ταινία είναι ένα road-movie, ενώ αυτό που συνιστά την ειδοποιότητα αυτού του τελευταίου είναι η κίνηση μέσα σε έναν σχετικά αχανή και άγνωστο χώρο, χώρο μιας εθνικής επικράτειας, βέβαια, μιας και το είδος έχει να κάνει περισσότερο με την εξερεύνηση του οικείου χώρου, με την αποκάλυψη της ξενότητας αυτού του τελευταίου, και όχι με την ανακάλυψη της εθνογραφικής ετερότητας: είναι δηλαδή προϊόν μιας «νεωτερικής» μετακίνησης εντός ενός χώρου που η παραπλανητική ομοιογένειά του κρύβει το μυστήριο της ξενότητάς του. Αν σκεφτούμε μάλιστα ότι αποτελεί κατεξοχήν ιθαγενές αμερικανικό προϊόν, όπως το γουέστερν, όπως το φιλμ-νουάρ, η σύμφυτή του ανοικειότητα προκύπτει κατά έναν φυσικό τρόπο.

Δύο ταινίες που παίζονται πρόσφατα σε αθηναϊκούς κινηματογράφους μάς παρακινούν να τις σκεφτούμε συμπληρωματικά και επιβάλλουν την παραπάνω οιονεί θεωρητική εισαγωγή: είναι Το τροχόσπιτο της Τσέχας Σουζάνα Κιρτσνέροβα και το Οχάμα του Αμερικανού Κόουλ Γουέμπλυ. Στο Τροχόσπιτο αυτοί που ρίχνονται στον δρόμο είναι δύο γυναίκες, αποδεσμευμένες από κάποια οικογενειακή εστία και παρακινούμενες από την ανάγκη για δουλειά που θα τους εξασφαλίσει τα έξοδα του ταξιδιού τους, της επιστροφής στην πατρίδα τους. Η οικογενειακή κεντρομόλος τάση δεν υφίσταται, εκτός από την ύπαρξη ενός παιδιού με σύνδρομο Ντάουν ‒ κάτι που αφ’ εαυτού αποτελεί μια ισχυρή δραματουργική κινητήριο δύναμη: το ταξίδι, παράλληλα με την αναζήτηση του βιοπορισμού, αποτελεί και μια μαθητεία για τον μικρό Ντάβιντ, μια μύησή του στον κόσμο της ενήλικης «κανονικότητας». Ευθύς εξαρχής και χωρίς σεμνοτυφίες, ο σκηνοθέτης καταγράφει την εμμονή του Ντάβιντ με τη απροσχημάτιστη ψαύση των γεννητικών του οργάνων, την προσκόλλησή του στο μητρικό σώμα, κατά έναν «αθώο» σεξουαλικό τρόπο, μητρικό σώμα που είναι ένα σημείο αναφοράς, μια πυξίδα ισορροπίας. Αφετέρου, και πάλι με διακριτικό τρόπο, μέσω της έμφασης των βλεμμάτων, η ταινία καταγράφει την παρακολούθηση εκ μέρους της μητέρας. Το βλέμμα της, στυλωμένο αδιάλειπτα πάνω στο γιο της και τη συμπεριφορά του, προδίδει μια συνεχή αγωνία για την τύχη του αλλά και μια βαθιά κατανόηση για τη θέση του μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα. Καθοριστικός παράγοντας είναι η ύπαρξη της συνοδοιπόρου, της Ζούζα, της άλλης γυναίκας της ταινίας, που ενσαρκώνει τη θηλύτητα πέραν του κλοιού της οιδιπόδειας απαγόρευσης, με την εμμονή του Ντάβιντ πάνω της, με τις προστριβές μεταξύ τους μέχρι την οριστική φυγή της φίλης που θα αφήσει τον γιο και τη μάνα στην ασφυκτική οιδιπόδεια μοναξιά τους. Η σκηνοθεσία μετέρχεται αυτές τις σχέσεις με λεπτότητα, φευγαλέα, χωρίς να επιμένει πάνω τους, χωρίς να δημιουργεί δραματουργικά δεδικασμένα. (περισσότερα…)

Καπου εκεί πέρα υπάρχει ένα μερος…

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

~.~

Mαρσέλ Καρνέ, Τα παιδιά του παραδείσου, Τζόζεφ Μάνκιεβιτς, Όλα για την Εύα, Φρανσουά Τρυφφώ, Το τελευταίο μετρό, Τσεν Κάιγκε, Αντίο, παλλακίδα μου: κάποιες ταινίες που ρίχνουν φως στα θεατρικά παρασκήνια, πραγματευόμενες ουσιαστικά τις σχέσεις μεταξύ δύο κατ’ εξοχήν παραστατικών-αφηγηματικών τεχνών: του θεάτρου και του κινηματογράφου, βέβαια. Είναι πάντως γεγονός ότι η κινηματογραφική αφήγηση μπορεί να ενσωματώσει περισσότερο αβίαστα το θέατρο, η εκφραστική υποδομή της είναι, εξάλλου, εν πολλοίς θεατρική. Αντίστροφα, το θέατρο μόνο υπό ειδικές συνθήκες και από μια μοντερνιστική οπτική μπορεί να συμπεριλάβει τον κινηματογράφο, την κινηματογραφική προβολή. Η τεχνική υποδομή του κινηματογράφου λογίζεται ότι νοθεύει την πανάρχαιη και πρωτογενή, αυθεντική δραματική αναπαράσταση. Και οι δύο αποτελούν, πάντως, δύο αφηγηματικές και παραστατικές τέχνες και υπό αυτήν την έννοια μπορούν να δανείσουν η μία στην άλλη.

