Μήνας: Ιανουαρίου 2015

Η ΑΓΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ Η ΑΓΝΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

10407179_10153522305789622_6876676370387352883_n

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Η Αγνή του Θεού»
του Τζων Πήλμάιερ
σκηνοθεσία Μαριάννας Κοντούλη
θέατρο Αλκμήνη
Ιανουάριος 2015


«Έχουμε εξελιχθεί υπερβολικά: ό,τι κερδίσαμε σε λογική, το χάσαμε σε πίστη – δεν υπάρχει χώρος για θαύματα». Δεν υπάρχει; Ή μήπως υπάρχει; Το έργο επιχειρεί να δώσει κάποιες απαντήσεις μέσα από τη διαρκή αμφιταλάντευση. Η παράσταση στο θέατρο Αλκμήνη μάλλον το κατορθώνει.

Η Αγνή, βρίσκεται λυπόθυμη στο δωμάτιό της. Στο δε καλάθι των αχρήστων της, ένα νεκρό μωρό με τον ομφάλιο λώρο τυλιγμένο γύρω από το λαιμό του. Δεν είναι όμως μονάχα αυτό: η Αγνή είναι μοναχή και το δωμάτιό της είναι το κελί ενός μοναστηριού. Ποιος σκότωσε το μωρό και πώς έμεινε έγκυος η παρθένα μοναχή; Θαύμα ή συγκάλυψη εγκλημάτων; Στόχος του ψυχολογικού αυτού θρίλερ του Πήλμάιερ μοιάζει να μην είναι τόσο η απάντηση στο ερώτημα και η λύση του μυστηρίου, όσο η ίδια η διαδικασία ώς την άφιξη σε αυτήν, δηλαδή οι ψυχολογικές και νοητικές διεργασίες που συντελούνται ώς την κάθαρση. Την κάθαρση; Ποια κάθαρση όταν άλλοτε επινοούμε θαύματα και άλλοτε παραβλέπουμε τα μικρά θαύματα που όντως συμβαίνουν; Τι εστί Αλήθεια και ποια απ’ όλες τις αλήθειες είναι η πιο δόκιμη εξού και περισσότερο πιστευτή; Η αλήθεια σημαίνει και συνεπάγεται πάντα τη λύτρωση; Η ανοχή από την ενοχή βρίσκεται μόνο ένα φωνήεν μακριά. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για το κατ’ εξοχήν περιβάλλον της ενοχής, το μοναστήρι.

Η παράσταση στο θέατρο Αλκμήνη συνεπαίρνει το θεατή στις διακυμάνσεις του έργου και τις μεταπτώσεις των χαρακτήρων, με μια σκηνοθεσία ικανοποιητική, με κάποιες όμως αδυναμίες. Τέτοια είναι για παράδειγμα η χρήση μαγνητοφώνου για μια αφήγηση σε παρελθόντα χρόνο. Συχνά χρησιμοποιείται το μέσο αυτό για την καταγραφή μιας υπόθεσης (ασθένειας, έρευνας κλπ) εν εξελίξει, σπανιότερα ωστόσο για μια εκ των υστέρων αφήγησή της. Σε αυτήν την περίπτωση, η παροντική αφήγηση θα είχε και το πλεονέκτημα του διαχωρισμού των σκέψεων της γιατρού Λίβινγκστόουν για την ασθενή από την εξιστόρηση προσωπικών της αναμνήσεων. Σε κάθε περίπτωση ξενίζει. Ακόμη, οι παύσεις μεταξύ των σκηνών ήταν υπερβολικά σύντομες, μαρτυρώντας την αγωνία της σκηνοθέτιδος για χαλάρωση του ρυθμού.

Τα σκηνικά της Αιμιλίας Κακουριώτη εξαιρετικά, αποτυπώνοντας επιτυχώς άλλοτε την υποβλητικότητα ενός χώρου προσευχής, άλλοτε την επιβλητικότητα ενός πεδίου εφαρμογής της επιστήμης κ.ο.κ. Τα φώτα του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου ακολουθούν τον αγωνιώδη ρυθμό της σκηνοθεσίας, ενώ η μουσική του Αχιλλέα Στέλιου αποπροσανατολίζει ελαφρώς στις στιγμές τής έντασης με τους περισσότερο ροκ ήχους της.

Όσο για τις ερμηνείες, η Άννα-Μαρία Στεφαδούρου έλαμψε στο ρόλο της δόκτορος Λίβινγκστοουν με την εκφραστικότητά της σε πρόσωπο και σώμα είτε ως δυναμική ψυχίατρος είτε ως εύθραυστη γυναίκα. Εξίσου λαμπρή, στο ρόλο της Αγνής, και η Αλεξάνδρα Μαρθαλαμάκη, σε ένα ρόλο με παγίδες που η ίδια ωστόσο απέφυγε με μαεστρία. Κάτι αντίστοιχο δεν ισχύει για την τρίτη της παρέας, την Ασπασία Μίχου, με τα πολλαπλά σαρδάμ.

Με θαύματα ή χωρίς, Θεός υπάρχει, μόνο που βρίσκεται νοτιότερα από το σημείο που υπέδειξε η γιατρός Λίβινγκστόουν. Και εκεί, η Αγνή του θεάτρου Αλκμήνη μάς άγγιξε.

Έλενα Σταγκουράκη

Αθήνα, 29.1.2015

Advertisements

Λογοκλοπής τεκμήρια: Γιάννης Πανούσης

panousis

Ὁ ἐγ­κλη­μα­το­λό­γος Γιά­ννης Πα­νού­σης εἶ­ναι σή­με­ρα γνω­στὸς ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κή του δρά­ση κυ­ρί­ως. Πα­λαι­ὸ στέ­λε­χος τοῦ ΠΑΣΟΚ, βρα­χύ­βι­ος Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας Ἀ­πό­δη­μου Ἑλ­λη­νι­σμοῦ ἐ­πὶ κυ­βερ­νή­σε­ως Ση­μί­τη, ὑ­πο­ψή­φι­ος ὑ­περ­νο­μάρ­χης Ἀ­θη­νῶν-Πει­ραι­ῶς τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, στὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­κλο­γὲς βγῆ­κε βου­λευ­τὴς μὲ τὴ ΔΗΜΑΡ. Τὸ ὄ­νο­μά του πρω­τα­κού­στη­κε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1980 ὅ­ταν ἀ­πὸ κοι­νοῦ μὲ τὸν Δι­ο­νύ­ση Κλά­δη ὑ­πῆρ­ξε πρω­τερ­γά­της τοῦ ν. 1268/1982 γιὰ τὴν ἀ­νώ­τα­τη ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὰ πλέ­ον ἀμ­φι­λε­γό­με­να νο­μο­θε­τή­μα­τα τῆς με­τα­πο­λι­τευ­τι­κῆς πε­ρι­ό­δου, ὁ «νό­μος-πλαί­σι­ο» τοῦ 1982 μετέβαλε ἐκ βάθρων τὸ status quo στὰ πα­νε­πι­στή­μι­α: ἀ­πο­ψί­λω­σε τὴν ἰ­σχὺ τῶν κα­θη­γη­τῶν, δι­ευ­κό­λυ­νε τὴ ρα­γδαί­α ἄ­νο­δο τῶν πρώ­ην βο­η­θῶν καὶ ἐ­πι­με­λη­τῶν καὶ ἐγ­κα­τέ­στη­σε παν­το­δύ­να­μες στὰ ὄρ­γα­να τῆς δι­οί­κη­σης τὶς φοι­τη­τι­κὲς πα­ρα­τά­ξεις καὶ τὸν κομ­μα­τι­σμό. Τρεῖς δεκαετίες μετά, οἱ συ­νέ­πει­ές του εἶ­ναι, κα­τὰ κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, ὀ­φθαλ­μο­φα­νεῖς.

