Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

Τέσσερα νέα ποιήματα: Γαλανάκης – Κωσταγιόλας – Σαμπάνης – Σπυράτου

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

1

Την τελευταία τετραετία είχα την ευκαιρία να διαβάσω τέσσερις ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν από το 2023 έως το 2025, συγκεκριμένα: Ντρόγκα (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Θανάση Γαλανάκη, Ακούγοντας δάση (Βίργκω, Αθήνα 2023) του Νίκου Κωσταγιόλα, ἐν τούτοις (Λειμών, Αθήνα 2024) του Κωνσταντίνου Σαμπάνη και Ομώνυμα πλάσματα (Σμίλη, Αθήνα 2025) της Άννας Σπυράτου. Πρόκειται λοιπόν για «φρέσκα» ποιητικά προϊόντα, παρότι οι τέσσερις δημιουργοί τους έχουν ήδη αξιόλογη πνευματική (δοκιμιακή, μεταφραστική, λογοτεχνική ή αμιγώς επιστημονική) «προϋπηρεσία» και οι ηλικίες ποικίλλουν: οι Γαλανάκης και Κωσταγιόλας είναι συνομήλικοι (γενν. 1993), ο Σαμπάνης της δικής μου «σειράς» (γενν. 1980 – ο γράφων το 1984) και η Σπυράτου ελάχιστα παλαιότερη (γενν. 1977). Οι συλλογές έφτασαν στα χέρια μου με δύο τρόπους, δηλαδή είτε κατόπιν δικής μου παράκλησης (προκειμένου για τα έργα των Κωσταγιόλα και Σαμπάνη), είτε επειδή οι ποιητές είχαν την ευγενική καλοσύνη να με συμπεριλάβουν από μόνοι τους στο αναγνωστικό τους κοινό (Γαλανάκης και Σπυράτου). Κατόπιν προσεκτικής ανάγνωσης των πονημάτων και επαρκούς αναστοχασμού επ’ αυτών, σκέφτηκα να ξεχωρίσω το, κατά την κρίση μου, καλύτερο ποίημα από κάθε συλλογή και να το παρουσιάσω στο παρόν κείμενο, εφόσον βέβαια συμφωνούμε ότι η λογοτεχνία γράφεται για να διαβάζεται – αρχή που, φοβάμαι, δεν εφαρμόζεται τελικά στην πράξη, τουλάχιστον όχι όσο θα έπρεπε. Σημειώνω προκαταρκτικά ότι οι συλλογές των Γαλανάκη και Κωσταγιόλα κυκλοφόρησαν μόνο ψηφιακά, ενώ των Σαμπάνη και Σπυράτου έντυπα. Τέλος, το πλήρες κείμενο των τεσσάρων ποιημάτων παρατίθεται στο επίμετρο.

 

2

Για τον Θανάση Γαλανάκη η πραγματικότητα είναι υλική και πήλινη, κι όμως γοητευτική και αξιοπρόσεκτη. Ταυτόχρονα, η αντίληψη της πραγματικότητας λειτουργεί ως ναρκωτικό που μουδιάζει τις αισθήσεις, εντούτοις το υποκείμενο μπορεί να βρει μία σταγόνα «καθαρής ουσίας» εφόσον κάνει τον κόπο να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει εκεί που πρέπει. Γενικά θα έλεγα ότι η ποίηση του Γαλανάκη στην Ντρόγκα, και ειδικά η ενότητα «Ακαρνανική παράβαση» (η καλύτερη, κατά τη γνώμη μου, σε όλο το βιβλίο) έχει κάτι από τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, όπως διαμορφώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, μέχρι τουλάχιστον τα μέσα της επόμενης (σκεφτείτε, λ.χ., τις ταινίες του Σωτήρη Γκορίτσα): όλα είναι θολά, αργά και σκληρά, μα εντέλει πιο «πραγματικά» από οποιαδήποτε θεολογική ή φιλοσοφική αλήθεια. Δεν ξέρω τις πιθανές βιβλικές συνυποδηλώσεις, αλλά η πυκνή παρουσία των σκυλιών στη συλλογή ενισχύει ενδεχομένως αυτή τη «βαλκανική» αισθητική της κατά Γαλανάκης ποιητικής.