Αυτό το αισθητικό, δραματουργικό πάρε-δώσε μπορεί να γίνει διαυγέστερα νοητό όταν η κινηματογραφική ταινία χρησιμοποιεί τα μέσα της για να φωτίσει μια παραδοσιακή εκδοχή θεάτρου όπως το γιαπωνέζικο θέατρο Καμπούκι. Τότε η δραματουργική υφή γίνεται ευκολότερα κατανοητή, καθόσον αποτελεί ένα θέμα με ειδικούς εκφραστικούς κώδικες και περιεχόμενο ανοίκειο, για τις προσλαμβάνουσες του μέσου δυτικού θεατή, στενά συνδεδεμένο με την ιαπωνική ιστορία. Αυτό το τελετουργικό θέατρο μεταδίδει την αίσθηση ενός αφύσικου παραξενίσματος, μιας αποστασιοποίησης, όπως είπε πιο εξεζητημένα ο Μπρεχτ, το οποίο προστίθεται, βέβαια, στην απόσταση που δημιουργεί η εκφορά και οι επιτονίσεις της γλώσσας.

Δεν είναι τυχαίο, παρά ταύτα, ότι ο μοντερνισμός του δυτικού θεάτρου από τον 20ο αιώνα και μετά επιδίωξε να αξιοποιήσει αισθητικά τις διαφορές της δυτικής μιμητικής δραματουργίας και να τις μπολιάσει στη δυτική δραματουργία εν είδει μιας πρωτοποριακής ρήξης με το κλασικό αναπαραστατικό κατεστημένο. Σκηνοθέτες, θεατράνθρωποι, συγγραφείς, ηθοποιοί στη Δύση είδαν στο παραδοσιακό γιαπωνέζικο θέατρο μια κατάλληλη ευκαιρία για τη ρήξη με τη ρεαλιστική-μιμητική αναπαράσταση, είδαν ένα άλλο είδος παράδοσης που δεν συμβιβαζόταν με αυτού του είδους την αναπαραστατική αντίληψη.

Μέγιερχολντ, Αρτώ, Γκροτόφσκι, Πήτερ Μπρουκ και άλλοι μετέφεραν στο δυτικό θέατρο ένα καινούργιο ρίγος ωμότητας και «ωμότητας», πρωτόγνωρο, αυστηρά κωδικοποιημένο, ανατρεπτικό ωστόσο μέσα από την παραδοσιολατρική του καθήλωση. Η αποστασιοποίηση αυτού του θεάτρου εναρμονίστηκε με τις αντιψευδαισθητικές προοπτικές της δραματουργικής πρωτοπορίας. Αυτή η αντιρεαλιστική ψευδαίσθηση που επαγγελλόταν το μοντέρνο θέατρο συμβάδιζε άνετα με τη ρήξη του θεάματος και της ψευδαισθητικής αναπαράστασης που διέκρινε το παραδοσιακό ασιατικό θέατρο. Το αστικό κοινό των δύο τελευταίων αιώνων στην Ευρώπη δύσκολα, και όχι χωρίς κάποια δυσφορία, συμβιβάστηκε με τα προτάγματα της δραματουργικής πρωτοπορίας, η οποία χρησιμοποίησε την ανατολική θεατρική παράδοση ως άλλοθι για τους νεωτερισμούς της. Το ασιατικό θέατρο αποτελούσε, σίγουρα, ένα σοκ για τη θεατρική συνείδηση ανάλογο με εκείνο της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, της οποίας όμως το «παραξένισμα» απορροφήθηκε εν μέρει από την κοινή συνείδηση του περιεχομένου των τραγωδιών, το οποίο ήταν εν μέρει αφομοιωμένο από τη δυτική σκέψη μέσω της φιλολογίας, της φιλοσοφίας και της αντίληψης για μια κοινή πνευματική παράδοση του δυτικού, ορθολογικού ατόμου. Αλλά και από το γεγονός ότι, ναι μεν τα αρχαία ελληνικά θεατρικά κείμενα ήταν παρόντα μέσα στη δυτική συνείδηση, οι αναπαραστατικές τους όμως, οι καθαρά σκηνοθετικές τους φόρμουλες, είχαν χαθεί διά παντός. Ο «πρωτογονισμός» του αρχαίου ελληνικού θεάτρου είχε εξουδετερωθεί από τον ορθολογισμό της γλώσσας του και των αριστοτελικών του εννοιών. (περισσότερα…)