Δύ­ο χρόνια νω­ρί­τε­ρα, ὁ Πα­νού­σης εἶ­χε προ­κα­λέ­σει καὶ πά­λι τὴν προ­σο­χή, τοῦ στε­νοῦ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοῦ κοι­νοῦ ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά. Ὁ νε­α­ρὸς ἐγ­κλη­μα­το­λό­γος θὰ κα­ταγ­γελ­θεῖ ὅ­τι στὸ ἐ­κτε­νὲς ἄρ­θρο του «Ναρ­κω­τι­κά, ἡ ἄλ­λη ὄ­ψη τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ», δη­μο­σι­ευμένο στὴ μη­νι­αί­α ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Ὁ Πο­λί­της (τχ. 36, Ἰ­ού­λι­ος 1980), «οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὴν εἰ­σή­γη­ση ποὺ ἔ­κα­νε ὁ Ἄγ­γλος κα­θη­γη­τὴς Λῶ­ρενς Ρέ­ιτ­να στὸ Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δρι­ο Ση­μει­ω­τι­κῆς καὶ Ψυ­χα­νά­λυ­σης, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ στὸ Μι­λά­νο τὸ 1976». [1]

Λό­γω τῆς πο­λι­τι­κῆς ἰ­δι­ό­τη­τας τοῦ Πα­νού­ση, ἡ ὑ­πό­θε­ση θὰ πά­ρει ἀ­πρό­σμε­νη τρο­πὴ – πα­ρα­δό­ξως πρὸς ὄ­φε­λος τοῦ κα­ταγ­γελ­λο­μέ­νου.

Πο­λί­της κά­νει τὰ στρα­βὰ μά­τια, προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν κα­τη­γο­ρη­θεῖ γιὰ φα­να­τι­κὸ ἀν­τι­πα­σο­κι­σμό, μέ­χρι ποὺ οἱ κα­ταγ­γε­λί­ες συσ­σω­ρεύ­ον­ται. Ὁ­πό­τε μὲ κα­θυ­στέ­ρη­ση δύ­ο χρό­νων, τὸν Μάρ­τι­ο τοῦ 1982, στὸ τεῦ­χος 49, δη­μο­σι­εύ­ει μιὰ σύν­το­μη ἐ­πα­νόρ­θω­ση. [2]

Ἐκεῖ τὸ πε­ρι­ο­δι­κό (πι­θα­νό­τα­τα ὁ ἴδιος ὁ δι­ευ­θυν­τής του, Ἄγ­γε­λος Ἐ­λε­φάν­της), ἀ­φοῦ πρῶ­τα πα­ρα­δε­χτεῖ τὸ κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο τῆς ἀν­τι­δρά­σε­ως, πα­ρα­κα­λεῖ

τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες, ἂν τὸ θέ­μα τοὺς ἐν­δι­α­φέ­ρει, νὰ δια­βά­σουν τὸ πρω­τό­τυ­πο ἀπ’ ὅ­που ὁ κ. Πα­νού­σης ἔ­χει «δα­νει­στεῖ» τὸ με­γα­λύ­τε­ρο καὶ σο­βα­ρό­τε­ρο μέ­ρος τοῦ ἄρ­θρου του […] Τὴν ἰ­τα­λι­κὴ ἔκ­δο­ση [τῶν πρα­κτι­κῶν του συ­νε­δρί­ου] εἶ­χε ἐ­πι­με­λη­θεῖ ὁ Armando Verdiglione, καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς Έκ­δό­σεις Χα­τζη­νι­κο­λῆ (Ἀ­θή­να 1978) σὲ με­τά­φρα­ση Καί­της Χα­τζη­δή­μου καὶ Ἰ­ου­λι­έτ­τας Ράλ­λη, με­τά­φρα­ση τὴν ὁ­ποί­α, ἐ­πί­σης, ἔ­χει «δα­νει­στεῖ» ὁ ἀρ­θρο­γρά­φος μας. [3]

Ὁ Πα­νού­σης θὰ ἀ­παν­τή­σει μὲ ἐ­πι­στο­λὴ στὸ ἑ­πό­με­νο τεῦ­χος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ (50-51, Ἀ­πρί­λι­ος-Μά­ι­ος 1982) ἐ­πι­κα­λού­με­νος τὶς κοι­νὲς πη­γὲς τῶν δύ­ο κει­μέ­νων ἀλ­λὰ καὶ τὴν κυ­κλο­φό­ρη­ση ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων ἀ­να­τύ­που τῆς με­λέ­της τὸν Σε­πτέμ­βρι­ο τοῦ 1981 μέ, ἑ­πτὰ τὸν ἀ­ριθ­μό, πα­ρα­πομ­πὲς στὸ ἄρ­θρο τοῦ Ρέ­ιτ­να. Ἀ­πὸ τὴν πλευ­ρά του τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ θὰ ἐμ­μεί­νει στὴ θέ­ση του πε­ρὶ «δα­νει­σμοῦ».

Τὰ ἀ­μέ­σως ἑ­πό­με­να χρό­νι­α, ὁ Πα­νού­σης θὰ ἀ­νέλ­θει ἀπρόσκοπτα τὰ σκα­λιὰ τῆς πα­νε­πι­στη­μι­α­κῆς ἱ­ε­ραρ­χί­ας. Θὰ ἐ­κλε­γεῖ ἀρ­χι­κὰ ἀν­τι­πρύ­τα­νης καὶ ἔ­πει­τα πρύ­τα­νης τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Σή­με­ρα εἶ­ναι κα­θη­γη­τὴς στὸ Πα­νε­πι­στή­μι­ο Ἀ­θη­νῶν.

 – – – –

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μικέλα Χαρτουλάρη, «Φάκελος Λογοκλοπή», Τὰ Νέα, Παρασκευὴ 15.5.1992. Ἡ τεκμηριωμένη καὶ τολμηρὴ ἐργασία τῆς Χαρτουλάρη εἶναι ἴσως ἡ πληρέστερη περὶ λογοκλοπῆς ποὺ ἔχει δημοσιευθεῖ στὸν ἑλληνικὸ τύπο.
2.  Ὅ.π.
3. Πλήρης παραπομπή: Ἡ τρέλα. Τὸ διεθνὲς συνέδριο σημειωτικῆς καὶ ψυχανάλυσης, Μιλάνο, 1-4 Δεκεμβρίου 1976, ἐπιμέλεια Armando Verdiglione, μετάφραση Ἰουλιέττα Ράλλη – Καίτη Χατζηδήμου, Ἐκδόσεις Χατζηνικολῆ, Ἀθήνα 1978, τόμος 2ος.

Από τον «Φάκελο Λογοκλοπή», ΝΠ1, Χειμώνας 2013-14

Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ: Η πολιτική είναι η τέχνη του ανέφικτου

politi

ΣΤΑ­ΓΟ­ΝΑ ΣΤΟΝ Ω­ΚΕ­Α­ΝΟ

τοῦ ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Ἐ­πει­δὴ τὰ ἀρχαῖα ἑλ­λη­νι­κά μου εἶ­ναι σκου­ρι­α­σμέ­να, χρει­ά­στη­κε νὰ συμ­βου­λευ­τῶ λε­ξι­κό. Φαί­νε­ται ὅ­τι «πρόβλημα» στὴν ἀρχὴ δὲν σήμαινε κά­τι ποὺ ἐξετάζουμε ἢ ἔ­στω ἀναζητοῦμε, ἀλ­λὰ μιὰ δο­κι­μα­σί­α ριγ­μέ­νη, τρό­πον τι­νά, μπρο­στὰ στὰ πό­δια μας· ἡ λέ­ξη προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ ρῆ­μα βάλ­λω ποὺ ση­μαί­νει ρί­χνω.

Ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἡ μι­σὴ ἀ­λή­θει­α. Για­τὶ γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ λυ­θοῦν τὰ προ­βλή­μα­τα ἀ­πὸ μό­να τους, ποὺ τὰ θέτει κατὰ μέρος καὶ τὰ ἀ­φή­νει ἀνεξέταστα, ὑ­πάρ­χουν του­λά­χι­στον μιὰ ντου­ζί­να ἄλ­λοι οἱ ὁ­ποῖ­οι τὰ ἐπι­ζη­τοῦν, καὶ μά­λι­στα τό­σο πι­ὸ ἔν­το­να, ὅ­σο πι­ὸ δύ­σκο­λα εἶ­ναι. Καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­δι­κλώ­νον­ται, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο πει­σμα­τώ­νουν γιὰ νὰ βροῦν τὴ λύ­ση. Ὁ κίν­δυ­νος τοῦ ἐθισμοῦ ποὺ καραδοκεῖ ἐδῶ, συ­χνὰ ὑ­πο­τι­μᾶ­ται, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὸ ἐ­ὰν πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ἢ γιὰ τὸ ζή­τη­μα τοῦ αἰ­ώ­να.