Πρωταγωνιστικό μάλιστα ρόλο έχει ένα ζεύγος σκύλων στο εξαιρετικό ποίημα «Η θεία λάσπη» (πβ. τον τίτλο με τα όσα σημειώθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο). Το στιχούργημα είναι γραμμένο σε άψογο ελευθερωμένο ίαμβο, με σποραδικά ομοιοτέλευτα και ελεύθερη χρήση συνιζήσεων και χασμωδιών. Ο λόγος είναι στοχαστικός ή παρατηρητικός, η διατύπωση ρέει αβίαστα, ωσάν ο αφηγητής να κάθεται απέναντί σου στο τρένο, αφηγούμενος την ιστορία ενός προσκυνηματικού οδοιπορικού, που κατέληξε στον σεβασμό, όχι μπροστά στην ιερή εικόνα, αλλά για την καθημερινή, «χθαμαλή», εικόνα δύο ψωριάρικων σκυλιών που υπερασπίζονται ένα ήσυχο γουρουνάκι μέσα σε ένα χαμώι. Όλα όμως ξεκίνησαν από έναν κτηνοτρόφο που μερίμνησε ώστε τα ζωάκια του να έχουν το καταφύγιο μέσα στο οποίο παίζεται το βασικό «δράμα» του ποιήματος. Ο αφηγητής τελικά ανακαλύπτει τη θρησκευτικότητα και τη σωτηρία, όχι στα απλά, ούτε στα ταπεινά, αλλά στα εκ πρώτης όψεως πιθανώς ανάξια και καταφρονημένα. (περισσότερα…)

Υπόστεγο στη Ναύπακτο (Μεσαιωνική ιστορία)

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Στη Μ.Λ. για την έμπνευση

Την ώρα που τα πράγματα αποκτούν το σχήμα τους ακούσαμε έναν εκκωφαντικό θόρυβο· το υπόστεγο είχε καταρρεύσει. Ο πατέρας στεκόταν με τη νυχτικιά ν’ ανεμίζει ελαφρά, σαν κάππα σχεδόν, κοιτάζοντας γεμάτος απορία, τα μάτια του μία πάνω, μία κάτω. Η μάνα μες στο σπίτι πήγαινε πέρα δώθε, ίδια τίγρη ανήμερη, και μαζί με το αγέρι άκουγες αναμεμειγμένα τα μουρμουρητά της.

Το απόγευμα σαν να είχαμε κάπως ηρεμήσει, αν και κατά τη γνώμη μου υπήρχε ένα μεγάλο αρκούδι ανάμεσά μας και όλοι προσποιούμασταν ότι δεν το βλέπαμε. Κάποια στιγμή χτύπησε η πόρτα και ο πατέρας συνέχισε να καθαρίζει τη γραφίδα του, ενώ η μάνα κίνησε ν’ ανοίξει. Τα βήματά της μου θύμισαν την προχθεσινή πομπή στη Μητρόπολη, με τα μαργαριταρένια μάρμαρα κάτω από τα εύθραυστα πόδια μας. Ήταν ο ταχυδρόμος που είχε φέρει επιστολή από τον αλληλογράφο του πατέρα – σπουδαίο πρόσωπο· αδιάφορο το όνομά του. Ο πατέρας αναπήδησε από το κάθισμα σαν κατσικάκι. Έτρεξε και πήρε το γράμμα από τα χέρια της μητέρας και ταυτόχρονα όρισε στον παραγιό να δώσει φρούτα και ένα τυλιγμένο κομμάτι περγαμηνής στον άνθρωπο, ως δώρο για τον αποστολέα.

Μου έδωσε την επιστολή και με κοίταξε με μισόκλειστο, πονηρό βλέμμα. Για να δούμε τώρα τι μου μάθαιναν στη Μητρόπολη… Έριξε απαλά το σώμα του στο ίδιο κάθισμα και η μητέρα ακούμπησε ελαφρά στον τοίχο, ενώ εγώ ξετύλιγα το πολύτιμο αντικείμενο. Ακόμα και το αρκούδι, αν υπήρχε, θα είχε καλοκάτσει με τα αυτιά τεντωμένα και το μουσούδι κολλημένο στα χείλη μου. Ξερόβηξα κι άρχισα ν’ απαγγέλλω. Ο πατέρας είχε κλείσει τα μάτια και τα δάχτυλά του είχαν πλεχτεί σε έναν σχηματισμό ερωτικό. Απορροφούσε, κατανάλωνε και χώνευε κάθε λέξη, κάθε γράμμα του χάιδευε την ακοή του.