Κα­λὸ θὰ ἦ­ταν νὰ κά­νου­με τὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ σὲ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, πι­ὸ εὔ­κο­λα τὸ λέ­με πα­ρὰ τὸ κά­νου­με. Δι­ό­τι ὑ­πάρ­χουν ἁ­πλὲς ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως δο­κι­μα­σί­ες, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση, ὅ­μως τὸ κό­στος ποὺ ἀ­παι­τεῖ­ται γιὰ τὴν ἐ­πί­λυ­σή τους εἶ­ναι τό­σο ἀ­στρο­νο­μι­κὸ ποὺ εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει κα­νείς. Ἕ­να τέ­τοιο πρό­βλη­μα ἀν­τι­με­τω­πί­ζει ὁ ἐμ­πο­ρι­κὸς ἀν­τι­πρό­σω­πος ποὺ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­ριθ­μὸ πε­λα­τῶν. Ση­μει­ώ­νει λοι­πὸν τὸν τό­πο δι­α­μο­νῆς τους πά­νω στὸ χάρ­τη του. Καὶ τώ­ρα σκέ­φτε­ται ποιός εἶ­ναι ὁ συν­το­μό­τε­ρος τρόπος γιὰ νὰ ὑ­πο­βά­λει τὰ σέ­βη του σὲ κά­θε πε­λά­τη. Καὶ τρα­βά­ει τὰ μαλ­λιά του μό­λις δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν πι­θα­νῶν δι­α­δρο­μῶν αὐ­ξά­νε­ται ὑπέρμετρα κάθε φορά ποὺ ὁ ἀ­ριθ­μὸς τῶν προ­ο­ρι­σμῶν του αὐξάνει. Ἦδη μὲ εἴ­κο­σι μόνο πε­λά­τες θὰ εἶ­χε νὰ ἀποφασίσει ἀ­νά­με­σα σὲ τρι­σε­κα­τομ­μύ­ρι­α δυνατὲς έπιλογές. Ἂν ἤ­θε­λε νὰ τὶς δο­κι­μά­σει ὅ­λες, ὄ­χι μό­νο θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­τή­σει τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ζή­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νι­α ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ.

Πρα­κτι­κὴ λύ­ση δὲν ὑ­πάρ­χει γιὰ τὸ πρό­βλη­μα τοῦ πε­ρι­ο­δεύ­ον­τος ἐμ­πό­ρου. Σὲ τέτοιες περιπτώσεις, πρέ­πει νὰ ἀρ­κε­στοῦ­με σὲ λύ­σεις κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση. Ἐπ’ αὐτοῦ, οἱ μα­θη­μα­τι­κοὶ ἔ­χουν ἐ­πι­νο­ή­σει μιὰ σει­ρὰ τε­χνά­σμα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ τὴν πά­ρο­δο τοῦ χρό­νου γί­νον­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πι­ὸ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­να. Ἔ­τσι πλη­σι­ά­ζουν ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὸν στό­χο τους, ἀλ­λὰ ποτὲ δὲν τὸν πε­τυ­χαί­νουν ἀ­πό­λυ­τα. Πα­ρό­μοι­ες δυ­σκο­λί­ες ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν καὶ οἱ φυ­σι­κοί, ἀρ­χῆς γε­νο­μέ­νης ἀ­πὸ τὶς δίνες στὴ μπα­νιέ­ρα τοῦ σπι­τιοῦ μας. Κα­μι­ὰ μα­θη­μα­τι­κὴ ἐ­ξί­σω­ση δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὶς πε­ρι­γρά­ψει ἐ­πα­κρι­βῶς. Λί­γες στα­γό­νες βρο­χῆς στὴν κα­το­πτρι­κὴ ἐ­πι­φά­νει­α τῆς θά­λασ­σας ρυ­τι­δώ­νουν τὸ νε­ρὸ μὲ μιὰ δυ­να­μι­κὴ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­δυ­να­τοῦ­με νὰ ὑ­πο­λο­γί­σου­με. Τοῦ κοι­νοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ, οὕ­τως ἢ ἄλ­λως, δὲν τοῦ πέ­φτει λό­γος γιὰ τὸν ὑ­πο­α­το­μι­κὸ κό­σμο τῶν κβάν­των.

Ἀ­κό­μα πι­ὸ δυ­σά­ρε­στα εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὶς προγνώσεις του μέλ­λοντος. Ὣς σήμερα, κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ προ­βλέ­ψει τὸν ἑ­πό­με­νο σει­σμὸ ἢ μιὰ ἡ­φαι­στει­α­κὴ ἔ­κρη­ξη. Καὶ ὅ­πως γνω­ρί­ζει ὅ­ποιος σχε­δίασε κάποτε ἕ­να τα­ξί­δι ἀ­να­ψυ­χῆς, ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­λύ­τε­ρη πρό­γνω­ση τοῦ και­ροῦ τῆς ἐρ­χό­με­νης ἑ­βδο­μά­δας λίαν συν­τόμως μπορεῖ νὰ δι­α­ψευσθεῖ. Οἱ φυ­σι­κοὶ ἐ­πι­στή­μο­νες τὸ ξέ­ρουν, για­τὶ γνω­ρί­ζουν τὰ κου­σού­ρια τῶν σύν­θε­των συ­στη­μά­των. Ἕ­νας μό­νο κόκ­κος ἄμ­μου ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ σω­ρια­στεῖ ἕνα κομμάτι μιᾶς ψη­λῆς θί­νας. Ὅμως τὸ πό­τε μπαίνουμε στὴν κρί­σι­μη καμ­πή, συ­χνὰ μπο­ρεῖ νὰ εἰ­πω­θεῖ μό­νο ὅ­ταν εἶ­ναι πο­λὺ ἀρ­γά. Καὶ πί­σω ἀ­πὸ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­λύ­σει ἡ ἐ­πι­στή­μη ἐλ­λο­χεύ­ουν ἕ­να σω­ρὸ νέ­α ἐ­ρω­τή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ὑ­πάρ­χουν ἑτοι­μοπαράδοτες ἀ­παν­τή­σεις. Τὰ ἐ­ρω­τή­μα­τα ποὺ τί­θεν­ται ὄχι μόνο δὲν μει­ώ­νον­ται λοι­πόν, ἀλλὰ αὐ­ξά­νον­ται. Οἱ ἐ­ρευ­νη­τὲς δὲν ἔ­χουν λό­γο νὰ φο­βοῦν­ται τὶς ἀ­να­δου­λειές.

Ἂν ὅ­μως στὶς ἀ­κρι­βεῖς ἐ­πι­στῆ­μες ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­ναι τό­σο ἐ­πι­σφα­λής, πό­σο πι­ὸ θο­λὰ δὲν πρέπει νὰ εἶ­ναι τὰ πράγματα σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τά μας νὰ προ­σα­να­το­λι­στοῦμε στὸν βι­ο­τι­κό μας κό­σμο… Καὶ ἐ­κεῖ βέ­βαι­α ση­μει­ώ­νε­ται πρό­ο­δος, ὅ­που καὶ ἐ­ὰν στρέ­ψου­με τὸ βλέμ­μα μας. Ἡ βι­ο­μη­χα­νι­κὴ πα­ρα­γω­γὴ βελ­τι­στο­ποι­εῖ­ται ὣς ἕνα βαθ­μό. Ὁ ἀνεφοδιασμὸς ἐξασφαλίζει τὴν ἀ­πρό­σκο­πτη ρο­ή της. Οἱ ἔ­λεγ­χοι ἀ­σφα­λεί­ας ἐπιδιώκουν νὰ ἐ­λα­χι­στο­ποι­ή­σουν τοὺς κιν­δύ­νους. Οἱ προ­δι­α­γρα­φές, ἂν ἔ­χου­με τύ­χη, κα­θι­στοῦν τὰ μη­χα­νή­μα­τα μεταξύ τους συμ­βα­τά, κ.ο.κ. Μό­λις ὅμως ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ ἀν­θρώ­πους καὶ ὄ­χι μὲ μη­χα­νές, ὁ ἐ­ξορ­θο­λο­γι­σμὸς φτά­νει στὰ ὅ­ρι­ά του καὶ τὸ χά­ος στέ­φε­ται νι­κη­τής. Καὶ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὰ ἀλ­λά­ξουν οὔ­τε τὰ ταχύτερα προγράμματα λογισμικοῦ οὔ­τε οἱ πι­ὸ προ­ηγ­μέ­νες στα­τι­στι­κὲς μέ­θο­δοι οὔ­τε τὰ ὡ­ραι­ό­τε­ρα μον­τέ­λα ὑ­πο­λο­γι­σμοῦ πι­θα­νο­τή­των.

Ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ ὅ­που ἐ­πεν­δύ­ε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο χρῆ­μα καὶ κό­πος, ἡ γε­λοι­ο­ποί­η­ση εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πιρ­ρε­πεῖς εἶ­ναι οἱ χρη­μα­το­πι­στω­τι­κὲς ἀ­γο­ρές. Σ’ ἕ­να καὶ μό­νο φύλ­λο μιᾶς ἐ­φη­με­ρί­δας δι­α­βά­ζου­με συμ­βου­λές, συ­στά­σεις, προ­ει­δο­ποι­ή­σεις ἐκ δι­α­μέ­τρου ἀν­τί­θε­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι σύμβουλοι κε­φα­λαιακῶν τοποθετήσεων δὲν τὰ πη­γαί­νουν κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἕ­ναν τυ­χαῖ­ο δεί­κτη τῶν με­το­χῶν. Κυ­ρί­ες μιᾶς κά­ποιας ἡ­λι­κί­ας τὰ λέ­νε πί­νον­τας τὸ κα­θι­ε­ρω­μέ­νο κα­φε­δά­κι τους καὶ βγά­ζουν νὸκ ἄ­ουτ τὸν κα­λύ­τε­ρο σύμ­βου­λο ἐ­πεν­δύ­σε­ων. Τὸ με­σο­σταθ­μι­κὸ πο­σο­στὸ εὐ­στο­χί­ας τῶν εἰ­δι­κῶν προ­σεγ­γί­ζει ἐκεῖνο μιᾶς γεν­νή­τρι­ας τυ­χαί­ων ἀ­ριθ­μῶν. Αὐ­τὸ πά­λι δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σύμ­πτω­ση, ἔγ­κει­ται στὴ φύ­ση τῶν πραγ­μά­των. Συ­στή­μα­τα ὅ­πως ἡ παγ­κο­σμι­ο­ποι­η­μέ­νη οἰ­κο­νο­μία, ποὺ ὑ­περ­βαί­νουν κά­ποιο βαθ­μὸ πο­λυ­πλο­κό­τη­τας, ἁ­πλῶς παύ­ουν νὰ εἶ­ναι προ­βλέ­ψι­μα. Μέ­νει κα­νεὶς ἄ­ναυ­δος ἐμπρὸς στὴν αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τῶν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νων ἀ­να­λυ­τῶν, ποὺ μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἀ­ναγ­γέλ­λουν τὴν ἑ­πό­με­νη πλά­νη τους, χω­ρὶς πο­τὲ νὰ ἀμ­φι­βάλλουν γιὰ τὸ ἀ­λά­θη­τό τους.

Οἱ πο­λι­τι­κοί, ποὺ συ­νή­θως ἀ­μεί­βον­ται πο­λὺ χει­ρό­τε­ρα, δὲν εἶ­ναι σὲ κα­λύ­τε­ρη μοί­ρα ἀ­πὸ τοὺς νε­ρο­κου­βα­λη­τὲς τοῦ κε­φα­λαί­ου. Εἶ­ναι ὅ­μως πο­λὺ πι­ὸ ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τοι, για­τὶ ἐξα­ναγ­κά­ζον­ται νὰ παίρνουν ἀ­πο­φά­σεις μὲ ἄ­δη­λες συ­νέ­πει­ες. Σὺν τοῖς ἄλ­λοις ἐδῶ οἱ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες με­τα­βλη­τὲς εἶ­ναι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δυ­σθε­ώ­ρη­τες, οἱ πα­ρε­νέρ­γει­ες καὶ οἱ ἀ­να­δρά­σεις τῶν πα­ρεμ­βά­σε­ών τους σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἀ­σα­φεῖς. Σὲ ἀν­τί­θε­ση ὅ­μως μὲ τοὺς ἐμ­πό­ρους, φέ­ρουν πο­λι­τι­κὴ εὐ­θύ­νη γιὰ τὶς πρά­ξεις τους. Οἱ ψη­φο­φό­ροι οὔ­τε ποὺ δι­α­νο­οῦν­ται νὰ δι­α­κρί­νουν τὰ ἐ­πι­λύ­σι­μα ἀ­πὸ τὰ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Ἕ­νας πο­λι­τι­κὸς πρέ­πει δι­αρ­κῶς νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι ἔ­χει τὰ πάν­τα ὑ­πὸ ἔ­λεγ­χο. Δηλώσεις ὅπως «ἰδέ­α δὲν ἔ­χω», «νὰ δοῦ­με τί θὰ προ­κύ­ψει», «θὰ τὸ προσπαθήσουμε καὶ ὁ Θε­ὸς βο­η­θός», πρέ­πει πάση θυσία νὰ ἀ­πο­φεύ­γονται, ἰδίως ὅ­ταν ἀν­τα­πο­κρί­νον­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀντ’ αὐτῶν, οἱ ἰ­θύ­νον­τες καταφεύγουν ὅ­λο καὶ πι­ὸ συ­χνὰ στὸν ἰ­σχυ­ρι­σμό: «Δὲν ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή!», ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­κλεί­ει κά­θε ἀμ­φι­βο­λί­α, πα­ρ’ ό­λο ποὺ σὲ πολ­λὲς πε­ρι­πτώ­σεις πρό­κει­ται γιὰ ἀπορία σὲ τελικὴ ἀνάλυση φι­λο­σο­φι­κὴ ἢ γιὰ ξε­κά­θα­ρη ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ δὲν εἶ­ναι στὸ χέ­ρι τους νὰ τὶς δι­α­σκε­δά­σουν. Μιὰ τέ­τοια ὁ­μο­λο­γί­α θὰ ἀ­πο­δυ­νά­μω­νε τὴ θέ­ση τους στὴν πο­λι­τι­κὴ σκα­κιέ­ρα.

Κα­τὰ συ­νέ­πει­α, μιὰ κυ­βέρ­νη­ση δὲν ἔ­χει τὴν πο­λυ­τέ­λει­α νὰ κά­νει δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­πι­λύ­σι­μα καὶ ἀ­νε­πί­λυ­τα προ­βλή­μα­τα. Δυ­στυ­χῶς, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ὅ­τι τὰ προ­βλή­μα­τα τῆς δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας αὐ­ξά­νουν ὅ­σο προ­σε­κτι­κό­τε­ρα τὰ πα­ρα­τη­ροῦ­με. Τὰ σχε­τι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα δὲν λεί­πουν. Κά­θε ὑ­πουρ­γὸς ὑ­γεί­ας τὸ ἔχει μάθει αυτὸ στὸ πετσί του. Ὄ­χι μό­νο ἔχει νὰ κάνει μὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τα πα­ρά­πο­να πο­λι­τῶν ἀν­τὶ νὰ ἀ­σχο­λεῖται μὲ τὴν ὑ­γεί­α τους, καὶ συνεπῶς εἶ­ναι ἀ­νά­ξι­ος του τί­τλου του. Εἶ­ναι καὶ ἐ­λά­χι­στα ἀ­ξι­ο­ζή­λευ­τος, για­τὶ τὸ σύ­στη­μα τὸν ὑ­περ­φορ­τί­ζει ἀ­πελ­πι­στι­κά. Ὅ­λες οἱ με­ταρ­ρυθμιστικὲς ἀπόπειρες σκον­τά­φτουν σ’ ἕ­να συρ­μα­τό­πλεγ­μα ἀ­πὸ δι­α­πλε­κό­με­να συμ­φέ­ρον­τα. Νο­σο­κο­μεῖ­α, για­τροί, ὑ­πη­ρε­σί­ες, ἀ­σφα­λι­στι­κὰ τα­μεῖ­α, φαρ­μα­κο­βι­ο­μη­χα­νί­ες ὑ­πη­ρε­τοῦν ἀν­τι­κρου­ό­με­νες ἐπιδιώξεις. Τὴν ἴδια στιγμὴ ὁ δυ­στυ­χὴς ὑ­πουρ­γός μας πρέ­πει νὰ λά­βει ὑ­πό­ψη του ἑ­κα­τομ­μύ­ρι­α ἀ­σθε­νεῖς, μιὰ ὄ­χι εὐ­κα­τα­φρό­νη­τη στρατιὰ ψη­φο­φό­ρων. Τὸ ρα­γδαῖα αὐ­ξα­νό­με­νο κό­στος τι­νά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα τὸν ὅποι­ο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμὸ καταρτίζει καὶ τὰ δη­μο­γρα­φι­κὰ δε­δο­μέ­να ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ δι­α­λύ­σουν συ­θέ­με­λα τὸ σύ­στη­μα. Τοῦ ἀ­πο­μέ­νει μό­νο ἡ προ­σπά­θει­α νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα ὅ­πως ὅ­πως, νὰ κερ­δί­σει χρό­νο, καὶ ὁ συμ­βι­βα­σμός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μᾶλ­λον ἐνισχύει τὸ σύ­στη­μα παρὰ ἐ­πι­λύ­ει τὶς ἀν­τι­φά­σεις του.