Διάβαζα με δυνατή και σταθερή φωνή, αλλά από ένα σημείο και μετά η ένταση έπεσε και το αρκούδι, ξανανιωμένο, σίγουρα θα διέκρινε το τρέμολο στη χροιά μου. Όταν τελείωσα σήκωσα δειλά τα μάτια κι αναζήτησα εκείνα των γονιών μου. Η μητέρα τα είχε καρφώσει στον πατέρα. Αν πετούσαν βέλη, τώρα θα ψάχναμε για καινούργιο. Ο πατέρας μετρούσε το δάπεδο και από εκεί που στεκόμουν το βλέμμα του φάνταζε γυάλινο· λίγο ακόμα και θα δάκρυζε.

«Μάλιστα, μας είπε κι επαρχιώτες», είπε αδιάφορα η μητέρα και κίνησε για τα ενδότερα.

«Παιχνίδι είναι, μωρέ», ψέλλισε ο πατέρας, αλλά σε τόσο χαμηλή ένταση που φαινόταν λες κι απευθυνόταν αποκλειστικά στον εαυτό του. Μετά σήκωσε αργά το βλέμμα του και το έστρεψε σ’ εμένα, λέγοντας αρκετά καθαρά: «Παιχνίδι είναι». Μου πήρε χρόνια να καταλάβω τι εννοούσε τη δεύτερη φορά.

Όπως και να έχει, η μητέρα τελικά είχε σταθεί μπροστά από ένα παράθυρο και κοιτούσε επίμονα τα υπόστεγο. Όταν το πρόσεξε ο πατέρας, διπλώθηκε σαν τις περγαμηνές που σκάλιζε -με επιμέλεια που δεν έδειχνε για το σπίτι- κάθε μέρα κι όλη μέρα. Και ξαφνικά στυλώθηκε, σαν να τον τσίμπησε μέλισσα, και όρμησε στο τραπεζάκι με τα σύνεργα συγγραφής. Ξεδίπλωσε το υλικό με βία και γράπωσε τη γραφίδα κι άρχισε να γράφει και να γράφει και να γράφει. Τόση ένταση δεν είχα ξαναδεί να βγαίνει από τα χέρια του. Η μητέρα ξεφύσηξε και πήγε μέσα· εγώ είχα μαγνητιστεί. Του πήρε κάμποση ώρα αυτό που έφτιαχνε. Όταν τελείωσε άνοιξε ένα άλλο κομμάτι και αντέγραψε με ολοστρόγγυλα, καθαρά γράμματα, ό,τι περιείχε η πρώτη. Μετά μου επέδωσε τη δεύτερη με βασιλική επισημότητα.

«Τρέχα να βρεις τον γιο της Ρ. να του πεις να του το πάει χωρίς καθυστέρηση». Στην ορατή πλευρά του διπλώματος είχε γράψει με καθαρά γράμματα το όνομα του παραλήπτη· ήταν ο ίδιος που μας είχε πικράνει λίγες ώρες νωρίτερα. Ικανοποίησα την επιθυμία του, αν και όλοι ξέραμε πως θα έκανε πολλές ημέρες να φτάσει και άλλες τόσες να πάρουμε απάντηση.

Πέρασε πάντως ο καιρός, μ’ εμάς στο σακατεμένο οίκημα – το υπόστεγο μπαλωμένο, τα αντικείμενα μαραμένα, ο παραγιός καλοσυνάτος αλλά άφαντος, το αρκούδι σταθερό μέλος πια της οικογένειας. Ήταν η ώρα που τα σχήματα κατάπιναν το σπίτι και τους ανθρώπους. Η πόρτα χτύπησε κι έφερε το πολυπόθητο γράμμα. Το άνοιξα χωρίς αντιστάσεις, ο πατέρας στο κάθισμά του, αλλά τώρα με τον λυγισμένο δείκτη ανάμεσα στα χείλη και η μάνα μου σε ασυνήθιστη τοποθεσία, πίσω από την πλάτη του.

Ξερόβηξα και διάβασα. Διάβασα… τα λόγια έρρεαν ζεστά και φιλικά. Εκεί που ήταν η έπαρση, είχες τώρα την ταπεινότητα· εκεί που σε συνέτριβε η ειρωνεία, τώρα σε κέρδιζε η παραμυθία. Η μάνα απόθεσε το χέρι της στον ώμο του πατέρα κι εκείνος ενστικτωδώς το έπιασε με το δικό του κι άρχισε να σφίγγει και να σφίγγει. Νομίζω ότι την πόνεσε, διότι πρόσεξα τον μορφασμό της, ίσως όμως και να υποδήλωνε αυτό που έλεγε με το βλέμμα πάντα, ποτέ με τα λόγια της: «Αχ, ανόητε… Ανόητε, αλλά καλοσυνάτε σύζυγε».