Σ’ αὐ­τὸ ὁ ὑ­πουρ­γός μας δὲν εἶ­ναι μό­νος του. Ἕ­νας πο­λι­τι­κὸς εἰδικευμένος σὲ ζητήματα παι­δεί­ας, ποὺ ἡ δουλειά του θὰ ἦ­ταν νὰ πα­ρέ­χει ἴ­σες εὐ­και­ρί­ες σὲ ὅ­λους τους μα­θη­τὲς καὶ νὰ δώ­σει τέ­λος στὴν ἀ­τα­ξί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τεῖ στὸν το­μέ­α του. Ἕ­νας ὑ­πουρ­γὸς οἰ­κο­νο­μι­κῶν ποὺ θὰ εἶ­χε τὴν πρό­θε­ση νὰ ρί­ξει ἄ­πλε­το φῶς στὴν πα­ρά­λο­γη ζούγ­κλα τοῦ φο­ρο­λο­γι­κοῦ συ­στή­μα­τος. Ἕ­νας καγ­κε­λά­ρι­ος ποὺ θὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σφί­ξει τὰ λου­ριὰ στὶς χρη­μα­το­πι­στω­τι­κὲς ἀ­γο­ρὲς – ὅ­λοι αὐ­τοὶ ἔ­χουν νὰ κά­νουν μὲ ἀν­τι­πά­λους ἔναν­τι τῶν ὁ­ποί­ων δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν πο­τὲ νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σουν.

Γιὰ τοὺς μα­θη­μα­τι­κοὺς τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι πι­ὸ εὔ­κο­λα. Μπο­ροῦν νὰ ἐξηγήσουν λογικὰ για­τὶ ὁ­ρι­σμέ­να προ­βλή­μα­τα δὲν ἐ­πι­δέ­χον­ται λύ­ση. Ὅμως αὐ­τοῦ τοῦ εἴδους ὁ ὀρ­θο­λο­γι­σμὸς εἶ­ναι ξέ­νος στὶς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες. Ὁ σχε­δι­α­σμὸς ποὺ ἔ­χει ἐγ­κρι­θεῖ μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες ὅ­λων τῶν ἁρ­μο­δί­ων ὀρ­γά­νων κλο­νί­ζε­ται, ὅ­ταν ἀμ­φι­σβη­τεῖ­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν κρί­σι­μο ἀ­ριθ­μὸ ψη­φο­φό­ρων. Ξαφ­νι­κὰ ἡ ἐμ­πι­στο­σύ­νη τοῦ κοινοῦ ἐξαφανίζεται, καὶ οἱ καταθέτες κάνουν ντοὺ στὶς τρά­πε­ζες. Ἀρ­κεῖ μιὰ κα­τα­στρο­φὴ στὴν Ἰ­α­πω­νί­α καὶ ἤ­δη ἐ­δῶ ἐ­ξαν­τλοῦν­ται τὰ χά­πια ἰ­ω­δί­ου. Ἀρ­κεῖ μιὰ ἀ­νό­η­τη συ­νέν­τευ­ξη γιὰ νὰ ἀλλάξει στάση ἡ κοι­νὴ γνώ­μη καὶ οἱ ἐκλογὲς νὰ πᾶνε πε­ρί­πα­το. Καὶ φταῖ­χτες εἶναι ἀ­σφα­λῶς πάν­τα οἱ ἄν­θρω­ποι, εἶναι πάντα ἐκεῖνοι ποὺ χα­λᾶ­νε τὴ σού­πα. Κά­θε προσπάθεια σκον­τά­φτει στὴ δική τους ἰ­σχυ­ρο­γνω­μο­σύ­νη.

Τὸ συμ­πέ­ρα­σμα εἶ­ναι λοι­πὸν ἕ­να, καὶ μό­νον ἕ­να. Ἡ πο­λι­τι­κὴ εἶ­ναι ἡ τέ­χνη τοῦ ἀνέ­φι­κτου. Ὅ­ποιος προ­σβλέ­πει σὲ εὐ­νό­η­τες, ἐ­πί­πε­δες, μο­νο­σή­μαν­τες λύ­σεις καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἀναζητήσει ἄλλο ἐπάγγελμα. Ἐ­ὰν ἔχει με­γά­λες ἀ­ξι­ώ­σεις, ἡ θε­ω­ρί­α τῶν ἀ­ριθ­μῶν θὰ ἦ­ταν γι’ αὐτὸν δε­λε­α­στι­κὸ πε­δί­ο ἐρ­γα­σί­ας· ἐ­ὰν πάλι ἀρ­κεῖ­ται σὲ λι­γό­τε­ρα, μπορεῖ νὰ σκοτώσει τὸν χρό­νο του ρί­χνον­τας πα­σιέ­ντζες – μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι κά­ποια ἀπ’αὐτὲς θὰ τοῦ βγεῖ χαρίζοντάς του μιὰ ὡ­ραί­α, ἔ­στω καὶ πρό­σκαι­ρη ἐ­πι­τυ­χί­α.

Ὅ­ταν ἔ­χεις νὰ κά­νεις μὲ ἀν­θρώ­πους, νι­κᾶ τὸ χά­ος.

Πρώτη δημοσίευση: ΝΠ2, σ. 243-246

Μετάφραση :
Μάχη Μαλακάτα – Σίλικα Ρηγοπούλου

«Μάρτυς μου ο Θεός»…

180fcdb7f41ac43d22bad8660f0e6c4e_L

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Μάρτυς μου ο Θεός»
σε δραμ. επεξ. Μάκη Τσίτα,
σκην. Σοφία Καραγιάννη,
Θέατρο Vault
Ιανουάριος 2015

«Πολίτες του κόσμου καλωσήρθατε στην Αθήνα»: Οι Ολυμπιακοί του 2004, ένας γίγαντας με πήλινα πόδια, αποκορύφωμα της ελληνικής τακτικής των τελευταίων δεκαετιών, βάσει της οποίας χτίζαμε εθνικώς κάστρα στην άμμο, χρησιμοποιείται ως αντίστιξη στην γενικευμένη εξαθλίωση της τωρινής οικονομικής κρίσης και της προσωπικής καταστροφής του Χρυσοβαλάντη και κάθε Χρυσοβαλάντη.

Δέσμιος και θύμα ενός «ε, τότε, εντάξει», δηλαδή των συνεχών και ατέλειωτων υποχωρήσεων και παραχωρήσεων, δεν μπορεί, παρά να υποστεί τις συνέπειες, από μια κοινωνία και έναν περίγυρο που όχι μόνο δεν επιβραβεύει τον κόπο, αλλά και εκμεταλλεύεται ή ακόμη και εξουδετερώνει τους αδύναμους. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, και το ψάρι στην αφίσα της παράστασης (και στο εξώφυλλο του βιβλίου) αποδείχτηκε να έχει δυσανάλογα με τις διαστάσεις του δόντια.

Η σκηνοθετική προσέγγιση της Καραγιάννη ξεκλείδωσε επιτυχώς το κείμενο του Τσίτα, με ένα από τα συνταρακτικότερα φινάλε που έχουμε δει. Εξαιρετικός στην ερμηνεία τού μονολόγου της μιάμισης ώρας ο Ιωσηφίδης, ο οποίος συγκέρασε με μαεστρία το κωμικό με το δραματικό στοιχείο. Τη δεινότητά του σε κωμικούς ρόλους την είχαμε διαπιστώσει και επαινέσει στο παρελθόν και χαιρόμαστε που μπορούμε να κάνουμε το ίδιο και για ρόλους δραματικούς, αφού η υγρή λάμψη στα μάτια του, η αδύναμη χροιά στη φωνή του και η έκφραση πόνου στο πρόσωπό του, μάρτυς μας ο Θεός, προκαλούν βαθιά συγκίνηση. Η ομάδα Gaff συνεχίζει σε ένα δρόμο στρωμένο μεν με δυσκολίες, αλλά -έχοντας ως γνώμονα την ποιότητα και αξιοποιώντας το ταλέντο της- παρουσιάζει πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις.

Έλενα Σταγκουράκη
Αθήνα, 19.1.2015

DSC_0396

Φώτης Τερζάκης, Ο μοναχός Παΐσιος

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ 1

Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη ἦρ­θε κι ἕ­νας ἅ­γι­ος τῶν ἡ­με­ρῶν μας, ὅ­πως τὸ θέ­λει ἡ φή­μη, ποὺ με­τὰ τὸν ξε­ρι­ζω­μὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸν Ἄ­θω­να: ὁ μο­να­χὸς Πα­ΐ­σι­ος. Συγ­κα­τα­λέ­γο­μαι στοὺς πολ­λοὺς ποὺ ὁ τα­πει­νὸς ἀ­σκη­τὴς δέ­χτη­κε νὰ δεῖ τὰ τε­λευ­ταί­α χρό­νι­α της ζω­ῆς του. Δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ μαρ­τυ­ρή­σω τὴ θρυ­λού­με­νη ἁ­γι­ό­τη­τά του, δὲν ξέ­ρω καν τί ση­μαί­νει αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα, καὶ ἂν κά­τι ση­μαί­νει σί­γου­ρα δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους στοὺς ὁ­ποί­ους θὰ εἶ­χε κά­ποια δύ­να­μη: ἔνιω­σα ὅ­μως πολ­λὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα γι’ αὐ­τὸν τὸν λι­πό­σαρ­κο γέ­ρον­τα μὲ ὄ­ψη ξω­μά­χου, ἐμ­φα­νῶς κα­τα­πο­νη­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια, ποὺ εἶ­χε τὴν εὐ­γέ­νει­α νὰ μᾶς ἀ­νοί­ξει στὴν πρό­χει­ρη σκή­τη του, βα­θι­ὰ μέ­σα σὲ μιὰ ρε­μα­τιὰ τοῦ Ἄ­θω­να τρί­α τέ­ταρ­τα δρό­μο ἀ­πὸ τὴν Κου­τλου­μου­σί­ου.

Τὸν ἄ­κου­γα νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὰ χρι­στια­νι­κά του πα­ρα­μύ­θια, λό­γι­α ποὺ δὲν σή­μαι­ναν σχε­δὸν τί­πο­τα γιὰ μέ­να, ὥ­ρα πολ­λὴ μὲ τὸ μά­τι μου ν’ ἀ­να­παύ­ε­ται πό­τε στὴν προ­βιὰ ποὺ εἶ­χε ριγ­μέ­νη πά­νω στὴν ξύ­λι­νη τά­βλα τοῦ ὕ­πνου του καὶ πό­τε στὸ σβη­στὸ τζά­κι, καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἄ­κου­γα τὴ για­γιὰ τὴ Μα­ρί­κα νὰ μοῦ μι­λά­ει γιὰ τὰ στοι­χειὰ ποὺ βλέ­πουν τὶς νύ­χτες οἱ ἀ­λα­φρο­ΐ­σκιω­τοι, γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες ποὺ σοῦ παίρ­νου­νε τὴ μι­λιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, γιὰ τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιὰ καὶ γιὰ τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α, καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ὁ Πα­ΐ­σι­ος ἤ­τα­νε ἡ για­γιὰ ἡ Μα­ρί­κα…

Πα­ΐ­σι­ε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ ποὺ σὲ θυ­μή­θη­κα σή­με­ρα, σοὺ εὔ­χο­μαι μὲ ὅ­λη μου τὴν καρ­διὰ νὰ βρί­σκε­σαι κον­τὰ στὸν Θε­ό σου – καὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸ κά­τι σὰν πα­ρη­γο­ριὰ γιὰ μᾶς ποὺ δὲν ἔ­χου­με τὴν πο­λυ­τέ­λει­α τῆς πί­στης σὲ κα­νέ­ναν, οὐ­ρά­νι­ο ἢ ἐ­πί­γει­ο, θε­ό…!

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ  (ΝΠ1, σ. 40-41)

ΕΠΟΧΕΣ & ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Η εκπομπή «Εποχές και συγγραφείς» της 7ης Ιανουαρίου 2015 η αφιερωμένη στον ποιητή Γιάννη Πατίλη.

Παρεμβαίνουν οι:

Κώστας Μάστρακας
Χάρης Βρόντος
Νατάσα Κεσμέτη
Κώστας Κουτσουρέλης
Αλέξης Ζήρας
Γιώργης Γιατρομανωλάκης
Άγγελος Καλογερόπουλος
Φώτης Τερζάκης
Γιώργος Ζεβελάκης

Η σειρά αυτή της δημόσιας τηλεόρασης παρουσιάζει τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς, σε σχέση με την εποχή που έζησαν και την ιστορική και κοινωνική συγκυρία, που επηρέασε και διαμόρφωσε το έργο τους.

Ο Γιάννης Πατίλης ανήκει στους αντιπροσωπευτικότερους ποιητές της γενιάς του ’70. Η ποίησή του είναι πολιτική, είναι ποίηση της πόλης και του δημόσιου χώρου, ποίηση που χαρακτηρίζεται από το επιγραμματικό της ύφος, γεμάτη ειρωνεία και σαρκασμό, αλλά και ταυτόχρονα με έναν υφέρποντα λυρισμό.

Η γλώσσα του συνδυάζει όλο το φάσμα της Ελληνικής γλώσσας, από την αρχαία ελληνική γραμματεία μέχρι την καθομιλουμένη και την αργκό.

Η παρουσία του Πατίλη στα Νεοελληνικά γράμματα συμπληρώνεται από την έκδοση και διεύθυνση επί 26 χρόνια (1986-2012) του λογοτεχνικού περιοδικού «Πλανόδιον».

Επιλογή κειμένων: Τάσος Γουδέλης.
Ήχος: Θόδωρος Ζαχαρόπουλος.
Φωτογραφία: Ηλίας Αδάμης.
Μοντάζ: Ιωάννα Σπηλιοπούλου.
Εκτέλεση παραγωγής: Τάσος Ψαρράς.
Σκηνοθεσία: Σταύρος Στάγκος.

Ο Σωσίας…

sosias

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Ο σωσίας»
του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι
σκην. Έφη Μπίρμπα
θέατρο Ροές
Ιανουάριος 2015

Ανοίγω το βιβλίο, διαλέγω κάποιες φράσεις, αποσπώ δυο-τρεις σκηνές και φτιάχνω μια παράσταση μιάμισης ώρας. Θα μου πείτε, πώς γεμίζω ενενήντα λεπτά με υλικό που χωράει σε δεκαπέντε; Μα ελάτε τώρα! Όσοι παρακολουθούν έστω και λίγο τη μόδα, θα ξέρουν πως αυτό γίνεται με επαναλήψεις λέξεων, κινήσεων και σκηνών μέχρις αηδίας, για στρώσε-ξέστρωσε της άμμου που καλύπτει βεβαίως τη σκηνή, για πήγαινε-έλα, βάλε-βγάλε, πέσε-σήκω, μικρόφωνα, μεγάφωνα, ουδέτερο μουσικό φόντο και ξάφνου ένα μπλουζ με αχόρευτο χορό.

Δεν είναι που το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, το οποίο υποτίθεται παρουσιάζεται σε δραματοποίηση, μοιάζει ούτε με νουβέλα ούτε με διήγημα, αλλά με επίγραμμα: έχει δηλωθεί πως υπάρχει εστίαση σε ορισμένες σκηνές. Είναι που αυτό το επίγραμμα δεν λέει ούτε περικλείει κάποια ιστορία ή -για την ακρίβεια- λέει πολλές ιστορίες μαζί, λέει κάθε δυνατή ιστορία και εν τέλει δεν λέει απολύτως τίποτα. Τόση κίνηση επί σκηνής και δεν συμβαίνει τίποτα. Οι χαρακτήρες όλο μιλούν και δεν λένε τίποτα. Ο συμβολισμός τόσος και τέτοιος, που εντέλει μένει αδιάφορο το τι συμβολίζει ή το αν συμβολίζει καν κάτι. Μοιάζει να δραματοποιήθηκε ο ίδιος ο τίτλος, και αυτός ακόμη στο ένα τρίτο (ή τέταρτο) της παράστασης. Σίγουρα, κάποιος που δεν έχει διαβάσει το έργο δεν καταλαβαίνει περί τίνος πρόκειται και όποιος το έχει διαβάσει, μόνο από το όνομα Γκολιάτκιν μπορεί αδρά ίσως να το αναγνωρίσει.