*

**

 

Πεντακόσιες και μία λέξεις

~.~

«Τ’ Αυγούστου το φεγγάρι είναι σαν τον ήλιο του Μαγιού». Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν πολύ της πίστης –της μάνας όχι τόσο– κι ο παππούς άνθρωπος δίκιος και καλός, κανένα να μη βλάψει. Ήθελε να γίνει παπάς γι’ αυτό και παντρεύτηκε, αλλά η γυναίκα τού πέθανε στη γέννα κι έτσι δεν έγινε. Μετά ο μπαμπάς έπαθε καρκίνο στα σαράντα και τον πήγαν στην Αθήνα, μα του παππού δεν του ’παν γιατί. Όταν γύρισαν ο μπαμπάς ήταν κίτρινος σα κίτρο και ξέραμε πως… μα του παππού πάλι δεν του λέγαν.

Και κείνη την αυγουστιάτικη νυχτιά, δε θα το ξεχάσω, Κωστή μου, είδα τον παππού μες στο σπίτι, κάτω απ’ την «τεκούσα σελήνη» να κάνει τρεις μετάνοιες και μετά να σηκώνει τα δυο του χέρια ψηλά, να έτσι, και να λέει, Θεέ μου, αν έχει ο γιος μου αυτό που νομίζω, μη μ’ αξιώσεις να το δω. Και τρεις μέρες μετά πέθανε… Τίποτα δεν είχε, αλλά πέθανε. Και λίγο μετά έφυγε κι ο μπαμπάς. Είχαμε τα σαράντα τού παππού και μαζί τα εννιάμερα του μπαμπά.

Πηγαίναμε με τον αδερφό μου στα ζώα το πρωί και μετά που γυρίζαμε ακούγαμε στο σπίτι ου ου ου, ου ου ου τις μοιρολογίστρες και δεν αντέχαμε, μας σκίζαν τις καρδιές. Και λέω στον αδερφό, αδερφέ, εσύ ’σαι μαλθακός, κάτσε δω έξω, κι εγώ χίμηξα μέσα και τις έδιωξα όλες, ουστ, στα σπίτια σας να κλάψετε… Κι η γιαγιά η καλή ποτέ δε θρήνησε μπροστά μας. Πήγαινε αμίλητη στις κοτούλες, έβρισκε μια γωνίτσα κι έβγαζε ό,τι μάζευε όλη νύχτα και μετά ερχόταν μ’ ένα χαμόγελο μεγάλο, να έτσι.

Ο παππούς, η γιαγιά, ο μπαμπάς… ο μπαμπάς δηλαδή περισότερο, κι έτσι έναν Αύγουστο έμεινε η μάνα χήρα στα τριάντα τόσα. Πενήντα πέντε σωστά χρόνια μόνη. Ενενήντα δύο φέτο και στο σώμα γερή σα γίδα, μα το μυαλό όλο πάει και φεύγει. Την πήρα χτες τηλέφωνο στης γειτόνισσας, της λέω, έλα μάνα, κι αυτή μου κάνει ποια ’σαι συ;… Μένει και μόνη της η καημένη, μόνο που πάει ο αδερφός και την κοιτάζει κάθε μέρα. Το μόνο που δε καταλαβαίνω είναι πώς ξέρει και παίρνει τα χάπια τα σωστά. Της έχει πει ο αδερφός, να, τούτο το πρωί, τούτο το βράδυ, αλλά και πάλι…

Μα, σου ’πα που την πήγαν στον γιατρό και της δώσαν κάτι καινούργια και της λέει ο γιατρός, κάθε Κυριακή πρωί που πας στην εκκλησιά θα παίρνεις ένα, κι εκείνη η καψερή κατάλαβε να το ρίχνει στο παγκάρι που πάει στην εκκλησιά κι ανοίξαν το παγκάρι την πρώτη Κυριακή και φωνάζει ο ψάλτης τον αδερφό και του λέει, το κόκκινο το χάπι είναι της μάνας σου; Ναι, του κάνει, γιατί; Το βρήκα, βρε, μες στο παγκάρι. Αχ, πολύ γέλιο…

Και λέει ο αδερφός στη μάνα μετά που τη βρήκε στο σπίτι, βρε, μάνα, να το παίρνεις σου ’πε, όχι να το ρίχνεις κει μέσα, κι αυτή τού κάνει, ποιος είσαι συ; Ἐνα μαγιάτικο πρωινό συνέβη τούτο.

 

Αυτά είχα να σου πω για σήμερα, Κωστή μου, κι αν θες, έλα και αύριο για μία νέα ιστορία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

**

Φίλιππος Ιωάννου, Τέσσερα αρχαιοπρεπή επιγράμματα για την Επανάσταση του 1821

Φίλιππος Ιωάννου (1800-1880)

*

Μετάφραση Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Στον πατριάρχη Γρηγόριο

Ο δέσποτας Γρηγόριος, άλλος καλός ποιμένας,
τον εαυτό του πρόσφερε για χάρη των αμνών του.
Ναι, τα θηρία τον έφαγαν, μα το πιστό κοπάδι
από τα νύχια ξέφυγε των μανιασμένων λύκων.

~.~

Στους αρχιερείς της Ιεράς Συνόδου
που φονεύτηκαν από τους Οθωμανούς

Σύνεδροι του Γρηγόριου, κοινή είχατε φροντίδα
για το κοπάδι των πιστών· κοινός χαμός σας βρήκε.
Αφήστε τον Παράδεισο, για σήμερα μονάχα,
κι ελάτε να γιορτάσουμε την πάνδημη γιορτή μας.

~.~

Στον Παλαιών Πατρών Γερμανό

Ο Αντώνιος ξεσήκωσε τα πλήθη των Ρωμαίων
του Καίσαρα σαν έδειξε το ματωμένο ρούχο.
Κι ο Γερμανός υψώνοντας το λάβαρο στη Λαύρα
οδήγησε στον θρίαμβο, φωτίζοντας σαν φάρος.

~.~

Στον Ρήγα Φεραίο, τον πρωτομάρτυρα
της ελευθερίας του ελληνικού έθνους

Αν ταξιδέψεις κάποτε μακριά από την Ελλάδα,
στης Παννονίας τα βουνά, στου Δούναβη τις όχθες,
γείρε στο χώμα· τη φωνή θ’ ακούσεις του Φεραίου,
–σ’ αυτό το μέρος θάφτηκε– τέτοια να ξεστομίζει:
«Ντραπείτε· χέρια Χριστιανών, εμένα τον αθώο,
τα βάσανα πασχίζοντας να διώξω της πατρίδας,
στους Τούρκους με παρέδωσαν, τους άτεγκτους τυράννους,
κι αυτοί έσφαξαν το σώμα μου κι εδώ το παραχώσαν.
Μα το άσμα του ξεσηκωμού δεν έσβησε μαζί μου·
τους Έλληνες εμψύχωσε για να ριχτούν στη μάχη,
που αρματωμένοι χύθηκαν στου Πέλοπα τη χώρα
και την πατρίδα τράβηξαν απ’ τη στυγνή δουλεία».

*
Τα πρωτότυπα

(από: Φιλολογικὰ πάρεργα,
Ἀθήνησιν 1874, σσ. 597-8 & 653-4)

(περισσότερα…)

Τέσσερα διακείμενα

*

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Μου φαίνεται δεν διέφυγες
την ιερή μανία.
Δεν είναι το κορίτσι με το πιάνο
ούτε η απαισιοδοξία.

Κουράστηκες, αηδίασες
βρήκες στον έρωτα κρεμμύδια.
Μα το φεγγάρι κι η βραδιά
εξόντωναν τα φίδια

που τρώγαν την καρδιά σου. Ακόμα,
δεν θα ξεχάσω τι είδα·
σε δύο στιχουργήματα
νοστάλγησες την άγνωστη πατρίδα. (περισσότερα…)

Ψυχογραφώντας τον χώρο

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Γιάννης Ξούριας
Φύλλα βασιλικού
Gutenberg, Αθήνα 2025

Υπάρχουν πεζογραφήματα που δεν εστιάζουν στους ανθρώπους, δεν ψυχογραφούν τη θνητότητα, αντίθετα την αναδεικνύουν μέσα από την προσεκτική και επίμονη περιγραφή και ανάδειξη του χώρου μέσα στην οποία αυτή περικλείεται: τους δρόμους, τα δημόσια κτήρια, τις κατοικίες, αλλά ακόμα και την υλικότητα που καθορίζει τη λειτουργικότητα και τη χρήση των αντικειμένων. Μία τέτοια προσέγγιση δεν αναιρεί φυσικά την ανάπτυξη προβληματισμών γύρω από τη βασανιστική μνήμη ή τον πεπερασμένο χαρακτήρα τής ανθρώπινης συνθήκης – απλώς τίθεται στο προσκήνιο, για να μιλήσουμε αριστοτελικά, η ὄψις, ενώ ο μῦθος ενίοτε παραμερίζεται και το ἦθος προκύπτει έμμεσα, ουσιαστικά υπονοείται. Σε κάθε περίπτωση, η λέξις έχει παντού την τιμητική της, γίνεται δηλαδή η κινητήριος δύναμη που οδηγεί την πέννα τού ταλαντούχου συγγραφέα.