Τι μένει λοιπόν από την παράσταση; Εικόνες, εικόνες, εικόνες! Αρκετές από αυτές, ομολογουμένως, ωραίες εικόνες. Στο θέατρο Ροές παρακολουθεί κανείς μια εικαστική αποτύπωση του μυθιστορήματος και όχι μια διασκευή του για το θέατρο. Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμη αν θα πρέπει να χαροποιήσει τη γράφουσα ή τη σκηνοθέτιδα της παράστασης το αποτέλεσμα σχετικής μας έρευνας, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη είναι εικαστικός. Μάλλον όχι, εφόσον εν προκειμένω κλήθηκε να ενεργήσει με διαφορετική ιδιότητα. Δεν νομίζουμε ότι θα ικανοποιούνταν αναγνώστες, συντελεστές της παράστασης και θεατρόφιλο κοινό, αν αντί της παρούσας κριτικής μεταφράζαμε εδώ ολόκληρο το έργο. Όσον αφορά τη σκηνοθεσία, η παγίδα είναι -καλώς ή κακώς- πιο επικίνδυνη για εικαστικούς ή χορογράφους, προφανώς λόγω συγγένειας των ειδών.

Όσο για τους ηθοποιούς, -υπεράριθμοι και αυτοί για τα διαδραματιζόμενα- είναι κρίμα που η ουσιαστική -και σχεδόν αποκλειστική- λειτουργία δύο εξ αυτών ήταν να στρώνουν απλά την άμμο. Δεν αποκλείεται να είναι ικανοί για λαμπρές ερμηνείες. Άγνωστο. Η πραγματική απορία όμως είναι πώς ο Σερβετάλης κατορθώνει να Ερμηνεύει ακόμη και το Τίποτα!

Έλενα Σταγκουράκη
13.01.2015

newego_LARGE_t_641_106408672

«ΤΗΣ ΓΗΣ ΙΔΡΩΤΑΣ Η ΘΑΛΑΣΣΑ»

virvidakis

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Περί φύσεως»
του Μιχάλη Βιρβιδάκη,
σκηνοθεσία Έφη Θεοδώρου,
Αναλόγιο στο Θέατρο Τέχνης.
Οκτώβριος 2014

«Όσο απομακρύνεται κανείς απ’ την επιφάνεια, δυσκολεύουν τα πράγματα»: ακούγοντας αυτήν την αλήθεια ο θεατής ανάμεσα σε τόσες άλλες παντός φύσεως, ίσως δεν αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα γίνεται μάρτυρας τριών χαρακτήρων οι οποίοι –άλλοτε συνειδητά άλλοτε υποσυνείδητα– εγκαταλείπουν την επιφάνεια προς εξερεύνηση του βυθού και αναζήτηση του βάθους.

Το πιο πρόσφατο θεατρικό έργο του Μιχάλη Βιρβιδάκη, έργο σε δώδεκα σκηνές, παρακολουθεί σε ένα πρώτο επίπεδο την επιφανειακή συνομιλία τριών λουομένων τον Αύγουστο, παραμονή του Σωτήρος. Σε ένα δεύτερο όμως, γίνεται καθρέφτης των πιο μύχιων πεποιθήσεων, ανησυχιών και πληγών, αφού ο πόνος και η αντοχή σε αυτόν αναφέρονται επανειλημμένα, και ας είναι μέσα από το χαμόγελο. Πρόκειται μάλλον για χαμόγελο με τα δόντια ενωμένα σφιχτά, ίσως και για το αναπόφευκτο χαμόγελο της συγκατάβασης από την αποδοχή της ζωής ως έχει. Στο έργο, το κωμικό στοιχείο συμβαδίζει κι εναλλάσσεται με το δραματικό, η πραγματικότητα φλερτάρει με το παράλογο και υπάρχουν στιγμές γνήσιου ποιητικού ύψους. Έντονη είναι και η μεταφορικότητα του κειμένου, καθώς ο θεατής προσανατολίζεται περισσότερο στη μεταφορική έννοια των λόγων παρά την κυριολεκτική. Για παράδειγμα: «να επιπλέει κανείς –αυτό μόνο», «να μένεις στην επιφάνεια προϋποθέτει την ικανότητα του να μένεις στην επιφάνεια», «προσπαθώ να την ξεχάσω [τη γνώση], αλλά η ζημιά έχει γίνει», «όλος ο κόσμος είναι ένας άνθρωπος», «κολυμπάμε σε μια θάλασσα που δεν γνωρίζουμε».

Η σκηνοθετική επιμέλεια της Θεοδώρου υπήρξε ισορροπημένη για το είδος του αναλογίου, εξισορροπώντας το κείμενο με την παραστατικότητα και την περιορισμένη στο ελάχιστο κίνηση των ηθοποιών. Ωστόσο, θα άρμοζε ίσως μια πιο αργή ανάγνωση, λαχάνιασμα και περισσότερες παύσεις, κυρίως από τον γυναικείο χαρακτήρα και τον Σοφοκλή, δεδομένου ότι αυτοί κολυμπούσαν και βουτούσαν. Η κύρια ένστασή μας όμως σχετίζεται με την απόδοση του τρόπον τινά ιντερμέτζου με τα σχόλια-σκέψεις διάφορων λουομένων, η οποία εύστοχα μεν πραγματοποιήθηκε μέσω ηχογράφησης, έπρεπε δε να επιδεικνύει τη συγχρονικότητα ενός χορού φωνών, την οποία υπονοεί το έργο, και να έχει διάρκεια στο 1/3 αυτής που είχε, καθώς αντί να δίνει μια ανάσα, στο τέλος κούραζε.

Οι ερμηνείες χάρισαν πνοή και ζωντάνια στο κείμενο, με πρώτη και καλύτερη αυτήν του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη στο ρόλο του Ευριπίδη Περίανδρου. Σωστός και απολαυστικός χειρισμός φωνής, παύσεις, ύφος. Γλυκά υστερική η Ευλαμπία της Έλενας Τοπαλίδου, αλλά αρκετά άνευρος ο Σοφοκλής Ποθουλάκης του Δημήτρη Παπανικολάου.

Καίριος ο ρόλος του βίντεο της Αγγελικής Τσόλη, το οποίο όχι μόνο οπτικοποιούσε τη θάλασσα, αλλά και την ίδια την πορεία της παράστασης, από τα ανοιχτά ώς τη στεριά. Εξίσου λειτουργικός και ο σχεδιασμός του ήχου από την Χριστίνα Καρποδίνη.

«Να νομίζεις ότι… και να μην…». Αυτή η ασυνέπεια δεν αφορά το έργο του Βιρβιδάκη, το οποίο υπήρξε ειλικρινές και ατόφιο ακόμη και με τη χρήση λατινικών, αρχαιοελληνικών και ξενόγλωσσων εκφράσεων και μότο, ούτε τη μετρημένη σκηνοθεσία της Θεοδώρου σε αυτό το είδος παράστασης που ενέχει τόσες παγίδες. Αυτό το “vivere pericolosamente” μοιάζει να ταιριάζει σε συγγραφέα και σκηνοθέτιδα, όπου “pericolosamente” θα πει «στα όρια της αντοχής, εκεί που συναντούμε το βαθύ εαυτό μας».

Έλενα Σταγκουράκη
6 Οκτωβρίου 2014

7794696e-589e-4e6b-b4f0-6dd9178abf81_1                hqdefault

Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ: Εν ονόματι του Αλλάχ – Η σφαγή σαν ταινία του Χόλλυγουντ

 

Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, Σφαγές σαν ταινία του Χόλλυγουντ

 

του ΧΑΝΣ ΜΑΓΚΝΟΥΣ ΕΝΤΣΕΝΣΜΠΕΡΓΚΕΡ

Με αφορμή τις πρόσφατες πολυαίμακτες επιθέσεις στο Παρίσι, προδημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το πολύκροτο δοκίμιo Versuch über den radikalen Verlierer του Χ. Μ. Εντσενσμπέργκερ, γραμμένο το 2005 για λογαριασμό του περιοδικού Spiegel. Το πλήρες κείμενο θα δημοσιευτεί προσεχώς στο Νέο Πλανόδιον σε μετάφραση Χρήστου Αστερίου.