Είναι πράγματι τέτοιας ποιότητας ο Γιάννης Ξούριας, δημιουργός τής σύντομης συλλογής αφηγημάτων Φύλλα βασιλικού, που με απασχολεί εδώ. Στο εσώφυλλο μαθαίνουμε ότι διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία στο πανεπιστήμιο Αθηνών και κατ’ αυτό τον τρόπο, νομίζω, εξηγείται επαρκώς η μετρημένη έκφραση, που όμως συνοδεύεται από πλούτο λεξιλογίου και αξιοπρόσεκτη περιγραφική δεινότητα, η οποία διαπερνά κάθε σελίδα και αράδα τού βιβλίου. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι στο (αξιόλογο) επιστημονικό του έργο ο Ξούριας ασχολείται με παλαιότερες μορφές και εποχές τής νεοελληνικής μας γραμματείας, πληροφορία που δεν παρέχεται από το ίδιο το βιβλίο, τότε η «περιγραφική δεινότητα» την οποία μόλις ανέφερα φωτίζεται με διαφορετικό τρόπο. (περισσότερα…)

Στους ομοτέχνους του Νέου Πλανοδίου – Ένα ποιητικό δώρο Χριστουγέννων

*

ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΥΣ

Χριστέ μου, δεν θ’ αντισταθώ καθόλου αυτό το βράδυ,
πετώ με θάρρος την αιδώ μες στο ξερό πηγάδι.
Καλπάζει η αγάπη μου η σφοδρή με του έρωτα τον ίππο
και στάθηκε να πιει νερό στον μυστικό μου κήπο.
Μακάριο το πένθος μου και το πικρό μου δάκρυ
αν έβρισκα το ταίρι μου στου πέλαγου την άκρη,
μα αν κάποτε ξεστράτιζε το γλυκερό της βέλος
δεν θα έκλεινα τα μάτια μου μπροστά στο βίαιο τέλος.

Τριγύρω μου καλή χορεία
φωτίζει την τρωτή πορεία
και δώρα τέτοια με κερνάει
στη θλίψη που με προσπερνάει:

σονέτα απ’ τη Μαρία πρίμα
της Άννας την ωραία ρίμα
του Νίκου τους στεντόρειους ήχους
μελωδικούς του Θάνου στίχους
σφοδρές απ’ τον Θανάση δόσεις
στον Ρίλκε τέλειες αποδόσεις
από του Κώστα τη γραφίδα.
Ζαλίζει το άγγιγμα του Μίδα
όμως το φρούτο δεν αλλάζει·
η γεύση πάντα συναρπάζει.

Στην πτώση μου με τέτοια συνοδεία
ξορκίζω την πανάρχαιη τραγωδία.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

*

*

*

Στα νύχια του αιμοδιψούς Εϊ-ά-ι

*

Ι

Τσιγάρο, καμπαρντίνα, μισόκλειστα βλέφαρα. Νουάρ καταστάσεις, παρότι μέρα μεσημέρι. Μου είχαν πει για το φοβερό και τρομερό τέρας που σκορπούσε πανικό στους φιλήσυχους κατοίκους των γειτονιών μας. Την πρώτη ηλικιωμένη –πάντα ηλικιωμένη!– την είχα βρει κουλουριασμένη σε μια γωνιά και μόνο παραμιλούσε, επαναλαμβάνοντας πρωτόγονα: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Η δεύτερη περίπτωση ήταν μία ευκατάστατη νεαρή κυρία, η οποία υπό κανονικές συνθήκες θα προσπαθούσε να με χαστουκίσει κι εγώ θα την απαντούσα ακινητοποιώντας τη: «Βρε, βρε, η γατούλα έχει πολύ μακριά νύχια!» αλλά τώρα δεν γινόταν. Είχε χώσει το όμορφο προσωπάκι της μέσα στις παλάμες με τα πάλλευκα δάχτυλα, μα η πλάτη της έμοιαζε με παρένθεση, παρά με ραχοκοκαλιά λεοπάρδαλης. Την ανασήκωσα απαλά και τα χαμένα μάτια της μόνο έλεγαν και ξανάλεγαν: «Εϊ-ά-ι! Εϊ-ά-ι!» Χμ, αρχή πανδημίας;

«Μην το πεις παραέξω, Μαρλίδη, αλλά αρχίζει να διασπείρεται διαολεμένος πανικός».

«Μείνε ήσυχος, αρχηγέ. Δεν μιλάω μέχρι να δούμε τι διάολο γίνεται».

«Χρειάζεσαι κάποιον ειδικό μήπως; Αν βέβαια ξέρεις τι διάολο ψάχνουμε…».

«Νομίζω πως ξέρω πού πρέπει να απευθυνθώ, διάολε!» (περισσότερα…)

Κατακόμβες

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Ο ΔΗΜΑΣ ΓΡΑΦΕΙ

Ονήσιμε ακριβέ
το πήρα απόφαση· δεν τους αντέχω τους θεούς τους.
Τρελοί, σκληροί και πόρνοι και δεν ξέρω τι
και κάτι τάχα μου ήρωες – θες να σου πω;
Χθες λέγανε για μια που σκότωσε
τα αθώα παιδιά της· τότε ξεμυτίζει
–την ώρα της φριχτής εκείνης φρίκης–
κάποιος «Ορέστης», ξεπαστρεύει μερικούς
και πάλι πάμε απ’ την αρχή.

(Ψέματα δεν θα πω, τον Γιάννη
δεν τον πολυκαταλαβαίνω. Τον Ματθαίο
καλύτερα. Θα μου εξηγείς κι εσύ.)

Θεοί να σου πετύχουν,
γυμνοί γυμνοί κι εδώ κι εκεί
μυρίζουν λες τα μάρμαρά τους σάρκα
κι από τα στόματα τα ακίνητα θαρρείς
–ακούς;– μελωδικοί σκοποί θα βγουν· (περισσότερα…)

Ο Καρκαβίτσας από σύγχρονη οπτική

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Λυγερή. Επιμέλεια Κειμένου – Επίμετρο – Γλωσσάρι Γεωργία Γκότση.  Φιλολογική Εποπτεία – Εισαγωγή Γιάννης Παπακώστας, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα 2025, σελ. 320.  Στο Επίμετρο δημοσιεύονται μελέτη της νουβέλας καθώς και το εκδοτικό σημείωμα της επιμελήτριας  (σ. 185-284).

Ο Κωστής Παλαμάς, εξίσου σημαντικός κριτικός, όσο και ποιητής, ακόμα και αν στο συλλογικό υποσυνείδητο έχει περάσει ιδίως με τη δεύτερή του ιδιότητα, έγραφε τρία χρόνια μετά τον θάνατο Ανδρέα Καρκαβίτσα (1865-1922), εν είδει μνημοσύνου, ότι αν τον ανάγκαζαν να διαλέξει μεταξύ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Λεχαινίτη συγγραφέα, θα στεκόταν «ευλαβητικά ξέσκεπος μπροστά στον πρώτο», φιλώντας του το χέρι, τελικά όμως «θα ψήφιζ[ε] για το δεύτερο»[1]. Στις μέρες μας ίσως φαντάζει δύσκολο να αποδεχθούμε αυτή την κατά τα άλλα προκλητική και δελεαστική σύγκριση. Διαβάζοντας, εντούτοις, τη μελέτη της Γεωργίας Γκότση στο επίμετρο της νέας έκδοσης της κλασικής νουβέλας Ἡ Λυγερή, δεν θα μπορούσαμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι ο πεζογράφος Καρκαβίτσας αξίζει μια περίοπτη θέση στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Το σημαντικό γεγονός της επανεμφάνισης του Καρκαβίτσα στα γράμματά μας, το οφείλουμε στον «Σύλλογον πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων» που ανέλαβε την πρωτοβουλία της επανέκδοσης των πεζών του Λεχαινίτη συγγραφέα (μεταξύ των οποίων πασίγνωστοι τίτλοι, όπως Ὁ Ζητιάνος και Τὰ λόγια τῆς πλώρης), συνοδευόμενων από εκτενή επίμετρα, όπου ανακεφαλαιώνεται η πρότερη σημαντική έρευνα και προτείνονται νέες προσεγγίσεις. Σε όλους τους τόμους προτάσσεται η ίδια εισαγωγή του ομότιμου καθηγητή Γιάννη Παπακώστα, φιλολογικού επόπτη της σειράς, με σκοπό τον κατατοπισμό του αναγνώστη ως προς τα ευρύτερα συμφραζόμενα της εποχής, μέσα στην οποία έζησε και έγραψε ο συγγραφέας. Στο παρόν κείμενο θα επικεντρωθώ στην ίδια τη Λυγερή και στη μελέτη της Γεωργίας Γκότση: η νέα έκδοση που ετοίμασε η επιμελήτρια (περισσότερα…)

Ο ασκητής Μακάριος και το κηποτάφιο στη μέση της ερήμου

*

Προλεγόμενα-Μετάφραση
Κωνσταντίνος Χρυσόγελος

~.~

Η πρωτοβυζαντινή συλλογή Λαυσαϊκὴ ἱστορία του Παλλαδίου (5ος αι.) περιέχει θαυμαστές αφηγήσεις για ασκητές και μοναχούς της περιοχής της Αιγύπτου. Το παρακάτω διήγημα προέρχεται από το κεφάλαιο για τον Μακάριο Αλεξανδρέα (4ος αι.). Όπως συμβαίνει με παρόμοιες ιστορίες από αυτή ή από άλλες συλλογές, συνδυάζεται ελεύθερα το ρεαλιστικό (ενίοτε νατουραλιστικό) με το φανταστικό στοιχείο. Παρότι φαινομενικά τέτοια μικροαφηγήματα έχουν διδακτικό σκοπό, η ωμή αποτύπωση της σκληρής ασκητικής δοκιμασίας μέσα σε τόπους άνυδρους και εχθρικούς αναδεικνύει τελικά και το υπαρξιακό στοιχείο και τον δύσκολο αγώνα του ανθρώπου απέναντι στα στοιχεία της φύσης.

Τρεις προκαταρκτικές σημειώσεις: α) Διατήρησα την ωραία λέξη «κηποτάφιο(ν)», που σημαίνει πολύ απλά: «τάφος μέσα σε κήπο». β) Τα ονόματα Ιαννής και Ιαμβρής απαντούν στη δεύτερη επιστολή προς Τιμόθεο (3,8) και αναφέρονται σε δύο μάγους οι οποίοι «αντιστάθηκαν στον Μωυσή».  γ) Ο «στύλος της νεφέλης» απαντά στην Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο της Εξόδου (13,21).

///

Κάποια στιγμή [ο Μακάριος] θέλησε να μπει μέσα στο κηποτάφιο των Ιαννή και Ιαμβρή, όπως μας αφηγήθηκε ο ίδιος. Αυτό το κηποτάφιο δημιουργήθηκε από τους παντοδύναμους μάγους εκείνης της εποχής, που ασκούσαν μεγάλη επιρροή στον Φαραώ. Καθώς λοιπόν αντλούσαν την εξουσία τους από μία μακρά χρονική περίοδο, ανέγειραν το κτίσμα σε τετραποδικούς λίθους, και κατασκεύασαν το μνήμα τους εκεί ακριβώς, εναποθέτοντας μαζί πολύ πλούτο. Φύτευσαν μάλιστα και δέντρα, διότι ο τόπος έχει σχετική υγρασία, και σκάβοντας έφτιαξαν και μία δεξαμενή νερού. (περισσότερα…)

Δεν έγινε

*

Για τον Τιμ που του άρεσε ο Ρέυμοντ Κάρβερ

Στεκόταν σαν σκιάχτρο κι ατένιζε το τίποτα. Θαρρούσε πως είχε στο δεξί χέρι τη βαλίτσα, εκείνη που είχαν αγοράσει σε στιγμές αγάπης στην Καλιφόρνια. Όταν τον ξύπνησε η φωνή της και κοίταξε χαμηλά, είδε ότι στην πραγματικότητα κρατούσε μία τσάντα για τα ψώνια. Από τα χείλη του έτρεξε λίγο σάλιο.

«Την κόλασή μου!» έκανε η γυναίκα. Η αγαπημένη της έκφραση, τόσο σε στιγμές έκπληξης όσο και αγανάκτησης.

«Τζιλ, άκου…»

Ο Μπομπ πάσχισε να δομήσει μία φράση με αρχή, μέση και τέλος, αλλά ύστερα από δεκαπέντε δεύτερα βρισκόταν ακόμα στην αρχή. Το χνότο του απέπνεε, αναμενόμενα πια, αλκοόλ. Το αριστερό του χέρι τιναζόταν πάνω κάτω, τάχα εξηγώντας και τονίζοντας, τελικά με ζωή δική του, ξέχωρη από αυτήν του ανθρώπου στον οποίον ανήκε.

«Άκου…»

Η Τζιλ τέντωσε το αυτί στον ξύλινο χώρο.

«Δεν ακούω τίποτα».

Ο Μπομπ μόρφασε, κάτι μεταξύ πικρίας και ειρωνείας. Δεν ήταν ιδιαιτέρως έξυπνη.

«Φύγε απ’ τη ζωή μου, Μπομπ!» (περισσότερα…)