Κατά μια έννοια οι Ισλαμιστές είναι κι αυτοί πολίτες του 21ου αιώνα. Στην διαχείριση της δημόσιας εικόνας τους μάλιστα πολύ πιο εξελιγμένοι από τους προκατόχους τους. Βεβαίως και οι παλαιότεροι διάκονοι τού τρόμου ασκούσαν μια προπαγάνδα που είχε ως βάση της την ίδια την πράξη τής τρομοκρατίας. Εν τούτοις δεν είχαν καταφέρει να βρίσκονται στο κέντρο τού παγκόσμιου ενδιαφέροντος όπως σήμερα η νεφελώδης ομάδα της Αλ Κάιντα. Έχοντας μελετήσει καλά τους κανόνες της τηλεόρασης, τις δυνατότητες των κομπιούτερ, το ίντερνετ και την διαφήμιση, η μουσουλμανική τρομοκρατία καταφέρνει να παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο τηλεοπτικής προβολής απ’ ότι το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου. Σκηνοθετεί τις σφαγές σαν φιλομαθής μαθητής τού Χόλλυγουντ, κατά τα πρότυπα των ταινιών καταστροφής, των splatter movies και των θρίλερ επιστημονικής φαντασίας. Η εξάρτησή της από την μισητή Δύση είναι και σ’ αυτή την περίπτωση ξεκάθαρη. Η société du spectacle, όπως την ονόμαζαν κάποτε οι καταστασιακοί φτάνει εδώ στην πραγμάτωσή της.

Ακόμα μεγαλύτερα αποτελέσματα πάντως έχει η χρήση της αυτοκτονίας ως στρατηγικού μέσου. Πρόκειται για ένα ανίκητο όπλο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν σε κάθε περίπτωση χωρίς ποτέ ο εχθρός να καταφέρει να το εντοπίσει, ενώ εκτός των άλλων είναι και εξαιρετικά οικονομικό. Με τόσες «αρετές», η συγκεκριμένη μορφή τρομοκρατίας, δεν θα μπορούσε να μην ασκήσει μεγάλη έλξη στον απόλυτα ηττημένο. Ταυτίζοντας καταστροφή και αυτοκαταστροφή του δίνει την δυνατότητα να κάνει πράξη τις μεγαλομανείς ιδέες του εκτονώνοντας ταυτόχρονα το μίσος απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Η τελευταία κατηγορία που θα μπορούσαμε να του προσάψουμε είναι η δειλία. Το θάρρος του είναι ένα θάρρος που πηγάζει απ’ την απόγνωση. Ο θρίαμβός του έγκειται στο γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να τον αντιστρατευτεί ή να τον τιμωρήσει, αφού και για τα δυο έχει φροντίσει αυτός ο ίδιος.

Η καταστροφική μανία των ισλαμιστικών ομάδων στρέφεται, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο Δυτικός κόσμος, κυρίως εναντίων μουσουλμάνων. Αυτό δεν αποτελεί ούτε λάθος τακτικής ούτε παράπλευρη απώλεια. Μόνο στην Αλγερία η τρομοκρατία έχει κοστίσει την ζωή σε τουλάχιστον 50 χιλιάδες ντόπιους. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για 150 χιλιάδες θανάτους, στους οποίους ωστόσο προσμετρώνται οι στρατιώτες και οι υπάλληλοι μυστικών υπηρεσιών. Ακόμα και σε χώρες όπως το Ιράκ και το Αφγανιστάν ο αριθμός των γηγενών νεκρών ξεπερνά κατά πολύ αυτόν των ξένων. Η τρομοκρατία ως εκ τούτου δεν έχει βλάψει μόνο το κύρος του Ισλάμ, αλλά έχει επηρεάσει προς το χειρότερο το καθεστώς διαβίωσης των οπαδών του σε όλο τον κόσμο. Αυτό βεβαίως είναι κάτι που ελάχιστα απασχολεί τους ισλαμιστές, ακριβώς όπως η κατάρρευση της Γερμανίας δεν απασχολούσε τους εθνικοσοσιαλιστές. Ως ιερείς του θανάτου δεν δίνουν την παραμικρή σημασία στις ζωές των ομόθρησκών τους. Οι περισσότεροι μουσουλμάνοι πάντως δεν δείχνουν καμία διάθεση να τιναχτούν στον αέρα, γεγονός που κάνει τους εξτρεμιστές να πιστεύουν ότι δεν τους αξίζει τίποτα περισσότερο απ’ την προσωπική τους καταστροφή. Σκοπός του οριστικά ηττημένου άλλωστε είναι να δημιουργήσει όσο το δυνατόν περισσότερους ομοίους του. Το γεγονός ότι αποτελούν μειοψηφία στον κοινωνικό τους περίγυρο εκλαμβάνεται από τους ισλαμιστές ως σημάδι θεωρούν πως οι εκλεκτοί ήταν ανέκαθεν μετρημένοι στα δάχτυλα.

Το ερώτημα για το πώς καταφέρνει το ισλαμιστικό κίνημα να στρατολογεί, καλλιεργώντας προσδοκίες, τόσους ανθρώπους και να επικρατεί επί άλλων λαϊκών οργανώσεων απασχολεί ειδικούς ανά την υφήλιο. Ωστόσο δεν διαφαίνεται ξεκάθαρη απάντηση. Οι όποιες εξηγήσεις θα πρέπει να αναζητηθούν στον αραβικό πολιτισμό, εντός των ορίων του οποίου γεννήθηκε το Ισλάμ. Την μεγαλύτερη άνθησή του ο πολιτισμός αυτός την γνώρισε κατά την εποχή του Χαλιφάτου, όταν και ήταν κατά πολύ ανώτερος του ευρωπαϊκού σε στρατιωτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο. Η περίοδος εκείνη, πάνε οχτακόσια χρόνια, αποτελεί για τον αραβικό κόσμο λαμπρό κομμάτι του παρελθόντος του ενώ κατέχει ακόμα και σήμερα κεντρικό ρόλο στη συνείδηση των Αράβων. Έκτοτε, όμως, ο πολιτισμός αυτός, η δύναμή του, το πρεστίζ του, το πολιτισμικό και οικονομικό του εκτόπισμα μειώνεται συνεχώς. Πρόκειται δίχως άλλο για μια πτώση άνευ προηγουμένου, ένα οδυνηρό αίνιγμα. Ο μουσουλμάνος, ινδικής καταγωγής, ποιητής Χουσεΐν Χαλί (1837-1914) αποτύπωσε αυτή την οδύνη τής απώλειας στο έμμετρο έπος του «Άμπωτις και πλημμυρίδα του Ισλάμ»:

Οι ιστορικοί που ερευνούν
κι έχουν μεθόδους επιστημονικές πολύ σπουδαίες
που βυθομετρούν του κόσμου τα αρχεία
και διαβάζουνε την επιφάνεια της γης
από τους Άραβες φούντωσε η καρδιά τους
από τους Άραβες μάθανε πως βραδέως να σπεύδουν

Από το μετερίζι του ο Χαλί περιγράφει την πορεία της πτώσης μέσα στο χρόνο. Η τελευταία στροφή λέει:

Δεν είμαστε ούτε έμπιστοι κυβερνητικοί υπάλληλοι
ούτε η περηφάνεια μας χαρακτηρίζει στις αυλές των αρχόντων
δεν μας υπολογίζουνε για δύναμη στις επιστήμες
ούτε χειρωνάκτες και βιομήχανοι γίναμε ξακουστοί.

Είναι δύσκολη η θέση μιας κοινότητας που βιώνει μια τέτοια μακραίωνη πτώση. Δεν είναι έκπληξη, λοιπόν, πως οι υπαίτιοι γι’ αυτήν αναζητώνται ανάμεσα στους Ισπανούς, τους Σταυροφόρους, τους Μογγόλους, τους Οσμάνους, τους Ευρωπαίους αποικιοκράτες ή τους Αμερικανούς κατακτητές. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες κοινωνίες που υπέστησαν ανάλογες συνέπειες υπό την κυριαρχία κατακτητών, άγριες επεμβάσεις και πλιάτσικο όπως οι Ινδοί, οι Κινέζοι ή οι Κορεάτες. Κατάφεραν όμως να ανταποκριθούν επιτυχώς στις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής και να παίξουν κεντρικό ρόλο στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Αναφύεται ως εκ τούτου πιεστικό το ερώτημα για τις ενδογενείς αιτίες της αραβικής παρακμής. Όσο το ερώτημα αυτό παραμένει αναπάντητο η τεράστια επιστημονική, τεχνική και βιομηχανική υστέρηση του αραβικού κόσμου δεν θα μπορεί να εξηγηθεί.

μτφρ. ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΣΤΕΡΙΟΥ